ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ, ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΕΥΟΜΕΝΩΝ ΙΑΤΡΩΝ


Η κατανομή αρμοδιοτήτων στις ιατροχειρουργικές επεμβάσεις - Δογματικά ζητήματα και προβληματισμοί

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 9.65€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 29,00 € Ειδική Τιμή 24,65 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18700
Νικούλη - Ζαμπίτη Σ.
Μαύρου - Τσάκου Α.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17Χ24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 128
  • ISBN: 978-960-654-891-8

Κεντρική προβληματική του έργου «Ποινική Ευθύνη από Ιατρική Αμέλεια Χειρουργού, Αναισθησιολόγου και Ειδικευόμενων Ιατρών» αποτελεί το ερώτημα ποιο από τα συλλογικώς δρώντα πρόσωπα ευθύνεται για το ιατρικό σφάλμα, ιδία στις ιατροχειρουργικές επεμβάσεις, όπου κανόνα αποτελεί η σύμπραξη, η συνέργεια, ταυτόχρονη ή διαδοχική, διαφόρων ιατρών, διαφόρων ειδικοτήτων.

Αφετηρία του προσδιορισμού της ιατρικής αμελείας αποτελεί ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, ένα νομοθέτημα με εξόχως ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, το οποίο παρουσιάζεται στο πρώτο κεφάλαιο του έργου, με αναφορά στις αρχές που διαγράφουν τη βάση της άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος. Στο ίδιο αυτό κεφάλαιο, εξειδικεύεται η νομική φύση των ιατροχειρουργικών επεμβάσεων, με αναφορά σε παλαιότερες και σύγχρονες αντιλήψεις, ενώ παρουσιάζονται, επιπλέον, οι θεμελιώδεις για την ιατρική ευθύνη θεωρίες, ήτοι η θεωρία του αποτελέσματος και η lege artis θεωρία. Στο δεύτερο κεφάλαιο του έργου, παρατίθενται τα στοιχεία της ευθύνης για σωματική βλάβη/ανθρωποκτονία από αμέλεια, με ιδιαίτερη ανάλυση της εξωτερικής αμελείας, ως άγραφου στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Γενικές αρχές του ποινικού δικαίου, όπως η θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, του αντικειμενικού καταλογισμού, της απαγόρευσης αναδρομής, η αρχή της εμπιστοσύνης, η υπαγωγή του ιστορικού συμβάντος σε ξένο τομέα ευθύνης κ.ά. αναλύονται ως χρήσιμα για τη διερεύνηση της ποινικής ευθύνης συμπραξάντων ιατρών εργαλεία. Ταυτόχρονα επιχειρείται και η νοηματοδότηση του προτύπου επιμελείας, η τήρηση του οποίου αποκλείει την ποινική ευθύνη του ιατρού, έστω κι αν η επέμβαση δεν ήταν επιτυχής. Περαιτέρω, ακολουθούν προβληματισμοί που εντάσσονται στην εσωτερική αμέλεια, όπως τα αυξημένα προσόντα του ιατρού, η επικινδυνότητα της ιατρικής πράξης κ.ά. Στο τρίτο κεφάλαιο, με κεντρικό άξονα τη συγκλίνουσα αμέλεια των ιατρών, παρουσιάζεται η οριζόντια και κάθετη κατανομή αρμοδιοτήτων, με ειδικότερη σε κάθε περίπτωση αναφορά και κριτική ανάλυση της νομολογίας εν σχέσει με την ευθύνη (ή μη) των χειρουργών, των αναισθησιολόγων και των ειδικευόμενων ιατρών.

Επιπλέον, μέσα από πρόσφατα νομολογιακά παραδείγματα, διαγράφονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες καταφάσκεται η αμελεία των ειδικευομένων ιατρών. Συμπερασματικώς, επισημαίνεται η εξέχουσας, για την οριζόντια κατανομή αρμοδιοτήτων, σημασίας, αρχή της εμπιστοσύνης, ενώ, στο πεδίο της κάθετης κατανομής αρμοδιοτήτων, μεταξύ ειδικών και ειδικευομένων ιατρών, ιδιαιτέρως θα πρέπει να εκτιμάται και να αξιολογείται από τους εφαρμοστές του δικαίου εάν ο ειδικός ιατρός, όχι απλώς εποπτεύει, αλλά εάν εποπτεύει καταλλήλως, κατά τις επιταγές του άρ. 23 παρ. 3 ΚΙΔ, τον/-ους ειδικευόμενο/-ους ιατρό/-ους.

Το βιβλίο συνιστά ένα εμπεριστατωμένο και χρήσιμο εγχειρίδιο για τον δικηγόρο, τον δικαστή και κάθε μελετητή της ποινικής ιατρικής ευθύνης και των ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την επίκληση και εφαρμογή αυτής.

