ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ
Οργάνωση Επιχειρήσεων - Διαχείριση Ανθρωπίνου Δυναμικού
Ενημέρωση μέχρι και τον Ν 5239/2025
- Έκδοση: 2η 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 552
- ISBN: 978-618-08-0668-7
Στο έργο «Το Δίκαιον της Εκμεταλλεύσεως», μέσα από τον γόνιμο διάλογο θεωρίας και νομολογίας (ελληνικής & ευρωπαϊκής), παρουσιάζονται και αναλύονται σε βάθος ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του εργατικού δικαίου στο πλαίσιο της επιχείρησης-εκμετάλλευσης μετά και τον Ν 5239/2025, όπως αυτά που σχετίζονται με:
- τα διάφορα μορφώματα παραγωγής εργασιακού αποτελέσματος (με κυρίαρχο αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας)
- την οργάνωση της επιχειρηματικότητας στην εργασία
- τον χρόνο εργασίας
- την άσκηση συμμετοχικών δικαιωμάτων και τους φορείς συλλογικότητας εντός της επιχείρησης
- τους κανονισμούς εργασίας (προαγωγές, πειθαρχικό δίκαιο),
- το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, τις ατομικές ελευθερίες των εργαζομένων
- τα προσωπικά δεδομένα εντός της επιχείρησης, τις οικειοθελείς παροχές
- τη διαμόρφωση επιχειρησιακής συνήθειας και τη μεταβίβαση επιχειρήσεων.
Στο τέλος των επιμέρους κεφαλαίων παρατίθενται σχετικά παραδείγματα – εφαρμογές, για καλύτερη κατανόηση και διευκόλυνση του αναγνώστη. Το έργο αυτό αποτελεί ένα απαραίτητο βοήθημα για κάθε νομικό, ο οποίος ασχολείται με το εργατικό δίκαιο.
Ι. Το δίκαιον της εκµεταλλεύσεως ως ιδιαίτερο τµήµα
του εργατικού δικαίου 1
2. Η συµβατική ελευθερία στη θεµελίωση των εργασιακών σχέσεων 4
3. Συστηµατική οργάνωση του Δικαίου της Εκµεταλλεύσεως 6
α) Το ατοµικό εργατικό δίκαιο στην εκµετάλλευση 6
β) Το συλλογικό εργατικό δίκαιο στην εκµετάλλευση 7
4. Η προστατευτική εργατική νοµοθεσία 9
ΙΙ. Η εξαρτηµένη εργασία κυρίαρχη µορφή οργάνωσης
της εκµετάλλευσης 15
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 17
2. Ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός 20
α) Νοµοθετικά καθοριζόµενη εργασία ως εξαρτηµένη 22
β) Έννοµες συνέπειες υπαγωγής µιας εργασιακής σχέσης στην έννοια
της εξαρτηµένης εργασίας 23
3. Η ετοιµότητα προς παροχή εργασίας 27
α) Η κατά παραγγελία εργασία 28
4. Μορφώµατα παραγωγής εργασιακού αποτελέσµατος 29
α) Σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας 29
β) Σύµβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών 32
δ) Ειδικές ρυθµίσεις της σύµβασης έργου 37
7. Συµφωνηµένη διάρκεια της σύµβασης εργασίας 43
α) Η σύµβαση ορισµένου χρόνου 43
8. Επεµβάσεις στην εξαρτηµένη εργασία 50
9. Η τηλεργασία – Ο ψηφιακός εργαζόµενος 51
11. Η εξάρτηση των απασχολούµενων µέσω πλατφόρµας 61
α) Η Οδηγία 2024/2831 για τις ψηφιακές πλατφόρμες 70
β) Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης 72
13. Εφαρµογή Σύµβαση παροχής ανεξάρτητων 77
ΙΙΙ. Η οργάνωση της επιχειρηµατικότητας στην εργασία 79
α) Στόχευση επιχειρηµατικής δράσης 81
β) Νοµική µορφή της επιχειρηµατικής δραστηριότητας 82
γ) Διακλαδωτική οργάνωση της επιχείρησης 83
δ) Εταιρική κοινωνική ευθύνη 84
2. Ανάπτυξη οικονοµικής δράσης 86
α) Οι νοµικές βάσεις της οικονοµικής δραστηριότητας 86
β) Επιχειρηµατική δραστηριότητα από εµπόρους 87
δ) Η επιχείρηση ως δράση εµφανών προσώπων 88
ε) Οικονοµική διάσταση της επιχειρηµατικότητας 91
στ) Νοµικά πεδία και επιχειρηµατικότητα 91
ζ) Η επιχείρηση ως αντικείµενο δικαίου ιδίως κατά την αναγκαστική εκτέλεση 94
η) Σύνθεση της έννοιας της επιχείρησης 97
θ) Η επιχείρηση ως περιουσιακό στοιχείο αξιοποιήσιµο 98
ββ) Έννοµη συνέπεια της µεταβίβασης κατά τον Αστικό Κώδικα 99
3. Η υπαγωγή ενός επιχειρηµατικού φορέα στο δηµόσιο τοµέα 100
β) Έννοµες συνέπειες για τις εργασιακές σχέσεις 104
4. Η έννοια της εκµετάλλευσης 107
5. Διακριτοί Κλάδοι εντός της οργανωτικής ενότητας της εκµετάλλευσης 110
6. Οι συνδεδεµένες επιχειρήσεις 112
8. Πολλαπλασιασµός της επιχειρηµατικής δραστηριότητας 117
α) Η δικαιόχρηση (franchise) 118
γ) Το σύστημα οργάνωσης Matrix 121
10. Κάµψη νοµικής προσωπικότητας 123
Εφαρµογή Ι Ο επιχειρηµατικός κλάδος και η εφαρµοζόµενη ΣΣΕ 125
α) Τα πραγµατικά περιστατικά 125
Εφαρµογή ΙΙ Οι φορτοεκφορτωτές 127
α) Τα πραγµατικά περιστατικά 128
Εφαρμογή ΙΙΙ Οι Οργανισµοί Κοινωνικής Ασφάλισης 134
IV. Φορείς συλλογικότητας. Αντίβαρο στην εργοδοτική εξουσία 137
1. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις 141
4. Συλλογικός περιορισµός της οργανωτικής ελευθερίας του εργοδότη 147
α) Ο διάλογος στην επιχείρηση 147
β) Η συλλογική διαπραγµάτευση 148
αα) Η καλόπιστη διαπραγµάτευση 151
ββ) Πληµµέλειες κατά τις συλλογικές διαπραγµατεύσεις 152
α) Το προσωπικό της επιχείρησης 155
β) Το Συµβούλιο Εργαζοµένων (ΣΕ) 156
αα) Εκλογή και λειτουργία ΣΕ 158
γ) Η ένωση προσώπων του Ν. 1264/1982 164
δ) Η ένωση προσώπων του άρθρου 37 Ν. 4024/2011 166
ββ) Εκπρόσωποι της ένωσης προσώπων άρθρου 37 Ν 4024/2011 168
ε) Ενώσεις προσώπων για διαβούλευση 172
6. Οι διαβουλεύσεις στο επίπεδο της επιχείρησης 174
α) Μονοµερής επιβολή συστήµατος εκ περιτροπής εργασίας 175
β) Συλλογική διευθέτηση του χρόνου εργασίας 176
γ) Μεταβίβαση επιχειρήσεως 177
ε) Υγεία και Ασφάλεια εργαζοµένων 178
ζ) Εισαγωγή νέας τεχνολογίας – τεχνητής νοημοσύνης 183
7. Ρυθµιστικό πλαίσιο των διαβουλεύσεων 183
8. Μέτρα υγιεινής και ασφάλειας 190
α) Γενικό πλαίσιο προστασίας 190
αα) Γενικές υποχρεώσεις του εργοδότη 194
ββ) Ειδικές υποχρεώσεις του εργοδότη 196
δ) Υποχρεώσεις των εργαζομένων 202
στ) Ιδίως οι εργαζόμενοι σε πλατφόρμες 204
ζ) Η Επιτροπή Υγιεινής και Ασφάλειας Εργαζοµένων 205
η) Θεσµικά όργανα υγιεινής και ασφάλειας 207
9. Τα συλλογικά δικαιώµατα εργαζοµένων σε ψηφιακές πλατφόρµες 210
10. Συνδικαλιστική δράση στην επιχείρηση 211
11. Προστασία της συνδικαλιστικής δράσης 213
12. Προστασία των συµµετοχικών δικαιωµάτων 216
13. Εφαρµογή Μονοµερής Επιβολή εκ περιτροπής απασχολήσεως 217
α) Τα πραγµατικά περιστατικά 217
2. Αναγκαιότητα οργάνωσης της εργασίας 226
3. Περιεχόµενο των κανονισµών 226
6. Πεδίο εφαρµογής ΝΔ 3789/1957 232
δ) Αξιολογική προσέγγιση των κανονισµών 239
7. Το σύµφωνο εκµεταλλεύσεως 240
8. Κανονισµός µε επιχειρησιακή ΣΣΕ 241
10. Τύχη κανονισµού µε την πάροδο χρόνου ισχύος του 247
12. Τροποποίηση Κανονισµού 249
15. Διατάξεις καταγγελίας και πειθαρχική διαδικασία 260
16. Συσχέτιση πειθαρχικής διαδικασίας και άρθρου 672 ΑΚ 261
19. Αξιώσεις επί παράλειψης προαγωγής µισθωτού 271
20. Ειδικά η καταπολέµηση της βίας και της παρενόχλησης 272
21. Εφαρµογή Ι Παράλειψη προαγωγής 279
α) Πραγµατικά περιστατικά συγκρινόµενων 279
Εφαρµογή ΙΙ Καταγγελία για σπουδαίο λόγο και πειθαρχική διαδικασία 283
αα) Ο Κανονισµός Προσωπικού της Τράπεζας 283
ββ) Η συµπεριφορά του Υπαλλήλου 284
VI. Οι οικειοθελείς παροχές - Επιχειρησιακή συνήθεια 289
1. Παροχές χωρίς υποχρέωση του εργοδότη 290
2. Η πρακτική της εκµετάλλευσης 293
3. Η ερµηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης 294
4. Αξίωση καταβολής οικειοθελούς παροχής 298
