ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Ρύπανση από τα πλοία και τις εν γένει πλωτές κατασκευές

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 13.15€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 33,15 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18892
Ανδρεάδης-Παπαδημητρίου Π.
Συμεωνίδου Καστανίδου Ε.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
† Μαργαρίτης Λ., Συμεωνίδου Καστανίδου Ε.
  • Έκδοση: 2023
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 288
  • ISBN: 978-618-08-0217-7

Το έργο «Ποινική προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος» καταδεικνύει τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος αυτού, ως βιοτικού χώρου και ως πεδίου ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας, καθώς και τις εντεύθεν απορρέουσες νομοθετικές και κοινωνικές επιλογές σχετικά με τη διαχείρισή του.

Μεταξύ άλλων:

  • Αναζητεί το δογματικό υπόβαθρο της αυτοτελούς τυποποίησης των προσβολών του θαλασσίου περιβάλλοντος.
  • Διερευνά τις κρίσιμες πτυχές του διεθνούς και ενωσιακού δικαίου και τα ισχύοντα σε διάφορες αλλοδαπές δικαιοταξίες και σκιαγραφεί τις σχετικές παγκόσμιες νομοθετικές τάσεις.
  • Καταγράφει ενδελεχώς και συστηματοποιεί το σχετικό εθνικό νομικό πλαίσιο, αξιοποιώντας προεχόντως κανόνες τυπικής και ενδοσυστημικής λογικής.
  • Επισκοπεί τη σχετική νομολογία και διαπιστώνει την ισχνή, αποσπασματική και συχνά ανομοιόμορφη εφαρμογή της υπό μελέτη ποινικής νομοθεσίας.
  • Αναπτύσσει ειδικά ερμηνευτικά ζητήματα και προτείνει λύσεις στο πεδίο της μέτρησης των εγκλημάτων, αφιστάμενες από την δυσχερώς οριοθετούμενη έννοια του οικοσυστήματος.

Το έργο απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται για το κοινωνιολογικό υπόβαθρο του ποινικού δικαίου του περιβάλλοντος, αλλά πρωτίστως σε κάθε νομικό που, ανεξαρτήτως επαγγελματικής ιδιότητας, επιθυμεί να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες του χώρου αυτού και να ανεύρει λύσεις στα δυσχερή ερμηνευτικά ζητήματα που τον χαρακτηρίζουν.

Πρόλογος IX

Πρόλογος συγγραφέα XI

Ευχαριστίες ΧV

Περιεχόμενα XVIΙ

Κυριότερες συντομογραφίες XIX

ΜΕΡΟΣ Α΄

Το περιβάλλον ως έννοια του φυσικού κόσμου και του δικαίου

1. Το περιβάλλον, τα στοιχεία του και η θάλασσα 1

2. Οι ανθρωπογενείς μεταβολές του θαλασσίου περιβάλλοντος
και τα αίτιά τους 5

3. Το περιβάλλον ως έννοια του δικαίου 12

4. Το περιβαλλοντικό έγκλημα στην κοινωνία της διακινδύνευσης 14

5. Εγκληματολογικές επισημάνσεις 20

ΜΕΡΟΣ Β΄

Το έγκλημα κατά του θαλασσίου περιβάλλοντος

1. Αναζητώντας ένα μέγεθος άξιο ποινικής προστασίας 25

2. Το περιβάλλον ως έννομο αγαθό 30

3. Η βλάβη και η διακινδύνευση του περιβάλλοντος 35

4. Το θαλάσσιο περιβάλλον και η αυτοτέλειά του 45

ΜΕΡΟΣ Γ΄

Το διεθνές και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο για τη θαλάσσια ρύπανση

1. Εισαγωγικές επισημάνσεις 51

2. Το διεθνές νομικό πλαίσιο: από τα πρώτα βήματα ως την OILPOL 53

3. Το διεθνές νομικό πλαίσιο: από την OILPOL στη MARPOL και τις άλλες συμβάσεις του ΔΝΟ 56

4. Η αποκρυστάλλωση του Δικαίου της Θάλασσας και
το ζήτημα της δικαιοδοσίας 64

5. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των ΔΣ για την πρόληψη
της θαλάσσιας ρύπανσης και η σημασία τους για το Ποινικό Δίκαιο 82

6. Το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο 87

7. H έννοια των αποτρεπτικών, αποτελεσματικών και αναλογικών
κυρώσεων επί των περιβαλλοντικών εγκλημάτων 100

8. Το πρόβλημα των δυαδικών κυρώσεων 107

ΜΕΡΟΣ Δ΄

Η ποινική προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος
σε επί μέρους έννομες τάξεις

1. Κριτήρια και στόχοι της δικαιοσυγκριτικής ανάλυσης 123

2. Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής 124

3. Γαλλία 136

4. Ισπανία 146

5. Βασικά συμπεράσματα 157

ΜΕΡΟΣ Ε΄

Η ποινική προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος
στην ελληνική έννομη τάξη

1. Νομοθετικό περίγραμμα και στοχοθεσία 161

2. Βασικές έννοιες 163

3. Τα επί μέρους νομοθετήματα: σύνοψη 171

4. Τα επί μέρους νομοθετήματα: η μεταξύ τους σχέση 184

5. Νομολογιακή έρευνα 201

6. Ειδικά ζητήματα 207

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ 249

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 253

Σελ. 1

ΜΕΡΟΣ Α΄

Το περιβάλλον ως έννοια του φυσικού κόσμου και του δικαίου

 

1. Το περιβάλλον, τα στοιχεία του και η θάλασσα

Περιβάλλον είναι αυτό που μας περιβάλλει, αυτό που βρίσκεται γύρω μας. Στα λεξικά ορίζεται ως το σύνολο των συνθηκών και παραγόντων μέσα στο οποίο δημιουργείται, υπάρχει και αναπτύσσεται κάποιος, δηλαδή ο χώρος και το σύνολο των φυσικών συνθηκών που επιδρούν στους ζωντανούς οργανισμούς εν γένει. Ιδωμένο επομένως ως προς τον άνθρωπο, είναι o χώρος όπου ζει και αναπτύσσει τις δραστηριότητές του, το σύνολο των φυσικών και κοινωνικών συνθηκών που επιδρούν σ’ αυτόν. Ήδη από την ετυμολογία του όρου, αλλά και από το νόημα που του αποδίδεται στη γλωσσική μας καθημερινότητα, γίνονται αντιληπτές δύο βασικές πτυχές του: ότι ενώ το περιβάλλον είναι αυθυπόστατο, ταυτοχρόνως έχει ως βασικό σημείο αναφοράς τα έμβια όντα που περιβάλλει, και ιδίως τον άνθρωπο˙ και ότι είναι πολυδιάστατο, συντιθέμενο από πολλά διαφορετικά στοιχεία.

