ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Ουσιαστικό Δίκαιο

Κυκλοφορεί σύντομα

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 29.25€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 72,25 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21310
Πλιάκος Α.
  • Έκδοση: 3η 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 1024
  • ISBN: 978-618-08-0680-9
Σε μια εποχή αναβίωσης της χρήσης κρατικής ισχύος και κατ’ επέκταση αμφισβήτησης της υπερεθνικής συνεργασίας, το βιβλίο αναδεικνύει το υποδειγματικό πρότυπο αρμονικής και αποτελεσματικής συνύπαρξης που ενσαρκώνει η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η συγκρότηση και ανάπτυξη μιας υπερεθνικής έννομης τάξης, προς προαγωγή της ειρήνης, των αξιών και της ευημερίας των λαών των κρατών μελών της Ένωσης, δεν εξαντλείται στην αποτροπή πολέμων μεταξύ των κρατών μελών της. Ενσωματώνει, διατηρεί και επεκτείνει τις καλύτερες παραδόσεις των κρατών, στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης, μέσω προσφυών τεχνικών σύνθεσης ενός κοινού θεσμικού πλαισίου δράσης, εκπόνησης και εφαρμογής αναγκαίων πολιτικών.

Στο επίκεντρο τοποθετείται η αποτελεσματική εκπόνηση και εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης, η συμβολή των οργάνων της Ένωσης, αλλά και των κρατών μελών, οι μορφές προστασίας των δικαιωμάτων που η έννομη τάξη της Ένωσης δημιουργεί, ο ρόλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων. Αναπτύσσονται εκτενώς οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ της ενωσιακής και των εθνικών εννόμων τάξεων, υπό το πρίσμα των αρχών της υπεροχής, του άμεσου αποτελέσματος και της αποτελεσματικής εφαρμογής των κοινών κανόνων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις έννομες συνέπειες μη τήρησης των κανόνων της Ένωσης, μεταξύ των οποίων το ανεφάρμοστο των αντίθετων εθνικών κανόνων, η υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας τους, η υποχρέωση αποζημίωσης των ζημιογόνων κρατικών ενεργειών, η έννοια και το εύρος της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που καλύπτει πλήρως όλες τις πτυχές του Θεσμικού Δικαίου της ΕΕ, χρήσιμο τόσο στους φοιτητές και σπουδαστές αντίστοιχων μαθημάτων, όσο και σε όσους άμεσα ή έμμεσα έρχονται σε επαφή με την εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται στελέχη της διοίκησης, νομικοί, δικηγόροι και δικαστές.  

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 3ης ΕΚΔΟΣΗΣ VII

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XXXI

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

ΤΜΗΜΑ Ι

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ 4

Α. Η τελωνειακή ένωση 4

α) Η κατάργηση των δασμών και των ισοδυνάμων επιβαρύνσεων 6

1. Πεδίο εφαρμογής 7

2. Έννοια 9

3. Εσωτερικοί φόροι 12

3.1. Διάκριση φόρων και φορολογικών επιβαρύνσεων 12

3.2. Παραδείγματα νομολογίας 17

β) Απαίτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων 20

γ) Το κοινό δασμολόγιο 22

1. Η τελωνειακή ονοματολογία 22

2. Καταγωγή προϊόντων 28

3. Τελωνειακή αξία 32

4. Οι στόχοι επιβολής δασμών. Σχέση με κοινή εμπορική πολιτική 37

5. Εναρμόνιση εθνικών τελωνειακών διατάξεων 38

6. Προς ένα νέο τελωνειακό κώδικα της ΕΕ 39

6.1. Ανάγκη νέας ρύθμισης 40

6.2. Εκτίμηση επιπτώσεων 42

6.2.1. Οι προβληματικοί τομείς 42

6.2.2. Στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης 43

6.2.3. Αρχή της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης 43

6.2.4. Θεμελιώδη δικαιώματα 44

6.2.5. Δημοσιονομικές επιπτώσεις 44

7. Η δομή της νέας ρύθμισης 44

Β. Η απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών 48

α) Έννοια 49

1. Η ύπαρξη κρατικού μέτρου 49

1.1. Διοικητική πρακτική 50

1.2. Κρατική αδράνεια 50

1.3. Πράξεις οργάνων ΕΕ 51

1.4. Πράξεις ιδιωτικών οργανισμών 52

2. Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό 54

2.1. Διασταλτική ερμηνεία: κάθε παρεμποδιστική ρύθμιση 54

2.2. Συσταλτική ερμηνεία: πλην ορισμένων μορφών πώλησης 56

2.3. Η πρόσβαση στην αγορά 61

2.4. Ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών 64

2.5. Ταξινόμηση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος 67

2.5.1. Εθνικές διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή (άδειες εισαγωγής, επιθεωρήσεις και έλεγχοι) 67

2.5.2. Υποχρεώσεις διορισμού αντιπροσώπου ή παροχής αποθηκευτικών εγκαταστάσεων στο κράτος μέλος εισαγωγής 68

2.5.3. Εθνικές απαγορεύσεις συγκεκριμένων προϊόντων/ουσιών 68

2.5.4. Μέτρα σε επίπεδο τιμών 69

2.5.5. Διαδικασίες έγκρισης 69

2.5.6. Περιορισμοί της διαφήμισης 70

2.5.7. Τεχνικοί κανόνες που περιέχουν απαιτήσεις όσον αφορά την εμφάνιση των εμπορευμάτων (βάρος, σύνθεση, παρουσίαση, επισήμανση, μορφή, μέγεθος, συσκευασία) 71

2.5.8. Γεωγραφικές ενδείξεις, σήματα ποιότητας, κίνητρα για την αγορά εθνικών προϊόντων 71

2.5.9. Περιορισμοί των εξ αποστάσεως πωλήσεων (πωλήσεις μέσω του Διαδικτύου, παραγγελίες δι’ αλληλογραφίας κ.λπ.) 72

2.5.10. Υποχρεώσεις παρακράτησης 73

2.5.11. Επιστροφή δαπανών και παράλληλες εισαγωγές 73

2.5.12. Υποχρέωση χρησιμοποίησης της εθνικής γλώσσας 74

2.5.13. Περιορισμοί στις εισαγωγές αγαθών προσωπικής χρήσης 75

2.6. Συμπέρασμα 75

β) Εξαιρέσεις 77

1. Οι νομοθετικές εξαιρέσεις 77

1.1. Δημόσια ηθική 78

1.2. Δημόσια τάξη 78

1.3. Δημόσια ασφάλεια 78

1.4. Προστασία υγείας 79

1.5. Προστασία εθνικών θησαυρών 81

1.6. Προστασία βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας 81

2. Οι νομολογιακές εξαιρέσεις 82

2.1. Προστασία του περιβάλλοντος 83

2.2. Προστασία καταναλωτών 84

2.3. Οδική ασφάλεια 85

2.4. Προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων 86

2.5. Βελτίωση των συνθηκών εργασίας 89

2.6. Προστασία πολιτισμού 89

2.7. Πολυφωνία του Τύπου 89

2.8. Χρηματοοικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης 89

2.9. Καταπολέμηση της εγκληματικότητας 90

2.10. Προστασία της καλής διαβίωσης των ζώων 90

2.11. Προώθηση και τόνωση της χρήσης μιας από τις επίσημες γλώσσες κράτους μέλους 90

3. Όροι επίκλησης των εξαιρέσεων 90

3.1. Τήρηση αρχής αναλογικότητας 90

3.2. Ποσοτικοί περιορισμοί στην εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας 92

Γ. Κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα 94

α) Έννοια 95

β) Μονοπώλια που εξαιρούνται 96

γ) Διαρρύθμιση 97

1. Παραδείγματα διάκρισης 97

2. Η εξαίρεση του άρθρου 106 ΣΛΕΕ 100

Δ. Η εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών 104

E. Πολιτικές επί των προϊόντων 107

α) Η πολιτική στον τομέα της ενέργειας 109

1. Η εσωτερική αγορά της ενέργειας 109

1.1. Διαχωρισμός δραστηριοτήτων 110

1.2. Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές (ΕΡΑ) 110

1.3. ACER 111

1.4. Προστασία καταναλωτών 112

1.5. Η τέταρτη ενεργειακή δέσμη 114

2. Ενεργειακός εφοδιασμός της Ένωσης 115

3. Προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς και ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 118

3.1. Ενεργειακή αποδοτικότητα και εξοικονόμηση ενέργειας 118

3.2. Ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 120

4. Προώθηση της διασύνδεσης ενεργειακών δικτύων 124

5. Η προστασία του περιβάλλοντος 126

β) Η πολιτική στον τομέα της γεωργίας 129

1. Η έννοια των γεωργικών προϊόντων 131

2. Κοινή οργάνωση γεωργικών αγορών 132

3. Η αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής 133

4. Οι άμεσες πληρωμές 135

5. Η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης 136

6. Εμπορία των γεωργικών προϊόντων 137

7. Η μεταρρύθμιση του 2023 140

7.1. Κοινοί στόχοι, εθνικά στρατηγικά σχέδια εφαρμογής 141

7.2. Δικαιότερη κατανομή κονδυλίων 142

7.3. Εναρμόνιση με την πράσινη μετάβαση 143

7.4. Ανταγωνιστικότητα και κρίσεις 143

8. Προς μια νέα μεταρρύθμιση 2028-2034 143

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ 148

Α. Εργαζόμενοι 149

α) Φορείς 149

β) Δικαιώματα 154

1. Διασταλτική ερμηνεία 155

2. Η συμβολή της οδηγίας 2004/38 156

3. Περιπτωσιολογία 159

4. Λήψη φορολογικών πλεονεκτημάτων 160

γ) Κοινωνική ασφάλιση εργαζομένων 162

1. Πεδίο εφαρμογής 164

2. Αρχές συντονισμού 165

δ) Περιορισμοί 167

1. Προστασία δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας 167

2. Προστασία της εθνικής ασφάλειας 170

3. Προστασία γενικού συμφέροντος 175

ε) Απασχόληση στη δημόσια διοίκηση 175

στ) Υπήκοοι τρίτων κρατών 177

1. Είσοδος και δικαιώματα 178

1.1. Άδειες διαμονής ενιαίου τύπου 178

1.2. Υπήκοοι υψηλής εξειδίκευσης 179

1.3. Κάρτα μεγάλης διάρκειας και δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση 181

2. Ο έλεγχος των εξωτερικών συνόρων 183

2.1. Κεκτημένο Σένγκεν και θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης 183

2.2. Θεώρηση για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων (visas) 186

2.3. Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή (Frontex) 187

3. Πολιτική μετανάστευσης 191

3.1. Υποβοήθηση παράνομης εισόδου 191

3.2. Επιστροφή παρανόμων μεταναστών 191

3.3. Προς αναθεώρηση του συστήματος επιστροφών 194

4. Δικαίωμα ασύλου 196

4.1. Έννοια πρόσφυγα και δικαιώματα 196

4.2. Λόγοι μη αναγνώρισης και ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγα 198

4.3. Η έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας 200

4.4. Μαζική εισροή προσώπων 202

4.5. Αρμόδιο κράτος προς εξέταση της αίτησης ασύλου 203

5. Τα πρόσφατα μέτρα για τη μετανάστευση και το άσυλο 207

5.1. Ένα κοινό σύστημα πληροφοριών για τη μετανάστευση και το άσυλο: Eurodac 208

5.2. Ένα νέο σύστημα για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ 209

5.3. Επαναπροσδιορισμός της έννοιας της υποδοχής 210

5.4. Δίκαιες, αποτελεσματικές και συγκλίνουσες διαδικασίες ασύλου 212

5.5. Αποτελεσματικές και δίκαιες διαδικασίες επιστροφής 213

5.6. Δίκαιο και αποτελεσματικό σύστημα: ορθή εφαρμογή των κανόνων περί ευθύνης 215

