ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 15€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 40,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18787
Καλογιάννης Σ.
Γιαννακούρου Γ., Κιτσαράς Λ.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ & ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Γιαννακούρου Γ.
  • Έκδοση: 2023
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 400
  • ISBN: 978-618-08-0033-3

To έργο "Σχέδια πόλεων και Δημόσιος χώρος στις απαρχές του Ελληνικού Κράτους" αποσκοπεί στην αποκωδικοποίηση των συντελεστών που διέπουν τον σχεδιασμό, την οργάνωση των πόλεων και του δημόσιου χώρου, τη χωροθέτηση των δημόσιων κτιρίων και μνημείων, στις απαρχές του ελληνικού κράτους. Έρχεται να καλύψει ένα κενό στη βιβλιογραφία, καθώς επικεντρώνεται στην Οθωνική περίοδο, αλλά καταγράφει την εξέλιξη της νομοθεσίας μέχρι τον 21ο αιώνα.

Στο βιβλίο αναλύεται το σύνολο της σχετικής νομοθεσίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την περίοδο 1833-1862. Καταγράφονται οι επιρροές της από την αντίστοιχη νομοθεσία ευρωπαϊκών κρατών και ερμηνεύονται τα αποτελέσματα της εφαρμογής της.

Ως εργαλείο ανάλυσης επελέγη η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην οποία δημοσιεύονταν Νόμοι και Βασιλικά Διατάγματα, Αποφάσεις και Εγκύκλιοι, και ξέφραζε την επίσημη κρατική αντίληψη της εποχής περί σχεδιασμού πόλεων.

Το έργο εστιάζει:

  • στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον σχεδιασμό των πόλεων τον 19ο αιώνα
  • στην Ελλάδα κατά την Οθωνική περίοδο (οργάνωση του κράτους, νομοθεσία, έργα υποδομής)
  • στις πόλεις, τους δημόσιους χώρους, τα δημόσια κτίρια κατά την Οθωνική περίοδο (σχέδια πόλεων, δημόσια κτίρια, αστικό περιβάλλον).        

Εμπεριέχεται παράρτημα χαρτών της Οθωνικής περιόδου.

Το βιβλίο "Σχέδια πόλεων και Δημόσιος χώρος στις απαρχές του Ελληνικού Κράτους" απευθύνεται σε νομικούς που εμβαθύνουν στην πολεοδομική νομοθεσία, σε μηχανικούς που ασχολούνται με πολεοδομικά θέματα, σε ιστορικούς, σε φοιτητές Νομικής και Πολυτεχνικών Σχολών που επιθυμούν να γνωρίσουν τη νομοθεσία, τον σχεδιασμό και την εξέλιξη των ελληνικών πόλεων.

XIII

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΣΕΙΡΑΣ IX

ΠΡΟΛΟΓΟΣ XI

Εισαγωγή

1. Σκοπός 1

2. Μεθοδολογία και πηγές 4

3. Διάρθρωση Κεφαλαίων 5

4. Γενικές παρατηρήσεις 8

Κεφάλαιο Ι

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον σχεδιασμό των πόλεων τον 19ο αιώνα

1. Η διαμόρφωση των πόλεων και του δημόσιου χώρου στην Ευρώπη 9

1.1. Η έννοια της πόλης 9

1.2. Πολυσημία και προσεγγίσεις του δημόσιου χώρου 11

1.3. Ο νεοκλασικισμός στην αρχιτεκτονική 15

1.4. Ο ρομαντισμός στην αρχιτεκτονική 18

1.5. Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής πόλης από τον Μεσαίωνα μέχρι τον 19ο αιώνα 19

1.5.1. Γενικά 19

1.5.2. Η βιομηχανική επανάσταση – Νέα υλικά στις κατασκευές 22

1.6. Τα κτίρια των Κοινοβουλίων 24

2. Σχέδια πόλεων και δημόσιος χώρος σε ευρωπαϊκές χώρες 27

2.1. Γαλλία 28

2.2. Βρετανία 30

2.3. Γερμανία 31

XIV


Κεφάλαιο ΙΙ

Η Ελλάδα κατά την Οθωνική περίοδο

1. Η δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους 35

2. Μέρος Α’: Η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως – Πρόσωπα και γεγονότα
κατά την Οθωνική περίοδο 36

2.1. Η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδας 36

2.2. Πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο 40

2.2.1. Η περίοδος Αντιβασιλείας (1833 - 1835) 40

2.2.2. Η περίοδος απόλυτης μοναρχίας (1835 - 1843) 41

2.2.3. Η επανάσταση του 1843 43

2.2.4. Η περίοδος συνταγματικής μοναρχίας (1844 - 1862) 44

2.2.5. Προσωρινή Κυβέρνηση (Οκτώβριος 1862) 49

3. Μέρος Β’: Οργάνωση του κράτους – Νομοθεσία – Εκπαιδευτικά
Ιδρύματα – Υποδομή 52