Το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων που ονομάζουμε «περιβάλλον» είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Οι μεταβολές που υφίσταται μακροπρόθεσμα είναι συνυφασμένες με τη γεωλογική εξέλιξη του πλανήτη μας, και αποτυπώνονται στη γεωλογική χρονολογική κλίμακα. Είναι συνάρτηση διάφορων γεωλογικών συμβάντων (όπως, π.χ., των κινήσεων των τεκτονικών πλακών) αλλά και της διαρκούς αλληλεπίδρασης όλων των ζωντανών οργανισμών, ιδίως δε αυτών που με τη συμπεριφορά τους έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν μεγάλες γεωγραφικές εκτάσεις ή μεγάλες μερίδες πληθυσμού οποιουδήποτε έμβιου

Σελ. 2

όντος, δηλαδή των ανθρώπων. Από αυτή τη διαπίστωση, που μπορεί εύκολα να επιβεβαιωθεί με μια σύντομη επισκόπηση των πορισμάτων της γεωλογικής επιστήμης, γίνεται φανερό ότι περιβάλλον και άνθρωπος βρίσκονται σε σχέση συγκαθορισμού: οι μεταβολές του περιβάλλοντος επενεργούν στον άνθρωπο, αλλά και αυτός έχει τη δυνατότητα να το μεταβάλει.

Στην αρχαιότητα, ο άνθρωπος αντιμετώπιζε το περιβάλλον —και ιδίως τα στοιχεία και τις δυνάμεις της φύσης— με ιδιαίτερο σεβασμό, αντιλαμβανόμενος ότι η επιβίωσή του εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από αυτά. Η τεχνολογική πρόοδος του ανθρώπου τον βοήθησε να αντιμετωπίζει τα στοιχεία της φύσης από λιγότερο μειονεκτική θέση και να επιβιώνει υπό συνθήκες που παλαιότερα θα οδηγούσαν σε βέβαιο θάνατο. Ταυτοχρόνως όμως, δημιούργησε και την ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να «επιβάλλεται» στο περιβάλλον, αναπτύσσοντας ενδεχομένως επιβλαβείς δραστηριότητες χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Πάντως, από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά, και ιδίως με την έλευση της πυρηνικής εποχής, κατέστη φανερό ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου —παρά τα όποια οφέλη— μπορεί τελικά να έχει εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον και να χειροτερεύσει κατά πολύ τις συνθήκες διαβίωσής του αλλά και τις εν γένει προοπτικές επιβίωσης του είδους του και όχι μόνο. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη ποινικής προστασίας του περιβάλλοντος, θέσπισης δηλαδή κανόνων που θέτουν φραγμούς στην ανθρώπινη δραστηριότητα και έχουν διττή στόχευση: αφενός να εξασφαλίσουν ότι οι μεταβολές που προκαλεί ο άνθρωπος στο περιβάλλον είναι ελέγξιμες, διαχειρίσιμες και —τουλάχιστον κατά τη σύλληψη του νομοθέτη— σχετικά ακίνδυνες, και αφετέρου να «διαπαιδαγωγήσουν» τις κοινωνίες σχετικά με την ιδιαίτερη απαξία των βλαπτικών για το περιβάλλον συμπεριφορών. Ωστόσο, όπως θα

Σελ. 3

καταδειχθεί αναλυτικότερα στην πορεία, οι προεκτεθείσες ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος (δυσκολία ορισμού, μεταβλητότητα, αλληλεξάρτηση παραγόντων) καθιστούν το έργο του ποινικού νομοθέτη ιδιαίτερα δύσκολο.

Αφού λοιπόν το περιβάλλον είναι «σύνολο» συνθηκών και παραγόντων, θα πρέπει να διερευνηθεί και να προσδιορισθεί με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια, ποια ακριβώς είναι τα επί μέρους στοιχεία του συνόλου και εάν κάποιο από αυτά παρουσιάζει τέτοιες ιδιαιτερότητες, ώστε να μπορεί να του προσδοθεί αυτοτέλεια ικανή να δικαιολογήσει κατ’ αρχήν τη διακρίνουσα μεταχείρισή του από το ποινικό δίκαιο και ενδεχομένως και την αναγωγή του σε μέγεθος άξιο αυτοτελούς έννομης προστασίας. Για τον προσδιορισμό των συστατικών στοιχείων του περιβάλλοντος, καταλληλότερη μέθοδος είναι η προσφυγή στα πορίσματα των σχετικών επιστημονικών χώρων, δηλαδή της ευρύτερης περιβαλλοντικής επιστήμης και της οικολογίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε αρκετά σχετικά επιστημονικά έργα αποφεύγεται η εξαντλητική παράθεση των επί μέρους στοιχείων, αλλά προτιμάται η γενική μνεία βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, η παράθεση των βασικών στοιχείων κάθε κατηγορίας, και ακολούθως η διαπίστωση ότι αυτά βρίσκονται σε σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, ώστε συχνά η βλάβη ενός στοιχείου να επιφέρει μεταβολές στην κατάσταση των λοιπών στοιχείων. Έτσι, συστατικά στοιχεία του περιβάλλοντος θεωρούνται η λιθόσφαιρα (έδαφος και υπέδαφος, συμπεριλαμβανομένων των βυθών), η υδρόσφαιρα (ωκεανοί, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια και γενικά κάθε είδους επιφανειακά και υπόγεια ύδατα), η ατμόσφαιρα, και οι εν γένει ζωντανοί οργανισμοί, ενώ σύγχρονες προσεγγίσεις θεωρούν και την ενέργεια (π.χ. ηλιακή) ως αυτοτελές στοιχείο του.

Όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό με μια ματιά στην υδρόγειο σφαίρα, το υδάτινο είναι το πλέον κυρίαρχο εκ των ανωτέρω στοιχείων, αφού η επι-

Σελ. 4

φάνεια του πλανήτη καλύπτεται σε ποσοστό 71% από νερό. Επιπλέον, η επιστήμη της βιολογίας μας διαβεβαιώνει ότι τούτο αποτελεί τη θεμελιώδη χημική ουσία για την ύπαρξη ζωής, όπως τουλάχιστον αυτή είναι μέχρι τώρα γνωστή. Οι διαπιστώσεις αυτές παρέχουν πρόσφορο έδαφος στην υπόθεση ότι εάν πράγματι μπορεί να υποστηριχθεί πειστικά ότι κάποιο εκ των στοιχείων του περιβάλλοντος παρουσιάζει σημαντική αυτοτέλεια, ώστε να δικαιολογείται η διακρίνουσα μεταχείρισή του από το δίκαιο, τούτο θα συνέβαινε προεχόντως για το υδάτινο στοιχείο, και μάλιστα για την κατ’ εξοχήν μορφή του, αυτή των θαλασσών. Άλλωστε, το 97% του νερού της γης βρίσκεται στους ωκεανούς, και λόγω της ελεύθερης μετακίνησης των υδάτινων μαζών τους και της γενικότερης ενότητας και συνέχειας των ωκεάνιων υδάτων, στη σχετική επιστήμη (ωκεανογραφία) γίνεται λόγος για τον «παγκόσμιο ωκεανό» (world ocean) και υποστηρίζεται ότι ο χάρτης των ωκεανών είναι, κατ’ ουσίαν, ένας παγκόσμιος χάρτης.