Πρόλογος XI

Πρόλογος συγγραφέα XIII

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΟI ΚΑΝΟΝΕΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Α. Ιστορική Εξέλιξη 1

Β. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (ΚΙΔ) 4

Γ. Η νομική φύση των ιατροχειρουργικών επεμβάσεων

κατά το ποινικό δίκαιο 7

Γ.1. Οι παλαιότερες αντιλήψεις 7

Γ.2. Οι σύγχρονες αντιλήψεις 10

Γ.2.1. Η θεωρία του αποτελέσματος 11

Γ.2.2. Η Lege Artis θεωρία 13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ –

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΓΙΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ /

ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΑΠΟ ΑΜΕΛΕΙΑ

Α. Η νομική ρύθμιση 17

Α.1. Για την ανθρωποκτονία εξ αμελείας (302 ΠΚ) 17

Α.2. Για τη σωματική βλάβη εξ αμελείας (314 ΠΚ) 19

Β. Η εξωτερική αμέλεια ως στοιχείο του αδίκου 23

Β.1. Αναζητώντας το πρότυπο επιμελείας στις ιατροχειρουργικές επεμβάσεις.

Η παράβαση των κατευθυντήριων οδηγιών (guide-lines) ως δείκτης

και όχι ως περίπτωση εξωτερικής αμελείας 27

Γ. Ποινική Ευθύνη επί αμελών παραλείψεων 28

Δ. Η εσωτερική αμέλεια 32

Δ.1. Τα αυξημένα προσόντα του ιατρού 36

Ε. Η αιτιώδης συνάφεια 38

Ε.1. Η συνάφεια κινδύνου ως άγραφο στοιχείο της αντικειμενικής

υποστάσεως 39

Ε.2. Ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος 39

Ε.2.1. Η κρατούσα στην ελληνική θεωρία και νομολογία

«Θεωρία του ισοδυνάμου των όρων (conditio sine qua non)» 40

Ε.2.2. Η θεωρία της φυσικής ενότητος της πράξεως 43

Ε.2.3. Η Απαγόρευση Αναδρομής ως κριτήριο του αιτιώδους συνδέσμου 44

Ε.2.4. Η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού

του αποτελέσματος στον δράστη 47

Ε.2.4.1. Οι αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες παρέχονται

οι ιατρικές υπηρεσίες 49

Ε.2.4.2. Η επικινδυνότητα της ιατρικής πράξης και η ευπάθεια

του ασθενούς 51

Ε.2.4.3. Το μη φευκτό (αναπόφευκτο) του αποτελέσματος ακόμα και

σε περίπτωση τήρησης της νόμιμης εναλλακτικής

συμπεριφοράς 55

Ε.2.4.4. Υπαγωγή του ιστορικού συμβάντος σε ξένο τομέα ευθύνης 57

Ε.2.4.5. Αλλότριο σφάλμα – Αρχή της εμπιστοσύνης 59

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΑΜΕΛΕΙΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

Α. Συγκλίνουσα αμέλεια περισσοτέρων ιατρών 63

Β.

Περιπτώσεις και ζητήματα κατανομής ποινικής ευθύνης -

Νομολογιακά παραδείγματα και κριτική ανάλυση 65

Β.1. Κατανομή Αρμοδιοτήτων επί πλειόνων ειδικών ιατρών - Οριζόντια

Κατανομή – Οριοθέτηση της σχέσης μεταξύ ειδικών ιατρών 65

Β.1.1. Νομολογιακά παραδείγματα 65

Β.2. Κατανομή Αρμοδιοτήτων μεταξύ ειδικών και ειδικευόμενων ιατρών -

Κάθετη Κατανομή – Οριοθέτηση της σχέσης μεταξύ ειδικών

και ειδικευομένων ιατρών 69

Β.2.1. Η Ποινική ευθύνη των ειδικευόμενων, ειδικότερα 69

Β.2.2. Περιπτωσιολογία σφαλμάτων ειδικευόμενων ιατρών 72

Β.2.2.1. Ο ειδικευόμενος ιατρός παραλείπει ή καθυστερεί

να ειδοποιήσει έγκαιρα και να ενημερώσει τον ειδικό ιατρό 73

Β.2.2.1.1. Νομολογιακές εφαρμογές σε κριτική ανάλυση 74

Β.2.2.2. Ο ειδικευόμενος ιατρός παρέλειψε την εκτέλεση αναγκαίων

και κατάλληλων για τη διάγνωση εξετάσεων ή αξιολόγησε

πλημμελώς τα συμπτώματα ή τα ευρήματα διαγνωστικών

και κλινικών εξετάσεων, με αποτέλεσμα να μην

ενημερώσει εγκαίρως τον ειδικό ιατρό 76

Β.2.2.2.1. Νομολογιακές εφαρμογές σε κριτική ανάλυση 76

Β.2.2.3. Ο ειδικευόμενος ιατρός αναλαμβάνει μόνος του τη διεξαγωγή

διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος και δεν παραπέμπει

το περιστατικό σε ειδικό ιατρό («αμέλεια του αναλαμβάνειν») 81

Β.2.2.3.1. Νομολογιακές εφαρμογές σε κριτική ανάλυση 81

Β.2.2.4. Ο ειδικευόμενος ιατρός παραλείπει να παράσχει τις πρώτες

βοήθειες ή διενεργεί εσφαλμένως στοιχειώδεις ιατρικές

πράξεις (π.χ. λανθασμένη δοσολογία φαρμάκου) 83

Β.2.2.4.1. Νομολογιακές εφαρμογές σε κριτική ανάλυση 83

Β.2.2.5. Ο ειδικευόμενος ιατρός ενεργεί κατά παράβαση υποδείξεων

ή εντολών του ειδικού ιατρού 85

Β.2.2.5.1. Νομολογιακές εφαρμογές σε κριτική ανάλυση 86

Β.2.2.6. Συγκλίνουσα αμέλεια ειδικού και ειδικευομένου ιατρού 87

Γ. Συμπεράσματα 91

Βιβλιογραφία - Αρθρογραφία 97

Αλφαβητικό ευρετήριο 105

1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΟI ΚΑΝΟΝΕΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Α. Ιστορική Εξέλιξη