3.1. Οργάνωση του κράτους – Οι θεσμοί 52

3.1.1. Διοικητική οργάνωση 52

3.1.2. Θεσμοί συνδεδεμένοι με την πολεοδομική οργάνωση του κράτους 56

3.1.2.1. Ελεγκτικό Συνέδριο 57

3.1.2.2. Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) 57

3.1.2.3. Τράπεζες 58

3.1.3. Πληθυσμός της Ελλάδας 58

3.2. Η νομοθεσία 60

3.2.1. Επιρροές και δάνεια της νομοθεσίας 60

3.2.2. Περί Νόμων και Διαταγμάτων 62

3.2.3. Νομοθεσία γενικής εφαρμογής για τον σχεδιασμό των πόλεων
και οικισμών 65

3.2.4. Οικοδομικοί Κανονισμοί – Οικοδομική άδεια 100

3.2.5. Αρχαιολογική νομοθεσία 105

3.2.5.1. Τα μνημεία 110

3.3. Περί συναρμοδιότητας Υπουργείων σε θέματα σχεδίων πόλεων
και δημόσιων κτιρίων 115

3.4. Εκπαίδευση – Εκπαιδευτικά Ιδρύματα 118

3.4.1. Γενικά θέματα εκπαίδευσης 118

3.4.2. Πανεπιστήμιο Αθηνών 118

XV

3.4.3. Σχολείο των Τεχνών – Πολυτεχνείο 121

3.4.4. Σχολή Ευελπίδων 126

3.5. Τα τεχνικά επαγγέλματα και τα δικαιώματά τους 127

3.6. Η χρηματοδότηση των σχεδίων πόλεων. Ο φόρος επί της οικοδομής
και επί των επιτηδευμάτων 132

