Η ΝΟΜΙΜΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Τροχαία ατυχήματα
Ιατρική αμέλεια
Μέτρα ασφαλείας εργοδοτών
Ο αιτιώδης σύνδεσμος και η απόδειξή του στην ποινική δίκη
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 264
- ISBN: 978-618-08-0616-8
Στη θεωρία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς συναντώνται ζητήματα σχεδόν από όλο το Γενικό Μέρος του Ποινικού Δικαίου, όπως, κυρίως, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος, όχι μόνον στο εξ αμελείας αλλά και στο εκ δόλου τελούμενο έγκλημα, η υπερκατηγορία του αντικειμενικού καταλογισμού και οι επιμέρους θεωρίες της, η διάκριση μεταξύ εγκλήματος ενέργειας και εγκλήματος παράλειψης και η επίδρασή της στην βεβαιότητα που πρέπει να υπάρχει ως προς την αποτροπή ενός βλαπτικού αποτελέσματος, αν θεωρηθεί ελλείπουσα η αντίστοιχη ενέργεια/παράλειψη.
Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να απαντήσει σε ερωτήματα, όπως το αν θα πρέπει να αποκλεισθούν ολοσχερώς από την κρίση για τον καταλογισμό βλαπτικών αποτελεσμάτων υποθετικές αιτιώδεις διαδρομές, όπως, επίσης, ποια θα πρέπει να είναι η «τύχη» ενός υπερασπιστικού ισχυρισμού θεμελιωμένου στη θεωρία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα ζήτημα με πρακτικό ενδιαφέρον, κυρίως στο πλαίσιο της εξ αμελείας ευθύνης επί τροχαίων ατυχημάτων, ιατρικών σφαλμάτων και μέτρων ασφαλείας εργοδοτών. Ταυτόχρονα, η εφαρμογή της θεωρίας της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς μπορεί να αποδώσει καρπούς και σε επιμέρους εγκλήματα του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Δικαίου.
1. Η προβληματική στην ελληνική νομολογία 5
1.1. Η υπόρρητη εφαρμογή της θεωρίας της νόμιμης εναλλακτικής
συμπεριφοράς από τον Άρειο Πάγο 5
α) Ως ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος 9
β) Ως ζήτημα της «δυνατότητας αποφυγής του αποτελέσματος» 14
γ) Και μια αξιοποίησή της από την εποχή του κορωνοϊού 17
2. Η προβληματική στην γερμανική νομολογία 19
2.1. Η θρυλική «υπόθεση του ποδηλάτη»… 19
2.2. Η «υπόθεση της νοβοκαΐνης» 25
2.3. Η «υπόθεση των αιγοτριχών» 26
2.4. Η «υπόθεση του φαρμακοποιού» 27
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗΣ 31
1. Αιτιότητα «εν στενή εννοία» 31
1.1. Η τοποθέτηση της Συμεωνίδου-Καστανίδου 31
1.2. Η τοποθέτηση του Κατσαντώνη 35
2. Όμορες απόψεις στην παλαιότερη γερμανική θεωρία 38
2.1. Η τοποθέτηση του Spendel 38
2.2. Η τοποθέτηση του Binavince 40
3. Διαζευκτική (πολλαπλή) αιτιότητα (Η τοποθέτηση της Puppe) 42
3.1. Γενικά περί της αιτιώδους εξήγησης του αποτελέσματος 42
3.3. Κριτική-πρακτικές συνέπειες της αποδοχής της άποψης της Puppe 51
3.4. Η (όψιμη) τοποθέτηση του Jakobs 59
4. Αιτιότητα «εν ευρεία εννοία» 62
4.1. Η τοποθέτηση του Ανδρουλάκη 62
4.2. Η τοποθέτηση του Παρασκευόπουλου 64
4.3. Η τοποθέτηση της Καϊάφα-Γκμπάντι 65
5. Μετατόπιση της προβληματικής στο υποκειμενικό πεδίο 67
5.1. Η τοποθέτηση των Struensee-Kindhäuser 67
α) Ειδικές γνώσεις του δράστη; (Ειδικότερα σε μια παραλλαγή
της «υπόθεσης του ποδηλάτη») 69
β) Νόμιμη εναλλακτική συμπεριφορά και εκ δόλου τελούμενο έγκλημα 72
γ) Νόμιμη εναλλακτική συμπεριφορά και λόγοι άρσης του αδίκου 75
1. Γενικά περί της δυνατότητας αποφυγής του αποτελέσματος 79
2. Η δυνατότητα αποφυγής του αποτελέσματος ως στοιχείο της α.υ.
του εγκλήματος 84
2.1. Η τοποθέτηση του Kahrs 84
2.2. Η τοποθέτηση του Ulsenheimer 86
3. Άδικο της συμπεριφοράς και άδικο του αποτελέσματος
(Η τοποθέτηση των Frisch και Zielinski) 87
4. Διάκριση μεταξύ γενικής και ειδικής δυνατότητας αποφυγής
του αποτελέσματος (Ο πρώιμος Jakobs) 90
6. Η δυνατότητα αποφυγής του αποτελέσματος ως λόγος
αποκλεισμού της ενοχής 96
Η ΝΟΜΙΜΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ 101
1. Επιτρεπόμενη διακινδύνευση 101
3. Αρχή της ιδίας υπευθυνότητας 112
4. Προστατευτικός σκοπός του κανόνα Δικαίου 117
6. Η διατύπωση από τον Roxin της θεωρίας της επίτασης του κινδύνου 123
7. Οι απόψεις των υποστηρικτών της θεωρίας
της επίτασης του κινδύνου 127
7.1. Η τοποθέτηση του Wolter 127
7.2. Η τοποθέτηση του Ranft 128
7.3. Η τοποθέτηση του Stratenwerth 130
7.4. Η τοποθέτηση του Schünemann 133
8. Κριτική της θεωρίας της επίτασης του κινδύνου 135
9. Το «άνοιγμα» της Puppe προς την θεωρία της επίτασης του κινδύνου 138
10. Ο «τρίτος δρόμος» της Martínez Escamilla και η αντίκρουσή του 141
12. Η εξέλιξη της θεωρίας της κανονιστικής αντιστοιχίας από τον Erb 147
1.1. Κριτήρια διάκρισης της ενέργειας από την παράλειψη 154
1.2. Η (υποθετική) αιτιότητα της παράλειψης 157
1.3. Το πρόβλημα στην διακοπή μιας σωστικής αιτιώδους διαδρομής 162
2. Υποθετικές αιτιώδεις διαδρομές και εύρος προστασίας
των εννόμων αγαθών 165
2.1. Η θέση της προβληματικής στην γερμανική νομολογία 171
2.2. Η θέση της προβληματικής στην ποινική θεωρία 174
β) Η τοποθέτηση του Arthur Kaufmann 177
γ) Η τοποθέτηση του Samson 178
1. Μοίρα, τυχαιότητα και Ποινικό Δίκαιο 187
2. Τυχαιότητα και εξ αμελείας έγκλημα 189
2.2. Η νόμιμη εναλλακτική συμπεριφορά ως ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου 194
α) Omnimodo facturus, ψυχική συνέργεια 201
β) Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ψευδούς παράστασης, πλάνης
και περιουσιακής διάθεσης επί απάτης 202
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σε ένα πρώτο άκουσμα, ο ίδιος ο τίτλος της θεωρίας της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς δεν είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικός και μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε κάποιο στρυφνό κεφάλαιο της ποινικής δογματικής, χωρίς ή με σπάνιο πρακτικό ενδιαφέρον. Όμως, ακόμη και με μια αδρομερή επεξήγησή της, όχι μόνο οι νομικοί αλλά και μη εξοικειωμένοι με τα νομικά άνθρωποι θα προβληματιστούν ως προς το ότι εν προκειμένω σημειώνεται μια απόκλιση από έναν τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας, ο οποίος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατεστημένος. Ήδη στην φυσική (καθημερινή) γλώσσα γίνεται συχνά λόγος για γεγονότα (συμβάντα) που δεν υπήρξαν «αιτίες» αλλά απλώς «αφορμές» για κάποιο περαιτέρω γεγονός (αποτέλεσμα), αντιδιαστολή που μπορεί να συνδεθεί με την κατηγορία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς, υπό την έννοια ότι και εδώ ενδιαφέρον αποκτά το πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η συγκεκριμένη συμπεριφορά ενός δρώντος.