5.7. Λειτουργική αλληλεγγύη 216

5.8. Ετοιμότητα, σχεδιασμός έκτακτης ανάγκης και αντιμετώπιση κρίσεων 217

5.9. Νέες διασφαλίσεις για τους αιτούντες διεθνή προστασία 218

5.10. Επανεγκατάσταση, ένταξη και ενσωμάτωση 220

Β. Ανεξάρτητοι επαγγελματίες 222

α) Φορείς 223

β) Δικαιώματα 224

1. Έννοια και περιεχόμενο της ελευθερίας εγκατάστασης 224

2. Πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκατάστασης μέσω Οδηγιών 226

2.1. Οδηγίες κατάργησης εμποδίων λόγω διάκρισης 227

2.2. Οδηγίες συντονισμού των εθνικών δικαίων 228

2.3. Η Οδηγία 2005/36/ΕΚ για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων 231

2.3.1. Οι θεμελιώδεις διατάξεις της οδηγίας 232

2.3.2. Το ανεφάρμοστο της οδηγίας και οι εφαρμοστέες αρχές 236

2.4. Η Οδηγία 2006/123/ΕΚ για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά 238

2.5. Η Οδηγία 2013/55/ΕΕ για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων 242

γ) Περιορισμοί 244

1. Άσκηση δημόσιας εξουσίας 245

2. Προστασία δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας 246

3. Προστασία του γενικού συμφέροντος 248

δ) Η περίπτωση της αντίστροφης διάκρισης 252

ε) Ελευθερία εγκατάστασης και προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων 255

1. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα προς απεργία 255

2. Ακαδημαϊκή ελευθερία και επιχειρηματική ελευθερία 258

3. Δικαίωμα ιδιοκτησίας και γενικές αρχές του δικαίου της ΕΕ 261

Γ. Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια 266

α) Η έννοια της Ευρωπαϊκής Ιθαγένειας 267

1. Γενικές επισημάνσεις 267

2. Η απόφαση Micheletti 268

3. H απόφαση Kaur 269

4. Η απόφαση Rottmann 270

5. Η απόφαση Tjebbes 272

6. Η απόφαση Wiener Landesregierung 276

7. Η απόφαση Udlændinge- og Integrationsministeriet 278

8. Η απόφαση Επιτροπή κατά Μάλτας 281

β) Δικαιώματα και υποχρεώσεις 286

1. Το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής 287

2. Η συμμετοχή στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 289

3. Η συμμετοχή στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές 294

4. Η πρωτοβουλία πολιτών 295

5. Το δικαίωμα αναφοράς 298

6. Καταγγελία για κακή διοίκηση 300

7. Το δικαίωμα επικοινωνίας με τα όργανα της Ένωσης 303

8. Το δικαίωμα σε διπλωματική και προξενική προστασία 305

γ) Συμπέρασμα 308

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ 308

Α. Αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής (Ratione materiae) 308

α) Έννοια της υπηρεσίας 309

1. Παροχή αντί αμοιβής 309

2. Παροχή σε άλλο κράτος μέλος 310

3. Ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής 311

β) Επικουρική εφαρμογή 312

Β. Προσωπικό πεδίο εφαρμογής (Ratione personae) 314

Γ. Απαγόρευση περιορισμών 315

α) Περιορισμοί που απαγορεύονται 316

β) Περιορισμοί που επιτρέπονται 317

γ) Νομοθετική άρση περιορισμών 320

δ) Η Οδηγία 2006/123 για την ολική απελευθέρωση των υπηρεσιών 320

1. Η αρχή της χώρας καταγωγής και το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο 321

2. Πεδίο εφαρμογής 324

3. Κατάργηση περιορισμών 331

4. Ο νόμος 3844/2010 334

ε) Εφαρμογή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και γενικών αρχών του δικαίου της ΕΕ 334

Δ. Ειδικά καθεστώτα υπηρεσιών 339

α) Υπηρεσίες μεταφορών 339

1. Το γενικό καθεστώς επί των μεταφορών 339

2. Τα κατά δραστηριότητες νομικά καθεστώτα 343

β) Υπηρεσίες νέων τεχνολογιών 350

γ) Υπηρεσίες πολιτιστικών υπηρεσιών 359

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΙΝΗΣΕΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ 361

Α. Έννοια κεφαλαίων και πληρωμών 363

Β. Σχέσεις με τις άλλες ελευθερίες 365

α) Ελευθερία πληρωμών 365

β) Ελευθερία κυκλοφορίας εμπορευμάτων 366

γ) Ελευθερία παροχής υπηρεσιών 366

δ) Ελευθερία εγκατάστασης 367

Γ. Υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής 370

Δ. Περιορισμοί 371

α) Απαγόρευση περιορισμών 371

1. Γενικοί περιορισμοί 371

2. Περιορισμοί στον τομέα της φορολογίας 373

3. Περιορισμοί από τη Συνθήκη 376

β) Δικαιολόγηση των περιορισμών 377

1. Φορολογικές διακρίσεις 377

2. Επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος 380

2.1. Γενικοί λόγοι 380

2.2. Λόγοι φορολογικού χαρακτήρα 383

2.3. Γενικό συμφέρον και σκοποί οικονομικής φύσεως 388

2.4. Λόγοι δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας 389

2.4.1. Η νομολογία του Δικαστηρίου 389

2.4.2. Οικονομικός πατριωτισμός και νομοθετική δράση της Ένωσης 391

γ) Εξαιρέσεις έναντι τρίτων κρατών 395

1. Περιορισμοί που ίσχυαν μέχρι 31.12.1993 395

2. Μέτρα διασφάλισης οικονομικού χαρακτήρα 397

δ) Περιορισμοί και Χάρτης Προστασίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων 398

Ε. Η συμβολή του παραγώγου δικαίου 400

α) Προς έναν ενιαίο χρηματοπιστωτικό χώρο 400

1. Ενιαία τραπεζική αγορά 400

2. Ενιαία επενδυτική αγορά 401

3. Ενιαία ασφαλιστική αγορά 402

β) Προς μια ένωση κεφαλαιαγορών 403

1. Η ανακοίνωση του 2015 403

1.1. Η βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου 404

1.1.1. Οι αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων 405

1.1.2. Το ενημερωτικό δελτίο 406

1.1.3. Κατάχρηση αγοράς 408

1.1.4. Άλλες χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις 409

1.1.5. Βιώσιμη χρηματοδότηση 411

2. Η ανακοίνωση του 2020 411

γ) Προς μια Ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων 414

1. Πολίτες και αποταμιεύσεις 416

2. Επενδύσεις και χρηματοδότηση 417

3. Ολοκλήρωση και κλίμακα 418

4. Αποτελεσματική εποπτεία στην ενιαία αγορά 419

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ 420

A. Φραγμοί στην ενιαία αγορά 421

B. Εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας στην ενιαία αγορά 422

Γ. Διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών στην ενιαία αγορά 423

Δ. Διασυνοριακή κυκλοφορία εμπορευμάτων στην ενιαία αγορά 426

Ε. Κανονιστική επιβάρυνση στην ενιαία αγορά 428

ΣΤ. Ψηφιακά εργαλεία για την ενιαία αγορά 428

Ζ. Συμπέρασμα 430

ΤΜΗΜΑ ΙΙ

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ 432

Α. Έννοια του ελεύθερου ανταγωνισμού 432

α) Οι διδαχές της σχολών σκέψης στις ΗΠΑ 433

β) Η προσέγγιση στην Ευρωπαϊκή Ένωση 435

γ) Ο ανταγωνισμός ως μέσο επίτευξης του σκοπού της ΕΕ 439

Β. Μορφές νόθευσης του ανταγωνισμού 446

α) Συμπράξεις 446

1. Η απαγόρευση των συμπράξεων 446

1.1. Μορφές συμπράξεων 447

1.1.1. Συμφωνίες επιχειρήσεων 447

1.1.1.1. Η έννοια της επιχείρησης 447

1.1.1.2. Η έννοια της συμφωνίας 449

1.1.1.3. Αυτονομία βούλησης 451

1.1.1.4. Επιχειρήσεις εγκατεστημένες εκτός Ένωσης 455

1.1.2. Αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων 456

1.1.3. Εναρμονισμένη πρακτική 457

1.1.4. Ενιαία και διαρκής παράβαση 460

1.2. Περιορισμός του ανταγωνισμού 462

1.2.1. Έννοια 462

1.2.2. Περιορισμός του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου ή του αποτελέσματος 464

1.2.3. Αισθητός περιορισμός του ανταγωνισμού 467

1.2.4. Δευτερεύοντες περιορισμοί 469

1.2.5. Υπαρκτός και δυνητικός ανταγωνισμός 474

1.2.6. Σχέση βουλήσεως και περιορισμού του ανταγωνισμού 477

1.2.7. Ο κανόνας της λογικής (rule of reason) 477

1.3. Περιορισμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών 486

1.4. Παραδείγματα συμπράξεων 491

1.4.1. Καθορισμός τιμών ή άλλων όρων συναλλαγής 492

1.4.2. Περιορισμός της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης και των επενδύσεων 495

1.4.2.1. Γενικά 495

1.4.2.2. Τα καρτέλ κρίσης 496

1.4.3. Κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού 497

1.4.4. Εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών 498

1.4.5. Εξάρτηση συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή προσθέτων παροχών (tying) 498

2. Ακυρότητα 499

2.1. Συνέπειες της παραβίασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ 499

2.2. Η Οδηγία 2014/104/ΕΕ για τις αγωγές αποζημίωσης 501

2.3. Ερμηνεία της οδηγίας 2014/104 504

2.3.1. Κοινοποίηση στοιχείων φακέλου από την Επιτροπή Ανταγωνισμού σε άλλες αρχές 504

2.3.2. Προθεσμίες παραγραφής άσκησης αγωγής αποζημίωσης 506

2.3.3. Έννοια αγωγής αποζημίωσης, πλήρους αποζημίωσης και αρχής της αποτελεσματικότητας 508

3. Το ανεφάρμοστο της απαγόρευσης 510

3.1. Γενικές αρχές 510

3.2. Οι όροι 512

3.2.1. Οικονομική αποτελεσματικότητα 512

3.2.2. Όφελος καταναλωτών 515

3.2.3. Αναλογικότητα των περιορισμών 517

3.2.4. Η μη κατάργηση του ανταγωνισμού 520

3.2.4.1. Σχέσεις των άρθρων 101.3 και 102 ΣΛΕΕ 520

3.2.4.2. Έννοια κατάργησης του ανταγωνισμού 521

3.3. Χορήγηση απαλλαγής ατομικής ή κατά κατηγορία 522

3.4. Οι κάθετες συμπράξεις 524

3.4.1. Είδη κάθετων συμπράξεων 525

3.4.2. Απαλλαγή κατά κατηγορία 527

3.4.2.1. Ο κανονισμός 330/2010 528

3.4.2.2. Ο κανονισμός 2022/720 532

3.5. Συμφωνίες βιωσιμότητας 534

β) Δεσπόζουσα θέση 542

1. Μονοπώλιο και δεσπόζουσα θέση 543

2. Σχέσεις μεταξύ δεσπόζουσας επιχείρησης και σύμπραξης 544

3. Σχετική αγορά 546

3.1. Η σχετική αγορά προϊόντος 546

3.2. Η σχετική γεωγραφική αγορά 549

3.3. Η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ 550

3.4. Αξιολόγηση 556

4. Αισθητός περιορισμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών 556

5. Δεσπόζουσα θέση 558

5.1. Έννοια 558

5.2. Μερίδιο αγοράς 559

5.3. Φραγμοί επέκτασης και εισόδου 560

5.4. Οικονομική εξάρτηση 562

5.5. Συλλογική δεσπόζουσα θέση 563

6. Κατάχρηση 566

6.1. Έννοια αντικειμενική 566

6.2. Ο σκοπός του άρθρου 102 ΣΛΕΕ 567

6.3. Προστασία του υγιούς ανταγωνισμού, της δομής της αγοράς και του εξ ίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή 570

