ΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

Κεφάλαια εξωτερικού και αλλοδαπές ναυτιλιακές εταιρείες σε σχέση με το «παράλληλο» νηολόγιο

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 13.2€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 31,20 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18673
Γερασίμου Ν.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 296
  • ISBN: 978-960-654-853-6

Το βιβλίο «Το θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής ναυτιλίας» αποτελεί ένα σύγχρονο πόνημα που περιλαμβάνει όλο το ισχύον νομοθετικό καθεστώς στο οποίο στηρίζεται από τις αρχές του 1950 η ελληνική εμπορική ναυτιλία. Ιδιαίτερη αναφορά και ανάλυση γίνεται:

• Στη θέσπιση του άρθρου 13 του επενδυτικού ΝΔ 2687/1953 με το οποίο ξεκίνησε η ανάπτυξη της ύψωσης της ελληνικής σημαίας σε ποντοπόρα πλοία πάνω από 1.500 κοχ
• Στο πολιτικό, οικονομικό και ναυτιλιακό περιβάλλον που οδήγησε στη θέσπιση ενός τέτοιου νομοθετήματος

Στη συνέχεια, εξετάζεται το νομικό καθεστώς της εγκατάστασης των αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιρειών στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα καθώς και τα διάφορα νομοθετικά και νομολογιακά προβλήματα που ανέκυψαν.

Εκτενής αναφορά γίνεται επίσης στη θέσπιση «παράλληλων» διεθνών νηολογίων από διάφορα ευρωπαϊκά κράτη στις αρχές του ’80.

Το έργο αυτό απευθύνεται στους ναυτιλιακούς δικηγόρους της πράξης, στους δικαστικούς λειτουργούς, στους ναυτιλιακούς επιχειρηματίες, φορείς και στελέχη ναυτιλιακών εταιρειών αλλά και γενικότερα σε όλους όσοι έλκονται από την ιστορική γοητεία της ελληνικής και ελληνόκτητης ναυτιλίας.

 

 

Προδιάθεση – Οριοθέτηση του προβληματισμού IX

Συντομογραφίες XIX

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Α΄ Πυλώνας του θεσμικού πλαισίου της εμπορικής μας ναυτιλίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ - Το πολιτικό, οικονομικό και ναυτιλιακό

περιβάλλον που οδήγησε στη θέσπιση του Ν.Δ. 2687/1953

§ 1. Το πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον 1

I. Η ελληνική οικονομία από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι

τις αρχές της δεκαετίας του 1950 1

II. Η προσέλκυση και ενθάρρυνση ιδιωτικών επενδύσεων 8

§ 2. Το ειδικότερο ναυτιλιακό περιβάλλον 16

Ι. Μεταπολεμική περίοδος 16

II. Η θέσπιση του Ν.Δ. 2687/1953 35

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ - Το καθεστώς των εγκριτικών πράξεων νηολόγησης πλοίων κατά το άρθρο 13 του Ν.Δ. 2687/1953

