ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ
Πρακτικός οδηγός & Νομολογιακές εφαρμογές
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 432
- ISBN: 978-618-08-0858-2
Τέλος, στο τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζονται αντιστοίχως η διαδικασία των ενδίκων μέσων, καθώς και πρακτικά ζητήματα εκτέλεσης ποινικών αποφάσεων όπως η μετατροπή της ποινής φυλάκισης και η συγχώνευση και αναστολή των ποινών. Το έργο συνοδεύεται από ενδεικτική νομολογία και πρακτικές παρατηρήσεις, ενώ είναι ενημερωμένο μέχρι και τις τελευταίες αλλαγές του ΚΠ∆ με τον Ν 5232/2025, καθιστώντας το ένα χρήσιμο και λειτουργικό ερμηνευτικό βοήθημα της ποινικής δικονομίας.
Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
I. Αυτεπάγγελτη («αστυνομική») προανάκριση 1
α. Αυτεπάγγελτη («αστυνομική») προανάκριση (χωρίς εισαγγελική παραγγελία)
(άρθρο 245 ΚΠΔ) 1
β. Έννοια και σκοπός της αυτεπάγγελτης προανάκρισης 3
γ. Οι προϋποθέσεις της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανάκρισης 4
ΙΙ. Ανακριτικές πράξεις επί κυβερνοεγκλημάτων 4
α. Γενικές ανακριτικές πράξεις επί κυβερνοεγκλημάτων στο πλαίσιο της προδικασίας 4
ΙΙΙ. Κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων 11
β. Εννοιολογική προσέγγιση ψηφιακών δεδομένων 14
γ. Αναγκαιότητα/σκοπός θέσπισης κανονιστικού πλαισίου για την κατάσχεση
ψηφιακών δεδομένων 15
δ. Η διαδικασία της κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων του άρθρου 265 ΚΠΔ 16
ε. Ειδική ανακριτική πράξη κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων - Βεβαίωση με ειδική
έκθεση 19
στ. Βασικές αρχές κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων και πειστηρίων 20
2. Το αυτόφωρο έγκλημα και η αυτόφωρη διαδικασία
(άρθρο 242 ΚΠΔ)
Σ. ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΟΣ
ΙΙ. Τα χρονικά όρια του αυτόφωρου εγκλήματος 23
ΙΙΙ. Αυτόφωρο διαρκές έγκλημα 24
IV. Αυτόφωρο κατ’ εξακολούθηση αδίκημα 24
V. Εξαιρέσεις εφαρμογής αυτόφωρης διαδικασίας 24
VI. Σύλληψη και προσωρινή κράτηση κατηγορουμένου 25
VII. Προσαγωγή του κατηγορουμένου (άρθρο 279 ΠΚ) 26
α. Ο συλληφθείς επ’ αυτοφώρω οδηγείται στον αρμόδιο εισαγγελέα 26
β. Η προσαγωγή του συλλαμβανομένου ενώπιον του ανακριτή 27
3. Ενέργειες του εισαγγελέα μόλις λάβει την μήνυση,
την αναφορά Ή την έγκληση
Ι. ΣΕΒΗΣ
β. Αρχή της αυτοτελούς δίωξης των εγκλημάτων ή της αυτοτελούς κατηγορίας 30
γ. Αρχή της κρατικής δίωξης των εγκλημάτων ή της δημόσιας κατηγορίας 31
δ. Αρμόδιος για την κίνηση της ποινικής δίωξης 31
ε. Λειτουργική ανεξαρτησία εισαγγελέα 37
στ. Χαρακτηριστικά της ποινικής δίωξης 38
ΙΙ. Ενέργειες του εισαγγελέα μόλις λάβει την μήνυση ή την αναφορά ή την έγκληση 63
γ. Αποτέλεσμα αρχειοθέτησης της μήνυσης ή αναφοράς και απόρριψης της έγκλησης 87
δ. Τρόποι κίνησης της ποινικής δίωξης 88
ΙΙΙ. Αναβολή – αποχή από ποινική δίωξη 112
α. Περιπτώσεις αναβολής της ποινικής δίωξης 112
β. Περιπτώσεις αποχής από την ποινική δίωξη 120
Λ. ΤΣΟΓΚΑΣ
ΙΙ. Ακυρότητα κλητήριου θεσπίσματος 132
ΙΙΙ. Κλητήριο θέσπισμα και άρθρο 15 ΠΚ 134
5. Η προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης
(άρθρα 322 και 323 ΚΠΔ)
Ε. ΤΟΛΗΣ
Ι. Η προσφυγή του άρθρου 322 του ΚΠΔ 139
β. Προϋποθέσεις παραδεκτού 143
δ. Ενέργειες Εισαγγελέα Εφετών επί προσφυγής 154
ε. Ενέργειες του Δικαστικού Συμβουλίου 159
ΙΙ. Η προσφυγή προσώπων ιδιάζουσας δωσιδικίας 160
β. Προϋποθέσεις παραδεκτού 161
δ. Ενέργειες του Συμβουλίου Εφετών 163
6. Επιδόσεις στην ποινική δίκη
Λ. Τσόγκας
I. Διαδικασία επίδοσης με ηλεκτρονικό τρόπο 167
II. Επιδόσεις με φυσικό τρόπο 171
III. Κατηγορούμενος άγνωστης διαμονής 173
V. Σύντμηση προθεσμίας κατ’ άρθρο 169 ΚΠΔ 175
B. Η επ' ακροατηριω διαδικασία -
1. Η Προσφυγή κατά διατάξεων του διευθύνοντος τη διαδικασία
(ΑΡΘΡΟ 335 ΚΠΔ)
Α. ΚΑΡΑΪΝΔΡΟΥ
ΙΙ. Υποβολή ερωτήσεων από το δικαστήριο 180
ΙΙΙ. Υποβολή ερωτήσεων από διαδίκους και συνηγόρους 181
IV. Άσκοπες ή εκτός θέματος ερωτήσεις 182
V. Άρνηση εξέτασης προτεινόμενου μάρτυρα 182
VI. Άρνηση ανάγνωσης εγγράφων 182
VII. Άρνηση αιτήματος για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση 183
X. Άρνηση καταχώρησης στα πρακτικά 184
XI. Υπόνοιες ψευδομαρτυρίας 184
2. Η νομιμοποίηση του παριστάμενου
προς υποστήριξη της κατηγορίας
Α. Ζήση
Ι. Ενεργητική νομιμοποίηση 187
ΙΙΙ. Παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας και απόσβεση αξίωσης 195
IV. Παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας και απόλυτη ακυρότητα - Περιπτωσιολογία 198
V. Τρόπος και χρόνος υποβολής δήλωσης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας 202
VI. Διατυπώσεις της δήλωσης προς υποστήριξη της κατηγορίας 204
3. Υπερασπιστικοί ισχυρισμοί
(αυτοτελείς και αρνητικοί ισχυρισμοί)
Ε. ΓΑΚΗ
Ι. Οι κατηγορίες των αυτοτελών ισχυρισμών – Γενικό Μέρος του ΠΚ 208
β. Σε επίπεδο υπαιτιότητας 209
γ. Σε επίπεδο καταλογισμού 210
δ. Σε επίπεδο εξάλειψης αξιοποίνου 211
ε. Σε επίπεδο μείωσης της ποινής 212
στ. Αυτοτελείς ισχυρισμοί κρινόμενοι εφεξής ως αρνητικοί 214
α. Η απαίτηση προβολής των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο 216
γ. Οι χρονικοί περιορισμοί σχετικά με την προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών 217
IV. Παράλειψη υποβολής εισαγγελικής πρότασης επί των ισχυρισμών του κατηγορουμένου 218
V. Αυτοτελείς ισχυρισμοί στην κατ’ έφεση δίκη 218
VI. Η καταλυτική δράση του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ΄ ΚΠΔ επί των αυτοτελών ισχυρισμών 219
VIII. Η αποδεικτική διαδικασία κατά τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
(άρθρο 178 παρ. 2 ΚΠΔ) 223
Θ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
Ι. Οι ενδείξεις ως αποδεικτικό μέσο στην ποινική δίκη (άρθρο 179 ΚΠΔ) 225
II. Το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων 226
α. Η απαγόρευση επικοινωνίας των μαρτύρων κατ’ άρθρο 350 ΚΠΔ 226
β. Άρθρο 357 ΚΠΔ: Διευκρινίσεις και ερωτήσεις στους μάρτυρες και
τους κατηγορουμένους 226
γ. Η υπό προϋποθέσεις αποχώρηση του μάρτυρα όταν ολοκληρώνεται
η κατάθεσή του κατ’ άρθρο 359 ΚΠΔ 227
δ. Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες μη τήρησης της διάταξης του άρθρου 359 ΚΠΔ; 228
ε. Μη εξεταζόμενοι μάρτυρες 228
i. Ποιος είναι ο δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης αυτής; 229
ii. Εξαιρέσεις σε ειδικούς ποινικούς νόμους 230
ζ. Μαρτυρία συγκατηγορουμένου (άρθρα 211 νέου ΚΠΔ, 211Α
του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) 232
η. Ανάγνωση ενόρκων καταθέσων απόντων μαρτύρων (άρθρο 363 ΚΠΔ) 234
θ. Η ανάγνωση ενόρκων καταθέσεων απόντων μαρτύρων υπό το φως
της νομολογίας του ΕΔΔΑ 234
ΙΙΙ. Η ανάγνωση των εγγράφων (άρθρο 362 ΚΠΔ) 235
β. Ανάγνωση εγγράφων κατά τον τεχνικά πρόσφορο τρόπο 236
γ. Επαρκής προσδιορισμός εγγράφου 236
δ. Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε 237
ε. Ανάγνωση εγγράφων, που προσκομίζονται το πρώτον στο ακροατήριο 238
στ. Ανάγνωση εγγράφων από μη αμετάκλητη δίκη 239
ΙV. Η πραγματογνωμοσύνη στην ποινική δίκη 239
α. Πότε διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη κατ΄άρθρο 183 ΚΠΔ. Διάκριση
από συναφείς έννοιες 239
γ. Διορισμός και δικαιώματα τεχνικών συμβούλων. Προϊσχύσαν και νέο νομοθετικό καθεστώς 243
V. Ανάλυση DNA (άρθρο 201 ΚΠΔ) ως ειδικότερη μορφή πραγματογνωμοσύνης 245
VI. Aπολογία κατηγορουμένου 246
5. Η εξέταση με τεχνολογικά μέσα (άρθρο 238Α ΚΠΔ)
Α. Καραμόσχογλου
