ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ
από 27,20 €
Έως 59,20 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 176
- ISBN: 978-618-08-0674-8
Η Δικαστική Ψυχολογία έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή των αρχών της ψυχολογίας στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Βασικούς της άξονες αποτελούν η διεξαγωγή έρευνας και η άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στο εν λόγω σύστημα.
Το παρόν εγχειρίδιο αποσκοπεί να αποτελέσει μια βάση για την κατανόηση της διασταύρωσης της ψυχολογίας με τον νόμο. Παράλληλα, φιλοδοξεί να δώσει ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που προκύπτουν από το πεδίο της Δικαστικής Ψυχολογίας και ιδίως για όσους ασχολούνται με θέματα αστυνομίας, διεξαγωγής δικών, σωφρονισμού και επανένταξης.
Κάτω από αυτό το πρίσμα εξετάζονται οι εξής θεματικές:
- Εγκληματική συμπεριφορά
- Εγκληματική θυματοποίηση
- Σχέση ψυχικής ασθένειας – εγκλήματος
- Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ του ενόχου
- Εξέταση υπόπτων
- Εξέταση μαρτύρων
- Η ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη στη δίκη
- Εκτίμηση κινδύνου υποτροπής
- Σωφρονιστική και ψυχολογία
ΠΡΟΛΟΓΟΣ IX
Ι. Ο κλάδος της δικαστικής ψυχολογίας
ΙΙ. Εγκληματική συμπεριφορά
Α. Βία και εγκλήματα βίας 7
1. Εννοιολογικές οριοθετήσεις και τυπολογίες της βίας 7
2. Ορισμοί του εγκλήματος 10
3. Τα εγκλήματα βίας 11
Β. Ψυχολογικές προσεγγίσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς 12
1. Θεωρίες και μοντέλα για την επιθετικότητα 12
2. Θεωρίες της εγκληματικής συμπεριφοράς 15
ΙΙΙ. Εγκληματική θυματοποίηση
Α. Το θύμα στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης 19
Β. Μέθοδοι καταγραφής της θυματοποίησης 20
Γ. Ειδικές μορφές θυματοποίησης 21
1. Το θύμα ενδοοικογενειακής βίας 21
2. Το θύμα βιασμού 24
ΙV. Σχέση ψυχικής ασθένειας - εγκλήματος
A. Σχιζοφρένεια 29
1. Τυπολογίες πασχόντων - παραβατών του ποινικού νόμου 32
2. Παράγοντες που επηρεάζουν τη σχέση σχιζοφρένειας - εγκλήματος 33
Β. Διαταραχές προσωπικότητας 35
1. Αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας 36
i. Ψυχοπαθητική προσωπικότητα 38
ii. Αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας και ψυχοπαθητική προσωπικότητα 40
2. Οριακή διαταραχή προσωπικότητας 43
Γ. Ψυχοδραστικές ουσίες 46
V. Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ του ενόχου
Α. Ανάλυση της Σκηνής του Εγκλήματος 52
Β. Διερευνητική Ψυχολογία 53
Γ. Ανάλυση Συμπεριφορικών Στοιχείων 55
VI. Εξέταση υπόπτων
Α. Η διαδικασία της ανάκρισης 57
1. Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου 57
Β. Η ομολογία κατά την ανάκριση 58
Γ. Το φαινόμενο των ψευδών ομολογιών 58
Δ. Μοντέλα εξέτασης υπόπτων 62
1. Η τεχνική REID 62
2. Το μοντέλο P.E.A.C.E. 64
3. Οι αρχές Mendez 64
VII. Εξέταση μαρτύρων
Α. Ο μάρτυρας ως αποδεικτικό μέσο 67
Β. Παράγοντες που επηρεάζουν τη μαρτυρική κατάθεση 67
1. Αξιολογικές μεταβλητές 68
2. Μεταβλητές συστήματος 71
Γ. Η εξέταση του θύματος βιασμού 72
1. «Μύθοι βιασμού» και ενοχοποίηση του θύματος 72
2. Δευτερογενής θυματοποίηση 73
Δ. Καλές πρακτικές και πρωτόκολλα εξέτασης μαρτύρων 74
1. Το Δομημένο Πρωτόκολλο Δικανικής Συνέντευξης με Ανήλικα Θύματα και Μάρτυρες Κακοποίησης 76
VIII. Η ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη στη δίκη
Α. Η πραγματογνωμοσύνη στην ελληνική νομοθεσία 79
Β. Ειδικές περιπτώσεις πραγματογνωμοσυνών 80
Γ. Η γνωμοδότηση της ικανότητας για καταλογισμό κατά τα άρθρα 34 και 36 81
Δ. Διενέργεια της ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης 82
Ε. Η δομή της έκθεσης ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης 85
ΣΤ. Η κατάθεση του ψυχολόγου ως μάρτυρα στο δικαστήριο 87
Ζ. Καλές πρακτικές για την ψυχολογική μαρτυρία στο δικαστήριο 88
IX. Εκτίμηση κινδύνου υποτροπής
Α. Η ποινική έννοια της επικινδυνότητας 91
Β. Η υποτροπή 92
Γ. Ιστορική εξέλιξη των μεθόδων εκτίμησης του κινδύνου υποτροπής 93
Δ. Παράγοντες διακινδύνευσης 94
Ε. Μοντέλα εκτίμησης κινδύνου 95
ΣΤ. Σύγχρονα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου 97
1. Γενική υποτροπή σε ενήλικους παραβάτες 97
2. Γενική υποτροπή σε ανήλικους και νεαρούς παραβάτες 97
3. Eνδοοικογενειακή βία 99
4. Σεξουαλική βία 101
5. Υποτροπή βίαιης παραβατικής συμπεριφοράς σε ψυχικά πάσχοντες 103
X. Σωφρονιστική και ψυχολογία
Α. Η ποινή 105
Β. Οι σκοποί των ποινών 106
Γ. Προβλήματα κατά την έκτιση της ποινής στη φυλακή 107
1. Οι συνέπειες του εγκλεισμού 107
2. Μηχανισμοί προσαρμογής και η ένταξη στην υποκουλτούρα της φυλακής 111
Δ. Οι εναλλακτικές ποινές 112
Ε. Ο ρόλος του ψυχολόγου στην ελληνική σωφρονιστική πρακτική 113
ΣΤ. Η κοινωνική επανένταξη 114
1. Έννοια και περιεχόμενο της κοινωνικής επανένταξης 114
2. Μοντέλα κοινωνικής επανένταξης 116
i. Το Μοντέλο Κινδύνου-Αναγκών-Ανταποκρισιμότητας (RNR Model) 116
ii. To Μοντέλο του «ευ ζην» (GL Model) 119
Z. Προγράμματα για ειδικές κατηγορίες παραβατών 121
1. Ψυχικά πάσχοντες παραβάτες 121
2. Σεξουαλικοί παραβάτες 122
3. Θύτες ενδοοικογενειακής βίας 124
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 127
Σελ. 1
Ι. Ο κλάδος της δικαστικής ψυχολογίας
Η δικαστική ψυχολογία αποτελεί ένα σύγχρονο κλάδο της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, καθώς μόλις πρόσφατα, το 2001, αναγνωρίστηκε ως ειδικότητα από την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία (Bartol & Bartol, 2013). Σημαντικό ρόλο για την ανάδειξη της δικαστικής ψυχολογίας ως ξεχωριστού πεδίου μελέτης διαδραμάτισε η Αμερικανική Εταιρεία Ψυχολογίας και Νόμου, που ιδρύθηκε το 1969 και εξελίχθηκε στον τομέα της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, που εξειδικεύεται στα θέματα που απασχολούν τον κλάδο (Division 41: American Psychology-Law Society, APA) (Shaw et al., 2013). Η Αμερικανική Εταιρεία Ψυχολογίας και Νόμου εξέδωσε τις πρώτες κατευθυντήριες για την άσκηση της ειδικότητας της δικαστικής ψυχολογίας το 1991, τις οποίες και αναθεώρησε το 2013 για να ανταποκρίνονται στις τρέχουσες συνθήκες (“Specialty Guidelines for Forensic Psychologists”, APA, 2011). Στο πλαίσιο αυτό η δικαστική ψυχολογία αναφέρεται στην εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης κάθε εξειδικευμένου αντικειμένου της ψυχολογίας σε ζητήματα που άπτονται του νόμου και του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.
Αντίστοιχο τομέα διατηρεί και η Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία (BPS). Πρόκειται για τον Τομέα Εγκληματολογικής και Νομικής Ψυχολογίας (“Division of Criminological and Legal Psychology”) που ιδρύθηκε το 1977 και μετονομάστηκε σε Τομέα Δικαστικής Ψυχολογίας (“Division of Forensic Psychology”) το 1999 (Shaw et al., 2013). Κατά την οριοθέτηση του κλάδου από τη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία, η δικαστική ψυχολογία αποτελεί την εφαρμογή της ψυχολογίας στο σύστημα δικαιοσύνης με σκοπό να προάγει την ασφάλεια στις κοινότητες και να βοηθήσει τα άτομα να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον και να επανασυνδεθούν με την κοινωνία. Σύμφωνα με τη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία οι δικαστικοί ψυχολόγοι απασχολούνται σε ποικίλα πλαίσια όπως στην αστυνομία, στα δικαστήρια, στις φυλακές και στην επιτήρηση των παραβατών στην κοινότητα, σε άλλους σχετικούς κρατικούς φορείς, σε πανεπιστήμια και κοινωνικές υπηρεσίες. Τα καθήκοντα των δικαστικών ψυχολόγων περιλαμβάνουν τη διενέργεια αξιολογήσεων και παρεμβάσεων, τη διερεύνηση, κατανόηση και ανάπτυξη εξηγήσεων για την ανθρώπινη συμπεριφορά, καθώς και την προαγωγή της εκπαίδευσης και τον σχεδιασμό στρατηγικών και πολιτικών (BPS). Η Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία υιοθετεί έναν ευρύ ορισμό της δικαστικής ψυχολογίας εντάσσοντας στο αντικείμενο και βλαπτικές συμπεριφορές που είναι εκτός του συστήματος απονομής δικαιοσύνης (Brown & Horvath, 2021).