§ 1. Η συνταγματική πρόβλεψη για την έκδοση του Ν.Δ. 2687 45

Ι. Η συνταγματική ρύθμιση ορισμένων θεμάτων «δια νόμου

εφ’ άπαξ εκδιδομένου» 45

ΙΙ. Η Επιτροπή του άρθρου 35 παρ. 2 του Συντάγματος του 1952 46

III. Η εφαρμογή του άρθρου 112 του Συντάγματος του 1952 49

1. Η άποψη του Αγγ. Π. Τσιτσεκλή 49

2. Η άποψη του Γ. Δ. Δασκαλάκη 49

3. Η άποψη του Μ. Δ. Στασινόπουλου 51

4. Η άποψη του Χρ. Σγουρίτσα 53

§ 2. Η αναγνώριση της «αυξημένης τυπικής ισχύος» του 58

I. Η έννοια της «αυξημένης τυπικής δύναμης» 58

II. Η άποψη του Χρ. Σγουρίτσα 59

III. Το Ν.Δ. 2928/1954 «περί ερμηνείας του άρθρου 13

του Ν.Δ. 2687» 61

IV. Η τύχη της «αυξημένης τυπικής ισχύος» νομοθεσίας

μετά το 1953 63

V. Η τύχη των εγκριτικών πράξεων μετά το 1953 68

§ 3. Η φύση της εγκριτικής πράξης 71

I. Ο συμβατικός χαρακτήρας της 71

ΙΙ. Ο διττός χαρακτήρας της: (μεικτή) σύμβαση

και διοικητική πράξη 74

§ 4. Η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης 78

Ι. Δυνατότητα ευρύτατης παρέκκλισης 78

II. Η Εισηγητική Έκθεση του Ν.Δ. 2928 81

III. Η υπ’ αριθμ. 1395/1954 Απόφαση του Συμβουλίου

της Επικρατείας (ΣτΕ) 83

§ 5. Η διάρκεια ισχύος και η ανάκληση της εγκριτικής πράξης 86

§ 6. Η εγκριτική πράξη υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου 89

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ - Οι ειδικότεροι όροι που περιέχονται

στην εγκριτική πράξη

§ 1. Οι χρονολογικά πρώτες εγκριτικές πράξεις 91

§ 2. Οι κατ’ ιδίαν τυποποιημένοι όροι της εγκριτικής πράξης –

Συγκριτική επισκόπηση 93

§ 3. Συμπερασματικές παρατηρήσεις 122

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ - Η νηολόγηση πλοίων υπό ελληνική σημαία

κατά τις κοινές και πάγιες διατάξεις

§ 1. Η νηολόγηση πλοίων κατ’ άρθρο 5 του ΚΔΝΔ 129

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Β΄ Πυλώνας του θεσμικού πλαισίου της εμπορικής μας ναυτιλίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ - Η εγκατάσταση αλλοδαπών και ημεδαπών ναυτιλιακών εταιρειών στην Ελλάδα – Ιστορική διαδρομή

(1953 έως 2020)

§ 1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 133

§ 2. Η θέσπιση του Α.Ν. 89/1967 137

Ι. Γενικά 137

ΙΙ. Οι κύριες προβλέψεις του 138

§ 3. Ο μεταγενέστερος Α.Ν. 378/1968 145

I. Συμπλήρωση των διατάξεων του Α.Ν. 89 145

ΙΙ. Προσέλκυση αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων 147

§ 4. Το νέο οικονομικό περιβάλλον και ο Ν. 27/1975 152

Ι. Η εποχή της μεταπολίτευσης 152

ΙΙ. Η γενική φυσιογνωμία του Ν. 27 153

III. Κριτική θεώρηση των ρυθμίσεων 157

§ 5. Η μετέπειτα νομοθετική και νομολογιακή εξέλιξη

μέχρι το 1978 161

Ι. Οι κανονιστικές πράξεις και οι αποφάσεις του ΣτΕ 161

ΙΙ. Τα εμφανισθέντα νομοθετικά «κενά» 164

§ 6. Η πρακτική αναγκαιότητα της ψήφισης του Ν. 814/1978 166

Ι. Ο χαρακτήρας των ρυθμίσεών του 166

ΙΙ. Οι μεταγενέστερες διαδοχικές τροποποιήσεις

του άρθρου 28 του Ν. 814 172

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ - Η σύσταση και η ικανότητα δικαίου

των αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιρειών

§ 1. Το ζήτημα της έδρας των αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιρειών 180

§ 2. Η υπ’ αριθμ. ΑΠ (Ολ) 461/1978 και οι κίνδυνοι

για την ελληνική ναυτιλία 186

§ 3. Ο Ν. 791/1978 και οι νεότερες νομοθετικές μεταβολές 190

§ 4. Το ισχύον καθεστώς της «έδρας» των εταιρειών

που έχουν εγκαταστήσει γραφεία κατά τον Α.Ν. 89 197

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ - Η επίδραση της εγκατάστασης