III. Περιπτώσεις εξέτασης κατ’ άρθρο 238Α ΚΠΔ 250
V. Προκαταρκτική διαδικασία 251
VI. Αντιρρήσεις κατηγορουμένου 251
VII. Συνδρομή κινδύνου για την ασφαλή διεξαγωγή της διαδικασίας 252
VIII. Αίτημα φυσικής παρουσίας 253
IX. Απομακρυσμένη απολογία 254
X. Ένδικα μέσα - Κυρώσεις - Πολλαπλή εικονοτηλεδιάσκεψη -
Ανάγνωση εγγράφων 254
XI. Αποκλεισμός προσωπικής εμφάνισης κατηγορουμένου 255
XII. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης 258
6. Η αιτιολογία ποινικής απόφασης (άρθρο 139 ΚΠΔ)
Α. ΚΑΡΑΪΝΔΡΟΥ
ΙΙ. Η αιτιολογία ως μέσο νομιμοποίησης του δικαστή και εγγύηση
της δικαστικής ανεξαρτησίας 260
ΙΙΙ. Η κατοχύρωση στο άρθρο 139 ΚΠΔ 261
IV. Υποχρέωση αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων στη νομολογία
του ΕΔΔΑ 262
V. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης 264
α. Το περιεχόμενο της αιτιολογίας των καταδικαστικών αποφάσεων 264
β. Έκθεση πραγματικών περιστατικών χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς 264
γ. Αναφορά των αποδεικτικών μέσων 265
δ. Αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού 266
ε. Αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου 267
i. Έννοια αυτοτελών ισχυρισμών 267
ii. Ισχυρισμοί που κατατείνουν στην άρση αδίκου 268
iii. Ισχυρισμοί που κατατείνουν στην άρση του καταλογισμού 269
iv. Ισχυρισμοί που κατατείνουν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την απαλλαγή από
την ποινή 270
v. Ισχυρισμοί για λόγο μείωσης της ποινής 271
vi. Ισχυρισμοί περί εξάρτησης, αποκλειστικής ή περιστασιακής (συμπτωματικής) χρήσης ναρκωτικών 272
vii. Ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου – εκκρεμοδικίας 273
viii. Το «άλλοθι» ως ισχυρισμός 274
ix. Προβολή αυτοτελούς ισχυρισμού 274
στ. Ειδικότερα ζητήματα αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης 275
iii. Επιβαρυντικές περιστάσεις 277
VI. Αιτιολογία αθωωτικής απόφασης - Σχέση με τεκμήριο αθωότητας 278
VII. Αιτιολογία λοιπών ποινικών αποφάσεων 280
α. Απόφαση αναβολής για σημαντικά αίτια (άρθρο 349 ΚΠΔ) 280
β. Απόφαση αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις (άρθρο 352 ΚΠΔ) 283
γ. Απόφαση για απόρριψη ενδίκου μέσου 283
δ. Απόφαση για ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος 284
ε. Απόφαση για ορισμό διερμηνέα 284
7. Η Αποκαταστατική Δικαιοσύνη
Ε. ΓΑΚΗ
Ι. Ποινική συνδιαλλαγή (άρθρα 301-302 ΚΠΔ) 285
ΙΙ. Ποινική διαπραγμάτευση (άρθρο 303 ΚΠΔ) 292
ΙΙΙ. Ποινική διαταγή (άρθρα 409-416 ΚΠΔ) 305
IV. Συμπερασματικές παρατηρήσεις 325
Χ. Μαστοραντωνάκης
I. Δικαιούμενοι - Έννομο συμφέρον 329
IV. Άπαξ άσκηση του ενδίκου μέσου 331
V. Έκταση - Παραβίαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος 331
VI. Ισχύς και συνέπειες του επεκτατικού αποτελέσματος 332
VII. Πεδίο εφαρμογής της αρχής του άρθρου 470 ΚΠΔ 332
VIII. Ανασταλτική δύναμη των ένδικων μέσων 333
IX. Προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων 334
X. Παραδεκτός τρόπος άσκησης ενδίκου μέσου 335
XI. Παραίτηση από ένδικο μέσο 335
XII. Η απόφαση για το παραδεκτό ή μη 335
2. Ένδικα μέσα κατά των βουλευμάτων
Χ. Μαστοραντωνάκης
α. Προσδιορισμός βουλευμάτων - Δικαιούμενοι 337
β. Πότε επιτρέπεται στον κατηγορούμενο 337
γ. Πότε επιτρέπεται στον Εισαγγελέα 337
δ. Αρμοδιότητα του Συμβούλιου Εφετών μετά από έφεση και μετά από αναίρεση του βουλεύματος 338
II. Αίτηση αναίρεσης βουλεύματος 339
α. Πότε επιτρέπεται στον Εισαγγελέα 339
3. Ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων
Χ. Μαστοραντωνάκης
α. Έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης 341
β. Αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης 341
γ. Έφεση κατά της απόφασης που κηρύσσει αναρμοδιότητα 342
δ. Έφεση εναντίον καταδικαστικής απόφασης από τον κατηγορούμενο
και τον Εισαγγελέα 343
ε. Έφεση σε ειδικές περιπτώσεις 343
i. Έφεση σε περίπτωση μη καταβολής χρηματικής ποινής 343
ii. Ιδίως από τον Εισαγγελέα 343
iii. Έφεση στην περίπτωση αρχικής συρροής εγκλημάτων 344
iv. Έφεση σε περίπτωση επιγενόμενης συρροής 344
v. Έφεση σε περίπτωση συνολικής ποινής 344
vi. Έφεση κατά του μέρους της απόφασης που προβλέπει την απόδοση ή τη δήμευση 345
vii. Έφεση σε συναφή εγκλήματα 345
viii. Ανασταλτική δύναμη της έφεσης 345
ix. Διατυπώσεις της έφεσης 347
x. Αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της έφεσης 348
xi. Προπαρασκευαστική διαδικασία 348
xii. Κλήτευση μαρτύρων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο 348
xiii. Κύρια συζήτηση: α) Όταν απουσιάζει ο εκκαλών 349
xiv. Κύρια συζήτηση: β) Όταν εμφανιστεί ο εκκαλών 350
α. Κατά ποίων αποφάσεων επιτρέπεται 352
β. Ποιοι ζητούν την αναίρεση 353
γ. Αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων 354
δ. Προθεσμία αναίρεσης για τους Εισαγγελείς 354
στ. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης 355
ζ. Λόγοι αναίρεσης που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως 356
η. Απαράδεκτη υποβληθείσα αναίρεση 356
θ. Συζήτηση: α) Μη εμφάνιση του αναιρεσείοντος (άρθρο 514) – Συνέπειες 357
ι. Συζήτηση: β) Εμφάνιση του αναιρεσείοντος 357
ια. Αναίρεση για αναρμοδιότητα 358
ιβ. Αναίρεση λόγω δεδικασμένου 358
ιγ. Αναίρεση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου 359
ιδ. Αναίρεση για άλλους λόγους: Συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής -
περίπτωση παραγραφής 359
ιε. Αναίρεση ως προς το κεφάλαιο περί δήμευσης ή απόδοσης 359
ιστ. Σύνθεση του δικαστηρίου της παραπομπής 360
ιη. Συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής 361
1. Η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρήμα
Ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας
Ε. Μιχαλοπούλου
Ι. Ο θεσμός της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής 363
ΙΙ. Η νομική φύση της μετατροπής 364
ΙΙΙ. Τα επιμέρους είδη της μετατροπής 367
IV. Η μετατροπή σε χρηματική ποινή 369
α. Προϋποθέσεις μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρήμα 369
β. Προϋποθέσεις χορήγησης προθεσμίας ή δοσοποίησης της μετατραπείσας
σε χρήμα ποινής 370
V. Η μετατροπή σε κοινωφελή εργασία 373
ε. Πλημμελής εκπλήρωση της κοινωφελούς εργασίας 377
VI. Το δικαστήριο της συγχώνευσης 378
2. Η Αναστολή εκτέλεσης και συγχώνευση ποινής
Ε. ΤΟΛΗΣ
Ι. Η αναστολή εκτέλεσης ποινής 379
β. Προϋποθέσεις χορήγησης αναστολής κατ’ άρθρο 99§1 του ΠΚ 383
γ. Χορήγηση αναστολής υπό όρο 387
δ. Μετατροπή της ποινής σε κοινωφελή εργασία ή σε χρηματική ποινή 389
στ. Ανάκληση και άρση της αναστολής 392
α. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης συγχώνευσης 395
Σελ. 1
Α. ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ
1. Αυτεπάγγελτη προανάκριση, ανακριτικές πράξεις σε υποθέσεις κυβερνοεγκλημάτων και η δικονομική κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων
I. Αυτεπάγγελτη («αστυνομική») προανάκριση
α. Αυτεπάγγελτη («αστυνομική») προανάκριση (χωρίς εισαγγελική παραγγελία) (άρθρο 245 ΚΠΔ)
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 245 § 2 ΚΠΔ, αν υπάρχουν ενδείξεις ότι τελέστηκε αδίκημα και από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος απώλειας των αποδεικτικών στοιχείων ή υπάρχει δυσχέρεια πραγματοποίησης συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης ή κτήσης αποδεικτικού στοιχείου στο μέλλον ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, (άρθρο 242 παρ. 1, 2 ΚΠΔ) οι κατά το άρθρο 31 ΚΠΔ ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε.
