ΤΟ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
από 45,90 €
Έως 99,90 €
- Έκδοση: 2η 2024
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 472
- ISBN: 978-618-08-0375-4
Το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών αποτελεί σημαντική συνιστώσα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σημαντικός παράγοντας της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης και της τραπεζικής ένωσης. Ο στόχος του είναι να οδηγήσει τη συμπεριφορά των τραπεζών προς την επιθυμητή κατεύθυνση, δηλαδή να διασφαλίσει την ευρωστία τους, με κανόνες για την κεφαλαιακή επάρκεια και την ρευστότητα, την ασφάλειά τους, με κανόνες για την εταιρική διακυβέρνηση, τη ανθεκτικότητά τους σε κρίσεις, με κανόνες για την εξυγίανση των μη βιώσιμων τραπεζών και τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, και τη δεοντολογική συμπεριφορά τους έναντι των πελατών τους, με κανόνες για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και τον υπεύθυνο δανεισμό, μεταξύ άλλων.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν μερικά από τα βασικά αντικείμενα διαπραγμάτευσης του παρόντος βιβλίου. Ο στόχος για κάθε επιμέρους θέμα είναι, πρώτον να αναδειχθεί η οικονομική-τραπεζική διάσταση και θεμελίωση, η οποία δεν γίνεται εύκολα κατανοητή στα κανονιστικά κείμενα, και δεύτερον, να ξεφύγει από τη νομική γραφή των κειμένων και να τα παρουσιάζει κατά τρόπο ενοποιημένο και ευχερώς κατανοητό. Με αυτή την προσέγγιση καθίσταται χρήσιμο εργαλείο τόσο για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα όσο και για διδακτικούς και ερευνητικούς σκοπούς του ακαδημαϊκού χώρου. Επίσης το βιβλίο έχει τη φιλοδοξία να αποτελέσει μέρος των προσπαθειών για τον χρηματοοικονομικό εγγραμματισμό.
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ Β' ΕΚΔΟΣΗΣ
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ Α΄ΕΚΔΟΣΗΣ
ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
1.1. Η ιδιαίτερη φύση των τραπεζικών λειτουργιών 4
1.2. Τραπεζικοί κίνδυνοι και διαχείριση κινδύνων 7
1.2.3. Λειτουργικός κίνδυνος 10
1.2.4. Κίνδυνος ρευστότητας 11
1.2.5. Κίνδυνος επιτοκίου του τραπεζικού χαρτοφυλακίου 12
1.3. Θεωρητικό πλαίσιο των ρυθμιστικών κανόνων 14
1.3.1. Ασύμμετρη πληροφόρηση (asymmetric information) 14
1.3.2. Εξωτερικές οικονομίες (externalities) 15
1.3.3. Εμμονές/προκαταλήψεις των καταναλωτών (consumer biases) 16
1.3.4. Ρυθμιστική παρέμβαση 17
1.4. Μικρή ιστορική αναδρομή στο κανονιστικό πλαίσιο των τραπεζών 19
1.5. Χρηματοπιστωτικό Πλέγμα Ασφαλείας 22
1.5.1. Προληπτική ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία των τραπεζών 23
1.5.2. Ρυθμιστική παρέμβαση για τη διαχείριση κρίσεων 24
1.5.3. Ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία της συμπεριφοράς των τραπεζών 24
1.6. Ρυθμιστική παρέμβαση σε έκτακτες καταστάσεις 26
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
2.1. Εναλλακτικές μορφές θεσμικής οργάνωσης 29
2.2. Ευρωπαϊκή Ένωση: από τον Lamfalussy στον de Larosière 32
2.3. Τραπεζική Ένωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση 39
2.3.1. Θεωρητική προσέγγιση 40
2.3.2. Εμπειρική προσέγγιση 41
2.3.3. Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός 43
2.3.4. Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης 45
2.3.5. Εναρμονισμένος Μηχανισμός Εγγύησης των Καταθέσεων 49
2.4. Ένωση Κεφαλαιαγορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση 51
2.4.1. Η ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών 52
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ - Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ
3.1. Η επάρκεια των κεφαλαίων ως βασική πολιτική εποπτείας των τραπεζών 60
3.2. Το πλαίσιο της Βασιλείας: Από τη Βασιλεία Ι στη Βασιλεία IV 61
3.3. Η έννοια των τραπεζικών ιδίων κεφαλαίων 64
3.3.3. Κεφάλαια σε κίνδυνο ή οικονομικά κεφάλαια 66
3.4. Πυλώνας 1: Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας 67
3.5.1. Βασικά Ίδια Κεφάλαια 70
3.5.2. Συμπληρωματικά Ίδια Κεφάλαια 70
3.5.3. Αφαιρετικά στοιχεία 71
3.5.5. Κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας 71
3.5.6. Δείκτες επάρκειας κεφαλαίων 73
3.6.1. Χρηματοδοτικό άνοιγμα 74
3.6.2. Συντελεστής Στάθμισης 75
3.6.3. Τυποποιημένη προσέγγιση 76
3.6.4. Προσέγγιση Εσωτερικών Διαβαθμίσεων 79
3.6.5. Υλοποίηση της Προσέγγισης Εσωτερικών Διαβαθμίσεων 81
3.6.6. Σύστημα εσωτερικών διαβαθμίσεων 82
3.6.7. Ποσοτικοποίηση παραμέτρων 83
3.6.9. Κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων (Output floor) 85
3.7.2. Συναλλαγματικός κίνδυνος 88
3.7.3. Κίνδυνος αντισυμβαλλομένου 88
3.7.4. Κίνδυνος διακανονισμού 89
3.7.5. Κίνδυνος υπέρβασης μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων 89
3.10. Πυλώνας 2: Εποπτικές διαδικασίες ανασκόπησης και αξιολόγησης
κεφαλαιακής επάρκειας 92
3.11. Πυλώνας 3: Πειθαρχία της αγοράς 95
3.12. Πρόσθετη βιβλιογραφία 97
ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
4.1. Εννοιολογική προσέγγιση 99
4.2. Διεθνείς πρωτοβουλίες 103
4.3. Η εταιρική διακυβέρνηση στις τράπεζες 106
4.4. Ο ρόλος και η λειτουργία των Διοικητικών Συμβουλίων – tone at the top 112
4.4.1 Δομή Διοικητικού Συμβουλίου 113
4.4.2. Ποιότητα Διοικητικού Συμβουλίου 117
4.5. Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου 120
4.5.1. Το μοντέλο των Τριών Γραμμών Άμυνας (Three Lines of Defence Model) 121
4.5.3. Συγκρούσεις συμφερόντων 123
4.6. Πλαίσιο αμοιβών - αποδοχών 124
4.7. Πρόσθετη βιβλιογραφία 127
ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ
5.1. Η έννοια της ρευστότητας 129
5.2. Ρευστότητα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 130
5.2.1. Κατεύθυνση νομισματικής πολιτικής 131
5.3. Ρευστότητα από την αγορά 135
5.3.1. Παραδοσιακές πηγές άντλησης ρευστότητας 136
5.3.2. Καινοτόμες πηγές άντλησης ρευστότητας 138
5.4. Δανειστής έσχατης ανάγκης 141
5.6.1. Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας 147
5.6.2. Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης 148
5.7. Διαχείριση κινδύνου ρευστότητας 149
5.8. Πρόσθετη βιβλιογραφία 151
ΜΑΚΡΟΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
6.1. Μακροπροληπτική ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία 153
6.1.1. Χρηματοπιστωτική σταθερότητα 155
6.1.2. Συστημικός κίνδυνος 156
6.2. Η οργάνωση της μακροπροληπτικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση 158
6.3. Το λειτουργικό πλαίσιο μακροπροληπτικής πολιτικής
στην Ευρωπαϊκή Ένωση 161
6.3.1. Ο κύκλος της μακροπροληπτικής πολιτικής 162
6.3.2. Αλληλεπίδραση με άλλες πολιτικές 163
6.4. Εργαλεία μακροπροληπτικής πολιτικής 165
6.4.1. Εργαλεία κεφαλαιακής διάρθρωσης 165
6.4.2. Εργαλεία ρευστότητας 166
6.4.3. Διαρθρωτικά εργαλεία 167
6.4.4. Εξειδίκευση των εργαλείων 168
6.5. Πρόσθετη βιβλιογραφία 169
7.1. Ψηφιακή χρηματοοικονομική και χρηματοοικονομική τεχνολογία 172
7.1.1. Το οικοσύστημα της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας 172
7.1.2. Ψηφιακός μετασχηματισμός 174
7.1.3. Παροχή υπηρεσιών μέσω πλατφόρμας 178
7.1.4. Υποστηρικτικές τεχνολογίες 179
7.2. Χρηματοοικονομική τεχνολογία στις τράπεζες 182
7.2.1. Νέα αλυσίδα δημιουργίας αξίας 182
7.2.2. Τράπεζες χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech banks) 184
7.3. Κρυπτοστοιχεία – μια νέα επενδυτική κλάση υπό διαμόρφωση 185
7.3.1. Η τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού - blockchain 185
7.3.3. Κρυπτοστοιχεία (cryptoassets) 190
7.4.1. Κρυπτονομίσματα (cryptocurrencies) 193
7.4.2. Σταθερά κρυπτονομίσματα (stablecoins) 198
7.4.3. Ψηφιακό νόμισμα κεντρικών τραπεζών (CBDC) 199
7.5. Υποστηρικτικές πολιτικές 202
7.5.1. Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης 203
7.5.2. Στρατηγική για τις λιανικές πληρωμές 204
7.5.3. Μετασχηματιστικές τεχνολογίες και κρυπτοστοιχεία 206
7.5.4. Τεχνητή νοημοσύνη και ηθική 208
7.5.5. Ψηφιακή λειτουργική ανθεκτικότητα 211
7.6. Πρόσθετη βιβλιογραφία 212
ΒΙΩΣΙΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ESG
8.1. Βιώσιμη ανάπτυξη - Βιώσιμη χρηματοοικονομική 216
8.2.1. Κίνδυνοι του περιβαλλοντικού πυλώνα – «Ε» 219
8.2.2. Κίνδυνοι κοινωνικού πυλώνα – «S» 221
8.2.3. Κίνδυνοι του πυλώνα διακυβέρνησης – «G» 222
8.3. Χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με τη φύση 222
8.4. Υποστηρικτικές πρωτοβουλίες 226
8.4.2. Υπεύθυνες επενδύσεις 228
8.5. Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης 229
8.6. Ενιαία Ευρωπαϊκή Ταξινόμηση (EU Taxonomy) 230
8.7. Χρηματοπιστωτικά μέσα με περιβαλλοντολογικό αποτύπωμα 233
8.7.1. Η μέθοδος με βάση τη χρήση των εσόδων 233
8.7.2. Η μέθοδος με βάση το προφίλ αντισυμβαλλομένου 234
8.7.4. Ευρωπαϊκό Πράσινο Ομόλογο (EuGB) 235
8.8. Γνωστοποιήσεις – Μη-χρηματοοικονομικές αναφορές 236
8.9. Ενσωμάτωση των παραμέτρων βιωσιμότητας στη λήψη αποφάσεων 238
8.9.1. Εταιρική διακυβέρνηση 238
8.9.2. Διαχείριση κινδύνων 239
8.9.3. Κλιματικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων (climate stress testing) 241
8.9.4. Σχέδια μετάβασης – ένα νέο εργαλείο διαχείρισης κινδύνων 242
8.10. Πρόσθετη βιβλιογραφία 245
9.1. Άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων 247
9.1.1. Αναλυτική προσέγγιση – micro stress testing 249
9.1.2. Συγκεντρωτική προσέγγιση - macro stress testing 252
9.2. Προβλέψεις για επισφαλή δάνεια 255
9.2.1. Πολιτική προβλέψεων 255
9.2.2. Το πλαίσιο των προβλέψεων με βάση το πρότυπο IFRS 9 256
