ΕΙΔΙΚΟΙ ΠΟΙΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ


Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 27.3€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 78,00 € Ειδική Τιμή 66,30 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18696
Μαργαρίτης Λ., Σατλάνης Χρ.
Βασιλειάδης Ν., Δανιήλ Γ., Μαργαρίτης Λ., Μπουρμάς Γ., Νούσκαλης Γ., Σατλάνης Χρ., Τσάκος Σ., Τσόγκας Λ., Φαρσεδάκης Ι., Χατζηιωάννου Κ., Χιόνης Δ.
Κοπανίδης Α.
  • Εκδοση: 2η 2022
  • Σχήμα: 17χ24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 680
  • ISBN: 978-960-654-815-4

Η 2η έκδ. του έργου «Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι» κατέστη αναγκαία από τη συνεχιζόμενη νομοθετική παραγωγή, τον διαρκή νομολογιακό εμπλουτισμό και την πυκνότητα των θεωρητικών συμβολών. Και σε αυτή την έκδοση παρουσιάζονται και αναλύονται τα ζητήματα από τους βασικότερους και πιο συχνά εμφανιζόμενους στην πράξη ειδικούς ποινικούς νόμους. Συγκεκριμένα, προσεγγίζεται το νομικό πλαίσιο των οικείων αδικημάτων (προστατευόμενο έννομο αγαθό, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, διακεκριμένες περιπτώσεις, ποινικές κυρώσεις, ποινική δίωξη, δικονομικά ζητήματα κ.λπ.), με πλούσιες αναφορές σε βιβλιογραφία και νομολογία.
Ειδικότερα, η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει τις εξής θεματικές ενότητες:
- Αλλοδαποί
- Αρχαιότητες
- Επιταγή
- Εργασία
- Καταχραστές του Δημοσίου
- Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας
- Λαθρεμπορία
- Ναρκωτικά
- Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
- Όπλα
- Περιβάλλον
- Πνευματική ιδιοκτησία
- Προσωπικά δεδομένα
- Φοροδιαφυγή
- Χρηματιστήριο

Οι «Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι» αποτελούν ένα εύχρηστο και πρακτικό εγχειρίδιο για τον δικηγόρο, τον δικαστή, τον φοιτητή και κάθε ενδιαφερόμενο σε σχέση με τα κυριότερα, θεσπιζόμενα από ειδικούς ποινικούς νόμους, εγκλήματα.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 2ης ΕΚΔΟΣΗΣ VII

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1ης ΕΚΔΟΣΗΣ XI

1. ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Αλλοδαποί (N 4251/2014)

(Απόστολος Κοπανίδης)

Ι. Εισαγωγικά 1

ΙΙ. Το έγκλημα της παράνομης εισόδου - εξόδου κατά το άρθρο 83 Ν 3386/2005 3

ΙΙΙ. Οι ποινικές διατάξεις του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης 8

2. ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ

Προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς
(N 3028/2002 - ΦΕΚ Α΄ 153/28.6.2002)

(Γεώργιος Μπουρμάς)

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 31

ΙΙ. Άρθρο 53 Ν 3028/2002 33

ΙΙΙ. Άρθρο 54 Ν 3028/2002 58

IV. Άρθρο 55 Ν 3028/2002 64

V. Άρθρο 56 Ν 3028/2002 72

VI. Άρθρο 57 Ν 3028/2002 87

VII. Άρθρο 58 Ν 3028/2002 87

VIII. Άρθρο 59 Ν 3028/2002 96

ΙΧ. Άρθρο 60 Ν 3028/2002 100

Χ. Άρθρο 61 Ν 3028/2002 105

ΧΙ. Άρθρο 62 Ν 3028/2002 107

XII. Άρθρο 63 Ν 3028/2002 108

ΧΙΙΙ. Άρθρο 64 Ν 3028/2002 112

XIV. Άρθρο 65 Ν 3028/2002 114

XIV

XV. Άρθρο 66 Ν 3028/2002 115

XVI. Άρθρο 67 Ν 3028/2002 119

XVII. Άρθρο 69 Ν 3028/2002 122

XVIII. Άρθρο 71 Ν 3028/2002 122

3. ΕΠΙΤΑΓΗ

Επιταγή (Άρθρο 79 Ν 5960/1933)

(Γεώργιος Δανιήλ)

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 129

ΙΙ. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό 129

ΙΙΙ. Η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος 132

IV. Πλήρης αποζημίωση του κομιστή και εξάλειψη του αξιοποίνου 160

V. Η ποινική δίωξη του εγκλήματος 162

VI. Δικονομικά ζητήματα 164

4. ΕΡΓΑΣΙΑ

Το αδίκημα της μη εμπρόθεσμης καταβολής αποδοχών
εργαζομένων του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945
(σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του Ν 3996/2011)

(Στέφανος Τσάκος)

I. Ιστορική εξέλιξη ποινικοποίησης της υποχρέωσης του εργοδότη 171

II. Νομική φύση αδικήματος 172

III. Προστατευόμενο έννομο αγαθό 173

IV. Αντικειμενική υπόσταση 173

V. Υποκειμενική υπόσταση 179

VI. Ποινική κύρωση 181

VII. Δικονομικά ζητήματα 183

 

XV

5. ΚΑΤΑΧΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Ν 1608/1950: Ελληνικό Δημόσιο και καταχραστές του -
Παρελθόν και παρόν

(Λάμπρος Μαργαρίτης)

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 191

ΙΙ. Ν 1608/1950: Πρόδρομη ρύθμιση - κυοφορία - θεσμοθέτηση -
έναρξη εφαρμογής 192

ΙΙΙ. Ν 1608/1950: Τροποποιήσεις από τη θέση του σε ισχύ
μέχρι την κατάργησή του 199

IV. Η δημόσια περιουσία ως αντικείμενο προστασίας του Ν 1608/1950 205

V. N 1608/1950: Ερμηνευτικές δυσχέρειες και προσπάθειες υπερβάσεώς του 212

VΙ. Το «αύριο» του Ν 1608/1950: Τροποποίηση ή κατάργησή του; 222

VIΙ. Νέος Ποινικός Κώδικας: κατάργηση Ν 1608/1950 - διάδοχο σχήμα 236

6. ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Εισαγωγή στο πνεύμα των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας με έμφαση στην πρακτική τους σημασία για τα τροχαία ατυχήματα

(Ιάκωβος Φαρσεδάκης/Χρήστος Σατλάνης)

Ι. Προλεγόμενα 241

ΙΙ. Οδήγηση με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή
και συναφείς υποχρεώσεις 245

ΙΙΙ. Θέση επί της οδού και δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας 252

IV. Προσπέρασμα και ελιγμοί 255

V. Ρύθμιση ταχύτητας και ανώτατα όρια αυτής 258

VΙ. Υποχρέωση παραχώρησης προτεραιότητας - Παραβίαση προτεραιότητας 262

VΙΙ. Οδήγηση χωρίς άδεια οδήγησης και άλλες παραβάσεις του ΚΟΚ 265

VIIΙ. Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων
ή τοξικών ουσιών 270

IX. Η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού του αποτελέσματος
στα τροχαία ατυχήματα 290

 

XVI

7. ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ

Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας
(Ν 2960/2001 - ΦΕΚ Α΄ 265/22.11.2001)

