ΕΙΣΑΓΩΓH ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤHΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑIΟΥ ΕΛΛAΔΑΣ ΚΑΙ ΚYΠΡΟΥ

Πανεπιστημιακές παραδόσεις

από 33,15 €

Έως 72,15 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 13.15€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 33,15 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21227
Σταμέλος Χ., Σταύρου Ν.
Αντωνίου Θ.
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Αντωνίου Θ.
  • Έκδοση: 2η 2025
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 232
  • ISBN: 978-618-08-0731-8

δεύτερη έκδοση του έργου: «Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου Ελλάδας και Κύπρου»  προσφέρει μια σαφή, περιεκτική και επιστημονικά τεκμη­ριωμένη εισαγωγή στον κόσμο της νομικής επιστήμης, με ιδιαίτερη έμφαση στα νομικά συστήματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Μέσα από δομημένες πανεπι­στημιακές σημειώσεις, παρουσιάζονται θεμελιώδεις έννοιες, όπως η φύση και ο ρόλος του δικαίου, οι βασικοί κλάδοι (δημόσιο, ιδιωτικό, ποινικό, διοικητικό δίκαιο), καθώς και οι πηγές του δικαίου, καθιστώντας το έργο αυτό ιδανικό ση­μείο εκκίνησης για φοιτητές και νέους ερευνητές, ενώ παράλληλα προσφέρει και περαιτέρω εμβάθυνση σε επαγγελματίες (δικηγόρους, δικαστές, ακαδημαϊκούς και νομικούς επιστήμονες).

Το έργο συνδυάζει τη θεωρητική ακρίβεια με την πρακτική προσέγγιση ούτως ώστε να καθιστά τις πολύπλοκες νομικές έννοιες προσιτές, εύληπτες και κατα­νοητές, χωρίς ωστόσο να χάνει την επιστημονική του εγκυρότητα. Απευθύνεται τόσο σε φοιτητές που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον μαγικό κόσμο του δι­καίου και της νομικής επιστήμης, όσο και σε επαγγελματίες που επιθυμούν μια συγκροτημένη επισκόπηση και επανάληψη.

Η συγκριτική παρουσίαση των δύο έννομων τάξεων προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για κατανόηση των ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ Ελλάδας και Κύ­πρου, καλύπτοντας κενά που σπάνια αντιμετωπίζονται στη νομική βιβλιογραφία. Αποτελεί ένα χρήσιμο βοήθημα που γεφυρώνει τη θεωρία με την πράξη και προ­σφέρει ξεκάθαρη πρόσβαση στον πυρήνα της νομικής σκέψης.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ B΄ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ 

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Α΄ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΑΝΟΝΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

1.1 Κανόνας Δικαίου, Σύστημα Δικαίου, Ιεραρχία Κανόνων, Εθιμοτυπία
και Ήπιο Δίκαιο

(α) Κανόνας Δικαίου 3

(β) Σύστημα Δικαίου 6

(γ) Ιεραρχία Κανόνων Δικαίου 8

(δ) Εθιμοτυπία 11

(ε) Ήπιο Δίκαιο 17

1.2 Το Δίκαιο και η Νομική Επιστήμη

(α) Το Δίκαιο και η Σημασία του στον Δυτικό Πολιτισμό 20

(β) Το θετικό Δίκαιο στη Νομική Επιστήμη 21

(γ) Το Δίκαιο ως Ιστορικό Φαινόμενο 24

(δ) Το Δίκαιο ως Πολιτικό Φαινόμενο 24

(ε) Το Δίκαιο ως Κοινωνικό Φαινόμενο 25

(στ) Κυριότερες Διακρίσεις του Δικαίου 26

(ζ) Θεμελιώδεις Αρχές Δικαίου 33

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κλάδοι Δικαίου: Διεθνές Δίκαιο, Δίκαιο ΕΕ, Δημόσιο Δίκαιο, Ποινικό Δίκαιο, Ιδιωτικό Δίκαιο

(α) Διεθνές Δίκαιο 34

(β) Δίκαιο ΕΕ 40

(γ) Δημόσιο Δίκαιο 49

(δ) Ποινικό Δίκαιο 57

(ε) Ιδιωτικό Δίκαιο 61

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Πηγές του Δικαίου Α: Σύνταγμα, Διεθνής Συνθήκη, Νόμος, Έθιμο, Δικαστικό Προηγούμενο

(α) Σύνταγμα 67

(β) Διεθνής Συνθήκη και γενικά παραδεγμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου 74

(γ) Νόμος 74

(δ) Κανονιστικές διοικητικές πράξεις 76

(ε) Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (π.ν.π.) 78

(στ) Έθιμο 80

(ζ) Δικαστικό Προηγούμενο 81

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Πηγές του δικαίου Β: Ηθική, Δεοντολογία, Νομολογία, Θεωρία,
Ιδιωτική Βούληση

(α) Ηθική 86

(β) Δεοντολογία 95

(γ) Νομολογία (αόριστες νομικές έννοιες, τεκμήρια, διδάγματα κοινής πείρας) 98

(δ) Θεωρία 101

(ε) Ιδιωτική Βούληση 102

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΝΟΝΑ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ιδιωτικό και Δημόσιο Δίκαιο 103

5.1 Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου: Έννοια έννομης σχέσης, υποκείμενα εννόμων σχέσεων, δικαιοπραξίες, ενοχικές – συμβατικές σχέσεις

(α) Έννοια της έννομης σχέσης 103

(β) Υποκείμενα εννόμων σχέσεων – δικαιωμάτων 106

(γ) Δικαιοπραξίες 109

(δ) Ενοχικές – Συμβατικές Σχέσεις 111

5.2 Εμπορικές συναλλαγές (δίκαιο στην Ελλάδα και στην Κύπρο) 119

(α) Έμπορος 119

(β) Εμπορικές Εταιρείες (ελληνικό δίκαιο) 119

(γ) Εμπορικές Εταιρείες (κυπριακό δίκαιο) 121

(δ) Αξιόγραφα 125

5.3 Εργασιακές σχέσεις – αντικείμενο, πηγές 126

(α) Η Εργασία για το Εργατικό Δίκαιο 126

(β) Πηγές Εργατικού Δικαίου 127

(γ) Ατομικό Εργατικό Δίκαιο 127

(δ) Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο 127

(ε) Η Ατομική Σύμβαση Εργασίας 128

(στ) Το Διευθυντικό Δικαίωμα του Εργοδότη 128

(ζ) Βασικές Έννοιες Εργατικού Δικαίου 128

(η) Βασικές Αρχές Εργατικού Δικαίου 129

(θ) Καθήκοντα Μισθωτού 130

(ι) Καθήκοντα Εργοδότη 130

(ια) Λήξη – Τερματισμός της Σύμβασης Εργασίας 131

(ιβ) Σύμβαση δοκιμαστικής εργασίας 132

5.4 Όργανα και λειτουργία του κράτους 136

(α) Έννοια του Κράτους 136

(β) Στοιχεία Συγκρότησης του Κράτους 136

(γ) Το Πολίτευμα του Κράτους 138

(δ) Αρχές οργάνωσης του Δημοκρατικού Πολιτεύματος 139

(ε) Διασταύρωση των Λειτουργιών 140

(στ) Τα Όργανα του Κράτους 141

(ζ) Τα Σημαντικότερα Όργανα του Ελληνικού Κράτους 141

(η) Τα Σημαντικότερα Όργανα του Κυπριακού Κράτους 142

5.5 Θεμελιώδη Δικαιώματα 144

(α) Η Αυξημένη Τυπική Ισχύς των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων 144

(β) Δικαίωμα και Θεμελιώδες Δικαίωμα 145

(γ) Ανθρώπινα και Θεμελιώδη Δικαιώματα 145

(δ) Γενιές Δικαιωμάτων 146

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Εφαρμογή και Ερμηνεία του Κανόνα Δικαίου 149

(α) Εφαρμογή Κανόνα Δικαίου από την Διοίκηση 150

(β) Εγκύκλιοι 152

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Εφαρμογή και Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου από τα Δικαστήρια, Δικανικός Συλλογισμός και Σχολιασμός 161

(α) Εφαρμογή Κανόνα Δικαίου από τα Δικαστήρια 162

(β) Δικανικός Συλλογισμός 171

(γ) Σχολιασμός 175

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου: στενή, γραμματική, ιστορική, συστηματική, τελολογική 182

(α) Στενή ή Συσταλτική Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου 186

(β) Γραμματική Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου 189

(γ) Ιστορική Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου 190

(δ) Συστηματική Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου 190

(ε) Τελολογική Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου 191

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου από θεωρητικές Σχολές
του Δικαίου και οι Νομικές Σχολές 193

(α) Ερμηνεία Κανόνα Δικαίου από θεωρητικές Σχολές Δικαίου 193

(β) Νομικές Σχολές 196

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Παγκόσμιο Δίκαιο, ΕΕ, Τεχνητή Νοημοσύνη και Δικαστές-Ρομπότ
στην Ψηφιακή Εποχή 198

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 201

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 207

Σελ. 1

Μέρος Πρώτο

Κανόνας Δικαίου

Ο Κανόνας Δικαίου τίθεται σε ισχύ εντός ενός κράτους ή ενός διεθνούς οργανισμού στο πλαίσιο του ισχύοντος δικαίου. Ο εσωτερικός κανόνας δικαίου διαφοροποιείται από τον κανόνα του διεθνούς δικαίου.

Η πιο σημαντική διαφοροποίηση είναι ότι ο συνταγματικός κανόνας δικαίου κατ’ αρχήν υπερισχύει όλων των κανόνων δικαίου που πηγάζουν είτε από το διεθνές δίκαιο είτε από το εσωτερικό δίκαιο.

Μοναδική περίπτωση αποτελεί η σύγκρουση συνταγματικών κανόνων δικαίου, π.χ. συγκρούεται το ατομικό δικαίωμα στην απεργία των αστυνομικών υπαλλήλων με την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίσει την δημόσια τάξη. Στην περίπτωση αυτή γίνεται ερμηνεία από τον νομοθέτη, τα δικαστήρια και την θεωρία, σταθμίζονται τα δύο ίσης τυπικής ισχύος προστατευόμενα έννομα αγαθά και υπερισχύει προφανώς η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, οπότε ο νομοθέτης σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος απαγορεύει θεμιτά απολύτως το κατ’ αρχήν δικαίωμα στην απεργία, και οι αστυνομικοί υπάλληλοι απαγορεύεται να απεργούν.