9.2.3. Εκτίμηση των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών (ECL) 258
9.3. Πρόσθετες απαιτήσεις από τη συμμετοχή τραπεζών
σε ομίλους επιχειρήσεων 260
9.3.1. Μικτός ή Τραπεζικός όμιλος 262
9.3.2. Διασυνοριακοί όμιλοι 263
9.3.3. Χρηματοοικονομικοί Όμιλοι Ετερογενών Δραστηριοτήτων 264
9.4. Άμεσοι περιορισμοί στον βαθμό αποδοχής κινδύνων –
Μεγάλα Χρηματοδοτικά Ανοίγματα 268
9.5. Πρόσθετη βιβλιογραφία 270
ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΕΩΝ
10.1. Τραπεζικές κρίσεις ρευστότητας – Παραδοσιακή προσέγγιση 276
10.2. Τραπεζικές κρίσεις ρευστότητας στην ψηφιακή εποχή 279
10.3. Συστήματα Εγγύησης των Καταθέσεων 280
10.3.1. Μορφές προστασίας καταθετών 281
10.3.2. Σχεδιασμός ενός Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων 282
10.4. Το πλαίσιο εγγύησης των καταθέσεων σε Ευρωπαϊκή Ένωση
και Ελλάδα 284
10.4.1. Φορέας για την εγγύηση των καταθέσεων 284
10.4.4. Επιλέξιμες καταθέσεις και χρόνος αποζημίωσης 287
10.5. Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων 288
10.6. Πρόσθετη βιβλιογραφία 290
ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΜΗ ΒΙΩΣΙΜΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
11.1. Από την εξυγίανση με δημόσια μέσα (bail-out) στην εξυγίανση
με ίδια μέσα (bail-in) 292
11.2. Προληπτικά μέτρα - Σχέδια αναδιάταξης 296
11.3. Μηχανισμοί εξυγίανσης με βάση τη μεταβίβαση περιουσιακών
στοιχείων 301
11.3.1. Εντολή μεταβίβασης (purchase and assumption) 302
11.3.2. Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα (bridge bank) 302
11.3.3. Διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων (asset separation) 303
11.4. Μηχανισμοί εξυγίανσης με βάση την αναδιάρθρωση παθητικού 303
11.5. Ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις 306
11.6. Πρόσθετη βιβλιογραφία 308
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΗ ΕΞΥΠΗΡEΤΟΥΜΕΝΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ
12.1. Εννοιολογική προσέγγιση 310
12.1.1. Μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) και μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) 310
12.1.2. Ανοίγματα υπό ρύθμιση (FBE) 311
12.2. Προσδιοριστικοί παράγοντες των μη εξυπηρετούμενων δανείων 314
12.2.1. Μακροοικονομικοί προσδιοριστικοί παράγοντες 314
12.2.2. Θεσμικοί προσδιοριστικοί παράγοντες 315
12.2.3. Ειδικοί ανά τράπεζα προσδιοριστικοί παράγοντες 316
12.3. Οι επιπτώσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων 317
12.3.1. Μικροπροληπτική ανάλυση 318
12.3.2. Μακροπροληπτική ανάλυση 319
12.4. Εναλλακτικές πολιτικές διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων 319
12.4.1. Ειδικές μονάδες διευθέτησης 321
12.4.2. Διαχειριστές πιστώσεων 322
12.4.3. Προγράμματα προστασίας προβληματικών περιουσιακών στοιχείων 323
12.4.4. Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων 324
12.4.5. Τιτλοποίηση προβληματικών στοιχείων 326
12.4.6. Πώληση προβληματικών στοιχείων 327
12.5. Κώδικας Δεοντολογίας 328
12.5.1. Συνεργάσιμος δανειολήπτης 328
12.6. Πρόσθετη βιβλιογραφία 332
ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ
ΤΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
13.1. Η έννοια του «πελάτη λιανικής» 338
13.2. Κίνδυνος αθέμιτων πρακτικών και αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς 339
13.2.1. Βελτίωση ικανότητας των καταναλωτών 342
13.2.2. Ρύθμιση συμπεριφοράς τραπεζών 343
13.3. Προστασία πελατών κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών 344
13.3.2. Πολιτική «Γνώρισε τον πελάτη σου» 348
13.3.3. Κατηγοριοποίηση πελατών 349
13.3.4. Έλεγχος καταλληλότητας 351
13.3.5. Έλεγχος συμβατότητας 353
13.4. Κανονισμοί για την προστασία των πελατών 353
13.4.1. Ενημέρωση των πελατών 354
13.4.3. Βέλτιστη εκτέλεση εντολών 356
13.4.4. Σύγκρουση συμφερόντων 357
13.5. Διακυβέρνηση προϊόντος 358
13.6. Επενδυτικά προϊόντα συνδεδεμένα με ασφάλιση 361
13.7. Εναλλακτικοί τόποι διαπραγμάτευσης 363
13.7.1. Οργανωμένες Αγορές 364
13.7.2. Πολυμερείς Μηχανισμοί Διαπραγμάτευσης - ΠΜΔ 364
13.7.3. Μηχανισμοί Οργανωμένης Διαπραγμάτευσης – ΜΟΔ 365
13.7.4. Συστηματικοί Εσωτερικοποιητές – ΣΕ 365
13.8. Πρόσθετη βιβλιογραφία 366
ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ
14.1. Υποχρεώσεις διαφάνειας στην πρωτογενή αγορά 368
14.2. Υποχρεώσεις διαφάνειας στη δευτερογενή αγορά 370
14.2.1. Υποχρεώσεις περιοδικής πληροφόρησης 370
14.2.2. Υποχρεώσεις διαρκούς ενημέρωσης 370
14.3.1. Η έννοια της προνομιακής πληροφόρησης 373
14.3.2. Κάτοχοι προνομιακής πληροφόρησης 374
14.3.3. Κανόνες για τους κατόχους προνομιακής πληροφόρησης 375
14.3.4. Χειραγώγηση αγοράς 377
14.3.5. Ενδεικτικά παραδείγματα χειραγώγησης 379
14.3.6. Χειραγώγηση δεικτών αναφοράς 380
14.4. Οργανισμοί Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας 383
14.4.1. Το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας 384
14.4.2. Διαβαθμίσεις με ESG κριτήρια 387
14.5. Ακεραιότητα συναλλαγών 389
14.5.1. Αλγοριθμικές συναλλαγές 389
14.6. Πρόσθετη βιβλιογραφία 392
15.1. Υπερχρέωση καταναλωτών 395
15.2. Χρηματοοικονομικός εγγραμματισμός 398
15.4. Υπεύθυνος δανεισμός σε περίπτωση στεγαστικής ενυπόθηκης πίστης 408
15.4.1. Υποχρεώσεις Ενημέρωσης 409
15.4.2. Αξιολόγηση Πιστοληπτικής Ικανότητας 410
15.4.3. Δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου ή με ρήτρα ξένου συναλλάγματος 411
15.4.4. Το δικαίωμα πρόωρης αποπληρωμής 412
15.5. Υπεύθυνος δανεισμός σε περίπτωση καταναλωτικής πίστης 412
15.5.2 Υποχρεώσεις ενημέρωσης 415
15.5.3. Αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας 415
15.5.4. Διαφημίσεις προϊόντων καταναλωτικής πίστης 416
15.6. Πρόσθετη βιβλιογραφία 417
16.1. Εγκληματικές δραστηριότητες και ξέπλυμα χρήματος 420
16.2. Φάσεις ξεπλύματος χρήματος 422
16.2.1. Φάση τοποθέτησης (placement stage) 422
16.2.2. Φάση διαστρωμάτωσης (layering stage) 423
16.2.3. Φάση ολοκλήρωσης (integration stage) 423
16.3. Διεθνής συνεργασία και στρατηγική 424
16.5. Προσέγγιση του Ξεπλύματος Χρήματος με βάση τον κίνδυνο 429
16.6. Δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη 430
16.6.1. Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας 431
16.6.2. Μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας 432
16.6.3. Μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας 432
16.7. Συνεργασία με τις αρχές 434
16.8. Δραστηριότητες που ενδεχομένως υποδηλώνουν ξέπλυμα χρήματος 435
16.8.2. Μεταφορά κεφαλαίων 436
16.8.4. Συναλλαγές σε μετρητά 438
16.8.5. Άλλες ύποπτες δραστηριότητες ή κινήσεις του πελάτη 439
16.8.6. Αναφορικά με μη κερδοσκοπικές ή φιλανθρωπικές οργανώσεις: 440
16.8.9. Ύποπτη συμπεριφορά υπαλλήλου 441
16.8.10. Ξέπλυμα χρήματος μέσω του Διεθνούς Εμπορίου 442
16.8.11. Ξέπλυμα χρήματος μέσω των Νέων Μεθόδων Πληρωμής 442
Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ Α
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
Σελ. 3
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
Το κανονιστικό πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος (financial regulation) αποτελεί ένα σημαντικό συστατικό της εύρυθμης λειτουργίας των σύγχρονων οικονομιών. Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί υπόκεινται σε μια σειρά κανόνων και υποχρεώσεων, οι οποίοι έχουν στόχο να ρυθμίσουν την οικονομική τους ευρωστία καθώς και τη συμπεριφορά τους έναντι των πελατών τους. Ο σχεδιασμός ενός τέτοιου πλαισίου είναι έργο πολύπλοκο, το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη πολλές παραμέτρους, οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές. Ειδικότερα για τις τράπεζες, το πλαίσιο πρέπει να λάβει υπόψη τις επιμέρους λειτουργίες τους, όπως τη συγκέντρωση πόρων και τη διοχέτευσή τους στην πραγματική οικονομία, τον διακανονισμό των πληρωμών, τη διαχείριση πληροφοριών, τη διαχείριση της αβεβαιότητας και των κινδύνων και την αντιμετώπιση κρίσεων, μεταξύ άλλων. Η κατανόηση των παραπάνω λειτουργιών είναι προϋπόθεση για την κατανόηση του κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας των τραπεζών, καθώς αυτό είναι απόλυτα συνυφασμένο με τους εναλλακτικούς ρόλους που διαδραματίζουν οι τράπεζες στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται, στην ενότητα 1.1, εν συντομία, η ιδιαίτερη φύση των τραπεζικών λειτουργιών, στην ενότητα 1.2 οι τραπεζικοί κίνδυνοι και η διαχείρισή τους, στην ενότητα 1.3 το θεωρητικό πλαίσιο της επιβολής ρυθμιστικών κανόνων, και στην ενότητα 1.4 μια σύντομη ιστορική αναδρομή του κανονιστικού πλαισίου των τραπεζών. Στην ενότητα 1.5 εξετάζεται το χρηματοπιστωτικό πλέγμα ασφαλείας, το οποίο έχουν δημιουργήσει οι ρυθμιστικές αρχές για να προστατεύονται οι ζωτικές λειτουργίες της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης. Οι βασικές συνιστώσες του πλέγματος ασφαλείας, δηλαδή η προληπτική ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία (prudential regulation and supervision), η ρυθμιστική παρέμβαση για τη διαχείριση κρίσεων (crisis regulation and management) και η ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία της συμπεριφοράς των τραπεζών (conduct regulation and supervision), αντιστοιχούν στη δομή του παρόντος βιβλίου. Σημειώνεται ότι το παρόν κεφάλαιο είναι εισαγωγικό και εξετάζονται όλες οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στο κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών. Ο εξοικειωμένος αναγνώστης μπορεί να το παραλείψει.
