ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Νομοθετικά κείμενα & νομολογία σχολιασμένη
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 736
- ISBN: 978-618-08-0812-4
Το Κυπριακό Σύνταγµα είναι περίπλοκο, λεπτοµερές, άκαµπτο και δοτό. Είναι το προϊόν ενός ιστορικού συµβιβασµού µεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας/Αγγλίας, των Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου. Απλή ανάγνωσή του δεν είναι αρκετή για να κατανοήσει κανείς τι κρύβεται πίσω από τα άρθρα του.
- Ποιες είναι οι βασικές αρχές που διέπουν την ερµηνεία και εφαρµογή του Κυπριακού Συντάγµατος;
- Πώς η κυπριακή νοµολογία έχει επιδράσει µε καταλυτικό τρόπο στην διαµόρφωσή του; Ποιες οι εξουσίες στην πραγµατικότητα, αντίθετα µε το τι λέει το Σύνταγµα, του Προέδρου και του Υπουργικού Συµβουλίου;
- Ποιος ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας ο οποίος µέσα από 65 χρόνια έντονης παρουσίας µε τη νοµολογία του έχει πολλές φορές ξαναγράψει το ίδιο το Σύνταγµα;
- Ποιος ο ρόλος της Αρχής της ∆ιάκρισης των Εξουσιών και πόσο καθοριστικός είναι στο να περιορίσει τις εξουσίες της Βουλής των Αντιπροσώπων;
- Τι εννοούµε όταν λέµε ότι οι αγγλικές βάσεις στην Κύπρο είναι κυρίαρχες και αποικιακό κατάλοιπο;
- Ποια ανθρώπινα δικαιώµατα τυγχάνουν προστασίας και σεβασµού στην κυπριακή έννοµη τάξη και πως αυτή έχει προσαρµοστεί µε το ευρωπαϊκό κεκτηµένο και την Σύµβαση των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου;
- Είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Κύπρου παντοδύναµος; Ποιες οι εξουσίες του και τι επιχειρείται σήµερα για έλεγχο των εξουσιών του;
Για πρώτη φορά στο βιβλίο αυτό δίδονται απαντήσεις σε όλα τα πιο πάνω µε επιστηµονικότητα αλλά κυρίως µε παραποµπές σε εκτενή αποσπάσµατα από τη νοµολογία,σε νόµους, άρθρα του Συντάγµατος, ∆ιεθνείς Συνθήκες και ιστορικά ντοκουµέντα. Σκοπός του βιβλίου είναι να παρουσιαστεί το Κυπριακό Σύνταγµα σαν ένα ζωντανό κύτταρο το οποίο, παρά τα πολλαπλά πλήγµατα που υπέστη από την Τουρκία, διεσώθη από το «∆ίκαιο της Ανάγκης» και παραµένει, σε βαθµό που επέτρεψε στην Κύπρο να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να παραµείνει µέλος όλων των σηµαντικών ∆ιεθνών Οργανισµών. Ένα βιβλίο το οποίο είναι ανάγκη να µελετήσουν και να συµβουλευθούν νοµικοί, δικηγόροι, δικαστές, και συνταγµατολόγοι, αλλά βεβαίως και οι φοιτητές, για να κατανοήσουν τις ιδιαιτερότητες του Κυπριακού Συντάγµατος.
Πρόλογος V
Σημείωμα συγγραφέα VII
Συντομογραφίες XIX
Κεφάλαιο 1
Το ιστορικό πλαίσιο και κύρια χαρακτηριστικά
του Κυπριακού Συντάγματος
1. Συνταγματική Θεωρία 1
2. Το Σύνταγμα του 1960 3
3. Οι Πρώτες Δέκα Τροποποιήσεις,1989 -2016 5
4. Οι υπόλοιπες Τροποποιήσεις, 2019 – 2023 – Προβληματισμοί 7
5. Αδύνατη η τροποποίηση της Βασικής Δομής του Συντάγματος 12
6. Οι Πρόσφατες Τροποποιήσεις - Λεπτομέρειες 14
(1) Η 16η Τροποποίηση 14
(2) Η 17η τροποποίηση – Άρθρα 136, 144, 146, 155 15
(3) Η 18η τροποποίηση 18
(4) Η 19η τροποποίηση 19
(5) Η 20η τροποποίηση 21
(6) Η 21η τροποποίηση 21
7. Διάφορες Πρόνοιες του Συντάγματος του 1960 26
8. Ιεράρχηση των Κανόνων Δικαίου 27
9. Ιστορική Ανασκόπηση 30
10. Θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος σε σχέση με το Προεδρικό Σύστημα 31
11. Ιδιαιτερότητες Κυπριακού Συντάγματος: Οιονεί Προεδρία 32
12. Η Συμφωνία Ζυρίχης 11.2.1959 34
13. Treaty of Guarantee 40
14. Treaty of Alliance between the Republic of Cyprus, Greece and Turkey 41
15. Declarations 42
(1) DECLARATION BY THE GOVERNMENT OF THE UNITED KINGDOM 42
(2) DECLARATION MADE BY THE GREEK AND TURKISH FOREIGN MINISTERS ON FEBRUARY 17, 1959 44
(3) DECLARATION MADE BY REPRESENTATIVE OF THE GREEK-CYPRIOT
COMMUNITY ON FEBRUARY 19, 1959 44
(4) DECLARATION MADE BY THE REPRESENTATIVE OF THE TURKISH-CYPRIOT COMMUNITY ON FEBRUARY 19, 1959 45
16. Agreed Measures to Prepare for The New Arrangements in Cyprus 45
17. Συνθήκη Εγκαθίδρυσης 46
18. ANNEX III του Κυπριακού Συντάγματος 49
19. The Joint Constitutional Commission 51
20. Οι Τουρκικές επιδιώξεις για διχοτόμηση της Κύπρου. Δύο λαοί 54
Κεφάλαιο 2
Η Δικαστική Εξουσία
1. Εισαγωγή 57
2. Το Ανώτατο Δικαστήριο μέχρι την κατάργησή του από 1ην Ιουλίου
του 2023 57
3. Το Δίκαιο της Ανάγκης 59
4. Συνταγματικά θέματα και θέματα Δημόσιου Δικαίου 60
5. Ο έλεγχος της Συνταγματικότητας 66
6. Νέα Δομή Ανωτάτης Βαθμίδας Δικαστηρίων 2023 78
(1) Ιστορικό καθυστερήσεων εκδίκασης υποθέσεων 78
(2) Ιστορικό Μεταρρύθμισης – Η επανασύνταξη αρχικών Νομοσχεδίων 80
(3) Οι Εισηγήσεις του Π.Δ.Σ. 86
(4) Η περαιτέρω διαδικασία 2021 – 2022. Εμπλοκή Προέδρου-Κομμάτων 87
(5) Διαβουλεύσεις στην Επιτροπή Νομικών, και Ανώτατο Δικαστήριο 89
(6) Διαχωρισμός Ανωτάτου Δικαστηρίου 90
(7) Διαβούλευση Μελών Π.Δ.Σ. 91
(8) Χάθηκε η πρώτη ευκαιρία το 2021 92
(9) Εκκρεμούσες εφέσεις ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου 93
(10) Η μεταρρύθμιση ψηφίζεται τον Ιούλιο του 2022 93
(11) Η Επιτροπή Βενετίας 94
(12) Η Συμβολή του Π.Δ.Σ. - Σύνοψη 96
(13) Η υλοποίηση – Το μέλλον 96
(14) Οι νέοι διορισμοί με την συμμετοχή δικηγόρων και Γενικού Εισαγγελέα 97
7. Η νέα δομή της Τριτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Δικαιοδοσίας 99
(1) Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και Ανώτατο Δικαστήριο 99
(2) Νέο Άρθρο 144 του Συντάγματος 105
(3) Νέο άρθρο 155 του Συντάγματος 106
(4) Εφετείο 107
8. Νέο Άρθρο 146 του Συντάγματος 109
9. Διορισμοί 110
10. Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο 112
11. Η τελευταία τροποποίηση 25 Ιουλίου του 2025 – Δικαιοδοσία Δημοσίου, Διοικητικού Συνταγματικού Δικαίου κάτω από την Νέα Αιγίδα
του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, και των υπολοίπων κάτω
από την Αιγίδα του Νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου 114
(1) Αριθμός 141(Ι) του 2025 114
12. Πρόσφατη Νομολογία σε Αναφορές δυνάμει του Άρθρου 140
του Συντάγματος 121
(1) Επιχειρηματολογία Βουλής στην υπόθεση Πόθεν Έσχες Γ.Ε. και ΒΓΕ 121
(2) H απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 137
13. Πρόσφατη περαιτέρω Νομολογία 139
14. Άρθρο 139 Σύγκρουση Εξουσιών Αρμοδιοτήτων: Η Νομολογία 144
15. Θέματα Ιδιωτικού Δικαίου. Δικαιοδοσία παλαιού και νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου 167
(1) Τα Προνομιακά Εντάλματα: Certiorari και Prohibition 179
(2) Διαδικασία για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων και λόγοι έκδοσης 182
(3) Certiorari 184
(4) Prohibition 186
(5) Νομολογιακά παραδείγματα 188
(6) Γενικές παρατηρήσεις 194
16. Εκλογοδικείο 197
17. Επαρχιακά Δικαστήρια 198
18. Σύνοψη Εξουσιών του Πρώην Ανωτάτου Δικαστηρίου και Νέου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 198
19. Σύνοψη εξουσιών Νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου 201
Κεφάλαιο 3
Η Νομοθετική Εξουσία
1. Η Βουλή Νομοθετεί εν Παντί Θέματι εντός των αρμοδιοτήτων της. Βασικές διατάξεις του Συντάγματος 203
2. Η λειτουργία της Βουλής 208
3. Ο Προϋπολογισμός 214
4. Δημοσίευση στην ΕΕ της Δημοκρατίας 217
5. Βουλευτική Ασυλία 217
(1) Το άρθρο 183 του Συντάγματος 217
(2) Σχετική Νομολογία 217
6. Αποζημίωση Βουλευτών 223
7. Εκλογιμότητα 223
8. Κανονισμός Λειτουργίας της Βουλής 223
(1) Ο Πειθαρχικός Κώδικας Βουλευτών 224
(2) Πόθεν Έσχες Βουλευτών και άλλων αξιωματούχων 233
9. Κλήτευση Μαρτύρων ενώπιον της Βουλής 240
10. Βουλή των Αντιπροσώπων. Ιστορική Ανασκόπηση. Ο ρόλος της 244
11. Αντιπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων στη Βουλή 247
12. Συνταγματικές πρόνοιες 248
13. Νομικές Ρυθμίσεις και Εκλογές 249