Σελ. 2
Στο πλαίσιο της Καναδικής Ψυχολογικής Εταιρείας τα ζητήματα που άπτονται του κλάδου της δικαστικής ψυχολογίας αποτελούν αντικείμενο του τομέα Ψυχολογίας της Ποινικής Δικαιοσύνης (Canadian Psychological Association, Criminal Justice Psychology). Τα μέλη που εγγράφονται στον εν λόγω τομέα απασχολούνται σε όλες τις υπηρεσίες του συστήματος απονομής δικαιοσύνης (αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), σε ακαδημαϊκά πλαίσια, στην εξωποινική αντιμετώπιση παραβατών (για παράδειγμα σε νοσοκομεία ή εξειδικευμένα τμήματα για ψυχικά πάσχοντες παραβάτες) και στην κοινότητα.
Η Αυστραλιανή Ψυχολογική Εταιρεία (Australian Psychological Society) υιοθετεί επίσης έναν ευρύ ορισμό της δικαστικής ψυχολογίας. Σύμφωνα με αυτόν οι δικαστικοί ψυχολόγοι εφαρμόζουν την ψυχολογική γνώση, τις ψυχολογικές θεωρίες και δεξιότητες, για την κατανόηση και προαγωγή της λειτουργίας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και τη διεξαγωγή έρευνας σε σχετικές περιοχές. Παρόμοια με τις προβλέψεις των προαναφερθέντων οργανισμών, τα πεδία ενασχόλησης των δικαστικών ψυχολόγων εκτείνονται σε όλες τις δράσεις του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, στην ακαδημία, την εξωποινική αντιμετώπιση και στην κοινωνική πρόληψη.
Το ευρύ αντικείμενο της δικαστικής ψυχολογίας αναδεικνύεται επίσης από τα ενδιαφέροντα του τομέα Ψυχολογίας, Νόμου και Ηθικής (Division 10: Psychology, Law & Ethics) της Διεθνούς Ένωσης Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας (International Association of Applied Psychology, IAAP). Σε αυτά εντάσσονται η εξιχνίαση του εγκλήματος (για παράδειγμα η ανίχνευση του ψεύδους και της εξαπάτησης και η διερευνητική συνέντευξη), η κλινική αξιολόγηση και η εκτίμηση κινδύνου υποτροπής καθώς και τα ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας που προκύπτουν από τις εφαρμογές της ψυχολογίας στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Από την παραπάνω επισκόπηση καθίσταται σαφές ότι διεθνώς επισημαίνονται διαφοροποιήσεις ως προς το εύρος των πεδίων ενασχόλησης του κλάδου, έτσι σε ορισμένες περιπτώσεις προτείνονται περισσότερο ευρείς, ενώ σε άλλες στενότεροι ορισμοί. Αλλά και η ορολογία που σε κάθε περίπτωση υιοθετείται, διαφοροποιείται σε διεθνές επίπεδο. Ειδικότερα, όπως αναφέρουν οι Otto & Ogloff (2013), στη Βόρεια Αμερική και στην ηπειρωτική Ευρώπη χρησιμοποιείται ο όρος «ψυχολογία και νόμος», ενώ ο όρος «δικαστική ψυχολογία» χρησιμοποιείται περισσότερο συχνά από τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.
Ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις που επισημαίνονται σε σχέση με την εννοιολογική οριοθέτηση του κλάδου, όπως επίσης καθίσταται σαφές από την ανωτέρω επισκόπηση, υπάρχει μια σύγκλιση ως προς το περιεχόμενο της δικαστικής ψυχολογίας, που αναφέρεται στις εφαρμογές της ψυχολογικής γνώσης στο νομικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστικοί ψυχολόγοι εργάζονται στο πεδίο διασταύρωσης της ψυχολογίας και του νόμου (Otto & Ogloff, 2013).
Σελ. 3
Κατά τον ορισμό που προτείνεται από τους Bartol & Bartol (2013, σ.4), που συστηματοποιεί τις ανωτέρω προσεγγίσεις, η δικαστική ψυχολογία περιλαμβάνει: (1) τις ερευνητικές προσπάθειες, που εξετάζουν πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις νομικές διαδικασίες (για παράδειγμα η μνήμη των αυτοπτών μαρτύρων, η μαρτυρική κατάθεση και η εγκληματολογική ψυχολογία) και (2) την άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στο πλαίσιο του νομικού συστήματος, για ζητήματα που άπτονται του ποινικού και αστικού δικαίου. Ως εκ τούτου, κατά τους ίδιους, η δικαστική ψυχολογία αναφέρεται τόσο στην παραγωγή ψυχολογικής γνώσης επί του αντικειμένου όσο και στις εφαρμογές της επιστήμης στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Καλύπτει δε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων όπως τη μαρτυρία του ψυχολόγου στο δικαστήριο ως ειδικού μάρτυρα, τη διενέργεια γνωματεύσεων για τις περιπτώσεις ανάθεσης επιμέλειας τέκνων, τη διεξαγωγή έρευνας και την ανάπτυξη θεωρίας αναφορικά με την εγκληματική συμπεριφορά και τον σχεδιασμό και την εφαρμογή κατάλληλων παρεμβάσεων και προγραμμάτων πρόληψης για κάθε κατηγορία παραβατών (για παράδειγμα για τους νεαρούς παραβάτες του ποινικού νόμου).
Υπό το πρίσμα ενός ευρύτερου ορισμού, η δικαστική ψυχολογία αναλύεται σε τέσσερα βασικά πεδία, τη νομική, τη σωφρονιστική, την αστυνομική και την εγκληματολογική ψυχολογία στα οποία υπάρχουν αλληλεπικαλύψεις (Bartol & Bartol, 2013).
Ι. Νομική Ψυχολογία (“Legal Psychology”). Αναφέρεται στην ψυχολογική θεωρία, έρευνα και πρακτική, που σχετίζεται άμεσα με τον νόμο και νομικά ζητήματα, σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, όπως την αποτύπωση και γνωμάτευση επί των παραγόντων που επηρεάζουν τη μαρτυρική κατάθεση αλλά και τις αποφάσεις ενόρκων και δικαστών, τη μελέτη των διαδικασιών θυματοποίησης και την πρόληψη της δευτερογενούς θυματοποίησης στο δικαστικό σύστημα, καθώς και την παρουσία του ψυχολόγου ως πραγματογνώμονα στη δίκη, προκειμένου να γνωματεύσει για ζητήματα αστικού και ποινικού δικαίου. Οι πρώτες καταγεγραμμένες απόπειρες εφαρμογής της ψυχολογίας στην ποινική διαδικασία εντοπίζονται στα τέλη του 19ου αιώνα. Στη Γερμανία το 1896 ο Schrenck-Notzing, κατά την κατάθεσή του ως ειδικός μάρτυρας σε ποινική δίκη για ανθρωποκτονία, αξιοποίησε την υπάρχουσα ψυχολογική έρευνα για να υποστηρίξει τη μαρτυρία του αναφορικά με τους παράγοντες που επιδρούν στην κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, καθιστώντας την αναξιόπιστη (Walker & Shapiro, 2003). Την ίδια περίοδο στην Αμερική, ο Cattel διεξήγαγε ένα από τα πρώτα ψυχολογικά πειράματα στην ψυχολογία της κατάθεσης σε φοιτητές του, αναδεικνύοντας πόσο αναξιόπιστη μπορεί να είναι μια μαρτυρία και δίνοντας το έναυσμα για την πραγματοποίηση πολυάριθμων ερευνών (Gomberg, 2018). Κομβικό για τον ρόλο της ψυχολογίας στη μαρτυρική κατάθεση θεωρήθηκε το βιβλίο του Münsterberg με τίτλο “On the Witness Stand”, το οποίο ωστόσο, λόγω της ανταγωνιστικής και επικριτικής του στάσης στα νομικά επαγγέλματα, οδήγησε στην απομάκρυνση του ενδιαφέροντος από τη δικαστική ψυχολογία στις ΗΠΑ για αρκετές δεκαετίες (Brown & Horvath, 2021). Από τη δεκαετία
Σελ. 4
του 1950 και μετά, κλινικοί ψυχολόγοι γίνονται δεκτοί ως πραγματογνώμονες για να γνωματεύσουν για ζητήματα καταλογισμού και ικανότητας του κατηγορουμένου να παραστεί στη δίκη, αλλά και κοινωνικοί και σχολικοί ψυχολόγοι καλούνται να καταθέσουν για ζητήματα διαχωρισμού στη βάση της φυλής και της εθνότητας στα αμερικανικά σχολεία (Bartol & Bartol, 2013).
