ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ (ΑΡΘΡΟ 306 ΠΚ)

Προβλήματα ερμηνείας - εφαρμογής

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 15.4€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 37,40 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21286
Αβραμίδου Ε.
  • Έκδοση: 2025
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 336
  • ISBN: 978-618-08-0832-2
Η έκθεση του άρθρου 306 ΠΚ αποτελεί το σημαντικότερο έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης του Ποινικού Κώδικα, αφού προστατεύει το υπέρτατο έννομο αγαθό της ζωής. Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται μια εκτεταμένη ανάλυση του εγκλήματος, αρχής γενομένης από την πραγματευση της έννοιας του συγκεκριμένου κινδύνου. Επιπλέον εξετάζεται διεξοδικά ο όρος «αβοήθητος» και η σχέση του με τον συγκεκριμένο κίνδυνο, οριοθετούνται αναλυτικά η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση όλων των μορφών του εγκλήματος, καθώς και οι λόγοι άρσης του αδίκου και του καταλογισμού και αντιμετωπίζονται ζητήματα σύγκρουσης με άλλα εγκλήματα.
Με το ανά χείρας έργο επιχειρείται να καλυφθεί το βιβλιογραφικό κενό που υπήρχε στο πεδίο των εγκλημάτων κατά της ζωής, σε μια περίοδο, μάλιστα, όπου το άρθρο 306 ΠΚ έχει αρχίσει να εφαρμόζεται ολοένα και συχνότερα στην πράξη. Απευθύνεται σε κάθε ερμηνευτή και εφαρμοστή του Ποινικού Δικαίου, προσφέροντάς του το αναγκαίο δογματικό υπόβαθρο για την πληρέστερη κατανόηση και ορθή επίλυση των προβλημάτων που υποκρύπτονται σε αυτό το μέχρι πρότινος επιστημονικά παραμελημένο έγκλημα.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ IX

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ XIX

Ι. Εισαγωγή 1

IΙ. Η έννοια του κινδύνου 3

Α. Τα εγκλήματα διακινδύνευσης 3

1. Εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης 5

2. Εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης 5

3. Εγκλήματα αφηρημένα-συγκεκριμένης ή δυνητικής διακινδύνευσης 6

4. Η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων διακινδύνευσης 8

B. Η έννοια του κινδύνου 11

1. Υποκειμενική και αντικειμενική θεωρία 14

α) Η υποκειμενική θεωρία − Ο κίνδυνος ως υποκειμενική κρίση 14

β) Η αντικειμενική θεωρία − Ο κίνδυνος ως κατάσταση 16

γ) Συμπέρασμα 19

2. Η ex ante και η ex post κρίση περί κινδύνου 19

α) Η ex ante θεώρηση του κινδύνου 20

β) Η ex post θεώρηση του κινδύνου 22

γ) Συμπέρασμα 24

3. Προσπάθειες ορισμού της έννοιας του κινδύνου 25

4. Συμπέρασμα 33

α) Είσοδος του εννόμου αγαθού στη σφαίρα κινδύνου 33

β) Το έννομο αγαθό βρίσκεται εντός της σφαίρας κινδύνου 34

γ) Συγκεκριμένος κίνδυνος 35

ΙΙΙ. Ιστορική αναδρομή του εγκλήματος
της έκθεσης
37

Α. Αρχαιότητα 38

1. Αρχαία Ελλάδα 38

2. Ρωμαϊκή εποχή 42

3. Βυζάντιο 44

Β. Μεσαίωνας 47

Γ. Νεότερα χρόνια 53

1. Γαλλικός Ποινικός Κώδικας 1810 53

2. Βαυαρικός Ποινικός Κώδικας 1813 55

3. Ποινικές τυποποιήσεις έκθεσης 1838-1861 57

4. Ιστορική πορεία του εγκλήματος της έκθεσης στην Ελβετία 59

5. Αυτοκρατορικός Ποινικός Κώδικας 1871 − Reichsstrafgesetzbuch 62

6. Γερμανικός Ποινικός Κώδικας − τροποποίηση 1998 63

Δ. Ιστορική εξέλιξη του εγκλήματος της έκθεσης στη νεότερη Ελλάδα 65

1. Ποινικός Νόμος του 1834 65

2. Ποινικός Κώδικας του 1950 66

3. Νέος Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) −
Τροποποιήσεις στο άρθρο 306 67

IV. Προστατευόμενο έννομο αγαθό 68

V. Η έκθεση ως έγκλημα διακινδύνευσης −
Η έννοια του όρου «αβοήθητος»
73

Α. Έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης 73

Β. Η έννοια του όρου «αβοήθητος» 76

1. Σχέση του όρου «αβοήθητος» με τον κίνδυνο − Απαιτείται για να είναι
κάποιος αβοήθητος να βρίσκεται και σε συγκεκριμένο κίνδυνο; 76

α) Ερμηνεία του αβοήθητου με βάση την παλαιά γερμανική
διάταξη της έκθεσης 76

β) Νέα γερμανική διάταξη έκθεσης − Ο συγκεκριμένος κίνδυνος
περιγράφεται στο ρήμα εκθέτω και αποτελεί διακριτή έννοια
από αυτή του αβοήθητου ή πρόκειται για πλεονασμό του νομοθέτη; 78

γ) Αβοήθητο και συγκεκριμένος κίνδυνος: δύο διακριτές έννοιες 80

δ) Ερμηνεία του αβοήθητου με βάση την ελληνική διάταξη
της έκθεσης − Περιλαμβάνει τον συγκεκριμένο κίνδυνο; 85

ε) Συμπέρασμα 87

2. Αβοήθητος είναι αυτός που δεν μπορεί με τις δικές του δυνάμεις
να βοηθήσει τον εαυτό του. Απαιτείται να μην μπορεί να βοηθηθεί
και από τρίτους ή αρκεί η αδυναμία του αυτή να βοηθήσει
τον εαυτό του; 88

α) Αρκεί η αδυναμία του ίδιου του θύματος να βοηθήσει
τον εαυτό του 91

β) Αδυναμία του θύματος να βοηθήσει τον εαυτό του ενώ
δεν αναμένεται με πολύ υψηλή πιθανότητα που αγγίζει
τη βεβαιότητα η παροχή βοήθειας από τρίτο 97

γ) Αδυναμία του θύματος να βοηθήσει τον εαυτό του και η σωτηρία
του εναπόκειται πλέον στην τύχη (η βλάβη μόνο από τύχη -
σύμπτωση μπορεί να αποκρουσθεί) 103

δ) Συμπέρασμα 105

ε) Παραδείγματα από τη νομολογία 107

3. Παίζει ρόλο η γνώση ή η άγνοια του κινδύνου από το θύμα
για τη συνδρομή του αβοήθητου; 110

4. Απαιτείται συγκεκριμένη χρονική διάρκεια του αβοήθητου;
Αρκεί ο στιγμιαίος κίνδυνος; 113

α) Ο στιγμιαίος κίνδυνος δεν αρκεί για να θεωρηθεί
το θύμα αβοήθητο 114

β) Κριτήριο η μη δυνατότητα αναζήτησης βοήθειας από το θύμα
και το σχετικό «αίσθημα απελπισίας» 114

γ) Ο κίνδυνος πρέπει να πηγάζει από το στοιχείο του αβοήθητου
και όχι απευθείας από την πράξη του δράστη 115

δ) Διάκριση «τυπικών κινδύνων έκθεσης» 116

ε) Η βοήθεια πρέπει να είναι δυνατόν να παρασχεθεί 123

5. Κατάλληλη βοήθεια 125

6. Συμπέρασμα 127

VI. Έκθεση με στενή έννοια 131

Α. «Όποιος εκθέτει άλλον» − Η σημασία του ρήματος «εκθέτω» 131

Β. Θέση του θύματος πριν από την πράξη του δράστη 134

1. Ασφαλής προηγούμενη θέση; 134

2. Διατήρηση αβοήθητης θέσης 136

3. Νόμιμη προηγούμενη θέση; 137

Γ. Τοπική μετακίνηση του θύματος από τον δράστη 137

1. Η εξέλιξη της διάταξης στη Γερμανία ως προς την τοπική
μετακίνηση του θύματος από τον δράστη στην πρώτη μορφή
τέλεσης 138

2. Η τέλεση έκθεσης πρώτης μορφής με τοπική μετακίνηση −
Υποστηριζόμενες απόψεις στην Ελλάδα 141