Σελ. 2
Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται η αυτεπάγγελτη δραστηριότητα των ανακριτικών υπαλλήλων (γενικών αλλά και ειδικών, εφόσον προβλέπεται από συγκεκριμένη διάταξη) αν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι άμεσος κίνδυνος από την καθυστέρηση ή αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα. Τα ανακριτικά όργανα και χωρίς εισαγγελική παραγγελία έχουν τις ανακριτικές εξουσίες που προβλέπει ο ΚΠΔ, αλλά και τις δεσμεύσεις για τήρηση των προδιαγεγραμμένων τύπων (λ.χ. επιχείρηση των απαραίτητων και αναγκαίων προανακριτικών πράξεων, αρχή αναγκαιότητας, αρχή αναλογικότητας κτλ).
Στο σημείο αυτό όμως θα πρέπει να επισημανθεί ότι με τον νέο ΚΠΔ/2019 θεσπίστηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 251 όπου ορίστηκε ρητά: «Κατά τη διενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος)». Σημειώνεται δε στην Αιτιολογική Έκθεση ότι η ρητή αναφορά στην εν λόγω αρχή της αναλογικότητας τόσο στον τίτλο του άρθρου 251, όσο και σε αυτοτελή (δεύτερη) παράγραφο στο ίδιο άρθρο, παρά τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση στο άρθρο 25 Σ., γίνεται «ώστε να συνειδητοποιηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό η λειτουργία της αρχής της αναλογικότητας ως ορίου επέμβασης στα ατομικά δικαιώματα» και να υπάρχει «αξίωση αυξημένης επίκλησής της κατά την επιβολή των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού και τη διενέργεια του συνόλου των ανακριτικών πράξεων».
Έτσι λοιπόν κατά την εκτέλεση και διενέργεια όλων των ανακριτικών πράξεων, είναι αυτονόητο και πρέπει να υπογραμμιστεί με έμφαση ότι ισχύουν οι γενικές αρχές που διέπουν την ανάκριση και πιο συγκεκριμένα η αρχή της αναλογικότητας, για την οποία όπως προαναφέρθηκε υπάρχει πλέον ρητή διατύπωση στο άρθρο 251 ΚΠΔ, όπως επίσης η αρχή της αναγκαιότητας,
Σελ. 3
η αρχή της απαγόρευσης υπέρβασης του υπέρμετρου, η αρχή της προσφορότητας και η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης του θιγομένου και του προσήκοντος βαθμού υπονοιών.
Με βάση το άρθρο 31 ΚΠΔ, αυτεπάγγελτη προανάκριση μπορούν να διενεργούν: Οι αρμόδιοι βαθμοφόροι της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος, που ορίζονται από τους αντίστοιχους οργανισμούς ως γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, που ορίζονται ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι και οι ανακριτές, ενώ σε περιπτώσεις κατά των ανηλίκων μπορεί να την ενεργεί ο ειδικός ανακριτής ανηλίκων.
β. Έννοια και σκοπός της αυτεπάγγελτης προανάκρισης
Η έννοια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρο 245 § 2 ΚΠΔ) αφορά μια ειδική μορφή προανακριτικής δραστηριότητας που πραγματοποιείται χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, όταν συντρέχουν επείγουσες περιστάσεις. Η λεγόμενη αυτεπάγγελτη (ή «αστυνομική») προανάκριση δεν αποτελεί τρόπο έναρξης της ποινικής δίωξης, όπως προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις του ΚΠΔ, αλλά συνιστά ιδιόμορφη και αυτοτελή διαδικασία προκαταρκτικής διερεύνησης των ποινικών υποθέσεων [η οποία λειτουργεί παράλληλα προς την προκαταρκτική εξέταση και την ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ)].
Σκοπός της αυτεπάγγελτης προανάκρισης είναι η άμεση και ταχεία καταγραφή των πρώτων στοιχείων και εντυπώσεων από την τέλεση ενός εγκλήματος, καθώς και η διασφάλιση του αποδεικτικού υλικού για το οποίο υπάρχει κίνδυνος να αλλοιωθεί, να καταστραφεί ή να χαθεί με την πάροδο του χρόνου. Με άλλα λόγια, επιδιώκεται να αποτραπεί η απώλεια κρίσιμων φυσικών ή/και ψηφιακών αποδεικτικών μέσων και στοιχείων και να διατηρηθούν-συλλεχθούν όσο ακόμη είναι "νωπά" τα αποδεικτικά στοιχεία.
Ο ανακριτικός υπάλληλος, ενεργώντας αυτεπάγγελτα, έχει καθήκον να συλλέξει χωρίς καθυστέρηση όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, να τα καταγράψει σε σχετικές εκθέσεις και να ενημερώσει αμέσως τον εισαγγελέα, στον οποίο διαβιβάζει το συντομότερο δυνατό το αποδεικτικό υλικό της προανάκρισης, προκειμένου να αποφασιστεί η περαιτέρω πορεία της ποινικής διαδικασίας, βάση του συλλεχθέντος μέχρι αυτήν τη στιγμή προανακριτικού υλικού.
Η αυτεπάγγελτη προανάκριση, επομένως, δεν αποτελεί τυπική έναρξη ποινικής δίωξης, αλλά διασφαλιστικό μέτρο που αποσκοπεί στην προστασία της αποδεικτικής διαδικασίας και στη συγκέντρωση των πρώτων δεδομένων με τρόπο που να εγγυάται την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του υλικού που θα αξιοποιηθεί στη συνέχεια.
Σελ. 4
γ. Οι προϋποθέσεις της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανάκρισης
Ως προϋποθέσεις της χωρίς εισαγγελική παραγγελία προανάκρισης (άρ. 245 § 2 ΚΠΔ) τίθενται η ύπαρξη ενδείξεων ότι τελέστηκε αδίκημα και συντρέχει είτε άμεσος κίνδυνος απώλειας από την καθυστέρηση αποδεικτικών μέσων, είτε δυσχέρεια πραγματοποίησης συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης ή κτήσης αποδεικτικού στοιχείου στο μέλλον ή η τέλεση αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος.
Κίνδυνος από την καθυστέρηση απειλείται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει εύλογη πιθανότητα ότι, αν δεν ενεργηθεί άμεσα μια προανακριτική πράξη, θα προκύψει αδυναμία ή δυσχέρεια πραγματοποίησής της στο μέλλον. Μιλάμε, λοιπόν, για κίνδυνο απώλειας ή δυσχέρανσης της συγκέντρωσης και εξασφάλισης αποδεικτικών στοιχείων, π.χ. άμεση συλλογή ηλεκτρονικών ιχνών λόγω κινδύνου απώλειας ή διαγραφής τους από τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου κατ’ επιταγή της εθνικής νομοθεσίας (αρ. 6 ν. 3917/2011), η διενέργεια αυτοψίας για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος ή η εξέταση ουσιώδους μάρτυρα, ο οποίος είναι σοβαρά άρρωστος ή ετοιμάζεται να αναχωρήσει στο εξωτερικό. Πάντως με βάση την αρχή της αναγκαιότητας η εν λόγω εξαιρετική και αυτόβουλη παρέμβαση των διωκτικών-ανακριτικών αρχών θα πρέπει να αφορά σε ό,τι είναι αναγκαίο για τη βεβαίωση της πράξης.
Η κρίση δε περί συνδρομής άμεσου κινδύνου ανήκει αποκλειστικά στο προανακριτικό όργανο και δεν συνδέεται µε το εάν τελέστηκε ή όχι έγκλημα, αλλά εάν υπάρχει κίνδυνος να χαθούν ίχνη πιθανώς τελεσθείσας αξιοποίνου πράξεως, όπως εξασφάλιση αποδεικτικών µέσων, ιχνών κτλ. Βέβαια, υφίσταται και αντίθετη άποψη, ήτοι ότι η ερήµην των προϋποθέσεων του άρ. 245 παρ. 2 ΚΠ∆ διενέργεια αυτεπάγγελτης (αστυνοµικής) προανάκρισης επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρ. 171 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠ∆.
Η έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος προσδιορίζεται από το άρθρο 242 ΚΠΔ, το οποίο κατ’ αρχήν αποφαίνεται ότι αυτόφωρο είναι το έγκλημα του οποίου ο δράστης καταλαμβάνεται την ώρα που το τελεί («είναι εν τω πράττεσθαι») ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα («ετελέσθη προσφάτως»).
