ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 160
- ISBN: 978-618-08-0820-9
Στο έργο «Το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου στο υλικό της δικογραφίας» αναλύεται η λειτουργία του δικαιώματος αυτού στην ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, στο ενωσιακό δίκαιο και συγκεκριμένα στην Οδηγία 2012/13 και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Ειδικότερες θεματικές της ανάλυσης αποτελούν:
- Οι βάσεις προστασίας του δικαιώματος
- Το πεδίο εφαρμογής
- Οι περιορισμοί
Το έργο προσφέρει μια συνολική και σε βάθος οπτική της λειτουργίας του δικαιώματος πρόσβασης του κατηγορουμένου στο υλικό της δικογραφίας στην ποινική διαδικασία. Αποτελεί ένα ιδιαίτερα χρήσιμο βοήθημα για τον εφαρμοστή του δικαίου, ιδίως μετά τις πρόσφατες αλλαγές με τον Ν 5232/2025.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ι. Το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό
στη νομολογία του ΕΔΔΑ
1. Οι βάσεις του δικαιώματος 5
β) Ειδικότερα κριτήρια για το αποδεικτικό υλικό στο οποίο
πρέπει να υπάρχει πρόσβαση 10
β) Προϋποθέσεις σύμφωνων με την ΕΣΔΑ περιορισμών 16
ββ) Βάσεις περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης 17
βγ) Επαρκής αντισταθμιστική διαδικασία κατά τη συνολική
στάθμιση 18
ΣΤ. Το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό ως πτυχή
του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη 25
α) Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη - μεθοδολογικό πλαίσιο ερμηνείας
του άρθρου 6 ΕΣΔΑ 25
β) Ισότητα των όπλων και κατ’ αντιδικία δίκη ως βασικές πτυχές
του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη 27
βα) Η θεμελίωση του δικαιώματος πρόσβασης 27
ββ) Το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος πρόσβασης 29
ΙΙ. Το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό
στο ενωσιακό δίκαιο
1. Το δικαίωμα πρόσβασης ως δικαίωμα υπεράσπισης
στο ενωσιακό δίκαιο 35
Α. Βάσεις του δικαιώματος 35
2. Η σχέση των δικαιωμάτων υπεράσπισης με την αρχή
της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων 37
3. Ο Χάρτης και η σχέση του με την ΕΣΔΑ 40
Α. Συνέπειες για την ερμηνεία του δικαιώματος πρόσβασης
σε αποδεικτικό υλικό στην Οδηγία 2012/13 41
4. Συνέπειες κατοχύρωσης του δικαιώματος πρόσβασης
στην Οδηγία 2012/13 για το εθνικό δίκαιο 43
Γ. Δικαιούχοι - Περιεχόμενο 46
γ) Προϋποθέσεις σύμφωνων με Οδηγία περιορισμών 46
6. Η επιρροή της νομολογίας του ΕΔΔΑ στην ερμηνεία
του δικαιώματος πρόσβασης στο ενωσιακό δίκαιο 47
Α. Θεμελίωση του δικαιώματος πρόσβασης στο αποδεικτικό
υλικό στην Οδηγία 47
Β. Πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος πρόσβασης 48
Δ. Περιεχόμενο του δικαιώματος 51
Ε. Περιορισμοί του δικαιώματος 51
ΙΙΙ. Το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου
στο υλικό της δικογραφίας στο ελληνικό δίκαιο
1. Ιστορική εξέλιξη 53
Α. Το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας υπό
την Ποινική Δικονομία 1834 53
α) Από την θέση σε ισχύ της Ποινικής Δικονομίας 1834
έως τους νόμους ΓΦΜΗ΄ και ΓΜΟΣΤ΄ του 1910 53
β) Από τους νόμους ΓΦΜΗ΄ και ΓΜΟΣΤ΄ 1910
έως το Σχέδιο ΚΠΔ 1934 55
βα) Η επιρροή του γαλλικού νόμου της 8ης Δεκεμβρίου 1897 55
ββ) Οι νόμοι ΓΦΜΗ΄ 1910 και ΓΜΟΣΤ΄ του 1910 56
γ) Η πορεία του δικαιώματος μετά τους νόμους ΓΦΜΗ΄
και ΓΦΟΣΤ΄ 1910 58
δ) Οι προτάσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠΔ 59
Β. Το δικαίωμα υπό τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας 1950 61
β) Πεδίο εφαρμογής – Δικαιούχοι – Περιεχόμενο 64
γ) Το δικαίωμα πρόσβασης στα διαφορετικά στάδια
της διαδικασίας 65
δ) Η επιρροή του νόμου 2408/1996 74
ε) Η επιρροή των νόμων 3160/2003 και 3346/2005 76
2. Το ισχύον δίκαιο - Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 2019 82
Α. Περιεχόμενο – Δικαιούχοι του δικαιώματος πρόσβασης
στο υλικό της δικογραφίας 82
Γ. Ο ν. 5232/2025 - Περιορισμοί 90
Δ. Βάσεις του δικαιώματος στην ημεδαπή έννομη τάξη 92
α) Η σχέση με το δικαίωμα ακρόασης 92
Ε. Ειδικότερα ζητήματα στο πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος 99
α) Ο ρόλος της «δικογραφίας» 99
β) Στάδια της διαδικασίας στα οποία το δικαίωμα ασκείται 102
ββ) Η σημασία της προκαταρκτικής εξέτασης 103
βγ) Το δικαίωμα πρόσβασης στην κατ’ έφεση δίκη -
η αξιοποίηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ 104
γ) Περιορισμοί του δικαιώματος (άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ) 105
γα) Πρόσβαση σε ένα τμήμα του αποδεικτικού υλικού
και δικαίωμα ακρόασης 106
γβ) Μη πρόσβαση σε τμήμα του αποδεικτικού υλικού
και δικαίωμα σε δίκαιη δίκη 107
γγ) Περιεχόμενο και έκταση των υιοθετούμενων περιορισμών 108
