ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

Δίκαιο και Πολιτική

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 22.25€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 55,25 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18844
Αγτζίδης Β., Αλεξανδρής Α., Αντωνόπουλος Κ., Αρώνη Χ., Γεωργαλίδου Μ., Γιόκαρης Α., Γουργουρίνης Α., Γραμματίκας Β., Δημητρόπουλος Κ., Διακοφωτάκης Γ., Καλαμβρέζος Δ., Λιανός – Λιαντής Ε., Λιάπης Α., Λούπας Α., Μαντά Ε., Μαρούδα Μ.- Ν., Μιχαηλίδης Ι., Μπαλτισώτης Λ., Μπρεδήμας Α., Νάσκου – Περράκη Π., π. Δημήτριος Σαλάχας, π. Μάρκος Φώσκολος, Περάκης Μ., Σαρηγιαννίδης Μ., Συρίγος Α., Τελαλιάν Μ., Τσέκου Κ., Τσιτσελίκης Κ., Χορμοβίτης Δ.
Σαμαρά - Κρίσπη Α., Συρίγος Ά., Κλάψης Α.
  • Έκδοση: 2023
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 792
  • ISBN: 978-618-08-0149-1
Σε έναν τόμο όλα όσα θα ήθελε να γνωρίζει κανείς για την προστασία των μειονοτήτων γραμμένο από 30 πανεπιστημιακούς, ειδικούς επιστήμονες ή ανθρώπους με μεγάλη πρακτική εμπειρία.
 
Στο έργο εξετάζονται:
- οι διατάξεις του διεθνούς δικαίου για τις μειονότητες διαχρονικά
 -η έννοια της μειονότητας
- τα ειδικά μειονοτικά δικαιώματα
-η αυτοδιάθεση και η συλλογική άσκηση των μειονοτικών δικαιωμάτων
-η μειονοτική προστασία στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών όπως του ΟΗΕ, του ΟΑΣΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης αλλά και της ΕΕ.
-η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης
-οι μουσουλμάνοι της Δωδεκανήσου
-οι Τσάμηδες
-οι ελληνικές μειονότητες στην Τουρκία και στην Αλβανία και
-η ελληνική παρουσία στη Βουλγαρία, στη Βόρεια Μακεδονία και στις χώρες του μετασοβιετικού κόσμου.
 
Επίσης εξετάζονται ομάδες που δεν συνιστούν μειονότητες όπως η μειονεκτούσα ομάδα των Ρομά αλλά και ομάδες εντός των ορίων του ελληνικού κράτους με δικά τους γλωσσικά, πολιτισμικά ή θρησκευτικά χαρακτηριστικά που συχνά γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστούν (άλλοτε από άγνοια και άλλοτε με πρόθεση) ως μειονότητες. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται οι σλαβόφωνοι, οι Έλληνες καθολικοί αλλά και ο Ιουδαϊκός Ελληνισμός.
 
Το έργο απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται για μια επιστημονική προσέγγιση του σύνθετου φαινομένου των μειονοτήτων.
 

Εισαγωγή VII

Συντομογραφίες XVII

1. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α) Η έννοια των μειονοτήτων κατά το διεθνές δίκαιο και
τα δικαιώματά τους 1

Έννοια και διαπίστωση της ύπαρξης της μειονότητας
και ο αυτοπροσδιορισμός των μελών της 3

Αντώνης Μπρεδήμας

Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αρχές μειονοτικής προστασίας 23

Γεώργιος Διακοφωτάκης

Διδάκτωρ Νομικής· Διπλωματικός Υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών

Ειδικά μειονοτικά δικαιώματα γλωσσικών
και θρησκευτικών μειονοτήτων 53

Mαρία-Ντανιέλλα Μαρούδα

Επίκουρη Καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών
και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών
και Πολιτικών Επιστημών· Πρόεδρος ECRI, Συμβούλιο της Ευρώπης

Ειδικά μειονοτικά δικαιώματα: δικαίωμα στην εκπαίδευση και πολιτιστικά δικαιώματα 83

Βασίλειος Ε. Γραμματίκας

Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Οι μειονότητες στις διαδικασίες διαδοχής κρατών 101

Άγγελος Γιόκαρης

Ομότιμος Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή,
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Μειονότητες και αυτοδιάθεση: επιστροφή στο μέλλον 105

Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης

Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Συλλογικά μειονοτικά δικαιώματα 121

Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος

Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

B) Διεθνείς οργανισμοί και μειονότητες 137

Η προστασία των μειονοτήτων στο σύστημα του ΟΗΕ 139

Βασίλειος Ε. Γραμματίκας

Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης,
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Συμβούλιο της Ευρώπης και εθνικές μειονότητες: από
την απαγόρευση των διακρίσεων στα μειονοτικά δικαιώματα 153

Χαρίκλεια Αρώνη

Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού
Παρευξεινίων Χωρών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Η ΔΑΣΕ και η προστασία των εθνικών μειονοτήτων 171

Γεώργιος Διακοφωτάκης

Διδάκτωρ Νομικής· Διπλωματικός Υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών

Το νομικό καθεστώς της προστασίας των μειονοτικών δικαιωμάτων
στην
έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: πτυχές εσωτερικής και εξωτερικής δράσης 195

Μανώλης Περάκης

Αναπληρωτής Καθηγηγής Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Σχολή,
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

2. ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α) Μειονότητες και γλωσσικές, θρησκευτικές, εθνότικες και
μειονεκτούσες ομάδες στην Ελλάδα 207

Πέρα και έξω από τους νόμους: Η αντιμετώπιση
της ετερότητας
στο ελληνικό εθνικό κράτος 209

Λάμπρος Μπαλτσιώτης

Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας,
Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Μια αναδρομική και σύγχρονη προσέγγιση της διεθνούς
προστασίας των μειονοτήτων στην Ελλάδα 245

Μαρία Τελαλιάν

Νομικός Σύμβουλος παρά τω Πρωθυπουργώ για θέματα δημοσίου διεθνούς δικαίου, Επίτιμος Νομικός Σύμβουλος και πρώην Προϊσταμένη
της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ

Οι ελληνικές μειονοτικές υποθέσεις ενώπιον
του Δικαστηρίου του Στρασβούργου
.
Μια ύστατη λύση στη χρόνια δυσανεξία; 267

Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης

Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη 297

Άγγελος Συρίγος

Αναπλ. Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής,
Πάντειο Πανεπιστήμιο

Οι μουσουλμάνοι της Δωδεκανήσου:
μια κοινωνιογλωσσική προσέγγιση 343

Μαριάνθη Γεωργαλίδου

Καθηγήτρια Γλωσσολογίας-Ανάλυσης Λόγου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί της Ηπείρου (1913-1953) 355

Ελευθερία Μαντά

Επίκουρη Καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας
και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Η σλαβόφωνη κοινότητα της Ελλάδας 377

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης

Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Η Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα: μια διαχρονική πολυμορφική θρησκευτική μειονότητα 395

† π. Δημήτριος Σαλάχας

επίσκοπος Γρατιανουπόλεως

π. Μάρκος Φώσκολος

Αρχειοφύλακας Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου-Τήνου

Ιουδαϊκός Ελληνισμός: από τους ελληνιστικούς χρόνους
στη νεωτερικότητα 413

Ευστάθιος Λιανός-Λιαντής

Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας,
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Έλληνες Ρομά: εμφατικά παρόντες αλλά διοικητικά δυσδιάκριτοι 437