ΙΙ. Σωφρονιστική Ψυχολογία (“Correctional Psychology”). Αναφέρεται στις εφαρμογές τις ψυχολογίας στο σωφρονιστικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η φυλακή αλλά και η παρακολούθηση παραβατών στην κοινότητα είτε κατά την έκτιση εναλλακτικών των στερητικών της ελευθερίας ποινών, είτε στο πλαίσιο της μετασωφρονιστικής μέριμνας αποφυλακιζομένων. Ψυχολόγοι εργάζονται στις αμερικανικές φυλακές από το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, με τα καθήκοντά τους να ταυτίζονται με τη δημιουργία συστημάτων ταξινόμησης των κρατουμένων, για να συνεισφέρουν στις αποφάσεις έκτισης της ποινής και στη διαμόρφωση κατάλληλων παρεμβάσεων για κάθε κρατούμενο. Ενδεικτικό προς αυτή την κατεύθυνση ήταν το σύστημα του Megargee, που στηριζόμενο στο ερωτηματολόγιο MMPI (Minnesota Multiphasic Personality Inventory), ταυτοποίησε 10 κατηγορίες κρατουμένων και χρησιμοποιήθηκε για στην τοποθέτηση κρατουμένων σε φυλακές (χαμηλής ή υψηλής ασφάλειας) και προγράμματα επανένταξης (Bartol & Bartol, 2013). Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, με την άνοδο του αναμορφωτικού ιδεώδους, η σωφρονιστική ψυχολογία, ως πεδίο της δικαστικής ψυχολογίας, γνώρισε σημαντική άνθιση. Η επανακοινωνικοποίηση του παραβάτη, που αποτέλεσε τον βασικό σκοπό της ποινής κατά το αναμορφωτικό μοντέλο, έγινε η αφετηρία για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή πληθώρας θεραπευτικών προγραμμάτων. Η διαχείριση ζητημάτων σχετικά με κρατούμενους, τα θεραπευτικά προγράμματα και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους βρίσκονται ανάμεσα στους τομείς της δικαστικής ψυχολογίας που, μαζί με τα ζητήματα που αφορούν στη μαρτυρική κατάθεση, έχουν συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη σύγχρονη ερευνητική βιβλιογραφία (Brown & Horvath, 2021).
III. Αστυνομική Ψυχολογία (“Police Psychology”). Αφορά σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών της ψυχολογίας σε θέματα υπό την αρμοδιότητα και σχετιζόμενα με την αστυνομία, οι απαρχές των οποίων εντοπίζονται στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα. Ενδεικτικά αναφέρονται η συμβολή στις διαδικασίες εξιχνίασης του εγκλήματος και συνέντευξης υπόπτων, ο χειρισμός συνθηκών ομηρίας καθώς και θέματα σχετικά με το αστυνομικό προσωπικό (Bartol & Bartol, 2013). Παρεμφερείς ορισμοί ως προς το σκέλος της εξιχνίασης του εγκλήματος είναι η διερευνητική ψυχολογία (“Investigative Psychology”, Canter & Youngs, 2006) και ως προς το σκέλος της συνδρομής στο αστυνομικό προσωπικό, η ψυχολογία της αστυνομίας και της δημόσιας ασφάλειας (“Police and public safety psychology”, American Psychological Association, 2009).
IV. Εγκληματολογική Ψυχολογία (“Criminal Psychology”). Αναφέρεται στην εφαρμογή της ψυχολογικής γνώσης στη μελέτη της εγκληματικής συμπεριφοράς και στους
Σελ. 5
φορείς εκείνους που έχουν αντικείμενο την εγκληματική συμπεριφορά (Hollin, 2013, σ.22). Κατά τους Davies et al. (2008), η εγκληματολογική ψυχολογία αποτελεί το ένα από τα δυο πεδία της δικαστικής ψυχολογίας, με το δεύτερο να είναι η νομική ψυχολογία. Στο πλαίσιο αυτό, η νομική ψυχολογία καλύπτει τις εφαρμογές των ψυχολογικών γνώσεων και μεθόδων στον νόμο και η εγκληματολογική ψυχολογία ασχολείται με την εφαρμογή της ψυχολογικών γνώσεων και μεθόδων στην κατανόηση της εγκληματικής συμπεριφοράς (Davies et al., 2008, σ. xiii). Παρεμφερής είναι ο όρος «ψυχολογική εγκληματολογία», που χρησιμοποιείται με το ίδιο περιεχόμενο από την επιστήμη της εγκληματολογίας (Wortley, 2023).
Σελ. 7
ΙΙ. Εγκληματική συμπεριφορά
Α. Βία και εγκλήματα βίας
1. Εννοιολογικές οριοθετήσεις και τυπολογίες της βίας
Η βία αποτελεί ένα διαχρονικό και σύνθετο φαινόμενο, ενώ στη βιβλιογραφία απαντάται πληθώρα ορισμών. Η Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας το 1996 ανακήρυξε τη βία ως μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας (Krug et al., 2002). Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), η βία ορίζεται ως «η σκόπιμη χρήση σωματικού εξαναγκασμού ή δύναμης, απειλούμενης ή πραγματικής εναντίον του εαυτού, άλλου ατόμου, μιας ομάδας ή μιας κοινότητας, που έχει ως αποτέλεσμα ή έχει υψηλή πιθανότητα πρόκλησης τραυματισμού, θανάτου, ψυχολογικής βλάβης, αποστέρησης» (Krug et al., 2002, σ.4). Όπως καθίσταται σαφές, ο ορισμός καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών που στρέφονται κατά του εαυτού, ατόμων ή ομάδων.
Υπό μια στενότερη οπτική για την εννοιολογική οριοθέτηση της βίας, είναι πρωτίστως απαραίτητη η κατανόηση της έννοιας της επιθετικότητας. Στο πλαίσιο της κοινωνικής ψυχολογίας οι περισσότερο σύγχρονοι και ευρείας αποδοχής ορισμοί της επιθετικότητας επικεντρώνονται στην πρόθεση του επιτιθέμενου για την εκδήλωση της συμπεριφοράς και στην πρόθεση του θύματος να την αποφύγει. Έτσι, η επιθετικότητα ορίζεται ως «μια συμπεριφορά, που αποσκοπεί στην βλάβη ενός άλλου ατόμου το οποίο έχει το κίνητρο να αποφύγει αυτή τη συμπεριφορά» (Allen & Anderson, 2017, σ.1). Στη βάση του ανωτέρω ορισμού προκύπτουν κάποια βασικά χαρακτηριστικά της επιθετικότητας (Parrott & Giancola, 2007, σ.282), που αφορούν: (i) στη σκοπιμότητα της συμπεριφοράς, αποκλείοντας άλλες συνθήκες ακούσιας πρόκλησης βλάβης ενός ατόμου σε ένα άλλο, (ii) στο κίνητρο του ατόμου στο οποίο απευθύνεται η συμπεριφορά να την αποφύγει, αποκλείοντας επίσης περιπτώσεις όπου προκαλείται πόνος στο πλαίσιο ιατρικής επέμβασης κτλ. και (iii) στη διάκριση της επιθετικότητας τόσο από τον θυμό, που αποτελεί ένα συναίσθημα, όσο και από την εχθρότητα, η οποία αφορά σε μια στάση του ατόμου. Η επιθετικότητα δύναται να εκδηλωθεί μέσα από μια ποικιλία συμπεριφορών και εκτείνεται σε ένα συνεχές που περιλαμβάνει από ήπιες μέχρι οξείες εκδηλώσεις της συμπεριφοράς. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η βία δεν αποτελεί ξεχωριστή μορφή αλλά μια υποομάδα της επιθετικότητας, συνιστώντας μια ακραία της εκδήλωση, που στις περισσότερες περιπτώσεις εστιάζει στην πρόκληση (ή στην πρόθεση πρόκλησης) βλάβης (DeWall et al., 2011, σ.246). Έτσι, όλες οι βίαιες εκδηλώσεις ισοδυναμούν με επιθετικές συμπεριφορές, χωρίς ωστόσο να συνεπάγεται το ίδιο και αντιστρόφως. Σύμφωνα με τον Title (2004), ένας πλήρης ορισμός της βίας θα πρέπει ανά-
Σελ. 8
μεσα στους διαπράττοντες τη βία να συμπεριλαμβάνει όχι μόνο ανθρώπους αλλά και οργανισμούς. Υπ’ αυτή την οπτική «βία αποτελεί η συμπεριφορά, κατά την οποία ένα άτομο ή μια κοινωνική οντότητα (όπως μια εταιρεία), προβαίνει σε μια πράξη με την πρόθεση να προκαλέσει σωματικό πόνο ή βλάβη σε ένα ή περισσότερα έμβια όντα» (Title, 2004, σ.51).
Τα είδη της βίας μπορούν να συστηματοποιηθούν στη βάση ποικίλων παραγόντων. Οι κατηγοριοποιήσεις που απαντώνται συχνότερα αφορούν (Agnew, 2004, σ.53): (i) Στη μορφή και στον βαθμό της βίας που ασκείται, για παράδειγμα ανθρωποκτονία, ληστεία κτλ.(ii) Στα χαρακτηριστικά του θύματος, με ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων κατηγοριοποιήσεων να αποτελούν η βία κατά των γυναικών, κατά των ηλικιωμένων, κατά μειονοτήτων κτλ. (iii) Στα χαρακτηριστικά του παραβάτη, για παράδειγμα η βία που ασκείται στο πλαίσιο της νεανικής παραβατικότητας. (iv) Στη σχέση μεταξύ παραβάτη και θύματος, με ενδεικτικό το παράδειγμα της ενδοοικογενειακής βίας. (v) Στο πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα η βία και (vi) στα κίνητρα που ωθούν στη βία.