(Γεώργιος Δανιήλ)

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 307

ΙΙ. Προστατευόµενο έννοµο αγαθό 307

ΙΙΙ. Οι υποστάσεις της λαθρεµπορίας 308

IV. Δικονοµικά ζητήµατα 355

8. ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις
(Ν 4139/2013 - ΦΕΚ Α΄ 74/20.3.2013)

(Γεώργιος Μπουρμάς)

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 359

II. Άρθρο 20 361

ΙΙΙ. Άρθρο 21 384

IV. Άρθρο 22 386

V. Άρθρο 23 395

VI. Άρθρο 24 409

VII. Άρθρο 25 411

VIII. Άρθρο 29 413

IX. Άρθρο 30 418

X. Άρθρο 31 426

XI. Άρθρο 32 431

XII. Άρθρο 33 438

XIII. Άρθρο 34 443

XIII. Άρθρο 35 444

XIV. Άρθρο 43 449

 

XVII

9. ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Ν 4557/2018 - ΦΕΚ Α΄ 139/30.7.2018)

(Κωνσταντίνος Χατζηιωάννου)

I. Ιστορική εξέλιξη της ποινικοποίησης της νομιμοποίησης εσόδων
από εγκληματικές δραστηριότητες 457

II. Νομική φύση του αδικήματος 458

IV. Αντικειμενική υπόσταση 461

V. Υποκειμενική υπόσταση 474

VI. Οι προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις 475

VII. Υπόχρεα πρόσωπα και εγκαθίδρυση ποινικής ευθύνης λόγω
παράλειψης αναφοράς ύποπτων ή ασυνήθων συναλλαγών 476

VIII. Συρροή 478

IX. Παραγραφή και λοιποί λόγοι εξάλειψης του αξιοποίνου 479

X. Δήμευση (: άρθρο 40 Ν 4557/2018) 480

XI. Διεθνές ποινικό δίκαιο 484

XII. Ειδικότερα ζητήματα 486

XIII. Δικονομικά ζητήματα 488

10. ΟΠΛΑ

Όπλα (Ν 2168/1993)

(Νικόλαος Βασιλειάδης)

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 493

II. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό 495

III. Έννοιες όρων - Άρθρο 1 Ν 2168/1993 496

IV. Εισαγωγή από το εξωτερικό 499

V. Εξαγωγή - Επανεξαγωγή 500

VI. Εξαγωγή - Επανεξαγωγή υλικού με στρατιωτικό προορισμό 501

VII. Διαμετακόμιση 501

VIII. Διαμεσολάβηση - Μεσιτεία 502

XVIII

IX. Κατασκευή στο εσωτερικό 504

X. Κατοχή 504

XI. Οπλοφορία 506

XII. Απλή χρήση και οπλοχρησία 508

XIII. Διακεκριμένες περιπτώσεις 510

XIV. Κατάσχεση - Δήμευση 511

XV. Η φύση και ο χαρακτήρας της άδειας 512

XVI. Ζητήματα συρροής 512

XVII. Δικονομικό Δίκαιο 515

11. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ποινική προστασία του περιβάλλοντος

(Νικόλαος Βασιλειάδης)

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 517

II. Άρθρο 28 Ν 1650/1986 518

III. Άρθρο 13 Ν 743/1977 536

IV. Άρθρο 6 Ν 4037/2012 541

V. Τελικές παρατηρήσεις 544

12. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Ποινικές διατάξεις της Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Ν 2121/1993)

(Διονύσιος Χιόνης)

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 545

ΙΙ. Προστατευόμενο έννομο αγαθό 548

ΙΙΙ. Χαρακτηρολογικά γνωρίσματα του εγκλήματος 549

IV. Δομή και στοιχεία του εγκλήματος 549

V. Διακεκριμένες περιπτώσεις 558

VI. Ποινικές κυρώσεις 561

VII. Λοιπά ειδικότερα εγκλήματα 562

VΙII. Βάσεις δεδομένων 563

XIX

ΙX. Άρση αξιοποίνου 564

X. Συρροή 565

ΧΙ. Δικονομικά 565

13. ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Ποινική προστασία προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα
με τον Νέο Γενικό Κανονισμό 679/2016 και τον Ν 4624/2019

(Γεώργιος Νούσκαλης)

I. Εισαγωγή 567

ΙΙ. Η δομή του άρ. 38 Ν 4624/2019 - Σύγκριση με τον προϊσχύσαντα
Ν 2472/1997 - Αντικειμενική/υποκειμενική υπόσταση/μορφολογικά
στοιχεία 571

14. ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ

Εγκλήματα φοροδιαφυγής (Ν 4174/2013)

(Λάμπρος Τσόγκας)

I. Ανάλυση των εγκλημάτων μη υποβολής δήλωσης φορολογίας
εισοδήματος, μη απόδοσης ΕΝΦΙΑ - ΕΦΑ 581

II. Παράθεση της υπ΄αριθμ. 1034/2022 απόφασης του Δ/τη της ΑΑΔΕ
με έμφαση στον τρόπο υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος,
τον τρόπο φορολόγησης των συζύγων, των ανηλίκων τέκνων,
τον τρόπο φορολογικής μεταχείρισης αυτών, που πτώχευσαν 582

III. Ανάλυση της μη απόδοσης ΦΠΑ 586

IV. Παραδείγματα μέσα από την ΠΟΛ. 1108/2014 587

V. Ανάλυση των εγκλημάτων της παραγράφου 5 του άρθρου 66 Ν 4174/2013 588

VI. Παρουσίαση ζητημάτων μέσα από το Ν 4308/2014 με πρακτική
εφαρμογή στα εγκλήματα της παραγράφου 5 του άρθρου 66 Ν 4174/2013 589

VII. Η εμβέλεια του φορολογικού απορρήτου 590

VIII. Ζητήματα από τη Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολόγησης 591

IX. Η ποινική δίωξη των εγκλημάτων φοροδιαφυγής 591

X. Η παραγραφή των εγκλημάτων φοροδιαφυγής 593

XI. Η διοικητική παραγραφή του δικαιώματος του δημοσίου
στους φορολογικούς ελέγχους 595

XX

15. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Εγκλήματα στα πλαίσια της λειτουργίας του Χρηματιστηρίου

(Ιάκωβος Φαρσεδάκης/Χρήστος Σατλάνης)

Ι. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις και παραδείγματα 597

II. Ο Ν 3340/2005 ως το θεμελιώδες νομοθέτημα για τα εγκλήματα
πέριξ του χώρου του Χρηματιστηρίου 607

ΙΙΙ. Η πρακτική εφαρμογή του άρθρου 30 του Ν 3340/2005 με παραδείγματα 624

IV. Ο Ν 4443/9.12.2016 ως συνεχιστής και αναμορφωτής
των ποινικών διατάξεων του Ν 3340/2005 633

V. Ερμηνευτικά σχόλια στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις
του Ν 4443/2016 638

VΙ. Έτερα εγκλήματα πέριξ του χώρου του Χρηματιστηρίου 640

VΙΙ. Το PSI ως ιδιαζόντως ειδεχθές έγκλημα σε βάρος μικρομετόχων
τραπεζών που κατέστη μη αξιόποινο με νόμο !!! 654

1

1. ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Αλλοδαποί
(N 4251/2014)

Απόστολος Σ. Κοπανίδης,
Υπ. ΔΝ, Δικηγόρος

Ι. Εισαγωγικά

Ένα από τα βασικά πεδία προστασίας, κατ’ επιταγή και διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, αποτελούσε από πολύ παλιά ο έλεγχος των αλλοδαπών προσώπων που εισέρχονται στην επικράτεια.