3.7. Τα έργα υποδομής 134

3.7.1. Περί δημόσιων έργων την Οθωνική περίοδο 134

3.7.2. Οδοποιία 135

3.7.2.1. Περί διοδίων σε πόλεις και σε εθνικές οδούς 140

3.7.3. Λιμάνια – Προκυμαίες 141

3.7.4. Ακτοπλοΐα 144

3.7.5. Σιδηρόδρομος 145

3.7.6. Τηλέγραφος 149

3.7.7. Αποξήρανση ελών και τελμάτων 150

3.7.8. Ύδρευση πόλεων 151

Κεφάλαιο ΙΙΙ

Η πόλη, ο δημόσιος χώρος, τα δημόσια κτίρια
κατά την Οθωνική περίοδο

1. Η κατάσταση στις ελληνικές πόλεις πριν την έλευση του Όθωνα 159

2. Σχέδια πόλεων την Οθωνική περίοδο 161

2.1. Αθήνα 162

2.2. Πάτρα 190

2.3. Μεσολόγγι 194

2.4. Χαλκίδα 196

2.5. Ναύπλιο 198

2.6. Τρίπολη 201

2.7. Σπάρτη 203

2.8. Κόρινθος 205

2.9. Λαμία 211

2.10. Άγιος Ανδρέας 212

2.11. Κατάκολο 213

2.12. Άλλες πόλεις 215

XVI

2.12.1. Θήβα 215

2.12.2. Κυλλήνη 216

2.12.3. Λιβαδειά 216

2.12.4. Γράδος 217

2.12.5. Αχίλλειο 218

2.12.6. Πύλος 218

2.12.7. Ωρεοί 219

2.12.8. Αγρίνιο 219

2.12.9. Αμφιλοχικό Άργος 220

2.12.10. Γαύριο 221

2.12.11. Σινάνο 221

2.12.12. Υπάτη 222

2.12.13. Γαλαξείδι 222

2.12.14. Κορώνη 223

2.12.15. Μάραθος 224

2.12.16. Τήνος 224

2.12.17. Καλαμάκι 224

2.12.18. Δραχμάνι 225

2.12.19. Λάλας 225

2.12.20. Καλαμάτα 226

2.12.21. Στυλίδα 227

2.12.22. Αλόννησος 227

2.12.23. Γύθειο 228

2.12.24. Καστρί Λοκρίδας 229

2.12.25. Ελευσίνα 229

2.12.26. Βοιές 230

2.12.27. Αστακός 231

2.12.28. Γαλατάς 232

2.12.29. Πόρος 233

2.13. Αποικίες κατά την Οθωνική περίοδο 233

2.13.1. Πειραιάς 235

2.13.2. Ερέτρια 248

2.13.3. Ερμούπολη 254

2.13.4. Πεταλίδι 258

2.13.5. Ελαφόνησος 259

XVII

2.13.6. Οικισμοί Κρητών 260

2.13.7. Οικισμός Θρακοβουλγάρων και Σέρβων 262

3. Σχέδια πόλεων χωρίς δημοσιευμένη αναφορά στην Εφημερίδα
της Κυβερνήσεως 263

3.1. Αίγιο 263

3.2. Μονεμβασιά 263

3.3. Ναύπακτος 264

3.4. Λουτράκι 264

3.5. Μέγαρα 264

4. Δημόσια κτίρια και ναοί 265

4.1. Δημόσια κτίρια της Αθήνας 266

4.1.1. Αρχαιολογικό Μουσείο 266

4.1.2. Θέατρο 270

4.1.3. Ανάκτορα (Βουλή των Ελλήνων) 274

4.1.4. Πανεπιστήμιο Αθηνών 275

4.1.5. Βαρβάκειο Λύκειο 277

4.1.6. Εθνική Βιβλιοθήκη 278

4.1.7. Ορφανοτροφείο Χατζή-Κώνστα 281

4.1.8. Αστεροσκοπείο 282

4.1.9. Βουλευτήριο (Παλαιά Βουλή) 283

4.1.10. Δικαστήρια 284

4.1.11. Ακαδημία 284

4.1.12. Σχολείο των Τεχνών / Πολυτεχνείο 285

4.2. Δημόσια – δημοτικά κτίρια άλλων πόλεων 286

4.2.1. Νοσοκομεία - Λοιμοκαθαρτήρια 286

4.2.2. Καταστήματα κράτησης 288

4.2.3. Δημοτικά κτίρια 288

4.3. Ναοί 291

4.3.1. Ναοί στην Αθήνα 291

4.3.2. Ναοί σε άλλες πόλεις 295

5. Το αστικό περιβάλλον κατά την Οθωνική περίοδο 297

6. Η ιδεολογία των Κυβερνήσεων επί Όθωνα μέσα από τις Βασιλικές
και Υπουργικές Αποφάσεις και Προκηρύξεις 302

XVIII


Συμπεράσματα

1. Η πολεοδομική νομοθεσία 310

2. Ανακύκληση πολιτικών προσώπων 312

3. Αρχές σχεδιασμού πόλεων και οικισμών 314

3.1. Αρμοδιότητες και κατανομή αυτών 314

3.2. Σχέδια νέων πόλεων 315

3.3. Όροι δόμησης – Αρτιότητα και τακτοποίηση οικοπέδων 317

3.4. Οικοδομικές άδειες και Κανονισμοί δόμησης 318

3.5. Αυθαίρετη δόμηση – Νομιμοποίηση καταπατημένων εκτάσεων 319

3.6. Γραφειοκρατία – Εξυπηρέτηση προσωπικών θεμάτων 320

4. Αποικίες: προβλήματα σχεδιασμού και ανοικοδόμησης 322

5. Δημόσιος χώρος 323

5.1. Αρχές και τρόπος διαμόρφωσης 323

5.2. Περιορισμός δημόσιου χώρου 324

5.3. Περί στοών γύρω από πλατείες 325

6. Δημόσια κτίρια 326

7. Η μέριμνα για τις αρχαιότητες 328

8. Τα μνημεία 330

Βιβλιογραφία – Πηγές 333

Αρχεία 347

Πρακτικά 348

Κατάλογοι Εκθέσεων 349

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 351

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 357

Σχέδια πόλεων και κτιρίων της Οθωνικής περιόδου (1833-1862)

Σελ. 1

Εισαγωγή

1. Σκοπός

Η πόλη είναι ο τόπος στον οποίο δημιουργείται η συλλογική συνείδηση των πολιτών, με τη συνδρομή γραπτών και άγραφων κανόνων δικαίου.

Οι πόλεις είναι συναρπαστικές, ακατάλυπτες, όμορφες ή άσχημες. Με το σχέδιό τους ή την αταξία που τις διακρίνει και το εύρος των αντιθέσεών τους στη διάρκεια των αιώνων, οι πόλεις δεν είναι παρά ένας πίνακας της ανθρώπινης φύσης.

Οι συνεχείς αλλαγές που υφίστανται οι πόλεις ώστε να παραμένουν λειτουργικές, σε συνδυασμό με την ανάγκη για ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών, σχετίζονται με την εξέλιξη του πολεοδομικού σχεδιασμού.

Αντικείμενο του βιβλίου είναι η διερεύνηση και αποκωδικοποίηση των συντελεστών και των αρχών που διέπουν τον σχεδιασμό, τη δημιουργία και οργάνωση της νεοελληνικής πόλης και του δημόσιου χώρου, καθώς και τον σχεδιασμό και τη χωροθέτηση των δημόσιων κτιρίων και μνημείων κατά την Οθωνική περίοδο 1833 - 1862. Καλύπτει ολόκληρη την περίοδο βασιλείας του Όθωνα, από την (άτυπη) ανάληψη του θρόνου της Ελλάδας, τον Ιανουάριο 1833, μέχρι την έξωσή του τον Οκτώβριο 1862, δηλαδή μία περίοδο 30 ετών.

Εξετάζεται, αρχικά, ο ρόλος της Αντιβασιλείας (1833 - 1835), μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα, στη συνέχεια η περίοδος της απόλυτης μοναρχίας (1836 - 1843) και, τέλος, μετά τη λαϊκή εξέγερση του Σεπτεμβρίου 1843 και την ψήφιση του Συντάγματος την άνοιξη του 1844, ο ρόλος των Κυβερνήσεων επί συνταγματικής μοναρχίας (1843 - 1862), για τα μελετώμενα θέματα, καθώς και οι ιδεολογικές απόψεις των Κυβερνήσεων του Όθωνα σε θέματα οργάνωσης του χώρου.