των ναυτιλιακών εταιρειών στην ανάπτυξη του σύγχρονου

ναυτιλιακού κέντρου στην Ελλάδα 201

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Η θέσπιση «παράλληλων» διεθνών νηολογίων

από ναυτιλιακά ευρωπαϊκά κράτη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ - Τα κατ’ ιδίαν «παράλληλα» διεθνή νηολόγια

των ευρωπαϊκών κρατών και το πλαίσιο λειτουργίας τους

§ 1. Ο δεσμός του κράτους της σημαίας και του πλοίου 205

Ι. Η εμφάνιση «παράλληλων» νηολογίων στην Ευρώπη 209

1. Το «παράλληλο» διεθνές νηολόγιο της Νορβηγίας

(Norwegian International Ship Register) (NIS) 213

2. Το «παράλληλο» διεθνές νηολόγιο της Γερμανίας

(German International Register) (GIS) 215

3. Το «παράλληλο» διεθνές νηολόγιο της Δανίας

(Danish International Register) (DIS) 216

4. Το «παράλληλο» διεθνές νηολόγιο της Πορτογαλίας – διεθνές

νηολόγιο της νήσου Μαδέρα (International Shipping Register

in Madeira) (MAR) 218

5. Το «παράλληλο» νηολόγιο της Ισπανίας – Το νηολόγιο των Καναρίων

Νήσων (Ships Registry of the Canary Islands) (CSR) 219

6. Το «παράλληλο» διεθνές νηολόγιο της Γαλλίας – νηολόγιο

του RIF Guichet (International French Register – RIF Guichet) 221

7. Το «παράλληλο» διεθνές νηολόγιο της Ιταλίας

(International Registry of Italy) 222

8. To «παράλληλο» νηολόγιο της Μεγάλης Βρετανίας – νηολόγιο

του Isle of Man (Isle of Man Government’s Shipping Register) (Manx) 224

9. Το ευρωπαϊκό νηολόγιο (Euros Registry) 226

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Η αναγκαιότητα αποφυγής αστοχιών και αντιφάσεων

από τα δικαιοδοτικά όργανα και ενίσχυσης της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ - Τα δικαιοδοτικά όργανα και η διοίκηση

§ 1. Η συμπεριφορά των δικαιοδοτικών μας οργάνων 229

§ 2. Η αναγκαιότητα ενίσχυσης της διακριτικής ευχέρειας

της διοίκησης 245

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ - Η «ελληνική ναυτιλιακή νομοθεσία» -v- «Παράλληλα διεθνή νηολόγια» = Το θεσμικό μας πλεονέκτημα 247

Επίμετρο 259

Βιβλιογραφία 261

Αλφαβητικό Ευρετήριο 273

 

1

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Α΄ Πυλώνας του θεσμικού πλαισίου
της εμπορικής μας ναυτιλίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Το πολιτικό, οικονομικό και ναυτιλιακό περιβάλλον
που οδήγησε στη θέσπιση του Ν.Δ. 2687/1953

§ 1. Το πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον

I. Η ελληνική οικονομία από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι
τις αρχές της δεκαετίας του 1950

1. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η ελληνική οικονομία είχε ως κύριο και πρωταρχικό στόχο την εκβιομηχάνισή της[1] και την ανασυγκρότηση της παραγωγικής της μηχανής, μετά από την τεράστια οικονομική κάμψη της παραγωγής και της κοινωνίας, τα ερείπια και τις τεράστιες καταστροφές που άφησαν πίσω η γερμανική κατοχή και ο διχαστικός εμφύλιος πόλεμος. Προσπάθησε, λοιπόν, με ένα πλήρες πρόγραμμα ανόρθωσης να μεταβεί από τις «έκτακτες» καταστάσεις της δεκαετίας του 1940 σε μια ειρηνική οικονομική περίοδο, να αναπτυχθεί και πάλι η εργασία, να εφοδιασθεί η επικράτεια, να αναβαθμισθεί η τεχνολογική υποδομή της χώρας που βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο[2], να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην

2

πολιτεία και στους θεσμούς της και, το κυριότερο, το κράτος να αποστρατιωτικοποιηθεί[3] για να επιτελέσει το έργο του[4].