6.3.1. Η απόφαση της 12ης Μαΐου 2022 (SEN-ENEL) 572

6.3.1.1. Ιστορικό της υπόθεσης 572

6.3.1.2. Η απόφαση 575

6.3.2. Η απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2023 (Unilever Italia Srl) 578

6.3.3. Η απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023 (European Superleague Company SL) 581

6.3.4. Η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024 (Google LLC, Alphabet, Inc.) 582

6.4. Άρση της κατάχρησης 585

7. Παραδείγματα 591

7.1. Επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής 592

7.2. Περιορισμός της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών 595

7.3. Επιβολή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές 596

7.4. Επιθετική τιμολόγηση (predatory prices) 598

7.5. Καταχρήσεις αποκλεισμού 600

7.5.1. Οι συμφωνίες αποκλειστικότητας 600

7.5.2. Δέσμευση και τυποποίηση 606

7.5.3. Επιθετική τιμολόγηση (predatory prices) 609

7.5.4. Άρνηση προμήθειας και συμπίεση του περιθωρίου κέρδους 611

7.6. Άρνηση παροχής πρόσβασης σε υποδομή (ουσιώδεις διευκολύνσεις) 614

8. Συμπέρασμα 620

γ) Συγκέντρωση επιχειρήσεων 622

1. Η αντιμετώπιση των συγκεντρώσεων στο πλαίσιο των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ 624

1.1. Έννοια 624

1.2. Το ανεφάρμοστο του άρθρου 101 ΣΛΕΕ 625

1.3. Η δυνητική εφαρμογή του άρθρου 102 626

2. Ο κανονισμός 4064/89 627

3. Ο κανονισμός 139/2004 628

3.1. Οι νέες ρυθμίσεις 629

3.2. Προϋποθέσεις εφαρμογής 630

3.2.1. Η έννοια της συγκέντρωσης 631

3.2.1.1. Απόκτηση ελέγχου 631

3.2.2.2. Μόνιμη μεταβολή του ελέγχου 632

3.2.2.3. Κοινές επιχειρήσεις 633

3.2.2. Ποσοτικά κριτήρια 634

3.2.3. Η αντιμετώπιση των απαραίτητων περιορισμών 635

3.2.3.1. Εξαγορά επιχείρησης 636

3.2.3.2. Κοινές επιχειρήσεις 637

4. Αξιολόγηση των συγκεντρώσεων 638

4.1. Ορισμός της σχετικής αγοράς 638

4.2. Σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού 641

4.2.1. Αρχή του ασυμβιβάστου 641

4.2.2. Κριτήρια αξιολόγησης 642

4.2.2.1. Οριζόντιες συγκεντρώσεις 643

4.2.2.2. Μη οριζόντιες συγκεντρώσεις 649

4.2.2.2.1. Κάθετες συγκεντρώσεις 650

4.2.2.2.2. Συγκεντρώσεις ομίλου (Conglomerate mergers) 652

5. Αξιολόγηση του κανονισμού 139/2004 653

6. Η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ 653

6.1. Η απόφαση CK Telecoms UK Investments Ltd 654

6.1.1. Επάρκεια απόδειξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού 654

6.1.2. Έννοια σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού 656

6.1.3. Όρια δικαστικού ελέγχου 658

6.1.4. Αυτεπάγγελτη εξέταση θεμάτων που δεν έχουν τεθεί από τους διαδίκους 660

6.2. Η απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Illumina Inc./ Grail LLC 660

7. Επανεξέταση των κατευθυντήριων γραμμών για τις συγκεντρώσεις 665

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ 668

Α. Ο κανονισμός 17/1962 668

Β. Ο κανονισμός 1/2003 669

α) Οι αρμοδιότητες των εθνικών αρχών ανταγωνισμού 670

β) Οι παράλληλες αρμοδιότητες της Επιτροπής 671

γ) Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού 673

Γ. Η οδηγία 2019/1 673

α) Θεμελιώδεις αρχές 674

β) Θεμελιώδεις ρυθμίσεις 678

1. Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής 678

2. Θεμελιώδη δικαιώματα 679

3. Ανεξαρτησία και πόροι 679

4. Εξουσίες 679

5. Πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές 682

6. Προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης για μυστικές συμπράξεις 683

7. Αμοιβαία συνδρομή 683

8. Παραγραφή 684

9. Ρόλος των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων 684

10. Παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον των εθνικών αρχών ανταγωνισμού 684

Δ. Επιβολή προσωρινών μέτρων 685

Ε. Η νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ 688

α) Αρχή της υπεροχής 688

β) Αποτελεσματική εφαρμογή και θεσμική αυτονομία των κρατών μελών 689

γ) Οριοθέτηση ελέγχου συγκεντρώσεων και κανόνων ανταγωνισμού 691

1. Το ιστορικό της υπόθεσης 691

2. Σχέσεις ελέγχου συγκεντρώσεων και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης 692

δ) Δικαίωμα υπεράσπισης ενώπιον εθνικής αρχής και εκκίνηση της διαδικασίας από την Επιτροπή για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού 694

ε) Εξουσίες έρευνας της Επιτροπής, δικαιολογητικός λόγος και μέσα παροχής έννομης προστασίας 699

1. Το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής 699

1.1. Τα υπάρχοντα μέσα έννομης προστασίας 700

1.2. Επιτόπιες έρευνες, σεβασμός του δικαιώματος στην κατοικία και δίκαιη δίκη 701

2. Παρέμβαση στη σφαίρα ιδιωτικής δραστηριότητας με αρκούντως σοβαρές ενδείξεις (δικαίωμα απαραβίαστου της κατοικίας) 703

στ) Αρχή της αμεροληψίας 707

ζ) Βάρος απόδειξης και τεκμήριο αθωότητας 709

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ 713

Α. Δημόσιες επιχειρήσεις 713

α) Η αρχή της ουδετερότητας έναντι του καθεστώτος ιδιοκτησίας 714

β) Η αρχή της ίσης μεταχείρισης του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα 715

γ) Η οριοθέτηση του εθνικού δημόσιου οικονομικού τομέα 716

1. Έννοια επιχείρησης 716

2. Αποκλειστικά και ειδικά δικαιώματα 717

3. Έννοια μέτρων 718

δ) Η νόθευση του ανταγωνισμού 719

ε) Αξιολόγηση 723

στ) Προστασία γενικού οικονομικού συμφέροντος 724

1. Πράξη ανάθεσης 725

2. Έννοια υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ) 726

3. Αδυναμία εκπλήρωσης της αποστολής 731

3.1. Αρχή της οικονομικής ισορροπίας 732

3.2. Αρχή της αναλογικότητας 735

3.3. Προστασία των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών 736

4. Όροι παροχής κρατικής χρηματοδότησης (αντιστάθμιση) 737

5. Η νομολογία για τις ΥΓΟΣ 741

5.1. Η απόφαση Federutility (καθορισμός τιμής) 742

5.2. Η απόφαση Enel Produzione SpA (καθορισμός τιμής) 746

5.3. Η απόφαση ANODE (καθορισμός τιμής) 748

5.4. Η απόφαση Essent Belgium NV (εθνικοί μηχανισμοί στήριξης παραγωγής πράσινης ενέργειας) 751

5.5. Η απόφαση AB «Achema» 754

5.6. Η απόφαση Engie Cartagena SL (εισφορά χρηματοδότησης σχεδίων ενεργειακής αποδοτικότητας) 755

5.7. Η απόφαση «Оvergas Mrezhi» (μετακύλιση τιμής στους καταναλωτές) 757

5.8. Η απόφαση Viesgo Infraestructuras Energéticas SL (μη διάκριση μεταξύ επιχειρήσεων και παροχή αντιστάθμισης) 759

5.9. Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου Achema AB 762

5.10. Η απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2023 (αυτόματη κατάχρηση) 765

Β. Κρατικές ενισχύσεις 768

α) Η έννοια των κρατικών ενισχύσεων 768

1. Κρατικοί πόροι 769

2. Χορήγηση πλεονεκτήματος 771

3. Νόθευση του ανταγωνισμού 774

4. Επηρεασμός του εμπορίου 775

β) Εξαιρέσεις 776

γ) Διαδικασία ελέγχου 779

δ) Η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου 781

1. Συμβατότητα της ενίσχυσης με το δίκαιο της ΕΕ, πέραν των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις 781

2. Κατανομή καθηκόντων Επιτροπής και εθνικών δικαστηρίων και υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας 786

3. Άρνηση της αρμόδιας αρχής να χορηγήσει ενίσχυση και δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής 789

4. Επιλεκτικός χαρακτήρας φορολογικού μέτρου 794

5. Υποχρεωτική επιβάρυνση καταναλωτών ενέργειας, ενίσχυση μεγάλων καταναλωτών και έννοια κρατικών πόρων 800

6. Κρατικές ενισχύσεις και ΥΓΟΣ 806

7. Αγορά επάρκειας ισχύος 810

7.1. Τα πραγματικά περιστατικά 810

7.2. Η απόφαση του Δικαστηρίου 811

8. Κρατική ενίσχυση κατόπιν διαιτητικής απόφασης για την τιμή προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος 812

8.1. Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία 813

8.2. Η απόφαση 814

8.3. Προτιμησιακό τιμολόγιο ως κρατική ενίσχυση 818

ε) Νομοθετικές και διοικητικές εξελίξεις 820

1. Νομοθετικές εξελίξεις 821

2. Διοικητικές εξελίξεις (εφαρμογή κανόνων) 823

ΤΜΗΜΑ III

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΝΕ 830

Α. Οι πρώτες προσπάθειες συντονισμού 830

Β. Τα στάδια δημιουργίας του Ευρώ 832

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 834

Α. Η αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς 835

Β. Αντιμετώπιση έκτακτων οικονομικών καταστάσεων 836

Γ. Το δημοσιονομικό σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 837

α) Η απαγόρευση νομισματικής χρηματοδότησης 838

1. Η νομολογία Gauveiler/Weiss 838

2. Η απόφαση Banka Slovenije 842

β) Η ρήτρα μη διάσωσης 846

Δ. Η υποχρέωση αποφυγής των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων 847

Ε. Ο συντονισμός των εθνικών οικονομικών πολιτικών 849

ΣΤ. Η νέα οικονομική διακυβέρνηση της Ένωσης 850

α) Χρηματοπιστωτικός τομέας 851

1. Ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής εποπτείας 851

2. Τραπεζική Ένωση 852

β) Μηχανισμοί σταθερότητας 853

1. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης 853

2. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας 854

γ) Το σύμφωνο για το ευρώ + 854

δ) Ενίσχυση της εποπτείας και του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών 855

1. Οι ρυθμίσεις του 2011 855

1.1. Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο 855

1.2. Ο μηχανισμός κυρώσεων 856

1.3. Η διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών 857

1.4. Διαδικασία αποφυγής υπερβολικών ελλειμμάτων 857

1.5. Συμπέρασμα 858

2. Οι ρυθμίσεις του 2013 858

2.1. Ο κανονισμός 472/2013 858

2.2. Ο κανονισμός 473/2013 859

ε) Το Σύμφωνο για τη Σταθερότητα, το Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στο πλαίσιο της ΟΝΕ 860

