ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ
- Έκδοση: 2021
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 224
- ISBN: 978-960-654-300-5
- Black friday εκδόσεις: 10%
Το έργο «Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης» αποτελεί μια σύγχρονη από πλευράς μεθοδολογικής και δογματικής, εκτεταμένη και συστηματική μελέτη του κομβικής σημασίας συγκεκριμένου δικονομικού μέτρου, το οποίο παρουσιάζει ακόμα εντονότερο ενδιαφέρον ενόψει της σύστασης και της λειτουργίας στην πράξη του θεμελιώδους θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο οποίος καλείται να θεραπεύσει αρκετές από τις πιθανές παθογένειες» της συγκεκριμένης διαδικασίας.
Εξετάζει αναλυτικά σημαντικά δογματικά θέματα και τις αρχές:
- της ειδικότητας
- της αμοιβαίας αναγνώρισης
- του διττού αξιόποινου
- του ne bis in idem
- της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών
- της απαγόρευσης έκδοσης λόγω πολιτικού εγκλήματος,
Επίσης, αναλύει κρίσιμα δικονομικά ζητήματα όπως:
- τον περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων του Αρείου Πάγου
- την έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου
- τη νομική φύση της κρίσης του Συμβουλίου Εφετών
- το παραδεκτό και η αοριστία της έφεσης
- την παραίτηση από την έφεση
και παρουσιάζει προτάσεις αναφορικά με τη λειτουργία του εν λόγω εντάλματος, δηλαδή την επίτευξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης» στην ΕΕ, την αξιοποίηση των αρμοδιοτήτων της Eurojust, κ.λπ.
Απευθύνεται σε δικηγόρους, δικαστές, εισαγγελείς, φορείς του Δημοσίου και γενικότερα σε κάθε ενασχολούμενο με το συγκεκριμένο αντικείμενο.
| Εισαγωγή | Σελ. 19 |
| ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ | |
| Η απόφαση πλαίσιο για το ΕΕΣ | Σελ. 21 |
| Ι. Η δικαστική συνεργασία των κρατών μελών και η εναρμόνιση ποινικού δικαίου στην ΕΕ | Σελ. 22 |
| ΙΙ. Ο θεσμός της έκδοσης | Σελ. 29 |
| ΙΙΙ. Τo «νομικό εργαλείο» της απόφασης πλαίσιο μέχρι και σήμερα | Σελ. 32 |
| ΙV. Η φύση και δεσμευτικότητα των αποφάσεων πλαίσιο | Σελ. 34 |
| V. Η «γέννηση» του ΕΕΣ | Σελ. 36 |
| VI. Η έννοια του EEΣ | Σελ. 38 |
| VII. Η φύση του ΕΕΣ | Σελ. 40 |
| VIII. Oι σημαντικές επιμέρους ρυθμίσεις της απόφασης πλαίσιο για το ΕΕΣ | Σελ. 42 |
| IX. Οι καινοτόμες ρυθμίσεις της απόφασης πλαίσιο | Σελ. 43 |
| Χ. Η νομιμοποιητική βάση του ΕΕΣ | Σελ. 45 |
| XI. Η «αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης» στα πλαίσια του ΕΕΣ | Σελ. 49 |
| ΧΙΙ. Η κριτική του ΕΕΣ σε σχέση με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα | Σελ. 52 |
| ΧΙΙΙ. Η ειδικότερη κριτική του ΕΕΣ σε σχέση με δημοκρατικό έλλειμμα ΕΕ | Σελ. 56 |
| ΧΙV. Η κριτική των καινοτόμων ρυθμίσεων «παράδοσης» που αντίκεινται στις ρυθμίσεις καθεστώτος της έκδοσης | Σελ. 57 |
| i. Η άρση της αρχής της ειδικότητας | Σελ. 57 |
| ii. Η άρση της απαγόρευσης έκδοσης για πολιτικά εγκλήματα | Σελ. 59 |
| iii. Η άρση της απαγόρευσης της έκδοσης ημεδαπών | Σελ. 60 |
| iv. Η αρχή ne bis in idem | Σελ. 64 |
| v. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη | Σελ. 67 |
| vi. Η άρση της αρχής του διττού αξιοποίνου | Σελ. 70 |
| XV. Η ειδικότερη ανάλυση του άρθρου 2 παρ. 2 της απόφασης πλαίσιο | Σελ. 73 |
| ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ | |
| Ο νόμος ενσωμάτωσης της απόφασης πλαίσιο (Ν 3251/2004) | |
| Ι. Η σύγκριση Ν 3251/2004 και Ν 4165/1961 | Σελ. 99 |
| ΙΙ. Η συνοπτική περιγραφή των διατάξεων του νόμου | Σελ. 102 |
| ΙΙΙ. Η κριτική του Ν 3251/2004 | Σελ. 105 |
| ΙV. Η κατάργηση της αρχής του διπλού αξιοποίνου | Σελ. 107 |
| V. Η αντισυνταγματικότητα της κατάργησης της αρχής του διττού αξιοποίνου | Σελ. 108 |
| VI. Οι γραμματικοί και ερμηνευτικοί περιορισμοί εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 2 Ν 3251/2004 | Σελ. 110 |
| VII. Ο περιορισμός της αρχής της ειδικότητας | Σελ. 114 |
| VIII. Η έκδοση ημεδαπών | Σελ. 117 |
| IX. Η απαγόρευση έκδοσης λόγω πολιτικού εγκλήματος | Σελ. 125 |