Δημήτρης Χορμοβίτης

Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό του Συνηγόρου του Πολίτη

Οι μουσουλμάνοι Ρομά της ελληνικής Θράκης 465

Αντώνης Κ. Λιάπης

Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας

B) Ελληνικές μειονότητες σε άλλες χώρες 477

Ελληνορθόδοξη μειονότητα Κωνσταντινούπολης 479

Αλέξης Αλεξανδρής

Πρέσβης έ.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Ελληνικές κοινότητες της Ίμβρου και Τενέδου, 1922-2022 511

Αλέξης Αλεξανδρής

Πρέσβης έ.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Η υπόθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου
της Κωνσταντινούπολης ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 549

Παρασκευή Νάσκου-Περράκη

Αφ. Καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Η ελληνική εθνική μειονότητα στην Αλβανία: όψεις
του Ηπειρωτικού Ζητήματος, από την ίδρυση του αλβανικού
κράτους έως τη δύση του 20ου αιώνα 565

Κωνσταντίνος Δημητρόπουλος

Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας

Η συμβατότητα του Νόμου 96/2017 της Δημοκρατίας της Αλβανίας
«περί προστασίας των εθνικών μειονοτήτων» με τη Σύμβαση Πλαίσιο
του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία
των Εθνικών Μειονοτήτων 591

Αναστάσιος Γουργουρίνης

Επίκουρος Καθηγητής, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών· Ερευνητής, Γραφείο Ερεύνης Διεθνών και Συνταγματικών Θεσμών, Ακαδημία Αθηνών

Η ελληνική παρουσία στη σοσιαλιστική
και μετασοσιαλιστική Βουλγαρία 625

Κατερίνα Τσέκου

Διδάκτωρ Ιστορίας

Η ελληνική παρουσία στη βόρεια Μακεδονία
(19ος-20ος αιώνας)
: το ιστορικό πλαίσιο 647

Αθανάσιος Λούπας

Διδάκτωρ Βαλκανικής Ιστορίας· Μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Οι Έλληνες στον μετασοβιετικό κόσμο 663

Βλάσης Αγτζίδης

Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Μαθηματικός

Ο Ελληνισμός στη Ρωσία και στις άλλες χώρες της τ. ΕΣΣΔ.
Συνέπειες της διάλυσης της ΕΣΣΔ (1991).
Η
κατάσταση σήμερα (2022) 681

Διονύσιος Καλαμβρέζος

Διδάκτωρ Νομικής, Πρέσβυς

Βιβλιογραφία 713

Αλφαβητικό Ευρετήριο 771

Σελ. 1

1. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α) Η έννοια των μειονοτήτων κατά το διεθνές δίκαιο και τα δικαιώματά τους

Σελ. 3

Έννοια και διαπίστωση της ύπαρξης της μειονότητας και ο αυτοπροσδιορισμός των μελών της

Αντώνης Μπρεδήμας

Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ι. Εισαγωγή

Η ύπαρξη μιας μειονότητας στο έδαφος ενός κράτους και ο αυτοπροσδιορισμός των μελών της αποτελεί ένα από τα πλέον συζητημένα και αμφισβητούμενα θέματα του δικαίου των μειονοτήτων, καθώς υπεισέρχονται πολλές φορές παράγοντες που έχουν να κάνουν με κρατικά συμφέροντα και γεωπολιτικές σκοπιμότητες, με αποτέλεσμα να μην έχει διαμορφωθεί ένα σαφές πλαίσιο κανόνων που διέπουν το θέμα αυτό, ενώ και η πρακτική των διεθνών οργάνων, παγκόσμιων (Human Rights Committee) και περιφερειακών (Συμβουλευτική Επιτροπή της Σύμβασης-πλαίσιο για τις εθνικές μειονότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης και ΔΑΣΕ/ΟΑΣΕ) δεν έχει διαμορφώσει ένα πλήρως συνεκτικό πλαίσιο.

Η μελέτη του ζητήματος αυτού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, δεδομένου ότι, αν και οι (εθνικές) μειονότητες στο έδαφός της δεν έχουν, σε αριθμητικό επίπεδο, ένα αξιοσημείωτο μέγεθος, τουλάχι-

Σελ. 4

στον συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιστορικοί και πολιτικοί λόγοι έχουν καταστήσει το ζήτημα της ύπαρξης (σλαβομακεδονική μειονότητα) και της ονομασίας (μειονότητα στη Δυτική Θράκη), καθώς και του αυτοπροσδιορισμού των μελών τους, ως συμπύκνωση των κατά το μάλλον ή ήττον προβληματικών σχέσεων της Ελλάδας με τις δύο γειτονικές χώρες (Τουρκία, ΠΓΔΜ/Βόρεια Μακεδονία).

Ακολουθώντας τη διατύπωση του τίτλου της παρούσας μελέτης, θα αναλυθούν σε μία πρώτη παράγραφο (Ι) η έννοια και η διαπίστωση της ύπαρξης μιας μειονοτικής ομάδας, ενώ σε μία δεύτερη παράγραφο (ΙΙ) θα διερευνηθεί το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού των μελών των μειονοτήτων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ζητήματα δεν τίθενται με τους ίδιους όρους για τις δύο (εθνικές) μειονότητες στον ελληνικό χώρο. Πράγματι, όσον αφορά την ύπαρξη της μειονότητας, αυτή είναι αναμφισβήτητη στην περίπτωση της μειονότητας στη Δυτική Θράκη, αλλά έχει προκαλέσει αμφισβητήσεις και διαμάχες όσον αφορά τη σλαβομακεδονική μειονότητα. Στενά συνδεδεμένο με την ύπαρξη μιας μειονότητας είναι και το θέμα της ονομασίας της, και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση της μειονότητας στη Δυτική Θράκη, όπου η ονομασία της ως μουσουλμανική μειονότητα παρεμποδίζει την αναγνώρισή της ως «τουρκικής». Αλλά, και στην περίπτωση της μειονότητας στην περιφέρεια της Μακεδονίας, ακόμα και αν υπερκερασθεί το ζήτημα της ύπαρξής της, θα τεθεί το θέμα της ονομασίας της: Μακεδονική (όπως θέλουν οι ίδιοι) ή Σλαβομακεδονική.

Όσον αφορά το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού των μελών των (εθνικών) μειονοτήτων, θα εξετασθεί αν μπορεί οποιοδήποτε πρόσωπο, ανεξαρτήτως αντικειμενικών χαρακτηριστικών, να υπαγάγει εαυτόν στην εθνική μειονότητα, ή αν παρόμοια ευχέρεια υπόκειται στον έλεγχο και περιορισμό, είτε από την ίδια τη μειονότητα είτε από άλλα όργανα, εθνικά ή διεθνή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση που μία εθνική μειονότητα και τα μέλη της χαίρουν ορισμένων προνομίων (οικονομικών ή άλλων) σε σχέση με τα μέλη της πλειονότητας σ’ ένα κράτος και η ένταξη στη μειονότητα αυτή ενός αριθμού προσώπων θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των άλλων μελών της μειονότητας ως προς τα οφέλη που απολαύουν μέχρι τότε.

Σελ. 5

Ένα άλλο θέμα που παρουσιάζεται στο πλαίσιο του δεύτερου μέρους είναι η σύγκρουση που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στον βολονταριστικό χαρακτήρα της υπαγωγής στη μειονότητα και στην ύπαρξη αντικειμενικών προϋποθέσεων για την υπαγωγή αυτή. Τέλος, κρίνεται απαραίτητο να εξεταστεί με ποιό τρόπο και με ποιές τεχνικές μπορεί να διαπιστωθεί η υπαγωγή ενός προσώπου σε μία μειονοτική ομάδα, στη βάση, ιδιαίτερα των διεθνών ρυθμίσεων που έχουν διατυπωθεί από διεθνείς οργανισμούς.