Οι νομικοί δεν έχουν παρά να διατρέξουν την ποινική νομολογία του Αρείου Πάγου, για να διαπιστώσουν ότι η προβληματική της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς δεν είναι ουρανοκατέβατη αλλά τίθεται υπορρήτως και σποραδικώς κατά τον αναιρετικό έλεγχο καταδικαστικών αποφάσεων, ως επί το πλείστον επί τροχαίων ατυχημάτων. Επί παραδείγματι, με την πρόσφατη ΑΠ 83/2022 το Ακυρωτικό αναίρεσε λόγω έλλειψης αιτιολογίας την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο, Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Δήμου και υπεύθυνο για την συντήρηση οδικών έργων, απόφαση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, στον οποίο είχε αποδοθεί η κατηγορία ότι παρέλειψε, όπως όφειλε και μπορούσε, να παραγγείλει την τοποθέτηση στηθαίων ασφα-
Σελ. 2
λείας λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οδού και της σφοδρής πιθανότητας εκτροπής των αυτοκινήτων, ειδικά κατά τις βραδινές ώρες, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό της οδηγού, η οποία κινούμενη επί της οδού έχασε τον έλεγχο του οχήματός της και εξετράπη της πορείας της, με αποτέλεσμα αρχικά να προσκρούσει και να κάμψει μεταλλικό σωλήνα σήματος, να εξέλθει του οδοστρώματος, να διανύσει τροχιά και να προσκρούσει σε τοιχίο - εξώστη οικίας, με συνέπεια την πτώση του οχήματός της στο διάκενο μεταξύ οδοστρώματος και της παρακείμενης οικίας, όπου η ίδια καταπλακώθηκε από αυτό και τραυματίστηκε θανάσιμα συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, ενώ, σύμφωνα με την εφετειακή απόφαση ο θάνατός της θα είχε αποτραπεί αν ο κατηγορούμενος είχε λάβει έγκαιρα τα προαναφερθέντα μέτρα.
Η έλλειψη αιτιολογίας που εντόπισε το Ακυρωτικό συνίστατο, μεταξύ άλλων, στην απουσία από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικών περιστατικών που να στοιχειοθετούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς παράλειψης του κατηγορουμένου και του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού της οδηγού, και συγκεκριμένα «…αν και το δικαστήριο δέχεται ότι η ως άνω θανούσα έβαινε με την υπερβολική, για τις συγκεκριμένες συνθήκες της οδού, ταχύτητα των 71 χ/ω, ήτοι υπερδιπλάσια του ανωτάτου επιτρεπομένου, στο σημείο του ατυχήματος, ορίου ταχύτητας των 30 χ/ω, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο της οδήγησης του αυτοκινήτου της και να εκτραπεί της πορείας της…[…], δεν αιτιολογεί, με παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, τον λόγο για τον οποίο η τοποθέτηση προστατευτικών στηθαίων, θα ήταν ικανή να συγκρατήσει τούτο, ώστε να μην εξέλθει του οδοστρώματος…».
Επομένως το Ακυρωτικό, χωρίς να την κατονομάζει ή έστω να την περιγράφει στοιχειωδώς, εφάρμοσε εν προκειμένω την θεωρία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς, στο μέτρο που δεν αρκέστηκε, για την θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς (παράλειψης) και αποτελέσματος, στην παραβίαση εκ μέρους του δράστη του καθήκοντος επιμέλειάς του, αλλά αξίωσε επιπρόσθετα την αιτιολόγηση μιας ούτως ειπείν in concreto «αποτελεσματικότητας» του παραλειφθέντος μέτρου ασφαλείας, ενόψει και της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει το θύμα.
Σελ. 3
Η θεωρία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς τυγχάνει πλέον αυτοτελούς αναφοράς σε έργα του Γενικού Μέρους του Ποινικού Δικαίου στην ημεδαπή ποινική επιστήμη, χωρίς, όμως, να έχει αποκρυσταλλωθεί μια αδιαμφισβήτη θέση της στην δογματική του εγκλήματος, αφού μερίδα της θεωρίας την προσεγγίζει υπό το πρίσμα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ (μη επιμελούς) συμπεριφοράς και αποτελέσματος, ενώ σύμφωνα με άλλους θεωρητικούς στις συζητούμενες περιπτώσεις ο αιτιώδης σύνδεσμος είναι δεδομένος και είναι επιβεβλημένη η ένταξη της προβληματικής στο πλαίσιο της θεωρίας του αντικειμενικού καταλογισμού.
Η παρούσα μονογραφία φιλοδοξεί, λοιπόν, να εμπλουτίσει την συζήτηση στην ελληνική βιβλιογραφία, επιχειρώντας να δώσει απάντηση σε μια σειρά από ερωτήματα που τίθενται από την προβληματική της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς, τα οποία συνάπτονται με κεφαλαιώδη ζητήματα όχι μόνον της διδασκαλίας για το εξ αμελείας έγκλημα αλλά εν γένει της ποινικής δογματικής. Αμέσως πιο πάνω σημειώθηκε ότι για την αντιμετώπιση της προβληματικής αντιμάχονται κατά βάση δύο «στρατόπεδα»: Στην μία όχθη τοποθετούνται οι υπέρμαχοι των θεωριών της αιτιότητας, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η επίλυσή της δεν χρήζει αναγωγής σε δογματικές κατηγορίες πέραν της αιτιότητας, ενώ στην αντίπερα όχθη τοποθετούνται οι θιασώτες θεωριών, οι οποίες αναπτύχθηκαν ακριβώς στο έδαφος της σκέψης ότι το πότε ένα αξιόποινο αποτέλεσμα αποτελεί έργο του δράστη και μπορεί να συνδεθεί προσωπικά με αυτόν προϋποθέτει αξιολογήσεις σε ένα, περαιτέρω, κανονιστικό επίπεδο.
Ωστόσο η πραγμάτευση της προβληματικής είναι συνυφασμένη και με άλλες πτυχές του ποινικού δόγματος, τις οποίες μπορούμε να σκιαγραφήσουμε ήδη σε αυτό το σημείο: Πρέπει να εξαιρεθούν συλλήβδην από την κρίση για τον καταλογισμό αποτελεσμάτων υποθετικές αιτιώδεις διαδρομές, όπως γίνεται δεκτό στο πλαίσιο της παραδοσιακής διδασκαλίας, με κύριο επιχείρημα ότι
Σελ. 4
διαφορετικά ανοίγει η «κερκόπορτα» της απώλειας της κανονιστικής εγγύησης θεμελιωδών εννόμων αγαθών (λ.χ. ζωής, σωματικής ακεραιότητας); Η προβληματική της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς είναι το μοναδικό πεδίο στο οποίο αναφύεται το ζήτημα των υποθετικών αιτιωδών διαδρομών ή το ζήτημα αυτό αφορά εν γένει βασικούς θεσμούς του ποινικού δόγματος, όπως λ.χ. την θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου στα εγκλήματα αποτελέσματος μη γνήσιας παράλειψης;
Περαιτέρω, για να οδηγηθεί ένα Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της θεωρίας της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς, στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για το αποδιδόμενο σε αυτόν (συνήθως εξ αμελείας) έγκλημα, είναι αρκετή η απλή αναφορά, εν είδει επωδού, ότι το αποτέλεσμα θα είχε επέλθει, ακόμη κι αν ο κατηγορούμενος είχε συμμορφωθεί προς το καθήκον επιμέλειάς του ή θα πρέπει να προσδιορίζεται ειδικότερα ο βαθμός της βεβαιότητας (βεβαιότητα, μεγάλη βεβαιότητα, βεβαιότητα μετά πιθανότητας εγγίζουσας τα όρια της βεβαιότητας;).