| Χ. Η αρχή ne bis in idem | Σελ. 127 |
| XI. Άλλα γενικότερα ζητήματα του ΕΕΣ | Σελ. 137 |
| i. Η δίωξη της «ίδιας πράξης» από τις ελληνικές αρχές | Σελ. 137 |
| ii. Oι περιορισμοί των δικονομικών δικαιωμάτων εκζητουμένου | Σελ. 140 |
| iii. Η απαγόρευση της αναδρομικότητας των ποινικών νόμων | Σελ. 142 |
| XII. Το ένδικο μέσο της έφεσης | Σελ. 144 |
| i. Τα άρθρα 22 παρ.1 Ν 3251/2004 και 451 ΚΠΔ | Σελ. 145 |
| ii. Η νομική φύση της κρίσης του Συμβουλίου Εφετών | Σελ. 148 |
| iii. Το παραδεκτό και η αοριστία της έφεσης | Σελ. 152 |
| iv. Οι λόγοι της έφεσης | Σελ. 157 |
| v. Η παραίτηση από την έφεση | Σελ. 161 |
| vi. Η διαδικασία συζήτησης της έφεσης | Σελ. 161 |
| vii. Η αποδοχή της έφεσης | Σελ. 165 |
| XIII. Άλλα δικονομικά ζητήματα | Σελ. 167 |
| i. Η διόρθωση της απόφασης του δικαστικού συμβουλίου | Σελ. 167 |
| ii. Η αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους | Σελ. 168 |
| iii. Η αφαίρεση του χρόνου κράτησης στο κράτος εκτέλεσης του εντάλματος | Σελ. 169 |
| ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ | |
| Προτάσεις για τη λειτουργία του ΕΕΣ | |
| Ι. Η επίτευξη της «αμοιβαίας εμπιστοσύνης» στην ΕΕ | Σελ. 173 |
| ΙΙ. Η εναρμόνιση σε επίπεδο ουσιαστικού ποινικού δικαίου | Σελ. 174 |
| ΙΙΙ. Η εναρμόνιση στο επίπεδο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων | Σελ. 175 |
| IV. Η αξιοποίηση των αρμοδιοτήτων της Eurojust (Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο) | Σελ. 176 |
| V. Οι απαραίτητες τροποποιήσεις επί της απόφασης πλαίσιο για το ΕEΣ | Σελ. 177 |
| VI. Oι νομοθετικές τροποποιήσεις σε εθνικό επίπεδο | Σελ. 179 |
| VII. Η πρόσφατη ευρωπαϊκή δικονομική εξέλιξη της σύστασης του θεσμού της ευρωπαϊκής εισαγγελίας | Σελ. 184 |
| Επίλογος | Σελ. 197 |
Σελ. 7
Πρόλογος
Το παρόν βιβλίο επεξεργάζεται σε βάθος τη δογματική προβληματική του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Έτσι, εξετάζονται αναλυτικά η αρχή της ειδικότητας, του διττού αξιόποινου, του ne bis in idem, της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών, αλλά και άλλα σημαντικά δογματικά ζητήματα.
Επιπλέον, ανιχνεύονται κρίσιμα δικονομικά προβλήματα, όπως είναι το ένδικο μέσο της έφεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, η νομική φύση της κρίσης του Συμβουλίου Εφετών στην επίμαχη διαδικασία, το παραδεκτό και η αοριστία της έφεσης αυτής και πολλά άλλα καίριας σημασίας θέματα.
Περαιτέρω, το παρόν βιβλίο εμφανίζει ερευνητική πληρότητα, τόσο στο επίπεδο της βιβλιογραφικής μελέτης, όσο και στο επίπεδο της παρουσίασης των νομολογιακών παραδοχών.
Ο κ. Ορφανός, παρότι βρίσκεται στα πρώτα βήματα της συγγραφικής του δραστηριότητας, εμφανίζει αναμφισβήτητα ωριμότητα σκέψης, δυνατότητα διείσδυσης και ικανότητα σύνθεσης. Οριοθετεί τα ανακύπτοντα προβλήματα τα οποία πηγάζουν από την ενεργοποίηση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και εντοπίζει ταυτόχρονα τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και το δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον ο κ. Ορφανός θα μας δώσει και άλλα δείγματα της σοβαρής ερευνητικής του προσπάθειας.
Γρηγόρης Καλφέλης
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Σελ. 9
Πρόλογος συγγραφέα
Με το ανά χείρας εγχειρίδιο φρονούμε ότι συμβάλλουμε σημαντικά στη νομική γραμματεία της Ελληνικής Δημοκρατίας σε σχέση με τη σπουδή και τη μελέτη του ποινικού δικονομικού δικαίου, παρά την εξαιρετικά γόνιμη μακρά συμβολή της νομολογίας, αλλά και επιμέρους έγκριτων νομικών μελετών αναφορικά με την κομβικής σημασίας και πολύ ενδιαφέρουσα προβληματική του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, η οποία σήμερα, εν έτει 2021, παρουσιάζει ακόμα εντονότερο ενδιαφέρον ενόψει της σύστασης και της λειτουργίας στην πράξη του θεμελιώδους θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο οποίος καλείται να θεραπεύσει αρκετές από τις πιθανές «παθογένειες» της συγκεκριμένης διαδικασίας.