ΙΙ. Έννοια και διαπίστωση της ύπαρξης της μειονοτικής ομάδας

1. Η έννοια της μειονότητας γενικά και της εθνικής μειονότητας ειδικότερα

Εξ ορισμού, η έννοια της μειονότητας είναι ότι πρόκειται για ομάδα προσώπων, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ιστορία, γλωσσικό, ήθη και έθιμα), που βρίσκονται σε κατάσταση αριθμητικά υστερούσα από αυτήν της πλειονότητας των κατοίκων ενός εδάφους. Η δε πλειονότητα πρέπει να είναι απόλυτη απέναντι όχι μόνο σε μία, αλλά στο σύνολο των μειονοτήτων του εδάφους. Στη διεθνή πρακτική, ο όρος «μειονότητα» δεν αναφέρεται αυτοτελώς, αλλά μόνο σε σχέση με τα δικαιώματα (και υποχρεώσεις) των προσώπων που ανήκουν σ’ αυτές. Αυτό συμβαίνει γιατί τα κράτη αντιδρούν στην κατοχύρωση δικαιωμάτων της μειονότητας καθεαυτής, φοβούμενα ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σταδιακά στην ανάδειξη της αυτοτέλειας της μειονότητας και, γιατί όχι; στην προσπάθεια εξασφάλισης ενός καθεστώτος αυτονομίας ή και ανεξαρτησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο σε ένα διεθνές κείμενο στη Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για τις μειονότητες (1990) περιλαμβανόταν διάταξη που αναφερόταν στα δικαιώματα των μειονοτήτων καθεαυτών, και αυτό το κείμενο ανατράπηκε, λόγω της αντίθεσης πολλών κρατών, από άλλο, αντίστοιχο, κείμενο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, που αναφέρεται στα πρόσωπα που ανήκουν στη μειονότητα και όχι στις ίδιες τις μειονότητες.

Σελ. 6

Ένα επόμενο ερώτημα είναι: ποιές ομάδες προσώπων διέπονται από τις διεθνείς ρυθμίσεις για τις μειονότητες; Εν πρώτοις, αποκλείονται οι μειονότητες που αποτελούν κοινωνικές ομάδες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. τα πρόσωπα που έχουν διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, ή, ακόμη, κατά τη γνώμη του γράφοντος, οι μετανάστες και πρόσφυγες για τους οποίους υπάρχουν διαφορετικές ρυθμίσεις τόσο του εσωτερικού όσο και του διεθνούς δικαίου. Κατά δεύτερο λόγο, οι μειονότητες αντιστοιχούν στην έννοια του «έθνους» (εθνότητα) δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη ορισμένων χαρακτηριστικών που τα ξεχωρίζουν τόσο από την πλειονότητα όσο και από άλλες μειονοτικές ομάδες. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι συνήθως «αντικειμενικού» χαρακτήρα, όπως κοινή ιστορία, παραδόσεις, γλώσσα, αλλά και υποκειμενικού χαρακτήρα, όπως η επιλογή να αποτελούν μία ξεχωριστή πολιτική κατάσταση και εθνότητα. Στην πράξη, ο συνδυασμός αυτός αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων ποικίλλει ανά χώρα. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το υποκειμενικό στοιχείο. Γιατί, μπορούν να συντρέχουν πολλά αντικειμενικά στοιχεία, αλλά τα μέλη μιας μειονότητας να μη νοιώθουν ότι αποτελούν κάτι πολιτικά διαφορετικό από την πλειονότητα. Αντίθετα, μπορεί να μην συντρέχουν ορισμένα βασικά αντικειμενικά στοιχεία, όπως λ.χ. η γλώσσα, αλλά τα μέλη της μειονότητας να αισθάνονται ότι αποτελούν διαφορετική πολιτική οντότητα, είτε αυτοτελή είτε συνδεδεμένη με κάποιο (γειτονικό) κράτος (kin-state). Αυτή την υποκειμενική διάσταση της μειονότητας διατύπωσε με ενάργεια ο Ελ. Βενιζέλος, ήδη αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, σε σχέση ιδιαίτερα με την ελληνική (αλλά αλβανόφωνη) μειονότητα στην περιοχή της Κορυτσάς. Παρ’ όλα αυτά, η έννοια της «εθνότητας», σε σχέση είτε με τις μειονότητες είτε με λαούς, δεν έχει γίνει δυνατό να προσδιοριστεί κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Όπως επισημαίνεται σε κείμε-

Σελ. 7

νο της Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων (DH-MIN) “… the term nation has a different meaning in different contexts, and that in these circumstances it not possible to arrive to a common definition”.

2. Η διαπίστωση της ύπαρξης μιας μειονοτικής ομάδας

Η ύπαρξη μειονοτήτων στο έδαφος των κρατών υπήρξε ανέκαθεν αντικείμενο σκέψεων, δισταγμών και αντιδράσεων εκ μέρους των περισσότερων από αυτά, αφενός γιατί αποτελούσαν τον «άλλο» (“l’autre c’est l’enfer”, κατά τη σαρτρική διατύπωση), αλλά, κυρίως, λόγω του πραγματικού ή υποτιθέμενου φόβου, ότι αποτελούν απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Αυτός ο φόβος εκφράστηκε, ήδη από την αρχή, με διατυπώσεις που αποκλείουν την προστασία της μειονότητας ως τέτοιας, προς όφελος των μελών της. Έτσι, τόσο το άρθρο 27 του Συμφώνου του 1966 για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα όσο και η Τελική Πράξη του Ελσίνκι (1975) αναφέρουν ότι «στα κράτη στο έδαφος των οποίων υπάρχουν εθνικές μειονότητες θα σέβονται το δικαίωμα των προσώπων που ανήκουν σ’ αυτές τις μειονότητες».

Η διατύπωση αυτή υιοθετήθηκε μετά την επιμονή ορισμένων κρατών, που θεώρησαν ότι μπορούσαν με μιαν απλή δήλωση περί μη-ύπαρξης μειονοτήτων στο έδαφός τους να απαλλαγούν από κάθε συγκεκριμένη δέσμευση. Αυτή η αντίληψη δεν φαίνεται όμως να είναι ορθή, για τον απλούστατο λόγο ότι η προστασία της μειονότητας θα εξαρτιόταν από την καλή θέληση του κάθε κράτους, που, όπως αναφέραμε, απουσιάζει κατά κανόνα. Έτσι, έχει υποστηριχθεί, και βασίμως, ότι η ύπαρξη ορισμένων κατάλληλων στοιχείων, που δείχνουν την ύπαρξη μιας μειονότητας, είναι αρκετή για την εφαρμογή των σχετικών μειονοτικών ρυθμίσεων. Το πρόβλημα όμως που ανακύπτει έχει να κάνει με το ποιά είναι αυτά τα «κατάλληλα στοιχεία», θέμα που σχετίζεται αμέσως με τον ορισμό της μειονότητας.