Λέξεις κλειδιά: Χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση, αναντιστοιχία στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τραπεζικοί κίνδυνοι, διαχείριση κινδύνων, ασύμμετρη πληροφόρηση, ηθικός κίνδυνος, δυσμενής επιλογή, εξωτερικές οικονομίες, προκαταλήψεις καταναλωτών, χρηματοπιστωτικό πλέγμα ασφαλείας, προληπτική ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία, ρυθμιστική παρέμβαση για τη διαχείριση κρίσεων, ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία της συμπεριφοράς, ρυθμιστική παρέμβαση σε έκτακτες καταστάσεις.
Σελ. 4
1.1. Η ιδιαίτερη φύση των τραπεζικών λειτουργιών
Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία και η εμπειρική παρατήρηση έχουν πλήρως τεκμηριώσει τη σημασία του τραπεζικού τομέα και του τρόπου λειτουργίας των τραπεζών στις σύγχρονες οικονομίες. Η αποτελεσματικότητα της ροής των κεφαλαίων από τις αποταμιεύσεις σε επενδυτικές δραστηριότητες αποτελεί σημαντικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας, και οι τράπεζες συμβάλλουν στην προώθηση των πλέον αποδοτικών επενδύσεων καθώς και στην αξιοποίηση ανεκμετάλλευτων οικονομιών κλίμακας. Μια απλοποιημένη και τυπική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος απεικονίζεται στα Διαγράμματα 1.1 και 1.2. Υπάρχουν οι οικονομικές μονάδες με πλεονάζοντα κεφάλαια (νοικοκυριά, επιχειρήσεις, δημόσιος τομέας) αλλά χωρίς επικερδείς επενδυτικές ευκαιρίες, και οι οικονομικές μονάδες με ελλειμματικά κεφάλαια αλλά με επικερδείς επενδυτικές προτάσεις.
Έστω λοιπόν ότι μια επιχείρηση σχεδιάζει μια επένδυση και αναζητά χρηματοδότηση. Αντιμετωπίζει δύο εναλλακτικές δυνατότητες, την άμεση προσφυγή στην κεφαλαιαγορά ή τη χρηματοδότηση μέσω τραπεζικού δανεισμού. Στην πρώτη περίπτωση (Διάγραμμα 1.1) η άντληση κεφαλαίων μπορεί να γίνει μέσω των μηχανισμών της αγοράς, όπως το χρηματιστήριο, οι αγορές ομολόγων, οι χρηματαγορές. Στη δεύτερη περίπτωση (Διάγραμμα 1.2) μεταξύ των οικονομικών μονάδων παρεμβάλλονται «διαμεσολαβητές», οι οποίοι έχουν στόχο να διευκολύνουν τη ροή των κεφαλαίων. Οι διαμεσολαβητές είναι οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μεταξύ άλλων, και η λειτουργία που ασκούν καλείται χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση (financial intermediation). Στην περίπτωση των τραπεζών, τα πλεονασματικά κεφάλαια των οικονομικών μονάδων αντλούνται από την τράπεζα, υπό μορφή καταθετικών προϊόντων, και διοχετεύονται στις οικονομικές μονάδες, οι οποίες έχουν ελλειμματικά κεφάλαια, υπό μορφή χρηματοδοτήσεων.
Παρά την τάση της παγκοσμιοποίησης, η σημασία του τραπεζικού τομέα διαφέρει από χώρα σε χώρα. Γενικά, μπορούμε να διακρίνουμε οικονομίες στις οποίες κυριαρχούν οι τράπεζες (bank-based economies) και οικονομίες στις οποίες οι αγορές διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο (market-based economies). Ο διαχωρισμός δεν μπορεί να είναι απόλυτος, αλλά γενικότερα στις αγγλο-σαξωνικές χώρες ο ρόλος της αγοράς είναι σημαντικότερος και πολλές επιχειρήσεις αντλούν κεφάλαια απευθείας από την αγορά μέσω της αγοράς μετοχών ή/και ομολόγων. Αντιθέτως, στην ηπειρωτική Ευρώπη η κυριαρχία των τραπεζών στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων δεν αμφισβητείται, αν και, όπως αναλύεται στη συνέχεια, στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ληφθεί πολιτική απόφαση, μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (βλ. Κεφάλαιο 2, ενότητα 2.4), για την ενίσχυση της δυνατότητας των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων, να προσφεύγουν απευθείας στην αγορά για χρηματοδότηση.
Σελ. 5
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1.1 | ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΜΕΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1.2 | ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

Η βασική επιχειρηματολογία υπέρ της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης βασίζεται στο γεγονός ότι οι τράπεζες επιλύουν πιο αποτελεσματικά διάφορα πληροφοριακής φύσης προβλήματα τα οποία ανακύπτουν. Σε μία οικονομία όπου όλοι οι συμμετέχοντες έχουν πλήρη πληροφόρηση και βεβαιότητα, οι τράπεζες και γενικά η χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση δεν έχουν θέση (Οικονομίες Arrow-Debreu). Η διαμεσολάβηση καθίσταται αναγκαία και δυνατή όταν οι συμμετέχοντες έχουν μερική ή ατελή πληροφόρηση. Παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση χρηματοδότησης επενδυτικού προγράμματος είναι προφανές ότι η επιχείρηση έχει καλύτερη πρόσβαση στα στοιχεία της επένδυσης και γνωρίζει καλύτερα την ποιότητα της επένδυσης σε σχέση με αυτόν που είναι διατεθειμένος να χρηματοδοτήσει την επένδυση. Ο διαφορετικός βαθμός πληροφόρησης καλείται ασύμμετρη πληροφόρηση (βλ. Κεφάλαιο 1, ενότητα 1.3.1). Τα οικονομικά της πληροφορίας προβλέπουν ότι η επιχείρηση προσπαθεί να αξιοποιήσει προς όφελός της το πλεονέκτημα της καλύτερης πληροφόρησης και ο χρηματοδότης (η αγορά ή η τράπεζα), για να προστατευθεί από κακόβουλη χρήση του πλεονεκτήματος, πρέπει να εφαρμόσει κοστοβόρες μεθόδους παρακολούθησης της επένδυσης (monitoring). Η τραπεζική διαμεσολάβηση ελαχιστοποιεί το κόστος παρακολούθησης, καθώς οι τράπεζες,
Σελ. 6
λόγω εξειδίκευσης, απολαμβάνουν οικονομιών κλίμακας στην παραγωγή πληροφοριών με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιούν το κόστος άντλησης πληροφοριών. Αν η παραγωγή πληροφοριών αφηνόταν στην αγορά τότε θα είχαμε σπατάλη πόρων λόγω επαναλαμβανόμενων προσπαθειών (dublication of efforts), ή, ως πιο πιθανό, την παντελή απουσία πληροφόρησης λόγω του προβλήματος της ανέξοδης εκμετάλλευσης (free-rider problem). Ο μεγάλος αριθμός επενδυτών στην αγορά, αποτελεί κίνητρο για κάθε επενδυτή να αφήσει την άντληση πληροφοριών, άρα και την επιβάρυνση με το σχετικό κόστος, σε άλλους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκής παρακολούθηση.
Το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολαμβάνουν οι τράπεζες μπορούν να αξιοποιήσουν οι επενδυτές και οι καταθέτες, «ορίζοντας» τις τράπεζες να δρουν αντί αυτών. Κατ’ ουσία λοιπόν οι τράπεζες δρουν ως εκτιμητές των κινδύνων και ως ελεγκτές της συμπεριφοράς των δανειοληπτών εκ μέρους των καταθετών, οι οποίοι έχουν μικρότερη δυνατότητα πληροφόρησης και περιορισμένα κίνητρα. Οι καταθέτες τοποθετούν τα κεφάλαιά τους στην τράπεζα και της «αναθέτουν» (delegate) την εργασία της παρακολούθησης (monitoring) και συγκέντρωσης των πληροφοριών για την οικονομική κατάσταση των επενδύσεων που χρηματοδοτεί αντί αυτών. Η ιδέα της ανάθεσης παρακολούθησης (delegated monitoring) είναι κυρίαρχη στη σύγχρονη τραπεζική θεωρία.
Η δυνατότητα ελαχιστοποίησης του κόστους παραγωγής πληροφοριών επιτρέπει στις τράπεζες να προσφέρουν ποικίλες υπηρεσίες. Γενικά, οι δραστηριότητες των τραπεζών μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες, σε δραστηριότητες μεσιτείας (brokerage) και σε δραστηριότητες μετασχηματισμού στοιχείων (asset transformation). Ως υπηρεσίες μεσιτείας νοούνται οι διευκολύνσεις, τις οποίες προσφέρει μια τράπεζα για την ολοκλήρωση των συναλλαγών. Η τράπεζα φέρνει σε επαφή αγοραστές και πωλητές με συμπληρωματικές ανάγκες και δρα αποκλειστικά ως μεσολαβητής έναντι προμήθειας και δεν λαμβάνει καμία οικονομι-
Σελ. 7
κή θέση, με συνέπεια να μην αντιμετωπίζει χρηματοπιστωτικούς κινδύνους αλλά μόνο μη χρηματοπιστωτικούς, όπως τον λειτουργικό κίνδυνο.
Οι δραστηριότητες μετασχηματισμού στοιχείων αφορούν στη δυνατότητα μεταβολής των οικονομικών χαρακτηριστικών των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μετατροπή της ληκτότητας των στοιχείων (maturity transformation), τη μετατροπή των όρων ρευστότητας (liquidity transformation), τη μετατροπή του μεγέθους αναφοράς (unit size transformation) και τη μετατροπή της μονάδας αναφοράς (currency unit transformation), μεταξύ άλλων. Παραδείγματος χάριν, η τράπεζα δέχεται βραχυπρόθεσμες καταθέσεις και χορηγεί μακροπρόθεσμα δάνεια (μετατροπή ωρίμανσης) ή δέχεται καταθέσεις με σταθερό επιτόκιο και χορηγεί δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο (μετατροπή όρων ρευστότητας) ή δέχεται καταθέσεις σε ευρώ και χορηγεί δάνεια σε δολάρια (μετατροπή μονάδας αναφοράς). Κάθε μετασχηματισμός όμως στοιχείων δημιουργεί αναντιστοιχία (mismatch) στα στοιχεία ενεργητικού/παθητικού. Η αναντιστοιχία αυτή έχει ως συνέπεια τη δημιουργία θέσης (position), η οποία είναι η αιτία των χρηματοοικονομικών κινδύνων που αντιμετωπίζει μια τράπεζα. Συνεπώς, η ανάληψη κινδύνων είναι συνυφασμένη με τη λειτουργία μιας τράπεζας, εξ ου και η τραπεζική ορίζεται ως η τέχνη της διαχείρισης κινδύνων (the art of managing risks).