Για την κατηγοριοποίηση των κινήτρων της βίας, αξιοποιούνται συνήθως οι αντίστοιχες κατηγοριοποιήσεις της επιθετικότητας (Allen & Anderson, 2017, σ.3). Μια βασική διάκριση που επισημαίνεται στη βιβλιογραφία, αφορά στην «εχθρική» (“hostile”) και στην «εργαλειακή» ή «συντελεστική» (“instrumental”) επιθετικότητα (Parrott & Giancola, 2007, σ.283). Ενώ στην πρώτη περίπτωση η επιθετικότητα πυροδοτείται από την επιθυμία πρόκλησης βλάβης, στη δεύτερη εκπηγάζει από την επιθυμία του ατόμου να εκπληρώσει έναν επιθυμητό στόχο, που μπορεί να συνδέεται με την απόκτηση χρημάτων, κοινωνικού κύρους ή τη σεξουαλική ευχαρίστηση. Στοιχεία που διακρίνουν την εργαλειακή από την εχθρική βία αποτελούν (Vittaco et al., 2010, σ.837): (α) ο σχεδιασμός ή η προετοιμασία, (β) η χρήση της βίας για την απόκτηση ενός συγκεκριμένου και αναγνωρίσιμου στόχου, (γ) η απουσία πρόκλησης από το θύμα, (δ) η απουσία θυμού και (ε) η έλλειψη γνωριμίας με το θύμα. Άλλες κατηγοριοποιήσεις που απαντώνται συχνά στη βιβλιογραφία και διαμορφώνονται στη βάση των επιδιώξεων της εκδηλούμενης συμπεριφοράς είναι ανάμεσα σε «παρορμητική» (“impulsive”) και «προμελετημένη» (“premeditated”), καθώς και σε «αντιδραστική» (“reactive”) και «προδραστική» (“proactive”) επιθετικότητα (Allen & Anderson, 2017, σ.5).
Βέβαια, η προσέγγιση της βίας μέσα από τα ανωτέρω δίπολα εγείρει μια σειρά από ζητήματα, με βασικότερο πρόβλημα το γεγονός ότι η διάκριση μεταξύ των προτεινόμενων τύπων δεν είναι πάντα ξεκάθαρη στη διάπραξη ενός εγκλήματος βίας. Μάλιστα, συχνά οι δυο τύποι μπορεί να συνυπάρχουν (Glenn & Raine, 2009, σ.253). Ο τρόπος διάπραξης μιας ανθρωποκτονίας, για παράδειγμα, μπορεί να υποδηλώνει την ύπαρξη έντονου συναισθήματος, αλλά και προμελέτης. Για τη διαχείριση των συγχύσεων που προκύπτουν, οι Anderson & Bushman (2002, σ.29) πρότειναν τη διάκριση των στόχων της συμπεριφοράς ανάμεσα σε άμεσους (“proximate”) και απώτερους (“ultimate”). Υπ’ αυτή την οπτική, ενώ ο άμεσος στόχος ισοδυναμεί με την πρόκληση
Σελ. 9
βλάβης, ο απώτερος μπορεί να αποσκοπεί είτε στην πρόκληση βλάβης, είτε στην αποκόμιση κάποιου οφέλους, είτε ακόμη σε ένα συνδυασμό μεταξύ των δυο (Anderson & Carnagey, 2004, σ.172).
Ο Black (2004, σ.146) τυποποίησε τέσσερεις τύπους βίας στη βάση των κινήτρων, οι οποίοι διαφοροποιούνται σημαντικά ως προς τη συχνότητα εμφάνισής τους, στους οποίους συγκαταλέγονται: (i) η αρπαχτική (“predatory”) βία, που περιλαμβάνει τη χρήση φυσικής δύναμης για την απόκτηση πλούτου ή άλλων οφελών, όπως στην περίπτωση του βιασμού, (ii) η ψυχαγωγική (“recreational”) βία, που αποσκοπεί στην αναψυχή ή στην εκτόνωση, όπως στην περίπτωση των αθλητικών δραστηριοτήτων, (iii) η βία που ασκείται στο πλαίσιο μιας τελετής (“ritualistic”), αποσκοπώντας για παράδειγμα στη μύηση ενός νέου μέλους σε μια συμμορία ή άλλη οργανωμένη ομάδα και (iv) η βία ως μορφή κοινωνικού ελέγχου (“moralistic”), όπου μέσω της βίας επιδιώκεται η απόδοση δικαιοσύνης, όπως στην περίπτωση μιας προσβολής ή ανταπόδοσης μιας αδικίας.
Κατά την κατηγοριοποίηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η βία διακρίνεται σε τρεις ευρείες κατηγορίες που αφορούν (Krug et al., 2002, σ.5): (i) Στη βία που στρέφεται ενάντια στον εαυτό (“self-directed”) και περιλαμβάνει την κακοποίηση του εαυτού (“self-abuse”) για παράδειγμα τον αυτό-ακρωτηριασμό και την αυτοκτονική συμπεριφορά. (ii) Στη διαπροσωπική βία (“interpersonal violencel”), που ασκείται από ένα άτομο ή μια μικρή ομάδα ατόμων. Η διαπροσωπική βία, διακρίνεται περαιτέρω σε δυο υποκατηγορίες, στη βάση του πλαισίου στο οποίο εκτυλίσσεται και της ύπαρξης ή μη σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων. Η πρώτη υποκατηγορία αφορά στην ενδοοικογενειακή βία καθώς και στη βία μεταξύ ερωτικών συντρόφων, η οποία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του ιδιωτικού χώρου των εμπλεκομένων, ενώ η δεύτερη στην κοινοτική βία, που εμφανίζεται σε χώρους εκτός της οικίας, μεταξύ ατόμων ή ομάδων που έχουν ή όχι κάποια σχέση μεταξύ τους. (iii) Στη συλλογική βία (“collective violence”) η οποία ασκείται από ευρύτερες ομάδες, περιλαμβάνοντας μορφές όπως η τρομοκρατία, η γενοκτονία, η κρατική βία κτλ.
Στο πλαίσιο των ανωτέρω η βία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές να είναι δηλαδή σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική, ή και οικονομική. Ως προς τους ορισμούς των εν λόγω μορφών (EIGE): (i) η σωματική βία μπορεί έχει ποικίλες εκφάνσεις, που κυμαίνονται από την απλή (“minor assault”) έως και την βαριά επίθεση (“serious assault”), τη στέρηση της ελευθερίας καθώς και την ανθρωποκτονία, (ii) η σεξουαλική βία αναφέρεται σε κάθε σεξουαλική πράξη, που ασκείται σε ένα άτομο χωρίς τη συναίνεσή του, (iii) η ψυχολογική βία περιλαμβάνει κάθε πράξη που μπορεί να προκαλέσει ψυχολογική βλάβη, περιλαμβάνοντας επίσης ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών, όπως η λεκτική βία, η παρενόχληση και ο εξαναγκασμός, ενώ (iv) η οικονομική βία, ορίζεται ως κάθε πράξη ή συμπεριφορά, που προκαλεί βλάβη σε οικονομικό επίπεδο.
Σελ. 10
Μια ακόμη διάκριση που απαντάται συχνά στη βιβλιογραφία είναι αυτή μεταξύ παράνομης και νόμιμης βίας (Φαρσεδάκης, 2017, σ.13). Η νόμιμη βία αναφέρεται σε πράξεις όπου η άσκηση της βίας κρίνεται απολύτως αναγκαία και οριοθετούνται από τη νομοθεσία της εκάστοτε χώρας. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου η βία ασκείται από τους εξουσιοδοτημένους φορείς του κράτους, όπως η αστυνομία, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με τα όρια που θέτει ο νόμος (Κουράκης, 2005, σ.1). Κάτω από αυτό το πρίσμα «η προσφυγή στη βία επιτρέπεται μόνον όταν είναι απολύτως αναγκαία και στο μέτρο που προβλέπεται και απαιτείται για την εφαρμογή του νόμου. Τηρεί πάντοτε με απόλυτο σεβασμό τις αρχές της αναγκαιότητας, της προσφορότητας (καταλληλότητας) και της αναλογικότητας.» (άρ. 2 ΠΔ 254/2004). Στη νόμιμη βία συμπεριλαμβάνονται επίσης εξαιρετικές περιπτώσεις άσκησης βίας από τους πολίτες, όπως η αυτοάμυνα. Κατά τις προβλέψεις του Ποινικού Κώδικα στις περιπτώσεις άμυνας, που αποτελούν κατ’ ανάγκη επιθέσεις για να υπερασπιστεί ένα άτομο τον εαυτό του ή άλλον από άδικη επίθεση, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης (άρ.22 ΠΚ). Βέβαια, για να κριθεί η βίαιη πράξη ως αναγκαία λαμβάνονται υπόψη συνολικά οι περιστάσεις, όπως ο βαθμός της επικινδυνότητας, ο τρόπος και η ένταση της επίθεσης (άρ.22 ΠΚ). Αντίθετα, η παράνομη βία αναφέρεται στην ευρύτερη κατηγορία των εγκλημάτων βίας που αναλύονται στη συνέχεια.