ΙΙ. Ανακριτικές πράξεις επί κυβερνοεγκλημάτων
α. Γενικές ανακριτικές πράξεις επί κυβερνοεγκλημάτων στο πλαίσιο της προδικασίας
Αναφορικά με την εξακρίβωση και διερεύνηση καταγγελλομένων επί κυβερνοεγκλημάτων και βεβαίωση των εγκληματικών πράξεων που έχουν τελεστεί μέσω διαδικτύου, αλλά και
Σελ. 5
της ανακάλυψης των στοιχείων ταυτότητας του αγνώστου/ων δράστη/ων, δύναται να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 178 ΚΠΔ επώνυμα αποδεικτικά μέσα και να διενεργηθούν οποιεσδήποτε από τις αναφερόμενες στα άρθρα 253, 256, 257, 259, 264 και 265 ΚΠΔ ανακριτικές πράξεις κριθούν πρόσφορες, απαραίτητες και αναγκαίες για τη διερευνώμενη υπόθεση κυβερνοεγκλήματος.
Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, στο Τρίτο Βιβλίο του ρυθμίζει την εν γένει «Προδικασία». Σκοπός της προδικασίας, όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό της ανάκρισης, είναι «η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση του εγκλήματος και να αποφασιστεί αν πρέπει να εισαχθεί κάποιος σε δίκη γι’ αυτό» (άρθρο 239 παρ. 1 ΚΠΔ).
Κατά την προδικασία και στις περιπτώσεις κυβερνοεγκλημάτων συλλέγονται όλες εκείνες οι αποδείξεις και όλο το αποδεικτικό υλικό, προκειμένου βάσει αυτού να αποφασισθεί αν κάποιος πρέπει να εισαχθεί σε δίκη για ορισμένο έγκλημα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 248 και 251 ΚΠΔ προκύπτει ότι ως «ανακριτική πράξη» νοείται γενικώς κάθε ενέργεια της ανακριτικής αρχής, η οποία διεξάγεται για την βεβαίωση της τελέσεως εγκλήματος, την ανακάλυψη των δραστών, την εξασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων, τη βεβαίωση ή αποκατάσταση της επελθούσας ζημίας και τη διασφάλιση της πορείας της ποινικής δίκης.
Συνήθως και κατά κανόνα, οι πρώτες προανακριτικές πράξεις, διά των οποίων αρχίζει η εν γένει ποινική διαδικασία, είναι οι πράξεις της αστυνομικής αρχής και συγκεκριμένα ανακριτικές πράξεις της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανάκρισης, ευθύς ως υπάρξουν ενδείξεις τέλεσης ενός εγκλήματος, όπως ρητά αναφέρεται και στη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 2 ΚΠΔ.
β. Βασικές ανακριτικές πράξεις επί κυβερνοεγκλημάτων στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης («αστυνομικής») προανάκρισης
Οι βασικές προανακριτικές πράξεις, που δύναται να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης (ή «αστυνομικής») προανάκρισης, ευθύς ως υπάρξουν ενδείξεις τέλεσης ενός εγκλήματος (συμπεριλαμβανομένων και των κυβερνοεγκλημάτων) κατ’ άρθρο 245 § 2 ΚΠΔ, τηρουμένης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας όπως προαναφέρθηκε και η οποία έχει εισαχθεί πλέον ρητά ως νομοθετική πρόβλεψη στο άρθρο 251 ΚΠΔ, καθώς
Σελ. 6
και των αρχών της αναγκαιότητας, της απαγόρευσης υπέρβασης του υπέρμετρου, της προσφορότητας, της μη αυτοενοχοποίησης του θιγομένου και του προσήκοντος βαθμού υπονοιών, είναι οι ακόλουθες:
i. Έρευνα κατοικίας προς αναζήτηση ψηφιακών πειστηρίων
Έρευνα είναι η ανακριτική πράξη που συνίσταται στην αναζήτηση των πειστηρίων του εγκλήματος, δηλαδή των αντικειμένων ή των προϊόντων ή των μέσων τέλεσης του εγκλήματος και άλλων αντικειμένων χρήσιμων για τη βεβαίωση τέλεσης ορισμένου εγκλήματος. Επιπλέον συνίσταται στην αποκάλυψη ή σύλληψή του/ων δράστη/ων ή για τη βεβαίωση ή αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από το έγκλημα.
Πειστήριο του εγκλήματος συνιστούν τα αντικείμενα ή τα ίχνη που σχετίζονται άμεσα με την τέλεση του εγκλήματος και χρησιμοποιούνται για την απόδειξη της εγκληματικής πράξης. Στην περίπτωση των κυβερνοεγκλημάτων, τα ψηφιακά πειστήρια και τεκμήρια έχουν κεντρική σημασία και αναζητούνται σε οποιαδήποτε έρευνα πραγματοποιείται σε κατοικία ή γραφείο υπόπτου ή άλλο χώρο του υπόποτου.
Πράγματα που αποτελούν το σώμα του εγκλήματος: Στα ψηφιακά εγκλήματα, αυτά περιλαμβάνουν ηλεκτρονικά αρχεία ή πλαστά ψηφιακά έγγραφα που χρησιμοποιούνται για την τέλεση της παράνομης πράξης.
Πράγματα που αποτελούν προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος: Πρόκειται για ψηφιακά δεδομένα ή λογισμικό που έχουν κλαπεί ή αποκτηθεί παράνομα, όπως π.χ. υποκλαπέντα τραπεζικά δεδομένα ή κωδικοί πρόσβασης.
Πράγματα που αποτελούν τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος: Στα κυβερνοεγκλήματα, τα μέσα τέλεσης περιλαμβάνουν ψηφιακά εργαλεία ή λογισμικά που χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση του εγκλήματος, όπως κακόβουλα προγράμματα (malware), εργαλεία-λογισμικά ηλεκτρονικού ψαρέματος (phishing), λυτρισμικού (ransomware) και άλλες ψηφιακές συσκευές (υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, tablets, servers) που χρησιμοποίησε ο δράστης για να εκτελέσει την εγκληματική πράξη ή την απόπειρά της.
Σελ. 7
Ίχνη του εγκλήματος: Στην περίπτωση της ψηφιακής εγκληματικότητας, τα ίχνη περιλαμβάνουν δεδομένα καταγραφής (logs), διευθύνσεις IP, αρχεία που περιέχουν ενδείξεις παραβίασης συστημάτων ή ιστορικό συναλλαγών μέσω διαδικτύου. Τέτοια ίχνη μπορούν να αποκαλύψουν τη διαδρομή που ακολούθησε ο δράστης κατά την πραγματοποίηση του εγκλήματος, καθώς και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε για να παραβιάσει τα συστήματα.
Πράγματα που φέρουν ίχνη τέλεσης του εγκλήματος: Σε μια έρευνα σε κατοικία ή γραφείο υπόπτου, αυτά τα πειστήρια περιλαμβάνουν όλα τα ψηφιακά δεδομένα που βρίσκονται αποθηκευμένα σε συσκευές, όπως αρχεία, ηλεκτρονικά μηνύματα, έγγραφα και φωτογραφίες, καθώς και τα μεταδεδομένα αυτών των στοιχείων. Αυτά τα πειστήρια μπορεί να περιλαμβάνουν καταγραφές των συναλλαγών ή των ενεργειών του δράστη, οι οποίες αναγνωρίζονται ως κρίσιμα στοιχεία για την εξιχνίαση της υπόθεσης.
Η κατ’ οίκον έρευνα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ανεύρεση και ανάλυση αυτών των ψηφιακών πειστηρίων. Στις έρευνες αυτές, μπορεί να κατασχεθούν προσωπικοί υπολογιστές, σκληροί δίσκοι, κινητά τηλέφωνα, αποθηκευτικά μέσα και άλλες συσκευές που περιέχουν κρίσιμα και ουσιώδη δεδομένα για την ανίχνευση και την τεκμηρίωση ενοχής του δράστη. Τα ψηφιακά πειστήρια που ανακαλύπτονται κατά τη διάρκεια της έρευνας, ενδέχεται να παρέχουν στοιχεία για τη ταυτότητα του δράστη και των τυχόν συνεργών, τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, καθώς και τα θύματα της εγκληματικής δραστηριότητας.
Η συστηματική και εξειδικευμένη εξέταση και ανάλυση αυτών των πειστηρίων διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την εξιχνίαση των κυβερνοεγκλημάτων, καθώς τα δεδομένα που ανακτώνται από τις κατασχεθέντες συσκευές μπορούν να αναδείξουν τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων (timeline) και να προσφέρουν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για την ουσιαστική ολοκλήρωση της διαδικασίας της ποινικής έρευνας και την επιτυχία της δίωξης των κυβερνοεγκλημάτων.
Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας σε οικίες, γραφεία κτλ πρέπει να εφαρμόζεται ομοίως η αρχή της αναλογικότητας (άρθ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄ Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία οι σκοποί του άρθρου 253 ΚΠΔ μπορούν να πραγματοποιηθούν ή να διευκολυνθούν μόνο με αυτή, οπότε η έρευνα πρέπει να αποφεύγεται αν το έγκλημα μπορεί να βεβαιωθεί με άλλη λιγότερο επαχθή ανακριτική πράξη (π.χ. με μαρτυρικές καταθέσεις, έρευνα σε ανοιχτές ή κλειστές πηγές, αλληλογραφία με παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου και τηλεφωνίας κτλ.).
Οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας προδιαγράφονται στο άρθρο 253 ΚΠΔ όπου ορίζεται: «Αν διεξάγεται ανακριτική διαδικασία για κακούργημα ή πλημμέλημα, έρευνα διενεργείται, κι αν αυτή αφορά κατοικία με την παρουσία πάντοτε εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας, όταν μπορεί βάσιμα να υποτεθεί ότι η βεβαίωση του εγκλήματος, η αποκάλυψη ή η σύλληψη των δραστών ή τέλος η βεβαίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε, είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί ή να διευκολυνθεί μόνο με αυτήν» καθώς και στο άρθρο 256 ΚΠΔ.
Σελ. 8
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι ως ειδική και αυξημένης τυπικής ισχύος προϋπόθεση διενέργειας μιας κατ’ οίκον έρευνας είναι η προϋπόθεση του άρθρου 9 Σ. που αφορά την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής σε περίπτωσης έρευνας κατοικίας ενώ επουδενί δεν μπορεί να διενεργηθεί απουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής ακόμη και εάν υπάρχει συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή ενοίκου προς τούτο. Μόλις τελειώσει μία έρευνα, συντάσσεται έκθεση κατά τα άρθρα 148 κ.ε., τα δε πράγματα που βρέθηκαν και σχετίζονται με τον ανακριτικό σκοπό της έρευνας, κατάσχονται και υποβάλλονται σε μεσεγγύηση με την τήρηση των άρθρων 259 και 267-268 ΚΠΔ (άρθρο 258 ΚΠΔ).
Στις έρευνες των κατοικιών γενικότερα θα πρέπει να αποφεύγεται με επιμέλεια κάθε περιττή δημοσιότητα και κάθε ενόχληση των ενοίκων που δεν είναι απόλυτα αναγκαία. Πρέπει επίσης να καταβάλλεται μέριμνα για τη διαφύλαξη της υπόληψης και των ατομικών μυστικών που δεν έχουν σχέση με την πράξη της κατηγορίας, καθώς και να διεξάγεται η ενέργεια με κάθε ευπρέπεια και κοσμιότητα. Όποιος διεξάγει την έρευνα πρέπει να προσκαλεί τον ένοικο των διαμερισμάτων που θα ερευνηθούν να παρευρίσκεται κατά τη διεξαγωγή της, ενώ σε περίπτωση απουσίας του, προσκαλείται να παρευρεθεί ένας γείτονας.
Συνοψίζοντας για να διεξαχθεί μια κατ’οίκον έρευνα θα λέγαμε ότι πρακτικά θα πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:
1) Πρέπει να έχει αρχίσει η αυτεπάγγελτη προανάκριση ή η προκαταρκτική εξέταση, δηλαδή να έχει ήδη γίνει άλλη ανακριτική πράξη.
2) Πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ήτοι να υπάρχει αιτιολογημένη εισαγγελική παραγγελία στην προκαταρκτική εξέταση ή σαφής και επαρκής δικαιολογητικός λόγος στην αυτεπάγγελτη προανάκριση, που τελεί υπό την εποπτεία του Εισαγγελέα και εγγυάται τη νομιμότητα των δικονομικών πράξεων. Επομένως, η παραβίαση της αρχής της
Σελ. 9
αναλογικότητας στην κατ’ οίκον έρευνα συνιστά παράβαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ και υφίσταται περίπτωση παράνομου αποδεικτικού μέσου.
3) Απαιτείται η έρευνα να στοχεύει στη συλλογή στοιχείων συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης. Σε περίπτωση τυχαίων ευρημάτων, πρέπει να αρχίσει νέα έρευνα, δηλαδή να γίνει λήψη μαρτυρικών καταθέσεων ή σύνταξη έκθεσης για πληροφορία για άλλη αξιόποινη πράξη, με την οποία συνδέονται τα τυχαία ευρήματα, που να αποτελέσει τον λόγο για τη συλλογή τους στη βάση σύνταξης άλλης έκθεσης έρευνας και κατάσχεσης στη νέα σχηματισθείσα δικογραφία.
4) Απαιτείται πάντοτε η παρουσία δικαστικού λειτουργού κατ΄επιταγή του άρθου 9 Σ.
5) Πριν από την έρευνα απαιτείται πρόσκληση του ενοίκου. Ειδικότερα: αν ο ένοικος δεν είναι εντός της οικίας τούτος ειδοποιείται άμεσα πριν από την έρευνα για να ασκήσει τα δικαιώματά του να υποβάλει παρατηρήσεις και να έχει δικηγόρο κατά την έρευνα. Αν ο ένοικος είναι εντός της οικίας απαιτείται πρόσκλησή του και ενημέρωσή του για την έρευνα ακόμη και προφορικά (ακόμη και λίγο πριν τούτη λάβει χώρα προκειμένου να μην αποτραπεί το δημόσιο συμφέρον για τη συλλογή αποδείξεων). Αν ο ένοικος, που αφορά η έρευνα, δεν είναι εντός της οικίας αλλά είναι ο σύνοικος εντός αυτής, τότε πρέπει να γίνει η εξής διάκριση: α) αν ο σύνοικος δεν αρνείται την έρευνα, τότε αυτή ακολουθεί κανονικά, β) αν ο σύνοικος την αρνείται τότε γίνεται η είσοδος του δικαστικού λειτουργού και των αστυνομικών οργάνων στην οικία και ειδοποιείται προφορικά ο ένοικος να προσέλθει σε αυτή, οπότε δεν αρχίζει η αναζήτηση των αντικειμένων.
Αν τούτος δεν προσέλθει σε εύλογο χρόνο (τότε μπορεί να ζητήσει να προσέλθει στην οικία ο ορισθείς προς τούτο δικηγόρος του) ή αν αρνείται να προσέλθει εντός ευλόγου χρόνου και δεν προσέλθει ο ορισθείς προς τούτο δικηγόρος του ή δεν ορίσει δικηγόρο παρά το ότι ο ένοικος ενημερώθηκε προς τούτο, η έρευνα συνεχίζεται με την παρουσία του συνοίκου του. Αν στην οικία βρίσκεται ο σύνοικος αλλά ο ένοικος απουσιάζει σε άλλη πόλη ή σε άλλη χώρα, τα δικαιώματά του να υποβάλει παρατηρήσεις και να λάβει γνώση των υλικών ενεργειών εντός της οικίας του αναπληρώνονται από τον ορισμό δικηγόρου του προς τούτο.
Αν ο ένοικος απουσιάζει, προσλαμβάνεται ως μάρτυρας ένας γείτονας (αν όλοι οι γείτονες αρνούνται ή δεν υπάρχει γείτονας την ώρα της έρευνας τούτο δεν είναι υποχρεωτικό να γίνει, πλην όμως στην οικεία έκθεση γίνεται η σχετική καταχώρηση). Αν ο ένοικος είναι παρών στην οικία και αρνείται την έρευνα, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της έρευνας και παραβιάζεται η είσοδος της οικίας.
6) Στην έκθεση έρευνας μνημονεύεται ο λόγος διενέργειάς της και η ενημέρωση του ενοίκου προς τούτο (η έρευνα μπορεί να αναμένει μέχρι να έρθει ο δικηγόρος του ενοίκου αν ο τελευταίος είναι ύποπτος αξιόποινης πράξης και το ζητήσει, αλλά η παρουσία του δικαστικού λειτουργού και των αστυνομικών οργάνων στο χώρο συνεχίζεται χωρίς να γίνουν υλικές ενέργειες αναζήτησης εντός της οικίας προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι δεν θα αλλοιωθούν τα ζητούμενα ευρήματα). Σε περίπτωση παρουσίας του συνηγόρου του καθ' ου η έρευνα εξυπακουέται οτι προσυπογράφει την συνταχθείσα έκθεση έρευνας.
Σελ. 10
7) Η έρευνα σε οικία κατά την ημέρα επιτρέπεται για αποκάλυψη, βεβαίωση και σύλληψη για κακούργημα ή πλημμέλημα, καθώς και η αναζήτηση πραγμάτων από προκληθείσα ζημία ώστε έτσι να μπορεί να επέλθει η αποκατάστασή της.
ii. Αυτοψία σε περιπτώσεις κυβερνοεγκλημάτων
Αυτοψία ή ερευνητική αυτοψία είναι η ανακριτική πράξη με την οποία ο δικαστής εξετάζει και αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του ορισμένα πρόσωπα, πράγματα και τόπους, επιδιώκοντας να διαπιστώσει τη συνδρομή και να βεβαιώσει ορισμένα πράγματα που σχετίζονται με το δικαζόμενο έγκλημα και έχουν αποδεικτική αξία.
Η αυτοψία μπορεί να γίνει από τον ανακριτή ή κάθε ανακριτικό υπάλληλο καθώς και από τον εισαγγελέα όταν διενέργει προανάκριση (άρθρο 245 παρ. 1 εδ. γ΄ και παρ. 2 ΚΠΔ) καθώς και προκαταρκτική εξέταση (άρθρο 243 παρ. 1 ΚΠΔ).
Η αυτοψία μπορεί να διενεργηθεί σε: α) τόπους, β) πράγματα και γ) ανθρώπους, για να βεβαιωθούν η τέλεση και οι περιστάσεις του εγκλήματος. Αν το έγκλημα δεν άφησε ίχνη ή άλλα υλικά ευρήματα ή αν αυτά εξαλείφθηκαν ή αλλοιώθηκαν, εκείνος που ενεργεί την αυτοψία περιγράφει την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, ελέγχοντας συνάμα κατά το δυνατό και την προηγούμενη.