2. Η «ανασυγκρότηση» αυτή – που αποτέλεσε και λέξη κλειδί της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης της εποχής εκείνης[5], αντίστοιχη με τη σημερινή «μεταρρύθμιση του κράτους» – ως προς τη βιομηχανία, τη βιοτεχνία και τις υποδομές (κατασκευή δρόμων, λιμανιών, επισκευές γεφυριών, διωρύγων και σιδηροδρομικού δικτύου που είχαν καταστραφεί στη δεκαετία του 1940, προμήθεια χιλιάδων αυτοκινήτων κλπ.) σε μεγάλο βαθμό στηρίχθηκε στη χρηματοδότηση της περίφημης UNRRA[6] και στην Τράπεζα της της Ελλάδας[7] . Εξίσου, όμως,

3

σημαντική ήταν και η αμερικανική οικονομική βοήθεια που ξεκίνησε μεν την 12 Μαρτίου 1947 με την αναγγελία του Δόγματος Τρούμαν[8], ενώ μετά απ’ αυτό ακολούθησε το «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανάκαμψης», γνωστό ως «Σχέδιο Μάρσαλ»[9]. Υπολογίζεται ότι μεταξύ των ετών 1945 και 1950 το σύνολο της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα ξεπερνούσε το 15% του ΑΕΠ της χώρας μας και ανήλθε σε 2,1 δις δολάρια ΗΠΑ, τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη. Το ποσό αυτό ήταν μεγαλύτερο από όλα τα εξωτερικά δάνεια που είχε λάβει η χώρα αθροιστικά από το 1821 έως το 1930.

3. Η σημασία του, λοιπόν, ήταν μεγάλη, ενώ δεν πρέπει να υποτιμηθεί και ο ψυχολογικός παράγοντας που είχε η αναγγελία του στον ελληνικό λαό ως εγγύηση για την σταθερότητα του καθεστώτος, αφού πλέον συνέδεε την Ελλάδα με τη δυτική οικονομία και κοινότητα κρατών[10]. Ακόμα, το παραπάνω ποσό ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχε λάβει τότε οποιαδήποτε άλλη χώρα, αναλογικά με τον πληθυσμό της. Και να σκεφτεί κανείς πως το σχέδιο Μάρσαλ ήταν μέρος μόνο της ροής υλικών, τροφίμων, εφοδίων και χρηματικών πόρων που εισέρευσαν

4

στην Ελλάδα από διάφορες πηγές, κυρίως την Αμερική[11]. Πάντως, η βοήθεια αυτή έφτασε στο απόγειό της τη διετία 1950 – 1951 με 2.594 δις δραχμές για να περικοπεί στη συνέχεια σε 1.084 δις δραχμές τα έτη 1951 – 1952 και σε 570 δις δραχμές τα έτη 1952 – 1953[12].

4. Παραταύτα, η ξένη αυτή βοήθεια δεν ήταν προορισμένη να συνεχισθεί για πολύ. Το σχέδιο Μάρσαλ είχε συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης[13], ενώ ο πόλεμος

5

της Κορέας που άρχισε το 1950 απορροφούσε σημαντικά αμερικανικά κεφάλαια που είχε ως αποτέλεσμα η Αμερική να μεταβάλει την πολιτική και οικονομική της κατεύθυνση προς την Ευρώπη. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά γραφόταν στον τύπο της εποχής, υπήρχε μία γενική δυσθυμία του Αμερικανικού Κογκρέσου για τη συνέχιση της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα. Με αυτή την στόχευση, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα υπό την ηγεσία των γερουσιαστών Τάφτ και Μακκάρθυ φαινόταν αποφασισμένο να περικόψει δραστικά το μειωμένο πρόγραμμα βοήθειας το οποίο είχε υποβάλει στο Κογκρέσο ο Πρόεδρος Αϊζενχάουερ[14]. Επιπλέον, ήταν γνωστή η απόφαση της Αμερικανικής ηγεσίας ότι εφεξής τα μεγάλα έργα στις βοηθούμενες χώρες θα έπρεπε να πραγματοποιούνται και να χρηματοδοτούνται από την ατομική πρωτοβουλία.