Η Ιατρική επιστήμη αναγνωρίζεται ως η επιστήμη που ασχολείται με την πρόληψη και θεραπεία των ασθενειών και κατ’ επέκταση, με τα υπέρτατα αγαθά της ανθρώπινης ζωής και υγείας. Τα τελευταία προστατευόμενα έννομα αγαθά επέβαλαν, καθοριστικώς, τη θεώρηση της ενάσκησής της, όχι απλώς ως επαγγέλματος, αλλά ως λειτουργήματος. Συνακόλουθα, το ιατρικό λειτούργημα συνδέθηκε αρρήκτως, από αρχαιοτάτων χρόνων, με την επιτακτική ανάγκη τήρησης ενός δεοντολογικού πλαισίου, ισχυροτέρου από όλους τους άλλους κλάδους των επιστημών[1]. Ο όρος “δεοντολογία” συνδέεται περισσότερο με την έννοια της ηθικής και όχι τόσο του θετικού δικαίου. Η δημιουργία όλων των δεοντολογικών πλαισίων άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος, σε όλα τα γεωγραφικά και πολιτισμικά μήκη και πλάτη, συνδέεται ιστορικά, με την ηθική πλευρά της έννοιας της ιατρικής ευθύνης και την ηθική δέσμευση του ιατρού να προστατεύσει και να μην βλάψει τον ασθενή του. Για το λόγο αυτό, δεν νοείται άσκηση ιατρικού επαγγέλματος χωρίς την τήρηση των επιταγών της δεοντολογίας, οι οποίες αποτελούν για τον ιατρό τη βάση άσκησης του λειτουργήματός του. Εύστοχα δε, επισημαίνεται ότι το ιατρικό λειτούργημα χαρακτηρίζεται από τις εξόχως ανθρωποκεντρικές αλλά και κοινωνιολογικές προεκτάσεις του[2].

Οι πρώτοι, μάλιστα, δεοντολογικοί κανόνες άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος, που θεσμοθετήθηκαν στο δίκαιο των Βαβυλωνίων και ειδικότερα, στον Κώδικα του Χαμουραμπί, δεν ήσαν απλώς ρυθμιστικοί, ούτε παρείχαν απλώς κατευθυντήριες γραμμές, όπως παρατηρείται στα σύγχρονα νομοθετήματα. Η παράβαση των κανόνων αυτών επέφερε βαρύταρες ποινικές κυρώσεις, που έφθαναν μέχρι και την αποκοπή του χεριού του ιατρού[3] σε περίπτωση που προκαλούσε στον ασθενή του βαριά πληγή εκ της οποίας επήλθε ο θάνατος.

2

Αντίστοιχες αναφορές συναντώνται στον Ηρόδοτο και τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, στην “Ιερά Βίβλο” των αρχαίων Αιγυπτίων, κατά την οποία η μη πιστή τήρηση των κανόνων, επέσυρε, για τους ιατρούς, τη θανατική ποινή, καθώς επίσης και στο έκτο βιβλίο της Ασβέστα, το «Βεντικάντ» των αρχαίων Περσών[4].

Στην Αρχαία Ελλάδα, ενδιαφέρουσες αναφορές σε ζητήματα ιατρικής δεοντολογίας συναντώνται στη νομοθεσία του Δράκοντα (612 π.Χ.) και του Σόλωνα (592 π.Χ.), ενώ κατά τη ρωμαϊκή εποχή, σημαντικές αναφορές εμπεριέχονται στη Lex Aquilia Plebiscitum (180 π.X), που προέβλεψε την επιτήρηση των ιατρών και το ανεύθυνο αυτών σε περίπτωση αμέλειας[5].

Θεμελιωτής, εντούτοις, της ιατρικής δεοντολογίας υπήρξε ο πατέρας της Ιατρικής, ο Ιπποκράτης, που με το περίφημο κείμενο του όρκου του, ξεπέρασε σε βάθος, λεπτομέρεια και διαχρονικότητα κάθε προγενέστερη αναφορά[6]. Ο Ιπποκράτης, όχι μόνον απάλλαξε την ιατρική από δεισιδαιμονίες[7], αλλά, παρότι ιατρός, αναγνώρισε επίσημα την ιατρική ευθύνη, στηλιτεύοντας το ανεύθυνο των ιατρών, τον πατερναλισμό και την έλλειψη νομοθετικής ρύθμισης της ιατρικής ευθύνης.

Η θέσπιση κανόνων ιατρικής δεοντολογίας, σε διεθνές επίπεδο, διαγράφηκε, αρχικώς, από τη Διακήρυξη της Γενεύης, που συνετάγη, το έτος 1949, από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας σε συνεργασία με την UNESCO. Ακολούθησε η Συνθήκη του Ελσίνκι (1964), που συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τις συνθήκες του Τόκιο (1975) και του Εδιμβούργου (2000), καθώς και η συνθήκη του Όσλο (1970) και της Χαβάης (1977).