Επιχειρείται λοιπόν μια σύγχρονη στα δεδομένα του 2021, από πλευράς μεθοδολογικής και δογματικής, εκτεταμένη, συστηματική και στοχευμένη μελέτη του συγκεκριμένου δικονομικού μέτρου, αφενός μέσω της κριτικής επισκόπησης της «απόφασης πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης» και του αντίστοιχου εθνικού νόμου ενσωμάτωσής της στην ελληνική έννομη τάξη (Ν 3251/2004) και αφετέρου με τις προτάσεις νομοθετικής τροποποίησης σε επίπεδο ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου και κυρίως σε επίπεδο ελληνικού ποινικού δικονομικού δικαίου.
Ασφαλώς, η ενδελεχής και εκτεταμένη δογματική επεξεργασία του στοιχείου της δικαστικής συνεργασίας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εναρμόνισης του ποινικού δικαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, του θεσμού της έκδοσης, του νομικού «εργαλείου» της απόφασης πλαίσιο, της γέννησης, της φύσης, της έννοιας και της νομιμοποιητικής βάσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, της «αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης» των δικαστικών αποφάσεων, των αρχών του διττού αξιοποίνου, της ειδικότητας, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, του ne bis in idem, της απαγόρευσης έκδοσης για πολιτικά αδικήματα κτλ, αλλά προφανώς και το δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατέχουν μια εξαιρετικά «εξέχουσα θέση» στο συγκεκριμένο πόνημα.
Περαιτέρω, εξίσου «εξέχουσα θέση» κατέχει η σύγκριση του Ν 3251/2004 με τον παλαιότερο Ν 4165/1961, η δογματική επεξεργασία και κριτική προσέγγιση του Ν 3251/2004 όπου μεταξύ άλλων εξετάζονται η αρχή της ειδικότητας, του διττού αξιοποίνου, του ne bis in idem, της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών, της απαγόρευσης έκδοσης λόγω πολιτικού εγκλήματος, αλλά και άλλα πολύ καίριας σημασίας δικονομικά ζητήματα, όπως είναι μεταξύ άλλων ο περιορισμός
Σελ. 10
των δικονομικών δικαιωμάτων του Αρείου Πάγου, το ένδικο μέσο της έφεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, η νομική φύση της κρίσης του Συμβουλίου Έφετων στη συγκεκριμένη κομβικής σημασίας διαδικασία, το παραδεκτό και η αοριστία της έφεσης αυτής, η παραίτηση από την έφεση και πολλά άλλα ακόμα κρίσιμης σημασίας δικονομικά ζητήματα, τα οποία σε καμία απολύτως περίπτωση δε θα μπορούσαν να παραβλεφθούν από την ανάλυσή μας στα πλαίσια του συγκεκριμένου βιβλίου.
Επιπλέον, «εξέχουσα θέση» στο πόνημα δε θα μπορούσαν να μην έχουν οι προτάσεις του εγχειριδίου αυτού αναφορικά με τη λειτουργία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ήτοι η επίτευξη της «αμοιβαίας εμπιστοσύνης» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εναρμόνιση στο επίπεδο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αξιοποίηση των αρμοδιοτήτων της Eurojust, οι δομικής σημασίας τροποποιήσεις της συγκεκριμένης απόφασης πλαίσιο, οι νομοθετικές τροποποιήσεις σε εθνικό επίπεδο και η πρόσφατη δικονομική εξέλιξη της σύστασης και της λειτουργίας του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως μια καταληκτική επισήμανση σημαντικού πληροφοριακού χαρακτήρα, καθόλα απαραίτητη για τα δεδομένα του 2021.
Βασικό μέλημα του βιβλίου είναι ασφαλώς η εις βάθος ανάλυση και ανάπτυξη της δογματικής προβληματικής του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Στην ανάλυση αυτή ασφαλώς υφίσταται ως κύριος προσανατολισμός η προσήλωσή μας στους κινδύνους που στη συγκεκριμένη περίπτωση ελλοχεύουν για τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, το δημοκρατικό κράτος δικαίου, αλλά και την ίδια την άσκηση κρατικής εξουσίας.
Όλα αυτά, ειδικά σήμερα, μετά τα όσα τραγικά διαδραματίζονται σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, κινδυνεύουν προφανώς όσο ποτέ άλλοτε. Συνεπώς, κατατίθενται οι προβληματισμοί και οι προτάσεις μας για το πώς θα αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που παραμονεύουν από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κάθε περίπτωση που αυτοί ανακύπτουν. Τέλος, επιχειρείται μια όσο είναι δυνατό εξαντλητική αναφορά στη βιβλιογραφία, καθώς το εγχειρίδιο αυτό φιλοδοξεί με αυτή να παράσχει έναυσμα για περαιτέρω εμβαθύνσεις.