Εστιάζεται στις παρεμβάσεις του κράτους με στόχο την πολεοδομική και οικιστική αναδημιουργία και τη συγκρότηση του δημόσιου χώρου. Καταγράφεται η εξέλιξη της σχετικής νομοθεσίας κατά την πρώτη τριακονταετία του νέου ελληνικού κράτους, αναλύονται οι επιρροές και ερμηνεύονται τα αποτελέσματα της εφαρμογής της, στο πλαίσιο εναρμόνισής της με τις αντίστοιχες εξελίξεις στην Οθωμανική αυτοκρατορία και στον ευρωπαϊκό χώρο. Φωτίζονται θέματα της δημιουργίας συνοικισμών «αποίκων» σε διάφορες νεοελληνικές πόλεις, της διαχείρισης των εθνικών γαιών, της χωροθέτησης και ανέγερσης των πρώτων δημόσιων κτιρίων. Καταγράφεται και αναλύεται επίσης η πολιτική που ακολούθησε το κράτος, την ίδια περίοδο, για τις αρχαιότητες και τα μνημεία, και διερευνάται ο συσχετισμός της με τον σχεδιασμό των πόλεων.

Σελ. 2

Ειδικότερα επιχειρείται να απαντηθούν τα παρακάτω ερωτήματα:

· Ποια ήταν η πολιτική διαμόρφωσης των πρώτων σχεδίων πόλεων στις απαρχές του νεοελληνικού κράτους;

· Ποιος διαμόρφωνε την πολιτική για τα σχέδια πόλεων, ποιες ήταν οι επιρροές και ποια εργαλεία χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του στόχου;

· Ποιες οι αρχές διαμόρφωσης του δημόσιου χώρου και χωροθέτησης των δημόσιων κτιρίων;

· Υλοποιήθηκαν οι σχεδιασμοί, επιτεύχθηκαν οι στόχοι που είχαν τεθεί;

· Επηρέασε η ύπαρξη αρχαιοτήτων τον σχεδιασμό των πόλεων;

· Σε ποιον βαθμό επιτεύχθηκαν οι στόχοι και ποια τα αποτελέσματα; Η μη υλοποίηση ορισμένων σχεδιασμών, σε ποιους λόγους οφείλεται;

· Ποιος ο ρόλος των πρώτων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, που θεμελιώθηκαν την Οθωνική περίοδο, στη μόρφωση των μηχανικών και στη διαμόρφωση του επαγγέλματος του μηχανικού;

· Ποιος ο ρόλος των πολιτικών προσώπων που είχαν την αρμοδιότητα για θέματα σχεδίων πόλεων και δημόσιων κτιρίων;

· Ποιος ο ρόλος των μηχανικών στη διαμόρφωση των πόλεων στα πρώτα χρόνια ζωής του νέου κράτους;

Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα έπρεπε να επιλεγεί το μέσο.

Επελέγη η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου, στην οποία δημοσιεύονταν οι Νόμοι και τα Βασιλικά Διατάγματα, οι Αποφάσεις, οι Εγκύκλιοι και οι Δηλοποιήσεις, που εξέδιδαν ο Όθωνας και οι Υπουργοί του. Η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επελέγη διότι εξέφραζε την επίσημη κρατική αντίληψη της εποχής περί σχεδιασμού των πόλεων και του δημόσιου χώρου. Ήταν αυτή, ουσιαστικά, η μόνη αντίληψη περί σχεδιασμού του χώρου, καθώς δεν υπήρχε ακαδημαϊκή ή οργανωμένη «ιδιωτική» αντίληψη περί σχεδιασμού. Οι αρχιτέκτονες και μηχανικοί ήταν ελάχιστοι, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της περιόδου Όθωνα. Κυριαρχούσαν οι στρατιωτικοί μηχανικοί, όσοι Έλληνες είχαν σπουδάσει κυρίως αρχιτεκτονική σε ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και Βαυαροί μηχανικοί. Οι στρατιωτικοί μηχανικοί υπάγονταν στο Υπουργείο Στρατιωτικών, ενώ οι υπόλοιποι ανήκαν οργανικά στο Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο για τον σχεδιασμό, αλλά όχι το μόνο. Οι συναρμοδιότητες με το Υπουργείο Στρατιωτικών ήταν σημαντικές. Το Πολυτεχνείο, ως Σχολείο των Τεχνών, οργανώνεται μετά το 1843 και άρχισε να εκπαιδεύει νέους επιστήμονες κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Οι νομομηχανικοί, αφοσιωμένοι στα ιδεώδη του νέου κράτους, είχαν ουσιαστικές αρμοδιότητες. Οργανωμένοι φορείς των τεχνικών επαγγελμάτων δεν υπήρχαν, ούτε Επιμελητήρια, με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Το Τεχνικό Επιμελητήριο ιδρύθηκε στις αρχές του επόμενου αιώνα (1923).

Σελ. 3

Κατά συνέπεια ο σχεδιασμός των πόλεων επιχειρήθηκε ουσιαστικά «εκ των άνω», η κρατική αντίληψη ήταν η κυρίαρχη στο συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης που επέβαλε ο Όθωνας και σε αυτήν οφείλονται όσα θετικά σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν, αλλά και όσα παραλείφθηκαν ή όσα αρνητικά έγιναν. Η διαδικασία πολεοδόμησης που ακολουθήθηκε, αποτέλεσε το κρατικό μέσο με το οποίο επιδιώχθηκε, και εν πολλοίς επιτεύχθηκε, η αστικοποίηση του κράτους.