Τα προηγούμενα ερωτήματα είναι ικανά για να αναδείξουν την πολυμέρεια της προβληματικής της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς, η οποία περνά (συνειδητά;) απαρατήρητη στην ελληνική ποινική νομολογία, μολονότι αφορά ένα κατ’ εξοχήν πρακτικό ζήτημα, και δη αυτό της θεμελίωσης του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος.
Σελ. 5
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
1. Η προβληματική στην ελληνική νομολογία
1.1. Η υπόρρητη εφαρμογή της θεωρίας της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς από τον Άρειο Πάγο
Στην ελληνική νομολογία η προβληματική της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς δεν έχει βρει αφενός ρητώς εκπεφρασμένη αφετέρου σταθερή θέση σε κάποια δογματική βαθμίδα της δόμησης του εγκλήματος. Ο Χαραλαμπάκης είχε επισημάνει πριν από τριάντα και πλέον έτη την έλλειψη ενότητας στην νομολογιακή αντιμετώπιση της προβληματικής, άλλοτε μεν ως ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου και άλλοτε ως ζήτημα της υπαιτιότητας (νοούμενης ως «δυνατότητας αποφυγής του αποτελέσματος»), την οποία αποδίδει στην διαφοροποιούμενη ανά συγκεκριμένη περίπτωση ηθικοκοινωνική αξιολόγηση.
Συνήθως η συζητούμενη προβληματική υποφώσκει σε καταδικαστικές αποφάσεις επί τροχαίων ατυχημάτων (για εξ αμελείας ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη), τις οποίες αναιρεί ο Άρειος Πάγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι σε αυτές δεν διευκρινίζεται η συγκεκριμένη μειωμένη ταχύτητα, με την οποία θα έπρεπε να κινείται ο κατηγορούμενος, για να επιτύχει αποτελεσματική πέδηση και για να αποφύγει το αποτέλεσμα, μη αρκούσης της γενικής αναφοράς ότι ο κατηγορούμενος είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπομένης, λ.χ. ταχύτητα 90 χλμ/ώρα αντί της προβλεπομένης ταχύτητας των 80 χλμ/ώρα.
Ενίοτε, πάντως, η (μη) δυνατότητα αποφυγής του αποτελέσματος αναδεικνύεται στην νομολογία του Αρείου Πάγου ως λόγος αναίρεσης απαλλακτικής κρί-
Σελ. 6
σης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Επί παραδείγματι, με το ΣυμβΑΠ 1267/1998 κρίθηκε αναιτιολόγητη η απαλλαγή του οδηγού φορτηγού που συγκρούστηκε με ΙΧ αυτοκίνητο, αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφερόταν με πληρότητα αν κάτω από τις συγκεκριμένες εκείνες συνθήκες που έλαβε χώρα το δυστύχημα, δικαιολογείτο πλήρης ή μερική αδυναμία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να ακινητοποιήσει, αμέσως ή σε ποια απόσταση, το όχημά του, καθώς, επίσης, και αν το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται και στην εν λόγω παράσυρση ή αυτό θα επερχόταν ανεξαρτήτως αυτής.
Στο παραπάνω αρεοπαγιτικό βούλευμα, βεβαίως, δεν εξετάζεται καν το σύννομον της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (αν λ.χ. έβαινε με κανονική ταχύτητα), αλλά εμμέσως υιοθετείται η άποψη ότι η σύννομη ταχύτητα δεν άγει αυτομάτως στην απαλλαγή του οδηγού, διότι «δεν αρκεί [...] γενικώς η επίδειξη επιμελούς συμπεριφοράς για να αποκλεισθεί εκ των προτέρων κάθε ποινική ευθύνη για το εξ αμελείας επελθόν αποτέλεσμα… [αλλά]….είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται in concreto ότι κατεβλήθη υπό τις δεδομένες περιστάσεις η οφειλόμενη επιμέλεια».
Όπως, όμως, επισημαίνεται το αν ο κατηγορούμενος οδηγός είχε την δυνατότητα να αποσοβήσει την σύγκρουση με τον παθόντα είναι ζήτημα που παρέλκει να ερευνηθεί, εφόσον κριθεί ότι η οδήγησή του ήταν καθ’ όλα επιμελής – το “ηδύνατο” ερευνάται μόνον όταν διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση προς το “όφειλε”. Τα παραπάνω ισχύουν, βεβαίως, στο μέτρο που σημειώνεται εξαίρεση από την εφαρμογή της αρχής της εμπιστοσύνης, καθώς, πράγματι, κανένας οδηγός δεν μπορεί να επικαλεσθεί την σύννομη οδήγησή του για να «δικαιολογήσει» την συνέχιση της πορείας του, παρότι είχε εγκαίρως αντιληφθεί τον πεζό να διασχίζει παρανόμως το οδόστρωμα.
Σελ. 7
Στις περιπτώσεις, λοιπόν, στις οποίες η συμπεριφορά του (κατηγορουμένου) οδηγού τυγχάνει, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, καθ’ όλα επιμελής και, παρά ταύτα, επέρχεται το εγκληματικό αποτέλεσμα, τότε υπόλογος για την επέλευσή του είναι αποκλειστικά ο ίδιος ο παθών, εφόσον ήταν αυτός που έθεσε τους όρους κινδύνου που οδήγησαν στην προσβολή του εννόμου αγαθού και δεν υπάρχουν περιθώρια αποφυγής για το πρόσωπο που συγκρούεται με αυτό. Εν προκειμένω γίνεται λόγος για μια «ποινικά αδιάφορη αυτοπροσβολή» ή για «αυτοδιακινδύνευση» του θύματος, εφόσον, όπως παρατηρείται, το τελευταίο δεν επιδιώκει ή δεν αποδέχεται την ως αναγκαία προβλεφθείσα συνέπεια της πράξης του, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι υφίσταται γνώση του κινδύνου εκ μέρους του.
Αυτός, λοιπόν, ο κλασικός «τόπος» αναφοράς στην θεωρία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς (ξαφνικό «πέταγμα» πεζού στην πορεία αυτοκινήτου που κινείται με ταχύτητα μεγαλύτερη της κανονικής ή του οποίου ο οδηγός τελεί σε κατάσταση μέθης) συχνά παραθεωρείται στην νομολογία, όπως λ.χ. συνέβη στην περίπτωση της ΑΠ 818/2013, στην οποία η διαφορετική αντιμετώπιση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας και τον Άρειο Πάγο εστιάστηκε αποκλειστικά στην πλήρωση του στοιχείου της δυνατότητας πρόβλεψης του αποτελέσματος (αντικειμενικής και υποκειμενικής).