Θα έλεγε λοιπόν κ θα εξεταστούν πιο διεξοδικά στο σχετικό κεφάλαιο. Πριν όμως την αναλυτικότερη συζήτηση για το θαλάσσιο περιβάλλον ως αντικείμενο ενδιαφέροντος του ποινικού νομοθέτη, κρίνεται σκόπιμο να ολοκληρωθεί στο μέτρο του δυνατού η οντολογική προσέγγισή του.

Σελ. 5

2. Οι ανθρωπογενείς μεταβολές του θαλασσίου περιβάλλοντος και τα αίτιά τους

Το θαλάσσιο περιβάλλον αποτέλεσε πεδίο ανάπτυξης της ανθρώπινης δραστηριότητας ήδη από τη νεολιθική εποχή. Οι πρώτοι θαλασσοπόροι ήταν οι Πολυνήσιοι, ωστόσο δεν έχει υπολογιστεί με ακρίβεια πότε έγιναν τα πρώτα τους βήματα˙ με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, υπολογίζεται ότι αυτό έγινε μεταξύ 3500 και 1000 π.Χ., ενώ είναι πιθανό ότι ακόμα νωρίτερα, οι άνθρωποι ήδη μετακινούνταν με πλωτές σχεδίες που άφηναν να παρασυρθούν από τον άνεμο και τα θαλάσσια ρεύματα. Η ναυτιλία ωστόσο δεν είχε αρνητικές επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον έως τη βιομηχανική επανάσταση, καθώς έως τότε τα πλοία ήταν φτιαγμένα από αβλαβή υλικά (κυρίως ξύλο), δεν χρησιμοποιούσαν ορυκτά καύσιμα για την πρόωσή τους και δεν μετέφεραν επικίνδυνα φορτία. Παρομοίως, οι δραστηριότητες του ανθρώπου στην ξηρά δεν είχαν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Το τοπίο αυτό άλλαξε τον 19 αιώνα με τη βιομηχανική επανάσταση. Έκτοτε το περιβάλλον υφίσταται σημαντικές μεταβολές που οφείλονται στην ανθρώπινη δραστηριότητα (ανθρωπογενείς μεταβολές), οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, κατέστησαν στην πορεία αναγκαία την παρέμβαση του νομοθέτη. Αν και η εξαντλητική τους καταγραφή είναι έργο που ανήκει κατά κύριο λόγο σε άλλους επιστημονικούς χώρους, είναι απαραίτητο να περιγραφεί το φαινόμενο στο μέτρο του δυνατού, ώστε να γίνει αντιληπτό τι καλείται τελικά να αντιμετωπίσει ο νομοθέτης. Για το λόγο αυτό, ακολούθως οι σημαντικότερες πηγές της θαλάσσιας ρύπανσης θα καταταχθούν σε τρεις βασικές κατηγο-

Σελ. 6

ρίες, θα αναζητηθούν τα βαθύτερα αίτια τους και θα καταγραφούν οι αντίστοιχες επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Μια πρώτη κατηγορία είναι οι δραστηριότητες του ανθρώπου που λαμβάνουν χώρα στην ξηρά, έχουν όμως τελικά αντίκτυπο στο θαλάσσιο περιβάλλον, εξαιτίας του υδρολογικού κύκλου (κύκλου του νερού). Εδώ κατά βάση εμπίπτουν οι περιπτώσεις απόρριψης λυμάτων και αποβλήτων στα επιφανειακά ύδατα (ποταμούς και λίμνες), τα οποία αναπόφευκτα καταλήγουν στις θάλασσες. Στα ίδια αποτελέσματα μπορεί να οδηγήσει και η ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα, λ.χ. με επιβλαβείς ουσίες που προέρχονται από υπερβολική χρήση λιπασμάτων, από χωματερές (εγκεκριμένες και μη), από μη στεγανά αποχετευτικά συστήματα κλπ., καθώς εξαιτίας του κύκλου του νερού, οι ουσίες αυτές μπορούν εύκολα να καταλήξουν στα επιφανειακά ύδατα και ακολούθως, στη θάλασσα.

Μια δεύτερη κατηγορία συνιστούν οι απορρίψεις αποβλήτων απευθείας στη θάλασσα (λ.χ. οικιακών και αστικών λυμάτων, ραδιενεργών αποβλήτων κλπ.), καθώς και οι διάφορες επεμβάσεις κατά μήκος της ακτογραμμής, οι οποίες επίσης ενδέχεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον (λ.χ. δια της επέκτασης ενός αεροδιαδρόμου προς τη θάλασσα) έστω και τοπικά. H τρίτη και σημαντικότερη για το παρόν έργο κατηγορία περιλαμβάνει τη θαλάσσια ρύπανση που προκαλείται από τα ίδια τα πλοία και τις πλωτές κατασκευές καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής τους, δηλαδή από τα πρώτα στάδια της κατασκευής τους

Σελ. 7

και τη μετέπειτα χρήση τους έως τον παροπλισμό τους, την εγκατάλειψή τους σε κάποιο «νεκροταφείο πλοίων», την καθ’ οιονδήποτε τρόπο βύθισή τους ή τη διάλυσή τους σε κάποιο διαλυτήριο.

Η προκαλούμενη από τα πλοία και τις πλωτές κατασκευές θαλάσσια ρύπανση μπορεί με τη σειρά της να ταξινομηθεί σε δύο μεγάλες υποκατηγορίες, με κριτήριο αφενός το χρονικό σημείο επέλευσής της σε σχέση με την ωφέλιμη ζωή του πλοίου ή της πλωτής κατασκευής, και αφετέρου τον εκούσιο ή ακούσιο χαρακτήρα της. Έτσι μπορούμε συμβατικά να θεωρήσουμε τη θαλάσσια ρύπανση που μπορεί να προκληθεί κατά την ωφέλιμη ζωή ενός πλοίου (από την καθέλκυση ως τον παροπλισμό) ως πρωτογενή, ενώ τη δυνάμενη να προκληθεί κατά τη διάλυση του πλοίου σε διαλυτήριο ως δευτερογενή. Περαιτέρω, η πρωτογενής ρύπανση διακρίνεται σε λειτουργική και ατυχηματική, ανάλογα με το εάν γίνεται προς εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών ή είναι συνέπεια ατυχήματος. Ενώ μάλιστα η κοινή αντίληψη για τη θαλάσσια ρύπανση διαμορφώνεται συνήθως με αφορμή ναυτικά ατυχήματα που οδηγούν στην απελευθέρωση χιλιάδων τόνων πετρελαίου ή άλλων επιβλαβών ουσιών, η λειτουργική ρύπανση ευθύνεται, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, για τουλάχιστον τα 2/3 της εν γένει θαλάσσιας ρύπανσης με πετρέλαιο ή παράγωγά του.