Η δομή του εγχειριδίου ακολουθεί τη βιβλιογραφική έρευνα, τη συγγραφή εκτεταμένης επιστημονικής μελέτης και τις πανεπιστημιακές παραδόσεις στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Άλλωστε σε όλους δικηγόρους, φοιτητές νομικής, ερευνητές και πάσης φύσεως νομικούς επιστήμονες αφιερώνεται, με την ευχή να σταθεί βοήθημα στην προσπάθειά τους να εξοικειωθούν με μια πολύ δυσχερή νομική ύλη (την περιδιάβαση στην οποία αποσκοπεί να διευκολύνει το εν τέλει παρατιθέμενο λημματικό ευρετήριο).
Σελ. 11
Θέλω από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω θερμά τους εκλεκτούς καθηγητές Ποινικού Δικονομικού Δικαίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ.κ. Γρηγόριο Καλφέλη, Λάμπρο Μαργαρίτη και Αδάμ Παπαδαμάκη, και ιδιαίτερα τον κ. Γρηγόριο Καλφέλη, στην πολύτιμη ηθική και εξαιρετικά σημαντική επιστημονική στήριξη του οποίου πραγματικά οφείλεται σε τεράστιο βαθμό η ολοκλήρωση του παρόντος πονήματος. Και ασφαλώς, θερμές ευχαριστίες ανήκουν στις φιλόξενες εκδόσεις ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ και ειδικά στη φίλτατη κ. Λίλα Καρατζά για την αποδοχή του παρόντος για έκδοση. Πάνω από όλα ασφαλώς θέλω να ευχαριστήσω τον πατέρα μου Μιχαήλ, τη μητέρα μου Ειρήνη και τον αδερφό μου Μάρκο, που αποτέλεσαν και αποτελούν αστείρευτες πηγές έμπνευσης και ψυχικής ενίσχυσης σε όλη αυτήν την απαιτητική προσπάθεια.
Αθήνα, Δεκέμβριος 2020
Σάββας Ορφανός
Σελ. 17
Συντομογραφίες
ΑΠ Άρειος Πάγος
ΑΠΘ Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Βλ. βλέπε
Εδ. εδάφιο
ΔΕΕ Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΔΕΚ Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
ΔΕΥ Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις
ΔΟΥ Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία
ΔΠΔ Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
EAW European Arrest Warrant
ΕΔΔΑ Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
ΕΕ Ευρωπαϊκή Ένωση
ΕΕΣ Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης
ΕΚΑΧ Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα
επ. επόμενα
ΕΣΔΑ Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
EU European Union
ΕφΑθ Εφετείο Αθηνών
ΗΠΑ Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
κ.ά. και άλλα
ΚΔΠΔ Καταστατικό Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου
ΚΟΔ Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων
ΚΠΔ Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
ΚΠολΔ ΚΠολΔ
κτλ και τα λοιπά
λ.χ. λόγου χάρη
Ν Νόμος
ΝΔ Νομοθετικό Διάταγμα
n.c.n.p.s.l. nullum crimen nulla poena sine lege
Σελ. 18
ΟλΑΠ Ολομέλεια του Αρείου Πάγου
OLAF Office européen de lutte antifraude
ΟΗΕ Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών
Ο.Ο.Σ.Α. Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης
παρ. παράγραφος
περ. περίπτωση
ΠΚ Ποινικός Κώδικας
ΠοινΔικ Ποινική Δικαιοσύνη
ΠοινΛογ Ποινικός Λόγος
ΠοινΧρον Ποινικά Χρονικά
Πρβλ . παράβαλε
π.χ. παραδείγματος χάρη
Σ. Σύνταγμα
σελ. σελίδα
στοιχ. στοιχείο
ΣυμβΑΠ Συμβούλιο Αρείου Πάγου
ΣυμβΕφ Συμβούλιο Εφετών
ΣΕΕ Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση
ΣΛΕΕ Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΣτΕ Συμβούλιο της Επικρατείας
Υπερ Υπεράσπιση
υποσημ. υποσημείωση
ΧΘΔΕΕ Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων Ευρωπαϊκής Ένωσης
Σελ. 19
Εισαγωγή
H ενασχόληση της ΕΕ με το ποινικό δίκαιο στο βάθος του χρόνου, πέρασε από διαφορετικές και σημαντικές φάσεις. Αρχικά, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα επεδείκνυε τεράστια αδιαφορία για αυτό. Γιατί; Για τον απλούστατο λόγο ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα από την ίδρυσή της, ήταν ένας θεσμός με υπερκρατικό και υπερεθνικό οικονομικό χαρακτήρα. Το ποινικό δίκαιο , σε κάθε περίπτωση , όπως είναι γνωστό, είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από καθετί άλλο, ένα αμιγώς εθνικό δίκαιο. Ανέκαθεν ήταν «άμεσα και αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την κρατική εξουσία, η οποία είχε το μονοπώλιο της άσκησης ποινικής εξουσίας». Έτσι είχε διαμορφωθεί το σχήμα ότι «δε νοούνταν κρατική εξουσία χωρίς ποινική εξουσία, δηλαδή εξουσία δίωξης αξιόποινων πράξεων στα οποία το εκάστοτε κράτος είχε δικαιοδοσία».