στ) Η βελτίωση της διακυβέρνησης της ζώνης του ευρώ 861

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 862

Α. ΕΣΚΤ και ΕΚΤ 862

α) Συγκρότηση 863

β) Διαδικασία λήψης των αποφάσεων 863

γ) Καθήκοντα 865

δ) Ανεξάρτητη λειτουργία 866

1. Ανεξαρτησία και δημοκρατική αρχή 866

2. Ανεξαρτησία και άσκηση εθνικών καθηκόντων 867

3. Ανεξαρτησία και ετεροδικία 870

Β. Η Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή 874

Γ. Εξωτερικές νομισματικές σχέσεις 874

α) Η διαφύλαξη της σταθερότητας των τιμών 874

β) Ενιαία εκπροσώπηση 875

Δ. Τα κράτη μέλη με παρέκκλιση 876

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΘΕΣΜΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΝΕ 878

Α. Η θεσμική υστέρηση 878

α) Η σύσταση ενός Ευρωπαίου Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών 878

β) Η Ευρωομάδα 879

γ) Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας 881

δ) Η ενσωμάτωση της Συνθήκης για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΣΣΣΔ) στο δίκαιο της ΕΕ 882

Β. Η δημοκρατική υστέρηση 882

α) Λογοδοσία του Ευρωπαίου Υπουργού των Οικονομικών 883

β) Λογοδοσία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου 883

γ) Λογοδοσία στο πλαίσιο της ΣΣΣΔ 884

ΤΜΗΜΑ ΙV

Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΕ

KEΦΑΛΑΙΟ 1

ΟΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ 889

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η ΚΟΙΝΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 891

A. Έννοια 891

α) Η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων 892

β) Το πρόβλημα της συντρέχουσας αρμοδιότητας 894

B. Διαδικασία 895

Γ. Εφαρμογή 897

α) Οι εμπορικές συμφωνίες 897

1. Οι πολυμερείς συμφωνίες 897

1.1. Η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ) 898

1.2. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) 898

1.2.1. Επίλυση διαφορών στον ΠΟΕ 900

1.2.2. Το πεδίο εφαρμογής 902

1.2.3. Η νέα ΓΣΔΕ/ GATT (1994) 903

1.2.3.1. Θεμελιώδεις αρχές 903

1.2.3.2. Εξαιρέσεις 905

1.2.4. Η Συμφωνία για τις υπηρεσίες 906

1.2.4.1. Θεμελιώδεις αρχές 906

1.2.4.2. Σχέσεις με το δίκαιο της ΕΕ 907

1.2.5. Η Συμφωνία για τα πνευματικά δικαιώματα 911

1.2.6. Οι κανόνες εμπορικής άμυνας 913

1.2.6.1. Ντάμπινγκ (dumping) 913

1.2.6.2. Επιδοτήσεις 914

1.2.7. Ο εκσυγχρονισμός του ΠΟΕ 916

2. Σχέσεις με αναπτυσσόμενα κράτη 918

2.1. Γενικές επισημάνσεις 918

2.2. Συμφωνία ΕΕ-Mercosur 918

3. Οι σχέσεις με τις χώρες της Αφρικής, Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ACP) 920

4. Οι σχέσεις με ΗΠΑ, Καναδά και Ηνωμένο Βασίλειο 921

4.1. Σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ 921

4.2. Σχέσεις ΕΕ-Καναδά 922

4.3. Σχέσεις ΕΕ-Ηνωμένου Βασιλείου 923

β) Αυτόνομα μέτρα 924

1. Το κοινό καθεστώς εισαγωγών 925

2. Το κοινό καθεστώς εξαγωγών 925

3. Εξαγωγές ειδών διπλής χρήσης 926

4. Ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων 926

5. Εμπορική άμυνα 926

6. Σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων 929

γ) Επενδυτική πολιτική 930

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ 932

Α. Η Πολιτική καλής γειτονίας 932

Β. Η συνεργασία με τρίτες χώρες και η ανθρωπιστική βοήθεια 934

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η ΡΗΤΡΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ 936

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΚΟΙΝΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ 938

Α. Το σύνταγμα της ΚΕΠΠΑ 938

α) Αρμοδιότητες, όργανα και μορφές δράσης 938

β) Η αρχή της πολιτικής αλληλεγγύης 939

γ) Διαδικασία λήψης αποφάσεων 940

δ) Επιχειρησιακή δράση 941

ε) Διορισμός ειδικών εντεταλμένων 941

στ) Εκπροσώπηση της ΕΕ 942

ζ) Η νομική φύση της ΚΕΠΠΑ 942

η) Κατανομή αρμοδιοτήτων 943

Β. Περιοριστικά μέτρα 944

Γ. Εφαρμογή της ΚΕΠΠΑ 949

α) Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας 949

β) Στρατηγική πυξίδα για την ασφάλεια και την άμυνα 950

γ) Ευρωπαϊκή στρατηγική για την εσωτερική ασφάλεια 951

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΚΟΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑΣ 954

Α. Το σύνταγμα της ΚΠΑΑ 955

α) Έννοια 955

β) Επιχειρησιακή ικανότητα 956

γ) Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας 958

δ) Η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία 959

1. Γενικές διατάξεις 959

2. Η απόφαση 2017/2315/ΚΕΠΠΑ 960

3. Η απόφαση 2018/909/ΚΕΠΠΑ 960

4. Η απόφαση 2020/1639/ΚΕΠΠΑ 960

5. Απολογισμός 963

ε) Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (ΕΤΑ) 964

Β. Εφαρμογή της ΚΠΑΑ 966

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 971

Ι. ΒΙΒΛΙΑ ΓΕΝΙΚΑ 971

Α. Ελληνικά 971

Β. Ξενόγλωσσα 971

II. ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ 972

ΙΙΙ. ΒΙΒΛΙΑ ΕΙΔΙΚΑ 972

Α. Ελληνικά 972

Β. Ξενόγλωσσα 974

IV. ΑΡΘΡΑ 976

A. Ελληνικά 976

Β. Ξενόγλωσσα 979

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 983

Σελ. 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το παρόν έχει ως αντικείμενο την ύλη του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνήθως τιτλοφορείται ως «ουσιαστικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Περιοριζόμενο για μεγάλο χρονικό διάστημα, όσον αφορά τα εγχειρίδια του Δικαίου της ΕΕ, αφενός στις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες της Ένωσης, αφετέρου στο δίκαιο του ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των δύο κοινών πολιτικών, της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της Κοινής Εμπορικής Πολιτικής, το ουσιαστικό δίκαιο της Ένωσης έχει πλέον, με τις διαρκείς μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη στην Ένωση, προσλάβει μια νέα όσο και σημαντική διάσταση, εκείνη των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, τις οποίες η Συνθήκη της Λισαβόνας διαιρεί σε «εσωτερικές πολιτικές και δράσεις της Ένωσης» και στην «εξωτερική δράσης της Ένωσης».

Οι εσωτερικές πολιτικές και δράσεις της Ένωσης που κατά την ΣΛΕΕ προσδιορίζονται σε είκοσι πέντε τίτλους περιλαμβάνουν την «εσωτερική αγορά», την «ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων», τη «γεωργία και την αλιεία», την «ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων», το «χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης», τις «μεταφορές», τους «κοινούς κανόνες για τον ανταγωνισμό, τη φορολογία και την προσέγγιση των νομοθεσιών», την «οικονομική και νομισματική πολιτική», την «απασχόληση», «την κοινωνική πολιτική», το «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο», την «παιδεία, την επαγγελματική εκπαίδευση, νεολαία και αθλητισμό», τον «πολιτισμό», τη «δημόσια υγεία», την «προστασία των καταναλωτών», τα «διευρωπαϊκά δίκτυα», τη «βιομηχανία», την «οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή», την «έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη και διάστημα», το περιβάλλον (αλλαγή του κλίματος)», την «ενέργεια», τον «τουρισμό», την «πολιτική προστασία» και την «διοικητική συνεργασία».

Στο περιεχόμενο της «εξωτερικής δράσης της Ένωσης» εμπίπτουν η «κοινή εμπορική πολιτική», η «συνεργασία με τρίτες χώρες και η ανθρωπιστική βοήθεια», τα «περιοριστικά μέτρα», οι «διεθνείς συμφωνίες», οι «σχέσεις της Ένωσης με διεθνείς οργανισμούς και τρίτες χώρες και αντιπροσωπίες της Ένωσης» και η «ρήτρα αλληλεγγύης».

Όπως προκύπτει από αυτήν την πράγματι εντυπωσιακή ανάπτυξη των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, οι κανόνες της Ένωσης κατέληξαν, ενσωματούμενοι στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, να δημιουργήσουν μια νέα νομική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να έχουν επηρεαστεί σχεδόν όλοι οι κλάδοι του δικαίου, είτε του δημοσίου είτε του ιδιωτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Συντάγματος.

Σελ. 2

Αναμφίβολα, η έννοια του ουσιαστικού δικαίου της Ένωσης θα μπορούσε να προσδιοριστεί σύμφωνα με το κριτήριο της προέλευσης των κανόνων, οπότε το ουσιαστικό δίκαιο της Ένωσης αποτελείται από όλους τους κανόνες που η ενωσιακή έννομη τάξη παράγει. Ωστόσο, η ανάλυση του συνόλου των κανόνων της Ένωσης απαιτεί ευρύτερη συλλογική προσπάθεια, με ειδικούς όλων των κλάδων του δικαίου, με αποτέλεσμα να εκφεύγει του παρόντος. Στο παρόν, περιοριζόμαστε στην ανάλυση των βασικών συνιστωσών του Ουσιαστικού Δικαίου της ΕΕ, δηλαδή στην ανάλυση της εσωτερικής αγοράς, του ανταγωνισμού, της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και της εξωτερικής δράσης της ΕΕ.

Σελ. 3

ΤΜΗΜΑ Ι

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Τα άρθρα 26 και 27 ΣΛΕΕ προσδιορίζουν την έννοια της εσωτερικής αγοράς, τις αρχές εγκαθίδρυσης και λειτουργίας της, καθώς και την εξασφάλιση ισόρροπης προόδου σε όλους τους τομείς που περιλαμβάνει. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2, «η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις των Συνθηκών». Ως προς τα μέτρα που απαιτούνται για την εγκαθίδρυση και διασφάλιση της λειτουργίας της, βασικές διατάξεις περιλαμβάνουν τα άρθρα 114 έως 118 ΣΛΕΕ για την προσέγγιση των (εθνικών) νομοθεσιών. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, «Εκτός αν ορίζουν άλλως οι Συνθήκες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 26. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδουν τα μέτρα τα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς». Τέλος, όσον αφορά την εξασφάλιση ισόρροπης προόδου, σύμφωνα με το άρθρο 27 ΣΛΕΕ «κατά τη διατύπωση των προτάσεών της για την υλοποίηση των στόχων του άρθρου 26, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το μέγεθος της προσπάθειας την οποία θα πρέπει να υποστούν ορισμένες οικονομίες που εμφανίζουν διαφορές ανάπτυξης για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και μπορεί να προτείνει τις κατάλληλες διατάξεις. Αν οι διατάξεις αυτές λάβουν τη μορφή παρεκκλίσεων, πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα και να επιφέρουν την ελάχιστη δυνατή διαταραχή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».

Η εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς αποτέλεσε βασικό ζητούμενο το σχεδίου Spaak για την ίδρυση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Όπως ήδη σημειώθηκε στο οικείο τμήμα, το σχέδιο αυτό που επιδίωκε τη συγχώνευση των εθνικών αγορών μέσω μιας κοινής αγοράς είχε ως στόχο να τεθεί τέλος στην κατασπατάληση των οικονομικών πόρων, με την εγκατάλειψη ιδίως αντιπαραγωγικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Η ελεύθερη διακίνηση των παραγωγικών δυνάμεων (επιχειρήσεις, κεφάλαιο, εργασία) θα επέτρεπε το σχηματισμό μιας ισχυρής μονάδας παραγωγής, μια συνεχή ανάπτυξη, μια αυξανόμενη σταθερότητα και ευημερία, καθώς και μια ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών που έτσι συνενώνονται.