Συγκεκριμένα, και σε σχέση με την ευθύνη του οδηγού του Ι.Χ. αυτοκινήτου, στην πληττόμενη απόφαση διαλαμβανόταν ότι «…Το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πιθανώς να είχε υπερβεί ελάχιστα το ανώτατο όριο ταχύτητας στην συγκεκριμένη περιοχή αδυνατεί να του προσδώσει υπαιτιότητα αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον του ήταν αδύνατο να διαβλέψει ότι θα ήταν δυνατόν έμφρων πεζός να διασχίσει ανεξέταστα το οδόστρωμα…», με το Ακυρωτικό να αντιτείνει, σε σχέση με τον ανωτέρω οδηγό που παρέσυρε το θύμα-πεζή, ότι δεν εξηγείται «…πώς […] ένας επαγγελματίας οδηγός, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του […], κινούμενος στην Ε.Ο. και ειδικότερα βλέποντας μπροστά και δεξιά σταθμευμένο ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ, έναντι του Κ.Υ. Τρικάλων, καταλαμβάνοντας μέρος της
Σελ. 8
δεξιάς λωρίδος και έχοντας ανάψει τους διπλούς δείκτες στάσης (αλάρμ) να αποβιβάζει επιβάτες […] δεν όφειλε να προβλέψει ως δυνατή και ενδεχομένως αναμενόμενη την επιπόλαιη κίνηση κάποιου αποβιβασθέντος από το λεωφορείο πεζού, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, ώστε αυτός να λάβει πρόσθετα μέτρα σαν συνετός οδηγός, όπως όφειλε κατά τον ΚΟΚ, να ρυθμίσει και να ανακόψει ανάλογα την ταχύτητά του ή να προειδοποιήσει την πορεία του με ηχητικά όργανα και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, μήπως πεταχτεί από το μπροστινό μέρος του προσωρινά σταθμευμένου λεωφορείου ΚΤΕΛ κάποιος πεζός, όπως και έγινε, με συνέπεια αυτός, λόγω και της αυξημένης ταχύτητάς του, αφενός δεν αντιλήφθηκε αμέσως την παθούσα, αφετέρου δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά ή αποτελεσματική πέδηση και παρά την πέδηση που πραγματοποίησε παρέσυρε την παθούσα», ενώ «…η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου τη στιγμή του ατυχήματος ήταν 60 χιλ. την ώρα, ήτοι πάνω από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χιλ. και υπερβολική για τις περιστάσεις (κατοικημένη περιοχή, έναντι Κ.Υ. Τρικάλων), παρά ταύτα δεν αιτιολογείται πώς η ταχύτητα αυτή δεν συνετέλεσε στην επέλευση του ανωτέρω θανατηφόρου ατυχήματος».
Αναφορικώς, δε, με την ευθύνη του οδηγού του παραπάνω λεωφορείου του ΚΤΕΛ, η απαλλαγή του από το Δικαστήριο της ουσίας στηρίχθηκε στο γεγονός ότι «…ενήργησε αφενός μεν εθιμικά αλλά και κατά τη βούληση των επιβατών, ενώ ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε με τρόπο ώστε να μην παρακωλύει την διέλευση άλλων οχημάτων αλλά και να αποβιβαστούν οι επιβάτες με ασφάλεια…[…] το γεγονός ότι η μετέπειτα θανούσα κινήθηκε βιαστικά μπροστά από το λεωφορείο, λόγω στενότητας χρόνου, ομοίως αδυνατεί να προσδώσει στον δεύτερο κατηγορούμενο υπαιτιότητα για το επελθόν αποτέλεσμα…». Ωστόσο ο Άρειος Πάγος έκρινε την αιτιολογία αυτή ελλιπή διότι «…δεν εξηγείται επαρκώς πώς παύει η ευθύνη του οδηγού του λεωφορείου […] που σταμάτησε και αυθαίρετα αποβίβασε επιβάτες, όπως και την Σ. Μ., ηλικίας 66 ετών, στο συγκεκριμένο σημείο της Ε.Ο. Τρικάλων - Ιωαννίνων και στο δεξιό αυτής, όπου δεν υπάρχει και δεν προβλέπεται από το ΚΤΕΛ στάση λεωφορείου ΚΤΕΛ, ούτε και υπάρχει εκεί διάβαση πεζών, ενόψει του υπάρχοντος απέναντι Κέντρου Υγείας Τρικάλων, αλλά και η ευθύνη αυτού ως οδηγού λεωφορείου που σταμάτησε όχι στο άκρο της οδού εκτός οδοστρώματος που μπορούσε, αλλά καταλαμβάνοντας μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και εμποδίζοντας την κίνηση και την ορατότητα των λοιπών χρηστών της λεωφόρου που εκινούντο με ιδία με αυτόν κατεύθυνση προς Τρίκαλα, ενώ, κατά τις παραδοχές, στο σημείο αυτό υπάρχει διαμορφωμένο από το Δήμο Τρικάλων χωμάτινο πλάτωμα ικανό για να σταματούν εκεί αυτοκίνητα εκτός οδοστρώματος, με συνέπεια η αποβιβασθείσα επιβάτης, όταν προσπάθησε ανέλεγκτα και απερίσκεπτα να περάσει απέναντι, από το μπροστινό μέρος του λεωφορεί-
Σελ. 9
ου, διασχίζοντας κάθετα το οδόστρωμα, να παρασυρθεί και να τραυματισθεί θανάσιμα από το ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο άλλος αθωωθείς οδηγός, που εκινείτο προς Τρίκαλα…».
Είναι προφανές ότι στην παραπάνω θεώρηση του Ακυρωτικού υποκρύπτεται η πάγια θέση του ότι «τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος δεν αίρει την ευθύνη του αμελούς κατηγορουμένου», χωρίς να εξετασθεί αν ήταν «…η συμπεριφορά αυτή του παθόντος [που] συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα αίρετο ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του κατηγορουμένου οδηγού και του αποτελέσματος».
Μεμονωμένα ο Άρειος Πάγος έχει αποφανθεί ότι η νόμιμη εναλλακτική συμπεριφορά δεν ασκεί επιρροή στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, όταν η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον κατηγορούμενο, ως ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου, δεν αποτελεί στοιχείο της σε βάρος του κατηγορίας.
α) Ως ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος
Όπως σημειώθηκε στην εισαγωγή του παρόντος κεφαλαίου, η θεωρία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς αντιμετωπίζεται συχνά από την ελληνική νομολογία ως ζήτημα αιτιότητας. Επί παραδείγματι, με την ΑΠ 1279/2017 απορρίφθηκε η εισαγγελική αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης για σω-
Σελ. 10
ματική βλάβη εξ αμελείας, καθώς το Ακυρωτικό επικύρωσε την ουσιαστική κρίση, σύμφωνα με την οποία «Η αυξημένη, σε σχέση με την επιτρεπομένη, ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο κατηγορούμενος (80-90 χ.α.ω αντί για 50 χ.α.ω.) δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος και των σωματικών βλαβών της πολιτικώς ενάγουσας, διότι ο κατηγορούμενος κινούνταν σε ανεμπόδιστη ευθεία πορεία και το ατύχημα, που συνέβη αποκλειστικά λόγω της απώλειας των αισθήσεών του και την συνακόλουθη εκτροπή του οχήματος, θα συνέβαινε ούτως ή άλλως ακόμα και με την ταχύτητα των 50 χ.α.ω., προκαλώντας ανάλογες σωματικές βλάβες στην πολιτικώς ενάγουσα, που δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας».
Το Ακυρωτικό, ωστόσο, «προσπέρασε» τις ως άνω παραδοχές της ουσιαστικής απόφασης, που παραπέμπουν ευθέως στην κατηγορία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς και αρκέστηκε στην μη πλήρωση του στοιχείου της (μη) δυνατότητας πρόβλεψης του αποτελέσματος, εφόσον περιορίστηκε στο ότι «…το ατύχημα οφείλεται σε γεγονός απρόβλεπτο (ξαφνική απώλεια αισθήσεων) και δεν μπορεί να καταλογισθεί στον κατηγορούμενο ότι δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή….».