Από τα διεθνή κείμενα που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, διαπιστώνουμε ότι μόνο το σχέδιο της Σύμβασης-πλαίσιο που κατάρτισε η Επιτροπή της Βενετίας έδιδε ορισμό της μειονότητας, και προσδιόριζε ότι κάθε ομάδα που αντα-

Σελ. 8

ποκρίνεται σ’ αυτό τον ορισμό θα πρέπει να θεωρείται ως μειονότητα. Κανένα άλλο μεταγενέστερο διεθνές κείμενο δεν υιοθέτησε παρόμοια θέση: ούτε η Τελική Πράξη του Ελσίνκι και τα μεταγενέστερα κείμενα της ΔΑΣΕ, ούτε η Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις εθνικές μειονότητες. Μόνο στο κείμενο της Κοπεγχάγης της ΔΑΣΕ υπάρχει διάταξη, σύμφωνα με την οποία: « Les États participants protégeront l’identité ethnique … des minorités nationales sur leur territoire », διατύπωση που, ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αποτελεί ριζική μεταβολή, στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά μία «διασφαλιστική δικλείδα» (“supape de sécurité”). Αυτό επιβεβαιώθηκε από το κείμενο της Γενεύης της ΔΑΣΕ, ένα χρόνο αργότερα, όπου η σχετική διατύπωση επανήλθε στην αρχική κοίτη: « Convaincus que, dans les États où existent des minorités nationales …».

Αυτή η απουσία ορισμού της εθνικής μειονότητας στα διεθνή κείμενα, έδωσε σε μία σειρά από (ευρωπαϊκά) κράτη που είχαν προβλήματα μειονοτικής φύσης – όπως η Γαλλία, η Τουρκία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία– τη δυνατότητα να θεωρήσουν ότι τα σχετικά κείμενα δεν εφαρμόζονται σ’ αυτά. Η Γαλλία λ.χ. αρνείται να αναγνωρίσει την ύπαρξη εθνικών μειονοτήτων στο έδαφός της, περιλαμβανομένων και των κατοίκων της Κορσικής. Για την Τουρκία, οι μόνες μειονότητες που αναγνωρίζονται είναι αυτές που κατοχυρώνονται από διεθνείς συνθήκες (λ.χ. Συνθήκη της Λωζάνης), αρνείται δε επίμονα να αναγνωρίσει τους Κούρδους (10-15 εκατομμύρια) ως εθνική μειονότητα, θεωρώντας ότι πρόκειται για «ορεσίβιους Τούρκους». Αλλά και η Ελλάδα ακολουθεί την ίδια πεπατημένη, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη μόνο μιας μουσουλμανικής μει-

Σελ. 9

ονότητας –άρα μη εθνικής– στη Δυτική Θράκη (Συνθήκη της Λωζάνης), ενώ, για λόγους πολιτικούς και ιστορικούς, απορρίπτει την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας στην περιοχή της Μακεδονίας.

3. Ζητήματα σχετικά με την ύπαρξη και ονομασία των μειονοτήτων (και των μελών τους) στην Ελλάδα

(α) Γενικά

Ξεκινώντας από τη διαπίστωση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ότι η ύπαρξη μιας μειονότητας σ’ ένα κράτος αποτελεί ένα γεγονός (fact), και δεν εξαρτάται από την αναγνώρισή της από το ίδιο το κράτος, τίθεται το ερώτημα τί θα συμβεί σε περίπτωση που το κράτος αυτό αρνείται την αναγνώριση. Ασφαλώς, στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, η μη αναγνώριση συνεπάγεται για τα όργανα του κράτους (νομοθετικά, εκτελεστικά, δικαστικά) την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν στις εν λόγω ομάδες τα εκ του διεθνούς δικαίου μειονοτικά δικαιώματα. Σε διεθνές, όμως, επίπεδο, τίποτε δεν απαγορεύει στα διεθνή όργανα, που διαθέτουν τη σχετική δικαιοδοσία, να επιληφθούν μιας μειονοτικής περίπτωσης αν κρίνουν ότι τα πραγματικά γεγονότα δείχνουν την ύπαρξη μιας μειονότητας, ιδιαίτερα αν αυτή είναι αριθμητικώς σημαντική. Αυτό θα μπορούσε λ.χ. να συμβεί με τα όργανα της ΔΑΣΕ / ΟΑΣΕ σε σχέση με τους Κούρδους της Τουρκίας. Διαφορετική θα ήταν ασφαλώς η περίπτωση της σλαβομακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, όπου οι (υπάρχοντες) μικροί αριθμοί καθιστούν δύσκολη τη διαπίστωση ύπαρξης της μειονότητας.

Το γεγονός όμως είναι ότι δεν αρκεί, για την προστασία μιας μειονότητας, να έχει «αναγνωρισθεί» από κάποια διεθνή όργανα, αλλά είναι απαραίτητη η αναγνώρισή της και από το κράτος που την φιλοξενεί. Έτσι, τίθεται το ζήτημα πώς μπορούν τα κράτη αυτά να αποδεχθούν την ύπαρξη μιας μειονότητας. Ασφαλώς το θέμα αυτό είναι βαθύτατα, πολιτικό, συνδεδεμένο πολλές φορές με καταστάσεις και εξελίξεις του παρελθόντος, που καθιστούν πολύ δύσκολη

Σελ. 10

την επίτευξη αυτού του στόχου. Αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στις περιπτώσεις των μειονοτήτων στη Δυτική Θράκη και στη Μακεδονία.

Εκείνο που καθιστά ενδιαφέρουσες αυτές τις δύο περιπτώσεις, δεν είναι τόσο η ύπαρξη καθεαυτή των μειονοτήτων, όσο η ονομασία τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση της Δυτικής Θράκης, όπου υπάρχει συγκεκριμένη, από τη Συνθήκη της Λωζάνης, μειονότητα. Θεωρώ όμως ότι ισχύει, αν και με διαφορετικό τρόπο, και στην περίπτωση της μειονότητας στη Μακεδονία, όπου, πέραν των δυσκολιών και αναστολών του παρελθόντος και των μη-ομαλών, ακόμα και εχθρικών, στο σημείο αυτό, σχέσεων με την ΠΓΔΜ, οι εξελίξεις δείχνουν ότι μετά τη σύναψη της Συμφωνίας των Πρεσπών, τα σημεία τριβής τείνουν να απαλυνθούν. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, και εφόσον δεν μεσολαβήσουν γεγονότα και εξελίξεις που θα «δυναμιτίσουν» τις σχέσεις των δύο πλευρών (ιδιαίτερα σε σχέση με την Τουρκία), υπάρχει η δυνατότητα να βρεθούν συμβιβαστικές λύσεις, με τη μέθοδο του “win-win”.

(β) Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης

Όσον αφορά τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, τίθεται το ερώτημα αν αυτός ο χαρακτηρισμός της αποτελεί περιορισμό της άσκησης του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού. Θα πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί η προέλευση του όρου αυτού την εποχή εκείνη (1923), και η ένταξή του στο συνολικό σύστημα οργάνωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε ποιό βαθμό δηλαδή ο όρος «μουσουλμανική» (μειονότητα) εξέφραζε κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που υπονοεί ο εν λόγω όρος στη σημερινή εποχή. Ότι δηλαδή ο όρος «μουσουλμανική» ή «χριστιανική» ανταποκρινόταν στη διάκριση, στο πλαίσιο του Οθωμανικού κράτους, των διαφόρων πληθυσμών και εθνοτήτων, και ενείχε, εν δυνάμει, το στοιχείο της εθνοτικής διάκρισης. Αυτό θα σήμαινε ότι με την κατάργηση, μετά το 1923, της διάκρισης σε «μουσουλμάνος», «χριστιανός» κ.λπ., ο όρος μουσουλμάνος αποκτά μια διάσταση εθνικής ομάδας.

Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο των εθνικών μειονοτήτων, η θρησκευτική διάσταση (μουσουλμανική) αποτελεί ένα μόνο μέρος των χαρακτηριστικών της εθνικής μειονότητας. Απομένουν μία σειρά από άλλα χαρακτηριστικά που δεν καλύπτονται από τον χαρακτήρα της θρησκευτικής μειονότητας (εκπαίδευση, πολιτιστικά θέματα, γλωσσικό δικαίωμα κ.ά.). Στην περίπτωση όμως της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, η Σύμβαση της Λωζάνης καλύπτει το σύνολο αυτών των χαρακτηριστικών, που δείχνει ότι στην έννοια του όρου «μουσουλμανική», οι συντάκτες

Σελ. 11

της Συνθήκης απέβλεπαν στην ύπαρξη μιας μειονότητας που διέθετε εθνικά χαρακτηριστικά.

Η εμμονή των ελληνικών κρατικών οργάνων, περιλαμβανομένων ιδιαίτερα των δικαστηρίων, στη γραμματική ερμηνεία του όρου, έρχεται σε αντίθεση με τις άλλες ερμηνευτικές μεθόδους του διεθνούς δικαίου, και συγκεκριμένα ότι η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη το «context» της συνάψεως της συνθήκης (άρθρο 31.1. της Συνθήκης της Βιέννης για το δίκαιο των διεθνών συνθηκών), και στη βάση της δυναμικής ή εξελικτικής ερμηνείας, δηλαδή ότι η ερμηνευόμενη έκφραση δεν θα πρέπει να παραμείνει στο περιεχόμενο που θα μπορούσε να της αποδοθεί κατά τη στιγμή της συντάξεώς της (1923), αλλά θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την εξέλιξη του δικαίου, δηλαδή στο πλαίσιο του νομικού συστήματος σε ισχύ (διεθνές δίκαιο των μειονοτήτων), κατά τον χρόνο της ερμηνευτικής του προσέγγισης. Όσον αφορά τις άλλες ερμηνευτικές μεθόδους του διεθνούς δικαίου, η μεταγενέστερη πρακτική των κρατών δεν μπορεί να μας φανεί χρήσιμη, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κοινή αντιμετώπιση του θέματος από τις δύο χώρες, οι δε προπαρασκευαστικές εργασίες (travaux préparatoires) της Συνθήκης της Λωζάνης δεν μας διαφωτίζουν ιδιαίτερα στο θέμα.

Αντίθετα, θα μπορούσε κανείς να επικαλεσθεί τον κανόνα ερμηνείας των διεθνών συνθηκών, σύμφωνα με τον οποίο: «Ομού μετά του συνόλου της συνθήκης δέον να λαμβάνονται υπ’ όψιν … γ) άπαντες οι κανόνες του διεθνούς δικαίου οι εφαρμοζόμενοι εις τας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσεις» (άρθρα 31, 3, γ της Συνθήκης της Βιέννης). Πράγματι, το ισχύον σήμερα διεθνές δίκαιο που αφορά τις εθνικές μειονότητες, και το οποίο δεσμεύει και τις δύο χώρες, χαρακτηρίζει τον αυτοπροσδιορισμό των εθνικών μειονοτήτων ως αποτέλεσμα μέρους του δικαίου αυτού. Παρ’ ότι το διεθνές δίκαιο δεν νομιμοποιεί την αυτοδιάθεση των μειονοτήτων, αυτοπροσδιορισμός δεν σημαίνει αυτοδιάθεση. Σημαίνει, αφενός τη συνείδηση της διακριτής ομάδας και αφετέρου τη θέληση διατήρησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών.

Ένα τελευταίο επιχείρημα, ουσιαστικού χαρακτήρα, συνίσταται στο ότι, εάν, σύμφωνα με την περιοριστική ερμηνεία του όρου «μουσουλμανική» μειονότητα, το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της μειονότητας περιοριζόταν μόνο στη

Σελ. 12

θρησκευτική διάστασή της, τότε ποιόν εθνικό χαρακτήρα θα έχουν τα μέλη της; Γιατί δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι τα πρόσωπα αυτά δεν διαθέτουν παρόμοιο χαρακτήρα. Είτε το θέλει κανείς είτε όχι, δεν μπορεί να αρνηθεί στα εν λόγω πρόσωπα να αυτοπροσδιορίζονται ως «Τούρκοι», «Πομάκοι» ή «Τσιγγάνοι». Γιατί, αλλιώς, θα είχαμε μειονοτικά πρόσωπα «εν κενώ».

(γ) Η ύπαρξη και ονομασία της μειονότητας στη Μακεδονία

Το θέμα της ονομασίας μιας εθνικής μειονότητας και των μελών της αφορά όχι μόνο τη μουσουλμανική, αλλά και τη σλαβομακεδονική μειονότητα. Είναι γνωστό ότι μέλη της είχαν προσφύγει στο ΕΔΔΑ σχετικά με την άρνηση των ελληνικών αρχών να τους επιτραπεί η ίδρυση νομικού προσώπου με τη σύνθετη ονομασία «Μακεδονικός/κή (Στέγη)», με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη παρόμοιας μειονότητας, πολύ δε περισσότερο με την ονομασία «Μακεδονικός/κή». Οι προσφυγές αυτές δικαιώθηκαν –στη βάση, είναι γεγονός του δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και όχι του δικαίου περί μειονοτήτων, με τις ελληνικές αρχές να αρνούνται να εκτελέσουν τις σχετικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Το ερώτημα που θα μπορούσε να προκύψει είναι αν σήμερα, μετά τη σύναψη της Συμφωνίας των Πρεσπών (2018), θα μπορούσαν πρόσωπα που ανήκουν στη μειονότητα αυτή να ζητήσουν να τους αναγνωρισθεί η ονομασία «Μακεδονικός/Μακεδονική», με το επιχείρημα ότι η Συμφωνία αυτή αναγνωρίζει στους κατοίκους της Βόρειας Μακεδονίας τον εθνοτικό χαρακτήρα του Μακεδόνα και των παραγώγων του και, έτσι, κατά συνέχεια, θα πρέπει να αναγνωριστεί στην αντίστοιχη μειονότητα στην Ελλάδα, η ίδια ονομασία «Μακεδόνας».

Το πρόβλημα αυτό επιτείνεται εκ του ότι η παρούσα κυβέρνηση (2021) είχε, ως αξιωματική αντιπολίτευση, αναγνωρίσει ότι η σχετική διάταξη της Συμφωνίας των Πρεσπών είχε αναγνωρίσει, πράγματι, στους βόρειους γείτονες αυτό τον εθνοτικό χαρακτήρα. Πώς θα μπορούσε κανείς να αντικρούσει παρόμοιο

Σελ. 13

ισχυρισμό; Έχουμε υποστηρίξει αλλαχού, ότι δεν προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της Συμφωνίας, αναγνώριση εκ μέρους της Ελλάδας τους εθνοτικού χαρακτήρα «Μακεδόνες» των κατοίκων (και δη της πλειονότητάς τους) της Βόρειας Μακεδονίας. Πράγματι, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 7.Β της Συμφωνίας αναφέρεται στον λαό (people, στο αγγλικό αυθεντικό κείμενο) των Μακεδόνων. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η διατύπωση αυτή αρκεί για να συμπεράνει κανείς ότι πράγματι η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει «μακεδονική» εθνότητα στους βόρειους γείτονες.