Ο Κανόνας Δικαίου και η Ερμηνεία του Κανόνα Δικαίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες και λειτουργίες.

Σελ. 3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

1.1 Κανόνας Δικαίου, Σύστημα Δικαίου, Ιεραρχία Κανόνων, Εθιμοτυπία και Ήπιο Δίκαιο

(α) Κανόνας Δικαίου

Κανόνας δικαίου είναι μια έγγραφη ή άτυπη ρύθμιση βιοτικής έννομης σχέσης με τρόπο γενικό και εξαναγκαστικό.

Ο κανόνας δικαίου (τέλειος) προβλέπει για κάθε ρυθμιζόμενη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά κατ’ αρχήν έννομη συνέπεια (π.χ. ποινή του ποινικού δικαίου, αποζημίωση του αστικού ή διοικητικού δικαίου, πρόστιμο του διοικητικού δικαίου, κύρωση του πειθαρχικού δικαίου), εκτός αν απλώς προτρέπει σε συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη (ατελής).

Τέλειος κανόνας δικαίου (lex perfecta) είναι ο έγγραφος κανόνας δικαίου που αποτελείται από δύο μέρη: το πρώτο μέρος είναι το πραγματικό, το δεύτερο μέρος είναι η έννομη συνέπεια που προβλέπεται.

Παράδειγμα: όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια (πραγματικό: παράνομη και υπαίτια ζημία άλλου), οφείλει να τον αποζημιώσει (έννομη συνέπεια: υποχρέωση προς αποζημίωση, άρθρο 914 Αστικού Κώδικα, αδικοπραξία).

Αν αποδειχθούν στο δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά μίας συγκεκριμένης υπόθεσης, π.χ. ο Α με πρόθεση κατέστρεψε το αυτοκίνητο του Β, τότε ο Α θα υποχρεωθεί από το δικαστήριο με δικαστική εκτελεστή απόφαση να αποζημιώσει τον Β, ώστε ο Β να ανακτήσει το αυτοκίνητο δια του ποσού που θα καταβληθεί για την πλήρη επισκευή του αυτοκινήτου.

Ατελής κανόνας δικαίου (lex imperfecta) είναι ο έγγραφος κανόνας δικαίου που αποτελείται από ένα μέρος, το πραγματικό, π.χ. απαγορεύεται το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους. Ο Αυστριακός Νόμος ως το 2009 απαγόρευε το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους χωρίς να προβλέπει κυρώσεις για όποιον κάπνιζε σε δημόσιο χώρο. Συνεπώς, επρόκειτο για έναν προτρεπτικό κανόνα, έναν κανόνα ήπιου δικαίου, μη εκτελεστό ενώπιον δικαστηρίου.

Άλλο παράδειγμα ατελούς κανόνα δικαίου είναι οι διατάξεις που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα (Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), εκτός από αυτά τα νομικά κείμενα που έχουν κυρωθεί με διεθνή συνθήκη. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι μία διακήρυξη, μία επιθυμία του ΟΗΕ

Σελ. 4

να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αν, όμως, αυτά δεν προστατεύονται, δεν προβλέπονται κυρώσεις.

Ο έγγραφος ημιτελής κανόνας δικαίου διακρίνεται σε lex minus quam perfecta και lex plus quam perfecta. Ο ημιτελής κανόνας δικαίου προβλέπει κύρωση για τον παραβάτη, αλλά εγκυρότητα της πράξης για την έννομη τάξη (στην πρώτη περίπτωση), ενώ στην δεύτερη περίπτωση προβλέπεται κύρωση για τον παραβάτη και ακυρότητα της πράξης για τον παραβάτη.

Αυτές οι διακρίσεις των εγγράφων κανόνων δικαίου έχουν την καταγωγή τους στο ρωμαϊκό δίκαιο και ισχύουν μέχρι σήμερα για την θεωρία της Νομικής Επιστήμης και τις διαφοροποιήσεις των κανόνων δικαίου.

Διαφορετική κατηγορία κανόνα δικαίου είναι ο άτυπος ή άγραφος ή εθιμικός κανόνας δικαίου. Ο κανόνας δικαίου που είναι άτυπος έχει την ίδια τυπική ισχύ με τον έγγραφο κανόνα δικαίου, όπως ρητώς προβλέπει το άρθρο 1 του Αστικού Κώδικα (όπως κωδικοποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 456/1984, Νομοθετικό Διάταγμα 7/10.05.1946, Αναγκαστικός Νόμος 2250/1940): «οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και τα έθιμα».

Ιστορικά, η διάκριση γραπτού νόμου και εθίμου ως των δύο πηγών δικαίου υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πλάτων στον Πολιτικό (Ε 295).

Γραπτοί και άγραφοι κανόνες δικαίου διακρίνονται σε πρωτεύοντες και δευτερεύοντες. Πρωτεύοντες κανόνες δικαίου είναι εκείνοι που επιβάλλουν μία συμπεριφορά, π.χ. (α) σώσε τον ευρισκόμενο σε κίνδυνο ζωής ή (β) μην αφαιρείς την ζωή άλλου, ενώ δευτερεύοντες κανόνες δικαίου είναι εκείνοι που προβλέπονται σε συγκεκριμένη ρύθμιση, π.χ. (α) του άρθρου 307 του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος με πρόθεση παραλείπει να σώσει άλλον από κίνδυνο ζωής, αν και μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο της δικής του ζωής ή υγείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους» ή (β) του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα που προβλέπει την τιμωρία με κάθειρξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως.

Πρωτεύων κανόνας δικαίου: μην αφαιρείς την ζωή άλλου

Δευτερεύων κανόνας δικαίου: άρθρο 299 Ποινικού Κώδικα

Πρωτεύων κανόνας δικαίου: σώσε τον ευρισκόμενο σε κίνδυνο ζωής

Δευτερεύων κανόνας δικαίου: άρθρο 307 Ποινικού Κώδικα

Δευτερεύων κανόνας δικαίου δεν σημαίνει υποδεέστερος κανόνας δικαίου ούτε ιεραρχικά κατώτερος κανόνας δικαίου.

Απλώς σημαίνει ότι ο μεν πρωτεύων κανόνας δικαίου είναι εκείνος ο κανόνας δικαίου που είναι άγραφος και υποδεικνύει την σωστή συμπεριφορά, χωρίς όμως να έχει τεθεί σε ισχύ από τον νομοθέτη, αλλά ισχύει στις συνειδήσεις των ανθρώπων ως δεδομένος,

Σελ. 5

ενώ ο δευτερεύων κανόνας δικαίου είναι ο ισχύων κανόνας δικαίου που έθεσε ο νομοθέτης «λαμβάνοντας υπ’ όψη» την κοινωνία, ακολουθώντας τον πρωτεύοντα κανόνα δικαίου που οι πολίτες θεωρούν σωστό και δίκαιο.

Αυτές οι διακρίσεις του κανόνα δικαίου άπτονται της Φιλοσοφίας του Δικαίου όσο και της Κοινωνιολογίας του Δικαίου, οπότε δεν θα γίνει περαιτέρω ανάπτυξη εδώ.

Άλλο είναι ο κανόνας δικαίου και άλλο είναι η διάταξη δικαίου. Μία διάταξη νόμου μπορεί να ταυτίζεται με έναν κανόνα δικαίου, αλλά μπορεί και όχι. Για παράδειγμα, μία διάταξη νόμου που ορίζει την έννοια του πλοίου (άρθρο 1 παρ. 1 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου) είναι μία διάταξη ατελής, συμπληρωματική άλλων διατάξεων και κανόνων δικαίου. Εξ άλλου, μία διάταξη νόμου μπορεί να προβλέπει το πραγματικό, ενώ για την κύρωση να παραπέμπει σε άλλη διάταξη νόμου, οπότε πρόκειται για μία διάταξη ατελή, παραπεμπτική σε άλλη διάταξη και κανόνα δικαίου. Τέτοια παραδείγματα είναι η διάταξη του άρθρου 683 του Αστικού Κώδικα που ρυθμίζει ζητήματα σύμβασης έργου και προβλέπει την εφαρμογή διατάξεων για την πώληση ή η διάταξη του άρθρου 1038 του Αστικού Κώδικα που ορίζει ότι ο κατά το άρθρο 1036 ΑΚ τρόπος κτήσης κυριότητας κινητών πραγμάτων από μη κύριο δεν ισχύει ως προς τα πράγματα που εκλάπησαν ή τα απολωλότα.

Η ερμηνεία του άρθρου 1036 ΑΚ και του άρθρου 1038 ΑΚ σχετικά με το ζήτημα, αν η κτήση κυριότητας κινητού από μη κύριο είναι πρωτότυπη ή παράγωγη αποτελεί αντικείμενο θεωρητικής μελέτης είτε με πρακτική συνέπεια είτε όχι.

Τα ζητήματα της γλώσσας, της ορολογίας, του σημαίνοντος και του σημαινόμενου και τα συναφή, καθώς και η διαπλαστική δύναμη των κανόνων δικαίου, η έννομη τάξη και το πολίτευμα, η νομιμοποίηση του θετικού δικαίου κυρίως άπτονται της Φιλοσοφίας του Δικαίου, της Μεθοδολογίας του Δικαίου και της Κοινωνιολογίας του Δικαίου. Εξ άλλου, η ιστορική διάπλαση των κανόνων του σύγχρονου δικαίου άπτεται της Ιστορίας του Δικαίου. Οι κανόνες δικαίου διακρίνονται και σε αντιθετικά ζεύγη κατηγοριών, όπως αυστηροί-επιεικείς, με ή χωρίς κυρώσεις, γενικοί και ειδικοί, απαγορευτικοί ή επιτρεπτικοί, επιτακτικοί-αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου. Οι αναγκαστικού δικαίου κανόνες δεν επιτρέπεται να υποσκελίζονται από την ιδιωτική βούληση, ενώ οι ενδοτικού δικαίου κανόνες επιτρέπεται να τίθενται εκποδών από την ιδιωτική βούληση με δικαιοπραξίες, π.χ. διαθήκες, ή συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει σαφές ότι οι κανόνες δικαίου συναποτελούν τους κλάδους του δικαίου, το ισχύον δίκαιο ή κατ’ άλλη διατύπωση το θετό δίκαιο, και τελικά συναποτελούν το σύστημα δικαίου ενός κράτους.