Η ελληνική πολιτεία από νωρίς τυποποίησε αδικήματα για την παράνομη είσοδο, έξοδο και μεταφορά Αλλοδαπών, προσώπων κατά την νομολογία που δεν έχουν την Ελληνική ιθαγένεια[1] (ή που είναι ανιθαγενείς κατά το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. α΄ του Ν 4251/2014), ήδη με το νόμο 4310/1929 «Περί εγκαταστάσεως και κινήσεως αλλοδαπών εν Ελλάδι, αστυνομικού ελέγχου, διαβατηρίων, απελάσεων και εκτοπίσεων». Έκτοτε ανάλογες συμπεριφορές τυποποιήθηκαν με τους νόμους 1975/1991, 2910/2001 και 3386/2005. Σήμερα, αναφορικά με τις ποινικές κυρώσεις των προσώπων που εισέρχονται, εξέρχονται ή των προσώπων που συμμετέχουν στην μεταφορά ή διαμονή αυτών των προσώπων, ισχύουν δύο νόμοι: ο «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης» Ν 4251/2014 όπως έχει τροποποιηθεί και κάποιες διατάξεις του προγενέστερου Ν 3386/2005 που τιτλοφορείται «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια», οι οποίες παρέμειναν εν ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 139 παρ. 2 του Ν 4251/2014. Επίσης αναφορικά με τους εργοδότες που απασχολούν παράνομα αλλοδαπούς εργαζόμενους ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89 του Ν 4052/2012.

Η τυποποίηση των αδικημάτων στους ανωτέρω νόμους κινείται στο δίπολο παράνομη είσοδος-έξοδος από την μία πλευρά και υποβοήθηση τους από την άλλη[2]. Ένα σχήμα παράδοξο, δεδομένου ότι τα εγκλήματα υποβοήθησης εισόδου στην επικράτεια, όταν αυτή παρέχεται με την χρήση μεταφορικών μέσων έχει σαφώς βαρύτερη κύρωση από το «βασικό» έγκλημα της εισόδου-εξόδου από την χώρα. Η συμπεριφορά αυτή καίτοι υποστηρικτική της εισόδου-εξόδου έχει αναχθεί από τον νομοθέτη αυτοτελώς σε έγκλημα. Σε αυτόν τον δεύτερο πόλο, αυτόν της τυποποίησης των εγκλημάτων υπο

2

βοήθησης της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, διακρίνουμε περαιτέρω τα εγκλήματα σε εγκλήματα υποβοήθησης της μετακίνησης του παράνομου μετανάστη (στα άρθρα 29 § 5 και 30 §§ 1 και 2 του Ν 4251/2014) και σε εγκλήματα υποβοήθησης της διαμονής του στην χώρα (στα άρθρα 29 § 6 και 30 § 1 του Ν 4251/2014)[3].

Το προστατευόμενο έννομα αγαθό είναι η πολιτειακή εξουσία[4], [5]. Με τη χορήγηση των ταξιδιωτικών εγγράφων κάθε κράτος διεκδικεί να αποφασίζει εκάστοτε ποιοι αλλοδαποί επιτρέπεται να εισέλθουν ή και να διαμένουν στο έδαφός του[6]. Φορέας του είναι το κράτος και προστατεύεται με το συγκεκριμένο νόμο πέραν των συνήθων ορίων του, όπως αυτά σκιαγραφούνται στο οικείο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα. Προκειμένου ο νομοθέτης να εξασφαλίσει την συνυφασμένη με την έννοια της κρατικής εξουσίας αποτελεσματική επιτήρηση των συνόρων και την εφαρμογή των προϋποθέσεων που προβλέπονται για την είσοδο και την έξοδο από τη χώρα των υπηκόων που δεν είναι πολίτες του, διευρύνει την ποινική προστασία, τιμωρώντας όχι την άμεση αντιπαράθεση με το συγκεκριμένο ελεγκτικό μηχανισμό «επί του πεδίου επιβολής» του, αλλά πράξεις μη άμεσης αμφισβήτησης του, που παρακάμπτουν τη δυνατότητα έκφρασης του ίδιου αυτού συνοριακού ελέγχου. Κατά άλλη διατύπωση «κάθε κράτος δικαιούται ν’ αποφασίζει ποια πρόσωπα και κάτω από ποιες προϋποθέσεις θα εισέρχονται στο έδαφός του και θα εξέρχονται από αυτό. Πράγματι, με την είσοδο ή έξοδο ενός προσώπου στην ελληνική επικράτεια κατά παράβαση των νόμιμων διατυπώσεων προσβάλλεται η ικανότητα επιβολής της κρατικής βούλησης στο χώρο του συνοριακού ελέγχου, υφίσταται δηλαδή βλάβη η πολιτειακή εξουσία, για το λόγο ότι η πολιτεία αδυνατεί να ελέγξει τα σύνορά της[7]». Πέραν του βασικού εννόμου αγαθού της πολιτειακής εξουσίας, προστατεύεται και το έννομο αγαθό της ανθρώπινης ζωής, στις διακεκριμένες μορφές του εγκλήματος της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών του άρθρου 30 του Ν 4251/2014[8].

3

Στο πεδίο εφαρμογής του (των) νόμου (νόμων) δεν περιλαμβάνονται τα πρόσωπα που αναφέρεται το άρθρο 2 του Ν 4251/2014, δηλαδή ο νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής «α. Στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει. β. Στους υπηρετούντες σε διπλωματικές και προξενικές αρχές υπαλλήλους που απολαύουν νομικού καθεστώτος υποκειμένου στη σύμβαση της Βιέννης του 1961 περί των διπλωματικών σχέσεων, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 503/1970 (Α΄ 108), ή στη σύμβαση της Βιέννης του 1963 περί των προξενικών σχέσεων, η οποία κυρώθηκε με το Ν 90/1975 (Α΄ 150), καθώς και σε ανακοινωθέντες στις αρμόδιες ελληνικές αρχές υπαλλήλους διεθνών οργανισμών, στο μέτρο που το νομικό τους καθεστώς διέπεται από τις οικείες διεθνείς συμβάσεις. γ. Στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, καθώς και στους αιτούντες διεθνή προστασία, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. δ. Στα πρόσωπα που έχουν την άδεια να παραμείνουν στην Ελλάδα με βάση προσωρινή προστασία ή ζήτησαν την άδεια να παραμείνουν για το λόγο αυτόν και αναμένουν την έκδοση της σχετικής απόφασης. ε. Στα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί καθεστώς επικουρικής προστασίας».

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα πρόσωπα στα οποία έχει αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα κατά τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και στα πρόσωπα που είναι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας. Η αναγνώριση μιας από τις ιδιότητες αυτές διαφοροποιεί την ποινική αντιμετώπιση των προσώπων στα οποία έχει αναγνωριστεί όπως θα αναλυθεί παρακάτω[9].