14. Ψηφίσματα Βουλής των Αντιπροσώπων 250
Κεφάλαιο 4
Εκλογές
1. Εισαγωγή 263
2. Εκλογές 263
3. Συνταγματικές και Νομοθετικές Ρυθμίσεις 263
(1) Προεδρικές Εκλογές – Συνταγματικές Πρόνοιες 263
(2) Βουλευτικές Εκλογές – Συνταγματικές Πρόνοιες 264
(3) Νόμος 37/1959 για προεδρικές εκλογές 264
(4) Νόμος 72/1979 για εκλογή Βουλευτών 265
(5) Εκλογικές Ενστάσεις 269
(6) Περί Δήμων Νόμος 2022 270
(7) Πολιτικά Κόμματα 276
(8) Νομολογία 277
Κεφάλαιο 5
Η Διάκριση των Εξουσιών
1. Πόθεν Έσχες Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού του 281
2. Ανάληψη εργασίας πρώην Δικαστών 286
3. Άρνηση ψήφισης του προϋπολογισμού 288
4. Αγόρευση δικηγόρων Βουλής στην ακρόαση για το πόθεν έσχες 289
5. Νομολογία πρώην Ανωτάτου Δικαστηρίου 292
6. Κάποιες διαπιστώσεις σε σχέση με την διάκριση εξουσιών: 293
7. Ο περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου Νόμος του 1989 (99/1989) 293
Κεφάλαιο 6
Πρόεδρος και Υπουργικό Συμβούλιο
1. Ο Πρόεδρος 297
2. Το Υπουργικό Συμβούλιο 299
3. Καθοριστικός ρόλος του Υπουργικού Συμβουλίου 302
4. Η κατάρρευση του Συντάγματος το 1963-64 303
5. Η νέα πραγματικότητα: Από την οιονεί στην πραγματική προεδρία 303
6. Συμπεράσματα 306
Κεφάλαιο 7
Ανθρώπινα Δικαιώματα
1. Προστασία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 309
2. Δικαίωμα στη Ζωή. Άρθρο 7 του Συντάγματος 311
3. Δικαίωμα στην Ελευθερία και Τεκμήριο Αθωότητας. Άρθρα 11-12 313
4. Ελεύθερη Διακίνηση, Ιδιωτική Ζωή, Κατοχή, Απόρρητο Επικοινωνίας
Άρθρα 13-17: 316
5. Νομολογία Ανωτάτου Δικαστηρίου 318
6. Τεκμήριο της Αθωότητας 333
7. Παρανόμως κτηθείσα μαρτυρία 336
(1) Μαρτυρία ληφθείσα κατά παράβαση συνταγματικών προνοιών 336
(2) Το Απόρρητο της Επικοινωνίας και το Δικαίωμα στην Ιδιωτική Ζωή 338
8. Ελευθερία του λόγου και έκφρασης. Άρθρο 19 του Συντάγματος 350
(1) Το αντίστοιχο άρθρο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων –
Άρθρο 10 350
(2) Ελευθερία του λόγου και έκφρασης δημόσιων λειτουργών 352
9. Δικαίωμα συναθροίσεων. ΄Άρθρο 21 του Συντάγματος 357
(1) Γενικά 358
(2) Το δικαίωμα στη ζωή, άρθρο 2, απαγόρευση βασανιστηρίων
ή απάνθρωπης ή ταπεινωτικής συμπεριφοράς, άρθρο 3, το δικαίωμα
στην ελευθερία και ασφάλεια, άρθρο 5, και το δικαίωμα στην δικαία δίκη,
άρθρο 6 366
(3) «Νόμος που προβλέπει για τις δημόσιες συγκεντρώσεις και παρελάσεις,
ν.151(I) 2025 367
10. Προστασία Περιουσιακών Δικαιωμάτων.
Άρθρο 23 του Συντάγματος 374
11. Περιουσιακά Δικαιώματα και Τουρκική Εισβολή 380
12. Ισότητα ενώπιον του Νόμου, της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης.
Άρθρο 28 του Συντάγματος 383
13. Δικαίωμα Πραγματικής Προσφυγής και Αμερόληπτου Δικαστηρίου.
Άρθρο 30 του Συντάγματος. 393
(1) Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης 393
(2) Πραγματική προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου 394
(3) Αποτελεσματική Θεραπεία 395
(4) Δημόσια Δίκη 397
(5) Ακροαματική Διαδικασία 398
(6) Δίκαιη Δίκη 399
(7) Δίκη εντός εύλογης προθεσμίας 402
(8) Νόμιμο Ανεξάρτητο και Αμερόληπτο Δικαστήριο 404
(9) Δικαίωμα συμβουλής Δικηγόρου και ανάθεσης 406
(10) Νομική Αρωγή 407
(11) Συμπεράσματα 408
(12) Περαιτέρω σχόλια 410
14. Δικαία Δίκη: Εξαίρεση Δικαστών (Recusal) 412
15. Όροι, Δεσμεύσεις και Περιορισμοί. Άρθρο 33 του Συντάγματος 419
16. Υπονόμευση ή κατάργηση της Συνταγματικής Τάξης. Άρθρο 34 419
Κεφάλαιο 8
Η Αρχή της Αναλογικότητας και Ερμηνευτικοί Κανόνες
1. Γενικά 421
2. Η Κυπριακή Νομολογία 423
3. Ερμηνευτικοί Κανόνες σε σχέση με την αρχή αναλογικότητας 425
4. Γενική θεώρηση του ζητήματος της αρχής της αναλογικότητας. 430
Κεφάλαιο 9
Κανόνες Ερμηνείας Συνταγματικών Προνοιών
1. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου 435
2. Περαιτέρω ανάπτυξη 437
3. Πρόνοιες του Συντάγματος για Ερμηνεία του Συντάγματος 439
Κεφάλαιο 10
Βρετανικές Κυρίαρχες Βάσεις
1. Η Κυπριακή νομολογία για το νομικό καθεστώς των Βάσεων 443
2. Η Αγγλική νομολογία στο καθεστώς των Βάσεων 446
3. Οι χορηγίες «Ενοίκια» 450
4. Treaty concerning the establishment of the Republic of Cyprus. Signed at Nicosia, on 16 August 451
5. Index of Documents Annexed 455
6. Notes on Documents Annexed 457
7. Annex A of the Treaty of Establishment 462
8. Annex B 463
9. Appendix O 465
10. Appendix P 469
11. Appendix R 470
12. Sovereign Base Areas 472
13. Σε πρόσφατη Γνωμοδότησή του το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
εξέτασε τη Νομιμότητα της διατήρηση του αποικιακού καθεστώτος
από το Ηνωμένο Βασίλειο στο Αρχιπέλαγος των νησιών Τσιάκος.
Η γνωμάτευση αντανακλά και στο καθεστώς των βάσεων στην Κύπρο 474
14. Το πρωτόκολλο για την Κύπρο. Παράρτημα στην Συμφωνία Αποχώρησης
ΗΒ από την Ε.Ε. 475
Κεφάλαιο 11
Ανεξάρτητοι Αξιωματούχοι
1. Οι πρόνοιες του Συντάγματος για Γενικό Εισαγγελέα και Βοηθό Γενικού Εισαγγελέα 487
(1). Γενικός Εισαγγελέας και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας 487
(2). «Η πρόκληση της μεταρρύθμισης του θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα» 488
(α) Το ιστορικό πλαίσιο 488
(β) Πρόνοιες του Συντάγματος 489
(γ) Δυνατότητα τροποποίησης εκτός πρόνοιας για διορισμό 491
(δ) Προβλήματα που δημιουργούνται από τον υπερσυγκεντρωτισμό εξουσιών
στον Γενικό Εισαγγελέα 492
(ε) Η αυτονόμηση της Νομικής Υπηρεσίας δεν επιλύει το πρόβλημα σύγκρουσης συμφερόντων. Ο αντίλογος 494
(i) Η έκθεση της Greco 494
(ii) Ο αντίλογος και η αναγκαιότητα μεταρρύθμισης 494
(iii) Αναγκαιότητα μεταρρύθμισης 495
(στ) Το αγγλικό μοντέλο. Λόρδος Καγκελάριος, Υπουργός Δικαιοσύνης,
Γενικός Εισαγγελέας, DPP 495
(i) Lord Chancellor 495
(ii) Γενικός Εισαγγελέας στην Αγγλία: Σύμβουλος και άρχων Ποινικών Διώξεων.Περιορισμος εξουσιών του 496
(iii) Πρωτόκολλο Ιουλίου 2009 όπως τροποποιήθηκε Δεκέμβριο 2020 496
(iv) DPP – Εισαγγελέας Δημοσίων Διώξεων. 497
(iv.α) Ποινικές Διώξεις. 497
(iv.β) O ρόλος του Γενικού Εισαγγελέα και το Nolle Prosequi. 498
(ι) Το Ιρλανδικό μοντέλο 499
(i) Γενικός Εισαγγελέας. 499
(ιι) DPP. 500
(ια) Συμπεράσματα 500
(3). Ο ρόλος του Γενικού Εισαγγελέα στο επάγγελμα των Δικηγόρων 501
(α) Συνταγματικές Πρόνοιες 501
(β) Νομικός Σύμβουλος του Κράτους και Άρχων των Ποινικών Διώξεων 502
(γ) Πρόνοιες του Κεφ. 2 Περί Δικηγόρων Νόμου σε σχέση με το Γενικό Εισαγγελέα 504
(δ) Ιστορική Εξέλιξη 506
(ε) Παρατηρήσεις 507
(4). Παύση Γενικού Εισαγγελέα και Βοηθού του 508
(α) Ανάρμοστη Συμπεριφορά 508
(β) Τελική απόφαση 510
(γ) Νομοσχέδια για τον διαχωρισμό των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα 514
(i) «Ο περί της εικοστής δεύτερης τροποποίησης του συντάγματος νόμος του 2025 515
(ii) Νομοσχέδιο με τίτλο «νόμος που προβλέπει για την ίδρυση, δομή,
οργάνωση και λειτουργία της υπηρεσίας του γενικού δημόσιου κατήγορου
της δημοκρατίας καθώς και για συναφή θέματα 519
2. Ο Γενικός Ελεγκτής και ο Βοηθός Γενικού Ελεγκτού 534
(1) Πρόνοιες του Συντάγματος 534
(2) Ελεγκτικό Συνέδριο ή Συμβούλιο vs Μονοπρόσωπο Μοντέλο 535
(α) Τα δεδομένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση 535
(β) Οι πρόνοιες στις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου 536
(γ) Οι πρόνοιες του Συντάγματος 537
(δ) Ανάλυση 538
(3) Η παύση του Γενικού Ελεγκτή 541
(4) Το νομοθετικό πλαίσιο 556
(5) Εισηγήσεις για τροποποίηση του Νομοθετικού πλαισίου για τον Γενικό Ελεγκτή 559
(α) Νομοσχέδιο με τίτλο «ο περί της εικοστής τρίτης τροποποίησης
του συντάγματος νόμος του 2025» 559
3. Διοικητής Κεντρικής Τράπεζας 567
(1) Οι πρόνοιες του Συντάγματος 567
(2) Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου - Ιστορικό 568
(3) Η Βασική Νομοθεσία που αφορά την Κεντρική Τράπεζα εις ο περί Κεντρικής