5. Ελαττώµατα στην παροχή και στη βούληση 299
6. Ανάλυση στοιχείων επιχειρησιακής συνήθειας επί οικειοθελών παροχών 302
7. Μονοµερής διακοπή καταβολής της οικειοθελούς παροχής εκ µέρους
του εργοδότη 303
α) Ρήτρες αποκλεισµού µελλοντικής, συµβατικής δέσµευσης 303
β) Παράλειψη εναντίωσης σε επιχειρούµενη µεταβολή 305
γ) Αντίδραση µισθωτού στη µεταβολή 309
ε) Έλεγχος του περιεχοµένου της ρήτρας ελευθεριότητας ή ανάκλησης 311
9. Εφαρµογή Έκτακτη ετήσια µισθολογική παροχή 314
VII. Το διευθυντικό δικαίωµα 317
1. Επιχειρηµατική ελευθερία και διευθυντικό δικαίωµα 320
α) Η λειτουργικότητα του διευθυντικού δικαιώµατος 323
2. Η υποχρέωση δηµιουργίας ανθρώπινων συνθηκών εργασίας 327
3. Υποχρεώσεις καλόπιστης συµπεριφοράς στη σχέση εργασίας 332
4. Υποχρέωση καλόπιστης συµπεριφοράς και διευθυντικό δικαίωµα
του εργοδότη 337
5. Μεταβολή τόπου ή θέσης εργασίας 341
6. Συµβατικοποίηση του διευθυντικού δικαιώµατος 345
γ) Μεταβολές των όρων εργασίας 354
ζ) Διευθέτηση χρόνου εργασίας 358
8. Η «µη διάκριση» όριο άσκησης του διευθυντικού δικαιώµατος 359
9. Η αρχή της ίσης µεταχείρισης ως περιορισµός του διευθυντικού δικαιώµατος 368
10. Κανονιστική συµµόρφωση (Compliance) και διευθυντικό δικαίωµα 377
α) Η εποπτεία από την Επιθεώρηση Εργασίας 379
β) Ο αυτοέλεγχος των επιχειρήσεων 382
Εφαρµογή ΙΙ Εν τοις πράγµασι υποβιβασµός 388
VIII. Ατοµικές ελευθερίες του εργαζόµενου 391
1. Οργάνωση της εκµετάλλευσης 394
α) Εµφάνιση εκτός εργασίας 396
β) Εµφάνιση εντός της σχέσης εργασίας 397
ββ) Κώδικες εµφάνισης (dress code) 400
γγ) Εξωτερικά χαρακτηριστικά προσώπου 401
εε) Υποχρέωση διατήρησης σωµατικού βάρους 403
στστ) Οργάνωση του ιδιαίτερου χώρου εργασίας από το µισθωτό 403
4. Επιπτώσεις της εργασίας στην ιδιωτική ζωή 405
5. Ελευθερία γνώµης σε παραβατικές πράξεις 406
6. Η ελευθερία χρήσης θρησκευτικών συµβόλων 414
8. Συµπεριφορά εκτός εργασίας 421
β) Πολιτική δραστηριότητα των µισθωτών 422
γ) Αθλητικές δραστηριότητες 423
δ) Απαγόρευση δραστηριοτήτων που επηρεάζουν την εργασία καθαυτή 424
9. Ρύθµιση της συµπεριφοράς του εργαζοµένου στο χώρο εργασίας 424
α) Συµπεριφορά του µισθωτού προς πελάτες του εργοδότη 425
10. Τεχνολογική εξέλιξη και εργοδοτικός έλεγχος 425
11. Τα προσωπικά δεδοµένα στην επιχείρηση 427
α) Γενικό νοµικό πλαίσιο προστασίας 427
β) Ο Κανονισµός 679/2016 (ΓΚΠΔ) 429
δ) Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων (DPO) 430
ε) Εκφάνσεις συλλογικής προστασίας 432
στ) Διαβάθµιση των προσωπικών δεδοµένων 433
η) Ο σκοπός ως όριο της θεµιτής επεξεργασίας 437
θ) Η ελεύθερη συγκατάθεση ως νόµιµη βάση επεξεργασίας 438
ι) Η επεξεργασία του προφίλ 441
ια) Δικαίωµα πρόσβασης και εναντίωσης 442
αα) Πίνακες εργασίας προσωπικού 443
ββ) Χορήγηση µισθολογικών πληροφοριών 443
ΙΧ. Η µεταβολή του προσώπου του εργοδότη 449
1. Το θεµελιώδες νοµικό πλαίσιο της µεταβίβασης 451
3. Ο δανεισµός εργαζοµένων 454
4. Αστικοδικαιική συνέπεια της µεταβολής (άρθρο 479 ΑΚ) 455
5. Η διεύρυνση της προστασίας 456
6. Πεδίο εφαρµογής ΠΔ 178/2002 460
α) Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρµογής του ΠΔ 178/2002 460
β) Ειδική εξαίρεση από προγράµµατα ιδιωτικής ασφάλισης του προσωπικού 461
8. Διατήρηση της ταυτότητας 471
10. Έννοµες συνέπειες της µεταβίβασης 478
α) Η συνέχιση των εργασιακών σχέσεων 478
γ) Απαγόρευση απολύσεων λόγω της µεταβίβασης 481
11. Η µεταβολή προσώπου του εργοδότη µε πτωχευτική διαδικασία 483
12. Το καθεστώς πτώχευσης και αφερεγγυότητας 484
β) Οι εργασιακές σχέσεις στην πτώχευση 487
γ) Η εξυγίανση και η ειδική διαχείριση 492
δ) Εξυγιαντικές συµφωνίες pre-pack 497
13. Η ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυµάτων 498
14. Η ειδική προστασία των µισθωτών επί αφερεγγυότητας του εργοδότη 501
15. Ειδική εκκαθάριση δηµοσίων επιχειρήσεων 504
16. Νοµοθετική µεταφορά προσωπικού 505
β) Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης 506
Σελ. 1
Ι. Το δίκαιον της εκµεταλλεύσεως ως ιδιαίτερο τµήµα του εργατικού δικαίου
Αρθρογραφία – Βιβλιογραφία
– Αθανασίου, Η εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου της Ναυτεργασίας Ερμηνεία & Προκλήσεις της ΔΣ Ναυτικής Εργασίας, σε Τιμ. Τόμο Παπαδημητρίου, σ. 10 επ. – Δέλλιος, Προστασία των καταναλωτών και σύστηµα του ιδιωτικού δικαίου, τόµ. ΙΙ, 2001. – Δωρής, Περιορισµοί της συµβατικής ελευθερίας στις ρήτρες αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, 1988. – Ζερδελής, Καταχρηστικοί όροι εργασίας, 2005 – Ο Ίδιος, Εργατικό Δίκαιο - Ατοµικές Εργασιακές Σχέσεις, δ έκδ, 2022 – Καζάκος, Αστικό Δίκαιο, οικονοµία της αγοράς και προστασία των καταναλωτών, 1987 – Ο Ίδιος, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο Ουσιαστικό Δίκαιο & Δικονοµικά Ζητήµατα, γ έκδ. 2013.– Ο Ίδιος, Εργατικό δίκαιο, ένα «μεροληπτικό» δίκαιο. Η προστατευτική αρχή και οι εφαρμογές της στο ατομικό και το συλλογικό εργατικό δίκαιο, ΕΕργΔ 2023 σ. 834 επ.- Λαδάς, Η προοπτική νοµοθετικής ρύθµισης του CROWDWORKING, ΔΕΕ 2021 σ. 749 επ. – Ο Ίδιος, Το Δικαίωµα της Προσωπικότητας του Εργαζοµένου, 2018 – Ο Ίδιος, Οι περιορισµοί της επιχειρηµατικής ελευθερίας του εργοδότη, σε Τιµ. Τόµο Π. Παπανικολάου, Συµβατική ελευθερία και Δικαιοσύνη, 2020, σ. 539 επ. – Ο Ίδιος, Το ζήτηµα των εξόδων των στεγαστικών δανείων, ΧρηΔικ 2012 σ. 354 επ. – Ο Ίδιος, σε Λαδά (Επιµ.) Εργατικές Διαφορές Δικονοµικά Ζητήµατα, 2019 – Ο Ίδιος, Ο δικαστικός έλεγχος συµβατικού όρου συµψηφισµού απαίτησης του εργοδότη από στεγαστικό δάνειο µε ανταπαίτηση εργαζοµένου από τη σχέση εργασίας. Παρατηρήσεις µε αφορµή την υπ’ αριθµ. 629/2015 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ΔΕΕ 2015 σ. 923 επ. (ανάτυπο)– Ο Ίδιος, Η εφαρµογή του Ν 2251/1994 στις σχέσεις εργασίας, 2007 – Ο Ίδιος, Ζητήµατα νοµοθετικής ρύθµισης των Γενικών Όρων των Συναλλαγών, ΕλλΔνη 1998 σ. 774 επ. – Μεντής, Άµυνα και ελευθέρωση του υπερχρεωµένου οφειλέτη, 2012 – Ο Ίδιος, Γενικοί όροι Συναλλαγών, 2000 – Παπαδηµητρίου, Πληροφορική και Εργατικό Δίκαιο, 1987 – O Ίδιος (Επιµ.), Πληροφορική και Εργατικό Δίκαιο, 16ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΔΕΚΑ 2017, 2018 – Ο Ίδιος, Ατοµικό Εργατικό Δίκαιο, 2021 & 2η έκδ. 2022 – Παπανικολάου, Περί των ορίων της προστατευτικής παρεµβάσεως του δικαστή στη σύµβαση, 1991 – Ο Ίδιος, Δικαιοπραξίες αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, 2012 – Ο Ίδιος, Οι δικαιοηθικές αρχές στο Ενοχικό Δίκαιο του Μιχ. Π. Σταθόπουλου, 2005– Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές του αστικού δικαίου, 1983 – Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό, Ε έκδ. 2018– Τραυλός - Τζανετάτος, Εργατικό Δίκαιο και βιοµηχανική κοινωνία (για µια κριτική - διαλεκτική νοµική επιστήµη), 1977 – Ο Ίδιος, Αι ηλεκτρονικαί πληροφορίαι ως µέσον επικοινωνίας εις το δίκαιον, ΕΕΝ 1971 σ. 881 επ. – Ο Ίδιος, Το εργατικό δίκαιο σε κρίσιµη καµπή, 1990 – Ο Ίδιος, Το Εργατικό Δίκαιο στην Τέταρτη Βιοµηχανική Επανάσταση – Ψηφιοποίηση, Ροµποτική και Τεχνητή Νοηµοσύνη, 2019.