Η λειτουργική ρύπανση συνίσταται κατά κανόνα σε απορρίψεις επιβλαβών ουσιών, που έχουν προηγουμένως χρησιμοποιηθεί για την εν γένει λειτουργία και συντήρηση του πλοίου, όπως τα λεγόμενα σεντινόνερα. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι λαμβάνει χώρα ακόμη και δια της χρήσης του εξοπλισμού που αποσκοπεί στον περιορισμό της εν γένει ρύπανσης που προκαλείται από τα πλοία. Ειδικότερα, την τελευταία δεκαετία, στην προσπάθεια του ναυτιλιακού κλάδου να περιοριστεί η εκπομπή αερίων ρύπων (και ιδίως οξειδίων του

Σελ. 8

θείου) από τους κινητήρες των πλοίων, σε συμμόρφωση και με τα προβλεπόμενα στο παράρτημα VI της σύμβασης MARPOL 73/78, ως ισχύει, σε πολλά πλοία τοποθετήθηκαν οι λεγόμενες «πλυντρίδες ανοιχτού βρόχου». Πρόκειται για ειδικές κυλινδρικές διατάξεις στις οποίες εισέρχονται τα καυσαέρια, και ακολούθως, δια του ψεκασμού τους με θαλασσινό νερό, επιτυγχάνεται ο διαχωρισμός των οξειδίων του θείου από τα υπόλοιπα καυσαέρια, τα οποία στη συνέχεια αποβάλλονται απαλλαγμένα σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους ρύπους. Ωστόσο, το νερό που χρησιμοποιείται για τη διαδικασία αυτή δεν είναι πλέον καθαρό και απορρίπτεται στη θάλασσα, συχνά χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία. Ήδη, έχει διαπιστωθεί ότι αυτή η πρακτική, που σκοπό είχε τον περιορισμό των αερίων ρύπων, στην ουσία μεταθέτει το πρόβλημα στον χώρο των θαλασσών, και για το λόγο αυτό διάφορα κράτη έχουν αρχίσει να απαγορεύουν τη χρήση αυτών των συστημάτων, προκρίνοντας τα αντίστοιχα συστήματα κλειστού βρόχου, η χρήση των οποίων δεν συνεπάγεται απορρίψεις επιβλαβών ουσιών στη θάλασσα.

Παράλληλα, σοβαρή πηγή θαλάσσιας ρύπανσης αποτελούν και οι σχετικές με την εξόρυξη υδρογονανθράκων δραστηριότητες, είτε κατά το στάδιο της εξερεύνησης του βυθού είτε κατά το μετέπειτα στάδιο της οικονομικής εκμετάλλευσης των διαφόρων κοιτασμάτων. Στις εν λόγω δραστηριότητες συμμετέχουν τόσο διάφορα πλοία με ειδικές τεχνικές δυνατότητες (πλοία γεωτρήσεων), όσο και άλλες πλωτές κατασκευές, δηλαδή κατά κύριο λόγο οι πλωτές, ημιβυθιζόμενες ή βυθιζόμενες εξέδρες (ή πλατφόρμες) γεώτρησης. Και στις περιπτώσεις αυτές, η προκαλούμενη ρύπανση μπορεί να διακριθεί σε λειτουργική και ατυχηματική, με την πρόσθετη διευκρίνιση ότι μπορεί να προκληθεί όχι μόνο από τις απορρίψεις ουσιών, αλλά και από την ίδια τη διαδικασία της αναζήτησης κοιτασμάτων και της εξόρυξης: για παράδειγμα, σε πολλά υπο-

Σελ. 9

βρύχια κοιτάσματα αργού πετρελαίου, αυτό βρίσκεται υπό πίεση και για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται μηχανικές διατάξεις που επιτρέπουν την ελεγχόμενη εξόρυξη. Εάν υπάρξει αστοχία, τότε η πίεση του πετρελαίου καταστρέφει την υποβρύχια διάταξη της εξόρυξης και ακολούθως το πετρέλαιο αναβλύζει ανεξέλεγκτα στη θάλασσα, όπως έγινε στην περίπτωση της έκρηξης στην εξέδρα εξόρυξης Deepwater Horizon στον κόλπο του Μεξικού τον Απρίλιο του 2010. Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι περαιτέρω επιβάρυνση του θαλασσίου περιβάλλοντος μπορεί να προκληθεί και κατά τις συντονισμένες προσπάθειες αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών. Η χρήση διαλυτών του αργού πετρελαίου, προκειμένου να διασπαστούν οι πετρελαιοκηλίδες και να μην καταστρέψουν τις ακτές και τους οργανισμούς που ζουν σε αυτές, δεν είναι καθόλου ακίνδυνη για το θαλάσσιο περιβάλλον, καθώς επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι τα μικροσταγονίδια πετρελαίου που προκύπτουν από τη διάλυση των κηλίδων είναι ακόμη πιο επιβλαβή για τους θαλάσσιους οργανισμούς και, εφόσον η χρήση των διαλυτών λαμβάνει χώρα σε σχετικά κοντινή απόσταση από την ακτή, είναι πιθανώς επιβλαβής ακόμη και για τον υδροφόρο ορίζοντα.

Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα την εισαγωγή ξένων στοιχείων στο θαλάσσιο περιβάλλον, τα οποία διαταράσσουν τη φυσική του ισορροπία. Βεβαίως, το θαλάσσιο περιβάλλον είναι αχανές, ενώ επιπλέον, εξαιτίας της χημικής σύστασης του θαλασσινού νερού, της διαρκούς κίνησής του και της ύπαρξης σε αυτό οργανισμών που έχουν την ικανότητα να διασπούν τις οργανικές χημικές ενώσεις, έχει την «ικανότητα» να επανέρχεται σε κατάσταση ισορροπίας. Ωστόσο, τούτο δεν είναι πάντοτε εφικτό σε σύντομο χρόνο, ενώ πολλές φορές η πλήρης αποκατάσταση της ισορροπίας μπορεί να χρειαστεί διάστημα μεγαλύτερο και από το μέσο όρο διάρκειας της ανθρώπινης ζωής. Έτσι, εφόσον τα περιστατικά ρύπανσης έχουν ορισμένη έκταση και βαρύτητα, μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιώδη επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των διαφόρων έμβιων θαλάσσιων οργανισμών αλλά και του ανθρώπου, ως όντος που συμβιεί με αυτά και είναι μέλος της ίδιας τροφικής αλυσίδας, αλλά

Σελ. 10

και δια μόνης της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων, η οποία μπορεί να τα καταστήσει ακατάλληλα προς ανθρώπινη χρήση (λ.χ. αδυναμία κολύμβησης, προσέγγισης σε ακτές κλπ.).