3. Τρόποι έκθεσης του θύματος 142

Δ. Αποτέλεσμα της πράξης του δράστη − «και έτσι τον καθιστά
αβοήθητο» 145

Ε. Χρονική σχέση αβοήθητου θύματος και συγκεκριμένου κινδύνου 149

1. Αβοήθητο θύμα και ταυτοχρόνως συγκεκριμένος κίνδυνος 149

2. Συγκεκριμένος κίνδυνος, αλλά όχι αβοήθητο θύμα 149

3. Ο συγκεκριμένος κίνδυνος προηγείται της περιαγωγής
του θύματος σε αβοήθητη κατάσταση 149

4. Η περιαγωγή του θύματος σε αβοήθητη θέση προηγείται
της συγκεκριμενοποίησης του κινδύνου 150

ΣΤ. Αιτιώδης σύνδεσμος − Συνάφεια κινδύνου 151

Ζ. Έμμεση αυτουργία 156

VII. Έκθεση με ευρεία έννοια 163

Α. Η έκθεση με ευρεία έννοια − Στοιχεία του εγκλήματος 163

Β. Ιδιαίτερο έγκλημα − Ιδιότητες του δράστη 170

1. Γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα 170

2. Πηγές υποχρέωσης − Ιδιότητες του δράστη 173

α) Ο δράστης έχει το θύμα υπό την προστασία του 173

i) Εκούσια-πραγματική ανάληψη προστατευτικού καθήκοντος 179

ii) Αλλαγή κατάστασης του θύματος 183

iii) Παραίτηση από το καθήκον προστασίας 193

iv) Απαιτείται τοπική εγγύτητα δράστη και θύματος;
Επαγγελματίες με γενικό καθήκον βοήθειας 194

β) Υποχρέωση προς διατροφή − περίθαλψη − μεταφορά 198

γ) Υπαίτιος τραυματισμός του θύματος 200

δ) Συνάφεια συγκεκριμένου κινδύνου που απειλεί το θύμα με τη σχετική υποχρέωση βοήθειας που έχει αναλάβει ο δράστης 203

Γ. Τρόπος τέλεσης του εγκλήματος 204

1. Έννοια του όρου «αβοήθητος» στην έκθεση με ευρεία έννοια 204

α) Αβοήθητο είναι το θύμα που δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του,
ανεξαρτήτως της βοήθειας που λαμβάνει ή αναμένεται να λάβει
από τρίτους 205

β) Αβοήθητο θύμα παρά τη βοήθεια που δέχεται από το μετέπειτα
δράστη, ως εξαίρεση στον κανόνα − Η βοήθεια του μετέπειτα
δράστη δεν θεωρείται βοήθεια τρίτου 207

γ) Δυνητικά αβοήθητο θύμα 208

δ) Αβοήθητος είναι μόνο αυτός που βρίσκεται σε συγκεκριμένο κίνδυνο 208

ε) Συμπέρασμα 212

2. Ολοκλήρωση τέλεσης του εγκλήματος − Απόπειρα 213

α) Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από την πρώτη στιγμή που έπρεπε
και μπορούσε να βοηθήσει ο δράστης και δεν το έκανε 214

β) Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τη στιγμή που δεν υπάρχει
πλέον δυνατότητα δράσης 215

γ) Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τη στιγμή που η παράλειψη
«άλλαξε ποιοτικά τον κίνδυνο» και αυτός δεν μπορεί πλέον
να αποτραπεί με τα ίδια μέσα που θα μπορούσε εάν ο δράστης
είχε ενεργήσει έγκαιρα 216

δ) Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τη στιγμή που η παράλειψη
«αποκτήσει εδραία και αναμφισβήτητη κοινωνική υπόσταση» 218

ε) Ολοκλήρωση τέλεσης του εγκλήματος, με βάση την ερμηνεία
που διαχωρίζει το αβοήθητο και τον συγκεκριμένο κίνδυνο 219

i) Τοπική απομάκρυνση του δράστη και άφεση του θύματος αβοήθητου 220

στ) Συμπέρασμα 224

3. Συμμετοχή 225

VIII. Σύγκριση πρώτης και δεύτερης μορφής έκθεσης 226

Α. Δυνατότητα τέλεσης έκθεσης με στενή έννοια με παράλειψη 226

Β. Τέλεση έκθεσης πρώτης ή δεύτερης μορφής; 230

1. Επιχειρήματα υπέρ της πρώτης μορφής τέλεσης 231

2. Επιχειρήματα υπέρ της δεύτερης μορφής τέλεσης 232

3. Συμπέρασμα 234

Γ. Τέλεση έκθεσης με στενή έννοια και έκθεσης με ευρεία έννοια,
με μία ενιαία εγκληματική συμπεριφορά 235

Δ. Συμπέρασμα 242

IX. Τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα
έκθεσης
243

Α. Αιτιώδης σύνδεσμος πράξης έκθεσης και βαρύτερου
αποτελέσματος 244

Β. Τουλάχιστον αμέλεια για το παραπάνω αποτέλεσμα 252

Γ. Πλαίσια ποινής − Σύγκριση εκ του αποτελέσματος εγκλημάτων
με αντίστοιχα εγκλήματα βλάβης 253

Δ. Απόπειρα στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα
έκθεσης 256

X. Υποκειμενική υπόσταση 259

XI. Λόγοι άρσης αδίκου − καταλογισμού 268

Α. Σύγκρουση καθηκόντων 268

B. Λοιποί λόγοι άρσης του αδίκου και του καταλογισμού 278

ΧΙΙ. Ζητήματα συρροής 280

Α. Συρροή έκθεσης με ανθρωποκτονία (άρθρο 299 ΠΚ) 280

Β. Συρροή έκθεση με σωματικές βλάβες 284

1. Η σωματική βλάβη προηγείται της έκθεσης 284

2. Η σωματική βλάβη έπεται και είναι αποτέλεσμα
της έκθεσης 285

Γ. Συρροή έκθεσης με παράλειψη προσφοράς
βοήθειας (άρθρο 307 ΠΚ) 286

Δ. Συρροή έκθεσης με παρεμπόδιση αποτροπής κοινού κινδύνου
και παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας (άρθρο 288 ΠΚ) 287

Ε. Συρροή έκθεσης με το άρθρο 47 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας 287

ΣΤ. Συρροή έκθεσης με διατάραξη της ασφάλειας
των συγκοινωνιών 290

Ζ. Συρροή με άρθρο 25 Νόμου 5038/2023
(Κώδικας Μετανάστευσης) 292

Η. Συρροή έκθεσης με λοιπά εγκλήματα του ΠΚ 294

XIII. Επίλογος − Συμπέρασμα 295

Bιβλιογραφια 299

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 309

Σελ. 1

Ι. Εισαγωγή

Για την πληρέστερη προστασία των εννόμων αγαθών στο ποινικό μας σύστημα, δεν τιμωρείται μόνο η βλάβη τους, αλλά πολλές φορές και η διακινδύνευσή τους. Τα εγκλήματα διακινδύνευσης έχουν θεσπιστεί για την προστασία των εννόμων αγαθών προτού επέλθει η βλάβη τους, μετατοπίζοντας την έννομη προστασία προς τα εμπρός (γνωστό και ως φαινόμενο της προσώθησης του αξιοποίνου [Vorverlagerung der Strafbarkeit]), τιμωρώντας συμπεριφορές που δεν βλάπτουν το έννομο αγαθό, αλλά μόνο το θέτουν σε κίνδυνο.

Η έκθεση (άρθρο 306 ΠΚ), αποτελεί το σημαντικότερο έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης του Ποινικού Κώδικα, καθώς προστατεύει το σημαντικότερο έννομο αγαθό της ζωής.

306 ΠΚ − Έκθεση

1. Όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος υπαίτια τραυμάτισε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

2. Αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα: α) βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, β) θάνατο, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.

Διακρίνονται δύο είδη έκθεσης: Η έκθεση με στενή έννοια, η οποία θεσπίζεται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 1 («όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο…») και η έκθεση με ευρεία έννοια, η οποία θεσπίζεται στο εδάφιο β΄ της ιδίας παραγράφου («όποιος αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο…»). Στη δεύτερη παράγραφο του εγκλήματος τυποποιούνται δύο εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα: η έκθεση με αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος και η θανατηφόρα έκθεση (κακουργηματική μορφή έκθεσης).