γγα) Έκταση περιορισμού (αδικήματα, στάδια διαδικασίας,
διάρκεια) 108
γδ) Προϋποθέσεις περιορισμών 112
γδα) Βάσεις περιορισμών – η απευθείας παραπομπή
στη νομολογία του ΕΔΔΑ 112
γδβ) Περιορισμός και δικαιώματα υπεράσπισης
(συνολική στάθμιση) 113
γδγ) Διαδικαστικές προϋποθέσεις επιβολής περιορισμών 114
α) Το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό
στο άρθρο 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ 116
αβ) Πεδίο εφαρμογής - Αποδεικτικά μέσα 117
αγ) Περιεχόμενο δικαιώματος 118
αδ) Προϋποθέσεις σύμφωνων με την ΕΣΔΑ περιορισμών 118
αε) Αντισταθμιστική διαδικασία κατά την επιβολή
προσωρινής κράτησης 119
ββ) Ειδικά οι περιορισμοί του δικαιώματος πρόσβασης
σε περίπτωση σύλληψης - κράτησης 123
γ) Η επιρροή της νομολογίας του ΕΔΔΑ και της Οδηγίας 2012/13
στη ρύθμιση του ΚΠΔ 124
3. Συμπερασματικές παρατηρήσεις 125
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 141
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Αντικείμενο της εργασίας αποτελεί το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου στο υλικό της δικογραφίας ως δικαίωμα της υπεράσπισης στην ελληνική έννομη τάξη. Επισημαίνεται ότι η μελέτη εκκινεί από τη σύλληψη του δικαιώματος στην ΕΣΔΑ ως υπερεθνικού κανόνα. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα γνωστοποίησης της κατηγορίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 3α΄ ΕΣΔΑ ως δικαίωμα γνώσης της κατηγορίας, καθώς και το δικαίωμα γνώσης της πρότασης του εισαγγελέα, που σύμφωνα με το ΕΔΔΑ συνιστά δικαίωμα πρόσβασης της υπεράσπισης σε παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας.
Επιπροσθέτως, στην εργασία γίνεται λόγος για το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό υιοθετώντας την σχετική ορολογία του ΕΔΔΑ. Με δεδομένο όμως ότι κατά τον ΚΠΔ το αποδεικτικό υλικό είναι οργανωμένο σε φάκελο δικογραφίας, στο εθνικό δίκαιο οι δύο όροι «υλικό δικογραφίας» και «αποδεικτικό υλικό» χρησιμοποιούνται εναλλάξιμα.
Περαιτέρω, η μελέτη υιοθετεί την οπτική του νομικού πλουραλισμού, σύμφωνα με την οποία στην ελληνική έννομη τάξη βρίσκονται σε διάδραση στο επίπεδο της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων τρία συστήματα κανόνων, η ΕΣΔΑ (εν προκειμένω τα άρθρα 6 παρ. 3β΄ και 5 παρ. 4) ως υπερεθνικό δίκαιο, το ενωσιακό δίκαιο (Οδηγία 2012/13 και Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και το Σύνταγμα σε συνδυασμό με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Προκειμένου να αναδειχθούν οι αλληλεπιδράσεις αυτών των συστημάτων κανόνων και να αξιοποιηθούν κατά την ερμηνεία των διατάξεων του ΚΠΔ, η ανάλυση του δικαιώματος πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό διαιρείται σε τρία μέρη, που αντιστοιχούν στα τρία συστήματα κανόνων, ΕΣΔΑ, Οδηγία 2012/13 και Σύνταγμα σε συνδυασμό με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Περαιτέρω, σε κάθε σύστημα κανόνων η ανάλυση δομείται σε
Σελ. 2
δύο επίπεδα. Στο πρώτο σκιαγραφείται το δικαίωμα και στο δεύτερο αυτό αναλύεται σε βάθος. Στο πρώτο επίπεδο ανάλυσης το δικαίωμα εξετάζεται στις εξής θεματικές: βάσεις, πεδίο εφαρμογής και περιορισμοί. Η εξέταση αυτή ακολουθεί τις ιδιομορφίες κάθε συστήματος. Έτσι, στο σύστημα της ΕΣΔΑ αναλύεται η νομολογία του ΕΔΔΑ σε κάθε θεματική και στο ενωσιακό δίκαιο ερμηνεύονται οι διατάξεις της Οδηγίας 2012/13. Σχετικά με το εθνικό δίκαιο, η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του νέου ΚΠΔ ακολουθεί τη μελέτη των σταδίων ιστορικής εξέλιξης του ΚΠΔ. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται μεταξύ άλλων η Ποινική Δικονομία του 1834 και κυρίως οι προβλέψεις του προϊσχύσαντος ΚΠΔ του 1950.
Στο δεύτερο επίπεδο, η σε βάθος ανάλυση στο σύστημα κανόνων της ΕΣΔΑ περιλαμβάνει κατά πρώτον τον προσδιορισμό των εννοιών επί των οποίων θεμελιώνεται το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό, δηλαδή την αντιδικία και την ισότητα των όπλων και κατ’ αποτέλεσμα τη συμμετοχή της υπεράσπισης στη διαδικασία απόδειξης στην ποινική διαδικασία ως πτυχές του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Κατά δεύτερον, αυτή η σύλληψη του δικαιώματος συνδέεται με τη διαμόρφωση του πεδίου εφαρμογής και των κριτηρίων της συνολικής στάθμισης βάσει των οποίων κρίνεται η συμφωνία των περιορισμών του δικαιώματος με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Έτσι, προκύπτουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί, κατά το ΕΔΔΑ, η εθνική διαδικασία ώστε να είναι σύμφωνη με την αντιδικία, την ισότητα των όπλων και την παροχή εγγυήσεων προστασίας του δικαιώματος πρόσβασης.