Έχοντας περιγράψει τις πηγές της θαλάσσιας ρύπανσης και τις βασικές επιπτώσεις της, απομένει η αναζήτηση των αιτίων που οδηγούν τους ανθρώπους στις αντίστοιχες συμπεριφορές, προκειμένου να ολοκληρωθεί η οντολογική προσέγγιση του φαινομένου. Οι υπαίτιοι της θαλάσσιας ρύπανσης μπορεί να προέρχονται από διάφορα κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα, ωστόσο οι πιο μεγάλες καταστροφές προκαλούνται κατά κανόνα ακριβώς από αυτούς που έχουν την αντίστοιχη εξουσία ή/και ικανότητα, δηλαδή από τις μεγάλες εθνικές ή πολυεθνικές επιχειρήσεις αλλά ακόμα και τα ίδια τα κράτη. Πράγματι, τη θάλασσα ρυπαίνει τόσο ο λιγότερο τυχερός πολίτης μιας αναπτυσσόμενης χώρας που, ελλείψει αποχετευτικού συστήματος, μεταφέρει και αδειάζει κατευθείαν σε αυτή ή σε παρακείμενο ποταμό τα οικιακά του λύματα, όσο και η πόλη που απορρίπτει τα λύματά της στον παρακείμενο κόλπο άνευ βιολογικού καθαρισμού˙ τόσο ο ιδιώτης που από απροσεξία προκαλεί υπερχείλιση της δεξαμενής καυσίμων κατά τον ανεφοδιασμό του σκάφους αναψυχής του ή που επίτηδες πετάει απορρίμματα στη θάλασσα από το κατάστρωμα ενός πλοίου, όσο και το ποντοπόρο πλοίο που, χωρίς προηγούμενη επεξεργασία, αδειάζει τα σεντινόνερά του ή τις δεξαμενές έρματος στον ωκεανό. Ομοίως, τη θάλασσα ρυπαίνει όχι μόνο το κράτος που αποθέτει ραδιενεργά απόβλητα στο βυθό ή δίνει άδεια για την καταπόντιση χρησιμοποιημένων ελαστικών στα ανοικτά των ακτών του, πιστεύοντας ότι έτσι θα δημιουργηθούν αποικίες για

Σελ. 11

τους θαλάσσιους οργανισμούς, αλλά και η ναυτιλιακή εταιρεία που επιλέγει να εφαρμόσει επικίνδυνα για το περιβάλλον υφαλοχρώματα στα πλοία της.

Τα αίτια των συμπεριφορών που ενδεικτικά καταγράφηκαν στα παραπάνω παραδείγματα ποικίλουν και μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: ανάγκη ανθρώπινης επιβίωσης υπό αντίξοες συνθήκες, έλλειψη υποδομών, άγνοια, επιδίωξη του μέγιστου δυνατού επιχειρηματικού κέρδους, ελαχιστοποίηση «περιττών» κρατικών ή επιχειρηματικών δαπανών. Όλοι αυτοί οι παράγοντες δεν θα ήταν άστοχο να συσχετιστούν με τον σύγχρονο τρόπο δόμησης της παγκοσμιοποιημένης (καπιταλιστικής) οικονομίας, καθώς η έλλειψη υποδομών σε ορισμένες χώρες είναι το αναγκαίο σύστοιχο του πλούτου που υπάρχει σε άλλα μέρη της υφηλίου, η άγνοια για τις πραγματικές ιδιότητες κάποιων αποβλήτων μπορεί να τροφοδοτείται από οικονομικά συμφέροντα, ενώ η ισχυρή θέση ορισμένων δρώντων (λ.χ. πολυεθνικών εταιρειών) και οι εγκαθιδρυμένες κοινωνικές δομές καθιστούν τη ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος ένα πραγματικά διάχυτο πρόβλημα που ως ένα βαθμό γίνεται αποδεκτό από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ αλλά και από τις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Για την υπέρβαση αυτής της κατάστασης απαιτείται η ορθή αξιοποίηση του δικαίου, ως βασικού μηχανισμού ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων, και ιδίως του ποινικού δικαίου, ως μηχανισμού οριοθέτησης των επιβλαβών για το περιβάλλον δραστηριοτήτων. Εξίσου απαραίτητη είναι όμως και μια στροφή σε ένα περισσότερο βιώσιμο μοντέλο οικονομίας, εν όψει της πεπερασμένης έκτασης και των περιορισμένων πόρων του πλανήτη.

Σελ. 12

3. Το περιβάλλον ως έννοια του δικαίου

Η ύπαρξη στοιχειώδους νομοθετικής πρόνοιας σχετικά με ζητήματα ρύπανσης δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι πληροφορίες που διασώζονται δείχνουν ότι υπήρχαν σχετικά νομοθετήματα στην κλασική αρχαιότητα, όμως αυτά ήταν αποσπασματικά και κατέτειναν στην επίλυση μεμονωμένων προβλημάτων των αρχαίων κοινωνιών, όπως λ.χ. η εξασφάλιση ότι τα απορρίμματα της πόλης των Αθηνών δεν θα απορρίπτονταν εντός των ήκες που ευνοούν την ανάπτυξη και την απόλαυση όσων έχει να προσφέρει ο τόπος της, και από την άλλη πλευρά ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα που πλέον καλείτο να αντιμετωπίσει ήταν πολύ ευρύτερα και πιο πολύπλοκα απ’ ό,τι στο παρελθόν, ιδίως λόγω της συνεχούς τεχνολογικής προόδου και της προοπτικής για αλματώδη αύξηση του πληθυσμού μετά την επάνοδο σε συνθήκες σχετικής ομαλότητας. Η καταστρεπτική δύναμη του ανθρώπου για το περιβάλλον έγινε ιδιαίτερα αντιληπτή ιδίως αφού αυτός βρήκε τον τρόπο να αξιοποιήσει την πυρηνική ενέργεια για πολεμικούς αλλά και ειρηνικούς σκοπούς. Οι ατομικές βόμβες που χρησιμοποιήθηκαν από τις ΗΠΑ ενάντια στην Ιαπωνία το 1945, οι δοκιμές πυρηνικών όπλων αλλά και τα πρώτα πυρηνικά ατυχήματα κατά την επόμενη δεκαετία, παρείχαν έδαφος για την ανάπτυξη ενός περιβαλλοντικού κινήματος κατά τη δεκαετία του 1960.