1.2. Τραπεζικοί κίνδυνοι και διαχείριση κινδύνων
Οι τραπεζικοί κίνδυνοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με πολλούς τρόπους. Στη βιβλιογραφία έχουν αναπτυχθεί διαφορετικές ταξινομήσεις, ανάλογα με τις υποθέσεις και τους στόχους των μελετών. Η βαρύτητα κάθε κινδύνου εξαρτάται από το επιχειρηματικό μοντέλο κάθε τράπεζας και το εξωτερικό περιβάλλον στο οποίο αυτή δραστηριοποιείται. Παραδείγματος χάριν, ο κίνδυνος αγοράς είναι σημαντικότερος στις επενδυτικές τράπεζες αλλά γενικότερα απέκτησε βαρύτητα από τη στιγμή που οι τράπεζες άρχισαν να δημιουργούν σημαντικές θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Ο πιστωτικός κίνδυνος ήταν πάντοτε σημαντικός, καθώς είναι συνυφασμένος με την κύρια λειτουργία κάθε τράπεζας, τη χορήγηση δανείων, και αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε περιόδους κρίσης. Ο λειτουργικός κίνδυνος σχεδόν αγνοούνταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια, έως ότου διαπιστώθηκε ότι ευθύνεται για την κατάρρευση ιστορικών τραπεζών (π.χ. Barings Bank), ενώ ορισμένες συνιστώσες του (π.χ. ο κίνδυνος πληροφορικής και επικοινωνιών – ICT risk) αποκτούν μεγαλύτερη σημασία λόγω των τεχνολογικών καινοτομιών στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και προϊόντων.
1.2.1. Πιστωτικός κίνδυνος
Ο πιστωτικός κίνδυνος ορίζεται ως ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών λόγω αθέτησης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών μιας τράπεζας. Αν και το σύνολο του ενεργητικού της τράπεζας εμφανίζει πιστωτικό κίνδυνο, η ανάλυση εστιάζεται κυρίως
Σελ. 8
στο χαρτοφυλάκιο πιστοδοτήσεων. Επίσης, η τράπεζα αντιμετωπίζει παραλλαγές του πιστωτικού κινδύνου, όπως ο κίνδυνος χώρας (country risk), ο οποίος ορίζεται ως το ενδεχόμενο η τράπεζα να υποστεί ζημία από τα ανοίγματα σε μια χώρα είτε άμεσα (άμεση επένδυση) είτε έμμεσα (διασυνοριακό άνοιγμα). Ο κυβερνητικός κίνδυνος (sovereign risk) απεικονίζει την ενδεχόμενη ζημία σε περίπτωση που η κεντρική κυβέρνηση της χώρας υποδοχής αθετήσει τις υποχρεώσεις της ή μεταβάλλει τους όρους πληρωμής των υποχρεώσεών της.
Ο πιστωτικός κίνδυνος μπορεί να θεωρηθεί ως η συνισταμένη τριών επιμέρους κινδύνων, του κινδύνου αθέτησης υποχρεώσεων (default risk), του κινδύνου ανοίγματος (exposure risk) και του κινδύνου ανάκτησης (recovery risk). Ο κίνδυνος αθέτησης υποχρεώσεων αναφέρεται στην πιθανότητα οι δανειολήπτες της τράπεζας να αθετήσουν τις αναγραφόμενες στο συμβόλαιο υποχρεώσεις τους, γεγονός που συνήθως προκαλεί επαναδιαπραγμάτευση των όρων του συμβολαίου. Ο κίνδυνος ανοίγματος αναφέρεται στο συνολικό ποσό, το οποίο υπόκειται σε πιστωτικό κίνδυνο. Στην περίπτωση του χαρτοφυλακίου πιστοδοτήσεων, το συνολικό ποσό ταυτίζεται με την ονομαστική αξία των πιστοδοτήσεων. Η μέτρηση περιπλέκεται στις περιπτώσεις των εκτός ισολογισμού στοιχείων, όπου πρέπει να υπολογισθεί το πιστωτικό ισοδύναμο. Ο κίνδυνος ανάκτησης αναφέρεται στο ποσοστό ικανοποίησης της τράπεζας από το συνολικό ποσό, το οποίο είναι εκτεθειμένο σε κίνδυνο σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων του δανειολήπτη. Το ποσοστό αυτό είναι συνάρτηση της αξίας των εξασφαλίσεων ή/και εγγυήσεων της τράπεζας, καθώς και της σειράς ικανοποίησής της.
Συνεπώς, με βάση τις παραπάνω συνιστώσες, ο πιστωτικός κίνδυνος μπορεί να περιγραφεί με την εκτίμηση τριών παραμέτρων:
■ της πιθανότητας αθέτησης υποχρεώσεων (Probability of Default - PD), που αφορά στην πιθανότητα δανειολήπτης ή μια ομάδα δανειοληπτών της τράπεζας να αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους προς την τράπεζα. Το μέγεθος εκφράζεται σε ποσοστό.
■ της ζημίας δεδομένης της αθέτησης (Loss Given Default - LGD), που αφορά στη ζημία, την οποία μπορεί να υποστεί η τράπεζα σε περίπτωση αθέτησης. Το μέγεθος εκφράζεται σε ποσοστό επί του συνολικού ανοίγματος κατά την αθέτηση.
■ του μεγέθους του χρηματοδοτικού ανοίγματος (Exposure at Default - EAD), που αφορά στο ύψος του ανοίγματος, το οποίο είναι εκτεθειμένο σε πιστωτικό κίνδυνο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της αθέτησης. Το μέγεθος εκφράζεται σε χρηματικό ποσό στο νόμισμα του χαρτοφυλακίου.
Έχοντας εκτιμήσει τις τρεις παραπάνω παραμέτρους, η τράπεζα προβαίνει στον υπολογισμό της αναμενόμενης ζημίας (Expected Loss- EL) λόγω της αθέτησης υποχρεώσεων των n δανειοληπτών ως:

Σελ. 9
Η αναμενόμενη ζημία είναι η συνήθης ζημία, η οποία ενδέχεται να εμφανιστεί σε κάθε τράπεζα που εκτίθεται σε κανονικές συνθήκες χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος. Η αναμενόμενη ζημία, επειδή ακριβώς «αναμένεται», δεν αποτελεί μέρος του κινδύνου της τράπεζας, αλλά αποτελεί μέρος του κόστους της, διότι, αφού «αναμένεται», η τράπεζα μπορεί να λάβει μέτρα για την κάλυψή της. Τα μέτρα αυτά είναι η τιμολόγηση και οι προβλέψεις. Στην πρώτη περίπτωση αυξάνονται τα επιτοκιακά περιθώρια για να καλύψουν την αναμενόμενη ζημία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση επιβαρύνεται η κερδοφορία της τράπεζας με τη διενέργεια προβλέψεων (βλ. Κεφάλαιο 9, ενότητα 9.2).
1.2.2. Κίνδυνος αγοράς
Ο κίνδυνος αγοράς ορίζεται ως ο κίνδυνος μεταβολής της αξίας των στοιχείων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών της τράπεζας λόγω μεταβολής των τιμών της αγοράς. Ως μεταβολές των τιμών νοούνται οι μεταβολές των επιτοκίων, των συναλλαγματικών ισοτιμιών, των τιμών των μετοχών (ή δεικτών) και των τιμών των εμπορευμάτων. Ως χαρτοφυλάκιο συναλλαγών νοείται το χαρτοφυλάκιο, το οποίο περιλαμβάνει θέσεις με σκοπό τη διαπραγμάτευση (trading) και θέσεις με σκοπό την αντιστάθμιση κινδύνων, οι οποίοι σχετίζονται με άλλα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (hedging). Τα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία απαρτίζουν ένα χαρτοφυλάκιο συναλλαγών συνήθως είναι τα ομόλογα και άλλα χρεόγραφα, οι θέσεις σε συνάλλαγμα, οι μετοχές, οι θέσεις σε εμπορεύματα, τα αμοιβαία κεφάλαια, καθώς και παράγωγα μέσα, τα οποία έχουν ως υποκείμενο μέσο κάποιο από τα παραπάνω.
Ο κίνδυνος αγοράς έχει πέντε συνιστώσες:
(i) τον κίνδυνο θέσης (γενικός κίνδυνος και ειδικός κίνδυνος),
(ii) τον συναλλαγματικό κίνδυνο,
(iii) τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου,
(iv) τον κίνδυνο διακανονισμού, και
(v) τον κίνδυνο μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.
Ο γενικός κίνδυνος θέσης (general position risk) αναφέρεται στη μεταβολή της αξίας ενός χρηματοπιστωτικού μέσου λόγω της μεταβολής της αγοραίας τιμής του, ενώ ο ειδικός κίνδυνος θέσης (specific position risk) αναφέρεται στη μεταβολή της αξίας ενός χρηματοπιστωτικού μέσου λόγω της μεταβολής του κινδύνου που φέρει ο εκδότης του. Ο κίνδυνος συναλλαγματικών ισοτιμιών (foreign exchange risk) αφορά στον κίνδυνο απρόβλεπτης μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών για στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και του τραπεζικού χαρτοφυλακίου, τα οποία είναι εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα. Ο κίνδυνος αντισυμβαλλομένου (counterparty risk) αναφέρεται στην πιθανότητα ζημίας σε περίπτωση που ο αντι-
Σελ. 10
συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή αθετήσει τις υποχρεώσεις του πριν από τον οριστικό διακανονισμό της συναλλαγής. Ο κίνδυνος διακανονισμού (settlement risk) αναφέρεται στην πιθανότητα ζημίας λόγω δυσμενούς μεταβολής της τιμής ενός χρηματοπιστωτικού μέσου που δεν έχει διακανονιστεί μετά τις προβλεπόμενες ημερομηνίες παράδοσής του. Ο κίνδυνος μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων (large exposures from trading positions) αφορά στην υπέρβαση των ορίων Μεγάλων Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων προς συγκεκριμένους αντισυμβαλλομένους όταν η υπέρβαση προέρχεται από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.
Για την εκτίμηση του κινδύνου αγοράς η καθιερωμένη μεθοδολογία είναι τα υποδείγματα Μέγιστης Δυνητικής Ζημίας (Value at Risk - VaR). Αυτά απεικονίζουν τη μέγιστη ενδεχόμενη ζημία, την οποία μπορεί να υποστεί η τράπεζα σε δεδομένη χρονική περίοδο και με δεδομένη πιθανότητα. Η χρονική περίοδος και η πιθανότητα εξαρτώνται από την περίοδο προγραμματισμού και τον βαθμό ανοχής στον κίνδυνο.
1.2.3. Λειτουργικός κίνδυνος
Ο λειτουργικός κίνδυνος ενυπάρχει σε κάθε δραστηριότητα της τράπεζας και η παραδοσιακή προσέγγιση τον θεωρούσε ως το κόστος του επιχειρείν (cost of doing business), που σημαίνει ότι αρκούσε η εκ των προτέρων παρακολούθησή του παρά η εκ των υστέρων διαχείρισή του. Το πλαίσιο της Βασιλείας άλλαξε την παραδοσιακή προσέγγιση και αναγνώρισε τον λειτουργικό κίνδυνο ως ένα ξεχωριστό από τους υπόλοιπους κίνδυνο, και η διαχείρισή του δημιούργησε ένα νέο τομέα γνώσεων, με δική του δομή, εργαλεία και διαδικασίες.