Το πρόβλημα όμως ανακύπτει σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 7.Α της ίδιας Συμφωνίας, όπου οι κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας χαρακτηρίζονται, και αυτοί, ως λαός (people) και τους δίδεται εξίσου η ονομασία «Μακεδόνες» (ή Μακεδονικός λαός). Με βάση την ταυτοσημία των δύο διατάξεων (7.Α και 7.Β), θα έπρεπε κανείς να θεωρήσει ότι και οι κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας αποτελούν λαό και είναι εθνοτικά «Μακεδόνες». Αυτό όμως έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το γεγονός ότι οι κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας ουδέποτε έχουν χαρακτηριστεί ως «λαός», ή ως εθνοτικά «Μακεδόνες». Ο μόνος εθνοτικός χαρακτήρας που τους αποδίδεται είναι ότι είναι Έλληνες, και κατά συνέπεια ο όρος «Μακεδών/Μακεδονικός» αφορά τον πληθυσμό (τους κατοίκους) και μόνο της ελληνικής Μακεδονίας.

Αυτή η ταυτοσημία των δύο διατάξεων, και η διαπίστωση ότι, όσον αφορά τους Έλληνες Μακεδόνες, δεν πρόκειται για εθνοτικό όρο, αλλά για γεωγραφικό, επιβάλλει να διαβαστεί ότι και η διάταξη για τους Μακεδόνες/Μακεδονική της Βόρειας Μακεδονίας αφορά τον πληθυσμό της περιοχής αυτής, και δεν έχει, και αυτός, εθνικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, και εφόσον δεν προκύπτουν άλλα στοιχεία, που να ανατρέπουν τον παραπάνω συλλογισμό, θα πρέπει κανείς να συμπεράνει ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν έχει αναγνωρίσει τον εθνοτικό όρο «Μακεδόνες / Μακεδονικός» για τους Βόρειους γείτονες.

Αυτό που ισχύει εν προκειμένω είναι ότι η πριν από τη Συμφωνία των Πρεσπών κατάσταση συνεχίζεται και μετά από αυτήν. Τουτέστιν, οι μεν Βόρειο-μακεδόνες (τουλάχιστον η πλειονότητά τους) εξακολουθούν να θεωρούν εαυτούς ως εθνοτικά «Μακεδόνες», σύμφωνα και με την επιταγή του Συντάγματός τους, ενώ η ελληνική πλευρά δεν έχει αποδεχθεί, και δεν δεσμεύεται, από παρόμοιο εθνοτικό χαρακτηρισμό. Έτσι, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η μειονότητα στην Ελλάδα, στο βαθμό που μπορεί να αποτελέσει αριθμητική μειονότητα, θα μπορεί να χαρακτηριστεί όχι ως «Μακεδονική», αλλά ως

Σελ. 14

«σλαβομακεδονική», πράγμα που αντιστοιχεί στα γενικά χαρακτηριστικά μιας εθνότητας και που παραδοσιακά γινόταν αποδεκτή στην Ελλάδα.

ΙΙΙ. Ο αυτοπροσδιορισμός των μελών της μειονοτικής ομάδας

1. Οι ουσιαστικές ρυθμίσεις

Το να προσδιοριστεί ποιός είναι ή δεν είναι μέλος μιας μειονότητας, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτής της τελευταίας, πράγμα που σημαίνει, κατ’ αρχήν, την αναγνώρισή της από το ενδιαφερόμενο κράτος. Αλλά, ενώ κανονικά η υπαγωγή ενός προσώπου σε μία συγκεκριμένη μειονοτική ομάδα γίνεται συνήθως στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η γλώσσα, η θρησκεία ή η φυλή, στην πραγματικότητα και προκειμένου να αποφευχθεί κατάχρηση εκ μέρους των κρατών, τα διεθνή κείμενα για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων δίδουν έμφαση στο υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή στην ελεύθερη επιλογή των προσώπων. Το κείμενο λ.χ. της Κοπεγχάγης της ΔΑΣΕ/ΟΑΣΕ προβλέπει ότι «η υπαγωγή σε μιαν εθνική μειονότητα είναι ένα θέμα που εξαρτάται από μια προσωπική επιλογή». Στο ίδιο μήκος κύματος, η Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων προβλέπει ότι: «Κάθε πρόσωπο που ανήκει σε εθνική μειονότητα έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα εάν θα αντιμετωπίζεται ή όχι βάσει αυτής του της ιδιότητας και καμιά δυσμενής επίπτωση δεν μπορεί να προκύψει από την επιλογή αυτή ή από την άσκηση των συναφών δικαιωμάτων» (άρθρο 3). Οι παραπάνω διατυπώσεις μπορούν να επισύρουν μία σειρά από παρατηρήσεις.

Πρώτον, ότι η ελεύθερη επιλογή του ενδιαφερόμενου προσώπου είναι ελεύθερη, στην έννοια ότι σε τελική ανάλυση είναι η βούλησή του που προσδιορίζει το αν θέλει να είναι ή όχι μέλος της μειονότητας. Αυτό δεν λειτουργεί πάντοτε κατά τρόπο ομοιόμορφο. Στην περίπτωση λ.χ. του κειμένου της Κοπεγχάγης της ΔΑΣΕ, το υποκειμενικό στοιχείο είναι κυρίαρχο, που σημαίνει ότι το ή τα πρόσωπα μπορούν να θεωρήσουν κυρίαρχα ότι δεν ανήκουν σε μία μειονότητα, έστω και αν συντρέχουν αντικειμενικά στοιχεία προς την κατεύθυνση αυτή. Στην περίπτωση όμως της Σύμβασης-πλαίσιο για τις εθνοτικές μειονότητες, ενώ επαναλαμβάνεται, και εδώ, ότι η επιλογή είναι ελεύθερη, προσδιορίζεται ταυτόχρονα στην Επεξηγηματική Έκθεση της Σύμβασης-πλαίσιο ότι η

Σελ. 15

εν λόγω επιλογή θα πρέπει να γίνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων και να μην είναι αυθαίρετη.

Ποιά είναι αυτά τα αντικειμενικά κριτήρια, δεν έχει προσδιοριστεί ερμηνευτικά από τη Σύμβαση-πλαίσιο, και η Συμβουλευτική Επιτροπή συνειδητά απέφυγε να τα προσδιορίσει. Κατά συνέπεια, όπως επισημαίνει η ίδια η Συμβουλευτική Επιτροπή, “objective criteria do not constitute elements of a definition”. Αυτό σημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι το άτομο μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ελεύθερα, και αυτό ισχύει στο μέτρο που δεν υπάρχουν αποχρώντες λόγοι περί του αντιθέτου. Ποιοί μπορεί να είναι αυτοί οι λόγοι αναφέρονται από τη Συμβουλευτική Επιτροπή κατά τρόπο πολύ «στενό» (in rare cases) και ιδίως όταν η άσκηση του δικαιώματος του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστης, όπως λ.χ. όταν γίνεται με αποκλειστικό σκοπό να επωφεληθεί κανείς από την ιδιότητα του μέλους μιας συγκεκριμένης μειονότητας, ιδίως αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των αντίστοιχων ωφελημάτων για τα λοιπά μέλη της μειονότητας. Με τον τρόπο αυτό, το «βάρος» απόδειξης ανήκει πλέον στο κράτος.