Σελ. 13

Σε αυτό λοιπόν το ιστορικό πλαίσιο, άρχισαν να ωριμάζουν οι συνθήκες για μια πιο συστηματική δικαιική προσέγγιση του προβλήματος σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα εθνικά νομοθετήματα που αποσκοπούσαν στην προστασία του περιβάλλοντος και ειδικά του υδάτινου στοιχείου, ενώ λίγο αργότερα εμφανίστηκε κινητικότητα και σε διεθνές επίπεδο. Αν και τα αγαθά κίνητρα του νομοθέτη δεν άργησαν να τεθούν υπό σοβαρή αμφισβήτηση, το περιβάλλον είχε πλέον αρχίσει να αποτελεί σημαντικό πεδίο άσκησης οικονομικής και νομοθετικής πολιτικής, γεγονός που αναπόφευκτα έφερε και το ποινικό δίκαιο —ως πρωταρχικό μηχανισμό καταστολής— στο προσκήνιο όσον αφορά στην αντιμετώπιση αποκλινουσών συμπεριφορών. Το εγχείρημα αυτό ήταν αναπόφευκτα αντιμέτωπο με τα οντολογικής φύσης προβλήματα που προεκτέθηκαν, αρχής γενομένης με το ζήτημα του ορισμού του πεδίου εφαρμογής των υπό θέσπιση κανόνων δικαίου, καθώς η αναγωγή στο καθημερινό γλωσσικό νόημα τόσο σύνθετων όρων θα ήταν αλυσιτελής, ιδίως εν όψει και του βασικού αξιώματος του ποινικού δικαίου σχετικά με το ορισμένο των κυρωτικών κανόνων, που πλέον έχαιρε καθολικής αναγνώρισης στο φιλελεύθερο κόσμο. Ήταν επομένως αναγκαίο να δοθεί ένας θετικός ορισμός στο περιβάλλον και σε όσα στοιχεία του παρουσίαζαν ξεχωριστό ενδιαφέρον, ενώ το ίδιο έπρεπε να γίνει και για τις επιβλαβείς συμπεριφορές που κατά περίπτωση κρινόταν ότι πρέπει να απαγορευθούν, καθώς και για τα αποτελέσματά τους.

Έτσι, οι έννοιες «περιβάλλον», «θάλασσα», «ρύπανση», «ρυπογόνος ουσία», «υποβάθμιση», καθώς και άλλες συναφείς, κατέστησαν νομικά σημαντικές. Οι ορισμοί που δόθηκαν ήταν ποικίλοι, ανάλογα με τις επιδιώξεις του κάθε νομοθετήματος και το νομικό πολιτισμό κάθε χώρας, ενώ με τη σταδιακή θέσπιση δεσμευτικών κανόνων δικαίου υπερεθνικής ισχύος (αρχικά μέσω διεθνών συμβάσεων και ακολούθως και μέσω υπερεθνικών οργανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση), υπήρξε εννοιολογική σύγκλιση. Τέτοια προσπάθεια σύγκλισης

Σελ. 14

όμως δεν χρειάστηκε ποτέ να καταβληθεί ως προς ένα άλλο σημείο, μιας και ως προς τούτο υπήρχε εξαρχής σύμπνοια: ότι ως ένα βαθμό, η ανθρωπογενής διατάραξη της φυσικής ισορροπίας του περιβάλλοντος πρέπει να γίνεται ανεκτή από το δίκαιο και άρα, από το πλήθος των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που τη διαταράσσουν, μόνο κάποιες πρέπει να απαγορευτούν.

Ανατρέχοντας και πάλι στις οντολογικές παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι εάν τελικά ο νομοθέτης συνέλαβε το πρόβλημα με πληρότητα και σαφήνεια, ή για διάφορους λόγους περιορίστηκε σε μια πιο αποσπασματική και ατελή προσέγγιση. Αν και τελική απάντηση δεν μπορεί να δοθεί χωρίς να εξεταστούν οι επί μέρους διατάξεις και να γίνει αντιληπτό το πεδίο εφαρμογής τους, πριν την καθαρά νομική ανάλυση που θα αρχίσει στο αμέσως επόμενο μέρος του έργου, είναι χρήσιμο να γίνουν μερικές κοινωνιολογικής και εγκληματολογικής φύσης επισημάνσεις, οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπό τις τρέχουσες κοινωνικές συνθήκες, οι δυνατότητες του ποινικού δικαίου στον υπό συζήτηση χώρο είναι εγγενώς περιορισμένες.

4. Το περιβαλλοντικό έγκλημα στην κοινωνία της διακινδύνευσης

Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ulrich Beck παρατήρησε εύστοχα ότι στη βιομηχανική κοινωνία της νεωτερικότητας, η οποία πορεύεται με κύριο όχημα την τεχνολογική πρόοδο, η παραγωγή του πλούτου συνδέεται συστηματικά με

Σελ. 15

την παραγωγή διακινδυνεύσεων, δηλαδή τρόπων αντιμετώπισης των κινδύνων που δημιουργούνται κατά την εξελικτική της πορεία. Η ανθρωπότητα βεβαίως ήταν ανέκαθεν αντιμέτωπη με κινδύνους, όμως στην νεωτερικότητα αυτοί έχουν μετασχηματισθεί και παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν. Δεν πρόκειται πια για ατομική διακινδύνευση (όπως ήταν λ.χ. οι κίνδυνοι που βίωναν οι θαλασσοπόροι εξερευνητές του Μεσαίωνα), αλλά για συλλογική, παγκόσμια διακινδύνευση, η οποία μάλιστα —σε αντίθεση με το παρελθόν— συχνά δεν γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις, είναι ευρείας κλίμακας και αποτελεί συνέπεια της προϊούσας επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, παρά της έλλειψής της. Υπερβαίνει τις ατομικές περιστάσεις αλλά ακόμη και τα εθνικά σύνορα και συνιστά κατά κύριο λόγο «ανεπιθύμητη παρενέργεια» της ανθρώπινης δραστηριότητας, συμφυή με το καπιταλιστικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας.