2. Ορισμοί του εγκλήματος
Το έγκλημα, όπως και η βία, αποτελεί ένα διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο. Παρόμοια με τη βία, το έγκλημα είναι δύσκολο να οριστεί, ενώ ιστορικά οι ορισμοί που διατυπώνονται διαφοροποιούνται, καθώς εξελίσσονται τα ήθη της κάθε κοινωνίας. Κατά την ελληνική νομοθεσία «έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε, η οποία τιμωρείται από τον νόμο» (αρ. 14 ΠΚ). Στο πλαίσιο της εγκληματολογικής εννοιολογικής οριοθέτησης του εγκλήματος πραγματοποιείται η διάκριση μεταξύ φυσικού ή πραγματικού και νομικού ή συμβατικού εγκλήματος. Πραγματικό είναι το έγκλημα που υπάρχει σε κάθε κοινωνία ανεξάρτητα από τις περιστάσεις της κάθε εποχής ή τις αντιλήψεις του νομοθέτη (Αλεξιάδης, 1996, σ.43). Ανάμεσα στις έννοιες του πραγματικού και του νομικού εγκλήματος δεν υπάρχει μεγάλη απόσταση (Αλεξιάδης, 1996, σ.47). Αντίθετα, σε ένα υψηλό ποσοστό των περιπτώσεων οι δυο έννοιες συναντώνται, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα των εγκλημάτων βίας (ανθρωποκτονία, σωματικές βλάβες κτλ.).
Επίσης, υπό το πρίσμα ενός εγκληματολογικού ορισμού, κατά τον Pinatel (Φαρσεδάκης, 2005, σ.31) για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως έγκλημα πρέπει να πληρούνται δυο προϋποθέσεις: (1) μια ιστορική, που προϋποθέτει την εγκληματοποίηση της πράξης στη διάρκεια της ιστορίας του ποινικού δικαίου, (2) μια κοινωνιο-ψυχολογική στη βάση της οποίας η πράξη πρέπει να θεωρείται ως έγκλημα από την πλειοψηφία των ομάδων, που συγκροτούν το σύγχρονο κράτος.
Σελ. 11
Κατά τον Sutherland ως κοινωνικό φαινόμενο το έγκλημα συντίθεται από τρία στοιχεία (Αλεξιάδης, 1996, σ.44): (α) μια αξία η οποία γίνεται παραδεκτή από ένα πολιτικά σημαντικό τμήμα μιας κοινωνικής ομάδας, (β) την προσβολή της αξίας από ένα άλλο τμήμα της ίδιας ομάδας, που δεν τη θεωρεί σημαντική και τη θέτει σε κίνδυνο, (γ) την προσφυγή της ομάδας που προασπίζεται την αξία σε δυναμικό εξαναγκασμό εις βάρος της ομάδας που την περιφρονεί.
Ως προς την ύπαρξη συναίνεσης της ομάδας, κατά τον χαρακτηρισμό μιας πράξης ως εγκληματικής, εντοπίζονται δυο βασικές θέσεις που αναφέρονται στο συναινετικό και στο συγκρουσιακό πρότυπο: (α) Στο πλαίσιο του συναινετικού προτύπου, ένθερμος υποστηρικτής του οποίου υπήρξε ο Durkheim, το έγκλημα εμφανίζεται ως συμπεριφορά που θίγει καίρια τη συλλογική συνείδηση. Το έγκλημα είναι μια πραγματικότητα που διαταράσσει του όρους της κοινωνικής συμβίωσης και προκαλεί την αντίδραση του κοινωνικού σώματος. Κατά τον Durkheim η συλλογική συγκινησιακή αντίδραση και η επίσημη κρατική αντίδραση ταυτίζονται απόλυτα (Δασκαλάκης, 1985, σ.48). Ο ποινικός νόμος δημιουργείται κατόπιν απαίτησης της συλλογικής συνείδησης για να εκφράσει τη συλλογική αντίδραση, η οποία θα εκφραζόταν με διαφορετικό τρόπο, αν έλλειπε η ποινή. (β) Υπό την οπτική του συγκρουσιακού θεωρητικού προτύπου, διαφορετικές ομάδες μοιράζονται διαφορετικές αξίες. Έτσι, οι αξίες βάσει των οποίων η κοινωνία θεμελιώνει την οργάνωσή της δεν είναι συλλογικές, όπως ισχύει στο συναινετικό πρότυπο. Η κοινωνική συνοχή εξασφαλίζεται μέσω του καταναγκασμού που ασκείται από τις κυρίαρχες ομάδες, οι οποίες επιστρατεύουν τους κανόνες δικαίου για να επιβάλλουν το δικό τους αξιακό σύστημα έναντι των άλλων (Δασκαλάκης, 1985, σσ.34-35).
3. Τα εγκλήματα βίας
Το έγκλημα βίας αποτελεί συνάρτηση δυο διαστάσεων, αφενός της παραβίασης του ποινικού νόμου και αφετέρου του στοιχείου της βίας. Σύμφωνα με τον Κουράκη (2005, σσ. 2-5), στο πλαίσιο του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, η κατηγορία των εγκλημάτων βίας συγκροτείται από: (α) Τα «εγκλήματα με τη χρήση βίας», όπου η βία εντάσσεται ως μέσο για την εξυπηρέτηση κάποιου άλλου σκοπού, που συνίσταται στην εξουδετέρωση των αντιστάσεων και στον εξαναγκασμό του θύματος. Χαρακτηριστικά είναι τα εγκλήματα της ληστείας και του βιασμού. (β) Τα «βίαια εγκλήματα», που τιμωρούνται στη βάση του αποτελέσματος που προκαλείται, ανεξάρτητα από το μέσο που χρησιμοποιείται. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ανθρωποκτονίας. (γ) Τα «εγκλήματα βιαιοπραγίας», στο πλαίσιο των οποίων η βία δεν τιμωρείται ως μέσο, αλλά ως αυτοσκοπός.
Μια ακόμη κατηγοριοποίηση των σχετιζόμενων με τη βία εγκλημάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί στη βάση του στόχου στον οποίο απευθύνεται η βία. Υπ’ αυτή την
Σελ. 12
οπτική, ο αποδέκτης ή οι αποδέκτες της βίας μπορούν να αποτελούνται από πρόσωπα ή πράγματα. Στην πρώτη περίπτωση, η βία που έχει ως αποδέκτες πρόσωπα, μπορεί να είναι σωματική ή ψυχολογική. Η σωματική βία, αναφέρεται «στην άσκηση δύναμης που επενεργεί άμεσα ή έμμεσα στο ανθρώπινο σώμα του άλλου», ενώ η ψυχολογική, «σε μια μορφή απειλής για την επίτευξη κάποιου σκοπού» (Κουράκης, 2005, σ.8).
Β. Ψυχολογικές προσεγγίσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς
Στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης κομβικό ρόλο για την πρόληψη του εγκλήματος, είτε αυτή είναι γενική πρόληψη, περιλαμβάνοντας σχετικές δράσεις στην κοινότητα, είτε είναι ειδική στοχεύοντας στον παραβάτη περιλαμβάνοντας την εκτίμηση κινδύνου υποτροπής και την κατάλληλη μεταχείριση για την πρόληψη της εκ νέου εμπλοκής στο έγκλημα, διαδραματίζουν οι εξηγητικές της εγκληματικής συμπεριφοράς θεωρίες. Στην παρούσα ενότητα συνοπτικά παρουσιάζονται ψυχολογικές θεωρίες και μοντέλα για την επιθετικότητα και την εγκληματική συμπεριφορά, που έμμεσα ή και άμεσα έχουν αξιοποιηθεί στους ανωτέρω τομείς της πρόληψης για την ανάπτυξη μεθοδολογιών και τη διαμόρφωση εξειδικευμένων παρεμβάσεων.
1. Θεωρίες και μοντέλα για την επιθετικότητα
Ι. Η υπόθεση της Ματαίωσης-Επιθετικότητας (Dollard et al. 1939) άσκησε επιρροή στη σύγχρονη δυτική σκέψη για την επιθετικότητα για περισσότερες από τρεις δεκαετίες (Βerkowitz, 1989). Σύμφωνα με τις βασικές αρχές και τις μετέπειτα τροποποιήσεις της υπόθεσης (Dennen, 2005): (i) Η εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς συνδέεται με ματαιώσεις, που περιλαμβάνουν τον αποκλεισμό από την πραγμάτωση επιθυμιών ή στόχων και τις συναισθηματικές αντιδράσεις που αυτός προκαλεί. (ii) Κάθε άτομο αντιδρά διαφορετικά στις ματαιώσεις, για παράδειγμα η ένταση της τιμωρίας που αναμένει το άτομο ως απάντηση στην εκδήλωση της επιθετικής συμπεριφοράς, μπορεί να αναχαιτίσει την απάντηση. (iii) Η ώθηση που ασκεί η ματαίωση για την εκδήλωση της επιθετικότητας είναι απόρροια της αξίας που αποδίδει το άτομο στον σκοπό που ματαιώθηκε, της έντασης του συναισθήματος που προκαλείται και της συσσώρευσης ανάλογων εμπειριών. (iv) Η επιθετικότητα στρέφεται ενάντια στην πηγή της ματαίωσης, ωστόσο μπορεί επίσης να στραφεί ενάντια σε στόχους που σχετίζονται σε κάποιο βαθμό με την πηγή. (v) Τόσο μια βίαιη απάντηση ενάντια στην πηγή της ματαίωσης, όσο και άλλες έμμεσες ή και κεκαλυμμένες επιθετικές συμπεριφορές αποτελούν για το άτομο μια μορφή κάθαρσης.