Τα πραγματικά περιστατικά της παλαιότερης ΑΠ 576/1992 είχαν σε σύνοψη ως εξής:
Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος περί ώρα 04.30’, οδηγώντας το ΙΧ αυτοκίνητό του, εκινείτο στην επαρχιακή οδο Ρόδου-Καμείρου με κατεύθυνση από Ρόδο προς Παραδείσι. Την ίδια ώρα ο Ι.Κ., που οδηγούσε δίκυκλο μοτοποδήλατο, εκινείτο στην ίδια οδό, προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στο 14ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, η οποία έχει οδόστρωμα πλάτους 9,00 μέτρων με διπλή διαχωριστική γραμμή, και σε απόσταση 0,60 μ. από την διπλή διαχωριστική γραμμή μέσα στο ρεύμα πορείας του αναιρεσείοντος, τα οχήματα συγκρούστηκαν μετωπικώς, μετά δε την σύγκρουση το μεν μοτοποδήλατο βρέθηκε στο δεξιό κατά την κατεύθυνσή του πεζοδρόμιο της οδού, σε απόσταση 13 μ. από το σημείο της σύγκρουσης, το δε αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του, αφήνοντας ίχνη τροχοπεδήσεως από το σημείο της συγκρούσεως και μετά 20,5 μ., όπου και εσταμάτησε. Ίχνη τροχοπέδησης δεν άφησε το μοτοποδήλατο, ούτε δε και το αυτοκίνητο είχε προ του σημείου της συγκρούσεως. Ως αποτέλεσμα της σφοδρότατης σύγκρουσης και συνεπεία των βαρύτατων κακώσεων που υπέστη ο οδηγός του μοτοποδηλάτου κατά την σύγκρουση, αυτός απεβίωσε ύστερα από λίγες ημέρες.
Το Δικαστήριο της ουσίας είχε δεχθεί ότι θάνατος του μοτοποδηλάτη «…οφειλόταν σε δική του αμέλεια αλλά και σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, δοθέντος
Σελ. 11
ότι από τα ίχνη τροχοπεδήσεως που το αυτοκίνητό του άφησε από το σημείο της συγκρούσεως και μετά και με τον στο σημείο εκείνο συντελεστή τριβής του οδοστρώματος, προκύπτει ότι η ταχύτητά του ήταν 60 περίπου χιλιομ. την ώρα, δηλ. υπερέβαινε το εκεί επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομ., ενώ ενόψει και των συνθηκών (ήταν νύκτα), θα έπρεπε αυτός (αναιρεσείων) να κινείται με μικρότερη ταχύτητα και δη όχι ανώτερη των 40 χιλιομ. την ώρα…Κυρίως όμως ενώ έπρεπε και ανέτως μπορούσε, αφού τίποτε δεν τον εμπόδιζε, να κινείται στο άκρο δεξιό της οδού, της οποίας η λωρίδα κυκλοφορίας κατά την πορεία του είχε πλάτος 4,50 μ., εκινείτο στο αριστερό άκρο αυτής μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας του και σε απόσταση 0,50 μ. από την διπλή διαχωριστική γραμμή της οδού. Έτσι δεν κατέστη δυνατή η αποφυγή της συγκρούσεως με το μοτοποδήλατο, το οποίο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα της κυκλοφορίας και σε απόσταση 0,50 έως 0,60 μ. πέρα από την διπλή διαχωριστική γραμμή της οδού…». Τέλος, και οι δύο οδηγοί δεν είχαν την προσοχή τους τεταμένη εν όψει του ότι οδηγούσαν νύκτα και έτσι δεν αντελήφθησαν, καίτοι είχαν σχετικώς μεγάλη ορατότητα, ότι εκινούντο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής κατά το ρεύμα κυκλοφορίας του ο καθένας.
Κατά τον Άρειο Πάγο οι παραπάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία δύνανται να στοιχειοθετήσουν την κατά το άρθρο 28 ΠΚ αμέλεια του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, και σύμφωνα με το αναιρετικό σκεπτικό, «…ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων εκινείτο μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας του και σε απόσταση 0,60 μ. από τη διπλή διαχωριστική γραμμή της οδού και ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, αντικανονικώς κινούμενος, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και σε βάθος 0,60 μ. περίπου, με αποτέλεσμα τη σφοδροτάτη μετωπική σύγκρουση, καταλογίζει υπαιτιότητα και στον αναιρεσείοντα λόγω του ότι είχε αναπτύξει ταχύτητα ανώτερη κατά 10 χιλιομ. της επιτρεπομένης και κατά 20 χιλιομ. της επιβαλλομένης λόγω ειδικών συνθηκών (πορεία κατά τη νύκτα) και διότι δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού, όπως μπορούσε, χωρίς όμως να προσδιορίζει με σαφήνεια κατά ποιο τρόπο οι αποδιδόμενες σ’ εκείνον παραβάσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση και εντεύθεν το θάνατο του οδηγού του μοτοποδηλάτου, δεδομένου ότι αυτές καθαυτές οι ως άνω παραβάσεις δεν συγκροτούν στην κρινόμενη περίπωση την αμέλεια του δράστη, αφού παραμένει ακαθόριστος ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος».
Ειδικότερα, οι αναιρετικώς ελεγχόμενες πλημμέλειες της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης ήταν οι εξής:
Σελ. 12
α) Δεν εκτίθεται εάν και κατά ποιο τρόπο με την μειωμένη ταχύτητα και με την κίνηση στο δεξιό της οδού άκρο, η οποία προεβλέφθη για να διευκολύνει την κίνηση των εις το αυτό ρεύμα κινουμένων οχημάτων, θα μπορούσε ο αναιρεσείων να αποφύγει τη σύγκρουση, δεδομένου ότι το μοτοποδήλατο εισήλθε αιφνιδίως στο ρεύμα πορείας του, αφού όπως δέχεται το Εφετείο, προηγουμένως εκινείτο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής και η σύγκρουση υπήρξε μετωπική, και
β) Εάν και προ πόσης αποστάσεως έπρεπε ο αναιρεσείων, φερόμενος ως επιμελής οδηγός και ενόψει των προσωπικών δυνατοτήτων του και της σχετικώς μεγάλης, όπως δέχεται το Εφετείο, ορατότητας, να αντιληφθεί τον οδηγό του μοτοποδηλάτου όχι μόνο κινούμενο πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, αλλά και αιφνιδίως εισερχόμενον στο ρεύμα κυκλοφορίας του, ώστε να κριθεί εάν και ποια δυνατότητα αντιδράσεως παρεχόταν σε εκείνον και ποια περιθώρια ελιγμού είχε για την αποφυγή του ατυχήματος.