Η κυριαρχούσα κρατική αντίληψη είναι καταγεγραμμένη στους Νόμους, στα Διατάγματα και στις Υπουργικές Αποφάσεις των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) που κυκλοφόρησαν την περίοδο μελέτης (1833 - 1862).

Όπως προκύπτει από αυτά τα νομοθετήματα, το κράτος ασκούσε κοινωνική και οικιστική πολιτική μέσω της διανομής εθνικών γαιών, την οποία εφάρμοζε με μία σειρά σχετικών Νόμων (περί προικοδοτήσεως των οικογενειών, περί εκποιήσεως φθαρτών κτημάτων, περί κτηματολογίων, κ.ά.), ήδη από το 1835. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε ένας μεγάλος αριθμός συνοικισμών που αποτέλεσαν τον πυρήνα, ή συνδιαμόρφωσαν, τα σχέδια μεγάλων πόλεων (όπως του Πειραιά).

Άποψη επί θεμάτων σχεδιασμού εξέφραζαν και οι τοπικές κοινωνίες, μέσω των δημοτικών Συμβουλίων, όπως ρητά αναφέρεται στα πρώτα κιόλας σχετικά Διατάγματα στις αρχές του 1834, τα μέλη των οποίων ήταν αιρετά. Όμως η άποψή τους ήταν γνωμοδοτική. Τα Συμβούλια εξέφραζαν την άποψή τους για τα τοπικά θέματα, αλλά τις αποφάσεις λάμβαναν ο οικείος Νομάρχης και ο Υπουργός Εσωτερικών.

Οι δημοτικές Αρχές, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εσωτερικών, φρόντιζαν μεταξύ άλλων για την εφαρμογή των σχεδίων πόλεων, εφάρμοζαν τις ευθυγραμμίες, χορηγούσαν και επέβλεπαν τις άδειες δόμησης, όριζαν τις αρτιότητες, κατασκεύαζαν δημοτικές αγορές και πλατείες, δημοπρατούσαν εθνικά οικόπεδα για να χρηματοδοτήσουν έργα σε αστικό περιβάλλον, διαμόρφωναν πεζοδρόμια και δίκτυα υπονόμων, των οποίων η κατασκευή έγινε υποχρεωτική για τις μεγάλες πόλεις το 1856.

Οι πολίτες έβλεπαν τις ιδιοκτησίες τους πολλές φορές να συνενώνονται, ή τμήματα αυτών να ανταλλάσσονται ή και να μειώνονται. Υπάρχουν βέβαια αρκετές περιπτώσεις παρεμβάσεων προκειμένου να εξυπηρετηθούν ατομικά συμφέροντα, ενώ σε ορισμένες εξ αυτών, όπως στα σχέδια πόλεως του Πειραιά και του Μεσολογγίου το 1850, νομοθετήθηκε η κατάργηση και ο περιορισμός δημόσιου χώρου αντίστοιχα, προκειμένου να αποδοθούν αυτές οι εκτάσεις προς ανοικοδόμηση.

Το βιβλίο δεν περιορίζεται στη διερεύνηση των παραμέτρων που συνέβαλαν στον σχεδιασμό των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων της εποχής, της Αθήνας, του Πειραιά, της Ερμούπολης, της Πάτρας, της Λαμίας, αλλά εκτείνεται σε σχέδια πόλεων ανά την Επικράτεια, η οποία εκείνη την εποχή περιλάμβανε μόνο την Πελοπόννησο, την Αττική, τμήμα της Στερεάς Ελλάδας, την Εύβοια και ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Εξετάζεται αναλυτικά κάθε σχέδιο πόλεως, μικρής η μεγαλύτερης, από τα διοικητικά κέντρα της εποχής και τις ιστορικές

Σελ. 4

πόλεις (όπως το Ναύπλιο και το Μεσολόγγι), μέχρι τις πλέον μικρές (Γαλατάς, Δραχμάνι), εφ’ όσον αυτές είναι καταγεγραμμένες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πολλές από τις αποφάσεις που λήφθηκαν εκείνη την εποχή, έθεσαν τις βάσεις των σχεδίων πόλεων μέχρι τον 20ο αιώνα.

Στα δημόσια κτίρια που παρουσιάζονται, περιλαμβάνονται όσα οικοδομήθηκαν εξ αρχής με δημόσια δαπάνη ή με ιδιωτική χρηματοδότηση, για να εξυπηρετήσουν μία δημόσια λειτουργία, όπως το Βουλευτήριο, το Πανεπιστήμιο, το Αστεροσκοπείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, αλλά και ορισμένοι ναοί. Περιλαμβάνονται ακόμη οικοδομήματα που ανήκαν σε δημοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς, αλλά εξυπηρετούσαν δημόσια χρήση, όπως θέατρο και λέσχη, για τα οποία υπάρχουν στοιχεία δημοσιευμένα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αναλύεται επίσης η πολιτική που εφαρμόστηκε την Οθωνική περίοδο για τις αρχαιότητες και παρουσιάζονται τα μνημεία στον δημόσιο χώρο, είτε αυτά προγραμματίστηκαν να χωροθετηθούν, αλλά οι σχετικές αποφάσεις δεν υλοποιήθηκαν (όπως το μνημείο στο Πεταλίδι), είτε ανεγέρθηκαν (όπως το μνημείο του Καραϊσκάκη στη Σαλαμίνα).