Πρωταρχικό πεδίο τέτοιων διακινδυνεύσεων είναι φυσικά το περιβάλλον, το οποίο πλήττεται από την ανθρώπινη δραστηριότητα σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στα δύο προηγούμενα κεφάλαια. Οι άνθρωποι όμως και κατ’ επέκταση και οι κοινωνίες, έχουν εγγενή ανάγκη να νιώθουν ότι ελέγχουν τις διακινδυνεύσεις αυτές και ότι έχουν λάβει κάθε προβλέψιμο μέτρο για την αποτροπή πραγμάτωσης των διαφόρων κινδύνων, προκειμένου να εξακο-

Σελ. 16

λουθήσουν να αποδέχονται την ύπαρξή τους. Με τον τρόπο αυτό το δίκαιο έρχεται ξανά στο προσκήνιο, όχι πια ως μέσο προστασίας ενός αγαθού που έχει τη δική του αξία (είτε αυτοτελώς, είτε σε συνάρτηση με τον άνθρωπο), αλλά πρωτίστως ως μηχανισμός εξασφάλισης της γαλήνιας οικονομικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Κατά τον Beck, ακριβώς εκείνοι οι κανόνες που επιτάσσουν την προστασία του περιβάλλοντος, ταυτοχρόνως επιτρέπουν και την προσβολή του: τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια ρύπανσης, οι προβλεπόμενες διαδικασίες αποζημίωσης/επανόρθωσης των περιβαλλοντικών βλαβών και η προσπάθεια στατιστικής περιθωριοποίησης των δυσμενέστερων σεναρίων, δημιουργούν μια υποκειμενική ψευδαίσθηση ασφάλειας που πρωτίστως εξυπηρετεί όσους είναι πρόθυμοι να την εκμεταλλευτούν στο έπακρο, κινούμενοι στα όρια της νομιμότητας αλλά τυπικά εντός αυτών. Κατά την εύστοχη διατύπωσή του, “όποιος περιορίζει τη ρύπανση έχει συναινέσει σε αυτήν. Ό,τι είναι ακόμα δυνατόν είναι, σύμφωνα με τον κοινωνικό ορισμό, «αβλαβές» — ανεξάρτητα από το πόσο επιβλαβές μπορεί να είναι. Οι αποδεκτές τιμές μπορεί πράγματι να αποτρέπουν τα πολύ χειρότερα, αλλά την ίδια στιγμή είναι «λευκές επιταγές» για τη δηλητηρίαση της φύσης και του ανθρώπου λίγο. Πόσο μεγάλο μπορεί να είναι αυτό το «λίγο» είναι εκείνο που κρίνεται εδώ.” (η έμφαση του συγγραφέα).

Εφόσον όμως τελικά η ανθρωπογενής επιβάρυνση του περιβάλλοντος είναι προϊόν της κοινωνίας της διακινδύνευσης, το σύνθετο πλέγμα σχέσεων που μόλις περιγράφηκε και η ιδιαίτερη φύση των κινδύνων, οι συνέπειες της πραγμάτωσης των οποίων μπορεί να εκτείνονται σε χρονικό σημείο πολύ μεταγενέστερο και να αφορούν ανθρώπους που δεν έχουν καν ακόμη γεννηθεί, δεν διευκολύνουν τον καταλογισμό ορισμένου αποτελέσματος σε συγκεκριμένη ανθρώπινη συμπεριφορά. Για παράδειγμα, ενώ είναι επιστημονικά

Σελ. 17

γνωστό ότι η μακροχρόνια έκθεση ακόμα και σε σχετικά μικρές δόσεις ραδιενέργειας αυξάνει τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου, τα τελικώς εμφανιζόμενα κρούσματα (που μπορεί να αφορούν ακόμα και ανθρώπους που θα γεννηθούν στο μέλλον) δεν μπορούν να αποδοθούν στην αιτία αυτή με απόλυτη βεβαιότητα, αφού η μορφή εμφάνισης της νόσου, είτε πράγματι προκλήθηκε από την έκθεση σε ραδιενέργεια είτε όχι, δεν διαφέρει. Επομένως, τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων μορφών διακινδύνευσης είναι τέτοια που δεν επιτρέπουν την ευχερή σύνδεση του κινδύνου που πραγματώνεται με ορισμένη αιτία και, εν τέλει, με συγκεκριμένη ανθρώπινη συμπεριφορά. Εάν η τελευταία αυτή διαπίστωση συνδυαστεί με την θεώρηση της ρύπανσης του περιβάλλοντος ως «ανεπιθύμητης παρενέργειας» από τις σύγχρονες κοινωνίες, τότε μπορεί κανείς να αντιληφθεί γιατί οι συνθήκες είναι ιδανικές για την εδραίωση ενός συστήματος «οργανωμένης ανευθυνότητας» (organisierte Unverantwortlichkeit), το οποίο νομιμοποιεί και επιτρέπει τις επικίνδυνες για το περιβάλλον δραστηριότητες ως ένα σημείο, με τρόπο εξαιρετικά βολικό για τους κυρίαρχους δρώντες. Το σημείο τούτο συνήθως προσδιορίζεται με βάση την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής και αναπροσαρμόζεται στην πορεία του χρόνου, αλλά ταυτοχρόνως το σύστημα και οι εν αυτώ δρώντες γνωρίζουν ότι ακόμα και η υπέρβαση των τεθειμένων ορίων έχει μεγάλες πιθανότητες να παραμείνει χωρίς συνέπειες, αφού ούτε ευχερώς διαπιστώσιμη είναι, ούτε εύκολα μπορεί να αποδοθεί σε εξατομικευμένη ανθρώπινη συμπεριφορά.

Οι θέσεις του Beck προκάλεσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον χώρο της κοινωνιολογίας και όχι μόνο, καθώς τα έργα του έγιναν προσβάσιμα σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Παρά την κριτική που έχουν δεχθεί, ιδίως ως προς τις προκείμενές τους σχετικά με την διαφορετική ποιότητα των διακινδυνεύσεων σε σχέση με το παρελθόν, φρονούμε ότι εμπεριέχουν χρήσιμες παρατηρήσεις για τον ρόλο του δικαίου και ειδικότερα του ποινικού δικαίου στον χώρο της προστασίας του περιβάλλοντος.

Στο ποινικό δίκαιο, οι διακινδυνεύσεις έχουν αξιοποιηθεί προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις, δηλαδή για να δικαιολογήσουν τόσο τον περιορισμό όσο και