Στο ενωσιακό δίκαιο κατά το δεύτερο επίπεδο ανάλυσης συνδέεται η ΕΣΔΑ και η νομολογία του ΕΔΔΑ μέσω του Χάρτη με την Οδηγία 2012/13 και αναδεικνύονται τα σημεία επιρροής τους στη διαμόρφωση και ερμηνεία των διατάξεων της Οδηγίας 2012/13, ώστε να σκιαγραφείται με σαφήνεια η έκταση προστασίας του δικαιώματος πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό. Έτσι προκύπτει ότι και στην Οδηγία το δικαίωμα πρόσβασης ως δικαίωμα αποτελεσματικής συμμετοχής της υπεράσπισης στην αποδεικτική διαδικασία θεμελιώνεται στην αντιδικία και την ισότητα των όπλων. Αυτή η βάση του δικαιώματος ως πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του και τα κριτήρια στάθμισης των παραδεκτών περιορισμών, σε αντιστοιχία με τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ.
Στον ΚΠΔ στο δεύτερο επίπεδο ανάλυσης εξετάζεται πρώτον η επιρροή της ανωτέρω σύλληψης του δικαιώματος πρόσβασης κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ στη διαμόρφωση των βάσεων προστασίας του δικαιώματος, σε συνδυασμό με το δικαίωμα σε δικαστική ακρόαση του άρθρου 20 παρ. 1 του
Σελ. 3
Συντάγματος. Λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό υπόψη τα χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης που προσεγγίζονται μέσα από τα ερμηνευτικά σχήματα του θεωρητικού Damaska για τα ηπειρωτικά συστήματα. Αναδεικνύεται το σημείο που τέμνεται η κλασική προσέγγιση του ελληνικού ποινικού συστήματος και της νομολογίας του ΕΔΔΑ, το οποίο συνίσταται στην αποτελεσματική συμμετοχή της υπεράσπισης στην ποινική διαδικασία. Έτσι, οι αξιολογήσεις του ΕΔΔΑ αυτοτελώς, αλλά και μέσω της Οδηγίας 2102/13 που τις υιοθετεί, έχουν «προσληφθεί» από την εθνική έννομη τάξη εξελίσσοντας και εμπλουτίζοντας την ερμηνεία του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος στην ποινική διαδικασία.
Επιπλέον, με αφετηρία αυτές τις βάσεις του δικαιώματος εξετάζονται ζητήματα του πεδίου εφαρμογής και ειδικότερα η σημασία της οργάνωσης του αποδεικτικού υλικού σε φάκελο δικογραφίας. Αξιοποιείται ερμηνευτικά η Οδηγία και η ερμηνεία της σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το εάν το δικαίωμα πρόσβασης εκτείνεται και σε αποδεικτικό υλικό σε άλλη δικογραφία. Κατά τα στάδια της διαδικασίας που ασκείται το δικαίωμα πρόσβασης, οι θεματικές που είναι κεντρικές για την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων είναι ο ρόλος της απολογίας, ο χαρακτήρας της προκαταρκτικής εξέτασης και ειδικά η άσκηση του δικαιώματος στην κατ’ έφεση δίκη, όπου αναδεικνύεται και η αξιοποίηση από τον Άρειο Πάγο της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ.
Μία άλλη ενότητα ζητημάτων αφορά στους περιορισμούς του δικαιώματος πρόσβασης στον ΚΠΔ, οι οποίοι εξετάζονται καταρχάς υπό το πρίσμα του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με τη σύλληψη του ΕΔΔΑ. Περαιτέρω, ερμηνεύονται οι διατάξεις του ΚΠΔ σχετικά με την έκταση των περιορισμών και ειδικότερα το είδος των αδικημάτων που αφορούν, τα στάδια της διαδικασίας στα οποία μπορούν να επιβληθούν και το διαδικαστικό στάδιο της άρσης τους. Επίσης, οι προϋποθέσεις των περιορισμών του δικαιώματος πρόσβασης ερμηνεύονται με βάση την Οδηγία και ειδικά για τη συμφωνία με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη αξιοποιείται η έννοια της συνολικής στάθμισης σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.
Η έκταση του περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό σε σχέση με τη σύλληψη ή προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου αποτελεί ειδικό ζήτημα. Εξαιτίας όμως της αυτοτέλειάς του στην ΕΣΔΑ (άρθρο 5 παρ. 4) και στην Οδηγία 2012/13 (άρθρο 7 παρ. 1), κρίνεται ότι πρέπει να τύχει ξεχωριστής επεξεργασίας σε παρέκβαση. Έτσι, εξετάζεται στα τρία συστήματα κανόνων, ΕΣΔΑ, Οδηγία και ΚΠΔ στο πρώτο επί-
Σελ. 4
πεδο στις θεματικές των βάσεων, του πεδίου εφαρμογής και των περιορισμών και σε δεύτερο επίπεδο αναλύεται σε σχέση με τις ιδιαιτερότητες της απόφασης για στέρηση της ελευθερίας στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Ερμηνεύονται οι σχετικές διατάξεις της Οδηγίας που καθορίζουν το επίπεδο προστασίας στο ενωσιακό δίκαιο και αξιοποιείται η νομολογία του ΕΔΔΑ και η Οδηγία 2012/13 κατά την ερμηνεία της σχετικής διάταξης του ΚΠΔ για την έκταση του περιορισμού σε αυτές τις περιπτώσεις.
Η μελέτη κλείνει με συνολική επισκόπηση της επίδρασης της ΕΣΔΑ και της Οδηγίας 2012/13 στον ΚΠΔ, καθώς και των ειδικότερων προκλήσεων που η εισαγωγή περιορισμών του δικαιώματος θέτει για τον εφαρμοστή του δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη.