Τα ειδικότερα εγκλήματα είναι τα εξής:

ΙΙ. Το έγκλημα της παράνομης εισόδου - εξόδου
κατά το άρθρο 83 Ν 3386/2005

Με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 139 παρ. 2 του Ν 4251/2014 διατηρήθηκε σε ισχύ, μεταξύ άλλων, το άρθρο 83 του Ν 3386/2005. Κατά την διάταξη του ανωτέρω άρθρου:

Ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, αν αυτός που επιχειρεί να αναχωρήσει λαθραίως καταζητείται από τις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές ή υπέχει φορολογικές ή πάσης φύσεως άλλες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο ή είναι υπότροπος. Οι κυρώσεις της παρούσας επιβάλλονται και στους πολίτες των κρατών μελών της ΕΕ.

4

Την αντικειμενική υπόσταση του βασικού εγκλήματος αποτελεί η ενέργεια εξόδου ή εισόδου στην χώρα ή της επιχείρησης εισόδου ή εξόδου από την χώρα[10]. Στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αποτελεί και η έλλειψη των νομίμων διατυπώσεων[11] και δεν αποτελεί κάποιο άλλο μέγεθος του Ποινικού Δικαίου όπως π.χ. ειδικός όρος του αδίκου. Περαιτέρω εισάγονται από τον Ν. Χατζηνικολάου και πλείονα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως ως άγραφα στοιχεία αντικειμενικής υποστάσεως[12]. Ειδικότερα ο Ν. Χατζηνικολάου αναφέρει: «... η έλλειψη των νομίμων διατυπώσεων δεν αρκεί. Πρέπει να απαιτήσει κανείς ως άγραφο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης, τούτη η έλλειψη να συνδέεται αιτιωδώς με δυνατότητα παράκαμψης του συνοριακού ελέγχου. Αν η έλλειψη των διατυπώσεων δεν είναι καθ’ εαυτήν πρόσφορη να παρακάμψει τούτο τον έλεγχο δεν θεμελιώνεται οποιαδήποτε προσβολή –έστω σε επίπεδο διακινδύνευσης– της πολιτειακής εξουσίας και άρα δεν συγκροτείται αρχικό άδικο. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να αναπτυχθεί οποιοσδήποτε προβληματισμός για τυχόν απρόσφορη απόπειρα στο πεδίο αυτό, ενόψει της γενικότερης θέσης ότι η απόπειρα δεν είναι νοητή στα εγκλήματα επιχειρήσεως[13]».

Όπως γίνεται φανερό το έγκλημα του άρθρου 83 του Ν 3386/2005, αποτελεί έγκλημα επιχειρήσεως[14], δηλαδή έχει αναχθεί αυτοτελώς σε έγκλημα η απόπειρα του βασικού εγκλήματος εισόδου ή εξόδου από την χώρα (... υπήκοος τρίτης χώρας ... επιχειρεί...). Στην ύλη της τυποποίησης αυτής εμπίπτει η απόπειρα και όχι οποιαδήποτε άλλη προπαρασκευαστική του βασικού εγκλήματος ενέργεια, όπως γίνεται δεκτό από το σύνολο της θεωρίας.

Το ανωτέρω έγκλημα είναι γνήσιο ιδιαίτερο[15] υπό την έννοια ότι μπορούν να το τελέσουν μόνον υπήκοοι τρίτων χωρών εκτός των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου και των μελών της οικογένειας πολίτη της ΕΕ. Το γεγονός ότι

5

το εύρος των προσώπων είναι μεγάλο δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του ως γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα[16].

Επίσης το ανωτέρω έγκλημα είναι ιδιόχειρο[17]. Είναι αναγκαία, δηλαδή, η αυτοπρόσωπη συμπεριφορά του δράστη, καθώς είσοδος, έξοδος από το έδαφος της χώρας ή επιχείρηση αυτών δεν νοείται δίχως την σωματική κίνηση του υπηκόου τρίτης χώρας[18].

Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτεί την επικάλυψη όλων των στοιχείων της αντικειμενικής υπόσταση με δόλο κάθε βαθμού, ακόμα και με ενδεχόμενο. Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνάγεται σε συνδυασμό με την απειλούμενη κύρωση και το άρθρο 26 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο «Τα κακουργήματα και πλημμελήματα τιμωρούνται μόνο όταν τελούνται με δόλο. Κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος, τα πλημμελήματα τιμωρούνται και όταν τελούνται από αμέλεια». Έτσι, το έγκλημα του άρθρου 83 Ν 3386/2005 τιμωρείται όταν καταφάσκεται δόλος κάθε βαθμού του δράστη. Ο δόλος θα πρέπει να περιλαμβάνει την γνώση ότι ο αλλοδαπός δεν έχει τις νόμιμες διατυπώσεις για να εισέλθει ή να εξέλθει από την χώρα.

Αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, αυτό κατατάσσεται στα στιγμιαία[19] γιατί ολοκληρώνεται με την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης παρά την διάρκεια του αποτελέσματος που προκλήθηκε. Χρόνος τέλεσης της πράξης είναι ο χρόνος που έλαβε χώρα η παράνομη είσοδος και από τότε αρχίζει ο χρόνος παραγραφής που είναι πενταετής αφού πρόκειται για πλημμέλημα[20].

Η συμμετοχή άλλων προσώπων στο έγκλημα καθίσταται προβληματική τόσο ως συνέπεια της ιδιότητας του εγκλήματος ως ιδιόχειρου, όσο και από την διάχυτη τάση στην ποινική αντιμετώπιση των αλλοδαπών να ανάγονται από τον νομοθέτη σε αυτοτελή εγκλήματα πράξεις συμμετοχής[21]. Ειδικότερα για το έγκλημα του άρθρου 83 του Ν 3386/2005 δημιουργείται ζήτημα για το κατά πόσο είναι δυνατή η συνέργεια τόσο κατά το άρθρο 47 εδ. α΄ όσο και κατά το άρθρο 47 εδ. β΄ ΠΚ, δεδομένου ότι υφίσταται η πάλαι ποτέ ρύθμιση του άρθρου 87 παρ. 5 του Ν 3386/2005, η οποία έχει επιβιώσει αυτούσια στο άρθρο 29 παρ. 5 του Ν 4251/2014. Η εν λόγω ρύθμιση ανάγει σε αυτοτελές

6

έγκλημα κάθε «διευκόλυνση» εισόδου ή εξόδου από το ελληνικό έδαφος, και μάλιστα με ποινές καθείρξεως. Με την τυποποίηση της «διευκόλυνσης» σαν αυτοτελή άδικη πράξη, δεν επηρεάζεται η πιθανή ύπαρξη ευθύνης ηθικής αυτουργίας κατά το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΠΚ με την έννοια ότι δεν είναι δυνατή η υπαγωγή της δημιουργίας απόφασης για την τέλεση του εγκλήματος στην διευκόλυνση του. Η διευκόλυνση προϋποθέτει την ύπαρξη απόφασης για την τέλεση[22].