Σελ. 2
1 Το δίκαιον της εκµεταλλεύσεως είναι το διακριτό τµήµα του εργατικού δικαίου, στο οποίο βρίσκουν εφαρµογή ειδικότερες διατάξεις του ατοµικού και του συλλογικού εργατικού δικαίου. Η εφαρµογή τους αφορά στις έννοµες συνέπειες που αναπτύσσονται στα αυτοτελή κύτταρα οργάνωσης της οικονοµικής δραστηριότητας, δηλ. τις επιχειρήσεις, και της ειδικότερης ανάπτυξης της επιχειρηµατικής δραστηριότητας, δηλ. της οργάνωσης της εκµετάλλευσης. Το δίκαιο της εκµεταλλεύσεως εξετάζει ειδικότερα θέµατα που αφορούν τις επιχειρήσεις από πλευράς εργατικού δικαίου. Στο συναλλακτικό χώρο της επιχειρήσεως, εκτός από το εργατικό, ευρίσκουν έδαφος εφαρµογής ρυθµίσεις διαφόρων κλάδων του δικαίου, µε ιδιαίτερη έµφαση το εµπορικό, το φορολογικό και το δηµόσιο δίκαιο, στο οποίο συµπεριλαµβάνεται και το ποινικό. Ανάλογα µε την φύση της επιχείρησης µπορεί να συντρέχει λόγος εφαρµογής ειδικών διατάξεων. Πρόκειται για µια οργανική ενότητα, η οποία επηρεάζεται από περισσότερα δικαιικά φαινόµενα και συγκροτεί ένα ιδιαίτερο, επάλληλο δικαιικό πεδίο, διακρινόµενο, επηρεαζόµενο και προσδιοριζόµενο σε µέγιστο βαθµό από το ατοµικό και το συλλογικό εργατικό δίκαιο.
2 Το εργατικό δίκαιο ανήκει στο ιδιωτικό δίκαιο και αποτελεί ένα ευαίσθητο πεδίο κοινωνικής διεργασίας της συµβατικής ελευθερίας. Η διαρκής διαπάλη µεταξύ κεφαλαιοκρατικής εργοδοσίας και εργασίας, που παραδοσιακά βασίζεται στην σχέση ανισότητας, µέσα από διαρκείς αγώνες, εντός των φιλελεύθερων κρατικών οικονοµιών των 19ου και 20ου αιώνα, γέννησε το εργατικό δίκαιο, ως δίκαιο ισορροπίας και πρακτικής εναρµόνισης των αντίθετων συµφερόντων.
3 Η εκµετάλλευση είναι το πεδίο παραγωγής και αξιοποίησης της εργασίας του εργαζόµενου µε αποδέκτη τον εργοδότη. Στο δίκαιο της εκµεταλλεύσεως εξετάζονται η διαµόρφωση των σχέσεων παραγωγής εργασιακού αποτελέσµατος και οι ιδιαίτερες µορφές οργάνωσής της κατά την άσκηση της επιχειρηµατικής ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό, δεν εξετάζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου συνολικά, αλλά ιδίως εκείνοι οι οποίοι αναπτύσσουν ιδιαίτερη δυναµική στην εκµετάλλευση. Ιδιαίτερη σηµασία αναπτύσσει η οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, η οποία ολοένα και περισσότερο επηρεάζεται από τις τεχνολογικές εξελίξεις, όπου πλέον εµφανίζονται νέες µορφές παραγωγής εργασίας που αφίστανται από το παραδοσιακό φορντικό µοντέλο παραγωγής στο οποίο εδράζεται το εργατικό δίκαιο και γεννούν νέα ζητήµατα σε σχέση µε την προστασία του . Στους κόλπους της εκµετάλλευσης αποκτούν ιδιαίτερη πρακτική σηµασία δικαιικές πηγές, όπως οι κανονισµοί και
Σελ. 3
ισχύος κατώτερης του νόµου και των ΣΣΕ , όπως η ατοµική σύµβαση εργασίας και το διευθυντικό δικαίωµα, η δε επιχειρησιακή συνήθεια εµφανίζει ιδιοµορφίες.
4 Ο εργοδότης έχει την εξουσία στο πλαίσιο άσκησης του συνταγµατικά κατοχυρωµένου δικαιώµατός του να οργανώνει την επιχείρησή του και τις διαδικασίες παραγωγής εργασιακού αποτελέσµατος, πάντα εντός των ορίων της νοµιµότητας, όπως αυτή οριοθετείται από τη συνταγµατικά κατοχυρωµένη συµβατική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1 Σ). Η εξουσία αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά περιορίζεται κυρίως από διατάξεις προστατευτικής εργατικής νοµοθεσίας και από προστατευτικές αρχές, που έχουν πλέον και κανονιστικό περιεχόµενο, όπως είναι λ.χ. η αρχή της απαγόρευσης των δυσµενών διακρίσεων και η αρχή της ίσης µεταχείρισης. Στο χώρο της εκµετάλλευσης αναπτύσσονται ιδιαίτερες δυναµικές και ιδίως δοκιµάζονται η προσωπικότητα και οι ατοµικές ελευθερίες των εργαζοµένων, όχι µόνον κάθετα αλλά και οριζόντια.
1. Η παραγωγή εργασίας
5 Η παραγωγή εργασίας, δηλ. το αποτέλεσµα ανθρώπινης ενέργειας, µπορεί να έχει αποδέκτη, δηλ. να διεξάγεται για λογαριασµό άλλου ή να αποτελεί απλή εξωτερίκευση εσωτερικής ενέργειας, διενεργούµενη δι’ ίδιον όφελος. Στον ΑΚ ρυθµίζεται η σύµβαση εργασίας και η παροχή υπηρεσιών (άρθρα 648 έως 680 AK) µε αποδέκτη κάποιον άλλον, στο πλαίσιο εκδήλωσης οικονοµικής δραστηριότητας. Οι διατάξεις αυτές αποτελούν τη βάση, στην οποία έχει αναπτυχθεί ένας ιδιαίτερος κλάδος του ιδιωτικού δικαίου µε οικονοµική αξία. Ο εργοδότης αξιοποιεί την παραγωγή εργασίας στην εκµετάλλευση, την οποία οργανώνει κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να εξυπηρετείται οργανικά ο επιδιωκόµενος σκοπός της.
6 Η προς έτερον εργασία παρέχεται έναντι οικονοµικού ανταλλάγµατος. Ο ανταλλακτικός χαρακτήρας, που βρίσκεται στον πυρήνα της εργασιακής σχέσης, είναι µεν ουσιώδης αλλά ανεπαρκής για να περιγράψει τη σχέση που δοµείται µεταξύ εργοδότη και εργαζόµενου µε στόχο την παραγωγή εργασίας έναντι µισθού εγγενώς ως σχέση ανισότητας. Η ανισότητα δεν είναι µόνο κοινωνική αλλά και δοµική, διότι ο εργοδότης διαθέτει το οργανωτικό πλεονέκτηµα. Γι’ αυτό και έχουν αναπτυχθεί µηχανισµοί και θεσµοί αντιµετώπισης του φαινοµένου αυτού. Το εργατικό δίκαιο περιέχει προστατευτική εργατική νοµοθεσία, ενώ το ειδικότερο µέρος του, το συλλογικό εργατικό δίκαιο, δηµιουργεί το αναγκαίο αντίβαρο αντιτάσσοντας συλλογικότητα των εργαζομένων απέναντι στην εργοδοτική ισχύ. Την ειδική αυτή νοµοθεσία πρέπει να έχουν υπόψη τους οι συντελεστές διαµόρφωσης της παραγωγικής διαδικασίας και των εργασιακών σχέσεων στην εκµετάλλευση.
Σελ. 4
2. Η συµβατική ελευθερία στη θεµελίωση των εργασιακών σχέσεων
7 Η σύµβαση εργασίας είναι απόρροια της συµβατικής ελευθερίας που αναµφίβολα συνιστά αξιωµατική αρχή της έννοµης τάξης µας. Η συµβατική ελευθερία συνιστά ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ιδιωτικής αυτονοµίας, η οποία δεν είναι ανεξέλεγκτη, αλλά, σαφώς, κοινωνικοποιηµένη και οριοθετείται, κατεξοχήν, στο πλαίσιο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Σ. Ο κοινωνικός περιορισµός της ιδιωτικής αυτονοµίας σε επίπεδο αγοράς µπορεί να αναπτύξει πολλαπλές εκφάνσεις. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, συµβάλλει στη λειτουργικότητα του κοινωνικοοικονοµικού συστήµατος και εν τέλει στην προστασία ευάλωτων κοινωνικών οµάδων.
8 Ωστόσο, από πλευράς κοινωνικής οριοθέτησης της ιδιωτικής αυτονοµίας, όχι µόνον στην εργασιακή σχέση αλλά και ευρύτερα, όπως είναι λ.χ. οι καταναλωτικές συµβάσεις εντοπίζεται µια εγγενής παθογένεια. Πρόκειται για τη δοµική συµβατική ανισότητα µεταξύ συµβαλλοµένων που δεν είναι ισότιµοι αλλά τελούν σε σχέση υπεροχής και υποταγής. Το φαινόµενο αυτό συνιστά απόκλιση από το µοντέλο του Αστικού Κώδικα και λειτουργεί ως γάγγραινα που διαβρώνει την κοινωνική δικαιοσύνη. Η αποκατάσταση της παθογένειας είναι επιβεβληµένη, διότι δεν δύναται να επιτευχθεί µέσα από το πλέγµα προστασίας που προσφέρουν οι γενικές ρήτρες του Αστικού Κώδικα. Η αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης στις συµβατικές σχέσεις προήλθε από το ίδιο το αστικό δίκαιο. Το δίκαιο περί προστασίας του καταναλωτή και συγκεκριµένα η διάταξη του άρθρου 2 Ν 2251/1994 αποτελεί κανονιστική εξειδίκευση γενικών ρητρών του αστικού δικαίου µε έντονη κοινωνική
Σελ. 5
λειτουργία, ιδίως, των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, συνιστώντας, κατά απλουστευµένη διατύπωση, το νοµικό εργαλείο δικαστικού ελέγχου της συµβατικής ελευθερίας, ως στοιχείο της οικονοµικής ελευθερίας, σε συµβατικές σχέσεις όπου κατά τεκµήριο εµφανίζεται έλλειµµα διαπραγµατευτικής ισοτιµίας των µερών. Ο ισχυρός, κατά το συνήθως συµβαίνον, διαµορφώνει το συµβατικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται η έννοµη σχέση, διατυπώνοντας συµβατικούς όρους που εξυπηρετούν το δικό του συµφέρον. Έτσι, επιτυγχάνει µονοµερώς τον πλήρη έλεγχο της σύµβασης. Αυτές οι έννοµες σχέσεις, στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, είναι κατεξοχήν οι καταναλωτικές συµβάσεις.