Σελ. 5
Ι. Το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό
υλικό στη νομολογία του ΕΔΔΑ
1. Οι βάσεις του δικαιώματος
Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης δεν αναφέρεται ρητά στην ΕΣΔΑ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αρχικά και μετέπειτα το ΕΔΔΑ στη νομολογία του ανέδειξαν την ύπαρξή του. Η αρχική σύλληψη του δικαιώματος αυτού βασίστηκε στη διατύπωση του άρθρου 6 παρ. 3β΄ της Σύμβασης. Ειδικότερα, η φράση «αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του» ήδη στην απόφαση Haase κατά Γερμανίας ερμηνεύθηκε ότι περιλαμβάνει και την πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό, και το σχετικό δικαίωμα εξεταζόταν σε αυτή τη νομική βάση. Στη Jespers κατά Βελγίου, όμως, το δικαίωμα πρόσβασης ως δικαίωμα της υπεράσπισης συνδέθηκε με την αρχή της ισότητας των όπλων, υπό την έννοια ότι αυτή έχει τη βάση της όχι μόνο στην παρ. 1 του άρθρου 6 αλλά και στην παρ. 3β΄ του άρθρου 6. Κρίνοντας μια υπόθεση στο νομικό περιβάλλον του ηπειρωτικού
Σελ. 6
δικαίου, εν προκειμένω του βελγικού, η απόφαση αυτή, εκκινώντας από το γεγονός ότι η δίωξη ασκείται από κρατικό όργανο που έχει στη διάθεσή του τον κρατικό μηχανισμό, αναγνωρίζει την ανάγκη ύπαρξης, στο μέτρο του δυνατού, ισότητας όπλων μεταξύ των διωκτικών αρχών και του κατηγορουμένου. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει τη διερεύνηση της υπόθεσης είτε από ανεξάρτητο δικαστή είτε από εισαγγελική αρχή που έχει όμως την υποχρέωση να συλλέξει αποδείξεις κατά αλλά και υπέρ του κατηγορουμένου, όπως επίσης και τα δικαιώματα υπεράσπισης, που απαριθμούνται ενδεικτικά στην παρ. 3 του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, στα οποία συγκαταλέγεται το δικαίωμα πρόσβασης. Έτσι, η ισότητα των όπλων μέσω της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων της υπεράσπισης αποτελεί τη βάση θέσπισης όχι μόνο των εγγυήσεων του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ αλλά και αυτών του άρθρου 6 παρ. 3 ΕΣΔΑ, και ιδίως του στοιχείου β΄.
Στην απόφαση Edwards κατά Ηνωμένου Βασιλείου το δικαίωμα πρόσβασης κρίθηκε σε περιβάλλον «common law». H γνωστοποίηση από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση όλων των αποδεικτικών μέσων είτε υπέρ είτε κατά του κατηγορουμένου θεωρήθηκε προϋπόθεση δικαιότητας της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Σε συνέχεια αυτής της θεώρησης, στην απόφαση - ορόσημο για τη σχετική προβληματική Rowe και Davis κατά Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία κρίθηκε σε Eυρεία Σύνθεση, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων θα έπρεπε να εξεταστούν μόνο υπό το πρίσμα του 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, διότι αφορούν στη δικαιότητα συνολικά της διαδικασίας και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η αυτοτελής εξέταση του άρθρου 6 παρ. 3β΄ ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο αιτιολογώντας περαιτέρω αυτή τη θεώρηση εκκίνησε από τα χαρακτηριστικά της δίκαιης δίκης που είναι η ισότητα των όπλων και η αντιδικία. Συνήγε δε από την τελευταία ότι η υπεράσπιση και η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να λάβουν γνώση και να σχολιάσουν τις παρατη-
Σελ. 7
ρήσεις και τις αποδείξεις που προσκομίζονται από την άλλη πλευρά. Με αυτή την απόφαση το ΕΔΔΑ έθεσε τη βάση του συλλογισμού του για το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό. Επαναλαμβάνεται δε εφεξής σε όλες τις σχετικές αποφάσεις είτε αφορούσαν υποθέσεις στο «common law» είτε σε ηπειρωτικά δίκαια. Σε αποφάσεις όμως που αφορούσαν στα τελευταία, γίνεται ρητή αναφορά και στο περιεχόμενο του άρθρου 6 παρ. 3β΄ ΕΣΔΑ. Στις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισης περιλαμβάνεται και η ευκαιρία του κατηγορουμένου να λάβει γνώση, για τους σκοπούς της προετοιμασίας της υπεράσπισης του, των αποτελεσμάτων των ερευνών που διενεργήθηκαν καθ’ όλη την ποινική διαδικασία.
Σελ. 8
Έτσι, βάση του δικαιώματος αποτελεί τόσο το άρθρο 6 παρ. 1 όσο και το άρθρο 6 παρ. 3β΄ ΕΣΔΑ.
2. Πεδίο εφαρμογής
Α. Αποδεικτικά μέσα
Εξετάζοντας το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος, καταρχάς το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι καλύπτει «όλες τις αποδείξεις που βρίσκονται στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής». Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται οι αποδείξεις που αποκτήθηκαν από τη διενέργεια ερευνών, ακόμα και εάν αυτές αποκτήθηκαν συμπληρωματικά στο στάδιο της κατ’ έφεσης δίκης. Ο τρόπος οργάνωσης αυτού του αποδεικτικού υλικού και εισαγωγής του στη διαδικασία στο ακροατήριο διαφέρει όμως στα ηπειρωτικά από τα «common law» συστήματα.
α) H σημασία της διάκρισης ηπειρωτικών και common law συστημάτων στον τρόπο οργάνωσης του αποδεικτικού υλικού
Στα ηπειρωτικά συστήματα κατά την προδικασία το υλικό συγκεντρώνεται σε έναν φάκελο. Στην κύρια διαδικασία ισχύει η αρχή της αμεσότητας και της προφορικότητας. Οι αποδείξεις που έχουν ήδη συγκεντρωθεί, απαρτίζουν το περιεχόμενο του φακέλου, έχουν μελετηθεί από τους δικαστές και θα γίνουν αντικείμενο ελέγχου κατά την προφορική διαδικασία. Κατά
Σελ. 9
συνέπεια, η πρόσβαση στο υλικό αυτό ήδη πριν την κύρια διαδικασία είναι σημαντική για τη διαμόρφωση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου.