Τραπέζης Νόμος του 2002, 138(Ι) 2022 όπως τροποποιήθηκε 572
(4) Αποφάσεις Σταυρινάκη Ανωτάτου Δικαστηρίου για τον Υποδιοικητή Κεντρικής Τράπεζας 584
(α) Σπύρος Σταυρινάκης v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 40 584
(β) Σπύρος Σταυρινάκης v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 ΑΑΔ 731 590
Παράρτημα Α΄
Ο Κανονισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων
της Κυπριακής Δημοκρατίας 595
Παραρτημα Β΄
Γνωματεύσεις σχετικά με τροποποίηση του Συντάγματος
για Ανεξάρτητους Αξιωματούχους 694
Βιβλιογραφία 659
Άρθρα Κυπριακού Συντάγματος 665
Νομολογία 669
Συμβάσεις, Δηλώσεις 695
Γενικό Ευρετήριο Όρων 705
Σελ. 1
Κεφαλαιο 1
Το ιστορικό πλαίσιο και κύρια χαρακτηριστικά του Κυπριακού Συντάγματος
1. Συνταγματική Θεωρία
Σύμφωνα με τον Καθηγητή Ευάγγελο Βενιζέλο, το Σύνταγμα είναι «προϊόν της Ιστορίας». Ζει μέσα στην ιστορία αλλά συνάμα δημιουργεί και τη δική του ιστορία. Το Σύνταγμα βεβαίως εξελίσσεται. Για την κατανόηση του η ιστορική γνώση είναι απαραίτητη όπως και η συνταγματική θεωρία που σχετίζεται με την εξέλιξή του ανεξάρτητα από τυχόν ρητές αλλαγές ή τροποποιήσεις. Ο Καθηγητής Βενιζέλος έχει χαρακτηρισθεί και σαν «Κύπριος» λόγω ακριβώς της ενασχόλησης του με το Κυπριακό Σύνταγμα και προτάσεις για την λύση του Κυπριακού και τη μετεξέλιξη του κυπριακού ενιαίου, δικοινοτικού Συντάγματος σε ομοσπονδιακό. Το Κυπριακό Σύνταγμα είναι ιδιόμορφο «sui generis». Δεν είναι το προϊόν ενός εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων. Είναι προϊόν συσχετισμού διεθνών δυνάμεων. Είναι ένα διεθνές πολιτικό δημιούργημα. Χαρακτηρίζεται από μια δυαδική αρχή του δικοινοτισμού, με την συμμετοχή δύο πληθυσμιακά ανισομερών κοινοτήτων στη διακυβέρνηση του κράτους. Ο δικοινοτισμός είναι διάχυτος και στις τρεις εξουσίες, Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική.
Όπως παρατηρεί και ο καθηγητής Στεφανίδης σχολιάζοντας τα γραπτά κείμενα του Καθηγητή Ε. Βενιζέλου για το Κυπριακό, το Κυπριακό Σύνταγμα δεν υπήρξε αυτόχθον δημιούργημα της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας των Κυπρίων, Ελληνικής ή και Τουρκικής καταγωγής. Επιβλήθηκε από ένα διεθνή διακανονισμό μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
Η διαδικασία παραγωγής του Κυπριακού Συντάγματος που μόνο περιγραφικά μπορεί κανείς να πει ότι είναι «Κυπριακό», αφορά τρία διαφορετικά επίπεδα. Πρώτον, στο επίπεδο του Διεθνούς Δικαίου με τη μορφή διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, δεύτερον στο επίπεδο της συνταγματικής έννομης τάξης του Ηνωμένου Βασιλείου και στο επίπεδο του Κυπριακού Εκλογικού Σώματος με τη χωριστή εκλογή του πρώτου Ελληνοκύπριου Προέδρου και του πρώτου Τουρκοκύπριου Αντιπροέδρου στις 13 Δεκεμβρίου 1959.
Σελ. 2
Ο γνωστός Άγγλος Συνταγματολόγος Καθηγητής S. A. de Smith, στο κλασσικό σύγγραμμά του. Το Συνταγματικό και Διοικητικό Δίκαιο της Αγγλίας, αναφέρει ότι στη συντριπτική πλειοψηφία σύγχρονων κρατών, υπάρχει ένα αναγνωρίσιμο έγγραφο ή ομάδα εγγράφων που ονομάζονται «Το Σύνταγμα» το οποίο ενσωματώνει μίαν επιλογή των πλέον σημαντικών κανόνων για την διακυβέρνηση της χώρας. Τα βιβλία Συνταγματικού Δικαίου είναι συνήθως σχολιασμός του ειδικού αυτού εγγράφου ή εγγράφων.
Σχολιάζουν επίσης τις ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε το Σύνταγμα, πολιτικές και φιλοσοφικές προϋποθέσεις αυτού, την ειδική θέση της εξουσίας δυνάμει αυτού εντός του νομικού πλαισίου που το περιβάλλει, και σε συγκεκριμένες πρόνοιες αυτού και τις επιπτώσεις του, για θέματα τροποποίησης, ερμηνείας και της πρακτικής εφαρμογής του. Συνεπώς, η έννοια του Συντάγματος δεν συμπεριλαμβάνει μόνο το αυστηρό κείμενο αυτού αλλά κάτι ευρύτερο το οποίο περιγράφει θέματα συνταγματικής σπουδαιότητας.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει «σύνταγμα» με την αυστηρή έννοια του όρου εφ’ όσον δεν υπάρχει ένα έγγραφο ή ομάδα εγγράφων που να ονομάζονται το Βρετανικό Σύνταγμα. Όμως η Βρετανία για να λειτουργεί κάτω από ένα σύστημα διακυβέρνησης μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα κανόνων που καθορίζουν την σύσταση, λειτουργίες και σχέσεις των οργάνων της κυβέρνησης, και που να καθορίζουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των κυβερνώμενων, δεν μπορεί παρά να έχει Σύνταγμα και σώμα Συνταγματικού Δικαίου
Σε σχέση με το κυπριακό Σύνταγμα, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι, ενώ στην Μαυριτανία το Σύνταγμα υποβαθμίζει την σημασία των κοινοτικών διαχωρισμών στον μέγιστο δυνατό βαθμό, το Σύνταγμα της Κύπρου οδηγείται από την ιδέα της «κοινότητας». Δύο διαφορετικοί λαοί, Έλληνες (η πλειοψηφία των οποίων ήθελε την ένωση με την Ελλάδα) και Τούρκοι (αποφασισμένοι ουδέποτε να υποχωρήσουν στην πλειοψηφία διακυβέρνησης των Ελλήνων και στηριζόμενοι στην αδιαλλαξία τους από την «μητέρα πατρίδα», κοντινή Τουρκία) ζουν σε ένα νησί γεμάτο αγώνες. Το Σύνταγμα υπαγορεύτηκε από εξωτερικές δυνάμεις και διαμορφώθηκε με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε σε κανένα θέμα ουσιαστικής σημασίας για τους Τούρκους της Κύπρου θα μπορούσαν οι απόψεις της πλειοψηφίας των Ελλήνων της Κύπρου να επικρατήσουν. Το δε Σύνταγμα ρητά απαγορεύει, τόσο την ένωση του νησιού με οποιοδήποτε άλλο κράτος, όσο και την διχοτόμησή του.
Στα θέματα κατηγοριοποίησης των Συνταγμάτων διακρίνει μεταξύ άλλων, συντάγματα προεδρικής και κοινοβουλευτικής υφής όπως και ομόσπονδα και ενιαία κράτη. Στην πρώτη κατηγορία, ο διαχωρισμός αφορά την εκτελεστική εξουσία και την σχέση της με την νομοθετική. Κάτω από ένα προεδρικό σύστημα ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας, ο Πρόεδρος είναι επίσης ο αρχηγός του κράτους και δεν είναι μέλος ή απευθείας υπεύθυνος έναντι της νομοθετικής εξουσίας. Στο κοινοβουλευτικό σύστημα ο αρχηγός
Σελ. 3
της εκτελεστικής εξουσίας είναι ο Πρωθυπουργός, ο οποίος είναι μέλος και/ή υπεύθυνος έναντι της νομοθετικής εξουσία.
Στην δεύτερη κατηγορία, στις πλείστες των περιπτώσεων, η διαφορά μεταξύ του ομόσπονδου και του ενιαίου συντάγματος είναι καθαρή. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις είναι θέμα βαθμού και σε κάποιες η διαφορά μπορεί να είναι και παραπλανητική. Παραδείγματα αμιγώς ομοσπονδιακού μοντέλου είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, η Αυστραλία, ο Καναδάς, η πρώην Δυτική Γερμανία, και η Ελβετία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βορείου Ιρλανδίας δυνάμει του Νόμου του 1920, ήταν αυστηρά μη ομοσπονδιακή, εφόσον η Βόρειος Ιρλανδία δεν είχε αποκλειστική αρμοδιότητα σε οποιοδήποτε θέμα αλλά κάποιον βαθμό τοπικής αυτονομίας μεγαλύτερης από αυτή των δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης ή των κρατών της Μαλαισίας. Δύο χώρες οι οποίες τυπικά φέρονται να έχουν ομοσπονδιακά συντάγματα.
Η Τανζανία είναι μερικώς ομοσπονδιακό μοντέλο εφόσον η Ζανζιβάρη έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στη θεωρία και στην πράξη. Πλην όμως, για πολιτικούς λόγους ο όρος «Ομοσπονδία» δεν παρουσιάζεται στο Σύνταγμα. Η σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των κρατών που συνεργάζονται με το Ηνωμένο Βασίλειο στην Καραϊβική δυνάμει του Αγγλικού Νόμου West Indies Act 1967 είναι ουσιαστικά ομοσπονδιακή εφόσον οι βασικές εξουσίες του Ηνωμένου Βασιλείου στα εν λόγω κράτη περιορίζονται σε θέματα που αφορούν την άμυνα και εξωτερικές υποθέσεις και σε ένα μικρό κατάλογο άλλων θεμάτων. Πλην όμως, το Ηνωμένο Βασίλειο και τα συνεργαζόμενα κράτη δεν είναι «κράτος» για σκοπούς του Συνταγματικού Δικαίου.