Σελ. 6

(β) Σύστημα Δικαίου

Ο κανόνας δικαίου εντάσσεται σε ένα σύστημα δικαίου. Το σύστημα δικαίου είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου όλων των κλάδων του δικαίου σε ένα κράτος (εσωτερικό δίκαιο) ή σε διεθνές επίπεδο (διεθνές δίκαιο). Για παράδειγμα, το σύστημα δικαίου στην Κύπρο είναι μικτό: έχει στοιχεία τόσο αγγλοσαξονικού κοινοδικαίου και δικαίου της επιείκειας όσο και ηπειρωτικού δικαίου.

Ένας κανόνας δικαίου στην Κύπρο π.χ. εμπορικού δικαίου ή ποινικού δικαίου εντάσσεται στο σύστημα δικαίου της Κύπρου. Συνεπώς, ο δικαστής, ο εφαρμοστής του δικαίου, ο ερμηνευτής του δικαίου, ο δικηγόρος, ο υπάλληλος της διοίκησης τόσο κατά την εφαρμογή όσο και κατά την ερμηνεία του δικαίου και του κανόνα δικαίου οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψη του ότι ο κανόνας δικαίου λειτουργεί εντός του συγκεκριμένου συστήματος δικαίου. Η ερμηνεία στο πλαίσιο του όλου συστήματος δικαίου της Κύπρου καλείται συστημική ερμηνεία, ενώ η ερμηνεία στο πλαίσιο του συστήματος ενός κλάδου δικαίου της Κύπρου π.χ. του ποινικού δικαίου της Κύπρου καλείται συστηματική ερμηνεία.

Αντίστοιχα, στην Ελλάδα ένας κανόνας δικαίου εντάσσεται στο ηπειρωτικό σύστημα δικαίου που ισχύει στην χώρα.

Υπάρχουν και άλλα συστήματα δικαίου ανά τον κόσμο. Τρεις, ωστόσο, είναι οι κατηγορίες συστημάτων δικαίου κρατών που είναι πιο γνωστές και έχουν επικρατήσει:

- το ηπειρωτικό σύστημα δικαίου

- το αγγλοσαξονικό σύστημα κοινοδικαίου και δικαίου της επιείκειας

- το μικτό σύστημα δικαίου.

Το ηπειρωτικό σύστημα δικαίου εδράζεται στην κωδικοποίηση της νομοθεσίας, π.χ. Αστικός Κώδικας, Ποινικός Κώδικας, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Η κωδικοποίηση της νομοθεσίας έχει ευεργετικές επιπτώσεις στην ρύθμιση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Ο πολίτης, το πρόσωπο, έχει την δυνατότητα εύκολα και γρήγορα να γνωρίζει το περιεχόμενο του κανόνα δικαίου προσφεύγοντας στην διάταξη του Κώδικα που τον ενδιαφέρει. Εξ άλλου, ο εφαρμοστής και ο ερμηνευτής του δικαίου επίσης εύκολα και γρήγορα μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που καλείται να εφαρμόσει ή να ερμηνεύσει. Οι κανόνες δικαίου του Συντάγματος που είναι γραπτό υπερισχύουν των κανόνων δικαίου των διεθνών συνθηκών και των νόμων. Η νομολογία, δηλαδή οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεσμεύουν μόνο τα μέρη της διαφοράς, ενώ κατ’ αρχήν δεν αποτελεί η δικαστική απόφαση δικαστικό προηγούμενο, δεν αποτελεί πηγή κανόνων δικαίου, εκτός εξαιρέσεων. Μία τέτοια σημαντική εξαίρεση αποτελούν οι αποφάσεις των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Σελ. 7

Ηπειρωτικά συστήματα δικαίου είναι το δίκαιο της Ελλάδας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και των περισσοτέρων κρατών μελών της ΕΕ πλην της Κύπρου, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

Το αγγλοσαξονικό σύστημα κοινοδικαίου και δικαίου της επιείκειας βασίζεται σε δύο έννομες τάξεις που συλλειτουργούν: το κοινοδίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας. Δεν υπάρχουν κατ’ αρχήν κώδικες, αλλά νόμοι, δεν υπάρχει ιεραρχία κανόνων δικαίου, οπότε και το κράτος δικαίου καλείται «ο κανόνας του νόμου» (rule of law), διότι υπεράνω όλων είναι ο νόμος και το Σύνταγμα είναι άτυπο, άγραφο. Η δικαστική απόφαση αποτελεί πηγή του δικαίου, είναι το λεγόμενο δικαστικό προηγούμενο. Παράγει δεσμευτικότητα ως δεδικασμένο η δικαστική απόφαση δεσμεύοντας τα μέρη της διαφοράς, αλλά παράγει ισχύ κανόνα δικαίου και δεσμεύει και όλους όσους υπόκεινται στο σύστημα δικαίου.

Αγγλοσαξονικά συστήματα κοινοδικαίου και δικαίου της επιείκειας είναι τα δίκαια του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, του Ισραήλ και της Νέας Ζηλανδίας (το Σύνταγμά τους είναι εθιμικό, άτυπο, άγραφο, βασισμένο σε νόμους).

Το μικτό σύστημα δικαίου συνδυάζει στοιχεία ηπειρωτικού δικαίου και αγγλοσαξονικού δικαίου και δικαίου της επιείκειας. Στο σύστημα αυτό υπάρχει γραπτό τυπικό Σύνταγμα που οι κανόνες του υπερισχύουν, υπάρχουν κώδικες για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας, ενώ τα δικαστικά προηγούμενα αποτελούν πηγή του δικαίου.

Μικτά συστήματα δικαίου είναι τα δίκαια της Κύπρου, της Ιρλανδίας, της Αυστραλίας, του Καναδά και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το ομοσπονδιακό δίκαιο αποτελείται από το ομοσπονδιακό Σύνταγμα, τις διεθνείς συνθήκες και τους νόμους της ομοσπονδίας, τα διατάγματα τα ομοσπονδιακά παράλληλα με το πολιτειακό δίκαιο κάθε πολιτείας εκ των πενήντα Πολιτειών (πολιτειακό Σύνταγμα, πολιτειακοί νόμοι, πολιτειακά διατάγματα). Διεθνείς συνθήκες συνομολογεί κατ’ αρχήν μόνον η ομοσπονδία και όχι η κάθε πολιτεία χωριστά πλην εξαιρέσεων. Οι ΗΠΑ δεσμεύονται διεθνώς μόνο από τις διεθνείς συνθήκες που συνομολογούν ακολουθώντας την διαδικασία που προβλέπεται από τους εθνικούς κανόνες είτε απαιτείται η κύρωση από το Κογκρέσο (νομοθετικές διεθνείς συνθήκες) είτε όχι (εκτελεστικές διεθνείς συνθήκες).

Σελ. 8

(γ) Ιεραρχία Κανόνων Δικαίου

Η ιεραρχία των κανόνων δικαίου σημαίνει ότι υπάρχει ανώτερος και κατώτερος κανόνας δικαίου. Ο ανώτερος κανόνας δικαίου υπερισχύει του κατώτερου κανόνα δικαίου σε περίπτωση σύγκρουσής τους τόσο κατά την εφαρμογή όσο και κατά την ερμηνεία.

Στην Κύπρο και στην Ελλάδα η ιεραρχία των κανόνων δικαίου έχει ως εξής (παρόμοια ισχύουν σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ), αν και υποστηρίζεται από πολλούς θεωρητικούς του δικαίου ότι το Σύνταγμα κάθε κράτους-μέλους υπερισχύει όλων.

1. Πρωτογενές Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ιδρυτικές Συνθήκες, ΣΕΕ, ΣΛΕΕ)

2. Διεθνείς Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεσμεύουν όλα τα κράτη-μέλη)

3. Παράγωγο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κανονισμοί, Οδηγίες, Αποφάσεις)

4. Σύνταγμα

5. Γενικώς παραδεδεγμένοι κανόνες διεθνούς δικαίου και διεθνείς συνθήκες που έχουν κυρωθεί με νόμο

6. Εφ’ άπαξ νόμοι (άρθρο 107 παρ. 1 Συντάγματος)

7. Νόμοι, Έθιμα, Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, Προεδρικά Διατάγματα κωδικοποίησης ισχύουσας νομοθεσίας, Ιεροί Κανόνες (άρθρο 3 Συντάγματος Ελλάδας), χρηστά ήθη, συναλλακτικά ήθη, καλή πίστη, οικονομικός ή και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΚ 281), Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, Νομολογία Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Ελλάδα), Νομολογία (Κύπρος)

8. Κανονιστικές πράξεις εκ του Συντάγματος (άρθρα 54 παρ. 2, 83 Συντάγματος Ελλάδας), Κανονισμός της Βουλής, Προεδρικά Διατάγματα και δικαιοπραξίες, συμβάσεις, πράξεις ιδιωτικής βούλησης που δεσμεύουν κατ’ αρχήν τόσο τα μέρη όσο και τρίτους, αλλά αν είναι αντίθετες στον νόμο, τότε είναι άκυρες, ανίσχυρες

9. Εφ’ άπαξ κανονιστικά διατάγματα

10. Κανονιστικά διατάγματα με νομοθετική εξουσιοδότηση (άρθρα 43 παρ. 2 εδ. α΄, 43 παρ. 4 Συντάγματος Ελλάδας)

11. Κανονιστικά διατάγματα άλλων οργάνων της διοίκησης με νομοθετική εξουσιοδότηση (άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ Συντάγματος Ελλάδας)

12. Εκτελεστικά κανονιστικά διατάγματα (άρθρο 43 παρ. 1 Συντάγματος Ελλάδας).

Η πρακτική συνέπεια της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου είναι ότι ο ανώτερος κανόνας δικαίου υπερισχύει του κατώτερου κανόνα δικαίου σε περίπτωση σύγκρουσης των δύο αυτών κανόνων.