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ζοφερές εμπειρίες κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έθεσαν σε έντονη αμφισβήτηση το “πατερναλιστικό” μοντέλο που σήμαινε την απόλυτη κυριαρχία του ιατρού στη λήψη αποφάσεων για τη ζωή και την υγεία του ασθενούς[8]. Μια μορφή εκδήλωσης του πατερναλιστικού αυτού μοντέλου ήταν και η καθιέρωση του απολύτως ανευθύνου των

3

ιατρών, η οποία έτυχε ευρύτατης αποδοχής στη Γαλλία του 15ου αιώνα[9]. Προκειμένου δε να καταδειχθεί η ασυδοσία των ιατρών της εποχής εκείνης, γίνεται συχνά επίκληση του γνωμικού που αποδίδεται, κατ’ άλλους στον γάλλο φιλόσοφο του 16ου αιώνα μ.Χ., Montaigne, κατ’ άλλους δε στον Βασιλιά της Κύπρου, Νικοκλέα (4ο αιώνα π.Χ.), σύμφωνα με το οποίο “ο ήλιος φωτίζει τις επιτυχίες των ιατρών, η δε γη καλύπτει τα σφάλματά τους”[10].

Διαδραμόντος του χρόνου, ωστόσο, που σήμανε πλείστες κοινωνικές, ιδεολογικές, πολιτειακές και πολιτισμικές αλλαγές και ανακατατάξεις, εν συνδυασμώ με την αναγνώριση και εμπέδωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η θεώρηση περί του ανευθύνου των ιατρών εγκαταλείφθηκε οριστικά.

Περαιτέρω, το όραμα για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ενότητα μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, με σεβασμό στις συνταγματικές παραδόσεις και ιδιομορφίες εκάστου εξ αυτών, αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία ενιαίου, πρωτογενούς, ευρωπαϊκού δικαίου, που στοχεύει στην εμπέδωση και την πραγματική προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Έτσι, με “πυλώνα” την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [“Ευρωπαϊκή Σύμβαση Διά την Προάσπισην των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών”, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ρώμη, 4.11.1950][11] οι θεμελιώδεις κανόνες ιατρικής δεοντολογίας αποτυπώθηκαν στη Διακήρυξη της Λισαβόνας (1981), διαχρονικότερα δε, και με αφορμή την ολοένα εξελισσόμενη ιατρική επιστήμη και τα επιτεύγματά της, εν συνδυασμώ με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας[12], στη Σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα

4

και τη βιοϊατρική, που το Συμβούλιο της Ευρώπης συνήψε στο Οβιέδο της Ισπανίας, στις 04.04.1997.

Β. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (ΚΙΔ)

Για την εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις, ο Έλληνας νομοθέτης, κατ’ αρχήν, κύρωσε τη Σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική (Σύμβαση του Οβιέδο), με το Ν. 2619/1998 (ΦΕΚ Α΄ 132)[13].

Εκτενέστερα, ωστόσο, οι κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας αποτυπώθηκαν στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005) [εφεξής και χάριν συντομίας ως ‘ΚΙΔ’], που έτυχε θετικής απήχησης στο νομικό κόσμο, επικαιροποιώντας την προηγούμενη νομοθεσία, που έμοιαζε τότε παρωχημένη. Οι νέες προκλήσεις της ιατρικής επιστήμης και τα επιτεύγματα της βιοτεχνολογίας καθιστούσαν αναγκαίο (και) τον εκσυγχρονισμό της ιατρικής δεοντολογίας, προκειμένου να μην εμποδίζεται ο ιατρικός κόσμος να εφαρμόσει τα νέα αυτά επιτεύγματα, αλλά και να καθίσταται ευχερής η συνεργασία διαφορετικών ειδικοτήτων[14], με σκοπό την καταλληλότερη και πλέον ενδεδειγμένη θεραπεία του ασθενούς. Κατά μίαν άποψη[15], μάλιστα, ο νέος ΚΙΔ είναι σαφώς ανθρωποκεντρικός, έχει δηλαδή ως επίκεντρο και κριτήριό του τον άνθρωπο, και μάλιστα τον ποικιλοτρόπως πάσχοντα άνθρωπο ή εκείνον που αντιμετωπίζει κάποια ανάγκη που χρήζει ιατρικής φροντίδας.

Όσον αφορά στην ιατρική αμέλεια, αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ως αφετηρία προσδιορισμού της τίθενται οι αρχές που διαγράφουν τη βάση της άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος. Έτσι, με σαφήνεια και περιεκτικότητα περιγράφεται στο άρθρο 2 του ΚΙΔ, υπό τον τίτλο «Η άσκηση της ιατρικής ως λειτούργημα”, ότι: “1. Η άσκηση της ιατρικής είναι λειτούργημα, που αποσκοπεί στην διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου, καθώς και στην ανακούφισή του από τον πόνο. …3. Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης.”. Επιπλέον, στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του ΚΙΔ, ορίζεται ότι “3. Ο ιατρός,

5

κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για το συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση...”.

Οι ως άνω διατάξεις διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο κατά τον έλεγχο της εξωτερικής αμελείας ως αντικειμενικού σφάλματος στην ποινική (αλλά και αστική) ευθύνη του ιατρού, καθόσον η άσκηση της ιατρικής, κατά τους γενικώς αποδεκτούς κανόνες της επιστήμης και με κάθε επιμέλεια, δηλαδή lege artis, ακόμη κι αν επήλθε το βλαπτικό αποτέλεσμα, αυτό δεν μπορεί να χρεωθεί στον ιατρό.