ΙΙ. Η Γνωστική-Νεοσυνειρμική Θεωρία (Βerkowitz, 1989) αποτελεί μια αναθεώρηση της υπόθεσης Ματαίωσης-Επιθετικότητας, υποστηρίζοντας ότι η ματαίωση συνδέεται με επιθετικές εκδηλώσεις μόνο στις περιπτώσεις που πυροδοτεί το αρνητικό θυμικό (“negative affect”), το οποίο με τη σειρά του υποκινεί την επιθετική αντίδραση. Το
Σελ. 13
αρνητικό θυμικό αφορά στα συναισθήματα του θυμού και του φόβου και σε αναμνήσεις και αυτοματοποιημένες αντιδράσεις που αυτά ενεργοποιούν με την πυροδότησή τους, δημιουργώντας μια κατάσταση κατά την οποία η επιθετικότητα και η βία αποτελούν ενδεχόμενο. Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι απαντήσεις που προκαλούνται είναι αυτοματοποιημένες και οι γνωστικές λειτουργίες ασκούν έναν δευτερεύοντα ρόλο, ωστόσο στη συνέχεια, τα άτομα προβαίνουν σε αιτιακές αποδόσεις, αναλογίζονται τη φύση των συναισθημάτων τους και προσπαθούν να τα ελέγξουν και να ρυθμίσουν τις αντιδράσεις τους. Οι πιθανότητες για την εκδήλωση επιθετικής αντίδρασης αυξάνουν όταν η κατάσταση του αρνητικού θυμικού είναι ιδιαίτερα έντονη, είναι διαθέσιμος ένας κατάλληλος στόχος για επίθεση και το άτομο δεν έχει αναπτύξει άλλους εναλλακτικούς τρόπους απάντησης (Berkowitz, 1993).
ΙΙΙ. Κατά τη Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης, η επιθετικότητα μαθαίνεται όπως οι περισσότερες κοινωνικές συμπεριφορές, μέσω της εμπειρίας και της παρατήρησης άλλων συμπεριφορών στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης (Bandura, 1978). Για να είναι δε πλήρης μια θεωρία της επιθετικότητας πρέπει να περιλαμβάνει: (α) Τον τρόπο ανάπτυξης των επιθετικών μοτίβων, με τα μέλη της οικογένειας, την υποκουλτούρα όπου εντάσσεται το άτομο και τα μέσα ενημέρωσης να αποτελούν βασικές πηγές για την υιοθέτηση εχθρικών προτύπων. (β) Τους παράγοντες πυροδότησης της επιθετικότητας. Η επιθετικότητα μπορεί να προκύπτει ως αντίδραση σε αρνητικά ερεθίσματα, αλλά μπορεί επίσης να υποκινείται από τις θετικές συνέπειες που αναμένεται να επιφέρει. (γ) Τους παράγοντες διατήρησης της επιθετικότητας, που, όπως κάθε άλλη κοινωνική συμπεριφορά, μπορεί να ενισχυθεί ή να αποδυναμωθεί σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παράγει. Ειδικότερα, διακρίνονται τρεις κατηγορίες αποτελεσμάτων που ασκούν επιρροή στη διατήρηση της επιθετικότητας, τα εξωτερικά, τα παρατηρούμενα και τα εσωτερικά αποτελέσματα.
IV. Στο πλαίσιο της κοινωνιογνωστικής θεωρίας για την Hθική Αποδέσμευση (Bandura, 2002), η εμπλοκή σε αντικοινωνικές συμπεριφορές διευκολύνεται από την εφαρμογή γνωστικών στρατηγικών που εξουδετερώνουν την αξία των εσωτερικευμένων ηθικών κανόνων που παραβιάζονται. Μέσω της εφαρμογής των εν λόγω στρατηγικών, το άτομο αποφεύγει τις συνέπειες της παραβίασης που συνδέονται με αρνητικές αυτό-αξιολογήσεις και συναισθήματα. Πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία που αναλύεται σε οκτώ μηχανισμούς ηθικής αποδέσμευσης, οι οποίοι ομαδοποιούνται σε τέσσερεις κατηγορίες (Bandura, 2002): (i) ανασύσταση του νοήματος της παραβίασης που πραγματοποιείται μέσα από την ηθική αιτιολόγηση της πράξης, την ευφημιστική γλώσσα και την πλεονεκτική σύγκριση, (ii) άρνηση της ευθύνης, μέσω της μετατόπισης ή/ και της διάχυσης της ευθύνης , (iii) αγνόηση των συνεπειών, μέσω της παράβλεψης των συνεπειών της πράξης (iv) απανθρωποποίηση και απόδοση της ευθύνης στο θύμα. Η διαδικασία της ηθικής αποδέσμευσης έχει εφαρμοστεί ευρέως για την κατα-
Σελ. 14
νόηση ειδικών εγκληματικών συμπεριφορών όπως στην περίπτωση των ενηλίκων και εφήβων σεξουαλικών παραβατών (Petruccelli et al., 2017· Christanti & Putra, 2019).
V. Μοντέλα επεξεργασίας κοινωνικών πληροφοριών. Σύμφωνα με τους Crick και Dodge (1996), η εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών σε παιδιά και εφήβους συνδέεται με ελλείματα κατά την επεξεργασία της κοινωνικής πληροφορίας. Ειδικότερα, η αντιδραστική επιθετικότητα συνδέεται με γνωστικά ελλείματα κατά την ερμηνεία των ερεθισμάτων, όπου ακόμη και αμφιλεγόμενες καταστάσεις γίνονται αντιληπτές ως απειλητικές, ενώ η προδραστική επιθετικότητα συνδέεται με ελλείματα στο στάδιο της εξέτασης των κατάλληλων απαντήσεων, με την επιθετική συμπεριφορά να αξιολογείται θετικότερα.
Κατά τον Huessman (1988) η κοινωνική συμπεριφορά, σε σημαντικό βαθμό, ελέγχεται από γνωστικά σενάρια που το άτομο έχει κωδικοποιήσει κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα σενάρια περιλαμβάνουν προτάσεις για τα γεγονότα που θα επακολουθήσουν, κατάλληλους τρόπους αντίδρασης και τα πιθανά αποτελέσματα των συμπεριφορών (Huessman, 1988). Τα σενάρια επιθετικότητας αναπτύσσονται μέσω της αρχικής κωδικοποίησης της παρατηρούμενης συμπεριφοράς, η οποία επηρεάζεται τόσο από τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού όσο και από την έκθεση σε παρόμοιες συνθήκες κατά το παρελθόν. Η διατήρηση των σεναρίων συναρτάται από τις πρόβες που κάνει το άτομο επί του σεναρίου, που μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές, από την ανάκληση μέχρι τη δράση. Παράλληλα, οι πρόβες παρέχουν τη δυνατότητα επαναξιολόγησης της χρησιμότητας του σεναρίου. Τα εν λόγω σενάρια πυροδοτούνται από την έκθεση του ατόμου σε συγκεκριμένα ερεθίσματα, ειδικά σε αυτά που ήταν παρόντα κατά την αρχική κωδικοποίηση του σεναρίου, αλλά και άλλου είδους ερεθίσματα που σχετίζονται με την επιθετικότητα. Σωρευτικά, η μαθησιακή αυτή διαδικασία μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ανθεκτικών και μόνιμων σχημάτων επιθετικότητας στην ενήλικη ζωή.
VI. Το Γενικό Μοντέλο Επιθετικότητας συνθέτει θεωρητικές προτάσεις από ποικίλες προσεγγίσεις, αποτελώντας ένα περισσότερο ολοκληρωμένο εξηγητικό πλαίσιο για ένα εύρος επιθετικών συμπεριφορών (DeWall et al., 2011). Στο πλαίσιο, αυτό κάθε επεισόδιο επιθετικότητας γίνεται κατανοητό μέσα από τρία κρίσιμα στάδια: (1) Το πρώτο στάδιο εστιάζει στις ατομικές και καταστασιακές μεταβλητές που, επιδρώντας στην εσωτερική κατάσταση του ατόμου, μπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν την πιθανότητα εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς. Οι ατομικοί παράγοντες αφορούν στην ετοιμότητα του ατόμου για εκδήλωση της συμπεριφοράς, και ειδικότερα, στον βαθμό που οι γνωστικές και συναισθηματικές δομές, που συγκροτούν την προσωπικότητα, υποστηρίζουν την εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών (Anderson & Huesmann, 2003). Οι καταστασιακοί παράγοντες αποτελούν πτυχές της κατάστασης που μπορεί να ενισχύσουν ή όχι την επιθετική συμπεριφορά, όπως προσβολές, ερεθίσματα που λόγω της σύνδεσής τους με την επιθετικότητα αυξάνουν τα επίπεδα ενεργοποίησης των επι-
Σελ. 15
θετικών γνωστικών δομών, παράγοντες που παρεμβαίνουν στη γνωστική λειτουργία και παρεμποδίζουν την ενεργοποίηση άλλων μη- επιθετικών γνωστικών δομών, όπως η χρήση αλκοόλ κτλ. (Allen & Anderson, 2017). (2) Το δεύτερο στάδιο εστιάζει στις οδούς μέσω των οποίων η αλληλεπίδραση ατομικών και καταστασιακών παραγόντων επηρεάζει την τρέχουσα εσωτερική κατάσταση του ατόμου, σε επίπεδο γνωστικής, συναισθηματικής και φυσιολογικής διέγερσης, εκκινώντας μια σειρά αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους. Οι εν λόγω επιδράσεις μπορεί να προάγουν, ή όχι, την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς. (3) Το τρίτο στάδιο επικεντρώνεται στις εκτιμήσεις του συμβάντος και στη διαδικασία λήψης απόφασης. Εκ πρώτης συντελείται ένα είδος αυτοματοποιημένης εκτίμησης, το περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από τους ατομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ακολούθως, αν το αποτέλεσμα είναι σημαντικό για το άτομο και η εκτίμηση δεν είναι ικανοποιητική, και εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, για παράδειγμα η επάρκεια χρόνου, το άτομο προβαίνει σε μια διαδικασία επανεκτίμησης αναζητώντας εναλλακτικές (Allen & Anderson, 2017). Σε αντίθετη περίπτωση προχωρά στην αυθόρμητη δράση που μπορεί να είναι, ή όχι, επιθετική, ανάλογα με το περιεχόμενο της εκτίμησης.