Η εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς και εν συνεχεία της εσωτερικής αγοράς αποτέλεσε το επίκεντρο των πιο σημαντικών, πολιτικών, θεσμικών και οικονομικών επιλογών των κρατών μελών, με την καθοδήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες προσπαθειών για να οικοδομηθεί η εσωτερική αγορά. Απολογιστικά, οι προσπάθειες αυτές καρποφόρησαν. Όπως το επισημαίνει η Επιτροπή «η ενιαία αγορά είναι η ευρωπαϊκή εσωτερική μας αγορά. Αποτελεί ισχυρό καταλύτη για την ανάπτυξη, την ευημερία και την αλληλεγγύη. Με ΑΕΠ 18 τρις EUR, η ευρωπαϊκή

Σελ. 4

αγορά είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 18% της παγκόσμιας οικονομίας και παρέχοντας στην ΕΕ ευρεία κλίμακα, ισχύ και ευελιξία. Φέρνοντας σε επαφή 30 κράτη, 450 εκατομμύρια καταναλωτές και 26 εκατομμύρια επιχειρήσεις, η ευρωπαϊκή μας αγορά προσφέρει πρόσβαση σε ευρύ φάσμα προϊόντων, υπηρεσιών και επενδυτικών ευκαιριών. Παρέχει ισορροπία: με ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, καθώς και προστασία για τους εργαζομένους και τους καταναλωτές. Προσφέρει επίσης σταθερότητα και προβλέψιμο επενδυτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον, με βάση το κράτος δικαίου. Η ευρωπαϊκή μας αγορά ενσαρκώνει τις αξίες της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, η οποία συνδυάζει την ελευθερία και την ευημερία για όλους».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων συνιστά την πρώτη θεμελιώδη οικονομική ελευθερία της εσωτερικής αγοράς. Μάλιστα η τοποθέτηση της ελευθερίας αυτής πριν από εκείνη των προσώπων δεν είναι άνευ σημασίας, αν αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της υστέρησης που διακρίνει την Ένωση, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, νοούμενη ως θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα της Ένωσης. Αυτή την υστέρηση επιδίωξε να άρει η Συνθήκη για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης, τοποθετώντας την εν λόγω ελευθερία μετά από εκείνη των προσώπων. Ωστόσο, η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν υιοθέτησε αυτήν την προσέγγιση, ιδίως μετά τα δύο αρνητικά δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία.

Α. Η τελωνειακή ένωση

Σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ «η Ένωση περιλαμβάνει τελωνειακή ένωση που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και περιλαμβάνει την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις τους με τις τρίτες χώρες».

Σελ. 5

Ο νομοθετικός αυτός ορισμός της τελωνειακής ένωσης απαιτεί δύο επισημάνσεις. Κατ’ αρχάς, η κατάργηση των δασμών δεν αφορά μόνο τις εμπορευματικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, αλλά και εκείνες που γίνονται μεταξύ των περιφερειών του ίδιου κράτους. Όπως τόνισε το Δικαστήριο, η αρχή της τελωνειακής ένωσης επιτάσσει καθ’ εαυτή την κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων εν γένει και όχι μόνο στο διακρατικό εμπόριο. Ως προς τη νομοθετική συσχέτιση της έννοιας με το διακρατικό εμπόριο, αυτή έγινε λόγω της αυτονόητης ανυπαρξίας δασμών εντός του ίδιου κράτους. Ως εκ τούτου, η σχετική απαγόρευση εξυπακούεται, επειδή απαραίτητη προϋπόθεση της πραγματοποιήσεως μιας τελωνειακής ένωσης είναι η ανυπαρξία τέτοιων επιβαρύνσεων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο περαιτέρω προσδιορισμός της έννοιας του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, αν και η ΣΛΕΕ αποφεύγει επιμελώς να αναφερθεί στην έννοια ενός «ευρωπαϊκού τελωνειακού εδάφους», για να μην δώσει πολιτική υπόσταση στην Ένωση, ως χωριστή ενότητα από εκείνη των κρατών. Κυκλοφορούν ελεύθερα εντός του εδάφους της Ένωσης όχι μόνο τα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών αλλά και τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών. Θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός του κράτους μέλους τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σε αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος». Αρμόδιες αρχές είναι αυτές του κράτους εισαγωγής, οι οποίες εφαρμόζουν τον τελωνειακό κώδικα της Ένωσης. Ο εισαγωγέας υποχρεούται να αποδείξει την εκπλήρωση των σχετικών όρων εισαγωγής, όπως με την προσκόμιση υγειονομικών ή κτηνιατρικών βεβαιώσεων που χορηγούνται από το κράτος προέλευσης. Στην περίπτωση που ένα θέμα δεν έχει ρυθμιστεί από το νομοθέτη της Ένωσης, το κράτος μέλος εισαγωγής μπορεί να προβεί σε σχετικούς ελέγχους, όπως είναι οι τεχνικοί έλεγχοι, η διεξαγωγή των οποίων δεν επιτρέπει εκ νέου ελέγχους σε ένα άλλο κράτος μέλος, λόγω της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.

Σελ. 6

Το τελωνειακό έδαφος (customs territory) ταυτίζεται με το πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις που υπαγορεύονται από ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς λόγους. Έτσι, στην Συνθήκη Προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ένωση (1979), προστέθηκε κοινή δήλωση των συμβαλλομένων μερών, η οποία προβλέπει τα εξής για την περιοχή του Αγίου Όρους: «Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς το οποίο έχει παραχωρηθεί στο Άγιο Όρος, όπως αυτό είναι εγγυημένο από το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος, δικαιολογείται αποκλειστικά για λόγους πνευματικούς και θρησκευτικούς, η Ένωση θα μεριμνήσει ώστε να ληφθούν υπόψη οι λόγοι αυτοί κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τις τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές, καθώς και το δικαίωμα εγκαταστάσεως». Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και για άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, όπως είναι το νησί Χέλγκολαντ της Γερμανίας, τα υπερπόντια εδάφη της Γαλλίας ή τα εδάφη περιορισμένης κυριαρχίας (π.χ. Μονακό και Άγιος Μαρίνος), περιοχές που δεν ανήκουν βάσει διεθνών συνθηκών στην επικράτεια κρατών μελών, αλλά απολαμβάνουν σχετική αυτονομία.

Η ενότητα του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης διασπάται επίσης στην περίπτωση των «ελεύθερων ζωνών», όπου εναποτίθενται αδασμολόγητα προϊόντα προελεύσεως τρίτων κρατών προς επεξεργασία και εξαγωγή σε τρίτες χώρες (διαμετακομιζόμενα-transit). Η εξαίρεση γίνεται κατόπιν Οδηγιών του Συμβουλίου. Στην Ελλάδα, υπάρχουν τρεις τέτοιες ελεύθερες ζώνες που ευρίσκονται στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο Κρήτης. Στην περίπτωση που δεν ακολουθηθεί η δηλωθείσα πορεία της εξαγωγής, διαπράττεται απάτη.

Η πρόβλεψη κοινού εξωτερικού δασμολογίου προσδίδει πληρότητα στην έννοια της τελωνειακής ένωσης, στο βαθμό που η έλλειψη ενός τέτοιου δασμολογίου θα μετέτρεπε την τελωνειακή ένωση της Ένωσης σε μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών (free trade area). Άλλωστε η υποχρέωση εγκαθίδρυσης ενός κοινού εξωτερικού δασμολογίου οδήγησε σε εκείνη της διαμόρφωσης μιας κοινής εμπορικής πολιτικής, στο βαθμό που ο καθορισμός και ο περιορισμός των τελωνειακών φραγμών στο παγκόσμιο εμπόριο αποτελεί βασική προτεραιότητα της κοινής εμπορικής πολικής.

Η εγκαθίδρυση της τελωνειακής ένωσης συνεπάγεται την κατάργηση των δασμών, των ισοδυνάμων επιβαρύνσεων προς δασμούς, καθώς και το κοινό εξωτερικό δασμολόγιο.

α) Η κατάργηση των δασμών και των ισοδυνάμων επιβαρύνσεων

Σύμφωνα με το άρθρο 30 ΣΛΕΕ: «Οι εισαγωγικοί και εξαγωγικοί δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τους δασμούς ταμιευτικού χαρακτήρα». Η έννοια των «ταμιευτικών» δασμών, που έχουν δηλαδή φορολογικό χαρακτήρα συνδέεται συνήθως με επιβαρύνσεις που αφορούν εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά των εγχωρίων. Ωστόσο, η επιβάρυνση των εισαγομένων εντάσσεται στην ευρύτε

Σελ. 7

ρη έννοια των δασμών που καθιστούν δυσχερέστερη την εισαγωγή ενός προϊόντος, ανεξαρτήτως επιδίωξης προστατευτισμού.

1. Πεδίο εφαρμογής

Η ΣΛΕΕ είναι λακωνική ως προς την έννοια των εμπορευμάτων, την οποίαν προσδιόρισε το Δικαστήριο σε συνάρτηση με το σύστημα και τους στόχους της Ένωσης. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, στην έννοια των εμπορευμάτων περιλαμβάνεται κάθε προϊόν που «μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και ως εκ τούτου να αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγών». Με άλλα λόγια, δεν ενδιαφέρει η φύση, ο προορισμός ή εν τέλει η κοινωνική χρησιμότητα του προϊόντος. Όλα τα εμπορεύσιμα είδη, τουλάχιστον σύμφωνα με τα ισχύοντα στο εσωτερικό των κρατών μελών, υπάγονται στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η νομολογία είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική εν προκειμένω: εμπορεύματα είναι μεταξύ άλλων τα σκουπίδια, τα ναρκωτικά, τα άγρια και κατοικίδια ζώα, το ανθρώπινο αίμα. Βέβαια, άλλο είναι η υπαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων στην ελεύθερη κυκλοφορία, άλλο η ανάγκη να θεσπιστεί επ’ αυτών ένα ειδικό κανονιστικό πλαίσιο, όπως αυτό που αφορά τα αγροτικά προϊόντα.

Ωστόσο, το κείμενο της ΣΛΕΕ προβλέπει εξαιρέσεις. Κατ’ αρχάς, ειδικό καθεστώς προβλέπεται για το εμπόριο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού, το οποίο υπόκειται στην αρμοδιότητα των κρατών, ως μέσο προστασίας ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας του. Τα μέτρα που εν προκειμένω δύναται να λάβει ένα κράτος μέλος «δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς σχετικά με τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς». Η διάταξη αυτή αφορά μεταξύ άλλων και τα διπλής χρήσης προϊόντα, στρατιωτικής και μη χρήσης. Ως εξαιρετική διάταξη, το πεδίο εφαρμογής της πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Σχετικά, υφίσταται πίνακας των σχετικών προϊόντων, τον οποίο κατάρτισε το Συμβούλιο στις 15 Απριλίου 1958. Μόνο ομόφωνα μπορεί να τροποποιηθεί ο εν λόγω πίνακας από το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Το Συμβούλιο προσδιόρισε τις τελωνειακές δεσμεύ-

Σελ. 8

σεις των κρατών μελών για ορισμένα όπλα και στρατιωτικό υλικό. Πολλά των κρατών μελών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν τηρούν τις σχετικές δεσμεύσεις με αποτέλεσμα να εγείρονται σχετικές προσφυγές. Οι μέχρι στιγμής προσπάθειες της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αναπτύξουν στο πλαίσιο της κοινής αμυντικής πολιτικής μια εσωτερική αγορά αμυντικών όπλων απέτυχαν λόγω της επιθυμίας των κρατών μελών να διατηρήσουν τη σχετική κυριαρχική δικαιοδοσία τους. Η στάση της Επιτροπής όσον αφορά τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων, συγκεντρώσεων και περιορισμών του ανταγωνισμού είναι περιοριστική και αφορά προπάντων τα αγαθά διπλής χρήσης. Γενικά, η Επιτροπή δεν προσέφυγε κατά κρατών για το υπό εξέταση θέμα, αναγνωρίζοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, την οποία η Συνθήκη της Λισαβόνας ενισχύει ως σημαντικό μέρος της εθνικής ταυτότητας.