Ιδιαίτερης επιπλέον, αξίας, κατά την έρευνα του στοιχείου του εσωτερικής αμελείας, για το οποίο γίνεται εκτενώς λόγος κατωτέρω, και ως εκ τούτου, αποτελεί χρήσιμο ‘εργαλείο’ στο διαγνωστικό έργο του δικαστή, τυγχάνει και η διάταξη του άρθρου 3 του ΚΙΔ, με τίτλο “Ηθική και επιστημονική ανεξαρτησία του ιατρού”, που προβλέπει στην παρ. 2, ότι: “…2. O ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που τού έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και την συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης.

Όλα τα ανωτέρω αποκτούν ιδιαίτερη αξία για την κατάφαση (ή μη) της ποινικής ευθύνης και των ειδικευομένων, ιδίως, ιατρών, που τελούν υπό καθεστώς εκπαίδευσης. Έτσι, στερούνται, κατά κανόνα, της δυνατότητος αυτόνομης ασκήσεως ιατρικής, καθώς οι ειδικές γνώσεις, η πείρα και οι δεξιότητές τους, είναι σαφώς περιορισμένες σε σχέση με εκείνες του ειδικού ιατρού. Στις περιπτώσεις, λοιπόν, που δράστης τυγχάνει ειδικευόμενος ιατρός, η απαίτηση να επιδείξει αυτός ανάλογη συμπεριφορά με έναν ειδικό ιατρό ή έναν Καθηγητή της Ιατρικής, ενώ δεν διαθέτει ούτε τις ειδικές του γνώσεις αλλά ούτε και την πείρα του, παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της νομιμότητας.

6

Ζήτημα εντούτοις γεννάται όταν ο ειδικευόμενος ιατρός προχωρά στην αντιμετώπιση του περιστατικού, χωρίς να δηλώνει ότι δεν έχει τις σχετικές ικανότητες και να ζητά την υποστήριξη των ειδικών[16].

Η ως άνω υποχρέωσή του προβλέπεται, εξάλλου, ρητώς από το άρθρο 10 παρ. 3 του ΚΙΔ, με τίτλο “Συνεχιζόμενη εκπαίδευση, διεπιστημονικότητα και επαγγελματική συνεργασία”, όπου ορίζεται επί λέξει ότι “… 3. Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του”.

Επιπροσθέτως, θεμελιώνεται ποινική ευθύνη των ειδικευομένων ιατρών, κατ’ αρχήν, αποκλειστική, σε περίπτωση εσφαλμένης διεξαγωγής ιατρικών πράξεων, τις οποίες επιτρέπεται και είναι σε θέση, με την κτήση του πτυχίου τους, να διενεργούν αυτοδύναμα, όπως η λήψη αίματος, η χορήγηση μιας απλής θεραπευτικής αγωγής κλπ., εκτός κι αν είναι εμφανή τα ελλείμματα γνώσεων ή ικανοτήτων τους ως προς τη διεξαγωγή τέτοιων ιατρικών πράξεων, οπότε η εποπτεία των ειδικών θα πρέπει να εκτείνεται και σ’ αυτές.

Υπό την αντίστροφη εκδοχή, από έναν έμπειρο ειδικό ιατρό ή έναν Καθηγητή της Ιατρικής, αναμένεται να εκδηλωθεί μιαν εξόχως επιμελής συμπεριφορά, σαφώς υπέρτερη ενός ειδικευόμενου ιατρού. Η αναμενόμενη δε, επιμελής συμπεριφορά επιτείνεται, περαιτέρω, όταν συντρέχει στο πρόσωπο του ειδικού ιατρού και η ιδιότητα του Καθηγητή της Ιατρικής.

Στις περιπτώσεις αυτές, επομένως, η μη επίδειξη της αναμενόμενης επιμελούς και συνάδουσας με τις ειδικές γνώσεις, την εμπειρία και τις προσωπικές ιδιότητες των άνω προσώπων συμπεριφοράς, ιδία εφόσον συνέτρεχαν και οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε τούτο να συμβεί, οδηγεί συνήθως στην κατάφαση της εξωτερικής τους αμελείας, καθώς ώφειλαν και ηδύναντο να πράξουν άλλως.

7

Γ. Η νομική φύση των ιατροχειρουργικών επεμβάσεων
κατά το ποινικό δίκαιο

Γ.1. Οι παλαιότερες αντιλήψεις

Κατά την άλλοτε παγία αντίληψη της γερμανικής θεωρίας, την οποίαν ασπάσθηκαν παλαιότεροι θεωρητικοί[17] του ελληνικού ποινικού δικαίου, η θεραπευτική επέμβαση του ιατρού και ιδία η χειρουργική επέμβαση θεωρείτο ως ολοκληρωμένη σωματική βλάβη, δηλαδή κατ’ αρχήν, ως έγκλημα. Για την κατάφαση δε, της πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της σωματικής βλάβης, δεν ενδιέφερε, κατά την άποψη αυτή, ούτε το επιτυχές αποτέλεσμα της επέμβασης, ούτε εάν η συμπεριφορά του ιατρού ήταν ή όχι σύμφωνη με τους ιατρικούς κανόνες (lege artis). Γι’ αυτό και οι επικριτές της εν λόγω θεωρίας επεσήμαναν το άτοπο της εν λόγω θεώρησης, να επιβάλλει, δηλαδή, την αντιμετώπιση ως παράνομης της ιατρικής πράξης, έστω κι αν αυτή υπήρξε άψογη ως επιλογή, ως εκτέλεση και ως αποτέλεσμα[18].