Το έγκλημα της έκθεσης προήλθε ιστορικά από μία προσπάθεια του νομοθέτη να προστατεύσει τα ανεπιθύμητα βρέφη, τα οποία συχνά εγκαταλείπονταν από τις μητέρες τους, που συνήθως δεν είχαν σκοπό βλάβης της ζωής τους, γνώριζαν όμως ότι με τον τρόπο αυτό τα έθεταν σε κίνδυνο. Έτσι, στις πρώτες τυποποιήσεις του εγκλήματος, η έκθεση ήταν έγκλημα ιδιαίτερο, όπου παθόντες μπορούσαν να είναι μόνο τέκνα και δράστες μόνο οι γονείς τους. Στη συνέχεια επεκτάθηκε ο κύκλος των θυμάτων και σε άλλα ανήμπορα πρόσωπα, τα οποία δεν μπορούσαν να βοηθήσουν τον εαυτό τους λόγω ηλικίας, νόσου ή αναπηρίας και επεκτάθηκε και ο κύκλος των δραστών, σε οποιονδήποτε που είχε ένα τέτοιο πρόσωπο υπό την προστασία του. Με τα χρόνια το έγκλημα εξελίχθηκε, και πλέον έχει τη σημερινή του μορφή, όπου δράστης και θύμα μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Πλέον η εμφάνιση του εγκλήματος

Σελ. 2

στην καθημερινότητα είναι όλο και συχνότερη, αφού πολλές καθημερινές συμπεριφορές μπορεί να αποτελούν έκθεση, περιλαμβάνοντας την διακινδύνευση της ζωής του θύματος. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις οδικών ατυχημάτων, ή ατυχημάτων στις θαλάσσιες συγκοινωνίες, όπου ο δράστης σπάνια έχει δόλο βλάβης της ζωής, αλλά συχνά δόλο διακινδύνευσης, αποδεχόμενος τη διακινδύνευση, ελπίζοντας/πιστεύοντας όμως σε ένα αίσιο τέλος, όπου η βλάβη της ζωής δεν θα επέλθει. Επίσης συχνές είναι οι περιπτώσεις τέλεσης της δεύτερης μορφής έκθεσης, όπου ο δράστης έχει αναλάβει την προστασία άλλου προσώπου και το αφήνει να εκτεθεί σε κίνδυνο, χωρίς τις περισσότερες φορές να επιθυμεί και τη βλάβη του. Επειδή η προσβολή του εννόμου αγαθού της ζωής στο βασικό έγκλημα έκθεσης μένει σε στάδιο διακινδύνευσης, συχνά δεν καταγγέλλεται η τέλεσή του στις αρχές, αφού το θύμα το οποίο αποφεύγει τελικά τη βλάβη, δεν αντιλαμβάνεται καν τον κίνδυνο στον οποίο βρέθηκε, ή αν τον αντιληφθεί δεν επιθυμεί να εμπλακεί στην ποινική διαδικασία (φαινόμενο άδηλης εγκληματικότητας). Έτσι, συχνότερα εμφανίζονται στη νομολογία περιπτώσεις εκ του αποτελέσματος διακρινόμενης έκθεσης (306 ΠΚ §2), όπου ως αποτέλεσμα της βασικής πράξης έκθεσης επέρχεται η βαριά σωματική βλάβη ή ο θάνατος του θύματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τέλεση του βασικού εγκλήματος έκθεσης είναι σπάνια.

Η έννοια του όρου αβοήθητος, η οποία, σύμφωνα με μία άποψη, περιλαμβάνει την έννοια του συγκεκριμένου κινδύνου, σύμφωνα δε με άλλη την έννοια του ενδεχόμενου μόνο κινδύνου, αποτελεί το βασικότερο τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της έκθεσης και θέτει όρια στο έγκλημα: χωρίς τον όρο αβοήθητος, η έκθεση θα αποτελούσε έγκλημα γενικής διακινδύνευσης της ζωής, αφού για την τέλεσή του θα αρκούσε ο δράστης να θέσει σε διακινδύνευση τη ζωή του θύματος, χωρίς άλλες προϋποθέσεις. Αντίθετα, με τη σημερινή μορφή του εγκλήματος, ο δράστης πρέπει να καταστήσει το θύμα αβοήθητο με την πράξη της έκθεσης, ή να μην βοηθήσει το ήδη αβοήθητο θύμα, ώστε αυτό να βρεθεί σε συγκεκριμένο κίνδυνο ζωής. Συνεπώς, η ερμηνεία της έννοιας αβοήθητος, αποτελεί τη βάση της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του εγκλήματος της έκθεσης.

Στην παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε αρχικά στην έννοια του κινδύνου και στα εγκλήματα διακινδύνευσης, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσει ιστορική επισκόπηση του εγκλήματος της έκθεσης. Έπειτα θα αναλύσουμε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση όλων των μορφών του εγκλήματος και θα επικεντρωθούμε στην ερμηνεία της έννοιας αβοήθητος και στη σχέση της με τον συγκεκριμένο κίνδυνο. Τέλος θα αναφερθούμε σε ζητήματα συρροής της έκθεσης με άλλα εγκλήματα.

Σελ. 3

IΙ. Η έννοια του κινδύνου

Α. Τα εγκλήματα διακινδύνευσης

Η προσβολή ενός εννόμου αγαθού μπορεί να επέλθει όχι μόνο με τη βλάβη του, αλλά και με τη διακινδύνευσή του. Βλάβη του εννόμου αγαθού επέρχεται όταν αυτό πλήττεται, πραγματικά και άμεσα. Η βλάβη μπορεί να είναι ολική, δηλαδή καταστροφή του εννόμου αγαθού, ή μερική, δηλαδή βλάβη που δεν καταστρέφει εντελώς το έννομο αγαθό, αλλά χειροτερεύει την κατάστασή του. Η βλάβη μπορεί να είναι επίσης υλική ή άυλη. Η βλάβη είναι υλική όταν η πλήξη του υλικού αντικειμένου του εννόμου αγαθού γίνεται ορατή στον εξωτερικό κόσμο, όπως όταν καταστρέφεται ένα αντικείμενο στο έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και άυλη όταν δεν γίνεται ορατή, όπως η βλάβη του εννόμου αγαθού της τιμής στο έγκλημα της εξύβρισης. Τέλος, η βλάβη του εννόμου αγαθού δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με την προσβολή του υλικού αντικειμένου του. Τα εγκλήματα βλάβης είναι κατά κανόνα εγκλήματα αποτελέσματος, αφού για την τέλεσή τους απαιτείται να επέλθει ως αποτέλεσμα της πράξης του δράστη η βλάβη του εννόμου αγαθού.

Αντίθετα, η διακινδύνευση του εννόμου αγαθού δεν πλήττει το αγαθό με τρόπο απτό και μία αλλαγή στην κατάστασή του δεν είναι ορατή στον εξωτερικό κόσμο. Η διακινδύνευση αποτελεί ένα στάδιο που προηγείται της βλάβης. Με τη διακινδύνευση το έννομο αγαθό εισέρχεται σε μία σφαίρα κινδύνου, δηλαδή σε μία ανασφαλή κατάσταση, η οποία μπορεί να οδηγήσει στη βλάβη του, ανεξαρτήτως του αν τελικά η βλάβη αυτή θα επέλθει. Το έννομο αγαθό λοιπόν πλήττεται μέσω του εγκλήματος διακινδύνευσης, όταν βρίσκεται σε κατάσταση κινδύνου. Ο κίνδυνος αποτελεί έννοια ιδιαίτερα εριζόμενη στο ποινικό δίκαιο και θα εξεταστεί αναλυτικά στη συνέχεια.

Μέσω των εγκλημάτων διακινδύνευσης, ο νομοθέτης προσπαθεί να προστατεύσει το έννομο αγαθό προτού επέλθει η οποιαδήποτε βλάβη του, καθιστώντας αξιόποινη

Σελ. 4

μία επικίνδυνη συμπεριφορά η οποία μπορεί να οδηγήσει στη βλάβη. Με τον τρόπο αυτό η ποινική προστασία μετατίθεται προς τα εμπρός, ένα στάδιο πριν από τη βλάβη. Τα εγκλήματα διακινδύνευσης διακρίνονται σε εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης και εγκλήματα αφηρημένα-συγκεκριμένης ή δυνητικής διακινδύνευσης.

Αναφορικά με τις διακρίσεις των εγκλημάτων διακινδύνευσης, αξίζει να αναφερθεί και η διάκριση μεταξύ κινδύνου και επικινδυνότητας του Hirsch: ως κίνδυνος ορίζεται μια κατάσταση στην οποία βρίσκεται το έννομο αγαθό, όταν εισέρχεται στη σφαίρα επιρροής κάποιου συμβάντος που μπορεί να το βλάψει, ενώ ως επικινδυνότητα η ιδιότητα μιας συγκεκριμένης πράξης, η δυνατότητά της να μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη του εννόμου αγαθού. Για παράδειγμα, όταν κάποιος οδηγός παραβιάζει τον ερυθρό σηματοδότη, η πράξη του αυτή περιέχει μια επικινδυνότητα, αλλά κίνδυνος δεν παρήχθη αν στον δρόμο δεν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή κανένα άλλο αυτοκίνητο και δεν μπορούσε να προκληθεί ατύχημα.