9 Στη σχέση εργασίας η έλλειψη ισοτιµίας των συµβαλλοµένων µερών είναι δεδοµένη. Ο µισθωτός υστερεί και µειονεκτεί καταρχήν σε διαπραγµατευτική ισχύ έναντι του εργοδότη, αρκούµενος στο να προσχωρήσει στη διαρκή έννοµη σχέση, εισερχόµενος σε αυτήν µέσα από µια συµβατική πύλη εισόδου, την οποία έχει προετοιµάσει ο εργοδότης. Πρόκειται για ένα συµβατικό κατασκεύασµα, το οποίο απλά αποδέχεται ο, κατά τεκµήριο, µη δυνάµενος να αντιδράσει εργαζόµενος, υπακούοντας στην πρωτογενή επιταγή «take it or leave it». Γι’ αυτό ακριβώς στη συµβατική οριοθέτηση της εργασιακής σύµβασης, ως απόρροια µονοµερούς προδιατύπωσης και επιβολής, υποστηρίζεται η ανάγκη εφαρµογής του άρθρου 2 Ν 2251/1994, είτε άµεσα είτε έµµεσα και πάντοτε, βεβαίως, λαµβανοµένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του εργατικού δικαίου. Η συγκεκριµένη διάταξη επιτελεί
Σελ. 6
σηµαντική, διορθωτική, αποκαταστατική της ιδιωτικής αυτονοµίας, λειτουργία. Η επέµβαση αυτή στη συμβατική ελευθερία δεν είναι αδικαιολόγητη, αντίθετα είναι επιβεβλημένη. Ευρίσκει συνταγµατικό έρεισµα στην αρχή του κοινωνικού κράτους (άρθρο 25 παρ. 1 Σ), στην προστασία της αξίας (άρθρο 2 Σ) και της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) του αποδέκτη συµβατικών ρυθµίσεων, αλλά και στον ΑνΕυρΚΧ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Ν 4359/2016.
10 Η σχέση ανισότητας µπορεί να είναι µεµονωµένη, όταν ο εργοδότης απασχολεί έναν µοναδικό εργαζόµενο, αλλά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων γενικεύεται, όταν περισσότεροι εργαζόµενοι εντάσσονται σε µια οργανωτική ενότητα, που φέρει την πρωτοβουλία του εργοδότη. Ο εργοδότης έχει το οργανωτικό πλεονέκτηµα. Οργανώνει την εκµετάλλευση όχι κατά την απόλυτη βούλησή του, διότι πρέπει να συνυπολογίσει διάφορες κανονιστικές διατάξεις οι οποίες εφαρµόζονται.
3. Συστηµατική οργάνωση του Δικαίου της Εκµεταλλεύσεως
11 Το Δίκαιον της Εκµεταλλεύσεως εµφανίζεται ως αυτόνοµο νοµικό µόρφωµα και συντίθεται δοµικά από στοιχεία ατοµικού και συλλογικού εργατικού δικαίου ως εξής:
α) Το ατοµικό εργατικό δίκαιο στην εκµετάλλευση
12 Οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και της εργατικής νοµοθεσίας δεν εφαρµόζονται σε κάθε σύµβαση εργασίας, αλλά µόνο στη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας. Ο εργοδότης µπορεί να οργανώσει την εκµετάλλευση είτε µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας είτε µε συµβάσεις έργου παροχής υπηρεσιών, στο µέτρο που δεν υφίστανται περιορισµοί µε βάση ειδικές διατάξεις. Ο αριθµός των απασχολούµενων εναπόκειται κυρίως στην επιχειρηµατική ελευθερία. Πάντως, µπορούν να τίθενται περιορισµοί και προσδιορισµοί από το νόµο, συνήθως όταν η λειτουργία των εκµεταλλεύσεων αφορά το δηµόσιο συµφέρον ή τη φύση της σχέσης. Χαρακτηριστικοί είναι οι νοµοθετικοί περιορισµοί στη στελέχωση προσωπικού ιδιωτικών κλινικών και πληρώµατος πλοίων υπό ελληνική σηµαία, που συναρτώνται µε τη δυναµικότητα του εκάστοτε παραγωγικού φορέα. Περιορισµοί και προσδιορισµοί µπορούν να τεθούν και µε συλλογικές συµφωνίες.
Σελ. 7
β) Το συλλογικό εργατικό δίκαιο στην εκµετάλλευση
13 Πρακτική σηµασία εµφανίζει το συλλογικό εργατικό δίκαιο εντός της εκµεταλλεύσεως. Αποτελεί ένδειξη νοµικού πολιτισµού υψηλού επιπέδου και επιτελεί θεµελιώδη ρόλο στην πραγµάτωση της προστασίας των εργαζοµένων. Έχει συνταγµατική θεµελίωση και αποτελεί εκδήλωση της αρχής της αλληλεγγύης, η οποία συνιστά συνεκτικό στοιχείο των κοινωνικών οµάδων. Το συλλογικό εργατικό δίκαιο αποτελεί τον παράγοντα και το αποτέλεσµα ισορροπίας µεταξύ δύο κυρίαρχων οµάδων συµφερόντων, των εργαζοµένων και των εργοδοτών. Η εργασία βρίσκεται στο κέντρο του εργατικού δικαίου και εκτός από κάθε µεµονωµένη ιδιωτική σχέση αφορά και το κοινωνικό δικαίωµα της εργασίας.
14 Το συλλογικό εργατικό δίκαιο αποκτά ιδιαίτερη σηµασία µέσα στην εκµετάλλευση, κυρίως από τη νόµιµη και επιτρεπτή δράση φορέων συλλογικότητας των εργαζοµένων, που αποτελούν το αντίβαρο έναντι της εργοδοτικής ισχύος. Φορείς άσκησης της συνταγµατικά κατοχυρωµένης συλλογικής αυτονοµίας (άρθρο 22 παρ. 2 Σ) είναι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Πρόκειται για ελεύθερες ενώσεις των µισθωτών, σωµατειακού τύπου, που αποτελούν θεσµικούς φορείς συλλογικότητας, κοινωνικούς εταίρους, ενεργούς παράγοντες της κοινωνικής και οικονοµικής ζωής και έχουν προβλεπόµενο στο Σύνταγµα πεδίο δράσης, συνιστάµενο στην προάσπιση και προαγωγή των συµφερόντων των εργαζοµένων, µε δυνατότητα σύναψης συλλογικών συµβάσεων και διεξαγωγής εργασιακού αγώνα. Ο εργασιακός αγώνας αποτελεί ουσιώδη, κεντρική συνιστώσα της συνδικαλιστικής ελευθερίας και εκδήλωση της συνδικαλιστικής δράσης και κατοχυρώνεται ρητά, σε επίπεδο συνταγµατικής έννοµης τάξης, µε τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 Σ, που εγγυάται την ακώλυτη άσκηση των δικαιωµάτων, τα οποία είναι συναφή µε τη συνδικαλιστική ελευθερία.
15 Η συλλογική δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων επιδρά στους όρους λειτουργίας της αγοράς σε θεσµικό επίπεδο, προστατεύοντας τα συµφέροντα των κατά τεκµήριο ασθενέστερων παραγόντων της παραγωγικής διαδικασίας, δηλ. των εργαζοµένων, που ταυτόχρονα συνθέτουν και ποσοτικά το αριθµητικά µεγαλύτερο µέρος του κοινωνικού ιστού. Ήδη µε το άρθρο 70 Ν 4808/2021 (133 ΚΕΔ) σε συνδυασµό µε το άρθρο 1 παρ. 3 Ν 1876/1990 (394 ΚΕΔ) διευρύνεται η δυνατότητα σύναψης συλλογικών συµβάσεων και σε οµάδες µη εξαρτηµένων εργαζόµενων. Στο δίκαιο της εκµεταλλεύσεως ο εργασιακός αγώνας περιορίζεται στον συγκεκριµένο εργοδοτικό φορέα και συνήθως στοχεύει στην άσκηση πίεσης για ικανοποίηση συλλογικής φύσεως εργασιακών αιτηµάτων.
16 Η συλλογικότητα απορρέει µέσα από ένα πλέγµα συνταγµατικών διατάξεων, αναγόµενων στην ανθρώπινη αξία (άρθρο 2 παρ. 1 Σ), στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας
Σελ. 8
(άρθρο 5 παρ. 1 Σ), στην προστασία του ατόµου ως µέλος του κοινωνικού συνόλου (άρθρο 25 παρ. 1 Σ), στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 12 παρ. 1 Σ), στη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 παρ. 1 Σ), στη συλλογική αυτονοµία (άρθρο 22 παρ. 2 Σ) και στον εργασιακό αγώνα (άρθρο 23 παρ. 2 Σ) που κοινωνικοποιούν τη δράση και την καθιστούν συλλογική και, εκ του αποτελέσµατος, συµµετοχική. Η ανάπτυξη συνδικαλιστικής δράσης προστατεύεται θεσµικά σε συνταγµατικό επίπεδο τόσο στη θετική µορφή της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 23 παρ. 1 Σ) όσο και στην αρνητική µορφή της αποχής και µη συµµετοχής ως ιδιαίτερη εκδήλωση του δικαιώµατος της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ). Η συλλογικότητα αποτελεί απόρροια µιας ουσιώδους πτυχής της δηµοκρατικής έννοµης τάξης, που αποτελείται από ένα πλέγµα διατάξεων που εξασφαλίζει τη συµµετοχικότητα και καθιστά τη συλλογική δράση συνιστώσα του κοινωνικού κράτους δικαίου. Τα συλλογικά δικαιώµατα είναι κοινωνικά δικαιώµατα και επέχουν θέση προς επίτευξη σκοπού, δηλ. προς προάσπιση ατοµικών δικαιωµάτων.
17 Με τη συλλογικότητα δηµιουργείται ένα ισχυρό αντίβαρο στην εργοδοτική ισχύ, το οποίο αποτελεί συνεκτικό στοιχείο στην κοινότητα συµφερόντων των εργαζοµένων έναντι των εργοδοτικών. Οι ασθενέστερες προσωπικότητες των µισθωτών συναθροίζονται και αποτελούν ένα σύνολο που εκφράζεται µέσα από το συλλογικό φορέα. Στόχευση της προστατευτικής αρχής είναι η προστασία των συµφερόντων των µισθωτών σε ατοµικό και συλλογικό επίπεδο, η οποία εξυπηρετείται από τους κοινωνικούς εταίρους µε τις συλλογικές συµφωνίες, τους κανονισµούς και τις συλλογικές συµβάσεις.
18 Με τις διατάξεις του συλλογικού εργατικού δικαίου και τη συλλογική αυτονοµία πραγµατώνονται θεµελιώδεις στόχοι του κοινωνικού κράτους δικαίου, επιτυγχάνεται η συµµετοχή σε κοινωνικά αγαθά και υλοποιείται η προστασία της προσωπικότητας των κοινωνικά ασθενών και ιδίως των µισθωτών. Η ουσιαστική προστασία µε στοχευµένες ρυθµίσεις προϋποθέτει ανισότητα, την οποία δεν αποκαθιστά, αλλά δηµιουργεί ένα πέπλο προστασίας για τους αδύνατους.