2. Το Σύνταγμα του 1960
Το Σύνταγμα του 1960 είναι δοτό. Όπως επισημαίνει ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρίτων Τορναρίτης, τούτο δεν πηγάζει από την ελεύθερη βούληση των Κυπρίων. Πράγματι, δεν ήταν προϊόν δημοψηφίσματος, αλλά των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας, ως επακόλουθο του αντιαποικιακού και ενωτικού αγώνα του 1955-1959. Η Μικτή Συνταγματική Επιτροπή (Joint Constitutional Commission) συμπλήρωσε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου 1960. Οι Μικτές Επιτροπές Λονδίνου ετοίμασαν τις διεθνείς Συνθήκες προς υπογραφή και η τελική συμφωνία επήλθε την 1η Ιουλίου 1960.
Το Σύνταγμα της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας, υπεγράφη στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου 1960 από τον Κυβερνήτη, εκπροσώπους της Ελληνικής και Τουρκικής Κυβέρνησης, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο εκ μέρους της Ελληνικής Κοινότητος και τον Δρ. Φαζίλ Κουτσιούκ εκ μέρους της Τουρκικής Κοινότητος. Ταυτόχρονα, υπεγράφη η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, η Συνθήκη Εγγύησης και η Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από τις 16ης Αυγούστου του 1960, η Κυπριακή Δημοκρατία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κυρίαρχο Κράτος. Στις 21/9/1960
Σελ. 4
έγινε μέλος του Ο.Η.Ε. και στις 24/5/1961 μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης. Επίσης, στις 15 Ιουλίου του 1961 έγινε μέλος της Κοινοπολιτείας.
Το Κυπριακό Σύνταγμα χαρακτηρίστηκε από τον διαπρεπή Άγγλο Συνταγματολόγο S.A. de Smith σαν το πλέον περίπλοκο και άκαμπτο Σύνταγμα στον κόσμο. Αριθμός άρθρων, αυτού που συμφωνήθηκαν στη Ζυρίχη, δεν είναι δυνατό να τροποποιηθούν χωρίς τη συγκατάθεση των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων. Άλλες πρόνοιες του Συντάγματος, όπως κρίθηκε από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, είναι δυνατόν να τροποποιηθούν ανεξάρτητα από την απουσία των Τουρκοκυπρίων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Συγκεκριμένα, το θέμα της τροποποιήσεως του Συντάγματος διέπεται από το Άρθρο 182 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα άρθρα ή τα μέρη των άρθρων του Συντάγματος τα περιλαμβανόμενα εν τω συνημμένω τω παρόντι παραρτήματι ΙΙΙ, ενσωματωθέντα εις το Σύνταγμα εκ της συμφωνίας Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου 1959, αποτελούσι θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος και δεν δύνανται, καθ΄ οιονδήποτε τρόπον, να τροποποιηθώσι δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως.
2. Τηρουμένων των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, πάσα διάταξις του Συντάγματος δύναται να τροποποιηθεί δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως, ως εν τη τρίτη παραγράφω του παρόντος άρθρου ορίζεται.
3. Δια την ψήφισιν οιουδήποτε νόμου περί τροποποιήσεως απαιτείται πλειοψηφία περιλαμβάνουσα τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εις την ελληνική κοινότητα ανηκόντων βουλευτών και τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εις την τουρκικήν κοινότητα ανηκόντων βουλευτών».
Το Άρθρο 182.1, το οποίο προσδιορίζει ότι οι θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος δεν μπορούν να τροποποιηθούν, μαρτυρεί το δοτό χαρακτήρα του Συντάγματος του 1960. Τα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος ως προσδιορίζονται σε αυτό δεν είναι το προϊόν της ελεύθερης βούλησης και συμμετοχής του κυπριακού λαού αλλά των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στα πλαίσια των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου.
Τα υπόλοιπα τμήματα του Συντάγματος είναι αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που επακολούθησαν τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του Φεβρουαρίου του 1959. Κατά τα άρθρα 182.2 και 182.3, οι μη θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος δύνανται να τροποποιηθούν, αλλά μόνο με ξεχωριστές ειδικές πλειοψηφίες, δηλαδή τα 2/3 των Ελλήνων και Τούρκων Βουλευτών.
Ενόψει της καταφανούς δυσκολίας στην εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων λόγω της αποχώρησης των Τούρκων της Κύπρου από την διακυβέρνηση, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογεί την τροποποίηση των μη-
Σελ. 5
θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος, νοουμένου ότι τούτο δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της Τουρκικής Κοινότητος. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Κουλουντή v. Βουλή των Αντιπροσώπων και Άλλων η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισε ότι ο Περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Νόμος 115(I)/1996 είναι συνταγματικός, γιατί το Δίκαιο της Ανάγκης απλώς δικαιολογεί την μη εφαρμογή της προϋπόθεσης του Άρθρου 182.3 του Συντάγματος για πλειοψηφία δύο τρίτων των Τούρκων βουλευτών.
3. Οι Πρώτες Δέκα Τροποποιήσεις,1989 -2016
Σαν αποτέλεσμα το Σύνταγμα του 1960 έχει τροποποιηθεί μέχρι το 2016 δέκα φορές ως εξής:
1. Πρώτη Τροποποίηση: Με τον Περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1989 Ν.95/1989 τροποποιήθηκε το άρθρο 111 του Συντάγματος. Με αυτόν τον Νόμο:
i. Από την 1/1/1990 καταργήθηκε η αποκλειστικότητα της Εκκλησίας της Κύπρου στα θέματα οικογενειακού δικαίου
ii. Αφαιρέθηκε η δικαιοδοσία από τα εκκλησιαστικά δικαστήρια και δόθηκε στα οικογενειακά δικαστήρια (που καθιερώθηκαν με τον Ν.23/1990).
iii. Δημιουργήθηκαν τα δικαστήρια θρησκευτικών ομάδων, Ν.87(Ι)/1994.
iv. Εισήχθηκε ο ισχυρός κλονισμός του γάμου, ως νέος λόγος διαζυγίου (μοναδική περίπτωση Συντάγματος που περιέχει λόγους διαζυγίου).
v. Προσφέρθηκε στα μέλη της ελληνικής κοινότητας η επιλογή του πολιτικού γάμου.
vi. Υιοθετήθηκε ο θεσμός της απόπειρας συνδιαλλαγής πριν την έκδοση διαζυγίου καθώς και της πνευματικής λύσης του γάμου.
2. Δεύτερη τροποποίηση: Από την 29/11/1996, με τον Ν. 106(Ι)/96, περί της Δεύτερης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1996, παραχωρείται δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων από την ηλικία των 18 ετών. Το άρθρο 63 του Συντάγματος, προτού τροποποιηθεί με τον εν λόγω νόμο, προνοούσε για δικαίωμα ψήφου ατόμων που είχαν συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας τους.
3. Τρίτη τροποποίηση: Ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996, Ν.115(Ι)/96, τροποποίησε το άρθρο 66(2) του Συντάγματος από τις 28/12/1996 ως εξής: «Κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε το πολύ ημερών από της κενώσεως καθ' ον τρόπον νόμος ορίζει». Όπως ερμηνεύθηκε και στην απόφαση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (1996), προβλέπεται ότι σε περίπτωση αναπληρωματικής εκλογής σαν αποτέλεσμα κενωθείσας
Σελ. 6
βουλευτικής έδρας, δεν διεξάγεται αναπληρωματική εκλογή, αλλά ανακηρύττεται βουλευτής του ιδίου κόμματος ο επιλαχών στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.
4. Τέταρτη τροποποίηση: Από τις 5/7/2002, με το Ν. 104(Ι)/2002, περί της Τέταρτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμο του 2002, τροποποιήθηκαν τα άρθρα 47, 118 και 119 του Συντάγματος. Σκοπός της τροποποίηση αυτής ήταν η ανεξαρτητοποίηση της Κεντρικής Τράπεζας έτσι ώστε να μην παύεται ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας από την Πρόεδρο και να ασκεί ανεξάρτητη οικονομική πολιτική.
5. Η Πέμπτη τροποποίηση: Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατέστη αναγκαίο να τροποποιηθεί το Σύνταγμα της Κύπρου ώστε να συνάδει με το κοινοτικό κεκτημένο. Για το λόγο αυτό, ο Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος, Ν. 127(Ι)/2006, επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις σε διάφορα άρθρα του Συντάγματος. Η σημαντικότερη από τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο εν λόγω νόμος είναι η υπερίσχυση του κοινοτικού κεκτημένου σε περίπτωση που συνταγματική διάταξη αντίκειται σε αυτό. Με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά το κοινοτικό δίκαιο τέθηκε υπεράνω του Συντάγματος (το οποίο αυτοανακηρύσσεται ως «ο υπέρτατος νόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας») στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου της Κύπρου, Άρθρο 179(Ι).
6. Η Έκτη τροποποίηση: Με το Ν. 51(Ι)/2010, τροποποιήθηκε το Άρθρο 17 του Συντάγματος με αποτέλεσμα να καταργηθεί το απόρρητο της επικοινωνίας σε ορισμένες περιπτώσεις διερεύνησης σοβαρών ποινικών υποθέσεων.
7. Η Έβδομη Τροποποίηση: Με το Ν. 68(Ι)/2013, γίνεται τροποποίηση του άρθρου 11 του Συντάγματος, δίδοντας στην Κυπριακή Δημοκρατία τη δυνατότητα να εκδίδει φυγόδικους προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση πλαίσιο της ΕΕ σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
8. Όγδοη τροποποίηση: Ο περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2015, Ν.130(Ι)/2015, επέφερε την τροποποίηση του Άρθρου 146 του Συντάγματος μεταφέροντας την πρωτόδικη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με τις διοικητικές προσφυγές στο νεοσύστατο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο λειτούργησε από την 01/01/2016 με σκοπό την «ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης».
9. Ένατη Τροποποίηση: Με το Ν.69(Ι)/2016, τροποποιήθηκε η δεύτερη παράγραφος του Άρθρου 15 του Συντάγματος αναφορικά με τις περιπτώσεις κατά της οποίες είναι επιτρεπτός ο περιορισμός του ατομικού δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, προς το σκοπό της διασφάλισης της διαφάνειας στη δημόσια ζωή και της λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή.