Εν συνεχεία, όσον αφορά τα «γεωργικά προϊόντα», δηλαδή «τα προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας και της αλιείας, καθώς και τα προϊόντα πρώτης μεταποιήσεως τα οποία έχουν άμεση σχέση με αυτά», οι διατάξεις περί εσωτερικής αγοράς εφαρμόζονται δευτερευόντως, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν αντιτίθενται στις ρυθμίσεις περί κοινής γεωργικής πολιτικής, οι οποίες μεταξύ άλλων αφορούν τις τιμές τους, τις ενισχύσεις στην παραγωγή και στην εμπορία και κοινούς μηχανισμούς σταθεροποιήσεως των εισαγωγών ή των εξαγωγών. Ωστόσο, η πρακτική κατέδειξε ότι ο εν λόγω ειδικός χαρακτήρας των γεωργικών προϊόντων δεν οδήγησε σε μια διαφορετική μεταχείριση. Τόσο ο νομοθέτης της Ένωσης, όσο και το Δικαστήριο έδωσαν το προβάδισμα στις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας, υπό την έννοια ότι οι κοινές οργανώσεις αγορών αποσυνδέθηκαν από τα δασμολογικά και ποσοτικά εμπόδια, τα οποία έπρεπε να καταργηθούν ως άσχετα με αυτές. Η προσέγγιση αυτή ίσχυε κατά μείζονα λόγο και για τις εθνικές αγορές αγροτικών προϊόντων οι οποίες έπρεπε να είναι συμβατές με τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

Τέλος, σχετικά πρέπει να επισημανθεί ότι η έννοια των εμπορευμάτων πρέπει να διακριθεί εκείνης των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, δεδομένων των διαφορετικών ρυθμίσεων της Συνθήκης. Έτσι, σε αντίθεση με τα τηλεοπτικά μηνύματα, ο «άϋλος» χαρακτήρας των οποίων τα υπαγάγει στην έννοια των υπηρεσιών, το υλικό υπόστρωμα τους (υλικά, μηχανήματα, κ.λπ.) εντάσσεται στην έννοια του εμπορεύματος. Εμπορεύματα είναι επίσης οι δίσκοι, οι μαγνητοταινίες κ.λπ. (όλα τα αποτυπώματα ήχων και εικόνων), ανεξάρτητα από

Σελ. 9

το είδος του πνευματικού έργου που ενσωματώνουν. Αντίθετα, τα νομίσματα που αποτελούν μέσα πληρωμών, κατά τη νομοθεσία ενός κράτους, υπάγονται, ως φυσικά προϊόντα, στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η νομολογία προσφεύγει στο κριτήριο της κύριας και δευτερεύουσας χρήσης ή αποστολής για να εντοπιστεί το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς. Έτσι, όσον αφορά την πώληση ήπιων ναρκωτικών σε ειδικά καταστήματα στην Ολλανδία, κρίθηκε ότι πρόκειται για ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση αναμετάδοσης αθλητικών αγώνων, όπου θεωρήθηκε ότι ο ακριβός αποκωδικοποιητής συνιστά μια συγκεκριμένη προϋπόθεση οργάνωσης και παροχής μιας υπηρεσίας.

2. Έννοια

Ως δασμός νοείται χρηματική επιβάρυνση, έστω και ελάχιστη, που επιβάλλεται μονομερώς στα προϊόντα λόγω διάβασης των συνόρων. Η νομολογία ερμήνευσε διασταλτικά την έννοια του δασμού. Κάθε χρηματική επιβάρυνση ανεξάρτητα από την ονομασία και την τεχνική εισπράξεώς της, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμό, αν βέβαια δεν συνιστά κατά κυριολεξία δασμό. Μια τέτοια επιβάρυνση απαγορεύεται, έστω και αν δεν εισπράττεται προς όφελος του κράτους, δεν οδηγεί σε προστασία εθνικών προϊόντων ή δεν υφίστανται ανταγωνιστικά εθνικά προϊόντα. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ιδιαίτερα ευρύ ορισμό, λειτουργικού χαρακτήρα, στο βαθμό που εξασφαλίζει την μέγιστη αποτελεσματικότητα στην θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

Υπό το πρίσμα αυτό, ελάχιστη σημασία έχουν τα εθνικά δίκαια όσον αφορά την ονομασία που δίνουν (φόρος, φορολογική ή παραφορολογική επιβάρυνση, εισφορές) ή τον τρόπο εισπράξεως που προβλέπουν μέσω τελωνειακών, οικονομικών ή δημοσιονομικών υπηρεσιών. Με άλλα λόγια ο σκοπός που επιδιώκεται είναι αδιάφορος. Έτσι, δεν έγιναν αποδεκτές επιβαρύνσεις για λόγους κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων, προστασίας του περιβάλλοντος,

Σελ. 10

Αδιάφορο είναι επίσης αν η χρηματική επιβάρυνση εισπράττεται από το κράτος, από ΝΠΔΔ ή από επαγγελματικούς οργανισμούς για την χρηματοδότηση δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος. Εν προκειμένω, παρατηρείται ταύτιση της διευρυμένης έννοιας του κράτους, με την περίπτωση του πεδίου εφαρμογής των κρατικών ενισχύσεων.

Η έννοια της διάβασης των συνόρων δεν ταυτίζεται με τα εθνικά σύνορα. Το Δικαστήριο εξομοίωσε με τα εθνικά σύνορα τα περιφερειακά σύνορα, θεωρώντας ότι μια επιβάρυνση των εμπορευμάτων που εισάγονται, αλλά και όσων εξάγονται από μια περιφέρεια ενός κράτους μέλους, αναλογική προς την αξία τους, συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πλήττονται τόσο τα εθνικά όσο και τα υπόλοιπα προϊόντα της Ένωσης. Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι καταστάσεις καθαρά εσωτερικές που δεν συνδέονται δηλαδή με τη διάβαση εθνικών συνόρων δεν αποκλείονται αυτομάτως από την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 30 ΣΛΕΕ.

Σύμφωνα με τον προαναφερθέντα ορισμό του Δικαστηρίου, εμπίπτουν στην κατηγορία των απαγορευμένων επιβαρύνσεων οι ακόλουθες περιπτώσεις:

1. Κάθε επιβάρυνση που πλήττει αποκλειστικά τα εισαγόμενα προϊόντα και επιδιώκει την προστασία ανταγωνιστικών εγχώριων προϊόντων.

2. Κάθε επιβάρυνση που πλήττει το ίδιο τα εισαγόμενα και τα εγχώρια, υπό την προϋπόθεση ότι η επιβάρυνση των τελευταίων αντισταθμίζεται από υπηρεσίες που χρηματοδοτούνται από την εν λόγω εισφορά (φόροι υπέρ τρίτων).

Σελ. 11

3. Κάθε επιβάρυνση που ενέχει χαρακτήρα ανταποδοτικού τέλους-δαπάνες για σχετικές με το προϊόν διοικητικές ενέργειες-, όταν καθορίζεται με κριτήρια διαφορετικά από εκείνα που προβλέπονται για τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.

4. Κάθε επιβάρυνση-τέλος που δεν τηρεί την αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ του κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας και του ύψους της επιβαλλόμενης χρηματικής επιβαρύνσεως.

5. Κάθε επιβάρυνση-τέλος που έστω και αν σέβεται την αρχή της αντιστοιχίας δεν προσφέρει πραγματικό και ατομικό όφελος στον εισαγωγέα ή εξαγωγέα, αλλά εξυπηρετεί αποκλειστικά το γενικό συμφέρον, όπως το τέλος που καταβάλλεται για τη συλλογή, επεξεργασία και δημοσίευση στατιστικών στοιχείων.

6. Ευρύτερα, κάθε επιβάρυνση που υπαγορεύεται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας-υγειονομικοί έλεγχοι- της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας, στο βαθμό που αποβλέπουν στην προστασία του κοινού, οπότε το κόστος πρέπει να αναληφθεί από τους φορολογούμενους. Η απαγόρευση των επιβαρύνσεων αυτών δεν σημαίνει ωστόσο ότι απαγορεύονται και οι έλεγχοι που επιτρέπονται για λόγους προστασίας του γενικού συμφέροντος.

7. Δεν συνιστά απαγορευμένη επιβάρυνση, η εύλογη επιβάρυνση που εισπράττεται ως αντάλλαγμα μιας υπηρεσίας που παρέχεται πραγματικά και ατομικά στον εισαγωγέα/εξαγωγέα, στο

Σελ. 12

πλαίσιο μιας γενικής ρύθμισης τελών που επιβάλλονται ισότιμα και αντικειμενικά τόσο στα εισαγόμενα όσο και στα εξαγόμενα.

3. Εσωτερικοί φόροι

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμούς από τους φόρους, το νομικό καθεστώς των οποίων διαφέρει. Η ΣΛΕΕ προβλέπει την εναρμόνιση των εμμέσων φόρων, στο βαθμό που η εναρμόνιση τους είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, όπως και να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Ωστόσο, δεδομένης της ομοφωνίας που απαιτείται, η φορολογική εναρμόνιση στην Ένωση δεν έχει προχωρήσει πολύ, με αποτέλεσμα να υστερεί σε αποτελεσματικότητα η εσωτερική αγορά.

Η Συνθήκη έλαβε όμως πρόνοια να διασφαλίσει την φορολογική ουδετερότητα των κρατών μελών με διατάξεις που απαγορεύουν τις φορολογικές διακρίσεις σε βάρος προϊόντων άλλων κρατών μελών. Πράγματι, κατά τη Συνθήκη «κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανώτερους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.» Παράλληλα, «κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων».

3.1. Διάκριση φόρων και φορολογικών επιβαρύνσεων

Η διάκριση μεταξύ εσωτερικών φόρων και φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος δεν είναι πάντοτε ευχερής, κατά μείζονα λόγο που το άρθρο 30 ΣΛΕΕ απαγορεύει τους δασμούς ταμιευτικού-φορολογικού χαρακτήρα. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο δασμός μπορεί να επιβάλλεται όχι μόνο κατά τη διάβαση των συνόρων αλλά και μεταγενέστερα.