2. Θεωρίες της εγκληματικής συμπεριφοράς
Ι. Συνθετική Θεωρία της Γνωστικής Αντικοινωνικής Ικανότητας αναπτύχθηκε από τον Farrington στη βάση ευρημάτων κοορτικών ερευνών για τους παράγοντες που συμβάλλουν στην έναρξη και παγίωση της εγκληματικής συμπεριφοράς (Farrington, 2020). Σύμφωνα με την κεντρική θέση της θεωρίας, η εμπλοκή σε αντικοινωνικές ή εγκληματικές συμπεριφορές προκύπτει ως απόρροια της αλληλεπίδρασης της αντικοινωνικής ικανότητας του ατόμου με τις εγκληματικές ευκαιρίες που παρέχονται από το κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου, το οποίο διαμορφώνεται στη βάση των καθημερινών του δραστηριοτήτων. Η αντικοινωνική ικανότητα αναλύεται ως ακολούθως (Farrington, 2020): (i) Στη μακρόχρονη, επίμονη αντικοινωνική ικανότητα, που αποτελείται από (α) την παρορμητικότητα και την αναζήτηση απολαύσεων, (β) τη φτωχή ικανότητα χειρισμού αφηρημένων εννοιών, σχετιζόμενη με χαμηλή νοημοσύνη και χαμηλές σχολικές επιδόσεις, (γ) τη χαμηλή ενσυναίσθηση και τη σκληρότητα, συνδεόμενες με τις ψυχρές οικογενειακές σχέσεις, (δ) τη φτωχή συνείδηση, χαμηλή ενοχή ή μεταμέλεια, συνδεόμενη με τη φτωχή κοινωνικοποίηση με τους γονείς, (ε) εσωτερικευμένες νόρμες φιλικές προς την αντικοινωνική συμπεριφορά, εξαρτώμενες από την έκθεση σε αντικοινωνικά πρότυπα γονιών και συνομηλίκων, (ζ) την ύπαρξη στόχων, όπως επιθυμία απόκτησης υλικών αγαθών ή κύρους και αποτυχία απόκτησής τους. (ii) Στη βραχύχρονη αντικοινωνική ικανότητα, που περιλαμβάνει (α) τον βαθμό αντικοινωνικής τάσης του κάθε ατόμου, (β) καταστασιακούς παράγοντες, όπως η πλήξη, το αλκοόλ και οι ματαιώσεις, (γ) τις συνθήκες ζωής, όπως η ανεργία και η έλλειψη χρημάτων, και (δ) τα αντιλαμβανόμενα από το άτομο κόστη και οφέλη για την εμπλοκή του στο έγκλημα.
Σελ. 16
ΙΙ. Επίσης, στη βάση ευρημάτων κοορτικών ερευνών, η Moffitt (1993) ανέπτυξε την κλασική τυπολογική θεωρία ταξινόμησης παραβατών, σε δυο ποιοτικά διαφορετικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα αποτελείται από χρόνιους ή επίμονους παραβάτες (“life-course-persistent offenders”), οι οποίοι χαρακτηρίζονται από πρώιμη έναρξη συμπεριφορικών προβλημάτων και παραβατικότητας, κυρίως κατά την παιδική ηλικία. Η εγκληματική τους δράση χαρακτηρίζεται από ποικιλία (εμπλέκονται για παράδειγμα σε κλοπές, βανδαλισμούς, επιθέσεις), συχνότητα και υψηλής βαρύτητας ποινικά αδικήματα. Ακόμη και σε περιόδους αποχής από το έγκλημα, κατά την ενήλικη ζωή, διαπιστώνεται εμπλοκή σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, όπως χρήση ουσιών, προβλήματα στην εργασία κτλ. Η αφετηρία της επίμονης εγκληματικής συμπεριφοράς εντοπίζεται στην αλληλεπίδραση νευροαναπτυξιακών ελλειμάτων και εγκληματογόνων παραγόντων (Moffitt, 1993). Η εν λόγω ομάδα αντιπροσωπεύει ένα μικρό ποσοστό του συνόλου των παραβατών, που ευθύνεται ωστόσο για την τέλεση του μεγαλύτερου μέρους των καταγεγραμμένων εγκλημάτων (Ζαραφωνίτου, 2023). Αντίθετα, η δεύτερη ομάδα, που αποτελεί την πλειοψηφία των εφήβων παραβατών, απαρτίζεται από τους παραβάτες που παρουσιάζουν όψιμη έναρξη της παραβατικότητας κατά την ανηλικότητα (ειδικότερα στην εφηβεία) και υποχώρηση της μετά την εφηβική περίοδο (“adolescence -limited offenders”). Σε σύγκριση με τους χρόνιους παραβάτες η εγκληματική δράση των περιστασιακών παραβατών χαρακτηρίζεται από σημαντικά χαμηλότερη ποικιλία, συχνότητα και βαρύτητα. Η περιστασιακή εμπλοκή στο έγκλημα κατά την εφηβεία εξηγείται στο πλαίσιο της προσέγγισης της Moffitt, μέσα από τις διαδικασίες κοινωνικής μίμησης αντικοινωνικών προτύπων. Πρόκειται για εφήβους που συναναστρέφονται και μιμούνται αντικοινωνικούς συνομηλίκους, οι οποίοι παρουσιάζονται ως περισσότερο αυτόνομοι και εμπλέκονται σε δραστηριότητες που παρέχουν χρήματα, κοινωνικό κύρος και έντονες συγκινήσεις (McGee & Moffitt, 2019).
ΙΙΙ. H Θεωρία της Καταστασιακής Δράσης δημιουργήθηκε από τον Wikström με σκοπό να αποτελέσει ένα κοινό εξηγητικό πλαίσιο για διαφορετικές εκφάνσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς, μέσα από τη σύνθεση ντετερμινιστικών και βολονταριστικών προσεγγίσεων (Wikström & Treiber, 2009). Στο παράδειγμα της περίπτωσης των εγκλημάτων βίας, οι βασικές αρχές της θεωρίας αναλύονται ως εξής (Wikström & Treiber, 2009): (i) Οι πράξεις βίας έχουν ηθικό χαρακτήρα (πρόκειται για πράξεις που καθοδηγούνται από αυτό που γίνεται αντιληπτό ως σωστό ή λάθος σε κάθε περίπτωση), (ii) Οι άνθρωποι εμπλέκονται στη βία, γιατί τη θεωρούν μια βιώσιμη εναλλακτική δράση, την οποία επιλέγουν είτε από συνήθεια, είτε κατόπιν σκέψης, (iii) Η πιθανότητα να αντιληφθεί ένα άτομο μια πράξη βίας ως βιώσιμη εναλλακτική και να επιλέξει να εμπλακεί σε αυτή, είναι συνάρτηση της αλληλεπίδρασης της τάσης του ατόμου για εμπλοκή στη βία (η οποία δομείται στη βάση των ηθικών κανόνων, των συναισθημάτων και του αυτοελέγχου του ατόμου) και της έκθεσης σε συνθήκες που ευνοούν τη βία, (iv) Οι κοινωνικοί και αναπτυξιακοί παράγοντες, επιδρούν με έμμεσο τρόπο στο
Σελ. 17
πέρασμα στην βίαιη πράξη και ως εκ τούτου αποτελούν περιφερικούς παράγοντες, (v) Η σύνδεση των περιφερικών παραγόντων (κοινωνικών συνθηκών και περιστατικών ζωής) με τη βία, θα πρέπει να γίνεται μόνο στις περιπτώσεις όπου μπορεί να καταδειχθεί η άμεση επίδρασή τους στην τάση του ατόμου για εμπλοκή στη βία ή/και στην έκθεση σε καταστάσεις που ευνοούν τη βία.
ΙV. Η Θεωρία της Ορθολογικής Επιλογής αναπτύχθηκε ως απόρροια μιας γενικότερης αλλαγής στην προσέγγιση του εγκλήματος, που πραγματοποιήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 1970 από τους Cornish & Clarke (2017). Ο όρος «ορθολογική επιλογή» δεν αποτελεί εύρημα των δημιουργών της θεωρίας, αλλά αντλεί από τις οικονομικές και πολιτικές επιστήμες. Η ιδέα της επιλογής της εμπλοκής στο έγκλημα, επίσης δεν είναι σύγχρονη, αλλά έχει τις ρίζες στο αξίωμα του ωφελιμισμού, που αναπτύχθηκε από τον Bentham στα τέλη του 18ου αιώνα, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συμπεριφορές εκτιμώνται από το μέγεθος της ευχαρίστησης που παράγουν (Κουράκης, 2008). Βασική στόχευση της Θεωρίας της Ορθολογικής Επιλογής δεν είναι να κατανοήσει τα αίτια της εγκληματικής συμπεριφορά, αλλά να αποτελέσει ένα εξηγητικό πλαίσιο χρήσιμο για τη διαμόρφωση πολιτικών πρόληψης του εγκλήματος (Clarke, 2014). Σύμφωνα με τις βασικές αρχές της θεωρίας, η εγκληματική συμπεριφορά είναι τόσο λογική όσο και σκόπιμη. Κατά την αρχή της σκοπιμότητας, τα εγκλήματα διαπράττονται με σκοπό την αποκόμιση οφέλους από τον παραβάτη, το οποίο δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τα οικονομικά οφέλη. Έτσι, η εγκληματική πράξη μπορεί να αποσκοπεί στην ικανοποίηση συνηθισμένων ανθρώπινων κινήτρων, όπως η επιθυμία για σεξουαλική ικανοποίηση, ο ενθουσιασμός, η αυτονομία, ο θαυμασμός, η εκτίμηση, ο έλεγχος, η μείωση της έντασης και η απόκτηση υλικών αγαθών. Μέσα από τις δυο αυτές αρχές, της λογικής και της σκοπιμότητας, η εγκληματική συμπεριφορά εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο με κάθε άλλη συμπεριφορά (Cornish & Clarke, 2017, σ.33).