Πιο ειδικά, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρο 93 παρ. 4 Συντάγματος) ερείδεται ακριβώς στην ύπαρξη της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου και μελετάται διεξοδικά στο Συνταγματικό Δίκαιο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την νομολογία των δικαστηρίων είναι η περίπτωση που διαπιστώνεται ότι π.χ. μία κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (από τα διοικητικά δι-

Σελ. 9

καστήρια) ή μία κατηγορία ιδιωτικών υπαλλήλων (από τα αστικά δικαστήρια) δεν λαμβάνει επίδομα εργασίας που το δικαιούται βάσει της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος), οπότε εξομοιώνει μισθολογικά όσους δεν λαμβάνουν το επίδομα με εκείνους που το λαμβάνουν («ισότητα προς τα πάνω») και επιδικάζει το επίδομα σε όσους δεν λαμβάνουν το επίδομα νομοθετικά. Στην συνέχεια, η διοίκηση υποχρεώνεται να συμμορφωθεί με την δικαστική απόφαση, ενώ ο νομοθέτης συνήθως νομοθετεί για το μέλλον προβλέποντας την καταβολή του επιδόματος σε όλους.

Μία τέτοια υπόθεση ήταν η υπόθεση του οικογενειακού επιδόματος, η οποία ολοκληρώθηκε με την απόφαση 3/2001 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Εισηγητής: Νίκος Σκλίας, Σύμβουλος Επικρατείας). Όλοι οι υπάλληλοι, άνδρες και γυναίκες, έλαβαν αναδρομικά το οικογενειακό επίδομα, διότι εκρίθη ότι το επίδομα πρέπει να καταβάλλεται ολόκληρο και στους δύο συζύγους, ακόμη και αν είναι και οι δύο υπάλληλοι, δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι. Μετά από την απόφαση, ο νομοθέτης προέβλεψε την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος (τότε ήταν 12.000 δρχ. για επίδομα συζύγου και 6.000 δρχ. για κάθε τέκνο) για όλους τους υπαλλήλους για το μέλλον. Η αδικία και η ανισότητα αποκαταστάθηκαν σταδιακά: πρώτα εξεδόθη η δικαστική απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (είχε κρίνει το αντίθετο η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου είχε κρίνει ότι και οι δύο σύζυγοι δικαιούντο το πλήρες οικογενειακό επίδομα). Στην συνέχεια, η διοίκηση κατέβαλε τα αναδρομικά (δύο ή πέντε ετών, αναλόγως των περιπτώσεων) στους δικαιούχους, ενώ αργότερα ο νομοθέτης προέβλεψε την καταβολή του πλήρους οικογενειακού επιδόματος σε όλους τους υπαλλήλους. Έτσι, ενώ πριν ο υπάλληλος Α και η υπάλληλος Β, σύζυγοι και γονείς ενός τέκνου, ελάμβαναν 12.000 δρχ. επίδομα γάμου και 6.000 δρχ. επίδομα τέκνου μηνιαίως, σύνολο αρχικό 18.000 δρχ., μετά ξεκίνησαν να λαμβάνουν έκαστος τα ποσά αυτά, οπότε στην οικογένεια το συνολικό ποσό που εισερχόταν μηνιαίως ήταν 24.000 δρχ. επίδομα γάμου και 12.000 δρχ. επίδομα τέκνου, σύνολο τελικό 36.000 δρχ. μηνιαίως.

Εξ άλλου, η απόφαση Costa v Enel του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1964 (C-6/64) καθιέρωσε την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού (πλέον ενωσιακού) δικαίου έναντι των δικαίων των κρατών-μελών, ακόμη και των Συνταγμάτων τους. Σε περίπτωση που μία διάταξη ενός Συντάγματος ενός κράτους-μέλους αντιβαίνει σε οποιαδήποτε διάταξη ενωσιακού δικαίου (τότε καλείτο κοινοτικό δίκαιο, μετά το 2009 και την Συνθήκη της Λισαβόνας καλείται ενωσιακό δίκαιο), η εθνική διάταξη τίθεται εκποδών, δεν ισχύει, δεν εφαρμόζεται και εφαρμόζεται το υπερισχύον ενωσιακό δίκαιο.

Μετά την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) καθιερώθηκε ο κανόνας της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου. Το ΔΕΚ με την απόφαση Costa v Enel έκρινε τα ακόλουθα.

Σελ. 10

«Αντίθετα προς τις συνήθεις διεθνείς συνθήκες, η Συνθήκη της ΕΟΚ δημιούργησε ιδιαίτερη έννομη τάξη, η οποία ενσωματώθηκε στα νομικά συστήματα των κρατών μελών από της θέσεως της Συνθήκης σε ισχύ και δεσμεύει τα δικαστήριά τους.

Ιδρύοντας μία Κοινότητα απεριόριστης διάρκειας, έχουσα δικά της όργανα, νομική προσωπικότητα, ικανότητα δικαίου, ικανότητα διεθνούς εκπροσωπήσεως και ιδίως πραγματικές εξουσίες απορρέουσες από τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων τους και τη μεταβίβαση εξουσιών τους στην Κοινότητα, τα κράτη μέλη περιόρισαν, αν και σε ορισμένους μόνο τομείς, τα κυριαρχικά τους δικαιώματα και δημιούργησαν έτσι ένα σύστημα δικαίου εφαρμοζόμενο τόσο στους υπηκόους τους όσο και σ' αυτά τα ίδια.

Αυτή η ενσωμάτωση διατάξεων που προέρχονται από κοινοτική πηγή στο δίκαιο κάθε κράτους μέλους και, γενικότερα, το γράμμα και το πνεύμα της Συνθήκης έχουν ως αναγκαία συνέπεια ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται κατά διατάξεων της εννόμου τάξεως την οποία έχουν αποδεχθεί με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας μεταγενέστερο μονομερές μέτρο, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να αντιτάσσεται στην έννομη αυτή τάξη.

Δεν είναι πράγματι δυνατόν η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου να ποικίλλει από κράτος σε κράτος υπέρ μεταγενεστέρων εσωτερικών νομοθετικών κειμένων χωρίς να υπονομεύεται η πραγμάτωση των σκοπών της Συνθήκης, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5, δεύτερη παράγραφος, και να προκαλούνται διακρίσεις απαγορευόμενες από το άρθρο 7. Οι υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί με την Συνθήκη περί ιδρύσεως της Κοινότητας δεν θα ήσαν απαλλαγμένες αιρέσεων, αλλά απλώς ενδεχόμενες, εάν ήταν δυνατή η αμφισβήτησή τους με μεταγενέστερες νομοθετικές πράξεις των συμβαλλομένων μερών. Οσάκις αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη το δικαίωμα να ενεργούν μονομερώς, αυτό γίνεται δυνάμει σαφούς ειδικής ρήτρας (π.χ. άρθρα 15 και 93, παράγραφος 3,223-225). Εξάλλου, οι αιτήσεις των κρατών μελών περί εγκρίσεως παρεκκλίσεων υπόκεινται σε συγκεκριμένες διαδικασίες για την παροχή σχετικής αδείας (π.χ. άρθρα 8, παρ. 4, 17, παρ. 4, 25, 26, 73, 93, παρ. 2, εδάφιο 3 και 226), οι οποίες θα καθίσταντο άνευ αντικειμένου εάν τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα να αποφεύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους με τη θέσπιση απλού νόμου.

Η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου επιβεβαιώνεται με το άρθρο 189, κατά το οποίο ο κανονισμός είναι «δεσμευτικός» και «ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος». Η διάταξη αυτή, η οποία δεν συνοδεύεται από καμία επιφύλαξη, δεν θα είχε νόημα αν τα κράτη μπορούσαν μονομερώς να την καταστήσουν ανενεργό με την έκδοση νομοθετικής πράξεως δυναμένης να αντιταχθεί στα κοινοτικά κείμενα.

Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι, εφ’ όσον το δίκαιο που γεννήθηκε από την Συνθήκη απορρέει από αυτόνομη πηγή δικαίου, δεν είναι δυνατόν, λόγω του ιδιόμορφου πρωτότυπου χαρακτήρα του, να του αντιτάσσεται οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθετικό κείμενο, χωρίς να χάνει τον κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να διακυβεύεται η νομική βάση της ίδιας της Κοινότητας.

Σελ. 11

Η εκ μέρους των κρατών μελών μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης από την εσωτερική τους έννομη τάξη στην κοινοτική συνεπάγεται οριστικό περιορισμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους, κατά του οποίου δεν είναι δυνατόν να προβληθεί μεταγενέστερη μονομερής πράξη μη συμβιβαζόμενη προς την έννοια της Κοινότητας.» (ΔΕΚ, Costa v Enel, 1197-1199, 1964).

Η απόφαση αυτή του ΔΕΚ αποτελεί δικαστικό προηγούμενο, πηγή του δικαίου, για κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ. Συναφώς, όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ αποδέχονται την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού τους δικαίου.

Σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ το ενωσιακό πρωτογενές δίκαιο είναι στην κορυφή της πυραμίδας της ιεραρχίας των κανόνων, έπεται το ενωσιακό δίκαιο των διεθνών συνθηκών που έχει συνομολογήσει και κυρώσει η ΕΕ, στην τρίτη βαθμίδα κείνται οι κανόνες δικαίου των Κανονισμών, των Οδηγιών και των Αποφάσεων της ΕΕ (οπότε δεν εφαρμόζονται από τα δικαστήρια, αν αντιτίθενται στο ενωσιακό πρωτογενές δίκαιο ή στο ενωσιακό δίκαιο των διεθνών συνθηκών της ΕΕ), στην τέταρτη βαθμίδα ακολουθεί το εθνικό Σύνταγμα, στην πέμπτη βαθμίδα κείνται οι διεθνείς συνθήκες, στην έκτη βαθμίδα οι νόμοι, ενώ σε ορισμένες δικαιοδοσίες διεθνείς συνθήκες του κράτους και νόμοι έχουν την ίδια τυπική ισχύ. Στις επόμενες βαθμίδες ακολουθούν κανονιστικές πράξεις, Υπουργικές Αποφάσεις, εκτελεστικά διατάγματα (τα παράνομα διατάγματα δεν εφαρμόζονται από τα δικαστήρια, δηλαδή αν συγκρούεται κανόνας δικαίου διατάγματος και νόμου, υπερισχύει ο κανόνας δικαίου εκ του νόμου).