Η διαφορά μεταξύ των φορολογικών επιβαρύνσεων και των φόρων έγκειται στην τυπική διαφοροποίηση που τους χαρακτηρίζει. Έτσι, ενώ οι φορολογικές επιβαρύνσεις πλήττουν κατά κανόνα ένα προϊόν κατά την διάβαση των συνόρων, οι φόροι πλήττουν τα προϊόντα γενικά, ανεξαρτήτως προέλευσης. Σχετικό παράδειγμα προσφέρουν τα τέλη ταξινόμησης

Σελ. 13

των αυτοκινήτων που επιβάλλει μια χώρα, ανεξαρτήτως προέλευσης των αυτοκινήτων. Kατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επιβαλλόμενο από ορισμένο κράτος μέλος τέλος ταξινομήσεως κατά την ταξινόμηση αυτοκινήτων οχημάτων στο εν λόγω κράτος ενόψει της θέσεώς τους σε κυκλοφορία δεν συνιστά τελωνειακό δασμό ούτε φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 28 ΣΛΕΕ και 30 ΣΛΕΕ. Ένας τέτοιος φόρος αποτελεί εσωτερικό φόρο και πρέπει, ως εκ τούτου, να εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 110 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 110 ΣΛΕΕ σκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Επιδιώκει δε την κατάργηση κάθε μορφής προστασίας η οποία ενδέχεται να απορρέει από την επιβολή εσωτερικών φόρων που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος προϊόντων προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη. Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 110, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαγορεύει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή στα προϊόντα άλλων κρατών μελών υψηλότερων εσωτερικών φορών από εκείνων που βαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, ένα σύστημα φορολογίας δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατό με το άρθρο 110 ΣΛΕΕ παρά μόνον αν αποδεικνύεται ότι είναι διαρρυθμισμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται, σε κάθε περίπτωση, η βαρύτερη φορολογία των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με τα εθνικά και ότι, ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση δυσμενείς διακρίσεις. Εξ άλλου, στον τομέα της φορολογίας των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων οχημάτων, κρίθηκε ότι το άρθρο 110 ΣΛΕΕ αποσκοπεί στη διασφάλιση της απόλυτης ουδετερότητας των εσωτερικών φόρων όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ των προϊόντων που ήδη διατίθενται στην εγχώρια αγορά και των εισαγόμενων προϊόντων. Κατά τη νομολογία, τα αυτοκίνητα οχήματα που διατίθενται στην αγορά ενός κράτους μέλους είναι εγχώρια προϊόντα του αντίστοιχου κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 110 ΣΛΕΕ. Όταν τα προϊόντα αυτά διατίθενται προς πώληση στην αγορά μεταχειρισμένων οχημάτων αυτού του κράτους μέλους, πρέπει να θεωρούνται προϊόντα ανάλογα με τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα οχήματα του ιδίου τύπου, που έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια φθορά. Ειδικότερα, τα μεταχειρισμένα οχήματα που αποκτώνται στην αγορά του εν λόγω κράτους μέλους και εκείνα που αποκτώνται σε άλλα κράτη μέλη με σκοπό την εισαγωγή και τη θέση τους σε κυκλο

Σελ. 14

φορία στο πρώτο κράτος μέλος αποτελούν ανταγωνιστικά προϊόντα. Επομένως, το άρθρο 110 ΣΛΕΕ υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος να επιλέγει και να ρυθμίζει τους φόρους που βαρύνουν τα αυτοκίνητα οχήματα κατά τρόπο που να μην ευνοεί την πώληση των εγχώριων μεταχειρισμένων οχημάτων και να μην αποθαρρύνει, συνεπώς, την εισαγωγή ομοειδών μεταχειρισμένων οχημάτων.

Μια δεύτερη ουσιαστική διαφορά απορρέει από την εννοιολογική συγκρότησή τους. Οι επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται κατ’ αρχήν, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων. Οι έμμεσοι φόροι ή εσωτερικοί φόροι κατ’ αρχήν επιτρέπονται εκτός εάν λειτουργούν προστατευτικά για τα εγχώρια προϊόντα. Σχετικό παράδειγμα προσφέρει κατάσταση στην Ιταλία, όπου θεσμοθετήθηκε επιβάρυνση που έπληττε κατ’ ουσία τα εισαγόμενα προϊόντα, επειδή η ποσότητα των εισαγομένων είναι πολύ μεγαλύτερη από τα εγχώρια. Όπως τόνισε σχετικά το Δικαστήριο: «1) Η φορολογική επιβάρυνση που χαρακτηρίζεται ως φόρος καταναλώσεως και επιβάλλεται τόσο στα εισαγόμενα όσο και στα εγχώρια προϊόντα, στην πραγματικότητα όμως πλήττει σχεδόν αποκλειστικά τα εισαγόμενα προϊόντα, επειδή η εγχώρια παραγωγή είναι εξαιρετικά περιορισμένη, δεν συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό κατά την έννοια των άρθρων [28] και [30 ΣΛΕΕ], αν εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που επιβάλλονται πάγια σε κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξαρτήτως προελεύσεως των προϊόντων. Ως εκ τούτου εμφανίζει το χαρακτήρα εσωτερικού φόρου κατά την έννοια του άρθρου [110 ΣΛΕΕ]. 2 ) Το άρθρο [110, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης] απαγορεύει την επιβολή φόρου καταναλώσεως σε ορισμένα εισαγόμενα φρούτα, εφόσον ο φόρος αυτός μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προστασία της εγχώριας παραγωγής φρούτων. 3 ) Το άρθρο [110] της Συνθήκης αφορά όλα τα προϊόντα που προέρχονται από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη».

Πρόσθετο διαφωτιστικό παράδειγμα συνιστά η απόφαση του Δικαστηρίου, της 22ας Απριλίου 1999, με αντικείμενο επιβάρυνση στην εταιρία CRT France International SA (CRT),

Σελ. 15

η οποία εισήγαγε στη Γαλλία τηλεπικοινωνιακούς εξοπλισμούς και, ιδίως, πομπούς-δέκτες λειτουργούντες σε ζώνες ραδιοσυχνότητας πολιτών ( συσκευές CB). Κατά την εταιρεία, η επιβάρυνση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εσωτερικός, κατά την έννοια του άρθρου 110 της Συνθήκης, φόρος, εφόσον δεν εντάσσεται σ’ ένα γενικό σύστημα φορολογήσεως πλήττον συστηματικώς εισαγόμενα και εγχώρια προϊόντα και, ειδικότερα, σ’ ένα γενικό σύστημα φορολογήσεως της χρήσεως του δικτύου ερτζιανών κυμάτων. Αντιθέτως, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούσαν ότι, έστω κι αν δεν υφίσταται εγχώρια παραγωγή, η επίμαχη στην κύρια δίκη επιβάρυνση έχει τον χαρακτήρα εσωτερικού φόρου, διότι εντάσσεται σ’ ένα γενικό σύστημα φορολογήσεως αποβλέπον στην κάλυψη του κόστους που συνεπάγεται για τη Γαλλική Δημοκρατία η χρησιμοποίηση του ραδιοηλεκτρικού φάσματος ερτζιανών κυμάτων που αποτελεί στοιχείο του δημόσιου τομέα. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριζε επίσης ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη επιβάρυνση δεν αντίκειται προς το άρθρο 110 της Συνθήκης, εφόσον, μεταξύ άλλων, δεν ευνοεί καμιά εγχώρια παραγωγή. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, το ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας επιβαρύνσεως ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος, το οποίο την διακρίνει από έναν εσωτερικό φόρο, έγκειται στο ότι η πρώτη πλήττει αποκλειστικά το εισαγόμενο προϊόν, υπό την ιδιότητά του αυτή, ενώ ο δεύτερος πλήττει τόσο τα εισαγόμενα όσο και τα εγχώρια προϊόντα. Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, δεν αμφισβητείται το ότι δεν υφίστατο εγχώρια παραγωγή συσκευών CB. Ωστόσο, πρόκειται για πραγματικό περιστατικό, η εξακρίβωση του οποίου απόκειται στον εθνικό δικαστή. Το Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει ότι μια επιβάρυνση, η οποία πλήττει ένα εισαγόμενο από άλλο κράτος μέλος προϊόν, ενώ υφίσταται όμοιο ή παρεμφερές εγχώριο προϊόν, δεν συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, αλλά εσωτερικό φόρο κατά την έννοια του άρθρου 110 της Συνθήκης, αν η επιβάρυνση αυτή ανάγεται σ’ ένα γενικό σύστημα εσωτερικών εισφορών, στο οποίο εμπίπτουν συστηματικά κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως καταγωγής των προϊόντων. Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής ότι η επιβάρυνση επί των συσκευών CB εμπίπτει σ’ ένα τέτοιο σύστημα και σκοπεί στο να καθίσταται δυνατό στη Γαλλική Δημοκρατία να καλύπτει τα έξοδα που είναι αναγκαία για τη διαχείριση του ραδιοηλεκτρικού φάσματος ερτζιανών κυμάτων. Πράγματι, μολονότι έχει διαπιστωθεί ότι φορολογείται το μεγαλύτερο μέρος των συσκευών μέσω των οποίων γίνεται χρήση αυτού του ραδιοηλεκτρικού φάσματος, η μέθοδος φορολογήσεως των συσκευών CB διαφέρει αυτής των λοιπών συσκευών εφόσον, στην περίπτωση των συσκευών CB, αυτή που φορολογείται είναι η παράδοση, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις την επιβάρυνση φέρουν οι χρήστες, χωρίς να υφίσταται αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος. Επομένως, η εν λόγω επιβάρυνση, στο μέτρο που πλήττει την παράδοση εισαγομένων από κράτη μέλη συσκευών CB, αποτελεί όχι εσωτερικό, κατά την έννοια του άρθρου 110 της Συνθήκης, φόρο αλλά επι

Σελ. 16

βάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, απαγορευόμενη από τα άρθρα 29 και 30 της Συνθήκης.

Με μια εξόχως λειτουργική προσέγγιση, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνο τότε είναι αποδεκτό ένα σύστημα φορολογίας, όταν είναι διαρθρωμένο κατά τρόπο που να αποκλείει σε κάθε περίπτωση τη βαρύτερη φορολογία των εισαγομένων σε σχέση με τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να υφίσταται διαφορά ως προς τον συντελεστή φορολόγησης, τη βάση υπολογισμού του φόρου, τον υπολογισμό προβλεπομένων εκπτώσεων από την φορολογητέα αξία, τη διαδικασία είσπραξης κ.λπ. Η νομολογία του Δικαστηρίου προσφέρει άφθονα σχετικά παραδείγματα. Έτσι, σχετικά με τη συμβατότητα ρυθμίσεως σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν επιβολή τελών επί της μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που παραγόταν στην εθνική επικράτεια και προοριζόταν για εξαγωγή, το Δικαστήριο, αντικρούοντας την επιχειρηματολογία της Σλοβακίας, υπογράμμισε ότι «ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι δύο κατηγορίες ηλεκτρικής ενέργειας υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, για να εντάσσεται στο πλαίσιο γενικού συστήματος «εσωτερικών φόρων», κατά την έννοια του άρθρου 110 ΣΛΕΕ, η υπό εξέταση φορολογική επιβάρυνση πρέπει να βαρύνει το όμοιο εγχώριο ή εξαγόμενο προϊόν με τον ίδιο φόρο στο ίδιο στάδιο εμπορίας, η δε γενεσιουργός αιτία του φόρου πρέπει, και αυτή, να είναι η

Σελ. 17

ίδια για αμφότερα τα προϊόντα». «Πάντως, αν και σύμφωνα με τα στοιχεία της Σλοβακικής Κυβέρνησης ο τελικός πελάτης είναι ιδίως αυτός ο οποίος καταβάλλει την επίμαχη χρηματική επιβάρυνση για την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνεται στη Σλοβακία, εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι, για την ηλεκτρική ενέργεια που εξάγεται, η επιβάρυνση αυτή οφείλεται από τον εξαγωγέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Επομένως, η επίμαχη στην κύρια δίκη επιβάρυνση πλήττει την παραγόμενη στη Σλοβακία ηλεκτρική ενέργεια λόγω της καταναλώσεώς της στην εν λόγω χώρα ή, οσάκις αυτή εξάγεται με σκοπό να καταναλωθεί μεταγενέστερα σε άλλη χώρα, λόγω της εξαγωγής της. Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η χρηματική αυτή επιβάρυνση δεν πλήττει στο ίδιο στάδιο εμπορίας την ηλεκτρική ενέργεια η οποία εξάγεται και εκείνη η οποία καταναλώνεται εντός του εν λόγω κράτους μέλους».