Με βάση τη διάκριση αυτή ανάμεσα στην έννοια του κινδύνου ως κατάστασης και της επικινδυνότητας ως ιδιότητας της πράξης, τα εγκλήματα διακινδύνευσης διακρίνονται σε εγκλήματα κινδύνου («γνήσια εγκλήματα διακινδύνευσης») και εγκλήματα επικινδυνότητας, τα οποία υπο-διακρίνονται περαιτέρω σε εγκλήματα συγκεκριμένης και αφηρημένης επικινδυνότητας. Εγκλήματα κινδύνου είναι μόνο τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, όπου ο κίνδυνος αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης και πρέπει να αποδεικνύεται πάντα in concreto. Κατά συνέπεια, τα εγκλήματα κινδύνου (συγκεκριμένης διακινδύνευσης) είναι πάντα εγκλήματα αποτελέσματος, με το αποτέλεσμα να συνίσταται στον συγκεκριμένο κίνδυνο.

Εγκλήματα επικινδυνότητας είναι τα εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης και τα εγκλήματα δυνητικής διακινδύνευσης, στα οποία η επικινδυνότητα, ως γενικό χαρακτηριστικό της πράξης, καθιστά αδιάφορο το αν πράγματι ένα έννομο αγαθό τέθηκε σε κίνδυνο από την πράξη. Έτσι, τα εγκλήματα αυτά είναι πάντοτε εγκλήματα συμπεριφοράς, αφού η πράξη-συμπεριφορά εμπεριέχει την ιδιότητα της επικινδυνότητας και δεν απαιτείται να επέλθει συγκεκριμένος, in concreto, κίνδυνος για το έννομο αγαθό. Η επικινδυνότητα, ως ιδιότητα της πράξης, έχει ήδη κριθεί από το νομοθέτη ex ante και δεν χρειάζεται να κριθεί κατά περίπτωση.

Σελ. 5

1. Εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης

Στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, ο κίνδυνος αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης: η πράξη του δράστη δημιουργεί έναν συγκεκριμένο κίνδυνο για το έννομο αγαθό. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του δράστη το έννομο αγαθό βγαίνει από την ασφαλή θέση στην οποία βρισκόταν και εισέρχεται σε μία ανασφαλή θέση-σφαίρα κινδύνου, όπου η προσβολή του είναι πολύ πιθανή: ένας απομακρυσμένος κίνδυνος δεν αρκεί αλλά απαιτείται ένας εγγύς κίνδυνος, όπου η επέλευση της βλάβης, φαίνεται πιθανότερη από την αποτροπή της. Σε νεότερες αποφάσεις του γερμανικού Ακυρωτικού έχει κριθεί ότι πρέπει η ενέργεια του δράστη να δημιουργεί μία κρίσιμη κατάσταση όπου η ασφάλεια ενός εννόμου αγαθού απειλείται σε τέτοιο βαθμό ώστε να φαίνεται ότι η σωτηρία του ή μη εναπόκειται πλέον στην τύχη-σύμπτωση. Ο κίνδυνος για το έννομο αγαθό είναι συγκεκριμένος, δηλαδή είναι πραγματικός, απτός και άμεσος. Τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης αποτελούν εγκλήματα αποτελέσματος, αφού για τη τέλεσή τους απαιτείται ως αποτέλεσμα της πράξης του δράστη η επέλευση του κινδύνου, ο οποίος αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής τους υπόστασης και πρέπει να καλύπτεται από το υποκειμενικό στοιχείο. Συνάφεια κινδύνου πρέπει να υπάρχει μεταξύ της πράξης του δράστη και του κινδύνου ο οποίος απειλεί το θύμα, δηλαδή πρέπει αυτό να βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής του συγκεκριμένου κινδύνου που δημιούργησε η πράξη του δράστη και όχι σε άλλον, άσχετο κίνδυνο. Έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης είναι η έκθεση (306 ΠΚ).

2. Εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης

Στα εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης, η πράξη του δράστη είναι επικίνδυνη in abstracto, δηλαδή «γενικώς και αφηρημένως» και μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη εννόμων αγαθών, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Η γενική αυτή επι-

Σελ. 6

κινδυνότητα που περιλαμβάνουν είναι και ο λόγος θέσπισής τους. Ο κίνδυνος δεν αποτελεί τμήμα της αντικειμενικής τους υπόστασης, δηλαδή δεν απαιτείται να διαπιστωθεί η επέλευση ενός συγκεκριμένου κινδύνου που να απειλεί πραγματικά το έννομο αγαθό, αλλά ο κίνδυνος είναι ο λόγος για τον οποίο τυποποιείται η πράξη ως αξιόποινη. Η πράξη αυτή είναι εδώ τόσο επικίνδυνη, που η γενική αυτή επικινδυνότητά της αρκεί για να τελεστεί το έγκλημα, αφού κρίνεται από το νομοθέτη εκ των προτέρων ικανή να προκαλέσει τον συγκεκριμένο κίνδυνο και τη βλάβη του εννόμου αγαθού. Η διακινδύνευση λοιπόν στα εγκλήματα αυτά δεν χρειάζεται να αποδειχτεί και εικάζεται αμάχητα. Έτσι, μέσω των εγκλημάτων αφηρημένης διακινδύνευσης φαίνεται να προστατεύεται, η γενικότερη ασφάλεια σε μία κοινωνία και όχι συγκεκριμένα ατομικά έννομα αγαθά.

Εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης είναι για παράδειγμα το έγκλημα της ψευδορκίας: η πράξη της ψευδούς κατάθεσης (224 ΠΚ) περιέχει μια γενική επικινδυνότητα ώστε με την τέλεσή της μπορεί άμεσα να δημιουργηθεί ο κίνδυνος να παραπλανηθεί το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται για την τέλεση του εγκλήματος ο κίνδυνος αυτός τελικά να επήλθε, όπως και το έγκλημα της συμπλοκής (313 ΠΚ), η οποία εμπεριέχει μεγάλη επικινδυνότητα για το έννομο αγαθό της ζωής και της υγείας, ώστε η γενική επικινδυνότητα αυτή να αρκεί και να μην απαιτείται η διαπίστωση του κινδύνου ο οποίος εικάζεται αμάχητα.

3. Εγκλήματα αφηρημένα-συγκεκριμένης ή δυνητικής διακινδύνευσης

Τρίτη κατηγορία εγκλημάτων διακινδύνευσης αποτελούν τα εγκλήματα αφηρημένα-συγκεκριμένης ή δυνητικής διακινδύνευσης. Τα εγκλήματα αυτά βρίσκονται ανά-

Σελ. 7

μεσα στις δύο παραπάνω κατηγορίες. Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασής τους απαιτείται η ύπαρξη μιας δυνατότητας επέλευσης του κινδύνου. Δηλαδή η δυνατότητα αυτή επέλευσης του κινδύνου αποτελεί μέρος της αντικειμενικής τους υπόστασης, όπως στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης ο κίνδυνος αποτελεί μέρος της αντικειμενικής τους υπόστασης. Όμως, όπως στα εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης, η δυνατότητα αυτή επέλευσης του κινδύνου είναι κάτι αφηρημένο. Βέβαια σε αντίθεση με τα εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης, όπου μια γενικά επικίνδυνη συμπεριφορά αρκεί για την πλήρωση της αντικειμενικής τους υπόστασης, στα εγκλήματα δυνητικής διακινδύνευσης απαιτείται ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς να δημιουργηθεί η δυνατότητα επέλευσης του κινδύνου.

Για την πλήρωση λοιπόν της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών δεν απαιτείται να προέκυψε από την πράξη του δράστη ένας συγκεκριμένος κίνδυνος, αλλά μία δυνατότητα κινδύνου του εννόμου αγαθού, δηλαδή να προκύπτει από τα διδάγματα κοινής πείρας ότι η συμπεριφορά του δράστη δημιούργησε τη δυνατότητα όχι να επέλθει η βλάβη του εννόμου αγαθού, αλλά ο κίνδυνός του. Τα εγκλήματα αυτά είναι έτσι πρόσφορα να προκαλέσουν τον κίνδυνο του εννόμου αγαθού, και γι’ αυτό ονομάζονται στη γερμανική θεωρία “Eignungsdelikte”, εγκλήματα προσφορότητας. Για παράδειγμα στο έγκλημα του εμπρησμού (264ΠΚ) η πρόκληση πυρκαγιάς είναι κατάλληλη να δημιουργήσει κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο. Τα εγκλήματα δυνητικής διακινδύνευσης θέτουν την έννομη προστασία ακόμη ένα στάδιο προς τα εμπρός, προστατεύοντας το έννομο αγαθό από τη δημιουργία κινδύνου. Ο δυνητικός αυτός κίνδυνος αποτελεί προστάδιο του κινδύνου, ο οποίος αποτελεί προστάδιο της βλάβης. Έτσι τα εγκλήματα δυνητικής διακινδύνευσης τυποποιούν το «αξιόποινο προστάδιο του προσταδίου».