Εξάλλου, επειδή ακόμη και οι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής αναγνώριζαν ως ανεπίτρεπτο να τιμωρούνται αδιάκριτα όλοι οι ιατροί, ανεξάρτητα αν έπραξαν ορθά ή αν εμφιλοχώρησε κάποιο ιατρικό σφάλμα, η απαλλαγή του ιατρού από την ποινική του ευθύνη αναζητήθηκε στους λόγους άρσης του άδικου χαρακτήρα της σωματικής βλάβης.

Ως κύριος λόγος άρσης του αδίκου υποστηρίχθηκε πως είναι η συναίνεση του ασθενούς, με την έννοια της παραίτησής του από το (σχετικό) δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της σωματικής ακεραιότητάς του τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η συναίνεση, εφόσον είναι έγκυρη, έγκαιρη και σύμφωνη προς τις διατάξεις του νόμου, αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, ώστε το τελικό άδικο να μην καταφάσκεται και ο ιατρός να μένει ατιμώρητος. Η θεωρία αυτή υποστηρίχθηκε για πρώτη φορά στη γερμανική νομολογία, με αφορμή την απόφαση του γερμανικού ακυρωτικού RGSt 25, S. 375 (1894)[19], σύμφωνα με την οποία ιατρός καταδικάστηκε για σωματική βλάβη, επειδή προέβη σε αναγκαίο ακρωτηριασμό του κάτω άκρου ενός επτάχρονου κοριτσιού,

8

καθώς ο θάνατος διαφορετικά ήταν αναπόφευκτος, αφού έπασχε από φυματική μόλυνση, η οποία σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, θα προκαλούσε χρόνια καχεξία και τελικώς το θάνατο του παιδιού, παρά τη θέληση του πατέρα της, ο οποίος ρητά δήλωσε στον ιατρό να κάνει ό,τι είναι απαραίτητο ώστε το παιδί του να μην μείνει ανάπηρο. Έτσι κρίθηκε πως η πράξη αυτή του ιατρού στηρίζεται στο άρθρο 226§a του γερμανικού Π.Κ. Στον ελληνικό χώρο όμως, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύσει, καθώς σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 308 παρ. 2 του Π.Κ., η συναίνεση ως λόγος άρσης του αδίκου έχει εφαρμογή μόνο στις απλές σωματικές βλάβες. Επομένως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις βαρύτερες ιατροχειρουργικές επεμβάσεις ως λόγος άρσης του αδίκου, ούτε βέβαια να τύχει αναλογικής εφαρμογής[20].

Ωστόσο, η ανωτέρω άποψη που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συναίνεση του ασθενούς ορθώς επικρίθηκε, καθότι, όπως προσφυώς επισημαίνεται[21], το να χαρακτηρίζεται η ιατρική επέμβαση ως κατ’ αρχήν άδικη πράξη δεν είναι ευσπρόδεκτο από τον ιατρικό κόσμο, γιατί στιγματίζει την ιατρικά ενδεικνυόμενη θεραπευτική πράξη σαν ‘εγκληματική πράξη’ και μεταφέρει στον ιατρό το βάρος απόδειξης της λήψης έγκυρης συναίνεσης του ασθενούς, πριν προβεί στη διενέργεια της ιατρικής επέμβασης, αλλά και με βάση την άποψη αυτή, αποκαθίσταται κάθε ζημία, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την ιατρική πράξη, έστω κι αν ο ιατρός δεν έχει διαπράξει σφάλμα.

Περαιτέρω, ως λόγοι άρσης του αδίκου υποστηρίχθηκαν η κατάσταση ανάγκης, η νομιμότητα του επιδιωκόμενου με τη χειρουργική επέμβαση σκοπού[22] και η εκτέλεση του ιατρικού καθήκοντος[23], οι οποίες καταλήγουν και αυτές με τη σειρά τους, στην τελική απαλλαγή του ιατρού.

Προς αντιμετώπιση των δογματικών δυσχερειών που προκαλούσε η εν λόγω θεωρία, υποστηρίχθηκαν στην πορεία διάφορες παραλλαγές της[24], όμως,

9

10

τελικώς η άποψη αυτή, μετά από έντονες επικρίσεις[25], εγκαταλείφθηκε από τους σύγχρονους θεωρητικούς ως εντελώς παρωχημένη.

Γ.2. Οι σύγχρονες αντιλήψεις

Σύμφωνα, λοιπόν, με τους νεότερους θεωρητικούς, οι επιτυχείς ιατρικές πράξεις συλλήβδην δεν στοιχειοθετούν καν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης. Υποστηρίζεται, δηλαδή, συνοπτικά ότι μια επιτυχής ιατρική πράξη, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της υγείας του ασθενούς ή ακόμα και την πλήρη ίαση αυτού, δεν προσβάλλει καν το έννομο αγαθό που προστατεύεται στα άρθρα 308 επ. του Π.Κ. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί αυτή η συμπεριφορά ως σωματική βλάβη, από τη στιγμή που αποκαθιστά ή βελτιώνει την υγεία του ασθενούς[26].