Σελ. 7
10. Δέκατη Τροποποίηση: Ο περί της Δέκατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2016, Ν.93(Ι)/2016, επέφερε την τροποποίηση διαφόρων διατάξεων του Συντάγματος ούτως ώστε να συνάδουν με την πλήρη κατάργηση της θανατικής ποινής στην Κυπριακή νομοθεσία καθώς και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας για την προάσπιση του θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας.
4. Οι υπόλοιπες Τροποποιήσεις, 2019 – 2023 – Προβληματισμοί
Πρόσφατα η βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την 16η και 17η τροποποίηση του Συντάγματος.
Η 16η τροποποίηση του Συντάγματος, Ν.67(1)/2022, αφορά την τροποποίηση της παραγράφου 4, του άρθρου 3 του Συντάγματος, έτσι για να καταστεί η δυνατότητα χρήσης της αγγλικής γλώσσας στο Εμπορικό Δικαστήριο και το Ναυτοδικείο ως νόμος ήθελε ορίσει.
Η 17η τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία επίσης εγκρίθηκε σχεδόν ομόφωνα, αφορά την μεταρρύθμιση της ανωτάτης βαθμίδας των δικαστηρίων και επέφερε τροποποιήσεις, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 136 του Συντάγματος διευρύνοντας την δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, όχι μόνο επί των θεμάτων που έπονται του άρθρου αυτού, αλλά και επί θεμάτων ως νόμος ήθελε ειδικά ορίσει.
Περαιτέρω, αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 144 του Συντάγματος ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η παραπομπή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο συνταγματικών θεμάτων τόσο από τα κατώτερα δικαστήρια όσο και από το νέο Ανώτατο Δικαστήριο.
Επιπρόσθετα, τροποποιήθηκε το άρθρο 146 του Συντάγματος για να καταστεί δυνατή η εκδίκαση εφέσεων από το Εφετείο, από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ως επίσης και η δυνατότητα δια νόμου να καθοριστούν θέματα επί των οποίων θα γίνεται ουσιαστικός έλεγχος στο πλαίσιο του Διοικητικού Δικαίου.
Επίσης τροποποιήθηκε το άρθρο 155 για να επιτραπούν εφέσεις στο νέο Ανώτατο Δικαστήριο και για την δημιουργία επίσης του νέου Εφετείου.
Κατά την διάρκεια των συζητήσεων που προηγήθηκαν της 17ης τροποποίησης του Συντάγματος αμφισβητήθηκε η αναγκαιότητα και η χρησιμότητα γενικά της μεταρρύθμισης της δικαιοσύνης με την δημιουργία ενός νέου Εφετείου, ενός νέου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και ενός νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Οι λόγοι οι οποίοι συνηγορούσαν υπέρ της αναγκαιότητας της προτεινόμενης μεταρρύθμισης ήσαν οι εξής:
Σελ. 8
1. H δημιουργία του νέου Εφετείου ήταν μία από τις συστάσεις της Επιτροπής Ιρλανδών Μαρτίου 2018 για να αντιμετωπισθεί, μεταξύ άλλων, το backlog, αλλά και να εκδικάζονται οι εφέσεις με ταχύτερους ρυθμούς λόγω του διαχωρισμού του νέου Εφετείου σε εξειδικευμένα τμήματα και την στελέχωσή τους από δικαστές ειδικούς στην αρμοδιότητα των τμημάτων. Εξειδίκευση σημαίνει ταχύτητα και ποιότητα. Να σημειωθεί ότι εκκρεμούσαν το 2023 περίπου 5.000 εφέσεις οι οποίες θεωρούνται καθυστερημένες και επιπρόσθετα ο χρόνος εκδίκασής τους ήταν από έξι έως οκτώ έτη. Με τις νέες ρυθμίσεις οι επηρεαζόμενοι, τουλάχιστον 15.000 διάδικοι, θα ευεργετηθούν εφόσον με τον καταμερισμό εκδίκασης των εφέσεων αυτών μεταξύ του δευτεροβάθμιου εφετείου και της τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας που δημιουργείται αναμένεται ότι οι υποθέσεις τους θα εκδικαστούν εντός δύο έως τριών ετών.
2. Η δημιουργία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, σαν τριτοβάθμιου δικαστηρίου το οποίο θα στελεχωθεί μεσοπρόθεσμα με εξειδικευμένους στην αρμοδιότητά του δικαστές και θα παρέχεται έτσι ταχύτητα και ποιότητα για τον πολύ νευραλγικό αυτό τομέα του δικαίου που επηρεάζει άμεσα την διακυβέρνηση του τόπου. Περαιτέρω, με την τροποποίηση του άρθρου 144 του Συντάγματος, παρέχεται η δυνατότητα άμεσης επίλυσης συνταγματικών θεμάτων μεγάλης σπουδαιότητας. Παρομοίως, το νέο Ανώτατο Δικαστήριο θα λειτουργεί σε δύο τμήματα με εξειδικευμένη στελέχωση σε ποινικές και αστικές υποθέσεις. Ο αριθμός των δικαστών στην τριτοβάθμια δικαιοδοσία αυξάνεται κατά τρεις δικαστές, με σύνολο δικαστών 16, και με δεδομένο ότι, αναιρέσεις στην τριτοβάθμια δικαιοδοσία θα γίνονται μόνο για θέματα μεγάλης σπουδαιότητας και σημασίας, δεν θα υπάρξουν καθυστερήσεις και η ποιότητα των αποφάσεων θα είναι σαφώς καλύτερη.
3. Με τις νέες ρυθμίσεις του νέου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, συμμετέχουν πλέον, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Πρόεδρος του Π.Δ.Σ., και δύο έμπειροι δικηγόροι με αποτέλεσμα να δίδεται και απάντηση στην κριτική που ήσκησε η Έκθεση Greco για το ενδεχόμενο κρονητισμού δηλαδή δημιουργίας τάσεων εντός του Σώματος για προώθηση με συγκεκριμένη μεθοδολογία συγκεκριμένων ατόμων, δικαστών, σε ανώτερες δικαστικές θέσεις. Περαιτέρω, παρέχεται πλέον για πρώτη φορά η δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του νέου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου σε θέματα διορισμών και προαγωγών δικαστών.
4. Δημιουργείται ένα νέο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο στο οποίο επίσης συμμετέχουν με τους ίδιους όρους ως ανωτέρω, εκτός των Δικαστών, ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Πρόεδρος του Π.Δ.Σ. και δύο έμπειροι δικηγόροι με στόχο να καταρτίζουν κατάλογο με τριπλάσιο αριθμό υποψηφίων για κάθε κενωθείσα θέση της τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας. Ο κατάλογος ο οποίος είναι με αλφαβητική σειρά θα προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δικαστές, στην τριτοβάθμια βαθμίδα, και εκ των πραγμάτων, μέσα στον κατάλογο θα συμπεριλαμβάνονται για πρώτη φορά και έμπει-
Σελ. 9
ροι δικηγόροι. Αναμένεται ότι σταδιακά η «επετηρίδα» η οποία ετηρείτο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στα θέματα διορισμών δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο, σταδιακά θα αντικατασταθεί με πλέον αξιοκρατικά κριτήρια αλλά θα διασφαλιστεί με αυτό τον τρόπο και η διαφάνεια στον νευραλγικό τομέα της τρίτης εξουσίας της δικαιοσύνης.
5. Απεδείχθη, όπως διαπιστώνεται και στο περιεχόμενο της έκθεσης των Ιρλανδών, ότι ο υπερσυγκεντρωτισμός όλων των εξουσιών που αφορούν την δικαστική εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα όπως διαπιστώνεται εξάλλου και από τον αριθμό των καθυστερημένων υποθέσεων που ήταν το 2023 περίπου 50.000 στα κατώτερα δικαστήρια και 5.000 στο Ανώτατο Δικαστήριο. Με την δημιουργία και της νέας δικαστικής υπηρεσίας διαχείρισης των δικαστηρίων που αναμένεται να θεσμοθετηθεί, και την δημιουργία του νέου συστήματος στην Ανωτάτη Βαθμίδα των δικαστηρίων ως ανωτέρω, ο υπερσυγκεντρωτισμός στο Ανώτατο Δικαστήριο παύει να υφίσταται με ευεργετικά αποτελέσματα. Ήδη γίνεται περαιτέρω επεξεργασία ρυθμίσεων για αντιμετώπιση και των καθυστερημένων υποθέσεων, δύο ετών και άνω σε ηλικία, στα κατώτερα δικαστήρια. Η 17η τροποποίηση του Συντάγματος επέφερε ριζοσπαστικές ρυθμίσεις και αναμένεται μία νέα εποχή στον τομέα της δικαιοσύνης.
Προηγήθηκαν, όπως είδαμε, σωρεία συνταγματικών τροποποιήσεων, της πρώτης γενομένης με το Ν.95/89 με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 111 του Συντάγματος για να καταστεί δυνατή η δημιουργία των Οικογενειακών Δικαστηρίων και ο πολιτικός γάμος.
Ακολούθησαν, η 2η τροποποίηση με το Ν.106(1)/96 (τροποποίηση του άρθρου 63, παρ. 1), για να έχουν το δικαίωμα ψήφου 18άρηδες, η 3η τροποποίηση, Ν.118(1)/96 μετά την απόφαση του εκλογοδικείου στην υπόθεση Μαυρογένης [19] για να καταστεί δυνατή η πλήρωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας αντί με αναπληρωματική εκλογή, σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο, έτσι που ο επιλαχών ή η επιλαχούσα του κόμματος το οποίο κατείχε την Βουλευτική έδρα να εκλέγεται.
Η 4η τροποποίηση Ν.104(1)/2002, αφορά την ανεξαρτητοποίηση του Διοικητή και Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ενόψει προοπτικής ένταξής μας τότε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η 5η τροποποίηση Ν.127(1)/2006, αφορά τροποποίηση άρθρων του Συντάγματος για να καταστεί δυνατή η υπεροχή του Ενωσιακού Δικαίου, η 6η τροποποίηση αφορά το Ν. 51(1)/2010 με τροποποίηση του άρθρου 17 για να διευρυνθούν οι εξαιρέσεις στο απόρρητο της επικοινωνίας για σοβαρές ποινικές υποθέσεις, η τροποποίηση 7 με το Ν. 68(1)/2013 για να τροποποιηθεί το άρθρο 11 του Συντάγματος έτσι που να επιτρέπεται η απέλαση ακόμα και πολίτη της Δημοκρατίας ή και η έκδοσή του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή με βάση διεθνή σύμβαση.