2. Μεθοδολογία και πηγές

Στο βιβλίο αναλύονται οι στόχοι και οι θεσμικές διαδικασίες για την πολιτική δημιουργίας και ανασύστασης των πόλεων που έβγαιναν διαλυμένες από τον μακροχρόνιο πόλεμο για Ανεξαρτησία. Παρουσιάζεται η νέα ελληνική πόλη στην εξελικτική της διαδικασία και εξετάζονται οι αντιλήψεις για τον σχεδιασμό της, σε σχέση με τις προσεγγίσεις και πρακτικές του χωρικού σχεδιασμού και τις πολιτικές που ακολουθούνταν.

Καθώς η εξέλιξη του δημόσιου χώρου είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με αυτή της πόλης, στη μελέτη παρουσιάζονται και αναλύονται επίσης τα γεγονότα που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του, στον ρόλο και στις αλληλεπιδράσεις του.

Εξετάζονται οι αντιλήψεις περί πολεοδομικού σχεδιασμού, οι διαδικασίες υλοποίησης των σχεδίων πόλεως, οι χρονικές υστερήσεις στην εφαρμογή των σχεδίων, οι εμπλοκές της γραφειοκρατίας, ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών σε θέματα σχεδιασμού των πόλεων, οι παρεμβάσεις για ευνοϊκές ρυθμίσεις στα σχέδια πόλεων και τα αποτελέσματα αυτών των παρεμβάσεων.

Βασική πηγή, όπως προαναφέρθηκε, από την οποία αντλήθηκαν πρωτογενή στοιχεία, στα οποία βασίστηκε η ανάλυση της μελέτης, αποτέλεσε η «Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος», από το πρώτο Φύλλο (1), της 16ης Φεβρουαρίου 1833 (τεύχος Α’), μέχρι το Φύλλο 53, της 9ης Οκτωβρίου 1862 (τεύχος Α’), το τελευταίο στο οποίο δημοσιεύονται Νόμος και Διατάγματα με την υπογραφή του Όθωνα.

Αναζητήθηκαν και μελετήθηκαν όλα τα Φύλλα Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της τριακονταετίας Όθωνα (1.409) και πλέον των 200 Φύλλων της μετά τον Όθωνα εποχής. Εξ αυτών, παρουσιάζονται, αναλύονται, συγκρίνονται και ερμηνεύονται, ώστε να εξαχθούν και δια-

Σελ. 5

τυπωθούν συμπεράσματα, όλα όσα αφορούν, εκτός της Αθήνας και του Πειραιά, τα σχέδια παλαιών πόλεων (όπως της Τρίπολης) και νέων (όπως της Νέας Κορίνθου και της Κυλλήνης), τον δημόσιο χώρο και τη νομοθεσία (γενική και ειδική) που τα διαμόρφωσε. Παρουσιάζονται επίσης όλα τα σχετικά θέματα και συγκριμένα η νομοθεσία και οι ρυθμίσεις για την αρχαιολογική πολιτική, τα δημόσια κτίρια, τα μνημεία στον χώρο και τα εκπαιδευτικά Ιδρύματα που δημιουργούνται αυτή την περίοδο (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σχολείο των Τεχνών, Πολυτεχνείο).

Παράλληλα με τη μελέτη της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, έγινε εξαντλητική έρευνα στο Αρχείο Χαρτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ). Ο λόγος είναι ότι αυτό το Υπουργείο αποτέλεσε τον καθολικό διάδοχο του Υπουργείου Εσωτερικών της εποχής Όθωνα. Το προϊόν της έρευνας στο Αρχείο, δηλαδή το σύνολο των χαρτών πόλεων και κωμών που βρέθηκαν, δημοσιεύτηκε στη διδακτορική διατριβή μου. Οι χάρτες συσχετίζονται με Νόμους ή Διατάγματα που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πολλοί εξ αυτών παρουσιάστηκαν δημόσια για πρώτη φορά.

Έρευνα πρωτογενών πηγών έγινε επίσης στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), στο Αρχείο της Γραμματείας Στρατιωτικών (1833 - 1862, ιδίως στο Τμήμα Γ’, Μηχανικό Σώμα), στο Αρχείο Σχεδίων Πόλεων (1833 - 1879) και στο Αρχείο Εθνικών Κτημάτων (1833 - 1869), καθώς και σε περιφερειακές Υπηρεσίες των ΓΑΚ, στα Αρχεία των Νομών Αργολίδας και Μεσσηνίας.

Η έρευνα επεκτάθηκε στο Αρχείο της Βουλής των Ελλήνων και στο Εθνικό Τυπογραφείο, όπου διευκρινίστηκαν πολλά θέματα που αφορούσαν Νόμους, Διατάγματα και το περιεχόμενο ορισμένων Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Επίσης, στο Τμήμα Διαχείρισης Ιστορικού Αρχείου Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, στην Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στο Ζάππειο Μέγαρο, στα Ψηφιακά Αρχεία της Ακαδημίας Αθηνών, στα Archives de France (Action culturelle et pédagogique) και σε Βιβλιοθήκες, όπως στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, στην Bibliothèque Nationale de France, στις Βιβλιοθήκες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.