Από την άλλη πλευρά, το ζήτημα του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού ενέχει έναν άλλο κίνδυνο, που αφορά πλέον την μειονότητα καθεαυτή. Υπάρχει δηλαδή ο κίνδυνος να γίνει (σχεδιασμένος) μαζικός αυτοπροσδιορισμός, με την κατεύθυνση ή την ανοχή του κράτους, έτσι ώστε να μεταβληθεί η σύνθεση των μελών της μειονότητας, με την ένταξη προσώπων που δεν έχουν το δικαίωμα, σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια, προκειμένου να αποφευχθεί η επιρροή της μειονότητας. Και, ενώ θεωρείται ότι είναι προτιμότερο να αναλάβει κανείς το ρίσκο ενός «ψευδούς» αυτοπροσδιορισμού απέναντι στο ενδεχόμενο μιας κατάχρησης εκ μέρους του κράτους, όταν αυτό αφορά ατομική περίπτωση, όταν πρόκειται για ένα μαζικότερο φαινόμενο, το κράτος έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να ελέγξει την ύπαρξη αντικειμενικών κριτηρίων, προκειμένου να προστατευθεί, αντίστοιχα, η εθνική μειονότητα και το ίδιο το κράτος.

Μία άλλη παρατήρηση είναι ότι το δικαίωμα του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού μπορεί να ασκηθεί για το ίδιο πρόσωπο με διαφορετικό τρόπο, πράγμα που θα μπορούσε να εκληφθεί ως καιροσκοπική επιλογή. Πράγματι, η Συμ-

Σελ. 16

βουλευτική Επιτροπή της Σύμβασης-πλαίσιο έχει αποφανθεί ότι ο ελεύθερος αυτοπροσδιορισμός μπορεί να εκδηλωθεί με πoλλαπλή υπαγωγή (multiple affiliation) και θεωρεί ότι αυτό προκύπτει έμμεσα από την ίδια τη Σύμβαση-πλαίσιο. Λ.χ. το πρόσωπο που συνδέεται με μία συγκεκριμένη μειονότητα, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει το δικαίωμα να επιλέξει επί μέρους μειονοτικά δικαιώματα που ανήκουν σε άλλη μειονότητα, ή ακόμα και στην πλειονότητα. Συγκεκριμένα δε αναφέρεται η περίπτωση μικτών οικογενειών, όπου ομιλούν διαφορετική γλώσσα. Ή, η περίπτωση όπου το μειονοτικό πρόσωπο μπορεί να έχει διατυπωμένο το όνομά του στη μειονοτική γλώσσα, αλλά να μην επιθυμεί να χρησιμοποιεί τη γλώσσα αυτή στις σχέσεις του με τη Δημόσια Διοίκηση.

Μία ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η υπόθεση Lovelace ενώπιον της Human Rights Committee των Ηνωμένων Εθνών. Η υπόθεση αυτή είχε ως εξής: Η Lovelace, ένα εκ γενετής μέλος ινδιάνικης μειονότητας του Καναδά, δήλωσε, μετά τον γάμο της με Καναδό, ότι δεν επιθυμεί να θεωρείται ως μέλος αυτής της μειονότητας, αίτημα που έγινε δεκτό από το καναδικό κράτος. Σε μεταγενέστερο χρόνο όμως, η ίδια επανήλθε ζητώντας να επανενταχθεί στη μειονότητα, αίτημα που απορρίφθηκε από τις αρμόδιες αρχές του Καναδά. Κατόπιν τούτου, προσέφυγε, όπως της έδινε τη δυνατότητα η αποδοχή από τον Καναδά της ατομικής προσφυγής του Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, στην Human Rights Committee υποστηρίζοντας ότι το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού συνεχίζει να ισχύει, ασχέτως της προηγούμενης άσκησής του. Η Human Rights Committee δικαίωσε την Lovelace, ζητώντας από τις καναδικές αρχές να αποδεχθούν την επανένταξή της στη φυλή των Ινδιάνων.

2. Τεχνικές διαπίστωσης της υπαγωγής σε μία μειονοτική ομάδα

(α) Γενικά

Συνήθως, η διαπίστωση της ύπαρξης μιας (ή περισσότερων) μειονοτικών ομάδων πραγματοποιείται με τη συλλογή δεδομένων (data) για την εθνική, εθνοτική ή θρησκευτική υπαγωγή των προσώπων στο πλαίσιο της γενικότερης απογραφής του πληθυσμού. Για να είναι όμως έγκυρος αυτός ο τρόπος διαπί-

Σελ. 17

στωσης απαιτείται να πραγματοποιείται, σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές, και ιδιαίτερα την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η συμμετοχή στη συλλογή παρόμοιων δεδομένων πρέπει να γίνεται με τη συναίνεση του ενδιαφερόμενου προσώπου, και να μην γίνεται αναγκαστικώς σύνδεση μιας συγκεκριμένης αναφοράς (λ.χ. χρήση γλώσσας) με άλλες όψεις, όπως η θρησκεία και η εθνότητα, ενώ δεν θα πρέπει να γίνεται σύνδεση ενός στοιχείου, όπως το όνομα, με συγκεκριμένη εθνική υπαγωγή.

Εξάλλου, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, όταν πραγματοποιείται συλλογή στοιχείων, το δικαίωμα του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού πρέπει να ασκείται με χωριστό τρόπο σε σχέση με τα επί μέρους δικαιώματα. Δηλαδή το ενδιαφερόμενο μειονοτικό πρόσωπο, μπορεί να εκφράσει την υπαγωγή του σε διαφορετική ομάδα, είτε μειονοτική, είτε πλειονοτική ανάλογα με το συγκεκριμένο θέμα. Μπορεί δηλαδή ένα τέτοιο πρόσωπο να ανήκει σε μια μειονοτική ομάδα ως προς τη γλώσσα, αλλά σε μια άλλη ως προς την κουλτούρα, ή, και σε μία τρίτη, ως προς το θρήσκευμα. Ιδιαίτερα όσον αφορά ειδικά μειονοτικά δικαιώματα, η εφαρμογή των οποίων απαιτεί την ύπαρξη ενός αριθμητικού κατωφλίου προκειμένου να ενεργοποιηθεί, πρέπει τα πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες να δέχονται πληροφορίες σχετικά με τη σημασία που έχει για το θέμα αυτό η καταγραφή του πληθυσμού.

Τέλος, επισημαίνεται, όσον αφορά τη Σύμβαση-πλαίσιο, ότι τα κράτη δεν πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά σε επίσημες στατιστικές, επειδή αυτές, για διάφορους λόγους, μπορεί να μην αντανακλούν την πραγματικότητα, και γι’ αυτό χρειάζεται να υπάρχει συνεργασία (διαβούλευση) με τους εκπροσώπους της μειονότητας. Εξάλλου, το ποιά πρόσωπα ανήκουν σε μια εθνική μειονότητα δεν προσδιορίζεται εφ’ άπαξ, αλλά αυτό πρέπει να διαπιστώνεται σε περιοδική βάση.

(β) Η πρακτική των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης

Όσον αφορά τις τεχνικές συλλογής εθνοτικών στοιχείων, το DH-MIN απηύθυνε, το 2008, Ερωτηματολόγιο προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, επισημαίνοντας παράλληλα ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι διστακτι-

Σελ. 18

κές ως προς τη συλλογή παρόμοιων στοιχείων γεγονός που, μερικές φορές, αποδίδεται στην έλλειψη κατανόησης των ειδικών στοιχείων που θα πρέπει να συλλέγονται, στη χρησιμότητά τους και στην έλλειψη εγγυήσεων που θα πρέπει να διέπουν τη συλλογή αυτών των στοιχείων, και, γενικά στον φόβο για την κακή τους χρησιμοποίηση.