Στα «common law» συστήματα οι αποδείξεις συγκεντρώνονται από την αστυνομία και οι ένορκοι αποφασίζουν με βάση την προφορική ανάπτυξη, χωρίς να έχουν μελετήσει το αποδεικτικό υλικό. Το αποδεικτικό υλικό δεν συγκροτεί «φάκελο» υπό τεχνική έννοια και δεν αποτελεί τη βάση της απόφασης, αλλά χρησιμεύει ως οδοδείκτης για την παρουσίαση των αποδείξεων ενώπιον των ενόρκων. Συνεπώς, βρίσκεται στα χέρια της κατηγορούσας αρχής, η οποία επιλέγει ποια αποδεικτικά μέσα θα παρουσιάσει στη διαδικασία. Από την άλλη πλευρά, και η υπεράσπιση μπορεί να έχει συγκεντρώσει αποδείξεις. Είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν είναι άμεσα σχετικά με την υπόθεση, αλλά είναι σημαντικά είτε για να κριθεί εάν οι αποδείξεις στις οποίες βασίστηκε η υπόθεση είναι αξιόπιστες είτε γιατί μπορεί να περιέχουν πληροφορίες βοηθητικές για την υπεράσπιση. Αν όμως η κατηγορούσα αρχή επιλέξει να μην βασιστεί σε αυτά, τότε μπορεί να μην γίνουν ποτέ γνωστά και έτσι να υπονομευθεί η προοπτική μιας δίκαιης διαδικασίας. Άρα, η υπεράσπιση πρέπει να έχει εκ των προτέρων γνώση όλων των αποδείξεων που έχουν συλλεχθεί, ιδίως των ευνοϊκών για τον κατηγορούμενο, προκειμένου να είναι σε θέση να αντικρούσει αποτελεσματικά την κατηγορία. Έτσι, δεδομένου ότι η δικογραφία δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας και δεν βρίσκεται στην κατοχή μιας ανεξάρτητης και αμερόληπτης αρχής, θα ήταν ακριβέστερο, στην περίπτωση αυτή, να μιλάμε για αποκάλυψη («disclosure»), υπό την έννοια της διάθεσης των αποδεικτικών μέσων στην υπεράσπιση, παρά για «πρόσβαση».
Παρόλες όμως τις διαφοροποιήσεις, το ΕΔΔΑ είχε την ευκαιρία να κρίνει την παραβίαση ή μη του δικαιώματος πρόσβασης σε αποδεικτικό υλικό, το οποίο σε ηπειρωτικά δίκαια διατηρείτο από τον εισαγγελέα σε χωριστό φάκελο (chemise spéciale), που περιείχε οδηγίες και αλληλογραφία
Σελ. 10
με ανώτερους εισαγγελείς καθώς και άλλα έγγραφα, ή σε εμπιστευτικό φάκελο που αφορούσε στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων ή σε εμπιστευτικό αποδεικτικό υλικό που αφορούσε στις επιχειρησιακές δραστηριότητες της αστυνομίας κατά τη διενέργεια άρσης του απορρήτου της επικοινωνίας, αλλά και σε πρωτογενές υλικό από παρακολούθηση τηλεφωνικών συνομιλιών ή σε υλικό video από την ανακριτική διείσδυση. Σε «common law» συστήματα οι περιπτώσεις που έκρινε το ΕΔΔΑ αφορούσαν σε αποδεικτικό υλικό που η κατηγορούσα αρχή δεν είχε αποκαλύψει στον δικαστή.
β) Ειδικότερα κριτήρια για το αποδεικτικό υλικό στο οποίο πρέπει να υπάρχει πρόσβαση
Ανεξαρτήτως του τρόπου οργάνωσης του αποδεικτικού υλικού, το ΕΔΔΑ εφαρμόζει το δικαίωμα πρόσβασης όχι μόνο στο αποδεικτικό υλικό που είναι άμεσα σχετικό με τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που έχουν σχέση με το παραδεκτό, την αξιοπιστία και την πληρότητα των αποδεικτικών μέσων που σχετίζονται άμεσα με τα γεγονότα,
Σελ. 12
και μπορεί, για παράδειγμα, να αφορούν στον τρόπο κτήσης των «αμέσων» αποδείξεων, αλλά και σε αποδεικτικά μέσα που θα έδιναν τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να αθωωθεί ή να μειώσει την ποινή του. Σε κάποιες περιπτώσεις το ΕΔΔΑ συνεκτιμά και τη σημασία των αποδείξεων για την κατηγορία, καθώς και το εάν χρησιμοποιήθηκαν στη διαδικασία ή την επιρροή τους στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδίως αν οι αποδείξεις είχαν συλλεγεί σε άλλη υπόθεση. Το δε υλικό αρκεί να είναι δυνητικά σχετικό με την υπεράσπιση, ανεξαρτήτως εάν η κατηγορούσα αρχή το θεωρεί σχετικό.
Σελ. 13
Β. Στάδια διαδικασίας
Με δεδομένο ότι το δικαίωμα πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό αναγνωρίζεται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ κατά το στάδιο επιβολής προσωρινής κράτησης, δηλαδή στην προδικασία, τίθεται το ζήτημα εάν κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ γενικά στην προδικασία, δηλαδή και σε περιπτώσεις που δεν αφορούν στην επιβολή προσωρινής κράτησης.
Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ δεν λαμβάνει σαφή θέση αν το δικαίωμα πρόσβασης κατοχυρώνεται σε σχέση με συγκεκριμένες διαδικαστικές ενέργειες, όπως η εξέταση του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως της ανάγκης μη αποκάλυψης του συνόλου του αποδεικτικού υλικού για λόγους προστασίας της ανακριτικής διαδικασίας. Έτσι, στην απόφαση A.T. κατά Λουξεμβούργου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το άρθρο 6 ΕΣΔΑ δεν μπορεί να ερμηνευθεί «ότι εγγυάται πρόσβαση χωρίς περιορισμούς στον φάκελο της υπόθεση πριν την εξέταση του κατηγορουμένου/υπόπτου από τον ανακριτή για πρώτη φορά στην περίπτωση που οι εθνικές αρχές έχουν επαρκείς λόγους που σχετίζονται με το συμφέρον της δικαιοσύνης να μην υπάρξουν προσκόμματα στην αποτελεσματικότητα των ερευνών». Αυτή μάλιστα η παραδοχή δεν αναιρείται από την αναφορά του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Sapan κατά Τουρκίας όπου το ζήτημα ήταν η μη ύπαρξη νομικής συμπαράστασης κατά την εξέταση την πρώτη φορά από την αστυνομία και τη δεύτερη από τον εισαγγελέα. Σε κάθε πάντως περίπτωση, το δικαίωμα πρόσβασης θα πρέπει να μπορεί να ασκηθεί πριν τη διεξαγωγή της κύριας διαδικασίας.