3. Διάρθρωση Κεφαλαίων

Το βιβλίο περιλαμβάνει την Εισαγωγή, 3 Κεφάλαια και τα Συμπεράσματα, τα οποία αναλύονται στη συνέχεια.

Μετά την Εισαγωγή ακολουθεί το πρώτο Κεφάλαιο, στο οποίο δίνονται, αρχικά, ορισμένα στοιχεία περί πόλεως και στη συνέχεια προσεγγίζεται η έννοια του δημόσιου χώρου και η εξέλιξή του. Καταγράφονται ειδικότερα οι εξελίξεις και τα χαρακτηριστικά του αστικού χώρου, στο πλαίσιο μετατόπισης των ορίων μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου.

Σελ. 6

Ακολουθεί αναφορά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, που βασίζεται σε βιβλιογραφική διερεύνηση θέσεων και αναφορών. Περιλαμβάνονται σε αυτό η πορεία εξέλιξης της ευρωπαϊκής πόλης μετά τον Μεσαίωνα, θέματα σχεδιασμού των ευρωπαϊκών πόλεων και του δημόσιου χώρου κατά τον 19ο αιώνα, παρουσιάζονται τα κυρίαρχα ρεύματα του νεοκλασικισμού και του ρομαντισμού στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, επισημαίνεται ο ρόλος της βιομηχανικής επανάστασης και των νέων υλικών που αρχίζουν να χρησιμοποιούνται στις κατασκευές. Δίνονται ορισμένα παραδείγματα σχεδίων μεγάλων αστικών κέντρων της εποχής και αστικών παρεμβάσεων, σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γαλλία, τη Βρετανία, τη Γερμανία.

Παρουσιάζεται επίσης η πολεοδομική πολιτική, η πολιτική περί δημόσιου χώρου και δημόσιων κτιρίων και η σχετική νομοθεσία που εφάρμοζε η οθωμανική αυτοκρατορία την ίδια περίοδο. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε μία ειδική κατηγορία δημόσιων κτιρίων, στα κτίρια των Κοινοβουλίων ευρωπαϊκών, κυρίως, κρατών, που σχεδιάστηκαν και ανεγέρθηκαν τον 19ο αιώνα. Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις του 19ου αιώνα στην πολιτική, στον σχεδιασμό των πόλεων, στην αρχιτεκτονική, επηρέασαν, με κάποια καθυστέρηση όπως είναι φυσικό, τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, σε ορισμένους τομείς περισσότερο και σε άλλους λιγότερο. Αυτές οι επιρροές καταγράφονται.

Το δεύτερο Κεφάλαιο αναφέρεται στην Ελλάδα της Οθωνικής περιόδου και απαρτίζεται από 2 Μέρη. Το Μέρος Α’ αναφέρεται σε πρόσωπα και γεγονότα αυτής της περιόδου. Παρουσιάζεται αρχικά η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ακολουθεί το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο ανά ειδικότερη περίοδο (Αντιβασιλείας, απόλυτης μοναρχίας, συνταγματικής μοναρχίας, προσωρινής Κυβέρνησης μετά τον Όθωνα). Στα πολιτικά πρόσωπα, εκτός από τους Προέδρους των εκάστοτε Υπουργικών Συμβουλίων, επισημαίνονται κυρίως όσα ανέλαβαν καθήκοντα Υπουργού Εσωτερικών (αρμόδιοι για τον σχεδιασμό των πόλεων). Το Μέρος Β’ περιλαμβάνει θέματα οργάνωσης του κράτους, νομοθεσίας, εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και έργων υποδομής. Συγκεκριμένα, στα οργανωτικά θέματα του κράτους παρουσιάζονται: η διοικητική του οργάνωση (Κυβέρνηση/Υπουργεία, Νομαρχίες, Επαρχιακά Συμβούλια, Δήμοι, αρμοδιότητες αυτών) και οι θεσμοί που συνδέονταν με τον σχεδιασμό των πόλεων, όπως το Ελεγκτικό Συνέδριο και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Στη νομοθεσία παρουσιάζονται και αναλύονται αρχικά οι επιρροές της από αντίστοιχες ευρωπαϊκών κρατών και όλες οι νομοθετικές ρυθμίσεις της Οθωνικής περιόδου που είχαν γενική εφαρμογή στον σχεδιασμό των πόλεων. Ακολουθεί η ανάλυση των Οικοδομικών Κανονισμών που εφαρμόζονταν και η εξέλιξή τους μέχρι σήμερα, συγκρίνονται δε με τους αντίστοιχους του κράτους των Ιονίων Νήσων της ίδιας εποχής. Παρουσιάζονται επίσης τα σχετικά με τις οικοδομικές άδειες (περιεχόμενο, κυρώσεις, κλπ.) και τον τρόπο έκδοσής τους. Στη συνέχεια παρουσιάζονται η αρχαιολογική νομοθεσία και τα μνημεία. Αναλύονται οι συναρμοδιότητες των Υπουργείων Εσωτερικών και Στρατιωτικών σε θέματα σχεδιασμού πόλεων και δημόσιων κτιρίων, θέματα εκπαίδευσης και τα πρώτα εκπαιδευτικά Ιδρύματα, θέματα τεχνικών επαγγελμάτων και δικαιωμάτων τους και θέματα χρηματοδότησης της εφαρμο-