Οι υποστηρικτές, περαιτέρω, της θεωρίας αυτής βασίζουν την πεποίθησή τους σε δύο διαφορετικά κριτήρια: α) στο αποτέλεσμα της χειρουργικής επέμβασης, με την έννοια ότι η επιτυχημένη εγχείριση δεν πληρεί καν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης (θεωρία

11

αποτελέσματος – Erfolgstheorie) και β) στο άδικο ή μη της συμπεριφοράς του ιατρού, όπου εξετάζεται κατά πόσο ο ιατρός ενήργησε σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, δηλαδή lege artis (θεωρία της lex artis – Lege artis Theorie).

Γ.2.1. Η θεωρία του αποτελέσματος

Η εν λόγω θεωρία οδηγείται στη μη εμπλοκή του ιατρού, σε περιπτώσεις επιτυχούς χειρουργικής επέμβασης, με την έννοια ότι η επέμβαση η οποία έχει αίσιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποτελεί πράξη πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της σωματικής βλάβης, καθώς δεν υπάρχει καν βλάβη της υγείας, ενώ, αντιθέτως, η υγεία του ασθενούς βελτιώνεται και τις περισσότερες φορές αποκαθίσταται πλήρως. Κρίσιμα εδώ δεν είναι, επομένως, τα επιμέρους αποτελέσματα, όπως οι τομές, οι πληγές και τα κοψίματα μιας χειρουργικής επέμβασης, αλλά το τελικό αποτέλεσμα, μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης. Γιατί μπορεί η εμφάνιση του δέρματος να είναι πράγματι χειρότερη, αν όμως η συνολική λειτουργία του οργανισμού μετά την επέμβαση εμφανίζεται καλύτερη από πριν, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή του εννόμου αγαθού της υγείας κι επομένως, δεν υπάρχει καν αρχικό άδικο και παρέλκει η αναζήτηση λόγων άρσεως του αδίκου[27].

Μάλιστα, υποστηρίζεται πως στον ιατρό δεν αποδίδεται ποινική ευθύνη, όχι μόνον όταν αυτός ενήργησε lege artis, αλλά ακόμα κι αν πράγματι ενήργησε ενάντια στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ήτοι έπραξε ατέχνως, εφόσον δεν προκλήθηκε τελικώς βλάβη της υγείας του ασθενούς[28]. Και τούτο διότι η απόπειρα για να τιμωρηθεί απαιτεί πάντα την ύπαρξη δόλου[29].

Επιπλέον, με βάση την εν λόγω θεωρία, γίνεται δεκτό ότι δεν υφίσταται ποινική ευθύνη του ιατρού στις περιπτώσεις που η επέμβαση πραγματοποιήθηκε

12

χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς ή και ενάντια στη θέλησή του[30]. Σε αυτήν την περίπτωση, υποστηρίζεται[31] ότι με βάση τη θεώρηση του εννόμου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας, η έλλειψη της ενημερωμένης συναίνεσης μόνο στο πεδίο της προσβολής του εννόμου αγαθού της προσωπικότητας και του αυτοπροσδιορισμού μπορεί να ληφθεί υπόψη. Υπό το δεδομένο επομένως ότι η αυθαίρετη ιατρική πράξη δεν αποτελεί προσβολή της δομικής και λειτουργικής ακεραιότητας του ανθρώπου αλλά του δικαιώματος αυτοδιαθέσεως και της προσωπικότητας, το κενό [32] που υφίσταται μπορεί να καλυφθεί εάν προστρέξουμε στο έγκλημα της παράνομης βίας (άρθρο 330 ΠΚ), ως προσβολή της προσωπικής ελευθερίας του ασθενούς ή της έργω εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ).

Έχει μάλιστα προταθεί[33], με βάση το προστατευόμενο έννομο αγαθό, να ενταχθεί de lege ferenda στο κεφάλαιο των εγκλημάτων κατά της προσωπικής ελευθερίας ένα ιδιώνυμο έγκλημα που θα αφορά στην αυτογνώμονα ιατρική πράξη και στο οποίο θα υπάγονται οι ιατρικές πράξεις που διενεργούνται ενάντια στη θέληση του ασθενούς, χωρίς όμως την άσκηση σωματικής βίας ή απειλής παράνομης πράξης ή παράλειψης, αλλά με άλλες μεθόδους παραμερισμού της βούλησης του ασθενούς, που δεν στοιχειοθετούν ούτε το έγκλημα της σωματικής βλάβης ούτε αυτό της εξύβρισης.

Εξυπακούεται, δε, ότι ποινική ευθύνη του ιατρού δεν υφίσταται ούτε στις περιπτώσεις της lege artis διενέργειας ιατροχειρουργικής επέμβασης που κατέληξε σε αποτυχία, διότι δεν υφίσταται καν εξωτερικά αμελής συμπεριφορά του ιατρού, άρα ούτε και αρχικό άδικο.