Η δυνατότητα αυτή του κινδύνου στα εγκλήματα δυνητικής διακινδύνευσης κατά μία άποψη κρίνεται ex ante, δηλαδή το αν το έννομο αγαθό μπορούσε να εισέλθει στη σφαίρα κινδύνου που δημιούργησε η πράξη του δράστη, κρίνεται με βάση τα στοι-

Σελ. 8

χεία που ήταν γνωστά κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Για παράδειγμα, αν κάποιος βάλει φωτιά σε κτήριο μη προσβάσιμο σε ανθρώπους και εκεί τελικά εντελώς απρόβλεπτα βρίσκεται ένας άστεγος, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εμπρησμού με κίνδυνο για άνθρωπο, διότι φαινόταν βέβαιο κατά τη στιγμή τέλεσης της πράξης ότι το κτήριο είναι απρόσιτο σε ανθρώπους. Η συμπεριφορά του εμπρηστή κρινόμενη ex ante δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι δημιουργεί κίνδυνο για τη ζωή κανενός. Όμως σύμφωνα με την αντίθετη άποψη, στο παραπάνω παράδειγμα τελείται το έγκλημα του εμπρησμού διότι το έννομο αγαθό της ζωής αποδείχθηκε ex post ότι βρισκόταν στην «εμβέλεια δράσης» της συμπεριφοράς και σημασία έχει «η υπαρκτή και όχι η υποθετική επικινδυνότητα».

4. Η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων διακινδύνευσης

Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων διακινδύνευσης, απαιτείται δόλος διακινδύνευσης, δηλαδή ο δράστης να επιθυμεί ή τουλάχιστον να αποδέχεται τη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού.

Καμία βλάβη δεν μπορεί να επέλθει προτού, ακόμα και για μία στιγμή, το έννομο αγαθό βρεθεί σε κίνδυνο. Έτσι η διακινδύνευση ενός εννόμου αγαθού, αποτελεί αναγκαίο προστάδιο της βλάβης του και ο εκείνος που δρα έχοντας δόλο βλάβης, έχει αναγκαστικά και δόλο διακινδύνευσης. Για παράδειγμα όταν ο Α πυροβολεί τον Β με σκοπό να τον σκοτώσει, αποδέχεται αναγκαστικά ότι προτού ο Β πεθάνει, θα βρεθεί σε κίνδυνο ζωής. Ο δράστης που έχει μαζί με δόλο διακινδύνευσης και δόλο βλάβης του εννόμου αγαθού, θα τιμωρηθεί για το αντίστοιχο έγκλημα βλάβης, ή την απόπειρά του, αν η βλάβη δεν επήλθε και όχι για το έγκλημα διακινδύνευσης, εφαρμόζοντας τους κανόνες της συρροής.

Στο παρελθόν υποστηριζόταν ότι δόλος διακινδύνευσης και δόλος βλάβης αλληλοαποκλείονταν αυτομάτως, διότι χαρακτηριστικό του δόλου διακινδύνευσης θεωρείτο η πίστη ότι δεν θα επέλθει τελικά βλάβη. Αυτό όμως δεν είναι ορθό, διότι μπορεί ο δράστης να θέλει και να θέσει σε κίνδυνο και συγχρόνως να προσβάλει (δόλος σκοπού διακινδύνευσης και δόλος σκοπού βλάβης), ή να θέλει να προσβάλει το έννομο αγαθό αλλά να μην έχει καν στη διανοητική του σφαίρα την διακινδύνευση, η οποία όμως αφού είναι απαραίτητη για να επέλθει η βλάβη, γίνεται υποσυνείδητα αποδε-

Σελ. 9

κτή (δόλος σκοπού βλάβης και ενδεχόμενος δόλος διακινδύνευσης). Ακόμα, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, μπορεί ο δράστης να στοχεύει μόνο στη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού και παράλληλα να αποδέχεται την πιθανή βλάβη (δόλος σκοπού διακινδύνευσης και ενδεχόμενος δόλος βλάβης).

Επομένως, ο δράστης που έχει δόλο βλάβης του εννόμου αγαθού, έχει απαραίτητα και δόλο διακινδύνευσης, όμως ο δράστης που έχει δόλο διακινδύνευσης, δεν έχει απαραίτητα και δόλο βλάβης, αφού ως προς την βλάβη μπορεί να ενεργεί με ενσυνείδητη αμέλεια. Ο δράστης όμως που δεν έχει δόλο βλάβης, αλλά αμέλεια και θέτει σε κίνδυνο ένα έννομο αγαθό, αποδεχόμενος τη διακινδύνευσή του, δεν μπορεί να τιμωρηθεί για το αντίστοιχο έγκλημα βλάβης, αν αυτό δεν τιμωρείται εξ αμελείας, ούτε για απόπειρά του, αν η βλάβη δεν επέλθει. Έτσι, φαίνεται η χρησιμότητα των εγκλημάτων διακινδύνευσης, χωρίς τα οποία ο δράστης αυτός θα παρέμενε ατιμώρητος. Για παράδειγμα, μια κρύα νύχτα η Μ αφήνει το νεογέννητο βρέφος της Β σε ένα πάρκο, αποδεχόμενη ότι αυτό θα βρεθεί σε κίνδυνο ζωής, όχι όμως ότι θα πεθάνει, πιστεύοντας ή ελπίζοντας βάσιμα ότι θα το βοηθήσει κάποιο τρίτο πρόσωπο. Το Β βρίσκει τυχαία και σώζει ο περαστικός Π. Εδώ ελλείψει δόλου η Μ δεν θα μπορούσε να τιμωρηθεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Με τη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού, εξαιτίας της οποίας το έννομο αγαθό εισέρχεται σε μία σφαίρα κινδύνου, δηλαδή σε μία κατάσταση όπου η βλάβη είναι πιθανή και δύναται να επέλθει, ο δράστης έχει μόνο δόλο διακινδύνευσης, και όχι ταυτόχρονα και δόλο βλάβης, εφόσον αποδέχεται-επιθυμεί αποκλειστικά τη διακινδύνευση, αλλ’ όχι και τη βλάβη του εννόμου αγαθού. Έτσι, στην περίπτωση αυτή ο δόλος διακινδύνευσης και η ενσυνείδητη αμέλεια βλάβης φαίνεται να ταυτίζονται: ο δράστης που ενεργεί έχοντας δόλο διακινδύνευσης, προβλέπει αναγκαστικά τη βλάβη του εννόμου αγαθού ως πιθανό αποτέλεσμα της πράξης του. Όμως για να έχει ο δράστης ενσυνείδητη αμέλεια και όχι ενδεχόμενο δόλο βλάβης, πρέπει όχι απλά να ελπίζει χωρίς κάποιο έρεισμα, αλλά να ελπίζει/πιστεύει βάσιμα ότι η βλάβη τελικά δεν θα επέλθει. Η πίστη του δράστη εντάσσεται ρητά από τον ΠΚ στο πεδίο της εν-

Σελ. 10

συνείδητης αμέλειας: σύμφωνα με το άρθρο 28 ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Έτσι ο δόλος διακινδύνευσης είναι δύσκολο στις περισσότερες περιπτώσεις να διαγνωστεί θετικά, καθώς κάποιος που γνωρίζει και αποδέχεται ότι έχει θέσει το έννομο αγαθό σε μία κατάσταση κινδύνου, μία κατάσταση δηλαδή όπου η βλάβη του είναι πιθανή και επίκειται άμεσα, σπάνια έχει αντικειμενικά ερείσματα στα οποία στηρίζει την ελπίδα/πίστη του ότι η βλάβη τελικά δεν θα επέλθει.

Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει ότι από την πράξη του είναι δυνατό να παραχθεί το αξιόποινο αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απέχει από την ενέργεια του, αποδεχόμενος την παραγωγή του αποτελέσματος αυτού. Ενδεχόμενος δόλος διακινδύνευσης υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει σαν ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξης του, τη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού και την αποδέχεται. Κάποιοι συγγραφείς αρνούνται τη δυνατότητα ενδεχόμενου δόλου διακινδύνευσης, με το επιχείρημα ότι όταν ο δράστης προβλέπει ως ενδεχόμενο τη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού, αυτό σημαίνει ότι προβλέπει ως ενδεχόμενο και τη βλάβη του, αφού μέσω της διακινδύνευσης η βλάβη είναι πιθανή. Η πιθανότητα αυτή βλάβης πρέπει να είναι αυξημένη για να μπορεί να θεμελιώσει τον κίνδυνο. Έτσι, υποστηρίζουν ότι όταν ο δράστης θεωρεί ως πιθανό αποτέλεσμα της πράξης του, τη δημιουργία μίας κατάστασης όπου η βλάβη του εννόμου αγαθού είναι τόσο πιθανή, ώστε να θεωρείται κατάσταση κινδύνου, τότε δεν μπορεί να έχει ενδεχόμενο αλλά μόνο άμεσο δόλο ως προς τον κίνδυνο, καθώς η διαφορά μεταξύ άμεσου δόλου και ενδεχόμενου δόλου, έγκειται στο πόσο πιθανό θεωρεί ο δράστης το αποτέλεσμα της πράξης του. Ο ενδεχόμενος δόλος διακινδύνευσης είναι έτσι δυνατός όχι ως προς το ίδιο το στοιχείο του κινδύνου, αλλά μόνο ως προς τις συνθήκες που καθορίζουν τον κίνδυνο. Όμως η δυνατότητα επέλευσης της βλάβης ως τμήμα του διανοητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου και η δυνατότητα επέλευσης βλάβης ως στοιχείο της κατάφασης του κινδύνου, παρόλο που εμπλέκονται μεταξύ τους, δεν ταυτίζονται.

Σελ. 11

Ενσυνείδητη αμέλεια διακινδύνευσης έχει ο δράστης που προβλέπει τον κίνδυνο ως πιθανή συνέπεια της πράξης του, αλλά ελπίζει/πιστεύει βάσιμα ότι αυτός δεν θα πραγματωθεί. Χωρίς συνείδηση αμέλεια διακινδύνευσης έχει ο δράστης που δημιουργεί έναν κίνδυνο για το έννομο αγαθό τον οποίο δεν είχε προβλέψει, αλλά θα μπορούσε να προβλέψει. Σε αυτή την περίπτωση αν τελικά προκύψει και βλάβη, τελείται και το αντίστοιχο έγκλημα βλάβης με αμέλεια χωρίς συνείδηση, αφού ο δράστης που δεν προέβλεψε τη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού δεν μπορεί να προέβλεψε ούτε τη βλάβη του.

B. Η έννοια του κινδύνου

Ο κίνδυνος είναι μία έννοια ιδιαίτερα εριζόμενη στην ποινική επιστήμη. Ενώ η κατάφαση της βλάβης του εννόμου αγαθού είναι εύκολα διαγνώσιμη, διότι συνήθως συνεπάγεται μία απτή αλλαγή στον εξωτερικό κόσμο, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την κατάφαση του κινδύνου.

Ένας ορισμός του κινδύνου, μέσω του οποίου θα πραγματοποιείται με σαφήνεια η διάγνωση της επέλευσής του, είναι αναγκαίος στο ποινικό δίκαιο, λόγω της ύπαρξης των εγκλημάτων διακινδύνευσης και ιδίως των εγκλημάτων συγκεκριμένης διακινδύνευσης, όπου ο συγκεκριμένος κίνδυνος στον οποίο πρέπει να βρεθεί το έννομο αγαθό αποτελεί μέρος της αντικειμενικής τους υπόστασης. Η έννοια του κινδύνου εμφανίζεται στον Ποινικό Κώδικα, όχι μόνο στα εγκλήματα διακινδύνευσης, αλλά και στην κατάσταση ανάγκης (25 ΠΚ), η οποία υπάρχει όταν η τελούμενη πράξη είναι για να αποτραπεί «παρών και αναπότρεπτος με άλλα μέσα» κίνδυνος.

Κοινή βάση των περισσότερων ερμηνειών του κινδύνου, αποτελεί η σχέση του με τη βλάβη: ο κίνδυνος είναι ένα αναγκαίο προστάδιο της βλάβης ενός εννόμου αγαθού. Όμως το έννομο αγαθό μπορεί να βρέθηκε σε κίνδυνο και σε περιπτώσεις που

Σελ. 12

δεν επήλθε η βλάβη του. Έτσι, ο κίνδυνος αντιμετωπίζεται σαν ένα προστάδιο της βλάβης δηλαδή σαν μια δυνατότητα ή πιθανότητα βλάβης. Όμως η απλή, αφηρημένη δυνατότητα/πιθανότητα βλάβης δεν επαρκεί για να καταφαθεί με βεβαιότητα μια κατάσταση κινδύνου.

Ένας από τους πρώτους ορισμούς της έννοια του κινδύνου δόθηκε από τη γερμανική νομολογία σε απόφαση του 1884, όπου κρίθηκε ότι η απλή δυνατότητα να επέλθει η βλάβη, συνεπεία μιας πράξης του δράστη, δεν αρκεί για την κατάφαση του κινδύνου. Σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, ο κίνδυνος είναι «μία κατάσταση, στην οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που ήταν γνωστά κατά το χρόνο τέλεσης, η επέλευση της βλάβης θεωρείται πιθανή, ή με άλλα λόγια, υπάρχει μια προφανής δυνατότητα επέλευσης της βλάβης, που προκαλεί εύλογη ανησυχία. Όμως ο νόμος δεν απαιτεί μια υψηλή ή γενικότερα ορισμένη πιθανότητα βλάβης. Μια σταθερή οριοθέτηση μεταξύ της δυνατότητας και της πιθανότητας βλάβης, η οποία να μπορεί να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις, δεν είναι δυνατή».

Αυτός ο ορισμός του συγκεκριμένου κινδύνου, ως πιθανότητα μιας βλάβης του εννόμου αγαθού, δηλαδή ως μια κατάσταση όπου, σύμφωνα με τις πραγματικές περιστάσεις, η δυνατότητα βλάβης είναι προφανής, υιοθετήθηκε από τη γερμανική βιβλιογραφία και νομολογία και χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τους πρώτους ορισμούς της έννοιας του κινδύνου. Έτσι και με τις πρώτες θεωρίες περί κινδύνου, ο κίνδυνος ορίστηκε σε σχέση του με τη βλάβη ως μία εγγύς δυνατότητα επέλευσης της βλάβης. Το γερμανικό Ακυρωτικό, σε μία προσπάθεια πληρέστερης οριοθέτησης του κινδύνου, συχνά προσέθετε στον ορισμό αυτόν, την προϋπόθεση η επέλευση της βλάβης να είναι πιθανότερη από την αποτροπή της.

Σελ. 13

Επίσης υποστηριζόταν ότι το έννομο αγαθό βρίσκεται σε κίνδυνο όταν προκαλείται μία αληθινή και αιτιολογημένη ανησυχία ότι θα επέλθει η προσβολή του και ότι ο κίνδυνος είναι μία κατάσταση κατά την οποία η τελική αποτυχία της προσβολής του εννόμου αγαθού είναι απρόβλεπτη. Όλες αυτές οι θεωρίες έχουν ως προς τον ορισμό του κινδύνου το κοινό στοιχείο ότι ο κίνδυνος συνεπάγεται μια μεγαλύτερη δυνατότητα βλάβης του εννόμου αγαθού. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί το θεμέλιο και των περισσότερων νεότερων ορισμών του κινδύνου.

Η κύρια δυσκολία στην κατάφαση του κινδύνου με βάση τις θεωρίες αυτές είναι ότι η κρίση περί κινδύνου στερείται πραγματικής βάσης. Εάν δηλαδή στην πράξη η βλάβη του εννόμου αγαθού τελικά δεν επέλθει, η διαπίστωση της πιθανότητας επέλευσής της πολύ δύσκολα γίνεται αντιληπτή. Επομένως η ύπαρξη του κινδύνου διαπιστώνεται με σιγουριά μόνο στις περιπτώσεις που τελικά επήλθε η βλάβη. Έτσι, στις αρχές του 19ου αιώνα υποστηρίχθηκε και η άποψη ότι στις περιπτώσεις όπου βλάβη δεν υπήρξε, δεν υπήρξε ούτε δυνατότητα βλάβης και συνεπώς ούτε κίνδυνος. Αυτός όμως δεν ήταν ο σκοπός του νομοθέτη όταν θέσπισε τα εγκλήματα διακινδύνευσης, αφού αν η ύπαρξη του κινδύνου πρέπει πάντα να επιβεβαιωθεί με την επέλευση της βλάβης του εννόμου αγαθού, μπορεί, τις περισσότερες φορές, ο δράστης να τιμωρηθεί για το έγκλημα βλάβης, με αποτέλεσμα να φαίνεται περιττή η τιμώρησή του για το έγκλημα διακινδύνευσης.