Όσον αφορά όμως την συνέργεια τόσο κατά το άρθρο 47 εδ. α΄ όσο και κατά το άρθρο 47 εδ. β΄ ΠΚ αντίστοιχα, κατ’ αρχάς είναι αδύνατη η κατάφαση συμμετοχικής ευθύνης καθώς η πράξη θα συνέρεε φαινομενικά κατ’ ιδέαν με την αυτοτελώς αυτουργική πράξη της διευκόλυνσης εισόδου/εξόδου από το ελληνικό έδαφος (άρθρ. 29§5 Ν 4251/2019). Η δε συμμετοχική ευθύνη θα πρέπει να απωθηθεί είτε ως σιωπηρά επικουρική ενόψει των βαρύτερων ποινών κάθειρξης που απειλούνται στην περίπτωση της διευκόλυνσης ως αυτοτελώς αυτουργικού εγκλήματος είτε ως γενικής έναντι της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 29 παρ. 5 Ν 4251/2014.

Κατά τον Ν. Χατζηνικολάου[23], όμως, θα πρέπει να αναγνωρισθεί ως συμμετοχική η ευθύνη για πράξεις διευκόλυνσης ήσσονος σημασίας με αντίστοιχο περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της αυτουργικής ευθύνης της πράξης διευκόλυνσης[24]. Κατά τον ανωτέρω συγγραφέα αυτό επιβάλλεται από την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας επί των διατάξεων που αφορά την «διευκόλυνση» κατά το άρθρο 29 παρ. 5 και της ευθύνης των μεταφορέων κατά το άρθρο 30 Ν 4152/2014. Η ανωτέρω συλλογιστική στηρίζεται στο γεγονός ότι αμφότερες οι διατάξεις επιβάλλουν ποινές κάθειρξης, ο δε δικαιολογητικός λόγος για την ευθύνη των μεταφορέων εδράζεται στο γεγονός ότι αυτοί αντιπαρατίθενται με την πολιτειακή εξουσία, καθορίζουν το δρομολόγιο και ουσιαστικά καθιστούν «περριτή κάθε άλλη ενέργεια του αλλοδαπού για την παράνομη είσοδο του στην χώρα». Αντίστοιχα, για την κατάφαση ίδιας βαρύτητας ποινών στο έγκλημα της «διευκόλυνσης», πρέπει να αναζητήσουμε ένα plus αδίκου που να την δικαιολογεί. Έτσι, κατά τον Ν. Χατζηνικολάου θα πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά το γράμμα του άρθρου 29 παρ. 5 θεωρώντας ότι εμπίπτουν στην διάταξη συμπεριφορές που «αδρανοποιούν τον ελεγκτικό συνοριακό μηχανισμό, ώστε το μόνο που απομένει στον αλλοδαπό να είναι η αβίαστη διέλευση του συνόρου»[25]. Το γεγονός αυτό αφήνει ως πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 47 παρ. 1 ΠΚ και 46 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΠΚ στο έγκλημα του άρθρου 83 του Ν 3386/2005 πράξεις ήσσονος σημασίας όπως η χορήγηση χάρτη ή οδηγιών. Η ανωτέρω θέση ενόψει και της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας και του γεγονότος των δυσανάλογα υψηλών ποινών που απειλούνται για τέτοιες πράξεις ήσσονος σημασίας θα πρέπει να γίνει αποδεκτή.

Η απειλούμενη κύρωση είναι φυλάκιση με όρια ποινής τρεις μήνες έως πέντε έτη και σωρευτικά χρηματική ποινή 1.500 €. Ζήτημα τίθεται για την συμφωνία της ρύθμισης

7

με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς όπως αναφέρθηκε παραπάνω τυποποιούνται με την ίδια κύρωση τόσο το έγκλημα επιχείρησης όσο και το αμιγώς έγκλημα εισόδου-εξόδου.

Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 83 Ν 3386/2005, τυποποιείται διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος, με απειλούμενη ποινή φυλάκισης με κατώτατο όριο τους έξι μήνες. Ειδικότερα, η διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος αφορά μόνο την έξοδο από πλευράς αντικειμενικής υπόστασης και όχι τις λοιπές τυποποιούμενες πράξεις. Τα στοιχεία που επαυξάνουν το αξιόποινο είναι ιδιότητες που συντρέχουν στο πρόσωπο του δράστη. Συγκεκριμένα, οι περιπτώσεις που επαυξάνεται το αξιόποινο είναι τρεις: α) ο δράστης να καταζητείται από τις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές, β) να υπέχει φορολογικές ή πάσης άλλης φύσεως υποχρεώσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο και γ) να είναι υπότροπος[26]. Για την πρώτη περίπτωση θα πρέπει να έχει εκδοθεί εκτελεστή καταδικαστική απόφαση, η ένταλμα συλλήψεως ή προσωρινής κράτησης κατά τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ. Στην ανωτέρω διάταξη εμπίπτουν και περιπτώσεις όπου ο δράστης καταζητείται με Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή έχει κινηθεί η διαδικασία της εκδόσεως[27]. Δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ένταλμα βίαιης προσαγωγής μάρτυρα, ή ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από την χώρα. Η άγνοια της ύπαρξης καταδικαστικής απόφασης αποτελεί πραγματική πλάνη κατά το άρθρο 30 παρ. 2 ΠΚ και οδηγεί σε ευθύνη κατά την βασική διάταξη. Για την δεύτερη περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί ότι εκτός από φορολογικές υποχρεώσεις θα μμπορούσαν να νοηθούν και υποχρεώσεις προς ασφαλιστικούς φορείς του Δημοσίου. Κάτι τέτοιο όμως, ενόψει της μη ρητής διατύπωσης στην διάταξη προσκρούει στην απαίτηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντ. για σαφή ορισμό των όρων της πράξης. Σε σχέση με την ίδια περίπτωση έχει διατυπωθεί η θέση ότι έχει σιωπηρά καταργηθεί μετά την κατάργηση του Ν 2873/2000[28]. Η υποτροπή τέλος στην περίπτωση που δεχόμαστε την εφαρμογή του θεσμού μετά τον Ν 4619/2019, θεωρούνταν ειδική και προϋποθέτει αμετάκλητη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα στο παρελθόν, και μάλιστα στην συγκεκριμένη μορφή του. Συνεπώς υποτροπή δεν θεμελιώνεται εάν ο δράστης είχε προηγουμένως καταδικασθεί για παράνομη είσοδο ή για επιχείρηση της.