Σελ. 14
Γ. Δικαιούχοι
Εάν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο, τότε αρκεί ο συνήγορος να έχει πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το υλικό θα είναι διαθέσιμο μέσω του συνηγόρου στον κατηγορούμενο, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να κάνει παρατηρήσεις κατά την επικοινωνία του με τον συνήγορο. Εάν όμως επιτραπεί στον κατηγορούμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, τότε θα πρέπει ο ίδιος να έχει πρόσβαση στο υλικό.
Σε περιπτώσεις που πρόκειται για ηλεκτρονικές αποδείξεις, ο δικαιούχος του δικαιώματος πρόσβασης πρέπει να υποβάλει συγκεκριμένο και αιτιολογημένο αίτημα, προσδιορίζοντας το επιπλέον αποδεικτικό υλικό στο οποίο αιτείται την πρόσβαση. Στην απόφαση Sigurdur Einarsson κ.ά. κατά Ισλανδίας ο εισαγγελέας είχε επιλέξει από το συνολικό υλικό ένα τμήμα του με χρήση συγκεκριμένων λέξεων κλειδιά, ενώ οι κατηγορούμενοι δεν είχαν συμμετάσχει στην επιλογή του υλικού, χωρίς όμως να υποβάλλουν αίτημα για πρόσβαση στο σύνολο του υλικού. Επίσης, στην Rook κατά Γερμανίας το υλικό από την άρση απορρήτου ήταν ογκώδες και είχε δοθεί πρόσβαση στο τμήμα στο οποίο είχαν στηριχθεί οι κατηγορίες, αλλά ο κατηγορούμενος δεν είχε εξειδικεύσει σε ποιο επιπλέον υλικό ζητούσε πρόσβαση.
Σελ. 15
Δ. Περιεχόμενο
Ερχόμενοι στο περιεχόμενο του δικαιώματος πρόσβασης, αυτό περιλαμβάνει την χωρίς περιορισμούς πρόσβαση της υπεράσπισης στον φάκελο της υπόθεσης και τη χρήση σημειώσεων, καθώς και τη δυνατότητα, αν είναι αναγκαίο, λήψης αντιγράφων. To ΕΔΔΑ είχε την ευκαιρία να προσδιορίσει ειδικότερα αυτό το περιεχόμενο και σε περιπτώσεις που έκρινε διαδικασίες ελέγχου πολιτικού παρελθόντος (lustration proceedings). Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, εν προκειμένω της Πολωνίας, πρόσωπα που κατείχαν δημόσια αξιώματα όφειλαν να προβούν σε δήλωση περί μη συνεργασίας τους με τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας από το 1944 έως το 1990 (lustration declaration). Εάν διαπιστωνόταν ότι η δήλωσή τους δεν ήταν αληθής, τότε κινείτο ποινική διαδικασία εναντίον τους και μπορούσε να επιβληθεί απαγόρευση να φέρουν την ιδιότητα του μέλους του κοινοβουλίου ή να κατέχουν δημόσια αξιώματα. Σε αυτές τις διαδικασίες το αποδεικτικό υλικό περιελάμβανε έγγραφα που αφορούσαν σε δραστηριότητες των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας κατά την περίοδο της κομμουνιστικής διακυβέρνησης. Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η μη πρόσβαση σε όλο το υλικό ή σε τμήμα αυτού για λόγους ασφαλείας θα είχε ως συνέπεια να περιοριστεί σημαντικά η δυνατότητα του κατηγορουμένου να αντικρούσει την εκδοχή των γεγονότων που παρουσιαζόταν από τις μυστικές υπηρεσίες.
Συναφώς, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το δικαίωμα πρόσβασης αφορούσε όχι μόνο στην πρόσβαση στα έγγραφα και στη λήψη αντιγράφων, αλλά και στη δυνατότητα του κατηγορουμένου να μπορεί να κρατήσει σημειώσεις, προκειμένου να υποβοηθήσει την υπεράσπισή του, στις οποίες έχει πρόσβαση και μπορεί να χρησιμοποιεί. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και εξετάζοντας άλλες περιπτώσεις που το κράτος επικαλείτο λόγους εθνικής ασφά-
Σελ. 16
λειας για να αιτιολογήσει την πρόσβαση στο υλικό υπό περιορισμούς σε συγκεκριμένο χώρο του κέντρου κράτησης.
Ε. Περιορισμοί
α) Έκταση περιορισμών
Οι περιορισμοί του δικαιώματος πρόσβασης συναρτώνται με τον τρόπο οργάνωσης του αποδεικτικού υλικού που αναφέρθηκε ανωτέρω. Έτσι, σε «common law» συστήματα οι περιορισμοί του δικαιώματος πρόσβασης συνίσταντο σε μη αποκάλυψη αποδεικτικού υλικού από την κατηγορούσα αρχή. Σε ηπειρωτικά συστήματα οι περιορισμοί συνίστανται: α) σε μη πρόσβαση σε ειδικές κατηγορίες αποδεικτικού υλικού π.χ. σε χωριστό φάκελο που διατηρούνταν από τον εισαγγελέα (chemise spéciale) που περιείχε οδηγίες και αλληλογραφία με ανώτερους εισαγγελείς, καθώς και άλλα έγγραφα, σε εμπιστευτικό φάκελο που αφορούσε στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων αλλά και σε πρωτογενές υλικό από παρακολούθηση τηλεφωνικών συνομιλιών ή σε υλικό video από την ανακριτική διείσδυση και β) σε πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό υπό προϋποθέσεις, για παράδειγμα, σε συγκεκριμένο χώρο ή χωρίς δυνατότητα λήψης αντιγράφων ή χρήσης σημειώσεων εκτός του χώρου.