Σελ. 14

Η κατάφαση λοιπόν της ύπαρξης του κινδύνου δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην μεγάλη πιθανότητα επέλευσης βλάβης, αφού αυτή μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα στις περιπτώσεις που η βλάβη τελικά επήλθε, ενώ σε κίνδυνο μπορεί να βρέθηκε το έννομο αγαθό και όταν αυτό τελικά δεν βλάφθηκε.

1. Υποκειμενική και αντικειμενική θεωρία

Μια βασική διάκριση των ορισμών της έννοιας του κινδύνου, είναι το αν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο ως μία υποκειμενική κρίση, που δεν υπάρχει στον εξωτερικό κόσμο, ή ως ένα πραγματικό γεγονός, αντικειμενικά διαγνώσιμο, ανεξάρτητο από την κρίση του εκάστοτε παρατηρητή. Έτσι, έχουν διαμορφωθεί η υποκειμενική και η αντικειμενική θεωρία περί κινδύνου: σύμφωνα με την υποκειμενική θεωρία, ο κίνδυνος είναι μία υποκειμενική κρίση, δηλαδή η ύπαρξή του εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εκάστοτε παρατηρητή, ενώ σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, ο κίνδυνος είναι ένα πραγματικό γεγονός, που υπάρχει στον πραγματικό κόσμο και είναι αντικειμενικά διαγνώσιμο.

α) Η υποκειμενική θεωρία − Ο κίνδυνος ως υποκειμενική κρίση

Η διαπίστωση ότι ένας ασφαλής ορισμός της έννοιας του κινδύνου, με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες και τις ορατές αντικειμενικά μεταβολές στον εξωτερικό κόσμο, μπορεί να δοθεί μόνο σε περιπτώσεις που τελικά επήλθε η βλάβη, οδήγησε στη διατύπωση της υποκειμενικής θεωρίας. Επειδή ο κίνδυνος δεν αποτελεί μια ορατή μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο, η υποκειμενική θεωρία υποστηρίζει ότι ο κίνδυνος δεν είναι ένα αντικειμενικό γεγονός που υπάρχει στον εξωτερικό κόσμο, αλλά είναι απλώς μια κρίση, σχετικά με την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, την οποία πραγματοποιεί ο αντικειμενικός παρατηρητής. Η κρίση αυτή είναι υποκειμενική, καθώς πραγματοποιείται από τον κάθε παρατηρητή με βάση τις γνώσεις του και την αντίληψή του σχετικά με τις συνθήκες.

Έτσι, με βάση την υποκειμενική θεωρία, ο κίνδυνος δεν είναι κάτι αντικειμενικά διαγνώσιμο, αφού δεν είναι ορατός στον εξωτερικό κόσμο και αποτελεί απλώς μια υποκειμενική κρίση, ενός ατελώς ενημερωμένου για όλους τους παράγοντες τρίτου παρατηρητή. Ο παρατηρητής αυτός πραγματοποιεί μία υποκειμενική πρόβλεψη για

Σελ. 15

το εάν η βλάβη πρόκειται να επέλθει. Ο κίνδυνος δεν είναι το αντικείμενο της κρίσης του παρατηρητή, αλλά η ίδια η κρίση. Συνεπώς ο κίνδυνος δεν υπάρχει στον εξωτερικό κόσμο, είναι κάτι που υπάρχει μόνο στη σκέψη εκείνου που πραγματοποιεί την κρίση. Η υποκειμενική θεωρία ήταν η κρατούσα στη Γερμανία από τα τέλη του 19ου, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Χαρακτηριστική για την υποκειμενική θεωρία είναι η διατύπωση του Finger, βασικού υποστηρικτή της, «ο κίνδυνος είναι τέκνο της άγνοιάς μας». Ο τρίτος αντικειμενικός παρατηρητής, όντας ελλιπώς ενημερωμένος, δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την επέλευση ή μη της βλάβης. Όμως, αφού ο κίνδυνος είναι τέκνο της άγνοιάς μας και μια υποκειμενική κρίση ενός παρατηρητή, πώς μπορούμε να καταλήξουμε σε μία ενιαία κρίση και έναν ορισμό περί κινδύνου που θα μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις περιπτώσεις; Αν η ύπαρξη του κινδύνου εξαρτάται κάθε φορά από τον κάθε παρατηρητή και την προσωπική του κρίση, αυτή διαμορφώνεται διαφορετικά και εξαρτάται από την προσωπικότητα του παρατηρητή, την αντίληψή του, και τους φόβους του και επομένως το ποια κατάσταση θα κρίνει ο κάθε παρατηρητής ως επικίνδυνη δεν είναι κάτι στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε. Έτσι υπό το πρίσμα της υποκειμενικής θεωρίας, η έννοια του κινδύνου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί με ομοιομορφία στην πράξη, ακόμα και σε σχετικές περιπτώσεις με παρόμοια πραγματικά περιστατικά, αφού η ύπαρξή του εξαρτάται από αυτόν που πραγματοποιεί κάθε φορά την κρίση περί του κινδύνου.

Ο Finger υποστηρίζει επ’ αυτού ότι μία κοινή κρίση περί κινδύνου μπορεί να υπάρξει από διαφορετικούς παρατηρητές, καθώς οι αντικειμενικές συνθήκες που υπάρχουν,

Σελ. 16

αποτελούν την αφορμή για τον παρατηρητή να αναλογιστεί αν υπάρχει ο κίνδυνος, ενώ πολλές φορές το συμπέρασμα περί ύπαρξης κινδύνου μπορεί να αποδειχθεί και λανθασμένο. Όμως, αυτή η κρίση του παρατηρητή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά βασίζεται στην φυσιολογική πορεία των πραγμάτων στον εξωτερικό κόσμο και διαμορφώνεται με βάση τις εξωτερικές συνθήκες που αποτελούν και το έναυσμα της κρίσης περί κινδύνου. Έτσι μια κοινή κατάφαση κινδύνου είναι δυνατή, αφού ο κάθε λογικά σκεπτόμενος παρατηρητής θα καταλήξει στην ίδια κρίση, αξιολογώντας τις ίδιες πραγματικές συνθήκες: η γνώση για την συνήθη πορεία των πραγμάτων στον εξωτερικό κόσμο είναι σε μεγάλο μέρος κοινή για όλους (διδάγματα της κοινής πείρας) και είναι σύμφωνη με τις αντικειμενικές εξωτερικές συνθήκες, η δε κρίση περί του κινδύνου είναι επίσης κοινή, αφού κάποιες καταστάσεις θεωρούνται επικίνδυνες από τον κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο. Συνεπώς μια κατάσταση θεωρείται επικίνδυνη για όλους τους λογικά σκεπτόμενους παρατηρητές, αφού ο κάθε λογικά σκεπτόμενος παρατηρητής την αντιλαμβάνεται πάντα ως τέτοια.

Επ’ αυτού υποστηρίζεται και ότι ο κίνδυνος δεν είναι η ίδια η υποκειμενική κρίση ή το αποτέλεσμα αυτής, αλλά είναι το έναυσμα αυτό που οδηγεί τον παρατηρητή να πραγματοποιήσει την υποκειμενική κρίση, η οποία στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία. Ο ορισμός αυτός όμως δεν ανήκει στην παραδοσιακή υποκειμενική θεωρία περί κινδύνου, όπου ο κίνδυνος δεν προκαλεί την υποκειμενική κρίση, αλλά είναι μια υποκειμενική κρίση, αλλά φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στην αντικειμενική θεωρία.

β) Η αντικειμενική θεωρία − Ο κίνδυνος ως κατάσταση

Στον αντίποδα της υποκειμενικής θεωρίας, η αντικειμενική θεωρία, η οποία ορίζει τον κίνδυνο ως μια κατάσταση, μη κανονική και ασυνήθιστη, όπου υπάρχει η εγγύς δυνατότητα να επέλθει η βλάβη. Η αντικειμενική θεωρία έχει ως βάση τον ορισμό

Σελ. 17

του κινδύνου ως δυνατότητας βλάβης του εννόμου αγαθού. Η δυνατότητα αυτή της βλάβης δεν εξαρτάται από μια κρίση, αλλά είναι αντικειμενική: για να διαπιστωθεί η ύπαρξη του κινδύνου πρέπει να αναζητηθεί η ύπαρξη όρων και συνθηκών, πρόσφορων να οδηγήσουν στη βλάβη. Οι συνθήκες αυτές είναι πάντοτε αντικειμενικά κατάλληλες να οδηγήσουν στη βλάβη, ανεξαρτήτως του εάν τελικά αυτή επήλθε ή όχι, και υπάρχουν αντικειμενικά στον εξωτερικό κόσμο.