Σημαντικό ζήτημα για την αναγνώριση της ποινικής ευθύνης του προσώπου που εισέρχεται στην επικράτεια είναι το ζήτημα της ιδιότητας του ως πρόσωπο που χρήζει διεθνούς προστασίας. Τα πρόσωπα δηλαδή που συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά ώστε να ενταχθούν στο καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με την σύμβαση της Γενεύης του 1951[29]. Ειδικότερα, στα πρόσωπα αυτά δεν χορηγείται από την σύμβαση της Γενεύης ή το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαίωμα εισόδου στην επικράτεια καίτοι

8

συγκεντρώνουν τα παραπάνω κριτήρια για την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα. Η μη χορήγηση δικαιώματος εισόδου δημιουργεί ένα κενό μέχρι την εν τέλει αναγνώριση της ιδιότητας αυτής που έχει ως συνέπεια να φαίνεται ότι τελούν τα πρόσωπα αυτά την νομοτυπική μορφή του άρθρου 83 Ν 3386/2005[30]. Πρόκειται δηλαδή για πρόσωπα τα οποία εισέρχονται στην επικράτεια χωρίς να έχουν προς τούτο άδεια, φαίνεται δηλαδή να πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 83 του Ν 3386/2005. Η χορήγηση ασύλου μετά από την οικεία διαδικασία (όπως αυτή προβλέπεται από τον Ν 4375/2016), τον έλεγχο δηλαδή των προϋποθέσεων και την έκδοση απόφασης υπαγωγής σε καθεστώς πρόσφυγα είχε αντιμετωπισθεί από την νομολογία ως λόγος άρσης του αδίκου[31]· ως μια ειδικής μορφής κατάσταση ανάγκης που αίρει τον άδικο χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 25 ΠΚ[32]. Ορθότερη είναι όμως η θέση σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που ο αλλοδαπός ο οποίος εισήλθε χωρίς άδεια στην επικράτεια της χώρας, έχει λάβει απόφαση υπαγωγής σε καθεστώς πρόσφυγα, το έγκλημα του άρθρου 83 του Ν 3386/2005 δεν πληρούται ούτε κατά την αντικειμενική του υπόσταση, δηλαδή δεν τελείται σε επίπεδο αρχικού αδίκου[33]. Αυτό συμβαίνει καθώς η απόφαση χορήγησης της ιδιότητας του πρόσφυγα έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα και όχι διαπλαστικό, δεν δημιουργείται δηλαδή η ιδιότητα του πρόσφυγα αλλά αναγνωρίζονται στο πρόσωπο που ιδιότητες που προϋπήρχαν της απόφασης. Ιδιότητες που υπήρχαν και κατά το χρόνο εισόδου του αλλοδαπού αποκλείοντας σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν 4251/2014 τις διατάξεις που αφορούν τα εγκλήματα του Ν 4251/2014 και κατά παραπομπή και του Ν 3386/2005[34].

ΙΙΙ. Οι ποινικές διατάξεις του Κώδικα Μετανάστευσης
και Κοινωνικής Ένταξης

Oι ρυθμίσεις του Ν 4251/2014, που έχουν ποινικό ενδιαφέρον, βρίσκονται στο κεφάλαιο υπό στοιχείο Η΄ με τίτλο «Υποχρεώσεις υπηρεσιών, δημοσίων λειτουργών και ιδιωτών». Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνονται τόσο ποινικές τυποποιήσεις εγκλημάτων όσο και διοικητικά τιμωρούμενες συμπεριφορές και προβλέψεις για αστικής φύσης καταβολές. Από το ανωτέρω κεφάλαιο διατάξεις που τυποποιούν εγκλήματα είναι: α) το άρθρο 28 με τίτλο Υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζομένων πολιτών τρίτων χωρών - Κυρώσεις, β) το άρθρο 29 με τίτλο Υποχρεώσεις ιδιωτών και υπαλλήλων -

9

Κυρώσεις και γ) το άρθρο 30 με τίτλο Υποχρεώσεις μεταφορέων-Κυρώσεις, το οποίο συγκεντρώνει παραδοσιακά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από άποψη ποινικής τυποποίησης. Το άρθρο 26 του Ν 4251/2014 με τίτλο Υποχρεώσεις υπηρεσιών και υπαλλήλων - Κυρώσεις, δεν τυποποιεί πρωταρχικώς κυρωτικούς κανόνες, αλλά παραπέμπει στο έγκλημα του άρθρου 259 ΠΚ (Παράβαση καθήκοντος), εξειδικεύοντας ex lege τα καθήκοντα της υπηρεσίας τα οποία παραβαίνει ο υπάλληλος. Πρόκειται για χωλό ποινικό νόμο[35] ο οποίος όμως λειτουργεί αντίστροφα. Δηλαδή αντί να χρειάζεται την συνδρομή άλλου νομοθετήματος για την συμπλήρωση της αξιόποινης συμπεριφοράς, ο κανόνας αυτός παρέχει διευκρινίσεις για την εφαρμογή του άρθρου 259 ΠΚ. Αυτονόητο είναι ότι για την κατάφαση του τελικού αξιοποίνου αναγκαίο είναι να συντρέχουν όλοι οι όροι αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του άρθρου 259 ΠΚ.

Α. Η ευθύνη των εργοδοτών κατά το άρθρο 28
του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης

Η διάταξη του άρθρου 28 του Κώδικα είναι η αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 86 του Ν 3386/2005. Είναι ίσως η μόνη διάταξη του νόμου που διαφοροποιείται από την παλαιά ρύθμιση. Έτσι, κατά την 1η παράγραφο του άρθρου: «Δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών που δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα». Κατά δε την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου «Στους εργοδότες που παραβιάζουν τις διατάξεις της παρ. 1, πέραν των άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, θα επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν 4052/2012, όπως ισχύει». Πρόκειται δηλαδή κι εδώ για χωλό ποινικό νόμο, κανόνα δηλαδή που συμπληρώνεται από άλλο ποινικό νόμο. Δεν μπορεί να θεωρηθεί λευκός ποινικός νόμος[36], καθώς έχουμε περιγραφή της αξιόποινης συμπεριφοράς αρκούντος ώστε να πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 7 του Συντ. περί ορισμένου της πράξης.

Κατά την διάταξη του άρθρου 88 του Ν 4052/2012, «1. Ο εργοδότης που: α) απασχολεί εκ προθέσεως παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών των οποίων η απασχόληση συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται συστηματικά ή / και β) απασχολεί εκ προθέσεως ταυτόχρονα σημαντικό αριθμό παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών ή / και γ) απασχολεί εκ προθέσεως παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών των οποίων η απασχόληση συνοδεύεται με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας, τιμωρείται,

10

ανεξάρτητα από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον πέντε (5) μηνών. 2. Όποιος απασχολεί παράνομα διαμένοντες ανηλίκους, που είναι πολίτες τρίτων χωρών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. 3. Όταν η απασχόληση παράνομα διαμένοντος πολίτη τρίτης χώρας έχει διαπραχθεί από εργοδότη, ο οποίος χρησιμοποιεί την εργασία ή τις υπηρεσίες παράνομα διαμένοντος πολίτη τρίτης χώρας, γνωρίζοντας ότι είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων, επιβάλλεται σε αυτόν η προβλεπόμενη ποινή της παρ. 3 του άρθρου 323Α ΠΚ, εκτός αν για τον ίδιο απασχολούμενο και την ίδια πράξη έχει ήδη ασκηθεί σε βάρος του εργοδότη ποινική δίωξη ή έχει ήδη καταδικασθεί βάσει του ίδιου άρθρου του ΠΚ. 4. Η ποινική δίωξη ασκείται σε κάθε περίπτωση αυτεπαγγέλτως. 5. Το Σ.ΕΠ.Ε. υποβάλλει, εφόσον συντρέχει μία από τις περιπτώσεις των παρ. 1, 2 και 3, μηνυτήρια αναφορά στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές». Κατά την παραπομπή λοιπόν του άρθρου θα εφαρμοστεί το άρθρο 88 του Ν 4052/2012, κατά παραπομπή της διάταξης του άρθρου 28 του Κώδικα Μετανάστευσης.