Ο ορισμός του λειτουργικού κινδύνου αναφέρεται στη ζημία, η οποία μπορεί να εμφανισθεί σε τράπεζα ως αποτέλεσμα ανεπάρκειας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών, εσκεμμένων ή μη ανθρώπινων λαθών, αναποτελεσματικών ή προβληματικών συστημάτων ή εξωτερικών γεγονότων. Αυτός ο ορισμός περιλαμβάνει τους νομικούς κίνδυνους, αλλά αποκλείει τους κινδύνους στρατηγικής, φήμης και τους συστημικούς κινδύνους. Για να διευκολύνει περαιτέρω την υλοποίηση του ορισμού το πλαίσιο διέκρινε επτά εποπτικές κατηγορίες λειτουργικού κινδύνου, οι οποίες έχουν γίνει πρότυπα στην αγορά. Οι κατηγορίες είναι:
(i) εξωτερική απάτη,
(ii) εσωτερική απάτη,
(iii) πρακτικές απασχόλησης και ασφάλεια χώρου εργασίας,
(iv) πελάτες, προϊόντα και επιχειρηματικές πρακτικές,
(v) καταστροφή σε φυσικά περιουσιακά στοιχεία,
(vi) διακοπή εργασιών και αποτυχίες συστημάτων, και
(vii) εκτέλεση, επίδοση και διαχείριση διαδικασιών.
Κατά διαστήματα, ορισμένες συνιστώσες του λειτουργικού κινδύνου αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα και άλλες υποχωρούν. Το τελευταίο διάστημα δύο συνιστώσες θεωρούνται σημαντικές και σε πολλές περιπτώσεις εξετάζονται ξεχωριστά, ο κίν-
Σελ. 11
δυνος αθέμιτων πρακτικών και αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς (conduct risk) και ο κίνδυνος πληροφορικής και επικοινωνιών (ICT risk). Ο κίνδυνος αθέμιτων πρακτικών και αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς αναφέρεται στην πιθανότητα μια τραπεζική υπηρεσία να μην ανταποκρίνεται στο προφίλ των πελατών της τράπεζας (βλ. Κεφάλαιο 13, ενότητα 13.2). Ο κίνδυνος πληροφορικής και επικοινωνιών αναφέρεται ως πιθανότητα εμφάνισης ζημιών λόγω προβλημάτων στις υποδομές πληροφορικής της τράπεζας, ως αποτέλεσμα της συνεχώς αυξανόμενης τεχνολογικής διείσδυσης στην παροχή τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών.
1.2.4. Κίνδυνος ρευστότητας
Ως κίνδυνος ρευστότητας νοείται η αδυναμία άντλησης των αναγκαίων κεφαλαίων με προσιτό κόστος, ώστε να υλοποιηθεί το επιχειρηματικό σχέδιο της τράπεζας, να καλυφθούν οι υποχρεώσεις και να συνεχιστεί η λειτουργία της. Οι υποχρεώσεις μπορούν να προέλθουν είτε από την πλευρά του παθητικού, ως αδυναμία ανανέωσης των υποχρεώσεων που λήγουν ή/και ως απρόσμενη ανάληψη καταθέσεων, είτε από την πλευρά του ενεργητικού, ως μη αναμενόμενη χρήση εγκεκριμένων ορίων ή/και ως αδυναμία ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων χωρίς σημαντική επίδραση επί της αξίας τους. Είναι προφανές ότι οι συνιστώσες του κινδύνου ρευστότητας είναι ένας συνδυασμός ενδογενών παραγόντων (π.χ. επενδυτική πολιτική) και συμπεριφορικών παραγόντων των πελατών (π.χ. συμπεριφορά των καταθετών σε πιέσεις της αγοράς). Μπορούν να προσδιορισθούν τέσσερεις παράγοντες κινδύνου:
i) ο βαθμός συγκέντρωσης των πηγών χρηματοδότησης,
(ii) το ύψος των μη ευαίσθητων στις μεταβολές του εξωτερικού περιβάλλοντος καταθέσεων (core deposits),
(iii) το ύψος του ανεκτέλεστου υπολοίπου πιστωτικών ορίων, και
(iv) ο βαθμός εμπορευσιμότητας των περιουσιακών στοιχείων (market liquidity).
Η παραπάνω ανάλυση είναι μια «παραδοσιακή» προσέγγιση του κινδύνου ρευστότητας. Όμως, η πραγματικότητα και οι καινοτομίες στην αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων ανέδειξαν συμπληρωματικούς παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυσδιάκριτοι. Παραδείγματος χάριν, η ευρεία εφαρμογή της πρακτικής της δημιουργίας δανείων και στη συνέχεια της δημιουργίας χρεογράφων, τα οποία βασίζονται στα δάνεια αυτά, και διανομής τους σε επενδυτές στην αγορά (originate and distribute model) ή η πρακτική των τραπεζών να παρεμβαίνουν και να υποστηρίζουν χρηματοδοτικά, πέρα από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, θυγατρικές, οι οποίες βρίσκονται υπό πίεση (step-in risk), δημιουργεί νέες διαστάσεις στη ρευστότητα των τραπεζών.
Η εκτίμηση του κινδύνου ρευστότητας βασίζεται στο χάσμα ρευστότητας (liquidity gap) που δημιουργείται από την ασυμφωνία ληκτότητας απαιτήσεων-υποχρεώσεων. Εκτιμώνται οι εισροές και οι εκροές, οι οποίες αναμένονται σε διάφορα χρονι-
Σελ. 12
κά διαστήματα και υπολογίζεται το χάσμα ρευστότητας, θετικό ή αρνητικό, ως η διαφορά των εισροών-εκροών. Στη συνέχεια το χάσμα ρευστότητας συγκρίνεται με τη διαθέσιμη ρευστότητα, δηλαδή τα ρευστά διαθέσιμα και άλλα στοιχεία, τα οποία μπορούν άμεσα να ρευστοποιηθούν στις χρηματαγορές και κεφαλαιαγορές, χωρίς απώλεια τιμής.
1.2.5. Κίνδυνος επιτοκίου του τραπεζικού χαρτοφυλακίου
Ο κίνδυνος επιτοκίου αναφέρεται στη μεταβολή της καθαρής θέσης μιας τράπεζας λόγω διακυμάνσεων των επιτοκίων της αγοράς. Οφείλεται στον ετεροχρονισμό της ληκτότητας απαιτήσεων και υποχρεώσεων για τις περιπτώσεις σταθερών επιτοκίων ή στον ετεροχρονισμό στην περίοδο επαναπροσδιορισμού του επιτοκίου για τις περιπτώσεις κυμαινόμενου επιτοκίου (repricing risk). Αν ο επαναπροσδιορισμός των επιτοκίων των στοιχείων του ενεργητικού είναι βραχύτερος από τον χρόνο επαναπροσδιορισμού των στοιχείων του παθητικού, τότε απρόσμενη μείωση των επιτοκίων οδηγεί σε ζημία. Αντιθέτως, αν ο επαναπροσδιορισμός των επιτοκίων των στοιχείων του ενεργητικού είναι μακρύτερος από τον χρόνο επαναπροσδιορισμού των στοιχείων του παθητικού, τότε απρόσμενη αύξηση των επιτοκίων οδηγεί σε ζημία. Η ζημία μπορεί να αφορά στην κερδοφορία μίας τράπεζας (earnings perspective) ή στην οικονομική αξία μιας τράπεζας (economic value perspective). Στην πρώτη περίπτωση, οι μεταβολές των επιτοκίων επιδρούν στο καθαρό εισόδημα από τόκους και τα κέρδη της τράπεζας. Μπορούν να διακριθούν δύο περιπτώσεις, ο κίνδυνος επανεπένδυσης (reinvestment risk) όπου οι αποδόσεις των κεφαλαίων που επανεπενδύονται υπολείπονται του κόστους άντλησης κεφαλαίων, και ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης (refinancing risk) όπου το κόστος επεναπένδυσης των κεφαλαίων υπερβαίνει τις αποδόσεις των επενδύσεων.
Αν η ζημία αναφέρεται στην οικονομική αξία μίας τράπεζας, οι μεταβολές των επιτοκίων επηρεάζουν την τρέχουσα αξία όλων των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων, καθόσον η αξία τους ορίζεται ως η παρούσα αξία των μελλοντικών ροών, προεξοφλούμενων με το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς. Συνεπώς, οι μεταβολές των επιτοκίων επιφέρουν μεταβολές στην αξία των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, οι οποίες δεν είναι απαραίτητα απόλυτα αντισταθμισμένες. Το καθαρό αποτέλεσμα αυτών των μεταβολών αντανακλάται στην αξία της καθαρής θέσης της τράπεζας.
1.2.6. Διαχείριση κινδύνων
Η διαχείριση των τραπεζικών κινδύνων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της τράπεζας. Η γενική στρατηγική της αποτυπώνεται στο πλαίσιο αποδοχής κινδύνων (risk appetite), η οποία καταρτίζεται από την ανώτατη ιεραρχικά δομή της τράπεζας. Ως αποδοχή κινδύνων νοείται το επίπεδο κινδύνων που η τράπεζα είναι προετοιμασμένη να αναλάβει για να υλοποιήσει τους επιχειρηματικούς της στόχους. Αυτό εξαρτάται από την προτίμηση κινδύνου (risk preference) και
Σελ. 13
τη δυνατότητα απορρόφησης ζημιών (risk capacity) και αποτυπώνεται από την πολιτική ορίων (limits), την πολιτική μέγιστων ανοιγμάτων (caps) και την πολιτική ενεργοποίησης διορθωτικών ενεργειών (triggers) σε επίπεδο χαρτοφυλακίων, σε επίπεδο πελάτη και σε επίπεδο προϊόντος.
Μπορούν να διακριθούν τέσσερεις τρόποι διαχείρισης των κινδύνων, η αποφυγή των κινδύνων, η αποδοχή των κινδύνων, ο έλεγχος και η διαχείριση της πιθανής ζημίας, και η μεταφορά των κινδύνων.
Η αποφυγή των κινδύνων αναφέρεται στη συνειδητή απόφαση της τράπεζας να μην εκτεθεί σε συγκεκριμένη μορφή κινδύνου. Αν τα χαρακτηριστικά του κινδύνου δεν ταιριάζουν με τις προτιμήσεις κινδύνου ή τις δυνατότητες παρακολούθησης και αντιμετώπισής του, τότε η αποφυγή κινδύνου είναι η βέλτιστη πρακτική. Βεβαίως αντιμετωπίζει το κόστος ευκαιρίας από την απώλεια εσόδων λόγω μη ανάληψης κινδύνων.
Εναλλακτικά, η τράπεζα μπορεί να αποδεχθεί τον κίνδυνο και να αντιμετωπίσει πιθανές αρνητικές συνέπειες, όποτε και αν δημιουργηθούν. Αν τα χαρακτηριστικά κινδύνου και το μέγεθος των επιπτώσεων είναι εντός των δυνατοτήτων της τράπεζας, τότε η αποδοχή των κινδύνων, μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική πολιτική. Οι όποιες επιπτώσεις δεν αναμένεται να επηρεάσουν την οικονομική ευρωστία της τράπεζας.
Εναλλακτικά, η τράπεζα μπορεί να λάβει μέτρα για να μετριάσει τις επιπτώσεις ενός γεγονότος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την υλοποίηση συστήματος μέτρησης των κινδύνων καθώς και συστήματος ορίων ανάληψης κινδύνου και ανάσχεσης ζημιών.