Η ποινική καταστολή αποτελούσε ένα «κλασικό προνόμιο» του κράτους, στο οποίο ήταν ελάχιστοι οι περιορισμοί οι οποίοι μπορούσαν να τεθούν. Το διασυνοριακό έγκλημα , το οποίο εμφανίστηκε σταδιακά δεν έθετε υπό αμφισβήτηση, αλλά αντίθετα επιβεβαίωνε αυτήν την κρατούσα άποψη, αφού το κράτος, ασκώντας ισότιμα την κυριαρχία του, με τους ίδιους όρους έκανε διαπραγμάτευση, στα πλαίσια της διεθνούς συνεργασίας και των διεθνών σχέσεων, με τα άλλα κράτη για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου το οποίο έλαβε τεράστιες και ανησυχητικές διαστάσεις τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους των ΗΠΑ, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Πλέον, μετά και τα πρόσφατα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Βέλγιο και τη Γαλλία, καθίσταται προφανές ότι η «συνεχής επαγρύπνηση» όλων μας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων, είναι επιτακτικής σημασίας.
Ωστόσο, είναι εύλογη η επισήμανση ότι οι συνεχείς «μεταμορφώσεις» της ΕΕ προκάλεσαν αναπότρεπτες συνέπειες σε όλο το δίκαιο. Έτσι, ούτε το ποινικό δίκαιο δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από αυτές τις ραγδαίες αλλαγές. Η παραδοσιακή σκέψη ότι «δε νοείται κράτος χωρίς ποινική εξουσία και ποινική εξουσία χωρίς κράτος» έχει σε μεγάλο βαθμό αρχίσει πλέον να «διαβρώνεται» και να αναθεωρείται.
Επομένως, σε επίπεδο ΕΕ, όλοι οι παραδοσιακοί ορισμοί του δικαίου προσεγγίζονται με διαφορετικό τρόπο από ότι στο παρελθόν. Με αφορμή λοιπόν, τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, θεσπίστηκε η «απόφαση πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό
Σελ. 20
ένταλμα σύλληψης». Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ήρθε από την αρχή σε ρήξη με τις αρχές και τις φιλελεύθερες εγγυήσεις του ποινικού δικαίου, αποτελώντας ταυτόχρονα τη σύγχρονη οπτική της ποινικής καταστολής στην ΕΕ. Αντιπροσωπεύει, λοιπόν, τις σύγχρονες απόψεις της ΕΕ ως προς το πως θα πρέπει να ασκείται η ποινική καταστολή, αλλά και ως προς το νόημα και τη λειτουργία αυτής.
Όμως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ΕΕ αντιμετωπίζει το μεγάλο πρόβλημα του λεγόμενου «δημοκρατικού ελλείμματος», το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται (σε μικρότερο βέβαια βαθμό) ακόμη και σήμερα , δηλαδή μετά την καθοριστικής σημασίας «Μεταρρυθμιστική Συνθήκη» της Λισαβόνας, οπότε η ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν την άσκηση ποινικής εξουσίας με «νομικά εργαλεία» τέτοιας φύσης πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα και περίσσεια σύνεση από το νομικό κόσμο.
Με την ανά χείρας μελέτη, γίνεται μια προσπάθεια σκιαγράφησης της εν λόγω απόφασης πλαίσιο και μια εκτενής ανάλυση του αντίστοιχου ελληνικού νόμου μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη (Ν 3251/2004), με μια κριτική προσέγγιση στα βασικότερα ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου ζητήματα που αναφύονται από τη λειτουργία τους, αλλά και στη νομολογιακή αντιμετώπισή τους. Στην ανάλυση που θα ακολουθήσει ασφαλώς θα έχουμε ως κύριο προσανατολισμό μας τους κινδύνους που εν προκειμένω ελλοχεύουν για τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, το κράτος δικαίου, αλλά και την ίδια την άσκηση κρατικής εξουσίας. Όλα αυτά, ειδικά σήμερα, μετά τα όσα τραγικά διαδραματίζονται σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, κινδυνεύουν όσο ποτέ άλλοτε. Καταληκτικά λοιπόν, ο γράφων θα καταθέτει τους προβληματισμούς και τις προτάσεις του για το πώς θα αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που παραμονεύουν από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κάθε περίπτωση που αυτοί ανακύπτουν.
Σελ. 21
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η απόφαση πλαίσιο για το ΕΕΣ
Η απόφαση πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (στο εξής ΕΕΣ) έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα ότι αποτελεί την «αιχμή του δόρατος στον τομέα της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις», ενώ το ένταλμα αυτό παράλληλα αποτελεί ίσως το σημαντικότερο θεσμό στον ευρύτερο χώρο του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου. Όταν όμως κάνουμε λόγο για «ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο»,,, τι ακριβώς εννοούμε; Με τον όρο αυτό προφανώς δεν
Σελ. 22
εννοούμε την ύπαρξη ενός ενιαίου ευρωπαϊκού κειμένου στο οποίο θα τυποποιούνται οι αξιόποινες πράξεις και οι νομοτυπικές μορφές τους.
Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε με μια ευρεία έννοια στην οποία εντάσσονται όλες εκείνες οι διατάξεις που προέρχονται τόσο από το κοινοτικό όσο και από το ενωσιακό δίκαιο, όσο και από το δίκαιο που παράγεται στο πλαίσιο λειτουργίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό το εκάστοτε εθνικό, δικονομικό και ουσιαστικό ποινικό δίκαιο. Αυτή η τεράστια επιρροή του «ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου» (ειδικότερα του ΕΕΣ) στα εθνικά συστήματα, προκαλούσε και εξακολουθεί να προκαλεί αρκετές επιφυλάξεις και αντιρρήσεις στο νομικό κόσμο.