Σελ. 18

την επέκταση της ποινικής καταστολής. Θα τολμούσαμε να παρατηρήσουμε ότι, με την εξαίρεση της αναγνώρισης της επιτρεπόμενης κινδυνώδους δράσης ως λόγου άρσης του αδίκου στο πλαίσιο ορισμένων καθημερινών δραστηριοτήτων της κοινωνικής ζωής, οι οποίες ενέχουν εγγενείς κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα, οι διακινδυνεύσεις έχουν αξιοποιηθεί στον χώρο του ποινικού δικαίου προεχόντως ως δογματικό έρεισμα για την επέκταση της ποινικής καταστολής. Οι σκέψεις όμως του Beck δείχνουν ότι οι διακινδυνεύσεις μπορούν να αξιοποιηθούν και προς την κατεύθυνση του περιορισμού της ποινικής καταστολής σε έναν χώρο που κείται πέραν από τα παραδοσιακά αναγνωρισμένα πεδία της επιτρεπόμενης κινδυνώδους δράσης των εννόμων αγαθών. Οι διακινδυνεύσεις χαράσσουν τα απώτατα όρια του ποινικού δικαίου στον χώρο του περιβάλλοντος, είτε in abstracto σε νομοθετικό επίπεδο, εξηγώντας τη μη ποινικοποίηση της ρύπανσης που συνιστά απλώς «ανεπιθύμητη παρενέργεια» της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, είτε in concreto σε επίπεδο (μη) εφαρμογής των εκάστοτε ποινικών διατάξεων, εξηγώντας γιατί τελικά η απόδοση ατομικής ποινικής ευθύνης για τις προσβολές του περιβάλλοντος είναι εγγενώς δυσχερής. Ενώ όμως στους λοιπούς χώρους όπου αναγνωρίζεται «επιτρεπόμενη κινδυνώδης δράση», οι σχετικοί κανόνες είναι σαφείς, κατά κανόνα τεχνικής φύσης και κατατείνουν στη λειτουργία ενός συστήματος κατά τρόπο συνολικά επωφελή για την κοινωνία, τούτο δεν μπορεί να διαπιστωθεί με την ίδια ευκολία στον χώρο του περιβάλλοντος. Πράγματι, οι προϋποθέσεις για την άρση του αδίκου (ή τη μη κατάφαση εξωτερικής αμέλειας) επί μιας ιατρικής πράξης που έτυχε, στο πλαίσιο μιας στατιστικής κατανομής, να μη φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα και οδήγησε στο θάνατο του ασθενούς, είναι κατά το μάλλον ή ήττον αναντίρρητες, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους τεχνικής φύσης κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που ορίζουν την προτεραιότητα στις διασταυρώσεις, το όριο ταχύτητας κλπ., η πιστή τήρηση των οποίων από όλους τους χρήστες εμποδίζει τη

Σελ. 19

θεμελίωση ποινικής ευθύνης σε βάρος ενός προσώπου, ακόμα και αν το βλαπτικό αποτέλεσμα φαίνεται να προήλθε και από δική του πράξη. Δυστυχώς, τέτοια σαφήνεια απουσιάζει από τον χώρο του ποινικού δικαίου του περιβάλλοντος, καθώς, όπως θα δούμε, οι μεν κεντρικές του έννοιες —όπως π.χ. αυτές της ρύπανσης, της υποβάθμισης, και του οικοσυστήματος— χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη ρευστότητα, η δε νομοθεσία είναι δαιδαλώδης, συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενη και ενίοτε ακόμα και δυσπρόσιτη.

Παρά ταύτα, για ένα θεμελιώδες ζήτημα ο νομοθέτης έχει φροντίσει να τοποθετηθεί εξαρχής σαφώς: ενώ σε άλλους χώρους κινδυνώδους ζωής των εννόμων αγαθών, οι ειδικές υποστάσεις των οικείων εγκλημάτων ουδέν προβλέπουν περί των λόγων που αποκλείουν την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης ή αίρουν το άδικο, αλλά το ζήτημα αφήνεται στην ερμηνεία, ώστε, κατ’ επίκληση άλλων κανόνων, να αποκλείεται ή να αίρεται το άδικο μιας προσβολής, αντιθέτως στον χώρο του περιβάλλοντος —όπως θα καταδειχθεί και στα επόμενα μέρη της μελέτης— ο νομοθέτης, τόσο στην Ελλάδα όσο και πολλές άλλες έννομες τάξεις, όρισε στις ίδιες τις ειδικές υποστάσεις των εγκλημάτων κατά του περιβάλλοντος, ότι το εγκληματικό αποτέλεσμα πρέπει να επέρχεται κατά παράβαση ορισμένων διοικητικής φύσης κανόνων. Με άλλα λόγια: αν οι κανόνες αυτοί έχουν τηρηθεί, δεν αίρεται το άδικο των εν λόγω πράξεων, ένεκα συνδρομής του —εκτός του γραπτού δικαίου— λόγου της επιτρεπόμενης κινδυνώδους δράσης των εννόμων αγαθών, αλλά πρόκειται για ευθεία έλλειψη στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος. Το στίγμα αυτής της επιλογής είναι σαφές: οι εν λόγω πράξεις, έως σήμερα, δεν ενδιαφέρουν το ποινικό δίκαιο, αφού έχουν σταθμισθεί a priori από τον νομοθέτη, ως κοινωνικά επωφελείς.

Συναφώς υποστηρίζεται ότι, στην εποχή της κλιματικής αλλαγής (κατ’ άλλους, της «κλιματικής κρίσης»), όπου σχεδόν όλα τα κράτη έχουν αναλάβει

Σελ. 20

δεσμεύσεις για την αποφυγή της περαιτέρω υπερθέρμανσης του πλανήτη, η ανωτέρω προσέγγιση της άμεσης εξάρτησης του αξιοποίνου από τα όρια που θεσπίζουν οι διοικητικού δικαίου διατάξεις, είναι παρωχημένη και ατελέσφορη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ατμόσφαιρα, η οποία δεν γνωρίζει σύνορα και προς επιβάρυνση της οποίας συμπράττουν, κατά το μάλλον ή ήττον, σχεδόν όλοι. Απαιτείται, κατά την άποψη αυτή, αναθεώρηση της νομοθετικής προσέγγισης, ώστε η κοινωνικά επωφελής δραστηριότητα να είναι ποινικώς αδιάφορη, μόνο όταν είναι πραγματικά ήσσονος σημασίας ή όταν οι φορείς της έχουν μεριμνήσει να λάβουν εκ των προτέρων αντισταθμιστικά μέτρα, ώστε το τελικό περιβαλλοντικό ισοζύγιο της δραστηριότητάς τους, να είναι περίπου ουδέτερο. Η πρόταση αυτή έχει βέβαια να αντιμετωπίσει πλείστες επιφυλάξεις ως προς τον σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι θιασώτες της ομολογούν, ενώ επίσης δεν προσφέρει ικανοποιητική λύση στο —υπάρχον και σήμερα— πρόβλημα της αδυναμίας των κοινωνικά ασθενέστερων, να αντισταθμίσουν επαρκώς μια δραστηριότητά τους που είναι περιβαλλοντικά επιβλαβής, αλλά ενδεχομένως απαραίτητη για την επιβίωσή τους.

Οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο κεφάλαιο αυτό εμπλουτίζονται ουσιαστικά από τα πορίσματα της εγκληματολογικής επιστήμης, τα οποία καταδεικνύουν με ενάργεια ότι ο νομοθέτης έχει αποτύχει —εν μέρει τουλάχιστον ηθελημένα— να συλλάβει το πρόβλημα στις πλήρεις του διαστάσεις.

 
Back to Top