Η τελευταία εναλλακτική δυνατότητα της τράπεζας είναι η μεταφορά του κινδύνου σε όποιον είναι διατεθειμένος να τον αναλάβει. Αν τα χαρακτηριστικά της τράπεζας δεν προσιδιάζουν πια με τα χαρακτηριστικά του κινδύνου που έχει ήδη αναληφθεί, ο κίνδυνος μπορεί να «μεταφερθεί» ή να αντισταθμισθεί, έναντι τιμήματος, σε πιο εξειδικευμένο φορέα, ο οποίος έχει τη δυνατότητα καλύτερης διαχείρισης. Αυτό μπορεί να γίνει με τη χρησιμοποίηση χρηματοοικονομικών παραγώγων. Η τράπεζα μπορεί να καλυφθεί από τις επιπτώσεις της αφερεγγυότητας ενός πελάτη της (πιστωτικό γεγονός) μέσω πιστωτικών παραγώγων ή πιστωτικών εγγυήσεων, ενώ μπορεί να καλυφθεί από τη μεταβολή των τιμών της αγοράς (γεγονός της αγοράς) μέσω χρηματοοικονομικών παραγώγων, προθεσμιακών συμβολαίων (futures-forwards) ή/και προαιρέσεων (options).
Η αντιστάθμιση των κινδύνων θεωρείται θετική ενέργεια, καθώς περιορίζει τις επιπτώσεις ενός αρνητικού γεγονότος και σταθεροποιεί τα έσοδα και τα έξοδα. Βεβαίως, για τους ίδιους ακριβώς λόγους η αντιστάθμιση μπορεί να θεωρηθεί αρνητική ενέργεια, καθώς η δημιουργία αξίας από την τράπεζα εξαρτάται από τον βαθμό ανάληψης κινδύνων και όχι από τον βαθμό αντιστάθμισης κινδύνων. Συνεπώς, η επιλογή της αντιστάθμισης των κινδύνων πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της δημιουργίας αξίας για την τράπεζα.
Σελ. 14
1.3. Θεωρητικό πλαίσιο των ρυθμιστικών κανόνων
Στην κλασική οικονομική θεωρία η παρέμβαση των ρυθμιστικών αρχών θεωρείται δικαιολογημένη σε περίπτωση αποτυχίας της αγοράς (market failure). Η ίδια λογική ισχύει και για την περίπτωση του τραπεζικού κλάδου όπου μπορούν να διακριθούν πολλές αιτίες αποτυχίας της αγοράς.
1.3.1. Ασύμμετρη πληροφόρηση (asymmetric information)
Η ασύμμετρη πληροφόρηση αναφέρεται στη διαφορετική πληροφόρηση, την οποία ενδεχομένως να έχουν οι δύο αντισυμβαλλόμενοι όταν συνάπτουν ένα συμβόλαιο. Σε αυτή την περίπτωση τα οικονομικά της πληροφορίας προβλέπουν δύο αποτελέσματα, τον ηθικό κίνδυνο (moral hazard) και τη δυσμενή επιλογή (adverse selection). Ο ηθικός κίνδυνος αναφέρεται σε πιθανά προβλήματα συμπεριφοράς μετά τη σύναψη ενός συμβολαίου. Ο ανάδοχος ενός έργου πιθανόν να δράσει για ίδιο όφελος και να αποκλίνει από τις επιδιώξεις αυτού που του αναθέτει το έργο. Η απόκλιση στη συμπεριφορά μπορεί να οφείλεται και στο κανονιστικό πλαίσιο που διέπει το έργο. Η λύση έγκειται στην εξειδίκευση στο συμβόλαιο των επιτρεπτών ενεργειών του αναδόχου καθώς και ενός μηχανισμού επιβεβαίωσης των ενεργειών.
Το πρόβλημα της δυσμενούς επιλογής εστιάζεται στην επιλογή πριν από τη σύναψη των συμβολαίων. Σε κάθε συναλλαγή η πληροφόρηση του πωλητή σε σχέση με την ποιότητα των προϊόντων που προσφέρει είναι καλύτερη από αυτή του αγοραστή. Ο αγοραστής δεν έχει τη δυνατότητα απολύτου διάκρισης μεταξύ ποιοτικών και υποβαθμισμένων προϊόντων, με συνέπεια να δέχεται να πληρώσει τιμή που αντιπροσωπεύει τη μέση ποιότητα. Στη μέση τιμή όμως, τα ποιοτικά προϊόντα εκτοπίζονται από την αγορά και παραμένουν τα υποβαθμισμένα προϊόντα, τα οποία τελικά και επιλέγονται (Akerlof’s lemon market). Άρα, η ασύμμετρη πληροφόρηση οδηγεί στην επιλογή της πιο δυσμενούς εναλλακτικής λύσης, η οποία μπορεί να αναστραφεί αν οι πωλητές των ποιοτικών προϊόντων κατορθώσουν να διαφοροποιηθούν από τους υπόλοιπους, όπως με την επιβολή μηχανισμού πιστοποίησης ποιότητας.
Η ασύμμετρη πληροφόρηση είναι παρούσα σε πολλές δραστηριότητες των τραπεζών. Πολλά τραπεζικά προϊόντα είναι σύνθετα, δυσνόητα και με πολύπλοκες συνθήκες, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη σύγκρισή τους με ομοειδή προϊόντα. Οι πελάτες των τραπεζών συνήθως έχουν διαφορετικό σύνολο πληροφοριών, καθώς και διαφορετική δυνατότητα επεξεργασίας των πληροφοριών από τις τράπεζες, και το κανονιστικό πλαίσιο προστασίας των καταναλωτών έχει στόχο να καλύψει αυτό το χάσμα ασύμμετρης πληροφόρησης. Περαιτέρω, το πρόβλημα της δυσμενούς επιλογής εμφανίζεται στους καταθέτες και άλλους πιστωτές της τράπεζας. Το καταθετικό συμβόλαιο είναι μια υπόσχεση μελλοντικής πληρωμής, η πιστότητα της οποίας βασίζεται στη φερεγγυότητα της τράπεζας. Όμως, ο καταθέτης συνήθως δεν διαθέτει τα μέσα, τις γνώσεις και την εμπειρία να κρίνει τη φερεγγυότητα. Αν έχει αμφιβολίες απαιτεί υψηλότερο επιτόκιο, το οποίο μπορούν να προσφέρουν
Σελ. 15
μόνο οι λιγότερο εύρωστες τράπεζες, με άμεσο κίνδυνο οι πιο εύρωστες τράπεζες να βρεθούν εκτός αγοράς. Για να ελαχιστοποιηθεί το ενδεχόμενο αυτό οι κυβερνήσεις καθιέρωσαν συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, τα οποία εξαλείφουν την αβεβαιότητα των καταθετών. Παράλληλα όμως, εξαλείφουν κάθε κίνητρο από τους καταθέτες να επιβάλλουν πειθαρχία στη λειτουργία της τράπεζας. Αυτό έχει ως συνέπεια την αύξηση της επικινδυνότητας των τοποθετήσεων της τράπεζας, αφού το κόστος οποιασδήποτε αποτυχίας το επωμίζεται το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Για να είναι συνεπώς, αποτελεσματική η παρέμβαση απαιτείται η ύπαρξη ελεγκτικού μηχανισμού, ο οποίος υποκαθιστά τα μειωμένα κίνητρα επιβολής πειθαρχίας από τους καταθέτες.
1.3.2. Εξωτερικές οικονομίες (externalities)
Σε μiα τέλεια ανταγωνιστική αγορά η κατανομή των πόρων είναι άριστη (Pareto optimal). Ο κάθε φορέας αποφάσεων δρα για ίδιο συμφέρον και συνεπώς λαμβάνει υπόψη μόνο το προσωπικό του οριακό κόστος (private marginal cost). Οι εξωτερικές οικονομίες ανακύπτουν όταν ο φορέας της απόφασης δεν φέρει το πλήρες κόστος ή την ωφέλεια της απόφασής του και μέρος του κόστους ή της ωφέλειας διαχέεται στο κοινωνικό σύνολο. Παραδείγματος χάριν, έστω ότι ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος μολύνει την ατμόσφαιρα. Αν το εργοστάσιο δεν υποχρεούται να υποστεί το κόστος καθαρισμού, οι συνέπειες βαρύνουν το κοινωνικό σύνολο. Άρα, οι εξωτερικές οικονομίες προκύπτουν όταν το ιδιωτικό κόστος μίας απόφασης διαφέρει από το κοινωνικό κόστος. Σε αυτή την περίπτωση παράγεται μικρότερο από το κοινωνικά επιθυμητό προϊόν, με αποτέλεσμα η κατανομή των πόρων να υπολείπεται του αρίστου.
Οι εξωτερικές οικονομίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, σε θετικές και αρνητικές εξωτερικές οικονομίες. Το εργοστάσιο που μολύνει την ατμόσφαιρα χωρίς να υποχρεούται στον καθαρισμό, είναι παράδειγμα αρνητικών εξωτερικών οικονομιών. Ένα εργοστάσιο που πληροί όλες τις προδιαγραφές και σέβεται το περιβάλλον συμβάλλει θετικά στην κοινωνική ευημερία και αποτελεί παράδειγμα θετικών εξωτερικών οικονομιών. Για να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις των αρνητικών εξωτερικών οικονομιών απαιτείται διορθωτική παρέμβαση, δηλαδή κανονιστικό πλαίσιο στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ή/και των φορέων της αγοράς, ώστε να εσωτερικοποιηθεί το κόστος το οποίο διαχέεται στην οικονομία.
Αρνητικές εξωτερικές οικονομίες στον τραπεζικό τομέα υφίστανται αφού το κόστος που φέρουν οι μέτοχοι από την κατάρρευση μιας τράπεζας είναι μικρότερο από το συνολικό κόστος που υφίσταται η κοινωνία. Η κατάρρευση μιας τράπεζας έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία λόγω της ιδιαιτερότητας των τραπεζικών εργασιών και της αλληλοσύνδεσης των τραπεζών μέσω της διατραπεζικής αγοράς, των συστημάτων πληρωμών και της αγοράς παραγώγων προϊόντων. Η διακοπή της αποτελεσματικής παροχής των τραπεζικών υπηρεσιών οδηγεί σε αρνητικές εξωτερικές οικονομίες λόγω μετάδοσης δυσμενών πληροφοριών, καθώς
Σελ. 16
ένα πρόβλημα στην τράπεζα Α μπορεί να εκληφθεί σαν πρόβλημα του τραπεζικού συστήματος και να επηρεάσει την εύρωστη τράπεζα Β, ή λόγω αποκοπής από μελλοντική χρηματοδότηση των πελατών της τράπεζας που είναι σε διαδικασία αφερεγγυότητας ή λόγω της περιδίνησης ρευστότητας (liquidity spiral), όπου η επίλυση προβλημάτων ρευστότητας με την υπό πίεση πώληση περιουσιακών στοιχείων προκαλεί πτώση των τιμών και θέτει σε κίνηση μια πολλαπλασιαστική διαδικασία, η οποία ενδεχομένως δημιουργεί γενικότερα προβλήματα φερεγγυότητας. Τέλος, αρνητικές εξωτερικές οικονομίες εμφανίζονται κατά τη διαδικασία απομόχλευσης (deleveraging), καθώς περιορισμός της πιστωτικής επέκτασης, μπορεί να οδηγήσει σε πιστωτική ασφυξία (credit crunch), αποδυνάμωση της οικονομίας και συνολική αύξηση της πιθανότητας αθετήσεων. Γενικά, οι αρνητικές εξωτερικές οικονομίες μπορούν να εσωτερικοποιηθούν από τις τράπεζες αν το πλέγμα χρηματοπιστωτικής ασφάλειας παρέχει τα κατάλληλα κίνητρα.