Οι Εγκύκλιοι δεν αποτελούν πηγή του δικαίου, αλλά μόνο κατευθυντήριες οδηγίες προς τους υπαλλήλους της Διοίκησης, δεσμεύουν όμως τους υπαλλήλους που ελέγχονται πειθαρχικώς, αν δεν τις ακολουθήσουν (εκτός αν αποδειχθεί ότι οι Εγκύκλιοι ήταν παράνομες ενώπιον δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το ομοσπονδιακό δίκαιο υπερισχύει του πολιτειακού δικαίου και σε μορφή ιεραρχίας το Σύνταγμα της ομοσπονδίας των ΗΠΑ υπερισχύει των ομοσπονδιακών νόμων, των πολιτειακών Συνταγμάτων και των πολιτειακών νόμων.

(δ) Εθιμοτυπία

Εθιμοτυπία (έθος, έθιμο και τύπος) ή ετικέτα ή πρωτόκολλο είναι το σύνολο των άγραφων και εγγράφων εσωτερικών και διεθνών κανόνων (είτε δεσμευτικών είτε ηπίου δικαίου) που ισχύουν για τις επίσημες ή ανεπίσημες σχέσεις και επισκέψεις διπλωματών, κρατικών αξιωματούχων, ιερέων και ιεραρχών της Εκκλησίας, τις προσφωνήσεις και τις επιστολές προς επισήμους, την διαδικασία κατά την είσοδο και έξοδο από επισήμους χώρους αυτών των επισήμων προσώπων, την χωροθεσία και την πρωτοκαθεδρία σε επίσημους χώρους, ναούς και χώρους εκδηλώσεων, την απονομή τιμών σε επισήμους, τις ενδυμασίες, την διάταξη τραπεζιών σε επίσημες συναντήσεις, διασκέ-

Σελ. 12

ψεις, και σε επίσημα γεύματα και δείπνα, την προσφορά δώρων, την τήρηση διαδικασιών ως προς τα θρησκευτικά δόγματα, την ευγενική συμπεριφορά, την στάση προσοχής στην ανάκρουση εθνικού ύμνου, το προβάδισμα, την πορεία αυτοκινητοπομπών, την τοποθέτηση σημαιών και ετικετών.

Η εθιμοτυπία ή ετικέτα ή πρωτόκολλο έχει δύο διαστάσεις: η μία διάσταση είναι άτυπη, προκύπτει δηλαδή από συνήθειες και άτυπους κανόνες που δεν τίθενται σε ισχύ δυνάμει νόμων του κράτους (π.χ. η καλή συμπεριφορά διέπεται από κανόνες νομικά μη δεσμευτικούς, αλλά ένα έθιμο είναι νομικά δεσμευτικό). Αντίθετα, η δεύτερη διάσταση της εθιμοτυπίας είναι πάντοτε νομικά δεσμευτική δυνάμει εγγράφων κανόνων δικαίου, βασίζεται δηλαδή σε και πηγάζει από συγκεκριμένες διατάξεις νόμων και διεθνών συνθηκών. Στην πρώτη περίπτωση, καθιερώνονται έθιμα που αναπτύσσουν νομική ισχύ ηπίου ή θετού δικαίου, στην δεύτερη περίπτωση οι διατάξεις νόμων αναπτύσσουν νομική ισχύ θετού δικαίου, οπότε κάθε παράβαση τέτοιων διατάξεων επιφέρει όχι μόνο ηθικές ή πολιτικές συνέπειες (π.χ. αποδοκιμασία και χειρονομίες αποστροφής), αλλά και έννομες συνέπειες (π.χ. προσωρινή παύση ή οριστική απόλυση υπαλλήλου που δεν τήρησε τους κανόνες εθιμοτυπίας για συγκεκριμένα επίσημα πρόσωπα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο).

Ιστορικά, η εθιμοτυπία αναφέρεται ήδη από την εποχή του Τρωικού Πολέμου από τον Όμηρο, δηλαδή από το 1.250 π.Χ., όταν ο σεβασμός προς τους βασιλείς και την βασιλική οικογένεια ήταν μία εθιμική υποχρέωση.

Στο Βυζάντιο και συγκεκριμένα στο βιβλίο «Περί Βασιλείου Τάξεως» που αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο καταγράφονται τελετουργικοί κανόνες από την εθιμοτυπία της αυλής.

Από τον 16ο αιώνα τέθηκαν ορισμένοι κανόνες σχετικά με το λεγόμενο προβάδισμα μεταξύ των κρατών. Αρχικά, επικράτησε το κριτήριο της αρχαιότητας μεταξύ των ηγεμόνων της Ευρώπης (σύμφωνα και με την Εγκύκλιο του Πάπα Ιουλίου Β΄ το 1504).

Αργότερα, με το Συνέδριο της Βιέννης (1815), το προβάδισμα αυτό ορίστηκε με αντικειμενικά κριτήρια, αλλά πάντοτε με γνώμονα την ισχύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Το 1815 άρχισε, επομένως, η κωδικοποίηση των κανόνων διεθνούς εφαρμογής.

Στην σύγχρονη εποχή, τα Ηνωμένα Έθνη κατήργησαν κάθε διάκριση μεταξύ των κρατών και καθιέρωσαν την νομική και κυρίαρχη ισότητα μεταξύ όλων των μελών του οργανισμού. Σημαντική στο θέμα αυτό είναι η συμβολή των δύο Διεθνών Συμβάσεων της Βιέννης «Περί των Διπλωματικών Σχέσεων» (1961) και «Περί των Προξενικών Σχέσεων» (1963), οι οποίες κωδικοποιούν με νομικά δεσμευτικό τρόπο τα προνόμια και τις ασυλίες των διπλωματικών και προξενικών αντιπροσώπων και εγγυώνται το μεταξύ τους προβάδισμα και κατ’ επέκταση εκείνο μεταξύ των πολιτειακών οργάνων που εκπροσωπούν.

Σελ. 13

Η εθιμοτυπία σήμερα μοιάζει σαν μια αναχρονιστική διαδικασία που βαρύνεται με ακατανόητες επισημότητες και τυπικότητες. Ωστόσο, οι κανόνες εθιμοτυπίας έχουν επεκταθεί σε όλον το δημόσιο χώρο, ακόμη και στις μεγάλες ιδιωτικές γραφειοκρατίες, με την μορφή των λεγόμενων δημοσίων σχέσεων. Οι κανόνες αυτοί έχουν σε μεγάλο βαθμό απλοποιηθεί και σε αυτό έχει συμβάλει με πρωτοπόρες τις Ηνωμένες Πολιτείες ο εκδημοκρατισμός των κοινωνιών και η επιτάχυνση της κοινωνικοοικονομικής και πολιτιστικής ζωής των λαών. Ανάμεσα στα πολιτειακά όργανα, ιδιαίτεροι εθιμοτυπικοί κανόνες έχουν καθιερωθεί στα Εθνικά Κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μερικά από αυτά, όπως η Γαλλική Εθνοσυνέλευση και η Ιταλική Βουλή, εφαρμόζουν αυστηρή «ετικέτα» στον εσωτερικό τους κανονισμό, ιδίως όσον αφορά το τελετουργικό της διεξαγωγής των συνεδριάσεων. Η Βουλή των Ελλήνων ακολουθεί την σύγχρονη αυτή πρακτική. Η κοινοβουλευτική εθιμοτυπία είναι απόρροια της ανάπτυξης της κοινοβουλευτικής διπλωματίας, η οποία έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις τις τελευταίες δεκαετίες, ενισχύοντας την διεθνή προβολή της χώρας και συσφίγγοντας τους δεσμούς ανάμεσα στους λαούς, των οποίων τα Κοινοβούλια είναι οι αυθεντικοί εκφραστές. Η εθιμοτυπία μοιάζει με τα δύο πρόσωπα του θεού Ιανού. Η μία όψη της, η διεθνής, στρέφεται προς το εξωτερικό και αντιστοιχεί με το διπλωματικό πρωτόκολλο. Η δεύτερη, η εσωτερική, αφορά την τάξη προβαδίσματος ανάμεσα στους κρατικούς αξιωματούχους στην διάρκεια των δημόσιων τελετών και άλλα ζητήματα τελετουργίας. Αυτές οι δύο όψεις πάντοτε συνυπήρχαν, άλλοτε χωριστά και άλλοτε με αλληλοεπικαλύψεις. Συχνά λέγεται ότι το πρωτόκολλο είναι ο καρπός των διεθνών σχέσεων με τον ίδιο τρόπο που η αβροφροσύνη είναι το προϊόν των κοινωνικών σχέσεων.

Με τον όρο εθιμοτυπία εννοείται, συνεπώς, το σύνολο των κανόνων που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την διάρκεια των επίσημων επισκέψεων, των παρουσιάσεων και γενικά των δραστηριοτήτων αρχών: (α) πολιτικών, όπως είναι η Προεδρία της Δημοκρατίας, η Βουλή, το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης κ.ά. (β) εκκλησιαστικών, όπως είναι το Πατριαρχείο, η Αρχιεπισκοπή κ.ά., και (γ) τελευταία, πολλών οργανισμών και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι κωδικοποιημένοι, γραπτοί και οι άγραφοι, κανόνες αντλούν, όπως είναι φυσικό, την ισχύ τους από τα κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια, καθιστώντας την τέχνη της εθιμοτυπίας ουσιαστική στην ρύθμιση της κοινωνικής συμπεριφοράς και το σεβασμό των ανθρώπινων αξιών. Το πρωτόκολλο (από το πρώτο φύλλο [κόλλα] ενός κώδικα ή εγγράφου στο οποίο δηλωνόταν το περιεχόμενο) είναι η εσωτερική εθιμοτυπική σειρά, δηλαδή οι θεσμοθετημένοι κανόνες που εφαρμόζονται σε συναντήσεις, επισκέψεις, εκδηλώσεις, αλλά και σε τελετές, συνέδρια, εγκαίνια, εορτές, δείπνα, και γενικά ό,τι διοργανώνεται από οποιαδήποτε δημόσια αρχή, οργανισμό ή ίδρυμα.