Ι. Η δικαστική συνεργασία των κρατών μελών και η εναρμόνιση ποινικού δικαίου στην ΕΕ
Η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη προσπάθεια «διεθνοποίησης του ποινικού δικαίου» έγινε με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διεθνής συνεργασία των κρατών για την αντιμετώπιση εγκλημάτων με διεθνικό, διασυνοριακό χαρακτήρα ήταν επιβεβλημένη. Το οργανωμένο έγκλημα, η διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών κτλ απασχόλησαν πολύ τον ΟΗΕ, ενώ πολλές διεθνείς συμβάσεις συνήφθησαν για την αντιμετώπιση αυτών των μορφών βαριάς εγκληματικότητας. Σημαντικότατη σε διεθνές επίπεδο ήταν η ίδρυση του Διαρκούς Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου με τη Σύμβαση της Ρώμης το 1998, το οποίο με βάση την «αρχή της συμπληρωματικότητας», έρχεται σε ένα δεύτερο επίπεδο να συμπληρώσει το έργο που ασκείται στα
Σελ. 23
εθνικά δικαστήρια, προκειμένου να μη μείνουν ατιμώρητες σοβαρές εγκληματικές συμπεριφορές με διεθνή χαρακτήρα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διεθνής εγκληματικότητα και κυρίως το οργανωμένο έγκλημα, προκάλεσε το μεγάλο ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών κρατών πολύ πριν την ίδρυση της ΕΕ Η Συνθήκη για την ΕΕ, δηλαδή η Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992, και αργότερα η Συνθήκη του Άμστερνταμ, του 1996, δημιούργησαν το «πρόσφορο έδαφος» για μια αποτελεσματική δικαστική συνεργασία στο πεδίο της αντιμετώπισης της οργανωμένης εγκληματικότητας.
Προφανώς όμως «το άνοιγμα των συνόρων, η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των κεφαλαίων και των υπηρεσιών, η διεύρυνση των μορφών συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, η ραγδαία ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου», πέρα από τα σαφή πλεονεκτήματα που είχαν,
Σελ. 24
βοήθησαν πολύ στην περαιτέρω ανάπτυξη της διασυνοριακής εγκληματικότητας. Είναι αναμφίβολο ότι το γεγονός αυτό δημιούργησε σε πολύ μεγάλο βαθμό την ανάγκη για μια αποτελεσματική προσπάθεια εναρμόνισης, του ποινικού δικαίου μεταξύ των κρατών μελών, αλλά και για τη βελτίωση του επιπέδου της συνεργασίας τους στο πεδίο της αντιμετώπισης αυτού του είδους σοβαρής εγκληματικότητας.
Η σημαντικότερη ίσως προσπάθεια που έγινε σε επίπεδο ΕΕ για την εναρμόνιση του ποινικού δικαίου άλλα και ίσως το «πιο προχωρημένο εγχείρημα παρέμβασής της στον ποινικό χώρο», είναι το Corpus Juris Penalis,,,
Σελ. 25
δηλαδή η πρόταση της Επιτροπής «για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Οι συμφωνίες έκδοσης μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ αποτέλεσαν μια σοβαρή δοκιμασία και «αποκάλυψη» ταυτόχρονα για την προοπτική της ΕΕ στο χώρο του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, αξίζει να τονιστεί ότι ένα από τα πρώτα και πιο σημαντικά βήματα για την επίτευξη της συνεργασίας μεταξύ των κρατών για την αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας ήταν η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομίας (Europol).
Οι τροποποιήσεις της Συνθήκης του Άμστερνταμ και η προσπάθεια της ΕΕ για δημιουργία ενός «χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» εντός αυτής, έδωσαν μια ακόμη μεγαλύτερη ώθηση ως προς την «κατεύθυνση προσέγγισης των ποινικών νομοθεσιών» και την ανάπτυξη κοινής πορείας
Σελ. 26
στο επίπεδο της αστυνομικής και της δικαστικής συνεργασίας στο χώρο της ΕΕ Η χρησιμοποίηση του όρου «χώρος» (area, Raum), σύμφωνα με μια άποψη, σαφώς υποδηλώνει έναν «ενιαίο υπό νομική έννοια χώρο που περιλαμβάνει το έδαφος όλων των κρατών μελών».
Η κατάρρευση λοιπόν, των εσωτερικών συνόρων μεταξύ των κρατών μελών οδηγεί αναπόφευκτα στη θέση νέων εξωτερικών συνόρων, που διαχωρίζουν όσους είναι εντός του «χώρου» από αυτούς που βρίσκονται εκτός αυτού. Οι τρεις θεμελιώδεις έννοιες, ήτοι η «ελευθερία» (freedom, Freiheit), η «ασφάλεια» (security, Sicherheit) και η «δικαιοσύνη» (justice, Recht) παραπέμπουν ευθέως στα «πρωταρχικά καθήκοντα κάθε σύγχρονου κράτους δικαίου», ενώ η πρώτη απόπειρα προσδιορισμού του πολιτικού και νομικού τους περιεχομένου έγινε από τα ίδια τα όργανα της ΕΕ μέσω του «Προγράμματος Δράσης της Βιέννης» της 3.12.1998.