Το Ερωτηματολόγιο ζητούσε απαντήσεις σχετικά με: (α) τις απογραφές (census), (β) άλλες μεθόδους για την εξακρίβωση προσώπων που ανήκουν σε μιαν εθνική (national) ή εθνοτική (ethnic) μειονότητα, (γ) τη συλλογή εθνικών στοιχείων σε συγκεκριμένες περιοχές πολιτικής (specific areas policy) και (δ) την αυτοδιάθεση (self-determination) των ενδιαφερόμενων ατόμων, με την έννοια αν τα άτομα αυτά έχουν ή όχι τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν και να μνημονεύσουν το γεγονός ότι ανήκουν σε μία εθνική μειονότητα. Σημειωτέον ότι από τα 48 κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα οποία απευθύνθηκε το Ερωτηματολόγιο, μόνο 19 απέστειλαν σχετικές απαντήσεις.

Από το Ερωτηματολόγιο αυτό προέκυψαν τα εξής στοιχεία: Όσον αφορά την απογραφή (census), αυτή αποτελεί την πλέον διαδεδομένη μορφή όσον αφορά δεδομένα που συνελέγησαν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (fixed data). Υπάρχουν όμως και χώρες που υιοθετούν μια εναλλακτική μορφή συλλογής στοιχείων, όπως λ.χ. η διοικητική καταγραφή (administrative files). Παράλληλα, ένας αυξανόμενος αριθμός κρατών εγκαταλείπει την αρχή της διενέργειας απογραφής σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έτσι ώστε να έχουμε την εξής γενική εικόνα: από τις 19 χώρες, οι 14 χρησιμοποίησαν την παραδοσιακή από-γραφή, 2 χρησιμοποίησαν ένα σύστημα καταγραφής (system of register), ενώ 3 μετέρχονται ένα συνδυασμό μία φορά κάθε δέκα χρόνια, συχνότητα όμως που αλλάζει ως αποτέλεσμα εξωτερικών γεγονότων.

Όσον αφορά την απογραφή (census), αυτή διενεργείται στη βάση μιας ιδιαίτερα «βαριάς», ως προς τα standards, διαδικασίας. Ήδη από τη δεκαετία του 1980, τα Ηνωμένα Έθνη ανέπτυξαν αρχές και συστάσεις προκειμένου να κα-

Σελ. 19

θορίσουν τις μεθόδους για τη συλλογή των δεδομένων, αλλά και τη φόρμα (format) των ερωτήσεων, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τις «εθνο-πολιτιστικές» όψεις.

Συνήθως, οι ερωτήσεις της απογραφής έχουν έναν επιτακτικό χαρακτήρα, αν και ορισμένες ερωτήσεις, ιδίως αυτές που αφορούν την εθνοτική καταγωγή έχουν προαιρετικό χαρακτήρα. Αυτό όμως δεν ισχύει πλήρως για τον κατάλογο του πληθυσμού (population register) ή για τις διοικητικές καταγραφές (administrative files).

Το είδος των δεδομένων που συλλέγονται αφορούν την εθνοτική, γλωσσική και θρησκευτική υπαγωγή, με ιδιαίτερη συχνότητα τα γλωσσικά δεδομένα. Ας σημειωθεί ότι σε μιαν άλλη έρευνα που διεξήχθη από το ECRI, αλλά για 42 κράτη μέλη, διαπιστώθηκε ότι τα 22 από αυτά καταγράφουν την εθνοτική υπαγωγή, τα 24 τη θρησκευτική και τα 29 τη γλωσσική. Όσον αφορά δε τη συλλογή εθνοτικών και πολιτιστικών δεδομένων, ορισμένα κράτη μέλη εξέφρασαν έντονες επιφυλάξεις (Σουηδία, Ελβετία).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει εξάλλου ο τρόπος δήλωσης των εθνοτικών δεδομένων, όπου ισχύει η αρχή της ελεύθερης δήλωσης, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής του αυτοπροσδιορισμού (self - identification) των προσώπων, που αντανακλά το άρθρο 3 της Σύμβασης-πλαίσιο για τις εθνικές μειονότητες.

Γενικότερα, διάφορα αρμόδια διεθνή όργανα έχουν προβεί στις παρακάτω διαπιστώσεις και συστάσεις:

Το ECRI θεωρεί ότι είναι δύσκολο να αναπτυχθούν και να εφαρμοστούν αποτελεσματικά πολιτικές χωρίς καλά δεδομένα. Η συλλογή των δεδομένων πρέ-

Σελ. 20

πει να γίνεται σε συμφωνία με το ευρωπαϊκό [Συμβούλιο της Ευρώπης] δίκαιο, τους κανονισμούς και τις συστάσεις για την προστασία των δεδομένων και την προστασία της ιδιωτικής ζωής.

Σε συμφωνία με το άρθρο 3 της Σύμβασης-πλαίσιο και τις ομόφωνες γνώμες των “International human rights bodies”, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι πολίτες μπορούν να κάνουν ελεύθερα δηλώσεις όταν συλλέγονται στατιστικές που αφορούν την ιδιότητα του μέλους της μειονότητας. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις σχετικά με την εθνοτική και θρησκευτική υπαγωγή θα πρέπει, κατά συνέπεια, να είναι προαιρετικές στις απογραφές και αυτή η προαιρετικότητα των απαντήσεων θα πρέπει να αναφέρεται στο δελτίο της απογραφής.

Τέλος, η μορφή των ερωτήσεων μπορεί να είναι «ανοικτή» (open), δηλαδή δεν πρέπει να υπονοεί (suggest) ότι η απάντηση να γίνεται σε σχέση με ορισμένη κατηγορία, ή να είναι «κλειστή» (closed), με την ύπαρξη ενός καταλόγου κατηγοριών οι οποίες μπορεί να σημειωθούν (ticked), αλλά είναι σημαντικό να επιτρέπεται στους πολίτες να επιλέγουν διάφορες απαντήσεις, προκειμένου να δείξουν την ύπαρξη πολλαπλών υπαγωγών (multiple affiliation).

IV. Συμπεράσματα

Για αρκετά κράτη, το ζήτημα του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού της μειονότητας αποτελεί το «αυγό του φιδιού», που, αν εκκολαφθεί, κινδυνεύει να μετατραπεί, ανάλογα με τις συνθήκες, σε ζήτημα απόσχισης εδάφους. Και, με δεδομένο ότι το διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει μεν κατ’ αρχήν την απόσχιση, την αποδέχεται όμως, ενίοτε, αν επιτύχει (ως τετελεσμένο γεγονός) (Μπαγκλαντές/Κόσοβο), το μέλημα των κρατών αυτών είναι να προλάβουν στη γένεσή του τον ελεύθερο αυτοπροσδιορισμό της μειονότητας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των Κούρδων, ενώ στην Ελλάδα παραδέρνουμε ανάμεσα στον φόβο της απόσχισης και στον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει επαρκής αριθμός σλαβομακεδόνων, ή ανάμεσα στον υπαρκτό φόβο γεωπολιτικών επιδιώξεων της Τουρκίας στη Δυτική Θράκη και στον δονκιχωτικό πόλεμο κατά των ανεμόμυλων, που είναι η ονομασία της εκεί τουρκογενούς μειονοτικής ομάδας.

Back to Top