Με την ΑΠ 434/2011 ο Άρειος Πάγος αντιμετώπισε εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου την αιτίαση πως οι παραδοχές της καταδικαστικής απόφασης για ανθρωποκτονία εξ αμελείας δεν θεμελίωναν επαρκώς τον αιτιώδη σύνδεσμο της δικής του συμπεριφοράς προς το επελθόν αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου είχε κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα εξής:
«Ο πρώτος κατηγορούμενος […] νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας […], η οποία λειτουργούσε κατάστημα πώλησης των εμπορευμάτων της […], στις αρχές του 2003 (Φεβρουάριος) ανέθεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο […] ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης επιχείρησης κατασκευής, εμπορίας και τοποθέτησης διαφημιστικών επιγραφών, την τοποθέτηση διαφημιστικής επιγραφής, ύψους 2 μέτρων περίπου, στον κοινόχρηστο χώρο έμπροσθεν του καταστήματος, δηλ. στο πεζοδρόμιο. Ο 2ος κατηγορούμενος με δικό του συνεργείο τοποθέτησε την επιγραφή αυτή. Για την τοποθέτηση αυτής δεν λήφθηκε άδεια από τον Δήμο Κορινθίων, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, γεγονός που γνώριζαν και οι δύο. Η ως άνω πινακίδα κατέλαβε το ήμισυ του πεζοδρομίου, ενώ ο απολειπόμενος χώρος δεν επαρκούσε για την ασφαλή διέλευση των πεζών. Συγκεκριμένα, στην εσωτερική πλευρά του πεζοδρομίου αφέθηκε χώρος 1,5 περίπου μέτρων, ενώ στην εξωτερική του πλευρά μικρότερος του μισού μέτρου. Ένα περίπου μέτρο πριν τη διαφημιστική πινακίδα προεξείχαν τέσσερις βίδες από παλαιότερη διαφημιστική πινακίδα, η οποία είχε αφαιρεθεί. Συνεπώς, στο σημείο εκείνο η διέλευση των πεζών ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Παρά ταύτα οι κατηγο-
Σελ. 13
ρούμενοι δεν έλαβαν άδεια από το Δήμο ή μια μελέτη από ειδικό μηχανικό, ώστε να εξασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή ασφάλεια στην κίνηση των πεζών, ούτε κάλυψαν τις βίδες που προεξείχαν, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος για τους πεζούς σε περίπτωση πτώσης τους στο έδαφος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι […] η Γ. Κ., ηλικίας 82 ετών, βάδιζε στο πεζοδρόμιο της οδού […], και όταν προσέγγισε το χώρο, όπου βρίσκεται η ως άνω διαφημιστική επιγραφή, λόγω πρόσκρουσής της στις βίδες που υπήρχαν ένα μέτρο πριν από την επιγραφή απώλεσε την ισορροπία της και στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι της στη βάση της προαναφερόμενης πινακίδας και συγκεκριμένα σε μία βίδα της βάσης και να υποστεί κάκωση αυχένος, συνεπεία της οποίας επήλθε ακαριαία ο θάνατός της. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο θάνατος της ανωτέρω […] οφείλεται στην αμέλεια των δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι τοποθέτησαν διαφημιστική επιγραφή […]σε σημείο που προκαλούσε σοβαρούς κινδύνους για διέλευση των πεζών, χωρίς να λάβουν άδεια από τον οικείο Δήμο […] και χωρίς να λάβουν κανένα απολύτως μέτρο για την αποτροπή του αποτελέσματος αυτού παρά το ότι η λήψη τέτοιων μέτρων ήταν επιβεβλημένη ως εκ των συνθηκών που προαναφέρθηκαν αλλά και εφικτή, δεδομένου ότι ήταν εύκολο να καλυφθούν οι κοχλίες της βάσης της διαφημιστικής πινακίδας».
Ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι το Δικαστήριο της ουσίας είχε διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμέλειας του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ναι μεν το θύμα προσέκρουσε σε βίδες από προηγούμενη πινακίδα που είχε αφαιρεθεί και έχασε την ισορροπία της, πλην οι κακώσεις, οι οποίες είχαν ως συνέπεια το θάνατό της, προκλήθηκαν από την πρόσκρουση της κεφαλής της στην βάση της νέας, παράνομα τοποθετημένης, πινακίδας, και συγκεκριμένα σε μια βίδα της βάσεως, η οποία δεν είχε καλυφθεί. Σύμφωνα με το Ακυρωτικό το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι χωρίς την ως άνω πρόσκρουση στην βάση της νέας πινακίδας δεν θα επερχόταν το αποτέλεσμα αυτό, ενώ δεν ασκεί επιρροή το ότι συνέβαλαν σε αυτό και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως, το ότι, δηλαδή, είχε προηγουμένως προσκρούσει το θύμα σε βίδες από πινακίδα που είχε αφαιρεθεί, τις οποίες είχαν αφήσει ακάλυπτες άγνωστοι δράστες.
Σελ. 14
β) Ως ζήτημα της «δυνατότητας αποφυγής του αποτελέσματος»
Στην περίπτωση της ΑΠ 768/1999 το Εφετείο είχε διαλάβει τα ακόλουθα, αναφορικά με την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του για ανθρωποκτονία εξ αμελείας κατά συρροή: Την 3η Δεκεμβρίου 1992 και ώρα 20.00, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητό του και βαίνοντας με αυτό στην οδό Κατεχάκη, με κατεύθυνση προς την λεωφόρο Μεσογείων, την στιγμή που το αυτοκίνητό του εκινείτο έμπροσθεν του Κρατικού Νοσοκομείου Αεροπορίας, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο του Δ.Γ. και της συζύγου του Ε.Γ., χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα […] ότι ειδικότερα η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι αυτός, καίτοι ήταν νύκτα και εκινείτο με το αυτοκίνητό του σε κατοικημένη περιοχή, όπου η ταχύτητα του αυτοκινήτου δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 50 χλ/ώρα, έβαινε με ταχύτητα που πλησίαζε τα 75 χλ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην έχει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε και να μην μπορέσει να το ακινητοποιήσει, όταν αντελήφθη τους ως άνω παθόντες να διασχίζουν πεζή καθέτως τα οδόστρωμα της ως άνω οδού από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και να απέχουν 1 μ. περίπου από την διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού νησίδα ασφάλειας και ότι ένεκα της αμέλειάς ταυ αυτής επέπεσε με σφοδρότητα επί των ανωτέρω παθόντων, τους οποίους παρέσυρε σε απόσταση 36 μ. περίπου από το σημείο της πτώσεως επ’ αυτών, με αποτέλεσμα να υποστούν ο πρώτος βαριές θλαστικές κακώσεις κεφαλής, λαιμού, λεκάνης και κάτω άκρων και η δεύτερη βαριές κακώσεις ιδίως αυχένα και θώρακα, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτών.
Σελ. 15
Το Ακυρωτικό εντόπισε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την συνδρομή αμέλειας στην επέλευση του ως άνω αξιόποινου αποτελέσματος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζονταν: α) Η απόσταση, από την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αντελήφθη ή μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση των παθόντων επί του οδοστρώματος, περιστατικό που είναι κρίσιμο, αφού αν η απόσταση αυτή ήταν μικρή, είναι ενδεχόμενο το ατύχημα να μην μπορούσε να αποφευχθεί και αν η ταχύτητα του οδηγουμένου από αυτόν αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο στο σημείο εκείνο της οδού ανώτατο όριο, β) Αν το προς την λεωφόρο Μεσογείων ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Κατεχάκη ήταν διηρημένο σε λωρίδες κυκλοφορίας και, σε καταφατική περίπτωση, σε πόσες λωρίδες, σε ποια από αυτές εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, σε αποφατική δε περίπτωση (μη διαιρέσεως του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας σε λωρίδες), σε ποιο μέρος του οδοστρώματος εκινείτο το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου αμέσως πριν από το ατύχημα (άκρο δεξιό, μέσο ή άκρο αριστερό), ποιο ήταν το πλάτος αυτού (οδοστρώματος) και αν παραπλεύρως ή πλησίον του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου εκινούντο την στιγμή εκείνη άλλα οχήματα, ώστε να κριθεί αν είχε αυτός την δυνατότητα να προβεί σε ελιγμό αποτρεπτικό του ατυχήματος.