Πάντως, αξιοσημείωτο είναι ότι εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς τη νομιμότητα της λειτουργίας της Europol. Εκτός από τη Europol, και η OLAF («Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης») ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα για την επίτευξη των μεγαλεπήβολων στόχων της ΕΕ Η OLAF ιδρύθηκε το 1999 και ως διοικητικό όργανο που είναι, στόχος της είναι η «καταπολέμηση της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ».
Σελ. 27
Ακόμη, το Συμβούλιο του Τάμπερε του Οκτωβρίου του 1999, κατέληξε σε εποικοδομητικά και πολύ σημαντικά συμπεράσματα, τα οποία αποτελούν τη «βάση για τις όποιες προσπάθειες γίνονταν και εξακολουθούν να γίνονται από την ΕΕ στο χώρο του Ποινικού Δικαίου». Πολύ σημαντική είναι και η «απόφαση πλαίσιο για την τρομοκρατία, τη διακίνηση ναρκωτικών, την εμπορία ανθρώπων, τη σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και την παιδική πορνογραφία κ.ά.», η οποία αποτέλεσε μια πολύ σημαντική παρέμβαση της ΕΕ για τη θέσπιση συγκεκριμένων εθνικών ποινικών διατάξεων που αφορούν την ομοιόμορφη αντιμετώπιση της οργανωμένης εγκληματικότητας.
Σελ. 28
Στη συνέχεια, ιδρύθηκε η Eurojust,, η οποία ήρθε να συμπληρώσει και να κάνει πιο αποτελεσματικό το έργο της Europol. Έργο της είναι ουσιαστικά ο «συντονισμός των εθνικών εισαγγελικών αρχών για τη δίωξη όλων των εγκλημάτων που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Europol». Αξίζει να τονιστεί ότι εκφράστηκαν και για την Eurojust αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα λειτουργίας της. Μετά την ίδρυση της Eurojust, ακολούθησε η επίμαχη «απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου (13.6.2002) για το ΕΕΣ και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών», η οποία οδήγησε σε μια νέα βάση, ένα νέο δρόμο τη συνεργασία των κρατών μελών στο πεδίο του θεσμού της έκδοσης.
Η εν λόγω απόφαση πλαίσιο κάνει λόγο για διαδικασίες «παράδοσης» ανάμεσα στα κράτη μέλη. Μολαταύτα, έχουμε να κάνουμε ουσιαστικά με «έκδοση, με όλες ανεξαιρέτως τις εγγυήσεις που πρέπει οπωσδήποτε χωρίς εκπτώσεις να τη θωρακίζουν», για τους λόγους που στη συνέχεια θα εξηγηθούν. Ως «νομικό εργαλείο» για τη θέσπιση αυτής της σημαντικής απόφασης πλαίσιο, αξιοποιήθηκαν τα άρθρα 34 παρ. 2 β΄, δ΄ και 31 παρ. 1 α΄ της ΣΕΕ. Οι ρυθμίσεις της απεικονίζουν ξεκάθαρα την «εξελισσόμενη πορεία προς την εναρμόνιση του ποινικού δικαίου στην ΕΕ». Αυτή η απόφαση πλαίσιο λοιπόν, προκάλεσε προφανώς αρκετές και εύλογες ανησυχίες για «το κράτος δικαίου και τα κεκτημένα του», όπως έχει ήδη αναφερθεί.
Εν τέλει, για «τη δικαστική συνεργασία και την εναρμόνιση των ποινικών κανόνων», αξίζει να τονιστεί ότι η Συνθήκη της Νίκαιας, η οποία προσάρμοσε τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ στα δεδομένα της τότε εποχής, δεν
Σελ. 29
επέφερε κάποιες σημαντικές αλλάγες σε θεσμούς και τομείς που επηρέαζαν άμεσα το «ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο», σε αντίθεση με την τεράστιας σημασίας Συνθήκη της Λισαβόνας,, που είναι ευρέως γνωστή και ως «Μεταρρυθμιστική Συνθήκη», η οποία επέφερε «κοσμογονικές» αλλαγές στα πλαίσια λειτουργίας της ΕΕ, και κυρίως στα πλαίσια λειτουργίας του «ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου» που εν προκειμένω μας αφορά άμεσα. Για τις σημαντικές αυτές αλλαγές θα γίνει λόγος στη συνέχεια στον οικείο τόπο.
ΙΙ.Ο θεσμός της έκδοσης
Σε αυτό το σημείο θα ήταν σημαντικό και χρήσιμο να σκιαγραφηθεί ο θεσμός της έκδοσης. Ο θεσμός αυτός υπάρχει από πολύ παλιά. Ειδικά στην Ελλάδα, πολύ γνωστό είναι το παράδειγμα του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, του Ρήγα Φερραίου, ο οποίος «παραδόθηκε» μαζί με άλλους 7 συντρόφους του ως «συνωμότης» από τις αυστριακές αρχές στις αρχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας λόγω πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων και σκοπιμοτήτων, ενώ δεν ετίθετο ούτε καν ζήτημα αξιοποίνου στην αυστριακή νομοθεσία.