5. Ήταν, λοιπόν, η Ελλάδα αναγκασμένη να κινηθεί αυτόνομα για να ορθοποδήσει, σταθεροποιώντας με δικές της δυνάμεις[15] τα δημόσια οικονομικά της και το

6

εμπορικό της ισοζύγιο, ακολουθώντας περιοριστική δημοσιονομική πολιτική[16] για να αποτραπεί ο καλπάζων πληθωρισμός, βελτιώνοντας αναπτυξιακά το βιοτικό επίπεδο του ελληνικού λαού[17]. Τούτο επιτεύχθηκε με την πολιτική επιβολής νέων φόρων (παρά τις αντιρρήσεις κάποιων), περικοπές επιδομάτων και δαπανών, κυρίως στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, αύξηση της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής, περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών, ομαλοποίηση του τιμαρίθμου και αύξηση των καταθέσεων στις τράπεζες.

6. Πέραν όμως από αυτά, προχώρησε σε γενναία νομισματική μεταρρύθμιση με λήψη περαιτέρω μέτρων που συνοδεύτηκαν με την περίφημη και τολμηρή «αναπροσαρμογή», δηλαδή την υποτίμηση κατά 50% της δραχμής, που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την τόνωση των εξαγωγικών δραστηριοτήτων της χώρας και την αθρόα εισροή συναλλάγματος από το εξωτερικό, κυρίως στους τομείς της ναυτιλίας και των υποδομών. Αν και είχε συζητηθεί από χρόνια πριν, η αναπροσαρμογή της δραχμής, υλοποιήθηκε από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπύρο Μαρκεζίνη, φέρελπι πολιτικό της νέας τότε κυβέρνησης του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου και έτσι την 9 Απριλίου 1953, 1 αμερικανικό δολάριο ισοδυναμούσε με 30 νέες δραχμές ή 30.000 παλαιές δραχμές[18]. Η επιλογή της πολιτικής εκείνης,

7

εκ του αποτελέσματος, θεωρήθηκε οικονομολογικά επιτυχημένη[19] (παρά τις πολιτικές αντιδράσεις και οξύτητες[20]), γιατί πέτυχε τη συγκράτηση του πληθωρισμού, την εμπιστοσύνη του κόσμου στη δραχμή[21], μαζί με την αύξηση των επιτοκίων που ακολούθησε, την απελευθέρωση του εμπορίου από το μεσοπολεμικό καθεστώς των εισαγωγικών αδειών και των εξαγωγικών επιδοτήσεων και

8

τελικά την πλήρη ανάκαμψη της οικονομίας της χώρας που ήρθε αρκετά χρόνια μετά και μάλιστα χωρίς ξένη βοήθεια.

7. Τα οικονομικά αποτελέσματα ήταν πράγματι εντυπωσιακά. Επήλθε σε μεγάλο βαθμό κατά το δυνατόν αποκατάσταση του ρόλου της αγοράς, επαναπροσδιορίστηκε το κράτος και τέλος έγινε σοβαρή προσπάθεια ενσωμάτωσης της χώρας στη διεθνή αγορά[22]. Παράλληλα, ιδιαίτερα μετά το 1950, εγκαινιάστηκε και μια συστηματική αναζήτηση εξωτερικών πόρων και κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση αναπτυξιακών έργων με την εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό για παραγωγικές δραστηριότητες[23] μετά από επανειλημμένες διεθνείς συνεργασίες για επενδύσεις με τη Γαλλία, Αγγλία και Αμερική. Το όλο σύστημα ενθάρρυνε την αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων αποκαθιστώντας τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, οι τράπεζες άρχισαν να «ρίχνουν χρήμα» και να διοχετεύουν πιστώσεις στη βιομηχανία[24] και στο εξαγωγικό εμπόριο, ενώ την ίδια χρονική στιγμή αυξήθηκε η ροή των εμβασμάτων από το εξωτερικό[25].