V. Το Μοντέλο των Εγκληματικών Σεναρίων. Αποσκοπώντας σε μια ολοκληρωμένη κατανόηση της διαδικασίας λήψης απόφασης του παραβάτη, στο πλαίσιο της Θεωρίας της Ορθολογικής Επιλογής, ο Cornish (1994) πρότεινε το μοντέλο των εγκληματικών σεναρίων. Το συγκεκριμένο μοντέλο δεν απαντά στο «γιατί», αλλά στο «πώς» διαπράττεται ένα συγκεκριμένο έγκλημα. Τα εγκληματικά σενάρια μπορεί να είναι πολύ απλά, ή πολύ σύνθετα, συμπεριλαμβάνοντας πολλούς συμμετέχοντες, τοποθεσίες και παραβάτες. Δομούνται στη βάση παρελθουσών εμπειριών, και επαναλαμβάνονται για όσο καιρό εξακολουθούν να είναι λειτουργικά και αποτελεσματικά για τον παραβάτη. Τα εγκληματικά σενάρια διαφοροποιούνται ανάλογα με τον τύπο εγκλήματος. Το πλάνο της κλοπής, για παράδειγμα, αποτελείται από τέσσερα στάδια: (i) το πρώτο στάδιο αφορά στην προετοιμασία, και αναφέρεται στις δραστηριότητες που αναλαμβάνει ο θύτης για τον σχεδιασμό του εγκλήματος, (ii) το δεύτερο αφορά στις ενέργειες που λαμβάνουν χώρα πριν τη δράση, όπως για παράδειγμα το ταξίδι μέχρι τον τόπο του εγκλήματος ή την αναζήτηση ενός κατάλληλου στόχου, (iii) το τρίτο αφορά στα βήμα
Σελ. 18
τα που συντελούνται κατά τη διάπραξη, και (iv) το τέταρτο στάδιο περιλαμβάνει τις ενέργειες αμέσως μετά την τέλεση της εγκληματικής πράξης, όπως το σχέδιο διαφυγής από τον τόπο του εγκλήματος ή το σχέδιο για τη διάθεση των κλοπιμαίων (Tompson & Chaine, 2011). Η επιτυχής ολοκλήρωση ενός εγκλήματος οδηγεί τον θύτη σε επανάληψη της δράσης, που συνεπάγεται τη στοχοποίηση των ίδιων ή παρόμοιων στόχων, τη δραστηριοποίηση σε ίδιες ή παρόμοιες περιοχές, καθώς και τη χρήση των ίδιων ή παρόμοιων τεχνικών (Tompson & Chaine, 2011).
Σελ. 19
ΙΙΙ. Εγκληματική θυματοποίηση
Α. Το θύμα στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης
Παρά το γεγονός ότι το θύμα αποτελεί μια έννοια τόσο παλιά όσο και το έγκλημα, η συστηματική επιστημονική ενασχόληση με το θύμα είναι αρκετά σύγχρονη (Αρτινοπούλου, 1996). Παράλληλα, η ανάδειξη της ανάγκης για προστασία και υποστήριξη των θυμάτων ήρθε στο προσκήνιο από το 1950 και μετά, με την εξάπλωση των θυματολογικών κινημάτων και τη μεταγενέστερη ανάπτυξη των ερευνών θυματοποίησης (Βλάχου, 2022). Το 1985, με τη Διακήρυξη του ΟΗΕ για τις Βασικές Αρχές για την Απονομή Δικαιοσύνης στα Θύματα Εγκλήματος και Κατάχρησης Εξουσίας, αναγνωρίστηκε η σημασία της αντιμετώπισης των θυμάτων με συμπόνοια και σεβασμό, και προς αυτή την κατεύθυνση, ο κομβικός ρόλος της εγκατάστασης μηχανισμών που να διευκολύνουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και να προστατεύουν τα θύματα από περεταίρω θυματοποίηση στο πλαίσιο του συστήματος. Αποσκοπώντας στην προστασία των θυμάτων, η Διακήρυξη προέβλεπε ειδικότερα την πληροφόρηση των θυμάτων για πηγές υποστήριξης, την παροχή εξειδικευμένης βοήθειας και την εκπαίδευση των επαγγελματιών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στη διαχείριση και στην υποστήριξη θυμάτων. Συμπληρωματικά, ανάμεσα στα θύματα συμπεριελήφθησαν, με σκοπό να λαμβάνουν επίσης υποστήριξη, οι άμεσοι συγγενείς, εξαρτώμενα από το θύμα πρόσωπα, καθώς και πρόσωπα που επλήγησαν κατά την υποστήριξη των θυμάτων ή κατά τη διάρκεια παρεμβάσεων αποτροπής της θυματοποίησης.
Στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, με την εισαγωγής της οδηγίας 2012/29/ΕΕ τέθηκε το ελάχιστο πλαίσιο για την εξασφάλιση ότι τα θύματα εγκληματικότητας τυγχάνουν της δέουσας πληροφόρησης, υποστήριξης και προστασίας, και είναι ικανά να συμμετέχουν στην ποινική διαδικασία (αρ. 1). Για την εν λόγω οδηγία, ως «θύμα» νοείται: i) φυσικό πρόσωπο το οποίο υπέστη ζημία, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής, ψυχικής ή συναισθηματικής βλάβης ή της οικονομικής ζημίας, που προκλήθηκε απευθείας από αξιόποινη πράξη, ii) τα μέλη της οικογένειας προσώπου ο θάνατος του οποίου προκλήθηκε απευθείας από αξιόποινη πράξη (αρ. 2). Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν προβλέψεις για την μεταχείριση του θύματος από την πρώτη επαφή με το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης και κατά την ποινική διαδικασία. Ανάμεσα στα δικαιώματα των θυμάτων συγκαταλέγονται το δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων, καθώς και το δικαίωμα νομικής συνδρομής. Για την προστασία και αναγνώριση των θυμάτων με ειδικές ανάγκες προστασίας υπάρχουν ειδικές προβλέψεις, συμπεριλαμβάνοντας μεταξύ άλλων το δικαίωμα να αποφεύγεται η επαφή μεταξύ θύματος και
Σελ. 20
δράστη, το δικαίωμα προστασίας κατά την ποινική έρευνα και η ατομική αξιολόγηση των θυμάτων, για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας. Για την περίπτωση των παιδιών θυμάτων, πέραν των ανωτέρω, προβλέπονται επίσης η οπτικοακουστική καταγραφή της εξέτασης και ο διορισμός εκπροσώπου, σε περίπτωση αποκλεισμού των γονιών από την εκπροσώπηση.
Β. Μέθοδοι καταγραφής της θυματοποίησης
Η εκτίμηση για την έκταση και τις διακυμάνσεις της εγκληματικότητας διεξάγεται στη βάση των δεδομένων που καταγράφονται από τους φορείς του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και ειδικότερα από την αστυνομία. Στην Ελλάδα τα δεδομένα για τα διαπραττόμενα εγκλήματα τηρούνται από τις Στατιστικές Επετηρίδες της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ είναι επίσης διαθέσιμες οι στατιστικές των ποινικών δικαστηρίων και οι σωφρονιστικές στατιστικές. Αν και τα στοιχεία της αστυνομίας μπορούν να αποτελέσουν έναν δείκτη εκτίμησης της εγκληματικότητας, ο εν λόγω τρόπος καταγραφής χαρακτηρίζεται από σοβαρά μειονεκτήματα που από καιρό έχουν επισημανθεί. Το βασικότερο μειονέκτημα σχετίζεται με την απόκλιση που υπάρχει μεταξύ της καταγεγραμμένης από την αστυνομία και της πραγματικής εγκληματικότητας. Τα δεδομένα που καταγράφονται από την αστυνομία αφορούν σε αδικήματα που έφτασαν στη γνώση της αστυνομίας, είτε μέσα από μηνύσεις, είτε μέσα από την αυτεπάγγελτη δράση των αρχών (Ζαραφωνίτου, 2023). Πολύ συχνά, για ποικίλους λόγους, ένας σημαντικός αριθμός διαπραττόμενων εγκλημάτων δεν καταγράφεται, καθώς τα θύματα διστάζουν, φοβούνται, ντρέπονται, είναι σε σοκ, δεν είναι σε θέση, έχουν περιορισμένη πρόσβαση ή δεν εμπιστεύονται τις διωκτικές αρχές. Ως εκ τούτου, για ορισμένα αδικήματα, όπως για παράδειγμα σεξουαλικά εγκλήματα ή εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας, υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ πραγματικής και καταγεγραμμένης εγκληματικότητας, η οποία χαρακτηρίζεται ως ο σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας. Συμπληρωματικά, ο τρόπος τήρησης των στοιχείων μπορεί να είναι χρήσιμος για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τους δράστες, όχι όμως για τα θύματα. Μόλις πρόσφατα ξεκίνησε η καταγραφή των χαρακτηριστικών των θυμάτων, για ορισμένα εγκλήματα, στην Ελλάδα.