13

Γ.2.2. Η Lege Artis θεωρία

Σύμφωνα με την κρατούσα στη γερμανική θεωρία θέση, για την ποινική εκτίμηση των ιατροχειρουργικών επεμβάσεων κρίσιμο μέγεθος αποτελεί μόνον εάν ο ιατρός τήρησε τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, καθόσον αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από την επιτυχία ή την αποτυχία τους, από έναν αστάθμητο δηλαδή παράγοντα, η επέλευση του οποίου στηρίζεται σε καθαρά τυχαία περιστατικά. Κάτι τέτοιο αφενός δεν συνάδει με το όλο πνεύμα του ποινικού δικαίου, που αποφεύγει να συνδέει έννομες συνέπειες με την επέλευση τυχαίων αποτελεσμάτων και αφετέρου περιάγει σε μειονεκτικότερη θέση τον ιατρό, ο οποίος, αν και ενήργησε lege artis, δεν κατάφερε να οδηγήσει από ένα καθαρά τυχαίο περιστατικό την επέμβαση σε επιτυχία, σε σχέση με αυτόν που λειτούργησε ενάντια στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και παρόλα αυτά από τύχη υπήρξε θετική εξέλιξη[34].

Η θεωρία αυτή, σε αντίθεση με όλες τις ανωτέρω, αναγνωρίζει την επικινδυνότητα που διακρίνει μία ιατροχειρουργική επέμβαση και το γεγονός ότι αυτή ενέχει το «ρίσκο» της αποτυχίας, με την έννοια ότι υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες που δεν μπορούν να αποκλειστούν, παρά την τήρηση εκ μέρους του ιατρού όλων των επιβεβλημένων κανόνων. Κανείς δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτα σίγουρος για την επιτυχία ή την αποτυχία μιας επέμβασης καθώς ενδέχεται να παρεμβληθούν τυχαία περιστατικά και να επηρεάσουν ή ακόμα και να ανατρέψουν το κατά τα άλλα αναμενόμενο επιτυχές αποτέλεσμα.

Σε αυτό το σημείο, εξάλλου, εντοπίζεται και η υπεροχή αυτής της άποψης καθώς δεν εξαρτά την ποινική εκτίμηση των ιατροχειρουργικών επεμβάσεων από τυχαίους παράγοντες, αλλά στηρίζεται σε αντικειμενικά και υπαρκτά μεγέθη (την τήρηση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης) που μπορούν να αξιολογηθούν σε κάθε χρονική στιγμή, σε αντίθεση με το αποτέλεσμα που και στην τύχη μπορεί να αποδοθεί και εκ των υστέρων μόνο μπορεί να εκτιμηθεί.

Oι υποχρεώσεις του ιατρού, επομένως, εκτείνονται μόνον έως τη σύμφωνη με τους γενικώς αποδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis) άσκηση του λειτουργήματός του, χωρίς αυτές να καλύπτουν και το αποτέλεσμα της ιατρικής πράξης, την επιτυχή έκβαση της οποίας επ’ ουδενί δεν δύναται ο ιατρός να εγγυηθεί. Και τούτο διότι η ανεπιτυχής έκβασή της είναι πιθανό να καθορίζεται, ακόμη κι αν ο ιατρός ενήργησε επιμελώς, από ποικίλους

14

παράγοντες. Έτσι, η αποτυχία της θεραπευτικής πράξης ή η πρόκληση βλάβης εξ αυτής δεν δύνανται άνευ άλλου τινός να αποδοθούν στον ιατρό, καθόσον ο τελευταίος δεν υπόσχεται και δεν υποχρεούται να θεραπεύσει τον ασθενή, ούτε βεβαίως, να αποκλείσει κάθε βλάβη του ασθενούς από την ιατρική πράξη. Ο ιατρός οφείλει να επιδείξει μία συμπεριφορά σύμφωνη προς ορισμένα πρότυπα επιμέλειας και όχι να επιτύχει ένα αποτέλεσμα.

Για να μπορεί, επομένως, να γίνει λόγος για κατάφαση της ιατρικής ευθύνης, πρέπει το αποτέλεσμα της πράξης να πηγάζει από μια «εξωτερικά αμελή συμπεριφορά»[35], δηλαδή από μια συμπεριφορά που περιλαμβάνει ως συστατικό της στοιχείο κάποιο αντικειμενικό σφάλμα[36].

Ως αντικειμενικό σφάλμα, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί η μη εφαρμογή ενός κανόνα που είτε αποτελεί νόμο, είτε προκύπτει από την κοινή πείρα και γενικούς εμπειρικούς κανόνες[37]. Ούτω, ο ιατρός οφείλει να πράττει εντός του πλαισίου των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως προκύπτουν από τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα, όταν αυτή εφαρμόζεται στην πράξη. Όταν, λοιπόν προκρίνει μια μέθοδο θεραπείας ως την πλέον ενδεδειγμένη σε σχέση με άλλες, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες του κάθε ιατρικού περιστατικού και να επιλέγει τούτη τη μέθοδο θεραπείας εφόσον διαθέτει και τη μεγαλύτερη επιστημονική τεκμηρίωση[38].

Επιπροσθέτως, δεν αρκεί να επιλέγεται η πλέον ενδεδειγμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδος θεραπείας, αλλά πρέπει αυτή και να εκτελείται lege artis, ήτοι σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης και με κάθε επιμέλεια.

Lege artis, ειδικότερα, ασκείται μία δραστηριότητα, και συγκεκριμένα η ιατρική, όταν ασκείται με βάση τους γενικά παραδεκτούς (άρθρα 2§3, 10§1

15

Back to Top