Η αυτοψία μπορεί να διενεργηθεί και σε περιπτώσεις κυβερνοεγκλημάτων, όπου, αντί για φυσικά ίχνη ή υλικά ευρήματα, εξετάζονται ψηφιακά δεδομένα και ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία. Στις περιπτώσεις αυτές, η αυτοψία επικεντρώνεται στην ανάλυση των συστημάτων πληροφορικής, των δικτύων και των ψηφιακών αρχείων, με σκοπό την καταγραφή και πιστοποίηση της τελεσθείσας παραβίασης ή εγκλήματος στον κυβερνοχώρο. Ειδικά για την περίπτωση των κυβερνοεγκλημάτων, η αυτοψία περιλαμβάνει την αξιολόγηση των ηλεκτρονικών ιχνών, όπως διευθύνσεις IP, αρχεία καταγραφής (logs), δεδομένα από server ή άλλες πηγές πληροφοριών που έχουν χρησιμοποιηθεί στην τέλεση του εγκλήματος. Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της έρευνας διαδραματίζουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά και η λειτουργική κατάσταση των ερευνώμενων συσκευών κατά τον χρόνο της διενέργειάς της. Ειδικότερα, η συνδεσμολογία των συσκευών, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο αυτές είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους ή με εξωτερικά δίκτυα, παρέχει κρίσιμες πληροφορίες για τη ροή των δεδομένων, τα σημεία πρόσβασης και τις πιθανές διαδρομές επικοινωνίας.
Παράλληλα, καθοριστικής σημασίας είναι η καταγραφή των προγραμμάτων και εφαρμογών που τυχόν «τρέχουν» στους ερευνώμενους υπολογιστές και λοιπές ψηφιακές συσκευές κατά τη διάρκεια της έρευνας, καθώς και των ενεργών υπηρεσιών του συστήματος. Τα στοιχεία αυτά δύνανται να αποκαλύψουν τη χρήση συγκεκριμένων λογισμικών, τη λειτουργία μηχανισμών απομακρυσμένης πρόσβασης, τη διαχείριση δικτυακών συνδέσεων ή ακόμη και την ύπαρξη κακόβουλου λογισμικού.
Η τεκμηριωμένη αποτύπωση της κατάστασης των συστημάτων σε πραγματικό χρόνο συμβάλλει ουσιωδώς στη διασφάλιση της ακεραιότητας των ψηφιακών πειστηρίων και στην
Σελ. 11
ορθή ερμηνεία των συλλεχθέντων δεδομένων. Παράλληλα, επιτρέπει την ανασύσταση των συνθηκών λειτουργίας των συσκευών πριν και κατά τη στιγμή της έρευνας, ενισχύοντας την αποδεικτική αξία των ευρημάτων και περιορίζοντας τον κίνδυνο εσφαλμένων συμπερασμάτων.
Συνεπώς, η ανάλυση της συνδεσμολογίας, των ενεργών προγραμμάτων και των λειτουργουσών υπηρεσιών κατά τον χρόνο της έρευνας δεν αποτελεί απλώς τεχνική λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμο παράγοντα για την πληρότητα, την αξιοπιστία και τη νομιμότητα της ψηφιακής διερεύνησης.
Για την αυτοψία συντάσσεται έκθεση (άρθρα 148 κ.ε.), ενώ αν η αυτοψία έγινε από το δικαστήριο ή μέλος αυτού, οι σχετικές διαπιστώσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά. Σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται να διατυπώνονται στην έκθεση ή στα πρακτικά, όπου καταχωρίζεται η διενέργεια της αυτοψίας, αξιολογικές κρίσεις για την ενοχή ή την αθωότητα οποιουδήποτε προσώπου (άρθρο 180 ΚΠΔ).
iii. Κατάσχεση ψηφιακών πειστηρίων και τεκμηρίων
Στενά συνυφασμένη με τις έρευνες και την αυτοψία που προαναφέρθηκαν είναι και η ανακριτική πράξη της κατάσχεσης, η οποία ρυθμίζεται διεξοδικά από τα άρθρα 260 έως 269 ΚΠΔ.
Κατάσχεση είναι η ανακριτική πράξη με την οποία ορισμένα κινητά πράγματα, πειστήρια κτλ. αφαιρούνται από τον κάτοχο και πάρα τη βούλησή του προς εξυπηρέτηση του έργου της διενεργούμενης προανάκρισης και τα οποία σχετίζονται με το υπό διαλεύκανση έγκλημα. Κατάσχονται και υποβάλλονται σε μεσεγγύηση όσα πράγματα σχετίζονται με το έγκλημα, δηλαδή όχι μόνο τα προϊόντα του εγκλήματος, αλλά και τα όργανα τέλεσής του και οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο. Προς πιστοποίηση των ανακριτικών πράξεων της κατάσχεσης συντάσσονται και οι σχετικές Εκθέσεις.
Διακριτή είναι η πράξη της κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων από τους ίδιους τους υλικούς φορείς κατάσχεσης (σκληροί, δίσκοι, USB, CD, DVD κλπ.) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 265 ν. ΚΠΔ, για την οποία γίνεται εκτενής ανάλυση αμέσως μετά.
ΙΙΙ. Κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων
α. Η δικονομική διάταξη του άρθρου 265 ν. ΚΠΔ για την κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων και ο σκοπός εισαγωγής της ρύθμισης
Όταν ταυτοποιηθεί ο χρήστης-συνδρομητής μιας επίδικης διεύθυνσης διαδικτυακού πρωτοκόλλου (IP Address), στο πλαίσιο διερεύνησης ποινικής υπόθεσης, στη συνέχεια συνήθως απαιτούνται πρόσθετες ανακριτικές πράξεις τηρουμένης πάντα της αρχής της ανα-
Σελ. 12
λογικότητας, για την πλήρη και ολοκληρωμένη διερεύνηση της υπόθεσης και ιδίως κατ’ οίκον έρευνες, έρευνες σε γραφεία, κατασχέσεις ψηφιακών πειστήριων/τεκμηρίων κτλ.
Όταν πρόκειται να πραγματοποιηθούν κατασχέσεις ψηφιακών πειστήριων/τεκμηρίων (δηλαδή των υλικών φορέων), θα πρέπει στη συνέχεια να πραγματοποιηθεί και κατάσχεση των ψηφιακών δεδομένων που εμπεριέχονται στα ως άνω ψηφιακά πειστήρια/τεκμήρια, ανακριτική πράξη την οποία θα αναλύσουμε στη συνέχεια τόσο σε νομικό, όσο και σε τεχνικό επίπεδο. Σύμφωνα με το άρθρο 265 του ν. ΚΠΔ το οποίο τιτλοφορείται: «Κατάσχεση
Σελ. 13
ψηφιακών δεδομένων», καθορίζεται η δικονομική κατάσχεση των ψηφιακών δεδομένων
Σελ. 14
από ένα υπολογιστικό σύστημα ή πληροφοριακό σύστημα ή απο το υπολογιστικό νέφος κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας.
Χρήσιμη διάταξη για την κατανόηση της έννοιας των ψηφιακών δεδομένων είναι αυτή του άρθρου 13 στ. ζ΄ του νέου ΠΚ, η οποία προβλέπει τον εξής ορισμό γι’ αυτά: «Ψηφιακά δεδομένα είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία».
Ενώ, περαιτέρω, στο στ. στ΄ του ιδίου άρθρου δίδεται ο ορισμός του πληροφοριακού συστήματος ως εξής: «Πληροφοριακό σύστημα είναι συσκευή ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή σχετικών μεταξύ τους συσκευών, εκ των οποίων μία ή περισσότερες εκτελούν, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, αυτόματη επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, καθώς και τα ψηφιακά δεδομένα που αποθηκεύονται, αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, ανακτώνται ή διαβιβάζονται από την εν λόγω συσκευή ή την ομάδα συσκευών με σκοπό τη λειτουργία, τη χρήση, την προστασία και τη συντήρηση των συσκευών αυτών». Επισημαίνεται ότι οι δύο αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 13 του ΠΚ δίνουν τους ορισμούς, όπως αυτοί χρησιμοποιούνται στον ΠΚ και όχι στον ΚΠΔ, αλλά οι δύο θεμελιώδεις νόμοι-κώδικες συνυπάρχουν αυτονόητα στην ποινική διαδικασία.
Τέλος, προσεγγίζοντας εννοιολογικά τον ορισμό των ψηφιακών πειστηρίων θα λέγαμε ως ψηφιακά πειστήρια, νοούνται τα αντικείμενα εκείνα που λειτουργούν ως υλικές συσκευές οι οποίες μπορούν να φιλοξενήσουν και να αποθηκεύσουν σε ψηφιακή/δυαδική μορφή δεδομένα, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία. Τέτοια δεδομένα είναι αρχεία κειμένου, αρχεία εικόνας (φωτογραφίες), αρχεία εικόνας/ήχου (βίντεο) κτλ.
β. Εννοιολογική προσέγγιση ψηφιακών δεδομένων
Επιχειρώντας να θέσει κανείς τα ψηφιακά δεδομένα σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο, εντοπίζει τέσσερα (4) επίπεδα, καθένα από τα οποία θέτει διακριτά νομικά ζητήματα:
α) Στο κατώτερο επίπεδο βρίσκονται τα ίδια τα ψηφιακά δεδομένα, τα οποία υπόκεινται σε κατάσχεση υπό την έννοια της αντιγραφής τους και θέσης του αντιγράφου στη διάθεση των αρχών, χωρίς ωστόσο να στερείται την πρόσβαση σε αυτά ο καθ’ ου η κατάσχεση.