Ως προσβαλλόμενο έννομο αγαθό κι εδώ θα πρέπει να θεωρήσουμε την πολιτειακή εξουσία. Κι αυτό, γιατί η προστασία της διάταξης δεν κατατείνει προς τον εργαζόμενο, ή την εργασία αλλά θέλει να αχρηστεύσει τον κύριο λόγο ύπαρξης της παράνομης μετανάστευσης και να την διακρίνει σαφώς από την οικονομική μετανάστευση. Να αχρηστεύσει δηλαδή το κίνητρο της παράνομης εισόδου.

Με την νέα διάταξη, του άρθρου 28 του Κώδικα Μετανάστευσης, το αξιόποινο της απασχόλησης παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών συρρικνώνεται σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου: «Με τη διάταξη αυτή ενσωματώνονται τα άρθρα 9 Και 10 της Οδηγίας που υποχρεώνουν τα κράτη να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις στην εθνική νομοθεσία στην περίπτωση σοβαρών περιπτώσεων[37]. Ως σοβαρές περιπτώσεις αναφέρονται οι κατ’ εξακολούθηση παραβάσεις, η παράνομη απασχόληση σημαντικού αριθμού πολιτών τρίτων χωρών, η απασχόληση με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας, η απασχόληση ανήλικων παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών, και η περίπτωση που εργοδότης γνωρίζει ότι απασχολεί παράνομα διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι είναι θύματα εμπορίας ανθρώπων». Πλέον η απασχόληση ενός και μόνον παρανόμως διαμένοντος αλλοδαπού δεν αποτελεί αξιόποινη συμπεριφορά. Ακόμα κι αν υποθέταμε ότι ο νομοθέτης στην διάταξη του άρθρου 28 του Κώδικα παραπέμπει μόνο στην κύρωση κι όχι συνολικά στην τυποποιούμενη συμπεριφορά, τότε η τυποποίηση αυτή θα προσέκρουε στην διάταξη του 25 παρ. 1 του Συντ. και στην αρχή της αναλογικότητας. Είναι αναγκαίο να υφίσταται μια εκ των περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων στο άρθρο 88 του Ν 4052/2012. Η αιτιολογική έκθεση υπαινίσσεται ότι για τις υπόλοιπες περιπτώσεις ο ευρωπαϊκός νομοθέτης επιφυλάσσει διοικητικές κυρώσεις μόνον.

11

Το έγκλημα του άρθρου 88 του Ν 4052/2012 είναι υπαλλακτικώς μεικτό[38] και διακρίνονται τρεις υποπεριπτώσεις.

Την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αποτελεί, κατά την πρώτη υποπερίπτωση, η απασχόληση παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών, η οποία επαναλαμβάνεται συστηματικά ή συνεχίζεται. Κατά την γραμματική ερμηνεία της διάταξης, η απασχόληση θα πρέπει να αφορά πέραν του ενός αλλοδαπού και να έχει διάρκεια ή κάποια περιοδικότητα. Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτούμενος είναι ο δόλος. Κατά την υποπερίπτωση β΄, η αντικειμενική υπόσταση πληρούται όταν ο εργοδότης απασχολεί σημαντικό αριθμό παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών. Η διάταξη δημιουργεί ζήτημα αντίθεσης με την διάταξη του άρθρου 7 του Συντ. ως προς την αοριστία που συνεπάγεται ο όρος σημαντικός αριθμός. Το βέβαιο είναι ότι πρόκειται για άνω των δύο αλλοδαπών. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία ελέγχεται αναιρετικά κατά το σκέλος της υπαγωγής της. Υποκειμενικά είναι απαραίτητος ο δόλος κάθε βαθμού. Η τρίτη υποπερίπτωση αναφέρεται στην απασχόληση παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών με καταχρηστικούς όρους εργασίας. Γραμματικά, η διάταξη αναφέρεται προφανώς σε πλέον των δύο αλλοδαπών, οι οποίοι εργάζονται με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας. Η λέξη «ιδιαίτερα» σημαίνει πως δεν αρκεί η καταχρηστικότητα στην παρεχόμενη εργασία να αφορά ζητήματα που αφορούν ελάσσονα ζητήματα, όπως π.χ. την μικρή απόκλιση του καταβαλλόμενου μισθού από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αλλά ζητήματα που καθιστούν την παροχή εργασίας ιδιαιτέρως επαχθή, όπως κακομεταχείριση (ξυλοδαρμό) κατά την παροχή της, μη αμειβόμενη εργασία, διαμονή σε ακατάλληλες, για τον σκοπό αυτό, οικίες κ.λπ.

Γίνεται δεκτό από την νομολογία ότι δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη γραπτής σύμβασης εργασίας, πρόσληψη με την τυπική μορφή και η καταβολή μισθού με την έννοια του χρηματικού ανταλλάγματος αλλά αρκεί και οποιαδήποτε άλλη αντιπαροχή[39]. Η προβλεπόμενη κύρωση είναι φυλάκιση με κατώτατο όριο τους πέντε μήνες.

Με την παρ. 2 του άρθρου 88 εισάγεται διακεκριμένη περίπτωση που αφορά την απασχόληση ανηλίκων. Από την γραμματική ερμηνεία προκύπτει ότι θα πρέπει η απασχόληση να αφορά άνω του ενός προσώπου. Η δε ανηλικότητα κρίνεται ότι προσθέτει το αναγκαίο plus αδίκου για την διαμόρφωση διακεκριμένης μορφής εγκλήματος. Είναι εντυπωσιακό πάντως που κατά τον ευρωπαϊκό νομοθέτη η διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος έχει σαν συνέπεια την αύξηση του κατωτάτου ορίου ποινής κατά μόλις έναν μήνα. Η οποιαδήποτε περαιτέρω αξιολόγηση θα γίνει στο στάδιο της επιμέτρησης. Η κατάφαση της υποκειμενικής υπαιτιότητας απαιτεί δόλο. Η δε προβλεπόμενη κύρωση φυλάκιση με κατώτατο όριο τους έξι μήνες.

Η παρ. 3 του άρθρου παραπέμπει ρητά στην διάταξη του άρθρου 323Α του Ποινικού Κώδικα για την περίπτωση που ο παρανόμως διαμένων αλλοδαπός είναι θύμα εμπορίας

12

ανθρώπων, όπως αυτό ορίζεται πλέον από το άρθρο 1 περ. ια΄ του Κώδικα Μετανάστευσης[40].

Η δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα, είναι δε δυνατόν να υποβληθεί μήνυση από το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας κατά την παρ. 5 του άρθρου.

Με το άρθρο 89 του Ν 4052/2012 εισάγεται ένα προνόμιο αντίστοιχο του άρθρου 27 του Νόμου περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών. Έτσι ο αλλοδαπός ο οποίος παρέχει την συνδρομή του στην ποινική διαδικασία που κινείται εναντίον του εργοδότη που απασχολούσε με καταχρηστικούς όρους παράνομα διαμένοντες αλλοδαπούς, δικαιούται να λάβει άδεια παραμονής στην χώρα για ανθρωπιστικούς λόγους.