19 Η συλλογικότητα αναπτύσσεται σε διάφορα επίπεδα είτε εντός της εκµετάλλευσης ή επιχείρησης είτε και εκτός και πέραν αυτών, όπως σε κλαδικό, οµοιοεπαγγελµατικό, τοπικό ή εθνικό επίπεδο σύµφωνα µε τις διακρίσεις των συλλογικών συµβάσεων, που όµως µπορεί να επιδρούν στην εσωτερική διαµόρφωση των εργασιακών όρων στην επιχείρηση.
20 Στο πλαίσιο της εκµεταλλεύσεως ως ειδικότερη µορφή της συλλογικότητας αναπτύσσει σηµασία η συµµετοχικότητα, η οποία αποκτά στέρεες βάσεις µε τη συνταγµατική κατοχύρωσή της στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 25 παρ. 2, 106 §παρ. 1, 2 και 3 Σ, αναπτύσσεται σε ένα συµµετοχικό επίπεδο, και εκδηλώνεται κυρίως ως διαδικασία ενηµέρωσης και διαβούλευσης και εξαιρετικά ως συναπόφασης µε ειδικότερες διατάξεις του Ν 1767/1988 (άρθρα 425-441 ΚΕΔ). Η συµµετοχικότητα στοχεύει στη συλλογική προαγωγή συµφερόντων των µισθωτών, ξεδιπλώνοντας το «ηθικό» της στοιχείο, που αποβλέπει στην
Σελ. 9
ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των µισθωτών, στο µέτρο που λειτουργεί περιοριστικά στις εξουσίες του εργοδότη. Η συµµετοχικότητα δεν µπορεί να επεκταθεί στην διαχείριση και διοίκηση της επιχείρησης, χωρίς την ελεύθερη βούληση του εργοδότη. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε περιορισµό της εργοδοτικής επιχειρηµατικής ελευθερίας.
21 Το συλλογικό εργατικό δίκαιο αποτελεί εκδήλωση της συνταγµατικά θεµελιωµένης προστασίας της ιδιωτικής αυτονοµίας σε συλλογικό επίπεδο. Κάθε εργοδότης υποχρεούται να τηρεί τις διατάξεις που απορρέουν από το συλλογικό εργατικό δίκαιο, υπόκειται στον εποπτικό έλεγχο της Επιθεώρησης Εργασίας, που πλέον µε το Ν 4808/2021 έχει αναβιβαστεί σε Ανεξάρτητη Αρχή, άλλως ελλοχεύει ο κίνδυνος κυρώσεων εις βάρος του, όπως προβλέπει ο Ν 3996/2011 στο άρθρο 23 (άρθρο 571 ΚΕΔ), διοικητικών (άρθρο 24, άρθρο 572 ΚΕΔ) και ποινικών (άρθρο 28- 576 ΚΕΔ).
4. Η προστατευτική εργατική νοµοθεσία
22 Η Πολιτεία έχει κυρίαρχο ρόλο στην παραγωγή προστασίας των εργαζοµένων, αλλά και άλλων παραγωγικών, ευπαθών κοινωνικών οµάδων. Οι ειδικές προστατευτικές διατάξεις του εργατικού δικαίου συνιστούν εξαίρεση από τον κανόνα της συµβατικής ελευθερίας, όπου κυριαρχεί η ατοµική διαπραγµάτευση. Εκδήλωση της µέριµνας του κράτους για προστασία των ασθενών κοινωνικών στρωµάτων αποτελεί το θεσµικό πλαίσιο προστασίας της µισθωτής εργασίας, η οποία ξεδιπλώνεται σε διάφορες πτυχές, που στο σύνολό τους υφαίνουν το ιδιαίτερο νοµοθετικό καθεστώς που διέπει το εργατικό δίκαιο. Οι ρυθµίσεις στο εργατικό δίκαιο είναι συµβατές µε την οικονοµική ελευθερία του εργοδότη.
23 Το εργατικό δίκαιο διαµορφώνεται από το Νοµοθέτη και από τους κοινωνικούς εταίρους επιφυλάσσοντας τη δυνατότητα ευνοϊκότερων υπέρ του εργαζοµένου ρυθµίσεων. Η µέριµνα προστασίας αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 5 Α, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Σ. Σε ειδικές περιπτώσεις ο Νοµοθέτης επεµβαίνει και ρυθµίζει ειδικά την εργασία των ανηλίκων, των εγκύων γυναικών, των µητέρων και των ατόµων µε ει-
Σελ. 10
δικές ανάγκες. Μια σειρά νοµοθετηµάτων ρυθµίζουν το χρόνο εργασίας του µισθωτού, όπως ενδεικτικά του ΑΝ 539/1945 περί αδείας (άρθρα 220 -226 ΚΕΔ), του Ν 3385/2005 περί χρονικών ορίων εργασίας. Ιδιαίτερη σηµασία έχει το δίκαιο της καταγγελίας (Ν 2112/1920, Ν 3198/1955, Ν 3863/2010 & Ν 3899/2010), όπως αναπροσδιορίστηκε από το Ν 4808/2021.
24 Ο εργοδότης κατά την κατάστρωση των γενικών όρων λειτουργίας των εργασιακών σχέσεων στην εκµετάλλευση πρέπει να λαµβάνει υπόψη του ότι η εξουσία αυτοδιάθεσης του µισθωτού περιορίζεται και απαγορεύεται σε αρκετές περιπτώσεις η παραίτησή του από αξιώσεις που απορρέουν από διατάξεις, κυρίως, αναγκαστικού δικαίου.
25 Ειδικές διατάξεις εξειδικεύουν απαγορεύσεις και ορίζουν ότι µισθολογικές αποδοχές συνιστούν αµφιµερώς αναγκαστικό δίκαιο, διότι δηµιουργούν ένα προστατευτικό καθεστώς για τον µισθωτό, που ενδιαφέρει τη δηµόσια τάξη, ο οποίος πλέον δεν έχει εξουσία αυτοδιάθεσης. Η απαγόρευση παραίτησης του µισθωτού από τέτοιες αξιώσεις είναι απόλυτη, δεν µπορεί να συντελεστεί ούτε όταν γεννηθεί η σχετική αξίωση.
26 Ενδεικτικά, ο µισθωτός δεν µπορεί να παραιτηθεί έγκυρα από αξιώσεις του σχετικά µε το νόµιµο µισθό, ακριβώς διότι είναι αναγκαίος για το βιοπορισµό και βρίσκεται συνεπώς, από διάφορες απόψεις, υπό καθεστώς ιδιαίτερης προστασίας. Με ειδικές διατάξεις που εκτείνονται από την απαγόρευση συµψηφισµού ή κατάσχεσης µέχρι την προνοµιακή ικανοποίηση απαιτήσεων, ο µισθός τυγχάνει περαιτέρω ειδικής προστασίας.
Σελ. 11
27 Ο νοµοθέτης θεωρεί µε τη διάταξη του άρθρου 56 Ν 4487/2017 την αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευµένων αποδοχών ως µονοµερή βλαπτική µεταβολή (άρθρο 7 Ν 2112/1920- 343 ΚΕΔ), χωρίς όµως να προσδιορίζει τα κριτήρια της αξιόλογης καθυστέρησης. Φαίνεται ότι θα πρέπει να συσχετιστεί η αξιόλογη καθυστέρηση µε τα κριτήρια της επίσχεσης. Με το άρθρο 58 Ν 4635/2019 (343 ΚΕΔ) θεωρείται µονοµερής βλαπτική µεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των 2 µηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευµένων αποδοχών του εργαζοµένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης. Πρόκειται για το συναλλακτικό αποδεκτό όριο ανοχής υπερημερίας καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, που πλέον λαμβάνει κανονιστική διάσταση. Κατά τα λοιπά το δικαίωμα της επίσχεσης ελέγχεται με τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ.
28 Περαιτέρω προστασία του µισθού προσφέρει η πρόσφατη διάταξη του άρθρου 49 Ν 4488/2017, που προβλέπει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωµής, χωρίς καταβολή δικαστικού ενσήµου στις διαφορές αρµοδιότητας του Ειρηνοδικείου. Είναι µια εύλογη ρύθµιση που διευκολύνει σηµαντικά µισθωτούς που βρίσκονται σε ανάγκη να αποκτήσουν έναν τίτλο εκτελεστό για να ικανοποιήσουν αξιώσεις τους, χωρίς να είναι υποχρεωµένοι να επιβαρυνθούν οικονοµικά γι’ αυτό.
5. Κατάστρωση της ύλης
29 Μετά τις εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις είναι επιβεβλημένη η παρουσίαση των κεφαλαίων που συνιστούν το παρόν έργο, ακολουθώντας την αρίθμηση τους.
30 Η εκµετάλλευση είναι ο χώρος, υπαρκτός ή ψηφιακός, στον οποίο δραστηριοποιούνται εργοδότες, εργαζόµενοι, απασχολούµενοι µε άλλες σχέσεις εκτός από εξαρτημένης εργασίας και συλλογικοί φορείς εργαζόμενων, εκπρόσωποί τους, συνδικαλιστικές οργανώσεις ή ενώσεις προσώπων. Στη ρύθµιση των εργασιακών σχέσεων ο εργοδότης οφείλει να τηρεί τις διατάξεις της νοµοθεσίας, αλλά και άλλες διατάξεις, προκειµένου να επιτύχει το βέλτιστο εργασιακό αποτέλεσµα. Στο επόμενο, δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η έννοια της εξαρτημένης εργασίας, ώστε να καταστεί ευχερής η διάκρισή της από άλλες μορφές παραγωγής εργασιακού αποτελέσματος ή έννομες σχέσεις που συνδέουν τον εργοδότη με τον εργαζόμενο. Ειδικότερα εξετάζονται η έννοια της εξαρτηµένης εργασίας και η διαµόρφωση της παραγωγικής διαδικασίας µε άλλες έννοµες σχέσεις, εκτός εµβέλειας εργατικού δικαίου,
Σελ. 12
όπως η σύµβαση έργου, η σύµβαση παροχής υπηρεσιών καθώς και ιδιαίτερες µορφές ατυπικής απασχόλησης που όµως εντάσσονται στο πεδίο εφαρµογής του εργατικού δικαίου, όπως είναι οι συµβάσεις προσωρινής απασχόλησης, µερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πλέον ευρέως διαδομένη ψηφιακή απασχόληση. Εξετάζονται οι νέες ρυθµίσεις του Ν 4808/2021 για την τηλεργασία και τον πληθοπορισµό (crowdworking) και η νέα υπό ενσωμάτωση Οδηγία 2024/2831 για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των απασχολούμενων σε πλατφόρμες.