Σελ. 15
β) Σε ένα δεύτερο επίπεδο βρίσκεται ο υλικός φορέας στον οποίο αποθηκεύονται τα δεδομένα, ο οποίος υπόκειται σε κατάσχεση υπό την παραδοσιακή έννοια, και επομένως αφαιρείται από την κατοχή του καθ’ ου.
γ) Αμέσως μετά βρίσκεται ο χώρος όπου φυλάσσεται ο υλικός φορέας, όπου ενδέχεται να τίθενται ειδικές προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή έρευνας.
δ) Τέλος, η εδαφική επικράτεια όπου διακρατούνται τα δεδομένα, εφόσον δεν συμπίπτει με εκείνη του κράτους που διεξάγει την έρευνα, θέτει ζητήματα δικαστικής συνδρομής κατ΄ άρθρο 458 ΚΠΔ ή ζητήματα αποστολής Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (ΕΕΕ).
γ. Αναγκαιότητα/σκοπός θέσπισης κανονιστικού πλαισίου για την κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων
Το άρθρο 265 στον νέο ΚΠΔ αποτελεί μια καινοφανή διάταξη, ενώ στον προϊσχύσαντα ΚΠΔ δεν προβλεπόταν καν ως ανακριτική πράξη. Υπό το προγενέστερο καθεστώς, η κατάσχεση των ψηφιακών πειστηρίων συντελούνταν δια της κατασχέσεως των υλικών φορέων επί των οποίων αυτά εντοπίζονταν (π.χ. η κατάσχεση του ηλεκτρονικού υπολογιστή ή του κινητού τηλεφώνου ή του μέσου αποθήκευσης κτλ. στα οποία αυτά εντοπίζονταν θεωρούνταν ως «συγκατάσχεση» και του περιεχομένου αυτών, δηλ. των ψηφιακών δεδομένων).
Οπότε με τον προϊσχύοντα Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σε περιπτώσεις κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων εφαρμόζονταν οι γενικές διατάξεις περί κατάσχεσης, όπου τα ψηφιακά δεδομένα ταυτίζονταν με τον υλικό τους φορέα, ο οποίος – και μόνο – υπόκειτο κατά κυριολεξία στις διατάξεις αυτές.
Διάφορα νομικά ζητήματα έχουν ανακύψει κατά καιρούς σε σχέση με το εισφερθέν στις δικογραφίες άυλο ψηφιακό αποδεικτικό υλικό. Τέτοια ζητήματα σχετίζονταν για παράδειγμα με το αν υπάρχει ή όχι κατοχή του δράστη σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν έχει αποθηκεύσει είτε προσωρινά, είτε μόνιμα υλικό παιδικής πορνογραφίας του άρθρου 348Α του ΠΚ, αλλά προέκυπτε από την έρευνα των αρχών ότι το έχει παρακολουθήσει διαδικτυακά μέσω διαδικτυακής παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο (live streaming) (όπου τελικώς ως κρίσιμο στοιχείο της αξιόποινης κατοχής καθίσταται η δυνατότητα πρόσβασης-προσπέλασης του παράνομου υλικού από το δράστη, έστω κι αν αυτός δεν το αποθήκευσε). Επίσης, εάν, η έστω και στιγμιαία, θέαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή τέτοιου είδους υλικού χωρίς την περαιτέρω ενέργεια της αποθήκευσης αυτού είναι ή όχι αξιόποινη πρά-
Σελ. 16
ξη κατοχής, αλλά δεν είχε τεθεί ζήτημα νομιμότητας κτήσης και εισφοράς στη δικογραφία του ψηφιακού υλικού που να συνδέεται με τον τρόπο εξαγωγής και αποθήκευσής του, της δημιουργίας αντιγράφων αυτού κτλ, λόγω έλλειψης στον προηγούμενο Κώδικα ρητής πρόβλεψης για τις εν λόγω διαδικασίες υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που τίθενται πια με το άρθρο 265 του νέου ΚΠΔ.
Με τη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 265 ν. ΚΠΔ, που συνιστά μια επιβεβλημένη νεωτεριστική αποτύπωση επενέργειας της σύγχρονης τεχνολογικής εξέλιξης στην ποινική δίκη, παρέχεται η απαραίτητη και δικαιοκρατικά/επαρκής νομική βάση για τη διενέργεια της συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης. Τούτο διότι, ενόψει του ότι τα ψηφιακά δεδομένα είναι άυλα, οποιαδήποτε ρύθμιση του Κώδικα που αναφέρεται σε υλικά πειστήρια και έγγραφα, τα οποία είναι διακριτά έναντι των δεδομένων, δεν καταλαμβάνει την πραγματική φύση και τις ανάγκες αυτών· παράλληλα, παρέχονται οι δέουσες εγγυήσεις και προϋποθέσεις για την αποτροπή τυχόν αυθαιρεσιών, προβλέποντας τη σύνταξη ειδικής έκθεσης, τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού κατάσχεσης, τον περιορισμό της πρόσβασης μόνο σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό, αλλά και μέτρα κατά της τυχαίας απώλειας και διαγραφής των ψηφιακών δεδομένων.
Η ανάγκη για ένα σαφές νομικό πλαίσιο σχετικά με την κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων απορρέει τόσο από την αρχή ότι οι περιορισμοί στα δικαιώματα των πολιτών πρέπει να προβλέπονται ρητά από τον νόμο, όσο και από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που απαιτούν ξεκάθαρους και δίκαιους κανόνες για τέτοιες παρεμβάσεις. Ειδικότερα, η ανάγκη αυτή αποτελεί πάγια αξίωση της νομολογίας του ΕΔΔΑ για ύπαρξη ειδικής νομικής βάσης για κάθε επέμβαση των αρχών στα δικαιώματα και στις ελευθερίες του ατόμου.
δ. Η διαδικασία της κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων του άρθρου 265 ΚΠΔ
i. Χρήση κατάλληλου εξοπλισμού
Σύμφωνα με το άρθρο 265 παρ. 2 ΚΠΔ, η κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων «πραγματοποιείται αποκλειστικά με τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού που επιτρέπει σε εκείνον που τη διεξάγει: α) Την αφαίρεση και την κατάσχεση του υλικού φορέα των υπό στοιχείων α-γ της παρ. 1, στο οποίο βρίσκονται αποθηκευμένα τα δεδομένα και/ή β) την αντιγραφή και την αφαίρεση των αποθηκευμένων ψηφιακών δεδομένων των υπό στοιχείων α-γ της παρ.
Σελ. 17
1 σε μέσο αποθήκευσης δεδομένων και γ) την αναπαραγωγή και την επαλήθευση της αυθεντικότητας και της ακεραιότητας των κατασχεθέντων δεδομένων».
Αρχικά θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι εισάγεται επιτακτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων θα πρέπει να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά με τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού, ο οποίος επιτρέπει τις ενέργειες που περιγράφονται στη διάταξη. Είναι σαφές ότι αναγνωρίζεται εδώ η ιδιαίτερη φύση των ψηφιακών δεδομένων, που δεν επιτρέπει την απλή «απομάκρυνσή» τους κατά τρόπο που προσιδιάζει στην αφαίρεση υλικών/ενσώματων αντικειμένων από την κατοχή ορισμένου προσώπου.
Ο κατάλληλος εξοπλισμός εδώ καίτοι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια νοείται είτε σε επίπεδο υλικού (hardware), είτε σε επίπεδο λογισμικού (software), προκειμένου κατά τη διάρκεια της κατάσχεσης να αποφευχθεί οπουδήποτε είτε ακούσια είτε εκούσια διαγραφή δεδομένων και να διατηρηθεί η ακεραιότητα των δεδομένων.
Περαιτέρω, για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της διαδικασίας θα πρέπει να υπολογιστεί με ειδικό αλγόριθμο, η μοναδική ψηφιακή ταυτότητα (Hash Value) των προς κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων και οι σχετικές τιμές (για την ακρίβεια αλφαριθμητικές ταυτότητες) θα πρέπει να καταγράφουν στην ειδική έκθεση κατάσχεσης που θα συνταχθεί.
Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας (προανάκριση, προκαταρτική εξέταση, κύρια ανάκριση, επ’ ακροατηρίω διαδικασία κτλ.), προκύπτει αμφισβήτηση ή αμφιβολία ως προς την ακεραιότητα του κατασχεθέντος ψηφιακού πειστήριου/τεκμηρίου, θα πρέπει να γίνεται επαλήθευση (verification) της μοναδικής ψηφιακής ταυτότητας, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η αλφαριθμητική ταυτότητα που καταγράφηκε στην έκθεση έρευνας και κατάσχεσης, ταυτίζεται απόλυτα με αυτή του ψηφιακού πειστηρίου.
Η ταύτιση των δύο αλφαριθμητικών ταυτοτήτων πιστοποιεί ότι πράγματι δεν υπάρχει καμία διαφορά ή τροποποίηση ή παρέμβαση στο ψηφιακό πειστήριο.
ii. Κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό
Κατά τη διαδικασία κατάσχεσης θα πρέπει να αξιοποιηθεί κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικού με ειδικές τεχνικές γνώσεις, ή γνώσεις ψηφιακής εγκληματολογίας για την εξαγωγή των δεδομένων που οφείλει να ακολουθήσει συγκεκριμένο «πρωτόκολλο ενεργειών»,
Σελ. 18
που περιγράφεται στην παρ. 2 του άρθρου 265 ΚΠΔ, το οποίο εγγυάται την ασφάλεια κατά της τυχαίας απώλειας και διαγραφής ψηφιακών δεδομένων.
iii. Πρώτος ανταποκριτής και κρυπτογράφηση δεδομένων
Σημαντικός εδώ λοιπόν είναι ο ρόλος του πρώτου ανταποκριτή (First Responder), που είναι ο επικεφαλής ή ο υποδειχθείς από τον επικεφαλής ανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος έχει την αρχική επαφή με τον τόπο όπου φέρεται ότι τελέστηκε εγκληματική ενέργεια. Αυτός οφείλει να επέμβει με πλήρη σχετικό εξοπλισμό, ώστε πέρα από όλα τα ανωτέρω στοιχεία που μπορεί να συναντήσει στο χώρο, να έχει υπόψη του και τον εντοπισμό των στοιχείων που μπορεί να συναντήσει και σε περιβάλλοντα κοινής (παραδοσιακής) εγκληματικής δράσης.