β) Προϋποθέσεις σύμφωνων με την ΕΣΔΑ περιορισμών
βα) Γενικό πλαίσιο
To δικαίωμα του κατηγορουμένου σε πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό δεν είναι απόλυτο, διότι στην ποινική διαδικασία μπορεί να υπάρχουν και άλλα συμφέροντα που πρέπει να προστατευθούν. Τα συμφέροντα αυτά κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες και αφορούν είτε στα δικαιώματα άλλων προσώπων, όπως για παράδειγμα μάρτυρες που πρέπει να προστα-
Σελ. 17
τευθούν από αντίποινα, είτε στο δημόσιο συμφέρον, όπως η εθνική ασφάλεια ή η εμπιστευτικότητα αστυνομικών ερευνών. Επίσης, οι περιορισμοί απαιτείται να είναι απολύτως αναγκαίοι και, προκειμένου να διασφαλιστεί η δικαιότητα της διαδικασίας, θα πρέπει οι δυσχέρειες που αυτοί προκαλούν στην υπεράσπιση να αντισταθμίζονται επαρκώς από τις διαδικασίες που τηρούν οι εθνικές αρχές. Ειδικά όταν η βάση του περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης είναι το δημόσιο συμφέρον, τότε το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων ανήκει στην εξουσία του εθνικού δικαστηρίου. Έτσι, η αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ αφορά όχι στην κρίση περί αναγκαιότητας του περιορισμού, αλλά στο εάν η διαδικασία λήψης της σχετικής απόφασης είναι σύμφωνη κατά το δυνατόν με την αρχή της αντιδικίας και την ισότητα των όπλων και εάν περιέχει επαρκείς εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
ββ) Βάσεις περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης
Στο πλαίσιο του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, το δημόσιο συμφέρον ως βάση περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης κρίθηκε σε πολλές αποφάσεις. Σε αποφάσεις που αφορούσαν στα «common law» δικαιικά συστήματα, το δημόσιο συμφέρον συνίστατο στην ανάγκη προστασίας των πηγών πληροφόρησης της αστυνομίας και της διαδικασίας μέτρων παρακολούθησης σε μια σειρά αποφάσεων κατά του Ηνωμένου Βασιλείου. Στα ηπειρωτικά συστήματα δικαίου το δημόσιο συμφέρον εξειδικεύθηκε στην ασφάλεια των ανακριτικών υπαλλήλων που δρούσαν συγκεκαλυμμένα, στη μυστικότητα άλλης εκκρεμούς διαδικασίας, στις δραστηριότητες των πρώην
Σελ. 18
υπηρεσιών ασφαλείας, στην εθνική ασφάλεια, καθώς και στην ανάγκη προστασίας της διαδικασίας τηλεφωνικών παρακολουθήσεων στο πλαίσιο αστυνομικών μυστικών επιχειρήσεων.
Το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής τρίτων προσώπων ως βάση περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης κρίθηκε στην απόφαση Matanović κατά Κροατίας .
βγ) Επαρκής αντισταθμιστική διαδικασία κατά τη συνολική στάθμιση
Το ΕΔΔΑ, για να κρίνει περιορισμούς του δικαιώματος πρόσβασης σύμφωνους με την ΕΣΔΑ, δεν αρκείται στο να δικαιολογούνται από την ύπαρξη άλλων συμφερόντων που χρήζουν προστασίας, αλλά προβαίνει σε συνολική στάθμιση για τη δικαιότητα ή μη της διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη και εάν η διαδικασία που τήρησαν οι εθνικές αρχές για να αντισταθμίσουν τις δυσχέρειες που προκλήθηκαν στην υπεράσπιση είναι σύμφωνη με την αντιδικία, την ισότητα των όπλων και παρέχει εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
Ως διαδικασία που πληροί τα ανωτέρω, έκρινε το ΕΔΔΑ στη Jasper κατά Ηνωμένου Βασιλείου σε Ευρεία Σύνθεση την περίπτωση που η απόφαση για μη αποκάλυψη του υλικού λήφθηκε από δικαστή κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής που είχε λάβει γνώση του υλικού, αφού είχε δοθεί στην υπεράσπιση η δυνατότητα να εκθέσει την θέση της, χωρίς να της ανακοινωθεί σε τι αφορούσε το υλικό και χωρίς να συμμετέχει στην ex parte διαδικασία. Επίσης, το υλικό δεν αποτέλεσε τμήμα της κατηγορίας και δεν εκτέθηκε στους ενόρκους, ενώ ο δικαστής ήλεγχε κατά την διάρκεια της διαδικασίας εάν το υλικό είχε σχέση με τη θέση της υπεράσπισης, όπως αυτή είχε παρουσιαστεί, καθώς και το εάν έπρεπε να αποκαλυφθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή ελήφθη με ισχυρή μειοψη-
Σελ. 19
φία. Ειδικότερα, κατά την άποψη των δικαστών Palm, Fischbach, Vajić, Thomassen, Tsatsa-Nikolovska και Traja η διαδικασία λήψης της απόφασης περί μη αποκάλυψης του υλικού δεν ήταν σύμφωνη με την αντιδικία και την ισότητα των όπλων, διότι η απόφαση περί μη αποκάλυψης ελήφθη σε ex parte διαδικασία που συμμετείχε μόνο η κατηγορούσα αρχή και όχι η υπεράσπιση, η οποία παρουσίασε μόνο τη θέση της. Επίσης, η υπεράσπιση δεν γνώριζε τη φύση του υλικού και δεν ενημερώθηκε για την απόφαση περί μη αποκάλυψης. Ο έλεγχος από τον δικαστή της μη αποκάλυψης κατά τη διαδικασία κατά τη μειοψηφούσα γνώμη δεν μπορεί να θεραπεύσει τη μη συμμετοχή της υπεράσπισης στην ex parte διαδικασία για τη μη αποκάλυψη.