31 Στη συνέχεια, στο τρίτο κεφάλαιο εκτίθεται η οργάνωση της επιχείρησης από τον εργοδότη. Εξετάζονται οι έννοιες της επιχειρήσεως, της εκµεταλλεύσεως και του οµίλου επιχειρήσεων, που αποτελούν το πεδίο ανάπτυξης της οργανωµένης εργασιακής δραστηριότητας. Η νοµική οργάνωση της επιχειρηµατικής δραστηριότητας έχει σηµασία για τον προσδιορισµό των ορίων ευθύνης του εργοδότη, όχι µόνο προς τρίτους αλλά προς τους εργαζόµενους. Η νοµική προσωπικότητα της επιχείρησης µπορεί να διευρυνθεί µε την άρση της αυτοτέλειας του νοµικού προσώπου που σηµαίνει µια ρευστοποίηση των ορίων της επιχείρησης. Έτσι εξετάζονται στην συνέχεια η αφανής εταιρεία, η κοινοπραξία και η ανάπτυξη επιχειρηµατικής δράσης µε το σύστηµα δικαιόχρησης (franchise), προκειµένου να διαφωτιστούν τα όρια της εργοδοτικής ευθύνης σε τέτοιες περιπτώσεις.
32 Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζονται οι φορείς συλλογικότητας των εργαζοµένων, που δραστηριοποιούνται στον χώρο της επιχειρήσεως, όπως συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώσεις προσώπων, συµβούλια εργαζοµένων,η θωράκιση της δραστηριότητάς τους µε θεσµικής φύσεως δικαιώµατα συνδικαλιστικής δράσης και η προστασία συνδικαλιστικών στελεχών. Θα εκτεθούν, επίσης, διακρινόµενες οι διαδικασίες προσέγγισης, δηλ. οι διαπραγµατεύσεις και οι διαβουλεύσεις, στο πλαίσιο των οποίων θα εξεταστούν οι οµαδικές απολύσεις.
33 Στο πέµπτο κεφάλαιο εξετάζονται οι κανονισµοί εργασίας στην εκµετάλλευση. Πρόκειται για συλλογική οργάνωση του διεθυντικού δικαιώματος και ρύθμιση της λειτουργίας των εργασιακών σχέσεων. Ο τρόπος παραγωγής, τα είδη, η νοµική φύση τους και τέλος, οργανωτικά και δικονοµικά θέµατα. Επίσης, εξετάζονται ειδικά ζητήµατα σε κανονισµούς εργασίας, όπως οι συµβάσεις µε όριο ηλικίας, οι προαγωγές και η πειθαρχική διαδικασία.
34 Στο έκτο κεφάλαιο εξετάζεται η επιχειρησιακή συνήθεια ως τρόπος παραγωγής δικαιωµάτων των εργαζοµένων στην εκµετάλλευση, µε έρευνα των οικειοθελών παροχών µέσα από το πρίσµα της αρχής της ίσης µεταχείρισης.
35 Στο έβδοµο κεφάλαιο εξετάζεται το διευθυντικό δικαίωµα του εργοδότη ως δικαιοπαραγωγική διαδικασία, προσδιοριζόµενο από κανονιστικές υποχρεώσεις και τις αρχές της ίσης µεταχείρισης και της απαγόρευσης δυσµενών διακρίσεων. Ειδικά πρέπει να επισηµανθεί η συµβατικοποίηση του διευθυντικού δικαιώµατος µε ρήτρες διεύρυνσης
36 Στο όγδοο κεφάλαιο εξετάζονται οι ατοµικές ελευθερίες των εργαζοµένων και ο περιορισµός τους µε κανονισµό ή µε ιδιωτική συµφωνία και µε εντοπισµό του ζητήµατος, εάν
Σελ. 13
µπορούν οι κοινωνικοί εταίροι να διαχειρίζονται ατοµικές ελευθερίες εργαζοµένων. Επίσης εκτίθενται οι ρυθµίσεις για τα προσωπικά δεδοµένα.
37 Στο ένατο κεφάλαιο εντοπίζεται η αυθυπαρξία της επιχείρησης επί µεταβολής προσώπου του εργοδότη και ιδίως επί σε περίπτωση µεταβίβασης της. Ειδικότερο είναι το θέµα των εργασιακών σχέσεων σε περίπτωση πτωχευτικής αφερεγγυότητας.
38 Συνοψίζοντας την ύλη, καθένας που συµµετέχει στην παραγωγική διαδικασία πρέπει να έχει γνώση του κανονιστικού πλαισίου που εφαρµόζεται στην εκµετάλλευση. Στην εκμετάλλευση πρέπει να επικρατούν δίκαιο και εύλογοι κανόνες εργασίες. Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να εφαρμόζεται κατά τη στάθμιση και την εναρμόνιση των συγκρουόμενων συμφερόντων για την εξεύρεση της ισορροπίας. Η εκμετάλλευση είναι τόπος διαβίωσης, ενώ ο εργαζόμενος με την εργασία του βιοπορίζεται. Ο εργοδότης αξιοποιεί την παραγόμενη εργασία προς όφελος όχι μόνο δικό του αλλά και ευρύτερα κοινωνικό. Ο εργοδότης πρέπει να τηρεί τη νοµιµότητα κατά τη διαµόρφωση της λειτουργίας των εργασιακών σχέσεων µε σεβασµό στην προσωπικότητα καθενός εργαζοµένου, δηλ. στην γνωστή σε αυτόν ιδιαιτερότητα του καθενός. Επίσης πρέπει να σέβεται τη συλλογική εκπροσώπηση των εργαζομένων και να συνεργάζεται με τους εκπροσώπους τους. Οι εργαζόµενοι, οφείλουν στο προστατευµένο πλαίσιο της προσωπικότητας τους και των προσωπικών τους δεδοµένων να γνωστοποιούν κάθε προσωπική ή οικογενειακή ιδιαιτερότητα καθώς και την κατάσταση της υγείας τους για να µπορεί ο εργοδότης να τις λαµβάνει υπόψη και να προβαίνει σε δίκαιες σταθμίσεις. Με το γνωστό «δικαίωµα στο ψέµα» που κυριαρχεί κατά τη διαδικασία πρόσληψης εξαιτίας της ανάγκης εξεύρεσης εργασίας, στην ουσία ο ίδιος ο εργαζόµενος υπονοµεύει την εργασιακή ζωή και τα δικαιώµατά του.
Σελ. 15
ΙΙ. Η εξαρτηµένη εργασία κυρίαρχη µορφή οργάνωσης της εκµετάλλευσης
Αρθρογραφία - Βιβλιογραφία
– Βασιλείου, Περιορισµός της δραστηριότητας και απαγόρευση της λειτουργίας των επιχειρήσεων λόγω της πανδηµίας του κορωνοιού Covid-19 και εργασιακές σχέσεις µετά την ΚΥΑ 12998/232/2020, σε ηλεκτρονική ιστοσελίδα της ΕΕργΔ 2020 – Βλαστός, Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, 1990- Γιαννακούρου, Εργασία µε πληθοπορισµό (Crowdwork) και νέοι επαγγελµατικοί κίνδυνοι, ΕΕργΔ 2019 σ. 1403 επ. – Γούλας, Το νοµικό πλαίσιο ρύθµισης του κατώτατου µισθού, ΕΕργΔ 2019 σ. 1 επ. – Γεωργιάδου, Το νομοθετικό πλαίσιο για τη μερική απασχόληση (μετά από τους Ν 4611/2019, 4635/2019 και 4808/2021), ΔΕΝ 2022 σ. 1777 επ.- Δερµιτζάκη, Η έννοια της εξαρτηµένης εργασίας στη νοµολογία και πρόσφατες εξελίξεις (µε αφορµή την απόφαση 1544/2009 του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ΔΕΕ 2010 σ. 148– Δηµαρέλλης, Ηλεκτρονική απασχόληση µισθωτού εκτός χρόνου εργασίας, σ. 101 επ., σε Παπαδηµητρίου (Επιµ.), Πληροφορική και Εργατικό Δίκαιο, 16ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΔΕΚΑ, 2018 – Ο Ίδιος, Η έννοια της εξάρτησης στη συνεργατική οικονοµία, σε Τιµ. Τόµο Τραυλού - Τζανετάτου, σ. 151 επ. – Ζερδελής, Άκυρη σύµβαση εργασίας και αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισµού, ΕΕργΔ 2021 σ. 1 επ. – Ο Ίδιος, Ο χρόνος εργασίας στην εποχή της ψηφιακής εργασίας, ΔΕΕ 2017 σ. 516 επ. – Καλκαντέρα, Η τηλεργασία στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα: μια συγκριτική επισκόπηση, σε Τιμ. Τόμο Παπαδημητρίου, σ. 525 επ.- Καρόκης, Η Uber ενώπιον των δικαστηρίων σε Η.Π.Α. Ηνωµένο Βασίλειο και Γαλλία: Η αναζήτηση της εξάρτησης, ΔΕΕ 2021, σ. 194 επ. – Κεσσίδη, Μερική απασχόληση/ εκ περιτροπής εργασία, σ. 203 επ., σε Λαδά (Επιµ.), Ευέλικτες Μορφές Εργασίας, 2021 – Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο Ατοµικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Αγοράς, 8η έκδ., 2017- Ο Ίδιος, Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας, Ι έκδ., 2024 – Ο Ίδιος, Η συνέχιση του νοσηρού φαινοµένου προσλήψεως µισθωτών του Δηµοσίου µε σύµβαση εργασίας ορισµένου χρόνου για κάλυψη παγίων αναγκών, ΕΕργΔ 2021 σ. 741 επ. – Κουκιάδης Δ., Οι Νέες Τεχνολογίες, οι Νέες Μορφές Οργάνωσης της Επιχείρησης και οι Προτάσεις της Δ.Ο.Ε. για το Μέλλον της Εργασίας, ΕΕργΔ 2019 σ. 673 επ. – Λαδάς, Το Δικαίωµα της Προσωπικότητας του Εργαζοµένου, 2018 – Ο Ίδιος, Οι θεσµοί αφερεγγυότητας του εργοδότη και η τύχη των µισθών των εργαζοµένων, ΕΕργΔ 2014 σ. 3 9 επ. – Ο Ίδιος, Η ένωση προσώπων εργαζοµένων ως θεσµός του εργατικού δικαίου, σε Τιµ. Τόµο Δωρή, σ. 567 επ. – Ο Ίδιος, Οι ρυθµίσεις για εργαζοµένους επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες µε το σύστηµα της εργολαβίας (άρθρο 68 Ν 3863/2013), ΕΕργΔ 2012 σ. 241 επ. – Ο Ίδιος, Η σύµβαση έργου στο Εργατικό Δίκαιο, ΔΕΕ 2019 σ. 19 επ. – Ο Ίδιος, περιορισµοί της επιχειρηµατικής ελευθερίας του εργοδότη, σε Τιµ. Τόµο Παπανικολάου, Συµβατική ελευθερία και Δικαιοσύνη, 2020 σ. 539 επ. – Ο Ίδιος, Σύµβαση εργασίας ορισµένου χρόνου, σε Λαδά (Επιµ.), Ευέλικτες µορφές εργασίας, – Ο ίδιος (Επιµ.), Εργατικές Διαφορές Δικονοµικά Ζητήµατα, 2019 – Ο Ίδιος, Τηλεργασία και άδεια