II. Η προσέλκυση και ενθάρρυνση ιδιωτικών επενδύσεων

1. Είναι αλήθεια ότι στο ειδικότερο ζήτημα της προσέλκυσης και ενθάρρυνσης ιδιωτικών επενδύσεων στη χώρα μας, το ελληνικό κράτος, πολύ πριν τη δεκαετία του 1950 είχε σημαντικά χάσει τη διεθνή αξιοπιστία του. Ήδη, από την εποχή του μεσοπολέμου, από το 1915 μέχρι το 1940, το κράτος κατάρτιζε συμβάσεις που αφορούσαν παραγωγικές επενδύσεις, τις οποίες στη συνέχεια κύρωνε με νόμο. Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που μεταγενέστερος νόμος παρενέβαινε, μετέβαλε και τροποποιούσε τους όρους των συμβάσεων αυτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων νόμων ήταν οι Ν. 987/1915 και Ν. 1414/1917, που επέβαλαν «εξ’ ουρανού» στους αλλοδαπούς επενδυτές επιπρόσθετες και βαρύτερες φορολογικές και δασμολογικές υποχρεώσεις, πράγμα που στηλιτεύθηκε και νομολογιακά, όπως προκύπτει από μια παλιά απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 438/1932, όπου αποφάνθηκε συνοψίζοντας την κλασική διατύπωση «η αποζημίωση προϋποθέτει αδικία, αλλά η νομοθετική εξουσία δεν αδικεί νομοθετούσα»[26].

9

2. Η διάχυτη αυτή δυσπιστία και διστακτικότητα των αλλοδαπών ιδιωτικών επενδύσεων για την Ελλάδα εκείνη την εποχή δεν οφειλόταν μόνο στο επισφαλές της τοποθέτησης λόγω δήθεν φερομένων εξωτερικών κινδύνων ή εσωτερικών ανωμαλιών. Κυρίως οφειλόταν σε συνεχή, από το 1927 και μετέπειτα, πολυάριθμα οικονομικά, δημοσιονομικά και διοικητικά μέτρα, όπως υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος, αναγκαστικοί έλεγχοι, συγχωνεύσεις ανωνύμων τραπεζιτικών εταιρειών με διατάγματα, που είχαν απομακρύνει το ξένο κεφάλαιο από την ελληνική αγορά.

3. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 καταστρώθηκε από την κυβέρνηση του Στρατάρχη Παπάγου ένα πενταετές σχέδιο παραγωγικών επενδύσεων και αναζητήθηκε η εξεύρεση των καταλλήλων μέσων για το σκοπό αυτό. Ήταν, λοιπόν, περίπου αυτονόητη η σημασία και η αναγκαιότητα της εισαγωγής ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα, διότι από αυτήν θα ήταν δυνατό να καλυφθεί το κενό που έτσι κι αλλιώς αναπόφευκτα θα άφηνε η δραστική περικοπή της αμερικανικής βοήθειας[27], αλλά και των «επανορθώσεων»[28] στην Ελλάδα και η υλοποίηση του σχεδιασμού της ανάπτυξης και αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας μας, από τα οποία προσδοκούσε ο κάθε πολίτης την ανύψωση του βιοτικού του επιπέδου και την αύξηση του εισοδήματός του.