Σελ. 10
Η 8η τροποποίηση με το Ν.130(1)/2015 καθιστά δυνατή τη λειτουργία διοικητικών δικαστηρίων και τη δυνατότητα θέσπισης ειδικής νομοθεσίας για την συμμόρφωση της διοίκησης με ακυρωτικές αποφάσεις.
Με την 9η τροποποίηση με το Νόμο 69(1)/2016 διευρύνθηκαν οι εξαιρέσεις του άρθρου 15 για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και κατέστησε το πόθεν έσχες δυνατόν, η 10η τροποποίηση με το Ν.93(1)/2016 κατάργησε και τυπικά τη θανατική ποινή, η 11η τροποποίηση με το Ν.100(1)/2019 θεσπίστηκε για να καταστεί δυνατή η οικονομική ανεξαρτητοποίηση της Βουλής, εφόσον ο εκάστοτε Πρόεδρος συντάσσει τον προϋπολογισμό της.
Με την 12η τροποποίηση με το Ν.128(1)/2019 επιχειρήθηκε η τροποποίηση το άρθρου 66, παράγραφος 2, για να καταστεί δυνατή η πλήρωση αποποιηθείσας ή μη καταληφθείσας θέσης, νόμος ο οποίος κηρύχθηκε αντισυνταγματικός όμως όπως θα δούμε κατωτέρω.
Με την 13η τροποποίηση του Συντάγματος, Ν.160(1)/2019 περιορίστηκε το δικαίωμα του εκάστοτε Προέδρου να υποβάλλει υποψηφιότητα εκ νέου, αν έχει υπηρετήσει δύο συνεχόμενες προηγούμενες θητείες, η 14η τροποποίηση με το Ν. 161(1)/2019, για να καταστεί η δυνατότητα σε άτομα ηλικίας 21 ετών να είναι βουλευτές, και η 15η τροποποίηση με το Ν.135(1)/2020 για να παρέχεται η δυνατότητα σύντμησης των 75 ημερών στις περιπτώσεις προσφυγών ουσιαστικά ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Όλες οι τροποποιήσεις έγιναν σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 182, παράγραφος 2 και 3 του Συντάγματος, με πλειοψηφία τουλάχιστον 2/3 των βουλευτών, των ανηκόντων στην ελληνική κοινότητα, με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν βουλευτές της τουρκικής κοινότητας. Όλες δικαιολογήθηκαν με το δίκαιο της ανάγκης με δεδομένη την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, η Βουλή των Αντιπροσώπων, εκπληρώνοντας τον συνταγματικό αναθεωρητικό ρόλο της σε σχέση με το Σύνταγμα, μπορούσε να λειτουργήσει εξ ανάγκης στην απουσία των βουλευτών ανηκόντων εις την τουρκική κοινότητα.
Να σημειωθεί ότι, με βάση το άρθρο 182, παράγραφος 1 του Συντάγματος, τα θεμελιώδη άρθρα, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ του Συντάγματος και που απορρέουν από τις Συμφωνίες Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου 1959, δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Πρόκειται για πέραν των 60 άρθρων και παραγράφων του Συντάγματος, προνοιών που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, συμπεριλαμβανομένων των γενικών διατάξεων, άρθρα 3 έως 4 , άρθρο που σχετίζεται με το δικαίωμα της περιουσίας, άρθρο 23, άρθρα επίσης 36 έως 57 που σχετίζονται με τον Πρόεδρο και Υπουργικό Συμβούλιο, άρθρα 61 έως 78 που σχετίζονται με την Βουλή των Αντιπροσώπων, άρθρα 86 έως 108 με τις κοινοτικές συνελεύσεις, άρθρα 112 έως 126 ανεξάρτητους αξιωματούχους, άρθρα 129 έως 132 με τις ένοπλες δυνάμεις και άρθρα 133 έως 160 που σχετίζονται με το Ανώτατο Συνταγματικό και Ανώτατο Δικαστήριο. Τέλος, περιορισμοί υπάρχουν και σε σχέση με τα άρθρα 170 έως 185 που αφορούν τις τελικές διατάξεις.
Σελ. 11
Συνεπώς, ένα μεγάλο μέρος του Συντάγματος είναι άκαμπτο και καλύπτεται ουσιαστικά από ένα eternity clause που καθιστά αδύνατη την τροποποίησή του.
Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, καθ’ ότι, όλα αυτά τα άρθρα έχουν τροποποιηθεί στην πράξη, κατ’ εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης, εφόσον το Σύνταγμα λειτουργεί έως να είχε τροποποιηθεί μετά από την με πολιτικές σκοπιμότητες αποχώρηση των εις την τουρκική κοινότητα ανηκόντων αξιωματούχων και μελών της από τα θεσμικά όργανα.
Συνεπώς, το επιχείρημα ότι δεν θα πρέπει να αγγίζουμε είτε τα θεμελιώδη είτε και άλλα άρθρα του Συντάγματος για να προσαρμόζεται αυτό στις ανάγκες της Κυπριακής Δημοκρατίας για εκσυγχρονισμό και προσαρμογή, είναι επιχείρημα το οποίο έχει ξεπεράσει η ίδια η ζωή. Ούτε και η Τουρκία βασίζεται σε αυτή την επιχειρηματολογία για να ενισχύσει την θέση της για μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία εδώ και πολύ καιρό θεωρεί σαν ανύπαρκτη και εκλιπούσα ούτως ή άλλως.
Περαιτέρω, τα κράτη της Υφηλίου και οι Διεθνείς Οργανισμοί και η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν αναμένεται ότι θα αντιδράσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά σε αναγκαίες τροποποιήσεις του Συντάγματος. Αν μη τι άλλο επιμένουν σε βασικές τροποποιήσεις για εκσυγχρονισμό του Κράτους Δικαίου.
Εξάλλου, να υπενθυμίσουμε ότι, η πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι να καλέσει την τουρκική κοινότητα να επανέλθει στο Σύνταγμα του 60, αλλά συζητά για μετεξέλιξη του Συντάγματος σε μία ενιαία, από άποψης διεθνούς προσωπικότητας Κύπρο, αλλά διζωνικά και δικοινοτικά διαχωρισμένη με πολιτική ισότητα.
Η πραγματικότητα όμως, είναι ότι, δεν υπάρχει η αναγκαιότητα μέχρι στιγμής, ή τουλάχιστον δεν κατεφάνη να υπάρχει για τροποποίηση θεμελιωδών άρθων του Συντάγματος, τα οποία, όπως ανέφερα ούτως ή άλλως είναι προσαρμοσμένα με το δίκαιο της ανάγκης το οποίο δικαιολογεί σχετικές «καθ’ όλα αντισυνταγματικές» ρυθμίσεις με νομοθεσία.
Οι τροποποιήσεις του Κυπριακού Συντάγματος θεμελιώνονται στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και κυρίως στην απόφαση Αντρέας Νικολαόυ v. Ναυσικά Α. Νικολάου (1992) 1 ΑΑΔ 1338, όπου αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων ότι, για μη θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος η αναθεωρητική δικαιοδοσία της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι δικαιολογημένη με το δίκαιο της ανάγκης.
Το Μέρος ΙΙ, απεφασίσθη περαιτέρω, όπου αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα σε σχέση με τις τροποποιήσεις, υπόκειται πάντοτε στις δεσμεύσεις και περιορισμούς της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Περαιτέρω, αποφασίστηκε ότι, είναι αδύνατος ο έλεγχος συνταγματικότητας νόμου με τον οποίο τροποποιείται το Σύνταγμα όσον αφορά το διαδικαστικό του μέρος. Στην Χαραλαμπίδης κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2018) Αρ. 99/2016, 4.4.2018, αποφασίστηκε περεταίρω ότι, η 8η τροποποίηση, με το Νόμο 130 (1)/2015 του άρθρου 146, με την οποία κατέστη δυνατή η λειτουργία των Διοικητικών Δικαστηρίων, ήταν συνταγματική και επιβαλλόμενη στο πλαίσιο προσπαθειών ενίσχυσης και επιτάχυνσης της δι-
Σελ. 12
καιοσύνης, προσπάθειες οι οποίες δεν ελέγχονται εφόσον δεν ελέγχεται η σοφία και η σκοπιμότητα του νομοθέτη.
Μεταξύ άλλων, ο Ναθαναήλ Δ., εκφράζοντας την ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας αναφέρει τα εξής:
«Όλο το πολιτειακό στερέωμα λειτουργεί στην ουσία στην βάση του δικαίου της ανάγκης όπως αυτό εξηγήθηκε στην θεμελιακή απόφαση Ibrahim. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει πλέον τους νόμους της Πολιτείας που απαιτούν την παρουσία και ψήφο και των Τούρκων Βουλευτών, υποστυλωμένη από αυτό το δίκαιο.»
5. Αδύνατη η τροποποίηση της Βασικής Δομής του Συντάγματος
Σημαντική απόφαση σταθμός στην νομολογία του Ανωτάτου, είναι η Αντρέας Μιχαηλίδης κ.ά. v. Γενικού Εφόρου Εκλογής (2020) Εκλογική Αίτηση 1/2019, 21.10.20.
Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η 12η τροποποίηση του Συντάγματος με τον Ν.128(1)/2019, με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 66(2) για να καταστεί δυνατή η πλήρωση αποποιηθείσας ή μη καταληφθείσας έδρας, ήταν αντισυνταγματική στη βάση του δόγματος της απαγόρευσης τροποποιήσεων που αλλοιώνουν την βασική δομή του Συντάγματος basic structure doctrine.
Το δόγμα αυτό, που εφαρμόστηκε, όχι με κάποιες δυσκολίες στην Ινδία, Τσεχία και Ουκρανία, βασίζεται στην θεωρεία ότι, υπάρχουν αντισυνταγματικές συνταγματικές τροποποιήσεις, και ότι σε πολλά συντάγματα υπάρχουν και eternity clauses για ορισμένες πρόνοιες του Συντάγματος όπως στην Γερμανία και Ιταλία.
Η έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας δεν είναι δυνατόν να νοθευτεί με νόμο ο οποίος επιχειρεί να καταστήσει δυνατή την πλήρωση κενωθείσας ή αποποιηθείσας βουλευτικής έδρας.
Περαιτέρω, ενόψει προηγούμενων αποφάσεων του εκλογοδικείου, η επιχειρηθείσα τροποποίηση καταστρατηγούσε την διάκριση των εξουσιών και κρίθηκε ότι βρισκόταν σε σύγκρουση και με άλλες πρόνοιες του Συντάγματος.