Σελ. 16
ειδικού σκοπού, ΔΕΝ 2020 σ. 833 επ. – Ο Ίδιος, Ο εργοδοτικός έλεγχος µε ηλεκτρονικά µέσα, σ. 211 επ. σε Παπαδηµητρίου, Πρακτικά 16ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Εργατικού Δικαίου ΕΔΕΚΑ (Τρίπολη) – Ο Ίδιος, Η προοπτική νοµοθετικής ρύθµισης του CROWDWORKING, ΔΕΕ 2021 σ. 749 επ. – Λεβέντης, Διάκριση της συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας από συγγενείς σχέσεις, ΔEN 2002 σ. 515 επ. – Λεβέντης/ Παπαδηµητρίου, Ατοµικό Εργατικό Δίκαιο, 2011– Ληξουριώτης, Ατοµικές Εργασιακές Σχέσεις, 6η έκδ. 2020 & 7η έκδ. 2021– Ο Ίδιος, Οι γενικές κατώτατες αποδοχές και ο τρόπος καθορισµού τους, ΔΕΕ 2018 σ. 945 επ. – Ο Ίδιος, Συνταγµατικά και άλλα προβλήµατα του άρθρου 9 Ν 4554/18 (ευθύνη αναθέτοντος έργο), ΔΕΝ 2019 σ. 1 επ.– Ο ίδιος, Το εργατικό δίκαιο στον αιώνα της ψηφιακής οικονοµίας, ΔΕΕ 2020 σ. 1 επ. – Μακρίδου, Ειδικές Διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας µετά το Ν 4335/2015, 2017 – Μαρίνος, Ο Κανονισµός 2019/1150/ΕΕ (Platform to Business)-Δίκαιη µεταχείριση (fairness) των επιχειρηµατικών χρηστών στις οnline πλατφόρµες διαµεσολαβήσεως, ΔΕΕ 2020 σ. 1385 επ. – Μπακιρτζή, Ζητήµατα προστασίας των Crowdworkers στην Παροχή της Ψηφιακής Εργασίας, σε Παπαδηµητρίου (Επιµ.) 16ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΔΕΚΑ (Τρίπολη) – Μπακόπουλος, Το τεκµήριο της ανεξάρτητης εργασίας στο Ν 2639/1998, ΔΕΝ 1999, σ. 7 επ. – Μπουµπουχερόπουλος, Αδυναµία παροχής εργασίας, τηλεργασία και εναρµόνισης επαγγελµατικής και οικογενειακής ζωής κατά την περίοδο ισχύος των µέτρων για τον περιορισµό της διάδοσης του κορωνοϊού, Sars-CoV-2, σε Τιµ. Τόµο Τραυλού - Τζανετάτου, σ. 911 επ. & ΕΕργΔ 2020 σ. 538 επ. – Nτάσιος, Εργατικό Δίκαιο, A/1 έκδ. E 1999 – Παναγιωτακοπούλου/ Παπανικολάου, Η εξ αποστάσεως εργασία στον ιδιωτικό τοµέα Τα σχετικά νοµοθετήµατα κ.λπ., ΔΕΝ 2020 σ. 1793 – Παπαδηµητρίου, Η προσωρινή απασχόληση Ο κατ’ επάγγελµα δανεισµός εργαζοµένων, 2007 – Ο Ίδιος, Οι νέες νοµοθετικές ρυθµίσεις για την προσωρινή απασχόληση, ΔΕΝ 2016 σ. 97 επ. – Ο Ίδιος, Εργοδοτικές αποφάσεις εν όψει της οικονοµικής κρίσεως, ΔΕΝ 2009 σ. 1377 επ. – Ο Ίδιος, Νέες µορφές Απασχόλησης, ΔΕΕ 2018 σ. 689. – Ο Ίδιος, Η εξαρτηµένη και η ψευδής αυτοαπασχόληση: Προς τη ρύθµιση µιας νέας κατηγορίας, ΔΕΕ 2020 σ. 153 επ. – Παπαδημητρίου/ Λαδά (Επιμ.), Η εξάρτηση στις εργασιακές σχέσεις, Πρακτικά 18ου Πανελλήνιου Συνεδρίου ΕΔΕΚΑ 2022- Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης, 5η έκδ. 2025 -Πατσουράκης, Εργασία µέσω ψηφιακής πλατφόρµας – Crowdworking και Work on-demand, σε Λαδά (Επιµ.), Ευέλικτες µορφές εργασίας, 2021 – Ο Ίδιος, Η εργασία στον τοµέα της «gig economy» ενώπιον του ΔικΕΕ Παρατηρήσεις επί της υποθέσεως C-692/19 Yodel Delivery Network, ΔΕΝ 2020 σ. 809 – Πίκουλας, Η κατ’ άρθρο 9 Ν 4554/18 εις ολόκληρον ευθύνη τού αναθέτοντος έργο ή τµήµα έργου (εργοδότη) µε τον εργολάβο για την πληρωµή των αποδοχών κλπ., ΔΕΝ 2018 σ. 1121 επ. – Ρίζος, Εργασιακές σχέσεις και Covid, σε Covid- 19 πρακτικά ζητήµατα έννοµης προστασίας, 2021, σ. 63 επ. – Σκανδάλης, Ο χρόνος εργασίας στην τηλεργασία, ΧρΙΔ 2020 σ. 499 επ. – Ο Ίδιος, Μια κριτική προσέγγιση των αλλαγών που επέφερε ο νόµος 4635/2019 στο Ατοµικό Εργατικό Δίκαιο: Μερική απασχόληση – Μονοµερής Βλαπτική µεταβολή (καθυστέρηση αποδοχών)- ΕΡΓΑΝΗ- Αδήλωτη εργασία, σε Τιµ. Τόµο Τραυλού - Τζανετάτου – Στεργίου, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης, Δ΄ Έκδ. 2022 – Ο Ίδιος, Αυτοαπασχολούµενος και µισθωτός στην κοινωνική ασφάλιση, 2005 – Ο Ίδιος, Ο υπόχρεος καταβολής εισφορών εργοδότης, ΔΕΝ 2018 σ. 881 – Ταμπάκης, Σχέσις εξηρτημένης εργασίας, ΔΕΝ 2000 σ. 597 επ.- Τραγιάννης, Crowdworker: Μισθωτός χωρίς υποχρέωση παροχής εξαρτημένης εργασίας, ΕΕργΔ 2024 σ. 139 επ.- Τραυλός - Τζανετάτος, Εργατικό Δίκαιο και Βιοµηχανική Κοινωνία, 1977 – Ο ίδιος, Το Εργατικό Δίκαιο σε κρίσιµη
Σελ. 17
καµπή, 1990 – Ο ίδιος, Οικονοµική Κρίση και Εργατικό Δίκαιο, 2013 – Ο ίδιος, Το Εργατικό Δίκαιο στην Τέταρτη Βιοµηχανική Επανάσταση, 2019 – Ο ίδιος, Εργατικό Δίκαιο: Από την Κρίση στην Μετάλλαξη – Προβολή Ενός Δυστοπικού Μέλλοντος;, ΕΕργΔ 2017 σ. 37 – Τσερόλα, Σύµβαση προσωρινής απασχόλησης, σε Λαδά (Επιµ.), Ευέλικτες Μορφές Εργασίας, 2021– Χαρίσης, Η κατ΄ οίκον απασχόληση, σε Λαδά (Επιµ.), Ευέλικτες Μορφές Εργασίας, 2021 – Bourazeri, Crowdworker, NZA 2019 S. 741 ff. – Däubler, Was ändert die Digitalisierung am Arbeitsrecht? σε Τιµ. Τόµο Τραυλού - Τζανετάτου, σ. 183 επ. – Dütz/ Thüsing, Arbeitsrecht, 30. Aufl. 2025- Pacha, Arbeitsrechtlicher Schutz einer neuen Beschäftigungsform, Diss. 2018 – Frank/ Heine, Crowdworker mit einem Fuß im Arbeitsrecht? NZA 2020 S. 292 ff. – Junker, Vereinigtes Königreich: Arbeitnehmereigenschaft eines „Uber“-Fahrers und gesetzlicher Mindestlohn, EuZA 2021 S. 378 ff. – Ladas, Das Wirken von Klaus Adomeit in Griechenland oder: Die humanistische Denkweise von Klaus Adomeit, Rechtstheorie 2019 S. 257 ff. – Ladas, Crowdworking als Arbeitsleistungsphänomen nach griechischem Recht, EuZA 2021 S. 25 ff. – Thüsing, Crowdworking: Lenkung statt Weisung- Was macht den Arbeitnehmer zum Arbeitnehmer? NZA 2021 S. 231 επ.– Reiner, Der OGH, Das Arbeitsrecht und das Unternehmensrisiko: Ein erster Befund, ZAS 2008 S. 203 ff. – Riesenhuber, Arbeitnehmer(ähnlicher) Schutz von Crowd- Dienst- leisten, ZfA 2021 S. 5 ff.– Riesenhuber, Die Transparenzrichtlinie 2019/1152 Grund-Rechtsakt für das Arbeitsrecht der digitalen Wirtschaft, in Festschrift für Klaus J. Hopt zum 80. Geburtstag am 24. August 2020, S. 1009 ff. – Waas/ Liebman/ Lyubarsky/ Kezuka, Crowdwork - A Comparative Law Perspective, 2nd Edition- Hugo Sinzheimer Institut für Arbeitsrecht – Wank, Η έννοια της εξάρτησης Εξέλιξη και δικαιοσυγκριτική θεώρηση, ΕΕργΔ 2017 σ. 733 επ.