Μια ιδιαίτερη κατάσταση εκδηλώνεται όταν μια επιβάρυνση πλήττει αδιάκριτα τόσο τα εθνικά όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα, τα σχετικά έσοδα όμως καταλήγουν να ενισχύουν τα εθνικά προϊόντα. Οι εν λόγω επιβαρύνσεις εισπράττονται είτε από το κράτος είτε από επαγγελματικούς οργανισμούς. Η νομολογία διακρίνει δύο διαφορετικές καταστάσεις. Μια φορολογική επιβάρυνση, καίτοι πλήττει τα ημεδαπά και τα εισαγόμενα προϊόντα βάσει πανομοιότυπων κριτηρίων, μπορεί ωστόσο να απαγορεύεται από τη Συνθήκη, όταν το προϊόν της φορολογικής αυτής επιβαρύνσεως προορίζεται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικώς τα φορολογούμενα ημεδαπά προϊόντα. Αν τα πλεονεκτήματα των οποίων τυγχάνουν τα προϊόντα αυτά αντισταθμίζουν πλήρως τη φορολογική επιβάρυνση που τα πλήττει, τα αποτελέσματα της τελευταίας αυτής εκδηλώνονται μόνον έναντι των εισαγομένων προϊόντων και η επιβάρυνση αυτή συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος. Αντιθέτως, αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν μόνον εν μέρει τη φορολογική επιβάρυνση που πλήττει τα ημεδαπά προϊόντα, η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά φόρο ενέχοντα διακρίσεις κατά την έννοια του άρθρου 110 ΣΛΕΕ, του οποίου η επιβολή απαγορεύεται κατά το τμήμα του ποσού του που χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση προς όφελος των ημεδαπών προϊόντων.

3.2. Παραδείγματα νομολογίας

Δύο σχετικά παραδείγματα αποσαφηνίζουν πλήρως αυτούς τους κανόνες. Το πρώτο παράδειγμα αφορά γερμανική ρύθμιση σχετικά με τη νομιμότητα υποχρεωτικής εισφοράς επιβαλλομένης εντός της Γερμανίας, μεταξύ άλλων, κατά την προσκόμιση στην υγειονομική επιθεώρηση των κρεάτων σφαγέντων χοίρων για εμπορικούς σκοπούς, υπέρ ενός Ταμείου εμπορίας γεωργικών και δασικών προϊόντων και ειδών διατροφής (Absatzfonds: Ταμείο). Η γερμανική ρύθμιση πρόβλεπε τη σύσταση ενός Ταμείου εμπορίας των γερμανικών γεωργικών και δασικών προϊόντων και ειδών διατροφής. Το Ταμείο είχε ως αποστολή «να

Σελ. 18

προωθεί, κατά συγκεντρωτικό τρόπο, με σύγχρονα μέσα και μεθόδους, την εμπορία και την εκμετάλλευση των γερμανικών γεωργικών και δασικών προϊόντων και ειδών διατροφής, με την κατάκτηση και τη διατήρηση αγορών στη Γερμανία και στην αλλοδαπή». Σχετική με τη χρηματοδότηση του Ταμείου διάταξη όριζε, πέραν της καταβολής επιχορηγήσεων από τις ομοσπονδιακές αρχές, την επιβολή εισφορών στον τομέα της γεωργίας, της δασοκομίας και της διατροφής. Η ίδια διάταξη καθόριζε σε 1 γερμανικό μάρκο ανά χοίρο το ποσόν της εισφοράς που οφείλεται από τις επιχειρήσεις που προσκομίζουν στην υγειονομική επιθεώρηση κρέατα χοίρων σφαγέντων για εμπορικούς σκοπούς. Η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης ασκούσε χονδρεμπόριο κρεάτων και εκμεταλλευόταν ένα σφαγείο εντός της Γερμανίας. Το 1985, προσκόμισε ορισμένο αριθμό σφαγέντων χοίρων στην υγειονομική επιθεώρηση κρεάτων. Από τη διάταξη περί παραπομπής προέκυπτε ότι οι χοίροι αυτοί προέρχονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος από τις Κάτω Χώρες, όπου τους είχε επιβληθεί μια εθνική φορολογική επιβάρυνση προοριζόμενη για τη χρηματοδότηση μέτρων προωθήσεως των ολλανδικών προϊόντων, η οποία δεν ελήφθη υπόψη κατά την καταβολή της επίμαχης εισφοράς. Οι γερμανικές αρχές απαίτησαν από τη προσφεύγουσα εταιρεία Scharbatke την καταβολή ποσού αντιστοιχούντος στην οφειλομένη εισφορά. Καίτοι η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυριζόταν ότι οι δραστηριότητες του Ταμείου σκοπό έχουν την προώθηση τελικών ειδών διατροφής τα οποία απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, ασχέτως του εάν τα τελικά αυτά προϊόντα έχουν παρασκευαστεί με βάση εγχώρια ή εισαγόμενα προϊόντα, κάτι που σήμαινε ότι οι παρεμβάσεις του Ταμείου λειτουργούσαν προς όφελος τόσο των εγχωρίων όσο και των εισαγομένων βασικών προϊόντων, το Δικαστήριο βασίζοντας το σκεπτικό του στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία περιορίζονταν στην περίπτωση φορολογικής επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων της οποίας το προϊόν ευνοεί μόνα τα εγχώρια προϊόντα, έκρινε ότι:

«εν όψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να δοθεί η απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ότι, μια υποχρεωτική εισφορά συνιστώσα φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, επιβαλλόμενη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται μόνον υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα απορρέοντα πλεονεκτήματα αντισταθμίζουν ολοσχερώς το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από τα άρθρα [28] και [30] της Συνθήκης. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον το βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά εσωτερικό φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο [110] της Συνθήκης».

Ένα δεύτερο σχετικό παράδειγμα προσφέρει η υπόθεση C-206/06, σχετική με ρύθμιση της Ολλανδίας, βάσει της οποίας οι ημεδαποί αγοραστές ηλεκτρικής ενέργειας όφειλαν στον διαχειριστή του δικτύου, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου (31 Αυγούστου 2000 έως 31 Δεκεμβρίου 2000), προσαύξηση τιμολογίου για τις ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που μεταφέρθηκαν για τις δικές τους ανάγκες, προσαύξηση που τελικά μεταβιβαζόταν από τον διαχειριστή δικτύου σε προς τούτο ορισθείσα από τον νομοθέτη εται-

Σελ. 19

ρία για την κάλυψη των μη συναδουσών με τα κριτήρια της αγοράς δαπανών, που προκύπτουν από δεσμεύσεις που ανέλαβε ή από επενδύσεις που πραγματοποίησε η εταιρία αυτή πριν από την ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και όταν η εταιρία αυτή 1) είναι από κοινού θυγατρική επιχείρηση των τεσσάρων εγχωρίων επιχειρήσεων παραγωγής, 2) κατά το οικείο χρονικό διάστημα (2000), είναι η μοναδική υπεύθυνη για τις μη συνάδουσες με τα κριτήρια της αγοράς δαπάνες που προέκυψαν κατά το έτος αυτό, 3) έχει αναμφισβήτητα ανάγκη ποσών 181. 512. 086,40 ευρώ για να καλύψει τις δαπάνες αυτές κατά το εν λόγω έτος, και 4) εφόσον τα έσοδα από την προσαύξηση αυτή στο τιμολόγιο υπερβαίνουν το προαναφερθέν ποσό οφείλει να μεταβιβάσει το πλεόνασμα στον οικείο υπουργό. Σύμφωνα με την απόφαση, η προσαύξηση που επιβάλλεται στη μεταφερόμενη ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να κριθεί αντίθετη προς το άρθρο 30 και 110 ΣΛΕΕ μόνο στον βαθμό που επιβλήθηκε σε εισαγόμενη ηλεκτρική ενέργεια. Εν συνεχεία, θεωρήθηκε ότι το άρθρο 30 ΣΛΕΕ είναι αντίθετο προς την εν λόγω νομοθετική διάταξη, επειδή έχει ως συνέπεια τα ποσά που εισπράττει η εταιρία αυτή να αντισταθμίζουν εξ ολοκλήρου την επιβάρυνση που πλήττει την μεταφερόμενη ημεδαπή ηλεκτρική ενέργεια. Το αυτό ισχύει όταν οι ημεδαπές επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας οφείλουν να καλύπτουν τις δαπάνες αυτές και όταν, λόγω υφισταμένων συμβάσεων, με την πληρωμή μιας ορισμένης τιμής αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται εντός του κράτους μέλους, με την πληρωμή μερισμάτων στις διάφορες ημεδαπές επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των οποίων η καθορισθείσα εταιρία αποτελεί θυγατρική εταιρία ή με κάθε άλλο μέσον, το πλεονέκτημα που συνίσταται στην προσαύξηση τιμής μπορεί να μεταβιβάζεται εξ ολοκλήρου από την καθορισθείσα εταιρία στις ημεδαπές επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τέλος, το άρθρο 110 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι είναι αντίθετο προς την ίδια νομοθετική διάταξη υπό περιστάσεις στις οποίες το προϊόν της φορολογικής επιβαρύνσεως που επιβάλλεται στη μεταφερόμενη ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται μόνον εν μέρει για την πληρωμή μη συναδουσών με τα κριτήρια της αγοράς δαπανών, ήτοι όταν το ποσό που εισπράττει η καθορισθείσα εταιρία αντισταθμίζει μόνον εν μέρει την επιβάρυνση που πλήττει τη μεταφερόμενη ημεδαπή ηλεκτρική ενέργεια.

Γενικά, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα, δεδομένης της ελλιπούς φορολογικής εναρμόνισης, να προβλέπουν διαφορετική φορολόγηση για ορισμένα προϊόντα, εφόσον τηρούν αντικειμενικά κριτήρια και επιδιώκουν ευρύτερους κοινωνικούς, περιφερειακούς και οικονομικούς σκοπούς. Άλλωστε, το άρθρο 110 ΣΛΕΕ αφορά τους εσωτερικούς φόρους που πλήττουν άμεσα ή έμμεσα ένα προϊόν. Έτσι, φόροι που αφορούν την παραγωγική ή την εμπορική εν γένει δραστηριότητα, όπως οι φόροι επί των διαφημίσεων, των τραπεζικών εργασιών ή της συστάσεως εταιριών, δεν εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου.

Σελ. 20

β) Απαίτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων

Η νομολογία επέβαλε ήδη από το 1980 την αρχή ότι ποσά που καταβλήθηκαν ως δασμοί ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμούς πρέπει να επιστρέφονται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των διαφορών είναι τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας. Δεδομένων ωστόσο των διαφορών που χαρακτηρίζουν τις εθνικές έννομες τάξεις, αναφορικά με την παραγραφή των απαιτήσεων, τους όρους επιστροφής κ.λπ., αναπτύχθηκε μια ειδική νομολογία στη βάση της αρχής της ισοδυναμίας της προστασίας, μεταξύ «εσωτερικών» και ενωσιακών απαιτήσεων, καθώς και της αρχής της ουσιαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που προκύπτουν από τους κανόνες της Ένωσης, με αποτέλεσμα τη σταδιακή εναρμόνιση των εθνικών δικονομικών συστημάτων.

Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, ελλείψει ενωσιακής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθέντων εθνικών φόρων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το ενωσιακό δίκαιο. Ωστόσο, οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως ούτε να καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη.

Όσον αφορά τις διαφορετικές εθνικές διατάξεις, το Δικαστήριο κατ’ επανάληψη τόνισε ότι, από τη συγκριτική εξέταση των εθνικών συστημάτων προκύπτει ότι το ζήτημα της αμφισβητήσεως των παρανόμως απαιτηθέντων φόρων ή της αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων λύεται με διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα κράτη μέλη, ακόμη δε και εντός του ιδίου κράτους, ανάλογα με τα διάφορα είδη των επιμάχων φόρων και τελών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αμφισβητήσεις ή οι αιτήσεις αυτού του είδους υποβάλλονται από τον νόμο σε καθορισμένες προϋποθέσεις τύπου και προθεσμίας όσον αφορά τόσο τις αξιώσεις που απευθύνονται στη φορολογική διοίκηση όσο και τις ένδικες προσφυγές. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ένδικες προσφυγές περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων τελών πρέπει να ασκούνται ενώπιον των κοινών δικαστηρίων, ιδίως υπό μορφή αγωγών αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος.

Back to Top