Η δυνατότητα αποδοχής του δόγματος για αντισυνταγματικές συνταγματικές τροποποιήσεις, εισήχθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη για πρώτη φορά με την απόφαση αυτή.
Είναι γεγονός ότι, 40% των συνταγμάτων παγκοσμίως περίπου, περιέχουν ρητές πρόνοιες για τις αρχές που διέπουν την μη τροποποίηση του Συντάγματος. Περαιτέρω, ακόμη και όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια, διαπιστώνεται μία αυξητική τάση δικαστηρίων διεθνώς, να ακολουθούν το δόγμα των Ινδιών και να αναπτύσσουν την θεωρία της βασικής δομής του Συντάγματος.
Βεβαίως από την μία, στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης, είναι η λαϊκή κυριαρχία και από την άλλη η αναγκαιότητα διατήρησης της συνταγματικής συνέχειας.
Σελ. 13
Σίγουρα, όταν κάποιος ομιλεί για την δυνατότητα κατάργησης του Συντάγματος, η λαϊκή κυριαρχία έχει προεξάρχοντα ρόλο αλλά σε άλλες περιπτώσεις η βασική δομή του Συντάγματος διαφυλάττεται με την ανάπτυξη και προώθηση του δόγματος των «αντισυνταγματικών» τροποποιήσεων του Συντάγματος.
Στην Κύπρο δεν πρέπει όμως να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως λειτουργούσε πριν τον Ιούλιο του 2023 περιορίζεται με το άρθρο 136 μόνο στα επόμενα άρθρα που καθορίζουν ρητά την δικαιοδοσία και στις περιπτώσεις που το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει όπως προνοείται στο άρθρο αυτό. Δεν μπορεί να διευρύνει την δικαιοδοσία του.
Δεν υπάρχει πρόνοια στο Σύνταγμα με την οποία να παρέχεται δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο και τώρα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο να κηρύσσει αντισυνταγματικό νόμο για τροποποίηση του Συντάγματος ο οποίος θεσπίζεται με βάση τα άρθρο 182, παράγραφοι 2 και 3.
Ούτε γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια στο άρθρο 182 με την οποίαν να παρέχεται αυτή η δυνατότητα στο Ανώτατο ή Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Η Επιτροπή Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης μελέτησε το θέμα επιστάμενα στην έκθεσή της του 2009 για συνταγματικές τροποποιήσεις.
Στα συμπεράσματά της αναφέρεται ότι, κοινός παρονομαστής διαφόρων συνταγμάτων στο θέμα τροποποίησης αυτών είναι η ύπαρξη δυνατότητας τροποποίησης με περιορισμούς και σχετική ακαμψία.
Οι περιορισμοί συνήθως αναφέρονται σε (1) στην αναγκαιότητα για αυξημένη πλειοψηφία και (2) τον χρόνο εφαρμογής των συνταγματικών τροποποιήσεων time delay.
Στην έκθεση τονίζεται ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πάντοτε η κοινή γνώμη. Ιδιαίτερα για τροποποιήσεις που επαυξάνουν την κυβερνητική εξουσία οι οποίες πρέπει να υπόκεινται σε ειδική εποπτεία.
Σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα συνταγματικών τροποποιήσεων, το δόγμα δεν είναι χωρίς περιορισμούς και όπου τίθεται θέμα ερμηνείας συγκεκριμένων προνοιών οι πρόνοιες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά.
Η δυνατότητα δικαστικής αναθεώρησης συνταγματικών τροποποιήσεων σαν κανόνας δεν είναι επιτρεπτή εκτός όπου η υπάρχει εμπεδωμένη αρχή στην χώρα συνταγματικού δικαίου και ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις ο νομοθέτης πρέπει να έχει μεγάλα περιθώρια εκτίμησης κατά την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας.
Ένα από τα κυριότερα προβλήματα του δόγματος της βασικής δομής του Συντάγματος η οποία δεν μπορεί να τροποποιηθεί, είναι το τι συμπεριλαμβάνεται ακριβώς στη βασική δομή «basic structure». Μια ευρεία ερμηνεία όπως δόθηκε στις Ινδίες, συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα θεμελιώδη δικαιώματα, την υπεροχή του Συντάγματος, το Κράτος Δικαίου, την διάκριση των εξουσιών, την δικαστική αναθεώρηση, τον δια-
Σελ. 14
χωρισμό Κράτους από την Εκκλησία, την ισότητα, την πρόσβαση, την δικαιοσύνη και πολλά άλλα.
Εάν επεκταθεί η θεωρία και το δόγμα της αδυναμίας εκ μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του Συντάγματος δικαιοδοσίας της, οι πλείστες των γενομένων μέχρι σήμερα τροποποιήσεων, δυνατόν να κριθούν αντισυνταγματικές, καθ’ ότι αγγίζουν, μεταξύ άλλων, θεμελιώδη δικαιώματα, την υπεροχή του Συντάγματος, θέματα πρόσβασης στην δικαιοσύνη κτλ.
Εναπόκειται πλέον στο νέο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου να επανεξετάσει το δόγμα αυτό, με σκοπό την αναθεώρηση της Μιχαηλίδης ή την εισαγωγή ουσιαστικών περιορισμών στην εφαρμογή του για να αποφευχθεί περαιτέρω δυσκαμψία σε ένα άκαμπτο ουσιαστικά κατά το γράμμα αλλά όχι στην πράξη συντάγματος.
6. Οι Πρόσφατες Τροποποιήσεις - Λεπτομέρειες
(1) Η 16η Τροποποίηση
Νόμος 67(Ι)/2022 ο οποίος τροποποιεί το Σύνταγμα για να επιτρέπεται η χρήση της Αγγλικής γλώσσας στο Εμπορικό Δικαστήριο και Ναυτοδικείο
«ΑΡΘΡΟΝ 3 όπως τροποποιήθηκε με την προσθήκη της παραγράφου 6(3)(β) πιο κάτω
1. Αι επίσημοι γλώσσαι της Δημοκρατίας είναι η ελληνική και η τουρκική.
2. Νομοθετικαί, εκτελεστικαί και διοικητικαί πράξεις και έγγραφα συντάσσονται εις αμφοτέρας τας επισήμους γλώσσας και εφ’ όσον δυνάμει ρητής διατάξεως του Συντάγματος απαιτείται έκδοσις, εκδίδονται δ ια δημοσιεύσεως εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας εις αμφοτέρας τας επισήμους γλώσσας.
3. Διοικητικά ή έτερα επίσημα έγγραφα απευθυνόμενα εις Έλληνα ή Τούρκον συντάσσονται αντιστοίχως εις την ελληνική ή την τουρκικήν γλώσσαν.
4. Η ενώπιον δικαστηρίων διαδικασία διεξάγεται και διευθετείται και αι αποφάσεις συντάσσονται εις την ελληνικήν γλώσσαν, εάν οι διάδικοι είναι Έλληνες, εις την τουρκικήν γλώσσαν, εάν οι διάδικοι είναι Τούρκοι και εις αμφοτέρας, την ελληνικήν και την τουρκικήν γλώσσαν, εάν οι διάδικοι είναι Έλληνες και Τούρκοι. Το Ανώτατον Δικαστήριον δια του εν άρθρω 163 προβλεπομένου κανονισμού αυτού καθορίζει εάν εκατέρα ή αμφότεραι αι επίσημοι γλώσσαι χρησιμοποιώνται εις πάσαν ετέραν περίπτωσιν.
5. Οιονδήποτε κείμενον καταχωρούμενον εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας δημοσιεύεται εν τη αυτή εκδόσει εις αμφοτέρας τας επισήμους γλώσσας.
6. (1) Πάσα διαφορά μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού κειμένου οιασδήποτε νομοθετικής, εκτελεστικής ή διοικητικής πράξεως ή εγγράφου δημοσιευομένου εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας επιλύεται υπό του αρμοδίου δικαστηρίου.
Σελ. 15
(2) Το υπερισχύον κείμενον νόμου ή αποφάσεως Κοινοτικής Συνελεύσεως καταχωρουμένου εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας είναι το δημοσιευόμενον εις την γλώσσαν της οικείας Κοινοτικής Συνελεύσεως.
(3) Οιαδήποτε διαφορά ανακύπτουσα μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού κειμένου εκτελεστικής ή διοικητικής πράξεως ή εγγράφου, όπερ, καίπερ μη δημοσιευθέν εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας, έχει άλλως δημοσιευθή, επιλύεται οριστικώς δια δηλώσεως του υπουργού ή άλλης οικείας αχής περί του υπερισχύοντος ή ορθού κειμένου.
(α) Το αρμόδιον δικαστήριον δύναται να παράσχη την κατά την κρίσιν αυτού δικαίαν θεραπείαν, εάν προκύψη οιαδήποτε των ανωτέρω αναφερομένων διαφορών μεταξύ των δύο κειμένων.
(β) Ως νόμος ήθελε ορίσει, το Εμπορικό Δικαστήριο και το Ναυτοδικείο, καθώς και ανώτερο αυτών δικαστήριο, όταν εξετάζει ή ελέγχει απόφαση ή διάταγμα του Εμπορικού Δικαστηρίου ή του Ναυτοδικείου, δύναται να επιτρέψει τη χρήση της αγγλικής γλώσσας κατά την ενώπιόν του διαδικασία, περιλαμβανομένης της καταχώρισης αγόρευσης ή δικογράφου και της κατάθεσης εγγράφου ή μαρτυρίας, καθώς και να συντάξει δικαστική απόφαση ή διάταγμα στην αγγλική γλώσσα.
7. Επί των νομισμάτων, χαρτονομισμάτων και γραμματοσήμων γίνεται χρήσις των δύο επισήμων γλωσσών.
8 Έκαστος δικαιούται να απευθύνηται προς απάσας τας αρχάς της Δημοκρατίας εις εκατέραν των επισήμων γλωσσών.
(2) Η 17η τροποποίηση – Άρθρα 136, 144, 146, 155
Νόμος 103(Ι)/2022
APΘPON 136
Tο Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάντων των αντικειμένων περί ων εν τοις επομένοις άρθροις, καθώς και επί θεμάτων ως νόμος ήθελε ειδικά ορίσει.
APΘPON 144
1. (1) Κάθε διάδικος, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένης της κατ’ έφεση, δύναται να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως.
(2) Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, δύναται να παραπέμψει τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως νόμος ήθελε ορίσει, εν τοιαύτη δε περιπτώσει αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας ενώπιόν του, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφανθεί επί τούτου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου (3).