Αρμόδιες υπηρεσίες στην Ελλάδα είναι η Υπηρεσία Εθιμοτυπίας του Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και το Διπλωματικό Γραφείο της Βουλής. Θέματα εθιμοτυπίας και κοινοβουλευτικού πρωτοκόλλου, διεθνούς αλληλογραφίας, διακοινοβουλευτικών συνεργασιών, οργάνωσης επισκέψεων υψηλών προσκεκλημένων στην Ελλάδα και αντί-

Σελ. 14

στοιχων επισκέψεων από πλευράς της Βουλής στο εξωτερικό αποτελούν αντικείμενο καθημερινής πρακτικής στο Διπλωματικό Γραφείο της Βουλής.

Κατά την διάρκεια των επισήμων επισκέψεων απονέμεται χρυσό μετάλλιο στους Αρχηγούς Κρατών, Πρωθυπουργούς και Προέδρους της Βουλής. Στο χρυσό μετάλλιο απεικονίζεται σε ανάγλυφο η προτομή του Περικλέους (495-429 π.Χ.), του επιφανέστερου Έλληνα πολιτικού της κλασικής αρχαιότητας, αναμορφωτή της αθηναϊκής δημοκρατίας και κύριου εκφραστή του Χρυσού Αιώνα. Το χρυσό μετάλλιο προσφέρεται ως εκδήλωση τιμής και αναγνώρισης αμοιβαίων αισθημάτων φιλίας,. Αργυρό μετάλλιο συνήθως απονέμεται σε Υπουργούς ή σημαντικούς κυβερνητικούς και κοινοβουλευτικούς αξιωματούχους με την ευκαιρία επίσημων επισκέψεων, ενώ χάλκινο μετάλλιο απονέμεται σε επίσημες επισκέψεις κοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών. Κατά την διάρκεια των επίσημων επισκέψεων συνηθίζεται να προσφέρεται στον προσκεκλημένο και ένα αναμνηστικό δώρο εκ μέρους της Βουλής.

Η σειρά προβαδίσματος στις επίσημες τελετές και εορτές ύστερα από πρόσκληση δημοσίων αρχών, οργανισμών και ιδρυμάτων καθορίζεται με την με αριθμό 52749 Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ Β΄/6.10.2006) στην Ελλάδα.

1. Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (συντομογραφικά και ανεπίσημα: ‘ΠτΔ΄)

2. Πρωθυπουργός (‘ΠΘ’)

3. Πρόεδρος της Βουλής (‘ΠτΒ΄)

4. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος

5. Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κ.λπ.

Το Κυπριακό Πρωτόκολλο θεσπίζεται με τον «περί του Πρωτοκόλλου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμο» του 1996, όπως εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 52 του Συντάγματος της Κύπρου. Η αντίστοιχη σειρά προβαδίσματος είναι η ακόλουθη.

1. Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας

2. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου

3. Πρόεδρος της Βουλής

4. Αρχηγοί ή εκπρόσωποι κοινοβουλευτικών κοµµάτων

Σελ. 15

5. Τέως Πρόεδροι της Δημοκρατίας κ.λπ.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την Σύμβαση της Νέας Υόρκης (8.12.1969 άρθρο 16 παρ. 2) «περί ειδικών αποστολών εθιμοτυπικού χαρακτήρα», όπως τελετή ορκωμοσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, στέψεις, συμμετοχή σε εθνικές εορτές κ.λπ., το προβάδισμα καθορίζεται υποχρεωτικά από την χώρα υποδοχής.

Στην ΕΕ η σειρά προβαδίσματος έχει ως εξής: Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ.λπ..

Η Ελληνική Σημαία τιμάται στις 27 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τον Νόμο 851/1978 (ΦΕΚ Α΄/22.12.1978), όταν γίνεται έπαρση της εθνικής σημαίας στον ίδιο χώρο με σημαίες άλλων κρατών, αυτές πρέπει να έχουν τις ίδιες διαστάσεις με την εθνική σημαία. Στην περίπτωση αυτή, η εθνική σημαία τίθεται δεξιά των λοιπών σημαιών (δηλαδή κοιτάζοντας απέναντι τις σημαίες, βλέπουμε την εθνική σημαία στην αριστερή πλευρά και τις άλλες σημαίες στη δεξιά). Στα επίσημα κτίρια η εθνική σημαία τοποθετείται δίπλα στην Ευρωπαϊκή Σημαία σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ.

Εξ άλλου, τα Τάγματα Αριστείας δημιουργήθηκαν τον Μεσαίωνα από διάφορους ηγεμόνες που με στρατιωτικά και θρησκευτικά κριτήρια συγκέντρωναν πολίτες σε ομάδες. Τα τάγματα ήταν ιπποτικά ή θρησκευτικά και τα μέλη τους διακρίνονταν από τις στολές με τα κεντημένα διάσημα. Με την πάροδο των ετών τα διάσημα παρέμειναν ως τιμητική διάκριση του ατόμου. Το πρώτο ελληνικό Τάγμα Αριστείας αποφασίστηκε από τη Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους το 1829, αλλά το σχετικό διάταγμα υπογράφτηκε στο Ναύπλιο από τον βασιλιά Όθωνα το 1833.

Σήμερα, σύμφωνα με τον Νόμο 106/1975 (ΦΕΚ Α 171/18.8.1975), τα αναγνωρισμένα στην Ελλάδα Τάγματα Αριστείας είναι, κατά ιεραρχική τάξη, το Τάγμα του Σωτήρος, το Τάγμα της Τιμής, το Τάγμα του Φοίνικος και το Τάγμα της Ευποιίας και έχουν πέντε βαθμούς: τον Μεγαλόσταυρο, τον Ανώτερο Ταξιάρχη, τον Ταξιάρχη, τον Χρυσό Σταυρό και τον Αργυρό Σταυρό.

Αρχηγέτης των Ταγμάτων είναι ο εν ενεργεία Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο οποίος έχει την εξουσία απονομής με βάση το διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών.

Η ένταξη σε Τάγμα Αριστείας και η απονομή των οικείων διασήμων αποτελούν αναγνώριση και επιβράβευση για τις εξέχουσες υπηρεσίες προς την πατρίδα ή για επιδόσεις σε οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής, τις επιστήμες, τα γράμματα, τις τέχνες, την γεωργία, την βιομηχανία, το εμπόριο, την ναυτιλία κ.λπ..

Έλληνες πολίτες μπορούν να τιμηθούν μόνο ύστερα από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Ταγμάτων Αριστείας.

Σελ. 16

Αλλοδαποί, ξένοι αρχηγοί κρατών, πρόεδροι της Βουλής, διπλωματικοί υπάλληλοι και άλλοι μπορούν να τιμηθούν με παράσημα λόγω εξόχου προσωπικής αξίας ή διακεκριμένης θέσης ή λόγω φιλελληνισμού ή συμβολής στην προώθηση των σχέσεων μεταξύ των χωρών και, βεβαίως, λόγω αμοιβαιότητας.

Για την ένταξη σε Τάγμα Αριστείας δεν απαιτείται καμία χρηματική καταβολή εκ μέρους των τιμωμένων.

Οι τιμώμενοι δικαιούνται να φέρουν εφ’ όρου ζωής τα απονεμηθέντα, ενώ εκπίπτουν από το δικαίωμα αυτό και διαγράφονται από τα μητρώα του Τάγματος μόνο λόγω περιπτώσεων προβλεπομένων από τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους νόμους ή ως συνέπεια απόφασης του, παρά του Υπουργείου Εξωτερικών, Συμβουλίου των Ταγμάτων Αριστείας, λόγω συμπεριφοράς των τιμωμένων που θίγει το γόητρο του Τάγματος. Μετά τον θάνατο των τιμωμένων, τα διάσημα φυλάσσονται από τους κληρονόμους τους.

1. Τάγµα του Σωτήρος. Είναι το πρώτο και διακεκριμένο Τάγμα Αριστείας. Ιδρύθηκε το 1829, η απονομή του όμως ξεκίνησε το 1833 από τον βασιλιά Όθωνα. Φέρει το όνομα του Σωτήρος για να υπενθυμίζει ότι η Ελληνική Παλιγγενεσία πραγματοποιήθηκε με θεία συμπαράσταση. Απονέμεται σε Έλληνες πολίτες που διακρίθηκαν για τα ανδραγαθήματά τους, προασπίζοντας τα συμφέροντα της χώρας μας σε καιρό πολέμου, ή προσέφεραν εξαίρετες κοινωνικές υπηρεσίες εντός ή εκτός Ελλάδας. Απονέμεται επίσης σε αλλοδαπούς αρχηγούς κρατών. Έχει απονεμηθεί στον Ανδρέα Μιαούλη το 1835, στους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και Λάζαρο Κουντουριώτη το 1836, στους Ανδρέα Ζαΐμη, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Γεώργιο Κουντουριώτη το 1837 και στον Κωνσταντίνο Κανάρη το 1864. Τα χρώματά του είναι ανοιχτό γαλάζιο και λευκό. Η εμπρόσθια όψη του αστέρος και του σταυρού φέρουν την εικόνα του Σωτήρος, κατασκευασμένη από σμάλτο, με την επιγραφή «Η ΔΕΞΙΑ ΣΟΥ ΧΕΙΡ ΚΥΡΙΕ ΔΕΔΟΞΑΣΤΑΙ ΕΝ ΙΣΧΥΙ». Η πίσω όψη του Σταυρού φέρει τον ελληνικό σταυρό με την επιγραφή «Η ΕΝ ΑΡΓΕΙ Δ. ΕΘΝΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ αωκθ». Αποτελείται από πέντε βαθμούς.

2. Τάγµα της Τιµής. Ιδρύθηκε το 1975 και αντικατέστησε το καταργηθέν Τάγμα του Γεωργίου Α΄. Απονέμεται σε Έλληνες πολίτες που διέπρεψαν στους αγώνες υπέρ της πατρίδας, σε ανώτερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, σε εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, καθώς και σε διακεκριμένους επιστήμονες ή άτομα που διέπρεψαν στο χώρο του εμπορίου, της ναυτιλίας και της βιομηχανίας. Επίσης, απονέμεται σε αλλοδαπούς που, λόγω της διακεκριμένης θέσης τους και με την προσωπική τους αξία, συνέβαλαν στην ιδιαίτερη προβολή της Ελλάδας. Τα χρώματά του είναι βαθύ κυανό και κίτρινο. Η μπροστινή όψη του Αστέρος και του Σταυρού φέρουν την κεφαλή της θεάς Αθηνάς, με την επιγραφή «Ο ΑΓΑΘΟΣ ΜΟΝΟΝ ΤΙΜΗΤΕΟΣ», ενώ η πίσω όψη φέρει τον ελληνικό σταυρό και το έτος ίδρυσης του Τάγματος (1975). Αποτελείται από πέντε βαθμούς.