4. Πολύ γρήγορα και αποτελεσματικά η ηγεσία του Υπουργείου Συντονισμού κατά τη διάρκεια του 1953, διαβλέποντας με προοπτική και με ευρύτητα ότι η στροφή προς το ξένο κεφάλαιο φαινόταν ως η σημαντικότερη δυνατότητα χρηματοδότησης του προγράμματος ανασυγκρότησης της οικονομίας[29], αποφάσιζε τη θέσπιση σειράς κινήτρων και διασφαλίσεων, έτσι ώστε να ενθαρρυνθούν ξένοι επενδυτές να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους στην Ελλάδα. Σε γενικές γραμμές, εκείνο που την ενδιέφερε και μελετούσε ήταν η δημιουργία σειράς συνθηκών που θα διαμόρφωναν μια ατμόσφαιρα επωφελή για τους ξένους επενδυτές, παρέχοντάς τους το αίσθημα εμπιστοσύνης και ασφάλειας για τα προς επένδυση εισαγόμενα κεφάλαιά τους με την ειδικότερη διασφάλιση των επενδυτών ότι οι όροι της επένδυσής τους δεν θα μπορούσαν ξαφνικά να μεταβληθούν μεταγενέστερα, ότι δεν θα υπήρχε πιθανότητα τα κεφάλαιά τους να εκτεθούν στον κίνδυνο μεταγενέστερων κρατικοποιήσεων και τέλος, ότι έπρεπε οπωσδήποτε

10

να προβλεφθεί και να υπάρχει κρατική εγγύηση πως τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν ελεύθερα και απρόσκοπτα να επανεξαχθούν στο εξωτερικό[30].

5. Με αυτή την προοπτική ο τότε Υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Παπάγου, Σπύρος Μαρκεζίνης, με την πλήρη και ομόθυμη έγκριση της αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα, επεξεργάστηκε σχέδιο αναπτυξιακού νόμου, το οποίο μετά την διεξαγωγή σημαντικών συνομιλιών του στο ταξίδι που πραγματοποίησε στην Αμερική με ενδιαφερόμενους κεφαλαιούχους επενδυτές, την 9 Οκτωβρίου 1953, υπέβαλε προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο με τίτλο «Περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού»[31]. Όπως αναφέρεται στην Εισηγητική

11

Έκθεση του νόμου εκείνου, σκοπός του ήταν η προώθηση των παραγωγικών επενδύσεων στη χώρα με την προσέλκυση κεφαλαίων εξωτερικού, η αύξηση της απασχόλησης και γενικά η επίσπευση οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, η οποία προσλάμβανε ιδιάζουσα σημασία και σπουδαιότητα[32]. Πάντα κατά την Εισηγητική

12

αυτή Έκθεση, το νομοσχέδιο χαρακτηριζόταν από μια γενικότητα των διατάξεών του, θεωρώντας ότι συνιστούσε ένα «νόμο – πλαίσιο»[33]. Όμως, αυτός ο γενικός χαρακτήρας του νομοσχεδίου επιβλήθηκε λόγω της αδυναμίας να προβλεφθούν όλες οι περιπτώσεις της εισαγωγής των αλλοδαπών κεφαλαίων. Για το λόγο αυτό, κατά την ως άνω Εισηγητική Έκθεση, οι ειδικότεροι όροι και οι λεπτομέρειες για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εισαγωγής προβλέφθηκε ότι θα καθορίζονταν με ειδική εγκριτική πράξη της Διοίκησης, δηλαδή είτε με βασιλικό διάταγμα (όπως ίσχυε παλαιότερα), είτε με υπουργική απόφαση (όπως τη γνωρίζουμε στη σημερινή εποχή). Η εγκριτική αυτή πράξη θα ήταν ανέκκλητη