Σελ. 16
(3) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί την παραπομπή, εκδικάζοντας το παραπεμφθέν ενώπιόν του ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή να απορρίψει την παραπομπή, ενημερώνοντας το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο, σε περίπτωση δε κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απορρίψει την παραπομπή, το παραπεμφθέν ζήτημα εκδικάζεται από το παραπέμψαν αυτό δικαστήριο.
(4) Παρά τις διατάξεις του εδαφίου (3), σε περίπτωση κατά την οποία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει παρευθύς το ζήτημα ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδο της ενώπιόν του διαδικασίας, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εκδικάσει το ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 και αποφανθεί επί του παραπεμφθέντος ζητήματος.Πας διάδικος δικαιούται, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ’ έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως η διατάξεώς τινος αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Tο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ αυτού το Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο.
2. Mετ’ ακρόασιν των διαδίκων το Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ερευνά το παραπεμφθέν αυτώ ζήτημα και αποφασίζει επ’ αυτού, διαβιβάζει δε την απόφασιν αυτού εις το δικαστήριον, όπερ είχε παραπέμψει το ζήτημα.
3. H κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεσμεύει το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριον και τους εν τη δίκη διαδίκους, εν η δε περιπτώσει δέχεται ότι ο νόμος ή η απόφασις ή διάταξίς τις αυτών είναι αντισυνταγματική, επιφέρει την μη εφαρμογήν μόνο εν τη εκκρεμεί ταύτη δίκη του νόμου τούτου ή της αποφάσεως η της σχετικής διατάξεως αυτών.
APΘPON 146
1. Tο Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, σε διά νόμου προβλεπομένη περίπτωση, κατά την οποία έφεση παραπέμπεται ενώπιόν του υπό του Εφετείου, κέκτηται ως νόμος ήθελε ορίσει, δικαιοδοσία να αποφασίζει επί τοιαύτης εφέσεως και το Εφετείο σε κάθε άλλη περίπτωση κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει επί εφέσεως κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ’ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αυτή είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ’ υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο. Επιπροσθέτως, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει, σε διά νόμου προβλεπομένη περίπτωση και ως νόμος ήθελε ορίσει, επί αποφάσεως εκδιδομένης υπό του Εφετείου σε ενώπιόν του εκκρεμούσα έφεση κατά αποφάσεως Διοικητικού Δικαστηρίου.
Σελ. 17
1Α. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νόμος ήθελε ορίσει περί της ίδρυσης, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών Διοικητικού Δικαστηρίου.
2. H προσφυγή ασκείται υπό παντός προσώπου, του οποίου προσεβλήθη ευθέως δια της αποφάσεως, της πράξεως ή της παραλείψεως, ίδιον, ενεστώς έννομον συμφέρον, όπερ κέκτηται τούτο είτε ως άτομον είτε ως μέλος κοινότητός τινος.
3. H προσφυγή ασκείται εντός εβδομήκοντα πέντε ημερών από της ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της πράξεως ή, εν περιπτώσει μη δημοσιεύσεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, από της ημέρας καθ’ ην η πράξις ή παράλειψις περιήλθεν εις γνώσιν του προσφεύγοντος, εκτός εάν προβλέπεται διά νόμου, ρητά, διαφορετική προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά απόφασης πράξης ή παράλειψης.
4. Eπί τοιαύτης προσφυγής το Διοικητικό Δικαστήριο δύναται, δια της αποφάσεως αυτού:
(α) να επικυρώση, εν όλω ή εν μέρει, την τοιαύτην απόφασιν ή πράξιν ή παράλειψιν· ή
(β) να κηρύξη την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος· ή
(γ) να κηρύξη την παράλειψιν εν όλω ή εν μέρει άκυρον και ό,τι πάν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή· ή
(δ) να τροποποιήσει, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση ή την πράξη, ως νόμος ήθελε ορίσει, νοουμένου ότι αυτή αφορά σε φορολογικό ζήτημα ή είναι απόφαση ή πράξη αφορώσα σε διαδικασία διεθνούς προστασίας, κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε οποιοδήποτε άλλο θέμα ως νόμος ήθελε ορίσει.
5. H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης, η οποία εκδίδεται στο πλαίσιο της παραχωρουμένης στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή στο Εφετείο δικαιοδοσίας, δυνάμει της παραγράφου 1, δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.
5Α. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο το οποίο εκδίδει απόφαση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, έχει δικαιοδοσία ως νόμος ήθελε ορίσει, να εξετάζει και να αποφασίζει κατά πόσον υπήρξε ενεργός συμμόρφωση σε απόφασή του δυνάμενο να επιβάλει κυρώσεις εναντίον μη συμμορφουμένου.
6. Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ’ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.
Σελ. 18
APΘPON 155
1. Επιφυλασσομένης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146, το Ανώτατο Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει, σε διά νόμου προβλεπομένη περίπτωση και, ως νόμος ήθελε ορίσει, επί αποφάσεως εκδιδομένης υπό του Εφετείου και επί εφέσεως παραπεμπομένης ενώπιόν του υπό το Εφετείο κατά αποφάσεως οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, πλην του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, όπως και επί άλλων θεμάτων ως νόμος ήθελε ορίσει.
2. [Καταργήθηκε].
3. Tο Aνωτάτον Δικαστήριον κατ’ αποκλεισμόν παντός άλλου δικαστηρίου καθορίζει την σύνθεσιν του δικαστηρίου, όπερ κρίνει πάσαν αστικήν υπόθεσιν, εις ην ενάγων και εναγόμενος ανήκουσιν εις διαφορετικάς κοινότητας και του δικαστηρίου, όπερ κρίνει πάσαν ποινικήν υπόθεσιν, εις ην κατηγορούμενος και βλαβέν πρόσωπον ανήκουσιν εις διαφόρους κοινότητας. Tο δικαστήριον τούτο θα απαρτίζηται εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας, την ελληνικήν και την τουρκικήν, κοινότητας.
4. Tο Aνωτάτον Δικαστήριον έχει αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να εκδίδη εντάλματα της φύσεως του habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari.
5. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νόμος ήθελε ορίσει περί της ίδρυσης, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών του Εφετείου.
(3) Η 18η τροποποίηση
Νόμος 3(Ι)/2023
ΑΡΘΡΟΝ 111
(1Α).- Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος παν ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν ή εις θρησκευτικήν ομάδα, δι’ ήν ισχύουσιν αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2, σχέσιν έχον προς τον αρραβώνα, τον γάμον, το κύρος του γάμου, διέπεται από της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος υπό του εκκλησιαστικού νόμου της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας ή υπό του εκκλησιαστικού νόμου εκάστης θρησκευτικής ομάδος, αναλόγως της περιπτώσεως. Νόμος θέλει προβλέψει για τις λοιπές εν γένει οικογενειακές σχέσεις, περιλαμβανομένου του διαζυγίου.
Νόμος θέλει προβλέψει περί της ενώπιον Επισκόπου αποπείρας συνδιαλλαγής ή της πνευματικής λύσης του γάμου.
1Β. Παν ζήτημα των ανηκόντων στην ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία και των ανηκόντων σε θρησκευτική ομάδα για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου (3) του Άρθρου 2, το οποίο σχετίζεται με τον γάμο, το κύρος του γάμου, το διαζύγιο, τον χωρισμό από κοίτης και τραπέζης, τη συνοίκηση των συζύγων ή τις οικογενειακές σχέσεις διαγιγνώσκεται από οικογενειακά δικαστήρια, ως νόμος θέλει ορίσει.
(2). [Διαγράφηκε].
Σελ. 19
(3). [Διαγράφηκε].
(4).- Νόμος θέλει προβλέψει για την έφεση κατά των αποφάσεων των οικογενειακών δικαστηρίων.
(5).- Ανεξαρτήτων των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εις τους ανήκοντας εις την Ελληνικήν Κοινότητα ή στην ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν ή σε θρησκευτική ομάδα για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου (3) του Άρθρου 2 προσφέρεται η ελεύθερη επιλογή πολιτικού γάμου.
(6).-Ουδέν εκ των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου διαλαμβανομένων δύναται να παρεμποδίσει την εφαρμογήν των διατάξεων της πέμπτης παραγράφου του άρθρου 90 προκειμένης εκτελέσεως οιασδήποτε αποφάσεως ή διαταγής παντός εκκλησιαστικού δικαστηρίου.
(4) Η 19η τροποποίηση
Αριθμός 171(Ι) του 2024
Ο ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΕΚΑΤΗΣ ΕΝΑΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2024
Προοίμιο
ΕΠΕΙΔΗ, η εξελικτική διαδικασία στην κατοχύρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκρίνει τη ρητή αναγνώριση δικαιώματος σε υγιές και βιώσιμο περιβάλλον,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, το Συμβούλιο της Ευρώπης, καθώς και οργανισμοί που ασχολούνται εξειδικευμένα με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου εκτιμούν ότι υπάρχει αυξημένη ανάγκη αποτροπής της περιβαλλοντικής καταστροφής από κράτη, αλλά και ιδιωτικούς φορείς και ιδιαίτερα πολυεθνικές επιχειρήσεις,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, οι παρούσες γενεές έχουν υποχρέωση έναντι των μελλοντικών γενεών και ως εκ τούτου επείγει η αναστροφή της καταστροφής του περιβάλλοντος και της συνακόλουθης κλιματικής κρίσης που θα επηρεάσει τις μελλοντικές γενεές,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την αρχή της διαγενεαλογικής ευθύνης και το ατομικό και συλλογικό καθήκον όλων να αποτραπεί η οικολογική καταστροφή και να αντιμετωπιστεί η κλιματική κρίση,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, οι απειλές από την οικολογική καταστροφή και την κλιματική κρίση είναι από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, από τη συνταγματική τάξη της Δημοκρατίας απουσιάζει το αυτόνομο δικαίωμα σε ένα ασφαλές, καθαρό, υγιές και βιώσιμο περιβάλλον,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, από τη συνταγματική τάξη της Δημοκρατίας απουσιάζει η θετική υποχρέωση του κράτους, αλλά και του ιδιωτικού τομέα, να λειτουργούν αποτρεπτικά, προλη-
Σελ. 20
πτικά, αλλά και κατασταλτικά, με στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, συνεπεία της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής και των επικρατουσών ιδιαζουσών συνθηκών στη Δημοκρατία, οι Τουρκοκύπριοι δεν συμμετέχουν στην εκλογή και λειτουργία της Βουλής των Αντιπροσώπων,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί τη διατήρηση της εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων να τροποποιεί μη θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος,