Σελ. 17

3. Τάγµα του Φοίνικος. Ιδρύθηκε το 1926 και έλαβε το όνομά του από το μυθικό πτηνό φοίνικα, που αναγεννιέται από την τέφρα του. Απονέμεται σε Έλληνες πολίτες που διακρίθηκαν στην δημόσια διοίκηση, τις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα, το εμπόριο, τη βιομηχανία και τη ναυτιλία. Απονέμεται επίσης σε αλλοδαπούς, εφόσον αυτοί συνέβαλαν στην εξύψωση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Τα χρώματά του είναι βαθύ κίτρινο και μαύρο. Η μπροστινή όψη του Αστέρος και του Σταυρού φέρουν το μυθικό φοίνικα. Η πίσω όψη φέρει το εθνόσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Έχει απονεμηθεί σε ξένους πρέσβεις αποχωρούντες, βάσει αμοιβαιότητας, σε ανώτατους δικαστικούς, σε αλλοδαπούς προέδρους της Βουλής, σε υπουργούς κ.λπ. Αποτελείται από πέντε βαθμούς ή τάξεις.

4. Τάγµα της Ευποιίας. Ιδρύθηκε το 1948, ως ηθική αμοιβή σε Ελληνίδες υπηκόους καθώς και αλλοδαπές, για τις καλές υπηρεσίες που προσέφεραν στην πατρίδα στο φιλανθρωπικό τομέα, αλλά και για τις επιδόσεις τους στα γράμματα και τις τέχνες. Τα χρώματά του είναι κίτρινο και βαθύ κυανό. Η μπροστινή όψη του Αστέρα και του Σταυρού φέρουν την εικόνα της Θεοτόκου, που κρατεί στην αγκαλιά της το Θείο Βρέφος, με την επιγραφή «ΕΥΠΟΙΙΑ». Η πίσω όψη φέρει το εθνόσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αποτελείται από πέντε βαθμούς ή τάξεις.

(ε) Ήπιο Δίκαιο

Κάθε κανόνας δικαίου που δεν είναι νομικά δεσμευτικός ανήκει στο ήπιο δίκαιο ή άγουρο δίκαιο ή μαλακό δίκαιο (soft law).

Στην ΕΕ νομικές μορφές του ηπίου δικαίου είναι η Σύσταση, η Γνώμη, το Πρόγραμμα, οι Κατευθυντήριες Γραμμές, οι Ανακοινώσεις της Επιτροπής, τα Συμπεράσματα, τα Ψηφίσματα. Γενικώς, διεθνείς συμφωνίες που περιλαμβάνουν όρους όπως «τα μέρη επιδιώκουν, τα μέρη επιθυμούν, τα μέρη εύχονται» είναι νομικά κείμενα ηπίου δικαίου.

Το διεθνές ήπιο δίκαιο πηγάζει π.χ. από το κλασικό Μνημόνιο Συναντίληψης ή Μνημόνιο Συνεργασίας (Memorandum of Understanding).

Το Μνημόνιο περιλαμβάνει κανόνες ηπίου δικαίου χωρίς νομική δεσμευτικότητα, αλλά κανόνες προτρεπτικούς («τα μέρη θα επιδιώξουν, τα μέρη θα στοχεύσουν»).

Ωστόσο, εάν το Μνημόνιο προβλέπει συγκεκριμένες δεσμεύσεις (π.χ. δημοσιονομικές) και στην συνέχεια καταστεί εσωτερικό δίκαιο, κυρωθεί δηλαδή όπως μία διεθνής συνθήκη, τότε καθίσταται θετό δίκαιο ή κατ’ άλλη διατύπωση σκληρό δίκαιο (hard law).

Όπως διαβαθμίζεται και ιεραρχείται το θετό δίκαιο, αντίστοιχα έχουν προταθεί από την θεωρία και διαβαθμίσεις του ηπίου δικαίου.

Μία τέτοια θεωρία διαβάθμισης ηπίου δικαίου έχει τεκμηριώσει ο Χαράλαμπος Σταμέλος στην μονογραφία του με τίτλο «Η Συμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, Η συναρμογή της εξωχωρικότητας του δικαίου ανταγωνισμού των συμβαλλομένων μερών» (Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012).

Σελ. 18

Ιεραρχία κανόνων ηπίου δικαίου:

1. Οιονεί θετικό δίκαιο (θετικοποιημένο δίκαιο α΄)

2. Θετικά ήπιο δίκαιο (θετικοποιημένο δίκαιο β΄)

3. Ήπιο θεσμισμένο δίκαιο (πρώιμα ήπιο δίκαιο α΄)

4. Χαλαρό αποκρυσταλλωμένο ήπιο δίκαιο (πρώιμα ήπιο δίκαιο β΄).

Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος της εν λόγω μονογραφίας του Χαράλαμπου Σταμέλου εξετάζονται οι διατάξεις της Συμφωνίας ΗΠΑ-ΕΕ περί ανταγωνισμού του πρώιμα ήπιου δικαίου της συνεργατικής εξωχωρικότητας σε συναρμογή του ήπιου δικαίου του ανταγωνισμού, όπου αποδεικνύεται αφ’ ενός το χαλαρό αποκρυσταλλωμένο εθιμικό δίκαιο ως μέθοδος εμπέδωσης πρακτικών συνεργασίας του ήπιου δικαίου ανταγωνισμού, αφ’ ετέρου το ήπιο θεσμισμένο δίκαιο της συνεργατικής εξωχωρικότητας ως μέθοδος εναρμόνισης του ήπιου δικαίου ανταγωνισμού.

Το δεύτερο μέρος της εν λόγω μονογραφίας του Χαράλαμπου Σταμέλου πραγματεύεται τις διατάξεις της Συμφωνίας ΗΠΑ-ΕΕ περί ανταγωνισμού του θετικοποιημένου ήπιου δικαίου της συντονισμένης εξωχωρικότητας σε συναρμογή του σκληρού δικαίου του ανταγωνισμού, με έμφαση από την μία πλευρά στο θετικά ήπιο δίκαιο της συντονισμένης εξωχωρικότητας ως μέθοδος συντονισμού του σκληρού δικαίου ανταγωνισμού, από την άλλη στο οιονεί θετικό δίκαιο ως μέθοδος συντονισμένης εξωχωρικής ρύθμισης του σκληρού δικαίου ανταγωνισμού.

Το ήπιο δίκαιο έχει διαφορετικές συνέπειες αναλόγως της βαθμίδας του.

Στην πρώτη βαθμίδα του (οιονεί θετικό) το ήπιο δίκαιο αναπτύσσει έννομες συνέπειες που προσομοιάζουν σε εκείνες του θετού δικαίου, χωρίς να αποτελεί αμιγώς θετό δίκαιο.

Στην δεύτερη βαθμίδα του (θετικά ήπιο) το ήπιο δίκαιο διαπλάθει έννομες συνέπειες μίας κανονιστικότητας που δεν προσομοιάζουν σε εκείνες του θετού δικαίου, όπως συμβαίνει με τους κανόνες της πρώτης βαθμίδας του ηπίου δικαίου, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις να υπάρξουν δεσμεύσεις από τα μέρη σε τακτές βάσεις, ώστε η μακροχρόνια επανάληψη και η τήρησή τους να οδηγεί σε δεσμεύσεις πρώτης βαθμίδας.

Το ήπιο δίκαιο της πρώτης και δεύτερης βαθμίδας είναι το θετικοποιημένο ήπιο δίκαιο. Το θετικοποιημένο ήπιο δίκαιο οδηγεί σε συντονισμό των μερών. Ο συντονισμός είναι μία διαδικασία που δεν αποτελεί απλώς συνεργασία.

Στις περιπτώσεις της πρώτης και δεύτερης βαθμίδας του θετικοποιημένου ηπίου δικαίου οι έννομες συνέπειες δεν περιορίζονται απλώς στην τήρηση των συμφωνηθέντων, διότι αυτές αφορούν και στο σκληρό ουσιαστικό δίκαιο, οπότε προκύπτουν και συντονισμένα θετικά μέτρα.

Σελ. 19

Παράδειγμα: οι ΗΠΑ και η ΕΕ συμφωνούν να συντονίσουν τις ενέργειές τους. Η εταιρεία Α που εδρεύει στις ΗΠΑ και η εταιρεία Β που εδρεύει στην ΕΕ ανακοινώνουν την πρόθεσή τους να συγχωνευθούν σε μία μεγάλη νέα εταιρεία, την Ε, η οποία θα εδρεύει στην ΕΕ. Αν οι αρχές ανταγωνισμού των ΗΠΑ κρίνουν ότι η συγχώνευση αυτή είναι νόμιμη κατά το δίκαιο των ΗΠΑ και οι αρχές ανταγωνισμού της ΕΕ κρίνουν ότι η συγχώνευση αυτή δεν είναι νόμιμη κατά το δίκαιο της ΕΕ, τότε μπορούν οι αρχές ανταγωνισμού να συνεργαστούν και να καταλήξουν ή ότι θα επιτρέψουν ή ότι θα απαγορεύσουν την συγχώνευση.

Αν καταλήξουν ότι θα επιτρέψουν την συγχώνευση, τότε οι αρχές ανταγωνισμού της ΕΕ θα κρίνουν ότι η συγχώνευση αυτή είναι νόμιμη, π.χ. αν η νέα εταιρεία αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις, π.χ. ένα κατάστημα σε κάθε πρωτεύουσα κράτους-μέλους κ.λπ.. Εν συνεχεία, την ίδια χρονική στιγμή θα υπάρξουν συντονισμένα μέτρα από τις αρχές ανταγωνισμού ΗΠΑ και ΕΕ για την έγκριση της συγχώνευσης. Η νέα εταιρεία θα ιδρυθεί π.χ. την 1η Μαρτίου 2020 και θα ξεκινήσει να λειτουργεί νόμιμα με κύκλο εργασιών στην ΕΕ και στις ΗΠΑ, όπως και σε άλλα κράτη διεθνώς.