Όμως, στον τραπεζικό τομέα υπάρχουν και θετικές εξωτερικές οικονομίες, καθώς αυτός συμβάλλει στη ρευστότητα της αγοράς. Παραδείγματος χάριν, η δημιουργία συστημάτων πληρωμών, τα οποία επιτρέπουν στους πελάτες των τραπεζών να χρησιμοποιούν τις καταθέσεις τους για συναλλακτικές δραστηριότητες δημιουργεί ένα δημόσιο αγαθό (public good), το οποίο όλοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν, αν και δεν συμβάλλουν στη δημιουργία του. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι η ανέξοδη εκμετάλλευση (free riding) του δημόσιου αγαθού, που σημαίνει ότι όταν παρέχεται από ιδιωτικούς φορείς, δεν παρέχεται στην άριστη ποσότητα. Η ρυθμιστική παρέμβαση καλείται να λύσει το πρόβλημα της μη άριστης παροχής.
1.3.3. Εμμονές/προκαταλήψεις των καταναλωτών (consumer biases)
Η οικονομική θεωρία υποθέτει ότι οι ορθολογικοί καταναλωτές κάνουν επιλογές που προάγουν τα συμφέροντά τους, και η εκτίμηση για το ποιο είναι το συμφέρον τους (οι προτιμήσεις τους) αποκαλύπτεται από τις επιλογές τους. Οι εμπειρικές μελέτες του κλάδου της συμπεριφορικής χρηματοοικονομικής συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι τα κριτήρια επιλογής και αποκάλυψης των προτιμήσεων των καταναλωτών δεν είναι πάντα ορθολογικά. Έχει γίνει ευρέως αποδεκτό ότι η ατομική γνωσιακή διαδικασία έχει ορισμένα όρια και κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν είναι δυνατή η επεξεργασία όλων των διαθέσιμων πληροφοριών. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως να οδηγεί σε μη ορθολογικές συμπεριφορές, οι οποίες οφείλονται τόσο στη γνωσιακή μεροληψία (cognitive bias) όσο και στον τρόπο εύρεσης πληροφοριών (heuristics). Ο καταναλωτής συνήθως απλοποιεί τα προβλήματα και επιλέγει την πιο πρόσφορη λύση που τον ικανοποιεί άμεσα (instantaneous gratification) και όχι κατ’ ανάγκη τη βέλτιστη λύση, κάνοντας σύγκριση με ένα σταθερό σημείο αναφοράς (reference dependent). Αυτό έχει ως συνέπεια η διαδικασία λήψης αποφάσεων να οδηγεί σε αποφάσεις, οι οποίες δεν συνάδουν με τα συμφέροντά του, δηλαδή σε λανθασμένες αποφάσεις. Η εμπειρική έρευνα έχει δείξει ότι ο καταναλωτής σε πολλές περιπτώσεις λαμβάνει αποφά-
Σελ. 17
σεις που κυριαρχούνται από εμμονές και προκαταλήψεις (biases), όπως, αδράνεια (inertia), δηλα-
δή προσκόλληση σε συγκεκριμένο προϊόν, αν και υφίστανται υπέρτερα προϊόντα με καλύτερο συνδυασμό απόδοσης και κινδύνου, ή αγκίστρωση (anchoring) σε κάποια συγκεκριμένη πληροφορία, με συνέπεια να προβαίνει σε λάθη από τη διεργασία απλοποίησης ή υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση (overconfidence), αφού συχνά ο καταναλωτής εμφανίζει μία τάση υπερεκτίμησης των δυνατοτήτων του.
Το πρόβλημα σε κάθε περίπτωση είναι ότι δεν μπορεί να καθορισθεί με συνέπεια, ποια από τις εναλλακτικές εμμονές είναι σε λειτουργία σε κάθε περίπτωση, ώστε να προβλεφθούν οι κατάλληλες διορθωτικές κινήσεις. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις των καταναλωτών επηρεάζονται από το φαινόμενο της διατύπωσης (framing), το οποίο αναφέρεται στην τάση να ανταποκρίνονται με διαφορετικό τρόπο σε παρόμοιο πρόβλημα, κατά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, και ο τρόπος ανταπόκρισης να εξαρτάται από τον τρόπο διατύπωσης του προβλήματος. Το κανονιστικό πλαίσιο λοιπόν αναμένεται να βελτιώνει την ικανότητα των καταναλωτών να λαμβάνουν σωστές αποφάσεις και να αποτρέπει αθέμιτες πρακτικές εκ μέρους των τραπεζών, οι οποίες ενδεχομένως προσπαθούν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους τις μη ορθολογικές αποφάσεις των καταναλωτών.
1.3.4. Ρυθμιστική παρέμβαση
Λόγω όλων των παραπάνω, οι τράπεζες λειτουργούν με σειρά ρυθμιστικών κανόνων οι οποίοι στοχεύουν να διασφαλίσουν ότι είναι οικονομικά εύρωστες (safety and soundness regulation – prudential regulation) και να προστατεύσουν τους καταναλωτές και επενδυτές από αθέμιτες πρακτικές (consumer and investors protection regulation – conduct regulation). Περαιτέρω, οι ρυθμιστικοί κανόνες έχουν στόχο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα (financial stability), την αποτελεσματικότητα της αγοράς (market efficiency) και τη λειτουργία του ανταγωνισμού (competition). Βεβαίως, όλοι οι παραπάνω στόχοι δεν είναι συμβατοί και δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα. Παραδείγματος χάριν, η προστασία των καταναλωτών μπορεί ορισμένες φορές να έρχεται σε σύγκρουση με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω του ενδεχόμενου περιορισμού των επιλογών. Οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να προτεραιοποιήσουν τους στόχους και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει μια Αρχή, η οποία να μπορεί να κατανοεί τη συνολική εικόνα και να αποφασίζει σε ποια σημεία πρέπει να δοθεί έμφαση.
Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κάθε διορθωτική παρέμβαση με τη μορφή ρυθμιστικών κανόνων έχει κόστος. Μπορούν να διακριθούν δύο μορφές κόστους, το άμεσο κόστος συμμόρφωσης με τους ρυθμιστικούς κανόνες (compliance cost) και το έμμεσο κόστος απώλειας ευημερίας (welfare loss cost). Το κόστος συμμόρφωσης αφορά στο κόστος παραγωγής των πληροφοριών που απαιτούν οι ρυθμιστικοί κανόνες. Το κόστος απώλειας ευημερίας προκύπτει από το γεγονός ότι οι ρυθμιστικοί κανόνες σε πολλές περιπτώσεις οδηγούν σε μείωση της δέουσας επιμέλειας στην παροχή τραπεζικών δραστηριοτήτων. Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι ρυθμιστικοί κανόνες οδηγούν σε μείωση κερδών, οπότε οι τράπεζες αντισταθ-
Σελ. 18
μίζουν μερικώς ή ολικώς τα απολεσθέντα κέρδη με επενδύσεις σε πιο επικίνδυνες τοποθετήσεις με σκοπό τη μεγαλύτερη απόδοση. Επίσης, η συμμόρφωση με τους ρυθμιστικούς κανόνες μπορεί να δώσει μία ψευδαίσθηση ασφάλειας. Η χορήγηση δανείου εντός των επιτρεπτών ορίων μπορεί να αποτρέψει περαιτέρω ανάλυση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.
Συνεπώς, η επιβολή ρυθμιστικών κανόνων είναι μία απόφαση κόστους-οφέλους. Το όφελος συνίσταται στην αποφυγή αρνητικών εξωτερικών οικονομιών, στην άμβλυνση της ασύμμετρης πληροφόρησης, καθώς και στην αποτροπή της αξιοποίησης των εμμονών και προκαταλήψεων των καταναλωτών. Το κόστος έχει δύο συνιστώσες, το κόστος συμμόρφωσης και το κόστος απώλειας ευημερίας. Ακόμα και αν το ισοζύγιο είναι θετικό, για να είναι αποτελεσματική η υλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου, πρέπει να θεσπισθούν ελεγκτικοί μηχανισμοί οι οποίοι παρακολουθούν και επιβάλλουν την εφαρμογή των κανόνων.
Σε όλα τα σύγχρονα οικονομικά συστήματα έχουν δημιουργηθεί εποπτικές αρχές οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την ομαλή λειτουργία της αγοράς και τη διατήρηση της σταθερότητας του συστήματος. Αυτό είναι άμεση απόρροια της θεωρίας του δημόσιου συμφέροντος (public interest theory of regulation), σύμφωνα με την οποία οι εποπτικές αρχές δρουν με γνώμονα τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας. Η κατάρρευση μίας τράπεζας δημιουργεί σημαντικές εξωτερικές οικονομίες και οι αρνητικές συνέπειες βαρύνουν κυρίως τους μικρούς καταθέτες. Οι τελευταίοι μπορούν εύκολα να οδηγηθούν σε πανικό με σημαντικές επιπτώσεις στη συνολική οικονομία. Συνεπώς, η άριστη πολιτική επιβολής κανονιστικών διατάξεων προϋποθέτει εποπτικές αρχές, οι οποίες έχουν ευθυγραμμισμένα κίνητρα με τους μικρούς καταθέτες (representation theory). Όμως, δύσκολα κάθε μορφή κανονιστικών διατάξεων μπορεί να δικαιολογηθεί από τη θεωρία της αντιπροσώπευσης καθώς είναι αμφίβολο αν οι εποπτικές αρχές μπορούν να αγνοήσουν τις επιδιώξεις και τα κίνητρα των υπόλοιπων εμπλεκόμενων μερών (ομολογιούχων, μετόχων, κ.α). Επίσης, αντιμετωπίζουν διάφορους περιορισμούς στην εφαρμογή της εποπτικής πολιτικής. Αυτοί αφορούν κυρίως σε διοικητικούς περιορισμούς, αφού το υφιστάμενο κοινωνικοοικονομικό σύστημα περιορίζει το σκοπό της εποπτείας καθώς και τα διαθέσιμα μέσα. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται η θεωρία του ιδιωτικού συμφέροντος (private interest theory of regulation), η οποία υποστηρίζει ότι οι εποπτικές αρχές λειτουργούν προς όφελος των τραπεζών και ότι το κοινωνικοπολιτικό σύστημα επιβάλλει η εποπτεία να λειτουργεί προς όφελος των τραπεζών. Η βασική κριτική εστιάζεται στο γεγονός ότι οι ρυθμιστικοί κανόνες επιβάλλουν εμπόδια εισόδου νέων τραπεζών (barriers to entry), με αποτέλεσμα οι υφιστάμενες τράπεζες να απολαμβάνουν μια άυλη πρόσοδο (rent). Υπάρχει και η πιο ακραία έκφραση της Σχολής του Chicago, όπου οι εποπτικές αρχές έχουν αποκλειστικά κίνητρα αυτοσκοπού και σε πολλές περιπτώσεις είναι υποχείρια (captured) των τραπεζών.
Σελ. 19
1.4. Μικρή ιστορική αναδρομή στο κανονιστικό πλαίσιο των τραπεζών
Οι τραπεζικοί ρυθμιστικοί κανόνες διαχρονικά ακολουθούν μια κυκλική πορεία, και σε κάθε φάση καλούνται να ισορροπήσουν μεταξύ τριών στόχων, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν ταυτόχρονα, της δημιουργίας ενός εύρωστου και αποτελεσματικού τραπεζικού συστήματος, της εξασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της επιβολής ενός μηχανισμού εξυγίανσης, ο οποίος αντιμετωπίζει τον ηθικό κίνδυνο.