Το γεγονός ότι θα αναζητήσει ψηφιακά ίχνη, δεν ανεξαρτητοποιούν, ή καλύτερα, δεν «απαλλάσσουν» την έρευνά του από τον εντοπισμό και τη σήμανση λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, όπως το υλικό (DNA), δακτυλικά αποτυπώματα, υλικό (μη ηλεκτρονικό), ή διάφορες σημειώσεις που μπορεί να συνδέουν συγκεκριμένο πρόσωπο με τον χώρο της εγκληματικής δράσης. Στην περίπτωση που υπάρχει άρνηση σχετικά με το ποιος είναι ο κύριος χρήστης των προς κατάσχεση ψηφιακών συσκευών, τέτοιου είδους στοιχεία αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη αποδεικτική αξία και σημασία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αντικείμενα ή οι συσκευές που περιέχουν ψηφιακά αποδεικτικά στοιχεία μπορούν να συλλεχθούν με τυπικά εργαλεία και μεθόδους κατάσχεσης. Ωστόσο, ο πρώτος ανταποκριτής πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή κ επιμέλεια ώστε να μην αλλοιωθεί το αποδεικτικό υλικό κατά την επαφή του με τα αντικείμενα, τη συλλογή, τη συσκευασία ή την αποθήκευσή τους. Ειδικά για τις ψηφιακές συσκευές, η απρόσεκτη διαχείριση μπορεί να προκαλέσει ζημία ή ακόμα και πλήρη καταστροφή των δεδομένων.
Σε περιπτώσεις όπου η πολυπλοκότητα μιας σκηνής κυβερνοεγκλήματος υπερβαίνει την εμπειρία του πρώτου ανταποκριτή, αυτός έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει τον χώρο αποκλείοντας την πρόσβαση σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και να ζητήσει άμεσα τη συνδρομή ειδικευμένων ερευνητών. Οι ερευνητές αυτοί διαθέτουν προηγμένο εξοπλισμό και εξειδικευμένες γνώσεις για τη συλλογή και κατάσχεση ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων, εξασφαλίζοντας ότι δεν θα χαθεί σημαντικό αποδεικτικό υλικό. Η έλλειψη ειδικών γνώσεων αναφορικά με το ψηφιακό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει είτε σε αλλοίωση είτε σε καταστροφή αποδείξεων με αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικού υλικού για την δικαστική ποινική/διερεύνηση της υπόθεσης.
Ένα κρίσιμο ζήτημα που μπορεί να ανακύψει κατά την κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων, είναι η ανακάλυψη ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων-ψηφιακών δεδομένων που προστατεύονται με κρυπτογράφηση ή κωδικό πρόσβασης. Στην περίπτωση αυτή, εάν το υπό
Σελ. 19
έρευνα πρόσωπο στο οποίο ανήκουν τα ψηφιακά πειστήρια που είναι αποθηκευμένα τα κρυπτογραφημένα τα ψηφιακά δεδομένα αρνηθεί να παράσχει τους κωδικούς πρόσβασης ή τα κλειδιά αποκρυπτογράφησης, η έρευνα μπορεί να δυσχερανθεί ουσιωδώς ή ακόμη και να καταστεί αδύνατη. Στη Χώρα μας, η άρνηση αυτή δεν ποινικοποιείται αυτοτελώς, ενώ το μοναδικό σχετικό αδίκημα που θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί για τον καθ΄ου η έρευνα και κάτοχο των ψηφιακών πειστηρίων είναι αυτό της γενικής διάταξης περί απείθειας (άρθρο 169 ΠΚ). Ωστόσο, στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι μια τέτοια πιθανή νομοθετική ρύθμιση θα πρέπει να ιδωθεί συνδυαστικά με το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης.
Περαιτέρω, η Σύμβαση της Βουδαπέστης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο προβλέπει την υιοθέτηση νομοθετικών μέτρων από τα κράτη-μέλη για την αντιμετώπιση της άρνησης παροχής κωδικών πρόσβασης ή κλειδιών αποκρυπτογράφησης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 19 της Σύμβασης περιγράφει τις διαδικασίες κατάσχεσης δεδομένων, προβλέποντας τη δυνατότητα να ζητηθεί από φυσικά ή νομικά πρόσωπα η παροχή πληροφοριών που θα διευκολύνουν την πρόσβαση ή την αποκρυπτογράφηση των ψηφιακών δεδομένων. Παράλληλα, αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών τη θέσπιση σχετικών ποινικών διατάξεων.
Πολλά κράτη μάλιστα που έχουν κυρώσει τη Σύμβαση, έχουν θεσπίσει εθνικές διατάξεις που ποινικοποιούν την άρνηση παροχής τέτοιων πληροφοριών (κλειδιών αποκρυπτογράφησής κτλ.). Έτσι σε πολλές χώρες, η άρνηση να παρασχεθεί κωδικός πρόσβασης ή κλειδί αποκρυπτογράφησης μπορεί να θεωρηθεί παρακώλυση της ποινικής διαδικασίας, εάν παρεμποδίζεται η διεξαγωγή της έρευνας.
ε. Ειδική ανακριτική πράξη κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων - Βεβαίωση με ειδική έκθεση
Σύμφωνα με το άρθρο 265 παρ. 3 ΚΠΔ: «Η κατάσχεση που διενεργείται κατά τις παρ. 1 και 2, βεβαιώνεται με ειδική έκθεση, η οποία αναφέρει ειδικώς τις ενέργειες της παρ. 2 που πραγματοποιεί εκείνος που διεξάγει την ανάκριση».
Σελ. 20
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί ειδικότερη έκφανση του γενικού κανόνα που καθιερώνεται στο πλαίσιο του άρθρου 241 εδ. τελ. ΚΠΔ, που με τη σειρά του ανάγεται στην αρχή της μυστικότητας που διέπει την προδικασία. Η αξίωση τήρησης γραπτού τύπου κατά τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων της προδικασίας είναι σύμφυτη με τη μυστικότητα που οφείλει να διέπει το εν λόγω διαδικαστικό στάδιο, αλλά παρέχει και τη δυνατότητα αξιοποίησης των ευρημάτων σε μεταγενέστερα διαδικαστικά στάδια της δίωξης (ή ακόμη και στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης). Αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην περίπτωση ενός ευαίσθητου αποδεικτικού μέσου, όπως εν προκειμένω τα ψηφιακά δεδομένα και πειστήρια.
Επίσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 149 του ΚΠΔ, επιτάσσεται η άμεση σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης στον τόπο και τον αυτό χρόνο της ενέργειας κατάσχεσης, με σκοπό την ακριβέστερη πιστοποίηση των πράξεων ή δηλώσεων ή, αν αυτό είναι αδύνατο, αμέσως κατόπιν.
Η αναφορά του νόμου σε «ειδική» έκθεση έχει το νόημα της αντιδιαστολής προς την έκθεση κατάσχεσης εν γένει. Επομένως, σε περίπτωση κατά την οποία κατάσχονται τόσο ψηφιακά δεδομένα όσο και ενσώματα αντικείμενα, δεν θα αρκεί η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης που να καταγράφει απλώς τα κατασχεθέντα, αλλά θα απαιτείται χωριστή/διακριτή έκθεση ως προς τα ψηφιακά δεδομένα.
στ. Βασικές αρχές κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων και πειστηρίων
Κατά τη συλλογή και κατάσχεση πάσης φύσεως ηλεκτρονικών/ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων (πειστήριων, δεδομένων κ.λπ.) θεωρούνται κατάλληλες διεθνώς και εφαρμόζονται πέντε (5) βασικές αρχές και πιο συγκεκριμένα:
i. Η αρχή της ακεραιότητας δεδομένων (Data Integrity)
Σύμφωνα με αυτή την αρχή, καμία ενέργεια δεν πρέπει να επιφέρει τροποποιήσεις στις ηλεκτρονικές συσκευές ή τα μέσα αποθήκευσης δεδομένων, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο. Κατά τον χειρισμό ηλεκτρονικών συσκευών και δεδομένων, δεν πρέπει να γίνονται αλλοιώσεις, είτε σε σχέση με τον εξοπλισμό (hardware) είτε με το λογισμικό (software). Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες θα αποφασιστεί πρόσβαση στα δεδομένα ενός εν λειτουργία συστήματος υπολογιστών (live), προκειμένου να αποφευχθεί η απώλεια πιθανών αποδεικτικών στοιχείων. Εάν κρίνεται απαραίτητη η πρόσβαση στα δεδομένα του, προτείνεται αυτή να γίνεται μόνο από εκπαιδευμένο προσωπικό, το οποίο θα πρέπει να είναι σε θέση να δικαιολογήσει τις ενέργειές του.