Σελ. 30
«Ιδιαίτερο λόγο παράδοσης» αποτέλεσε το γεγονός ότι στην ουσία επρόκειτο για «πολιτικό έγκλημα». Έτσι, «οι σιδηροδέσμιοι παραδοθέντες στραγγαλίστηκαν με μεγάλη μυστικότητα, χωρίς καμία δίκη, χωρίς καμία διαδικασία. Αυτό το γεγονός καταδεικνύει ότι ο θεσμός αυτός αποτελεί μια τεράστια μορφή παρέμβασης για τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και κυρίως για την προσωπική του ελευθερία». Το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση από κάποιο κράτος βρίσκεται σε «πολύ ευάλωτη θέση και έτσι πρέπει να θωρακίζεται με εγγυήσεις, έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε πιθανότητα να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό αντικείμενο μιας συνοπτικής διαδικασίας».
Αρχικά, η έκδοση αφορούσε αποκλειστικά την εκτελεστική εξουσία , ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε καμία διάταξη ή διεθνής συνθήκη που να ορίζει κάποιες προϋποθέσεις ή κάποια διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Λόγω της έλλειψης κάποιας συμφωνίας, τα κράτη πολλές φορές έκαναν μονομερείς ενέργειες, κάτι που προφανώς ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την αρχή της «εθνικής κυριαρχίας» και της «εδαφικής ακεραιότητας (εδαφικότητας- Territorialitätsprinzip)», οι οποίες απαγορεύουν στα άλλα κράτη να παρεμβαίνουν χωρίς τη συναίνεσή τους σε ζητήματα που άπτονται των δύο αυτών αρχών.
Στην πορεία του χρόνου όμως, ο θεσμός της έκδοσης εντάχθηκε σε διεθνή και εσωτερικά νομικά κείμενα, προσδιορίστηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της και πλέον τα δικαστήρια είχαν τη δικαιοδοσία να ελέγχουν τη συνδρομή των προϋποθέσεών της, κάτι που ήταν και εξακολουθεί να είναι πολύ σημαντικό για τον εκζητούμενο, γιατί «αυτός σταμάτησε να έχει παθητικό ρόλο στην όλη διαδικασία και του αναγνωρίστηκε η ιδιότητα του διαδίκου, σε μια διαδικασία που αφορά κυρίως αυτόν».
Η πρώτη πολυμερής σύμβαση για την έκδοση ήταν εκείνη των ΗΠΑ του 1933, ακολούθησε η Αραβική Συμφωνία Έκδοσης του 1952, μετά η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Έκδοση του 1957 κτλ. Ωστόσο, πέραν αυτών, διατάξεις για την έκδοση εντάχθηκαν και σε άλλες διεθνείς συμβάσεις, όπως η πολύ γνωστή Σύμβαση του ΟΗΕ «για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών» του 1988, αλλά και η Σύμβαση του ΟΗΕ «για το διεθνές οργανωμένο
Σελ. 31
έγκλημα» (ή αλλιώς γνωστή ως «Σύμβαση του Παλέρμο», 12-15 Δεκεμβρίου 2000), το άρθρο 16 της οποίας σχεδιάστηκε στη βάση της Σύμβασης του 1988.
Σε ενωσιακό επίπεδο, υπήρξαν πολύ σημαντικές πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις, ενώ σημαντικότερη από αυτές είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης, του 1957,. Αργότερα, στις 10.3.1995 συνήφθη η Σύμβαση «για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών» και στις 27.9.1996 η Σύμβαση «για την έκδοση των κρατών μελών της ΕΕ». Διατάξεις για την έκδοση περιλαμβάνουν και η ευρωπαϊκή Σύμβαση «για την καταστολή της τρομοκρατίας» της 27.1.1977, η Σύμβαση Schengen της 14.5.1985, η Σύμβαση «για την εφαρμογή της Σύμβασης Schengen» της 19.6.1990, αλλά και η Σύμβαση «για την ίδρυση της Europol» της 26.7.1995.
Σελ. 32
Επιπρόσθετα, υπάρχουν και πολλές διμερείς συμβάσεις που αφορούν την έκδοση, ενώ προφανώς πλέον σχετικές διατάξεις για αυτόν το θεσμό περιλαμβάνονται και στις εσωτερικές νομοθεσίες, και αυτές εφαρμόζονται επικουρικά. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αν δεν είναι εφικτό να εφαρμοστεί τίποτα από όλα αυτά σε κάποια περίπτωση, τότε εφαρμόζονται «οι γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου» και η «αρχή της αμοιβαιότητας».
ΙΙΙ.Τo «νομικό εργαλείο» της απόφασης πλαίσιο μέχρι και σήμερα
Η απόφαση πλαίσιο, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί ένα «νομικό εργαλείο», το οποίο προβλέφθηκε για πρώτη φορά στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, για την επίτευξη των στόχων του τότε Γ΄ πυλώνα. Σύμφωνα με τη διατύπωση που είχε τότε το άρθρο 34 παρ. 2 εδ. β΄ στοιχ. β΄ ΣΕΕ, υπήρχε η δυνατότητα των κρατών μελών να υιοθετούν αποφάσεις πλαίσιο για την «προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεών τους». Οι αποφάσεις πλαίσιο λοιπόν «δεσμεύουν τα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών την επιλογή του τύπου και των μέσων επίτευξης του εν λόγω αποτελέσματος», ομοιάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο με τις οδηγίες του κοινοτικού δικαίου, και κατά ρητή επιταγή «δεν παράγουν ποτέ άμεσο αποτέλεσμα».