Με την ΑΠ 869/1991, το Ακυρωτικό κλήθηκε να αποφανθεί επί αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επί αθωωτικής απόφασης για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε ότι «...ο θανάσιμος τραυματισμός της Ο.Μ. οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της ιδίας, η οποία οδηγώντας ποδήλατο επί της οδού Αναλήψεως στον Βόλο, εισήλθε αντικανονικά στο αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο εκινείτο κανονικά ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ’ αριθμ. ΚΥ-… ασθενοφόρο αυτοκίνητο του Νοσοκομείου Βόλου, ο οποίος μόλις αντελήφθη την παθούσα από μικρή απόσταση, πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά για να την αποφύγει, πλην όμως ενόψει όλων των παραπάνω περιστάσεων, δεν το κατόρθωσε, ούτε μπόρεσε να πράξει κάτι άλλο…». Σύμφωνα με το σκεπτικό της αναιρετικής κρίσης του Αρείου Πάγου, η αιτιολογία αυτή, στην οποία δεν αναφέρεται η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος το παραπάνω όχημα, η απόσταση από την οποία το πρώτον αντελήφθη ο ίδιος το γεγονός ότι η παθούσα εισήλθε με το ποδήλατό της στο ρεύμα πορείας του, ούτε προσδιορίζεται σε τι έγκειται «το κάτι άλλο» που μπορούσε να πράξει, για να αποφύγει το ατύχημα, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Σελ. 16
Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι εν προκειμένω ο Άρειος Πάγος όχι μόνο αδιαφόρησε για το σύννομον της οδήγησης του κατηγορουμένου (αυτός, σε αντίθεση με το θύμα, εκινείτο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του), αλλά πολύ περισσότερο επέρριψε στον κατηγορούμενο το «βάρος απόδειξης» ότι η εναλλακτική συμπεριφορά του (δεν) θα είχε αποτρέψει το αποτέλεσμα.
Με το ΣυμβΑΠ 1199/1990 επικυρώθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, διά του οποίου είχε γίνει δεκτό ότι δεν πρέπει να γίνει κατά του κατηγορουμένου κατηγορία για ανθρωποκτονία από αμέλεια, δεχθέν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 19 Ιουνίου 1987, στην Μεταμόρφωση Αττικής στην οδό Ερμού εκινούντο με κατεύθυνση προς Ν. Φιλαδέλφεια ένα δίκυκλο μοτοποδήλατο με οδηγό τον Χ.Κ. και ακολουθούσε δίκυκλη μοτοσυκλέττα που οδηγούσε ο παθών Ι.Τ. με συνεπιβάτη τον κατηγορούμενο Α.Α. Τα εν λόγω τρία άτομα ήσαν φίλοι και γείτονες και επέστρεφαν στα σπίτια τους, στην Τερψιθέα Γλυφάδας από το εργοστάσιο της Κόκα-Κόλα, όπου εργάζονταν. Σε κάποια στροφή του παραπάνω δρόμου, εμφανίστηκε το υπ’ αριθμ. ΥΑΧ-5641 ΙΧΦ αυτοκίνητο με οδηγό τον Ν.Κ. κινούμενο αντίθετα προς την πορεία των δικύκλων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά κανονικά επί της οδού. Στο σημείο αυτό ο οδηγός του δικύκλου που προπορευόταν τροχοπέδησε, μάλλον απότομα, με συνέπεια, λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος από βροχόπτωση που είχε προηγηθεί, ο οδηγός να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο, αφού έκανε, παρά την θέληση του οδηγού, ελιγμούς (ζικ-ζακ) κατέπεσε στο χωμάτινο έρεισμα που ήταν δεξιά του οδοστρώματος. Συγχρόνως ο οδηγός της μοτοσυκλέτας που ακολουθούσε, έδειξε και αυτός να χάνει τον έλεγχο του οχήματός του, οπότε ο συνεπιβάτης του κατηγορούμενος πήδηξε από την μοτοσυκλέττα αριστερά, φοβούμενος προφανώς και θέλοντας να διαφυλάξει την σωματική του ακεραιότητα, ακολούθησε εκτροπή της μοτοσυκλέτας προς το δεξιό χωμάτινο έρεισμα και πτώση του οδηγού της, με συνέπεια να υποστεί βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατός του. Τα ως άνω δίκυκλα οχήματα δεν ήλθαν σε επαφή μεταξύ των, ούτε με το ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο. Αιτία της εκτροπής της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και του, συνέπεια αυτής, θανάτου του οδηγού της, ήταν η μη οδήγηση αυτής σύμφωνα με τους κανόνες του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, και συνίσταται στην μη τήρηση απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμεγο δίκυκλο και στην μη ρύθμιση της ταχύτητάς της (μείωση στο ελάχιστο δυνατό) ενόψει της μεγάλης ολισθηρότητας του οδοστρώματος λόγω της βροχής και γενικά στην μη άσκηση πλήρους ελέγχου επί της μοτοσυκλέτας του.
Σελ. 17
Στη συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι η ενστικτώδης και παρορμητική ενέργεια του κατηγορουμένου (η οποία πιθανότατα του έσωσε την ζωή), να πηδήξει από την μοτοσυκλέτα, που συνέτεινε και αυτή στην πτώση της, δεν μπορεί να καταλογισθεί σε αυτόν (άρθρο 32 ΠΚ), διότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε το άλμα αυτό από την μοτοσυκλέττα φοβούμενος για την ζωή του και ωθούμενος από το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως χωρίς να μπορεί στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να σκεφθεί ή να συνειδητοποιήσει, επομένως και να αντιδράσει ανάλογα, ότι η ενέργειά του ήταν δυνατό να προκαλέσει εκτροπή της μοτοσυκλέτας και τον, συνεπεία αυτής, ενδεχόμενο θάνατο του οδηγού της.
γ) Και μια αξιοποίησή της από την εποχή του κορωνοϊού
Με την υπ’ αριθμ. 132/2021 πράξη του Εισαγγελέως του Στρατοδικείου Ξάνθης τέθηκε στο αρχείο ως νόμω αστήρικτη η δικογραφία για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας από νομικά υπόχρεους λόγω της υπηρεσίας τους κατά παραυτουργία, προεχόντως διότι, όπως κρίθηκε, αμφότεροι οι «ύποπτοι» στρατιωτικοί ιατροί πραγματοποίησαν όλες τις αναγκαίες ιατρικές ενέργειες και εξετάσεις που απαιτούνταν εν προκειμένω, οι οποίες διενεργήθηκαν με τον επιστημονικά ενδεδειγμένο τρόπο και ορθώς εκτιμήθηκαν τα αποτελέσματά τους.
Στο τελευταίο τμήμα της ως άνω εισαγγελικής πράξης περιέχονται κάποιες σκέψεις που χωρίς να την κατονομάζουν, αξιοποιούν την κατηγορία της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς, προς περαιτέρω θωράκιση της οικείας δικανικής κρίσης. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται ότι «…εν προκειμένω δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων ή των παραλείψεών των «υπόπτων» και του αποτελέσματος που επήλθε, καθώς, όπως ανενδοίαστα διαλαμβάνεται στην μνησθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης […] η έγκαιρη διάγνωση του θανόντος ως περιστατικού που νόσησε από τον ιό SARS-COV2 μόλις τρεις και μια αντιστοίχως ημερολογιακές ημέρες πριν την ταυτοποίηση του ως τέτοιο δεν θα απέτρεπε το θάνατό του, ιδίως ενόψει του ότι την επίμαχη χρονική περίοδο ούτε φαρμακευτική αγωγή καταστολής ή ανάσχεσης των συμπτωμάτων της προκείμενης ιογενούς λοίμωξης υφίστατο, ούτε πολύ πε-
Σελ. 18
ρισσότερο (όπως σήμερα) αποδεδειγμένα κατασταλτικό αυτών εμβόλιο που θα απέτρεπε τις επιπλοκές της υγείας του που αιτιακά ήγαγαν στο θάνατο αυτού. Άλλωστε, και ως τέτοιο κρούσμα να κατατάσσονταν βάσει των υποκείμενων συμπτωμάτων του, δεν θα εισάγονταν σε νοσοκομείο αναφοράς, αλλά θα συστήνονταν η κατ’ οίκον απομόνωσή του. Ως εκ τούτων ουδόλως προέκυψε ότι αν δεν είχε συντρέξει η φερόμενη ως αμελής συμπεριφορά (εσφαλμένη διάγνωση) των «υπόπτων», τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ήτοι ο θάνατός του ασθενούς».