Ο κίνδυνος, σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, είναι μία κατάσταση, ένα γεγονός που υπάρχει πραγματικά στον εξωτερικό κόσμο και συνίσταται στις συνθήκες εκείνες που αντικειμενικά μπορούν να οδηγήσουν στη βλάβη του εννόμου αγαθού. Ο κίνδυνος μπορεί να υπάρχει χωρίς να γίνεται απαραίτητα αντιληπτός από τον τρίτο παρατηρητή. Στις περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος γίνεται αντιληπτός, προκαλούνται στον παρατηρητή αισθήματα φόβου και ανησυχίας για την ασφάλεια του εννόμου αγαθού, όμως δεν συνιστούν τα αισθήματα αυτά τον κίνδυνο, αλλά ο κίνδυνος είναι η αιτία δημιουργίας τους. Ο κίνδυνος λοιπόν, αν γίνει αντιληπτός, προκαλεί φόβο στον παρατηρητή, αλλά δεν συμβαίνει το ανάστροφο, δηλαδή ο φόβος του παρατηρητή δεν προκαλεί τον κίνδυνο: ο φόβος μπορεί να οδηγήσει τον παρατηρητή να κρίνει λανθασμένα μια κατάσταση ως επικίνδυνη, αλλά δεν μπορεί να κάνει την κατάσταση πραγματικά επικίνδυνη. Ας πάρουμε το παρακάτω παράδειγμα: Δύο

Σελ. 18

παρατηρητές βλέπουν περιστέρια να πετούν. Ο ένας αντιλαμβάνεται ότι είναι περιστέρια, αλλά ο άλλος, λόγω έλλειψης σχετικών γνώσεων, θεωρεί ότι είναι κοράκια. Η θεώρηση του δεύτερου παρατηρητή δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός ότι πρόκειται για περιστέρια. Έτσι και ο κίνδυνος, σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, υπάρχει αντικειμενικά στον εξωτερικό κόσμο, ανεξαρτήτως από την αντίληψή μας για αυτόν.

Η βασική διαφωνία αντικειμενικής και υποκειμενικής θεωρίας, λοιπόν, είναι το αν ο κίνδυνος αποτελεί μια κατάσταση, ένα αντικειμενικό/πραγματικό γεγονός ή μια υποκειμενική κρίση. Βέβαια και με βάση την αντικειμενική θεωρία, παρόλο που ο κίνδυνος ορίζεται σαν ένα πραγματικό γεγονός, αντικειμενικά υπαρκτό στον εξωτερικό κόσμο, η ύπαρξή του, όπως στην υποκειμενική θεωρία, διαπιστώνεται τελικά από μία περιορισμένη ως προς τη γνώση όλων των συνθηκών και παραγόντων υποκειμενική κρίση. Έτσι με το συλλογισμό αυτό η διαφορά μεταξύ των δύο θεωριών φαίνεται να συρρικνώνεται και να είναι η εξής: Κατά την υποκειμενική θεωρία, η κρίση του παρατηρητή έχει καθοριστικό ρόλο στην ύπαρξη ή μη του κινδύνου, γιατί ο κίνδυνος είναι η κρίση, ενώ κατά την αντικειμενική θεωρία η κρίση αυτή έχει απλά διαπιστωτικό ρόλο, γιατί ο κίνδυνος υπάρχει στον εξωτερικό κόσμο.

Επομένως, σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, ο κίνδυνος είναι μια κατάσταση, η οποία δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση ενός παρατηρητή, που μπορεί να είναι λανθασμένη. Η δυσκολία διαπίστωσης, ή η μη διαπίστωση της ύπαρξης του κινδύνου, δεν την αναιρεί. Για παράδειγμα, στην περίπτωση που ένας ιατρός χορηγεί ένα φάρμακο, το οποίο μετά από χρόνια ερευνών αποδεικνύεται επικίνδυνο για την υγεία, η ύπαρξη του κινδύνου δεν θα μπορούσε να κριθεί κατά τη στιγμή της χορήγησης από κάποιον τρίτο παρατηρητή, παρόλο που ο κίνδυνος αντικειμενικά υπήρχε. Η κρίση του τρίτου παρατηρητή περιορίζεται στις περιορισμένες γνώσεις του κατά τη στιγμή της δημιουργίας του κινδύνου. Σύμφωνα με την αντικειμε-

Σελ. 19

νική θεωρία, η χορήγηση του φαρμάκου ήταν επικίνδυνη, ανεξαρτήτως του αν δεν διαπιστώθηκε η επικινδυνότητά της από τον τρίτο παρατηρητή κατά τη στιγμή της χορήγησης.

γ) Συμπέρασμα

Σύμφωνα λοιπόν με την υποκειμενική θεωρία, ο κίνδυνος είναι η κρίση του τρίτου παρατηρητή που διαμορφώνεται με βάση τις συνθήκες, ενώ, σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, ο κίνδυνος είναι μία κατάσταση, ανεξάρτητη από την κρίση του παρατηρητή. Η αντικειμενική θεώρηση του κινδύνου είναι ορθότερη: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν πραγματικές συνθήκες και όροι που μπορούν αντικειμενικά να οδηγήσουν στη βλάβη ενός εννόμου αγαθού, ανεξάρτητα από το αν γίνονται αντιληπτοί από τον τρίτο παρατηρητή. Ο κίνδυνος δεν είναι ένα δημιούργημα της φαντασίας ενός παρατηρητή, αλλά μια κατάσταση που υπάρχει αντικειμενικά στον εξωτερικό κόσμο, μεταβάλλοντας υπαρκτούς όρους με τέτοιο τρόπο, που μπορεί να οδηγήσει στη βλάβη εννόμων αγαθών.

Όποια από τις δύο θεωρίες κι αν ακολουθήσουμε, καλούμαστε να εκφέρουμε μία κρίση, σχετικά με το εάν η πράξη του δράστη έθεσε σε κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό. Ακολουθώντας την υποκειμενική θεωρία, πρέπει να εξετάσουμε εάν ο τρίτος παρατηρητής πραγματοποίησε μια κρίση περί κινδύνου, ενώ ακολουθώντας την αντικειμενική θεωρία, πρέπει να εξετάσουμε αν κίνδυνος υπήρξε ως πραγματική κατάσταση στον εξωτερικό κόσμο. Όμως σε ποιο χρονικό διάστημα, με βάση ποια στοιχεία και ποιες γνώσεις θα πραγματοποιηθεί αυτή η κρίση περί ύπαρξης ή μη του εξεταζόμενου κινδύνου;

2. Η ex ante και η ex post κρίση περί κινδύνου

Το επόμενο ζήτημα που δημιουργείται στην προσπάθεια ορισμού της έννοιας του κινδύνου, είναι το εάν η ύπαρξή του θα κριθεί ex ante (εκ των προτέρων), κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης του δράστη, με βάση τις γνώσεις και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν τότε διαθέσιμα ή ex post (εκ των υστέρων), κατά το χρόνο πραγματοποίησης της κρίσης, χρησιμοποιώντας και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν γνωστά σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από το χρόνο τέλεσης της πράξης και είναι πλέον διαθέσιμα κατά τη στιγμή της κρίσης και τυχόν επιπλέον γνώσεις που αποκτήθηκαν.

Σελ. 20

α) Η ex ante θεώρηση του κινδύνου

Σύμφωνα με την ex ante θεώρηση, η ύπαρξη ή μη του κινδύνου, πρέπει να διαπιστωθεί κατά τη στιγμή τέλεσης της πράξης του δράστη, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ήταν τότε γνωστά.

Η ex ante θεώρηση του κινδύνου συνδέεται συνήθως με την υποκειμενική θεωρία και τον ορισμό του κινδύνου ως κρίση ενός τρίτου παρατηρητή. Εάν ο κίνδυνος δεν υπάρχει αντικειμενικά στον εξωτερικό κόσμο και είναι απλά μια κρίση περί πιθανής βλάβης του εννόμου αγαθού, που υπάρχει μόνο στη σκέψη εκείνου που την πραγματοποιεί, η κρίση αυτή πραγματοποιείται πάντοτε κατά τη στιγμή τέλεσης της πράξης. Ομοίως και με τις θεωρίες που ναι μεν δεν ορίζουν τον κίνδυνο καθαρά ως κρίση, αλλά έχουν υποκειμενικά στοιχεία δηλαδή ορίζουν τον κίνδυνο ως μια κατάσταση η οποία προκαλεί αισθήματα φόβου και αβεβαιότητας για την ασφάλεια του εννόμου αγαθού. Επιπλέον, ένα επιχείρημα υπέρ της ex ante θεώρησης, είναι το εάν η κρίση περί κινδύνου πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων (ex post), τότε η ύπαρξη κινδύνου θα μπορεί να καταφαθεί μόνο στις περιπτώσεις που η βλάβη του εννόμου αγαθού έχει τελικά επέλθει.

Back to Top