Μέχρι τη δεκαετία του ‘30, το ρυθμιστικό πλαίσιο των τραπεζών διεθνώς ήταν ιδιαίτερα χαλαρό, με συνέπεια να θυσιασθεί ο στόχος της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και να εμφανισθούν πολλές καταρρεύσεις τραπεζών και το φαινόμενο των μαζικών αναλήψεων καταθέσεων (bank run). Αυτό έφθασε στο αποκορύφωμα στη μεγάλη ύφεση του 1933, όταν το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ έκλεισε για έξι ημέρες με υποχρεωτική αργία τραπεζών (bank holiday), και άνοιξε μετά από μια πολύ ισχυρή παρέμβαση της κυβέρνησης και τη δημιουργία του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων. Γενικά, οι εμπειρίες από τη μεγάλη ύφεση οδήγησαν σε μια εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική, η οποία έδωσε έμφαση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα θυσιάζοντας την αποτελεσματικότητα. Ετέθησαν πολύ αυστηροί όροι λειτουργίας, οι οποίοι περιόρισαν τον ανταγωνισμό, την είσοδο στον κλάδο, το μέγεθος των τραπεζών, τα επιτόκια καθώς και τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες.
Αυτοί οι κανονισμοί μπορούν, από τη μια πλευρά, να θεωρηθούν επιτυχείς, καθώς εξάλειψαν τις καταρρεύσεις των τραπεζών, τα φαινόμενα μαζικής ανάληψης καταθέσεων, καθώς και την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης με δημόσια μέσα. Από την άλλη πλευρά, οδήγησαν σε χαμηλή αποτελεσματικότητα στον τραπεζικό τομέα, όπως για παράδειγμα την υπέρμετρη αύξηση του δικτύου καταστημάτων των τραπεζών, καθώς επιδόθηκαν σε ανταγωνισμό ποιότητας ως εναλλακτική λύση στην έλλειψη ανταγωνισμού μέσω τιμών. Παράλληλα, άρχισε να εμφανίζεται και να διογκώνεται, μετά τη δεκαετία του ’70, ένας μη-τραπεζικός χρηματοπιστωτικός τομέας, ο οποίος αφενός ανταγωνιζόταν τις βασικές τραπεζικές λειτουργίες (π.χ. τα αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων) αφετέρου ήταν εκτός ρυθμιστικού πλαισίου. Αυτό δημιούργησε προβλήματα χρηματοοικονομικής ευρωστίας στις τράπεζες και οδήγησε σε έναν κύκλο απορρύθμισης (deregulation) με κύρια χαρακτηριστικά την απελευθέρωση των περιορισμών στα επιτόκια. Βασικό χαρακτηριστικό της απορρύθμισης στις ΗΠΑ ήταν η κατάργηση του περιορισμού δραστηριοποίησης σε άλλες πολιτείες και η κατάργηση της θεσμικής διάκρισης μεταξύ εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής. Η δικαιολογητική βάση της απορρύθμισης εστιάζεται στη μεγαλύτερη διαφοροποίηση και μείωση του συνολικού κινδύνου, ενώ ως δικλείδες ασφαλείας θεωρήθηκαν η εγγύηση των καταθέσεων για την αποτροπή πιθανών προβλημάτων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και η εποπτεία με βάση τον κίνδυνο για τον περιορισμό του ηθικού κινδύνου.
Σελ. 20
Η διαδικασία της απορρύθμισης κράτησε περίπου μια 30-ετία και δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Μετά τη δεκαετία του ‘70 έχει καταγραφεί μεγάλος αριθμός τραπεζικών κρίσεων, οι οποίες οφείλονταν στις μακροοικονομικές ανισορροπίες αλλά και στη συμπεριφορά των ίδιων των τραπεζών. Η απορρύθμιση οδήγησε σε στρέβλωση κινήτρων και την επανεμφάνιση του ηθικού κινδύνου. Τράπεζες οι οποίες δεν είχαν επαρκή κεφάλαια αναλάμβαναν επιπλέον κίνδυνο για να ανακάμψουν, και αν αποτύγχαναν το κόστος μετακυλυόταν στο κράτος (gamble for resurrection). Επίσης, πολλές τράπεζες εκμεταλλεύθηκαν το μέγεθός τους (too big to fail) ή/και τη διασύνδεσή τους με το κράτος (bank-sovereign nexus) και προχώρησαν σε πρακτικές που επιδείνωσαν τη χρηματοοικονομική τους θέση. Παράλληλα, καλλιεργήθηκε η προσδοκία ότι οι κυβερνήσεις προχωρούσαν σε εξυγίανση των μη βιώσιμων τραπεζών με οποιοδήποτε κόστος. Λόγω των αρνητικών συνεπειών στην αγορά κρατικών ομολόγων και την πραγματική οικονομία μίας πιθανής κατάρρευσης, θεωρείτο σχεδόν δεδομένο ότι η κυβέρνηση σπεύδει σε βοήθεια (bail out). Έτσι οι τράπεζες συνέδεσαν κατ’ ουσία την τύχη τους με την τύχη των χωρών και δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος (doom loop) αλληλεξάρτησης, ο οποίος επιδείνωσε την αβεβαιότητα.
Η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής είχε ως αποτέλεσμα την ανάδειξη τραπεζών γενικών συναλλαγών (universal banks), οι οποίες προσέφεραν καινοτόμα προϊόντα, συμβάλλοντας στη διεύρυνση και διαφοροποίηση των επενδυτικών επιλογών. Αυτό οδήγησε στην αύξηση του μεγέθους τους, στην πολυπλοκότητα των εργασιών τους, σε δαιδαλώδη σχήματα εταιρικής διακυβέρνησης και σε σημαντική μείωση της διαφάνειας, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι καινοτομικές λύσεις που προσφέρθηκαν είχαν ως στόχο την παράκαμψη των υπαρχόντων ρυθμίσεων (regulatory arbitrage).
Γενικά, η απορρύθμιση πριν την εμφάνιση της διεθνούς κρίσης 2007-08 ήταν αποτέλεσμα της κυριαρχίας της θεωρητικής σκέψης των αποτελεσματικών αγορών (market efficiency) και ωφέλησε τους καταναλωτές, καθώς εμβάθυνε τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση με περιορισμένα προβλήματα χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Η περίοδος μπορεί να χαρακτηρισθεί από σχετική σταθερότητα, αφού οι τραπεζικές κρίσεις οι οποίες εμφανίσθηκαν δεν συνοδεύτηκαν με μαζική ανάληψη καταθέσεων, χάρη στην εγγύηση των καταθέσεων και στην «κοινή πεποίθηση» ότι οι καταθέσεις είναι στο σύνολό τους διασφαλισμένες, και σε περίπτωση προβλημάτων η ζημία αναμένεται να καλυφθεί από το κράτος. Άλλωστε οι πολιτικές εξυγίανσης που είχαν ακολουθηθεί μέχρι τότε συνηγορούσαν σε αυτή την πεποίθηση, αφού σε όλες τις περιπτώσεις είχε διασφαλισθεί το σύνολο των καταθέσεων.
Αυτή η πεποίθηση, η οποία υπήρχε (και υπάρχει) σε πολλές χώρες, έλαβε τέλος στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 όταν επήλθε η υψηλού συμβολισμού χρεοκοπία της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers. Για πρώτη φορά πιθανολογείτο ότι οι καταθέτες (κυρίως της χονδρικής τραπεζικής), και όχι μόνο οι μέτοχοι, μπορεί να υποστούν ζημίες. Αυτό οδήγησε σε φαινόμενα πανικού και πάγωμα της διατραπεζικής αγοράς, γεγονός που υποχρέωσε τις κυβερνήσεις να ξεκινήσουν ένα τερά-
Σελ. 21
στιο πρόγραμμα διασώσεων, κυρίως με χρήματα των φορολογουμένων. Το φαινόμενο της Lehman Brothers οδήγησε το σύστημα σε ένα νέο επίπεδο ισορροπίας και η αντίδραση των ρυθμιστικών αρχών ήταν η προσαρμογή των ρυθμιστικών κανόνων στα νέα δεδομένα. Ο κύκλος των ρυθμιστικών κανόνων των τραπεζών είναι σε φάση επαναρρύθμισης (re-regulation) του συστήματος. Η θεωρητική σκέψη των αποτελεσματικών αγορών έδωσε τη θέση της στη σχολή των ασταθών αγορών (unstable markets), η οποία πρέσβευε την εντονότερη ρυθμιστική παρέμβαση στις χρηματοοικονομικές αγορές. H πρώτη «κανονιστική» αλλαγή ήταν η διαβεβαίωση των ιθυνόντων ότι ένα γεγονός τέτοιας εμβέλειας δεν πρόκειται να ξανασυμβεί, και συστάθηκε σειρά επιτροπών για να μελετήσει τις αιτίες του προβλήματος και να υποβάλλει προτάσεις. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η έκθεση της ομάδας De Larosière αποτελεί τον οδηγό για τις μεταβολές που συντελούνται στην αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος (βλ. Κεφάλαιο 2, ενότητα 2.2).
Παράλληλα, άλλαξε και η φιλοσοφία της επιβολής ρυθμιστικών κανόνων. Η προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η ευρωστία των μερών του συστήματος, δηλαδή των φορέων χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης, είναι αρκετή για να διασφαλίσει την ευρωστία ολόκληρου του συστήματος αποδείχθηκε λανθασμένη. Κρίθηκε σκόπιμη η προσθήκη της μακροπροληπτικής διάστασης στις υφιστάμενες πολιτικές μικροπροληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης και εποπτείας. Αναπτύχθηκαν νέες δομές (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου - European Systemic Risk Board – ESRB στην ευρωζώνη και Συμβούλιο Επίβλεψης Σταθερότητας – Financial Stability Oversight στις ΗΠΑ) και νέο κανονιστικό πλαίσιο για τις χρηματοοικονομικές υποδομές, τον συστημικό κίνδυνο καθώς και τη συσσώρευση κινδύνων στο σύστημα.
Τέλος, οι κυβερνήσεις εφήρμοζαν ένα πρόγραμμα εξυγίανσης τραπεζών, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις δημιούργησε δημοσιονομικά ελλείμματα και επιβάρυνε υπέρμετρα το δημόσιο χρέος. Κατέστη επομένως σαφές ότι η αλληλεξάρτηση υπερχρεωμένων κρατών-αδύναμων τραπεζών έπρεπε να διαρραγεί, με τη δημιουργία ενός πλαισίου διαχείρισης κρίσεων, ώστε να υπάρχουν κανόνες και διαδικασίες γνωστές εκ των προτέρων και ταχείες ώστε να αποτρέπεται η αβεβαιότητα και η αστάθεια. Με δεδομένη όμως την ιδιαίτερη φύση των τραπεζικών εργασιών, οι συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας που προβλέπονται στον πτωχευτικό κώδικα, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα παραπάνω. Έτσι δημιουργήθηκε ειδικό πλαίσιο εξυγίανσης μη βιώσιμων τραπεζών.
Η αρχιτεκτονική του ρυθμιστικού πλαισίου στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ έχει αλλάξει. Εισήχθη πληθώρα νέων κανονιστικών διατάξεων, σε βαθμό που έχει επέλθει κανονιστική κόπωση (regulatory fatigue). Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η προσπάθεια πρέπει να εστιασθεί στην υλοποίηση των πολιτικών που διευκολύνουν την εφαρμογή των νέων κανόνων ώστε να είναι δυνατή η ανάλυση της αποτελεσματικότητάς τους και να γίνουν διορθωτικές κινήσεις, όπου απαιτείται.