Αν τα μέρη καταλήξουν ότι θα απαγορεύσουν την συγχώνευση, τότε θα εκδώσουν ταυτόχρονα απαγόρευση συγχώνευσης και οι δύο εταιρείες, Α και Β, θα συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά και ανταγωνιστικά.

Η διαφοροποίηση συνεργασίας και συντονισμού είναι ότι κατά την συνεργασία των αρχών ανταγωνισμού μπορεί να διαφωνήσουν για το αποτέλεσμα και έτσι κάθε αρχή να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο. Αν συμβεί αυτό, οι αρχές ανταγωνισμού των ΗΠΑ θα εγκρίνουν την συγχώνευση και οι αρχές ανταγωνισμού της ΕΕ δεν θα την εγκρίνουν. Πρακτικά αυτό θα σημαίνει ότι είτε οι εταιρείες θα ζητήσουν να συγχωνευθούν στις ΗΠΑ, αλλά στην συνέχεια η ΕΕ θα επιβάλλει πρόστιμα στην συγχωνευθείσα εταιρεία εξωχωρικά ή θα απαγορεύσει την λειτουργία της επιχείρησης στην ΕΕ.

Παράδειγμα μη συνεργασίας και μη συντονισμού αποτελεί η εταιρεία πιστωτικών καρτών American Express. Στις ΗΠΑ το Ανώτατο Δικαστήριο το 2018 επέτρεψε τις ρήτρες μη διάκρισης και τις μεγαλύτερες χρεώσεις, ενώ στην ΕΕ με νομοθετική ρύθμιση καθορίζονται ανώτερο ύψος χρεώσεων που ευνοεί τις εταιρείες MasterCard και Visa, οπότε η εταιρεία American Express εξωθήθηκε να απομακρυνθεί από την ΕΕ. Στην Ελλάδα η συνεργασία της American Express με την τράπεζα Άλφα έπαυσε το 2019.

Αυτό το παράδειγμα έλλειψης συνεργασίας και συντονισμού των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων οδήγησε στην απομάκρυνση μίας αμερικανικής εταιρείας από την ΕΕ. Βεβαίως, οι Αμερικανοί που θα αγοράζουν αγαθά στην ΕΕ θα μπορούν να χρησιμοποιούν την κάρτα American Express.

Στην τρίτη βαθμίδα του (ήπιο θεσμισμένο) το ήπιο δίκαιο δεν διαπλάθει έννομες συνέπειες θετού δικαίου ή που μπορεί να οδηγήσουν σε θετικά ήπιο δίκαιο, ωστόσο ανα-

Σελ. 20

πτύσσει μία κανονιστικότητα σταθερής συνεργασίας. Η συνεργασία όμως δεν οδηγεί σε συντονισμό, όπως το ήπιο δίκαιο της πρώτης και δεύτερης βαθμίδας. Η συνεργασία εμπεδώνει κλίμα θετικής συνεργασίας με ανταλλαγές πληροφοριών και τεχνογνωσίας (διαρκής συνεργασία).

Στην τέταρτη βαθμίδα του (χαλαρό αποκρυσταλλωμένο εθιμικό δίκαιο) το ήπιο δίκαιο απλώς καθιερώνει την αρνητική αβροφροσύνη, δηλαδή την υποχρέωση ενός μέρους να μην αναλαμβάνει μία έρευνα σε βάρος μίας εταιρείας, αν ήδη το άλλο μέρος έχει ξεκινήσει μία τέτοια έρευνα. Πρόκειται για αποχή από πράξη για λόγους ευγένειας. Αν η έρευνα δεν καταλήξει πουθενά, τότε το άλλο μέρος ξεκινά δική του έρευνα. Προφανώς, εδώ η συνεργασία είναι ελάχιστη, και οπωσδήποτε δεν δημιουργούνται προϋποθέσεις συνεργασίας μόνιμης με διάρκεια, αλλά πρόκειται για μία ελάχιστη κίνηση καλής θέλησης για μία συγκεκριμένη υπόθεση (απλή συνεργασία).

Το ήπιο δίκαιο της τρίτης και τέταρτης βαθμίδας είναι το πρώιμα ήπιο δίκαιο. Το πρώιμα ήπιο δίκαιο διευκολύνει την απλή ή διαρκή συνεργασία των μερών. Η συνεργασία είναι μία διαδικασία που δεν αποτελεί συντονισμό.

Στις περιπτώσεις της τρίτης και τέταρτης βαθμίδας του πρώιμα ηπίου δικαίου οι έννομες συνέπειες περιορίζονται στην τήρηση των συμφωνηθέντων, ενώ αυτές αφορούν κυρίως το ήπιο ουσιαστικό δίκαιο.

1.2 Το Δίκαιο και η Νομική Επιστήμη

(α) Το Δίκαιο και η Σημασία του στον Δυτικό Πολιτισμό

Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» αναφέρει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ζώο. Αυτό σημαίνει ότι δεν ζει απομονωμένος από τους άλλους αλλά συμβιώνει μαζί τους σε μια κοινωνία. Αυτή η κοινωνική συμβίωση αναπόδραστα οδηγεί σε αντιθέσεις, οι οποίες με τη σειρά τους επιφέρουν διενέξεις και συγκρούσεις συμφερόντων. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητη η δημιουργία κανόνων ρύθμισης της συμπεριφοράς των ανθρώπων, ώστε να υπάρξει μια αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων που συμβιώνουν σε μία κοινωνία.

Την πλέον κομβική κατηγορία αυτών των κοινωνικών κανόνων ρύθμισης της ανθρώπινης συμπεριφοράς αποτελούν οι κανόνες δικαίου.

Η λέξη «δίκαιον» εντοπίζεται για πρώτη φορά στον Ησίοδο τον 7ο αι. π.Χ., στο έργο του Έργα και Ημέραι, και σημαίνει την αρετή που έχει ο δίκαιος άνθρωπος. Από τον 5ο αι. π.Χ. και μετά «δίκαιον» σημαίνει σταθερά δύο πράγματα: (α) το σύνολο των κανόνων

Σελ. 21

οι οποίοι ρυθμίζουν σε ορισμένη ιστορική στιγμή και σε ορισμένη περιοχή υποχρεωτικά την κοινωνική συμβίωση, δηλαδή το ισχύον δίκαιο και (β) το ιδανικό θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται το ισχύον δίκαιο.

Στα λατινικά εντοπίζεται στη λέξη jus που σημαίνει ο θρησκευτικός λόγος με ισχύ νόμου, ενώ στα ιταλικά απαντάται ως diritto, στα γαλλικά ως droit και στα γερμανικά ως Recht. Όσον αφορά στο θετικό δίκαιο, το ισχύον δηλαδή, με άλλα λόγια το δίκαιο που ισχύει και εφαρμόζεται σε μία δεδομένη στιγμή, αυτό περικλείει «το σύνολο των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς που είναι υποχρεωτικοί μέσα σε μία ανθρώπινη ομάδα εφόσον αυτή έχει την ευχέρεια να εξαναγκάζει τα μέλη της προς συμμόρφωση σε αυτούς». Αν θέλουμε να ορίσουμε το δίκαιο μπορούμε να πούμε ότι αυτό είναι «το σύνολο των κανόνων βάσει των οποίων ρυθμίζεται υποχρεωτικά και επιτακτικά (καταναγκαστικά) η ανθρώπινη συμβίωση και που την τήρησή τους επιβάλλει και εξασφαλίζει μέσω κυρώσεων η κρατική εξουσία». Αυτοί οι κανόνες, λοιπόν, ρυθμίζουν την συμπεριφορά των ανθρώπων, σε κάθε κοινωνία, και ορίζουν τί πρέπει να πράττουν και τί να παραλείπουν. Με τον όρο καταναγκαστικά εννοούμε ότι το κράτος μπορεί να επιβάλει κυρώσεις, δηλαδή τιμωρίες, ποινές σε όσους παραβαίνουν και παραβιάζουν αυτούς τους κανόνες.

Μία εξίσου σημαντική λειτουργία του δικαίου είναι, ότι ρυθμίζει την οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος και τη σχέση του με τους πολίτες του. Συνεπώς, οι κανόνες δικαίου υφίστανται για να διασφαλίζουν την ύπαρξη, την ανάπτυξη και την ευημερία της κοινωνίας. Αυτός άλλωστε είναι και ο δικαιολογητικός λόγος της δημιουργίας των κανόνων δικαίου. Οι κανόνες διακρίνονται από τις αρχές του δικαίου, καθώς αυτές ενέχουν έναν γενικό χαρακτήρα. Οι αρχές του δικαίου προσδίδουν νόημα στο δίκαιο κατά την εφαρμογή του και λειτουργούν ως κατευθυντήριες γραμμές για τη σύσταση νέων κανόνων.

Παραδείγματα αρχών δικαίου: (α) στο δημόσιο δίκαιο – αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της ισότητας, αρχή της ασφάλειας δικαίου κ.λπ., (β) στο ιδιωτικό δίκαιο – αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, (γ) στην ποινική δικονομία, αρχή της δημοσιότητας στην ποινική δίκη κ.λπ.

Συνδυαστικά, οι κανόνες και οι αρχές δικαίου αποτελούν ένα συστηματικά οργανωμένο και δομημένο σύνολο, με ενότητα και πληρότητα, το οποίο διαμορφώνει και συγκροτεί την έννομη τάξη.

(β) Το θετικό Δίκαιο στη Νομική Επιστήμη

Το ζήτημα του ιδανικού θεμελίου του δικαίου γεννιέται ήδη στην Αθηναϊκή Δημοκρατία με τους Σοφιστές και τη σκέψη ότι το «συμβατικό» διακρίνεται από το «φυσικό (νόμος/ φύσις). Από εκεί και πέρα, γίνεται η διάκριση μεταξύ του ισχύοντος δικαίου, που επιβάλλεται και εξασφαλίζει το συμφέρον της κατεστημένης τάξης, και της δικαιοσύνης ή της ηθικής ή του ορθού λόγου, που αναφέρονται δηλαδή στον κόσμο των αξιών.

 
Back to Top