Περαιτέρω, η εισαγγελική πράξη διαλαμβάνει ότι «…Εκλείπει στο ίδιο το πρωτογενές πεδίο της θεμελίωσης της υπαιτιότητας ακόμη και η ίδια η εξωτερική αμέλεια ως προς την ιατρική αντιμετώπιση του θανόντος, κατά τις δυο επιμέρους εισαγωγές του στο …, την ... 2020 και ... 2020 αντιστοίχως, εφόσον αυτόθροα ως εκ των υφισταμένων τότε οδηγιών για τη διαχείριση των ύποπτων περιστατικών covid διάγνωση βάσει των συμπτωμάτων που εμφάνιζε παρίστατο ΑΔΥΝΑΤΗ ιατρικά, πραγματικά και σε επίπεδο ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης (πρβλ. αναλυτικές σκέψεις πραγματογνωμοσύνης στις οποίες παραπέμπουμε λέξη προς λέξη), με απορρέουσα έννομη συνέπεια οι «ύποπτοι» να μην εδύναντο αντικειμενικά (πολλώ δε μάλλον υποκειμενικά), με βάση τις προσωπικές τους ικανότητες, να προβλέψουν το αποτέλεσμα ως δυνατό και να το αποφύγουν σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, που καθιστούσαν κάτι τέτοιο αδύνατο ή σε κάθε περίπτωση οπωσδήποτε «εκφεύγον» του αντικειμενικού καθήκοντος επιμέλειας που όφειλαν να επιδείξουν βάσει της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που υπείχαν, αφού αυτή η τελευταία, ως στοιχειοθετούμενη εκ των υφιστάμενων τότε γενικά παραδεδεγμένων ιατρικών κανόνων και οδηγιών διαχείρισης ενός περιστατικού, όπως του θανόντος, επέτασσε αυτοφυώς και αυτόθροα την ιατρική αντιμετώπισή του σε εξαιρετικά περιοριστικό και λεπτομερώς προσδιορισμένο πλαίσιο (προφανώς για την αποφυγή μετάδοσης του ιού), το οποίο οι ίδιοι μάλιστα εξάντλησαν στα απώτερα όριά του και σε όλες τις εκφάνσεις του, μη υποχρεούμενοι ωσαύτως στα αδύνατα που εκ του πυρήνα του περιεχομένου του τούτο αφεύκτως συνεπάγονταν».
Σελ. 19
2. Η προβληματική στην γερμανική νομολογία
Στην γερμανική νομολογία εμβληματικές και διδακτικές για την προσέγγση της θεωρίας της νόμιμης εναλλακτικής συμπεριφοράς είναι οι παρακάτω αποφάσεις του ανώτατου Ακυρωτικού.
2.1. Η θρυλική «υπόθεση του ποδηλάτη»
Στην θρυλική, πλέον, «υπόθεση του ποδηλάτη» [“Radfahrerfall”], τα πραγματικά περιστατικά είχαν ως εξής: Ο κατηγορούμενος οδηγός φορτηγού προσπέρασε σε οδό πλάτους 6 μέτρων έναν ποδηλάτη που εκινείτο στα δεξιά του, αναπτύσσοντας ταχύτητα περίπου 27 χλμ/ώρα, ωστόσο τήρησε από τον αριστερό αγκώνα του ποδηλάτη απόσταση μικρότερη (75 εκ.) της ενδεδειγμένης (1-1,5 μ.). Κατά την στιγμή της προσπέρασης ο ποδηλάτης έχασε την ισορροπία του και παρασύρθηκε από τους οπίσθιους τροχούς του φορτηγού, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, αφού ποδοπατήθηκε από το φορτηγό. Όπως προέκυψε από την νεκροψία, ο ποδηλάτης ήταν βαριά μεθυσμένος κατά την στιγμή του δυστυχήματος (στο αίμα του βρέθηκε αλκοόλ σε ποσοστό 1,96%).
Ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος κατ’ έφεση για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (του επιβλήθηκε μόνο χρηματική ποινή για το αδίκημα των άρθρων 1, 49 γερμΚΟΚ – προσπέραση ποδηλάτη από απόσταση μικρότερη της επιτρεπόμενης), διότι κατά τις παραδοχές της δευτεροβάθμιας απόφασης, το θύμα ήταν απολύτως ανίκανο προς οδήγηση συνεπεία της βαριάς του μέθης, η οποία προκάλεσε ισχυρή μείωση της αντίληψης και της ικανότητάς του προς αντίδραση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συντάχθηκε εν προκειμένω με την πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με την οποία ήταν πιθανόν ότι ο ποδηλάτης δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον θόρυβο του φορτηγού που πλησίαζε προς προσπέραση, αλλά αυτό συνέβη όταν το φορτηγό είχε φτάσει στο πλάι του, οπότε, ξαφνικά, ο ποδηλάτης ταράχθηκε σφοδρά και αντέδρασε άγαρμπα, στρίβοντας το τιμόνι του ποδηλάτου προς τα αριστερά, αντίδραση που είναι τυπική για βαριά μεθυσμένους ποδηλάτες.
Το γερμανικό Ακυρωτικό απέρριψε την εισαγγελική αναίρεση διαλαμβάνοντας τα εξής κρίσιμα: Ασφαλώς και η ενέργεια του κατηγορουμένου έθεσε έναν, υπό νατουραλιστική-μηχανιστική σκοπιά, όρο για τον θάνατο του ποδηλάτη, ο οποίος όμως δεν εξαντλεί το ζήτημα της αιτιότητας από την σκοπιά του Ποινικού Δικαίου, και συγκεκριμένα με βάση την θεμελιώδη αρχή της
Σελ. 20
ενοχής [Schuldgrundsatz]. Υπό ένα αξιολογικό της ανθρώπινης συμπεριφοράς πρίσμα, το αν ένας όρος υπήρξε αιτιώδης ως προς κάποιο αποτέλεσμα θα πρέπει να κριθεί με δικαιικά κριτήρια [Kausalität im Rechtssinne], οπότε είναι αποφασιστικής σημασίας το πώς θα εξελισσόταν το συμβάν σε περίπτωση που ο δράστης είχε συμπεριφερθεί κατά δικαιικά ανεπίληπτο τρόπο. Αν θα επερχόταν και τότε το ίδιο αποτέλεσμα ή αν σύμφωνα με την, εδραζόμενη σε ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, πεποίθηση του Δικαστή της ουσίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί αυτό το ενδεχόμενο, τότε δεν καταφάσκεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος.
Η εν λόγω απόφαση ήρθε σε ευθεία αντίθεση με την παλαιότερη νομολογία του γερμανικού Ακυρωτικού, σύμφωνα με την οποία ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση αυτό που πραγματικά συνέβη [wirkliches Geschehen] και όχι με βάση το τι θα είχε καθ’ υπόθεσιν συμβεί αν ο δράστης είχε συμπεριφερθεί νόμιμα. Μόλις ένα χρόνο νωρίτερα, το Δικαστήριο είχε κληθεί να αποφανθεί επί αίτησης αναίρεσης, με την οποία επλήττετο η καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Στην υπόθεση αυτή είχαν συμβεί τα εξής: Οι κατηγορούμενοι βάδιζαν επί οδού εκτός κατοικημένης περιοχής στην δεξιά αντί για την αριστερά πλευρά της οδού, όπως προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 περ. 3 γερμΚΟΚ. Το θύμα (οδηγός μοτοσυκλέτας), κινούμενος με ταχύτητα μεταξύ 60-70 χλμ/ώρα τούς αντιλήφθηκε την τελευταία στιγμή και, στην προσπάθειά του να αποφύγει την σύγκρουση με τους πεζούς, πέρασε με την μηχανή ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα την ανατροπή της μηχανής και τον θάνατο του επιβάτη συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων.