13

ως προς τους όρους υπό τους οποίους εκάστοτε θα παρεχόταν και ακριβώς αυτό το στοιχείο της θα αποτελούσε την εγγύηση του ελληνικού κράτους στον επενδυτή που θα εισήγαγε τα κεφάλαιά του από το εξωτερικό, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσε στη συνέχεια να τροποποιηθεί. Μεταβολή των όρων τούτων θα ήταν δυνατή μόνο με τη συγκατάθεση του ίδιου του επενδυτή που είχε εισαγάγει τα κεφάλαια εξωτερικού. Έτσι, η εξασφάλιση των εισαγόντων τα κεφάλαια ξένων επενδυτών θα ήταν πλήρης, αφού σε κάθε περίπτωση ο νόμος αυτός δεν θα μπορούσε να τροποποιηθεί, η δε εγκριτική πράξη δεν θα μπορούσε και αυτή μεταγενέστερα να μεταβληθεί μονομερώς. Οι εξασφαλίσεις που παρέχονταν με αυτό το Ν.Δ. αναφέρονταν σε δύο καίρια θέματα, ήτοι στην επιστροφή και εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, αφενός, και στην παραχώρηση φορολογικών απαλλαγών για ορισμένες σοβαρές επιχειρήσεις, αφετέρου. Συνεχίζοντας, η Εισηγητική Έκθεση επισήμαινε ότι μία άλλη ουσιώδης εξασφάλιση των επενδυτών ήταν και η απαγόρευση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των περιουσιακών στοιχείων που θα αποκτώνταν με την εισαγωγή των κεφαλαίων, καθώς και η απαγόρευση επίταξης αυτών, η οποία πλέον θα επιτρεπόταν μόνο στην περίπτωση εμπόλεμης κατάστασης της χώρας και μόνο κατόπιν καταβολής αποζημίωσης. Η εξυπηρέτηση των κεφαλαίων, συνεπώς, θα εξασφαλιζόταν με την υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδας να μετατρέπει σε συνάλλαγμα το ποσό των δραχμών για την επιστροφή των κεφαλαίων και πληρωμή των τόκων, κερδών και μισθωμάτων. Ακόμη, οι φορολογικές διευκολύνσεις θα παραχωρούνταν μόνο υπέρ των επιχειρήσεων εξαγωγών, βιομηχανίας, μεταλλείων, ορυχείων, που θα ιδρύονταν από τα εισερχόμενα κεφάλαια, από τη δράση των οποίων θα εξοικονομούνταν σημαντικά ποσά συναλλάγματος κάθε χρόνο. Οι διευκολύνσεις αυτές θα περιλάμβαναν μείωση της φορολογίας επί των καθαρών προσόδων, μείωση ή απαλλαγή σε περιπτώσεις εισαγωγής κεφαλαιακού εξοπλισμού και μείωση ή απαλλαγή επιβαρύνσεων υπέρ διαφόρων δημοσίων οργανισμών. Ακόμη, με το ως άνω Ν.Δ. προβλεπόταν η δυνατότητα πρόσληψης αλλοδαπών φυσικών προσώπων για τις ανώτερες θέσεις τεχνικού και διοικητικού προσωπικού των παραπάνω επιχειρήσεων με δυνατότητα καταβολής των μισθών και αμοιβών τους σε ξένο συνάλλαγμα. Περαιτέρω, θα απαγορευόταν η επιβολή αναδρομικής φορολογίας στις παραπάνω επιχειρήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν πλέον να τηρούν τα λογιστικά τους βιβλία και να συντάσσουν τους ισολογισμούς τους σε ξένο νόμισμα. Επίσης, προβλεπόταν η επίλυση των διαφορών με το δημόσιο που ενδεχομένως θα ανέκυπταν, με τον – νέο τότε – θεσμό της διαιτησίας[34]. Τέλος, όπως ανέφερε η

14

Εισηγητική Έκθεση του Ν.Δ., υπήρχαν ειδικές προβλέψεις σχετικά με βραχυπρόθεσμες τραπεζικές καταθέσεις σε συνάλλαγμα, την προθεσμία της απόδοσής τους, καθώς και την εξασφάλιση της επιστροφής τους[35].

Back to Top