Αντίθετα, στην Rowe και Davis κατά Ηνωμένου Βασιλείου η κατηγορούσα αρχή για λόγους δημοσίου συμφέροντος αποφάσισε χωρίς συμμετοχή δικαστή τη μη αποκάλυψη τμήματος του υλικού στον πρώτο βαθμό. Στο εφετείο, η υπεράσπιση ενημερώθηκε για τη μη αποκάλυψη υλικού, χωρίς όμως να αποκαλυφθεί η φύση του. Το εφετείο επισκόπησε το υλικό και αποφάσισε τη μη αποκάλυψή του σε ex parte διαδικασία χωρίς τη συμμετοχή της υπεράσπισης. Εν προκειμένω, αυτή η διαδικασία ενώπιον του εφετείου δεν μπορούσε να θεραπεύσει την έλλειψη δικαιότητας της διαδικασίας που έλαβε χώρα στον πρώτο βαθμό, διότι το εφετείο δεν διεξήγαγε αποδεικτική διαδικασία και η κρίση του βασιζόταν στους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής. Αντίθετα ο δικαστής της ουσίας στον πρώτο βαθμό θα μπορούσε να εκτιμήσει κατά την εξέλιξη της διαδικασίας εάν η μη πρόσβαση ήταν δικαιολογημένη και να αποφασίσει αναλόγως .
Σελ. 20
Στην αλληλουχία αυτή ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Edwards και Lewis κατά Ηνωμένου Βασιλείου, στο πλαίσιο της οποίας το υλικό είχε σχέση με ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί αθέμιτης παγίδευσής τους, ο οποίος αν γινόταν δεκτός θα οδηγούσε σε διακοπή της ποινικής διαδικασίας. Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ σε Ευρεία Σύνθεση έκρινε ως μη σύμφωνη με την αντιδικία και την ισότητα των όπλων τη διαδικασία, διότι ο δικαστής αποφάσισε τη μη αποκάλυψη βασιζόμενος μόνο στο υλικό που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, ενώ η υπεράσπιση δεν είχε πληροφόρηση για το περιεχόμενο του υλικού αυτού και συνεπώς δεν είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής.
Εκτός όμως από τις ανωτέρω αποφάσεις που αφορούν σε διαδικασίες στο αγγλοσαξονικό δίκαιο, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε τα κριτήρια της αντιδικίας και της ισότητας των όπλων για να κρίνει την επάρκεια των αντισταθμιστικών διαδικασιών και σε ηπειρωτικά δίκαια. Ειδικότερα, η εξέταση αστυνομικών ως μαρτύρων κρίθηκε ως επαρκές αντιστάθμισμα για τη μη πρόσβαση του κατηγορουμένου στο περιεχόμενο ενός ημερολογίου παρακολούθησης φορτηγού σε υπόθεση ναρκωτικών. Το ίδιο κρίθηκε και για τη διαδικασία κατά την οποία δικαστικό συμβούλιο, αφού είχε ακούσει την κατηγορούσα αρχή και την υπεράσπιση, αποφάσισε να μην συμπεριληφθούν στον φάκελο δικογραφίας ορισμένα έγγραφα που τηρούνταν σε εμπιστευτικό φάκελο που αφορούσε στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων και εξ αυτού τη μη πρόσβαση του κατηγορουμένου σε αυτά, ενώ επέ-
Σελ. 21
τρεψε τη συμπερίληψη στον φάκελο δικογραφίας άλλων εγγράφων που δεν έθεταν σε κίνδυνο την ταυτότητα των καλυμμένως δρώντων υπαλλήλων και τις ανακριτικές τεχνικές. Επίσης, και στην Paci κατά Βελγίου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το δικαστήριο της ουσίας σε συνθήκες αντιδικίας και ισότητας των όπλων αξιολόγησε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης για παραβίαση των δικαιωμάτων της λόγω της μη συμπερίληψης στη δικογραφία όλων των τηλεφωνικών συνομιλιών που είχαν συλλεγεί στο πλαίσιο άρσης απορρήτου σε άλλη υπόθεση που ήταν εκκρεμής, καθώς και τη νομιμότητα των προσκομισθέντων συνομιλιών, οι οποίες δεν συνιστούσαν τη βάση της καταδίκης.
Αντίθετα, σε μια σειρά αποφάσεων το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί δεν είχε τα χαρακτηριστικά της αντιδικίας και της ισότητας των όπλων και δεν αντιστάθμιζε επαρκώς τους περιορισμούς του δικαιώματος πρόσβασης. Στην ενότητα αυτή πρώτα εξετάζονται αποφάσεις που αφορούν σε μη πρόσβαση στο σύνολο του υλικού ή σε τμήμα αυτού.
Στη Natunen κατά Φινλανδίας η απόφαση περί μη πρόσβασης στο σύνολο του υλικού τηλεφωνικής παρακολούθησης που λήφθηκε στην προδικασία από τις διωκτικές αρχές χωρίς δικαστικό έλεγχο και χωρίς τη συμμετοχή της υπεράσπισης και η επακολουθήσασα καταστροφή του υλικού που δεν επισυνάφθηκε στη δικογραφία θεωρήθηκε ότι στέρησε από το δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφασίσει για την αποκάλυψη ή μη του υλικού. Κρίθηκε, επομένως, ως μη σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 και 3β΄ ΕΣΔΑ. Επίσης στην V. κατά Φινλανδίας οι διωκτικές αρχές, αρχικά χωρίς τη γνώση του εισαγγελέα ή του δικαστηρίου, απέκρυψαν στοιχεία από την τηλεφωνική παρακολούθηση του κατηγορουμένου που σχετίζονταν με τον ισχυρισμό του περί αθέμιτης αστυνομικής παγίδευσης. Εν συνεχεία, το δικαστήριο αποφάσισε για τη μη πρόσβαση, χωρίς να έχει γνώση του υλικού και χωρίς να μπορεί να κρίνει τη σχέση των μη προσβάσιμων πληροφοριών με τις θέσεις της υπεράσπισης. Η υπεράσπιση δεν είχε ενημερωθεί και δεν είχε τη δυνατότητα συμμετοχής στη διαδικασία λήψης απόφασης περί μη πρόσβασης.