Η τυποποίηση της ποινικής ευθύνης των εργοδοτών στον Ν 4251/2014 στην βασική της μορφή εξυπηρετείται μέσω παραπομπής των εγκλημάτων που τυποποιούνται στον Ν 4052/2014, όμως στο Μεταναστευτικό Κώδικα τυποποιείται η διακεκριμένη[41] μορφή των εγκλημάτων. Διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απασχόλησης παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών εισάγει η παρ. 5 του άρθρου 28 του Κώδικα Μετανάστευσης. Η πρόσληψη και απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την προαγωγή

13

σε πορνεία τιμωρείται με φυλάκιση με κατώτατο όρια τα δύο έτη, σχηματίζοντας όρια ποινής δύο με πέντε έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον 6.000 €, δηλαδή με πλαίσια χρηματικής ποινής 6.000 με 15.000 €. Πρόκειται για έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης[42] με την αντικειμενική υπόσταση να πληρούται με μόνη την απασχόληση του πολίτη τρίτης χώρας, η δε προαγωγή σε πορνεία, αν συντελεστεί να αποτελεί την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Υποκειμενικά είναι αναγκαίος ο δόλος κάθε βαθμού (αρκεί κι ενδεχόμενος) που περιλαμβάνει την γνώση ότι ο πολίτης τρίτης χώρας είναι παράνομα στην χώρα. Επιπρόσθετα είναι αναγκαίος ο σκοπός προαγωγής στην πορνεία.

Επιβαρυντική περίπτωση εισάγεται με την δεύτερη περίοδο όπου αν ο πολίτης τρίτης χώρας που απασχολείται με σκοπό την πορνεία είναι ανήλικος, η πράξη τιμωρείται με κάθειρξη με πλαίσιο ποινής 5 έτη με 10 έτη και χρηματική ποινή από 10.000 έως 50.000 €.

Κατά την επόμενη περίοδο διακρίνονται τρεις ακόμα πιο επιβαρυντικές περιπτώσεις (ιδιαιτέρως διακεκριμένα εγκλήματα), οι οποίες τιμωρούνται με κάθειρξη και πλαίσιο ποινής 5 με 20 έτη και χρηματική ποινή με πλαίσιο από 50.000 έως 100.000 €. Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται στις εξής περιπτώσεις αν το έγκλημα τελέσθηκε: α. εναντίον προσώπου νεότερου των δεκαπέντε ετών, β. με απατηλά μέσα, γ. από τον ανιόντα συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ή από θετό γονέα, σύζυγο, επίτροπο ή από άλλον στον οποίο έχουν εμπιστευθεί τον ανήλικο για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη, έστω και προσωρινή, δ. από υπάλληλο ο οποίος, κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή επωφελούμενος από την ιδιότητά του αυτή, διαπράττει ή συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην πράξη.

Η τέλεση της διακεκριμένης μορφής του εγκλήματος, θεωρείται κατά νομοθετικό πλάσμα πάντοτε αυτόφωρο, συνεπαγόμενο την άμεση σύλληψη και κράτηση των δραστών και την άμεση κίνηση του μηχανισμού ποινικής δίωξης.

Β. Η ποινική ευθύνη ιδιωτών και υπαλλήλων κατά την διάταξη
του άρθρου 29 του Κώδικα Μετανάστευσης

Η διάταξη του άρθρου 29 του Κώδικα Μετανάστευσης αναφέρεται στις λοιπές πράξεις που αφορούν την είσοδο, διαμονή, και τους τρόπους διευκόλυνσης του αλλοδαπού που εισέρχεται παράνομα στο ελληνικό έδαφος. Με το άρθρο αυτό τυποποιούνται τέσσερις ειδικότερες πράξεις στις παρ. 5 έως 8, και ειδικότερα η διευκόλυνση εισόδου αλλοδαπού, η διευκόλυνση διαμονής αλλοδαπού, η κατοχή και χρήση ταξιδιωτικών εγγράφων από μη δικαιούμενο και τέλος η υποβολή ψευδών στοιχείων για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων.

14

Κατά την παρ. 5 του άρθρου 29 του Κώδικα Μετανάστευσης, «Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό πολίτη τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ». Αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είναι η διευκόλυνση εισόδου ή εξόδου πολίτη τρίτης χώρας χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο. Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω τίθεται ζήτημα εφαρμογής και άρα συρροής νόμων των διατάξεων των άρθρων 33 του Ν 3386/2005 σε συνδυασμό με τα άρθρα 46 παρ. 1β και 47 ΠΚ, του άρθρου 29 παρ. 5 του Κώδικα Μετανάστευσης και του άρθρου 30 παρ. 1 του Κώδικα Μετανάστευσης.

Όπως ήδη έχει αναφερθεί, κατά τον Ν. Χατζηνικολάου[43], η παρεχόμενη διευκόλυνση του άρθρου 29 παρ. 5 του Κώδικα Μετανάστευσης αφορά μόνον πράξεις οι οποίες αχρηστεύουν τον συνοριακό έλεγχο και δεν αποτελούν συμμετοχή στο έγκλημα της διευκόλυνσης στην μεταφορά αλλοδαπών κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Μετανάστευσης. Κατά τον ανωτέρω συγγραφέα, μετά την επαύξηση της ποινής της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 5 του Κώδικα και την με αυτό τον τρόπο ισοστάθμιση της ευθύνης των μεταφορέων με την ευθύνη των λοιπών ιδιωτών και υπαλλήλων κατά την διάταξη του άρθρου 29, είναι αναγκαία η ανωτέρω συσταλτική ερμηνεία τη διάταξης.

Η νομολογία έχει αντίθετη άποψη, θεωρώντας ότι «ως διευκόλυνση εισόδου των αλλοδαπών, η οποία καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται η παρεχόμενη στα πρόσωπα αυτά βοήθεια κατά την διέλευσή τους από την οροθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδας με ξένο κράτος, από το οποίο πραγματοποιείται η είσοδός τους, καθώς και η διευκόλυνση με οποιονδήποτε άλλο τρόπο της περαιτέρω, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προωθήσεώς τους στο ελληνικό έδαφος. Για την αντικειμενική θεμελίωση απαιτείται διευκόλυνση, υπό την ως άνω έννοια, της εισόδου στο ελληνικό έδαφος προσώπων μη δικαιουμένων προς τούτο ή των οποίων απαγορεύεται η είσοδος»[44]. Κατά την νομολογία δηλαδή, υπάγεται στο γράμμα της ανωτέρω διάταξης κάθε διευκόλυνση που οδηγεί στην είσοδο ή έξοδο από την χώρα, αποκλειομένης της διευκόλυνσης κατά την μεταφορά για την οποία θα εφαρμοστεί ως ειδικότερη η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Κώδικα Μετανάστευσης. Η διάκριση δηλαδή των δύο εγκληματικών υποστάσεων εντοπίζεται στο μέσο με το οποίο γίνεται η διέλευση των συνόρων ή μάλλον ορθότερα στην συνδρομή που δίνεται δια μεταφορικού μέσου στην διέλευση των συνόρων. Στο άρθρο 29 § 5 του Ν 4251/2014 περιλαμβάνεται οποιαδήποτε βοήθεια ή εξυπηρέτηση που συμβάλλει στην ευκολότερη είσοδο ή έξοδο υπηκόου τρίτης χώρας στην Ελληνική Επικράτεια, εφόσον αυτή δεν γίνεται με την χρήση μεταφορικού μέσου[45].

15

Back to Top