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1 Παραδοσιακά στην εκµετάλλευση οι εργαζόµενοι συνδέονται µε τον εργοδότη µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας που αποτελεί και το σηµείο αναφοράς του εργατικού δικαίου.
2 Με τη σύµβαση εργασίας που συνάπτεται µεταξύ του εργοδότη, που µπορεί να είναι είτε φυσικό είτε νοµικό πρόσωπο και του εργαζόµενου, που είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο, ο εργαζόµενος αναλαµβάνει να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη αντί χρηµατικού ανταλλάγµατος, που καλείται µισθός (άρθρα 648 και 649 ΑΚ). Κατά το αρχέτυπο µοντέλο, τα essentialia negotii της έννοµης σχέσης είναι η εργασία και ο µισθός, που τελούν µεταξύ τους σε ανταλλακτική σχέση, στην οποία ιδιαίτερη σηµασία αναπτύσσουν τα προσωπικά στοιχεία.
3 Για τη θεµελίωση της σχέσης είναι αναγκαία η συµφωνία για παροχή εργασίας. Από τα άρθρα 648, 649, 653 και 655 ΑΚ (άρθρα 1, 3, 6, 8 ΚΕΔ) προκύπτει ότι δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της συµβάσεως εργασίας το ύψος του µισθού που πρέπει να καταβληθεί,
Σελ. 18
το οποίο, σύµφωνα µε τα άρθρα 371 - 373 ΑΚ, µπορεί να αφεθεί να καθορισθεί από το ένα εκ των µερών ή από τρίτον. Σε συµβατικό επίπεδο µπορεί καταρχήν να ορίζεται µονοµερώς και το είδος της σύµβασης, δηλ. εάν θα είναι ορισµένου ή αορίστου χρόνου. Εάν δεν έχει συµφωνηθεί µισθός, ισχύει ο ειθισµένος µισθός, δηλ. ο µισθός που καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για όµοιες εργασίες σε άλλους εργαζοµένους µε τα ίδια προσόντα, που παρέχουν την εργασία τους στον ίδιο τόπο και χρόνο και κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Ο συνηθισµένος (ειθισµένος) µισθός µπορεί να προσδιορίζεται και από τα καθοριζόµενα κατώτατα όρια µισθών, που απορρέουν από σχετικές ΣΣΕ ή ΔΑ ή, κατά το παρελθόν, τις ε.γ.ΣΣΕ , εφόσον συνηθίζεται η καταβολή του µισθού αυτού υπό τις αντίστοιχες συνθήκες. Πλέον ο κατώτατος µισθός καθορίζεται νοµοθετικά, οπότε µοιραία καθορίζεται µε βάση αυτόν και ο ειθισµένος µισθός σε κατώτατο επίπεδο, εκτός και αν καταβάλλεται για τη συγκεκριµένη δραστηριότητα µεγαλύτερος µισθός. Με το άρθρο 103 Ν 4172/2013 εισήχθη νέο σύστηµα ορισµού του νοµοθετηµένου κατώτατου µισθού και του κατώτατου ηµεροµισθίου, έπειτα από ευρεία διαβούλευση. Με την παραπάνω διάταξη παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας να εκδίδει απόφαση καθορισµού του, µε τη σύµφωνη γνώµη του Υπουργικού Συµβουλίου. Η διαδικασία ξεκίνησε για πρώτη φορά τον Σεπτέµβριο του 2018 και ολοκληρώθηκε µε την έκδοση της ΥΑ 4241/127/30.1.2019, βάσει της οποίας καθορίστηκαν από 1.2.2019 ο νόµιµος κατώτατος µισθός και το νόµιµο κατώτατο ηµεροµίσθιο, για πλήρη απασχόληση, για τους υπαλλήλους και τους εργατοτεχνίτες όλης της χώρας, χωρίς ηλικιακή διάκριση. Με απόφαση του Υπουργικού Συµβουλίου, κατόπιν εισηγήσεως του Υπουργού Εργασίας, εγκρίθηκε από 1.1.2022 αύξηση του κατώτατου µισθού από τα 650 ευρώ σε 663 ευρώ το µήνα, υπολογιζόµενων επί 14 µισθών κατ’ έτος. Με το Ν 5163/2024 μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2022/2041 για τον κατώτατο μισθό.
Σελ. 19
Κύριος σκοπός της συµβάσεως εξηρτηµένης εργασίας είναι η παροχή εργασίας αυτή καθ’ αυτή και σ’ αυτήν ακριβώς αποβλέπουν οι συµβαλλόµενοι. Η παροχή της εργασίας λαμβάνει χώρα υπό το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, η δε εξάρτηση είναι νομική – προσωπική, διότι το πρόσωπο του εργαζόμενου υπόκειται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, με το οποίο ο τελευταίος έχει την εξουσία να τον ετεροκαθορίζει και να εποπτεύει και επιβλέπει την εκτελούμενη εργασία και εν τέλει να την αξιολογεί. Αποδέκτης της εργασίας µπορεί να είναι ένα τρίτο, εκτός της σύµβασης εργασίας πρόσωπο, στο πλαίσιο σχέσης δανεισµού, η οποία θεµελιώνεται µε την σύµφωνη γνώµη του εργαζοµένου, η οποία µπορεί είτε να περιέχεται στη σύµβαση εργασίας είτε να συµφωνηθεί µεταγενέστερα.
4 Στον δανεισμό, όπως και στις τριμερείς σχέσεις εργασίας το διευθυντικό δικαίωμα συγκεκριμενοποίησης και ετεροκαθορισμού της εργασίας εκχωρείται στον τελικό αποδέκτη της εργασίας. Η ανάγκη για επιβίωση ως εργασία χαρακτηρίζεται ως οικονομική εξάρτηση. Πρόκειται για μια κατάσταση κοινωνική η οποία επιδρά σε νομικές αξιολογήσεις, αλλά δεν αποτελεί κριτήριο καθορισμού της εξαρρτημένης εργασίας.
5 Η έννοια της εξαρτηµένης εργασίας σπανίως ορίζεται νοµοθετικά. Ρυθµίζονται όµως ειδικές µορφές εργασίας, όπως η ενοικίαση προσωπικού από Επιχείρηση Προσωρινής
Σελ. 20
Απασχόλησης (ΕΠΑ), η µερική απασχόληση, η εκ περιτροπής εργασία. Στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται συστατικός, έγγραφος τύπος, κάτι που δεν ισχύει καταρχήν για την θεµελίωση της σχέσης εργασίας, εκτός από ειδικές περιπτώσεις. Για την κατάρτιση σύµβασης µερικής απασχόλησης απαιτείται, τόσο υπό το προγενέστερο όσο και υπό το ισχύον νοµοθετικό καθεστώς, έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι η µη τήρηση του τύπου αυτού συνεπάγεται ακυρότητα της σύµβασης µερικής απασχόλησης, η οποία λαµβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Σε αντίθεση µε τον ευκαιριακό δανεισµό εργαζοµένου, η κατ’ επάγγελµα προσωρινή απασχόληση, η οποία είναι µια τριγωνική σχέση µεταξύ του συµβατικού ή άµεσου εργοδότη, που είναι µια ΕΠΑ, του εργαζοµένου και του έµµεσου εργοδότη, ο οποίος είναι ο τελικός αποδέκτης της εργασίας του παραχωρούµενου µισθωτού, ρυθµίστηκε αρχικά µε το Ν 2956/2001, ο οποίος τροποποιήθηκε αρκετά χρόνια µετά µε το Ν 4052/2012, που τροποποιήθηκε µε το Ν 4093/2012 και τελικώς µε την υποπαρ. ΙΑ, παρ. 4 Ν 4254/2014 (άρθρα 117, 123, 125 ΚΕΔ).
2. Ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός
6 Ο νοµικός χαρακτηρισµός της έννοµης σχέσης αποτελεί έργο της δικαστικής δικαιοπλασίας και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Ανώτατου Ακυρωτικού κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. O ορθός νοµικός χαρακτηρισµός µιας σχέσης ως συµβάσεως έργου ή εξαρτηµένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισµένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, τα οποία, µετά από εκτίµηση όλων των συγκεκριµένων περιστάσεων, κρίνουν µε ποια συγκεκριµένη νοµική σχέση συνδέεται ο µισθωτός µε τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από τον νοµικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συµβαλλόµενα µέρη στην µεταξύ τους σχέση.
Σελ. 21
7 Πρέπει να λαµβάνεται υπόψη το όλο περιεχόµενο της σύµβασης, ερµηνευόµενο, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι περιστάσεις υπό τις οποίες η σύµβαση έχει συναφθεί και έχει λειτουργήσει, κατά τα παραγγέλματα των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύµφωνα µε τα οποία, κατά την ερµηνεία της δήλωσης της βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις. Επίσης πρέπει να ακολουθούνται, στο πλαίσιο της συστηµατικής ερµηνείας οι βασικές νοµοθετικές επιλογές. Για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της έννοµης σχέσης έχει γίνει δεκτό ότι η παροχή των υπηρεσιών του εργαζοµένου σε καθορισµένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συµµόρφωση προς όρους συµφωνηµένους, δεν αποτελούν, χωρίς άλλο, κριτήριο παροχής εξαρτηµένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών. Για το χαρακτηρισµό της σύµβασης ως εξαρτηµένης εργασίας η νοµολογία δεν θεωρεί κρίσιµα κριτήρια ούτε τον τρόπο προσδιορισµού ή καταβολής της αµοιβής του εργαζοµένου, ούτε άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι λ.χ. η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η υπαγωγή του εργαζοµένου στην κοινωνική ασφάλιση του στο ΙΚΑ και η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων µισθωτών υπηρεσιών. Τυχόν παράλειψη του εργοδότη να ασφαλίσει τον εργαζόµενο σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης, όπως ήταν λ.χ. παλαιότερα το ΙΚΑ, ή η ασφάλιση του στο ΤΕΒΕ κ.λπ., πλέον ως αυτοαπασχολούµενου στον ΕΦΚΑ, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών απ’ αυτόν και η παρακράτηση φόρου ελεύθερων επαγγελµατιών από τον εργοδότη, αλλά αντίστροφα και η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων µισθωτών υπηρεσιών, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια χαρακτηρισµού της απασχόλησης ως συµβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Αντίθετα, υπό ειδικές περιστάσεις, η ασφάλιση στο ΙΚΑ δεν εθεωρείτο ικανό στοιχείο για την θεµελίωση σχέσης εξαρτηµένης εργασίας. Μάλιστα µετά την θεσµοθέτηση του ΕΦΚΑ µε το Ν 4387/2016, η διαφοροποίηση έγκειται στον υπόχρεο καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.