Σελ. 7

γής των σχεδίων πόλεων. Καθώς τα έργα υποδομής συνδέονται ευθέως με τις πόλεις και την εξέλιξή τους, επισημαίνονται τα έργα υποτυπώδους οδικής και σιδηροδρομικής σύνδεσης των πόλεων στις απαρχές του ελληνικού κράτους, ύδρευσης και φωτισμού των μεγαλύτερων αστικών κέντρων, λιμενικής υποδομής. Παρουσιάζεται επίσης η πολιτική των διοδίων τελών, τα οποία εφαρμόζονταν όχι μόνο σε υπεραστικές συνδέσεις αλλά και στις εισόδους πόλεων, όπως στις γέφυρες Χαλκίδας και Αιτωλικού.

Το τρίτο Κεφάλαιο αφορά την πόλη, τον δημόσιο χώρο και τα δημόσια κτίρια κατά την περίοδο του Όθωνα. Ειδικότερα, μετά από μία συνοπτική αναφορά στην κατάσταση που βρίσκονταν οι ελληνικές πόλεις πριν την έλευση του Όθωνα, δίνονται πλήρη στοιχεία για κάθε πόλη ξεχωριστά. Συγκεκριμένα, για κάθε μία από 11, αρχικά, πόλεις (Αθήνα, Πάτρα, Μεσολόγγι, Χαλκίδα, Ναύπλιο, Τρίπολη, Σπάρτη, Κόρινθος, Λαμία, Άγιος Ανδρέας, Κατάκολο) γίνεται ιδιαίτερη αναφορά. Δεν πρόκειται μόνο για ορισμένες από τις σημαντικότερες της Ελλάδας, αλλά κυρίως για πόλεις για τις οποίες είναι πολλά τα νομοθετήματα που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και πολλά τα σχέδια που βρέθηκαν στο Αρχείο Χαρτών. Ακολουθεί μία ομάδα 29 άλλων πόλεων, για τις οποίες οι αναφορές στην Εφημερίδα είναι περιορισμένες. Στη συνέχεια αναλύεται το θέμα των «αποικιών», στις οποίες περιλαμβάνονται σημαντικές πόλεις, όπως ο Πειραιάς, η Ερέτρια και η Ερμούπολη, αλλά και μικρότερες πληθυσμιακά πόλεις ή κωμοπόλεις (Πεταλίδι, Ελαφόνησος), και οι οικισμοί των Κρητών (Μεθώνη, Μινώα, Μήλος). Αναφορά γίνεται και στον σχεδιαζόμενο οικισμό των Θρακοβουλγάρων, ο οποίος δεν υλοποιήθηκε. Στη συνέχεια παρουσιάζονται συνοπτικά 5 πόλεις (Αίγιο, Μονεμβασιά, Ναύπακτος, Λουτράκι, Μέγαρα), για τις οποίες δεν υπάρχουν δημοσιευμένα νομοθετήματα σε ΦΕΚ, την Οθωνική περίοδο, βρέθηκαν όμως σχέδιά τους στο Αρχείο Χαρτών. Ακολουθεί η παρουσίαση των δημόσιων κτιρίων της Αθήνας (Ανάκτορα, Αστεροσκοπείο, Εθνική Βιβλιοθήκη, κ.ά.). Ιδιαίτερες περιπτώσεις αποτελούν το Αρχαιολογικό Μουσείο και το θέατρο της Αθήνας, κτίρια για τα οποία υπάρχει πλούσιο υλικό δημοσιευμένο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παρουσιάζονται επίσης δημόσια κτίρια άλλων πόλεων (λέσχη στην Ερμούπολη, καταστήματα κράτησης σε Σπάρτη και Καλαμάτα, κ.ά.), συμπεριλαμβανομένων των ναών, καθώς και η νομοθεσία βάσει της οποίας αυτά σχεδιάστηκαν. Αναλύονται τα περιβαλλοντικά θέματα των πόλεων και καταγράφεται ο υποτυπώδης τρόπος αντιμετώπισής τους (όπως η διάθεση των ακαθάρτων υδάτων). Αυτά τα ζητήματα, παρ’ ότι υποβαθμισμένα εκείνη την εποχή, παρουσιάζουν εν τούτοις ενδιαφέρον. Τέλος, μέσα από Υπουργικές Ανακοινώσεις και Εγκυκλίους, επιχειρείται να αναζητηθεί το ιδεολογικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινούνταν οι Κυβερνήσεις του Όθωνα.

Αναφορές των Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Βουλής από το 1843 έως το 1862, τεκμηριώνουν πολλές πτυχές των Αποφάσεων και Νομοθετημάτων που αφορούσαν τον σχεδιασμό των πόλεων ή σχετικά θέματα και αναφέρονται στο δεύτερο και τρίτο Κεφάλαιο.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τα Συμπεράσματα, οργανωμένα σε ενότητες, στις οποίες ανακεφαλαιώνονται θέματα βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας, οι αρχές σχεδιασμού των πό-

Σελ. 8

λεων και οικισμών, η δημιουργία αποικιών, ο σχεδιασμός δημόσιου χώρου και δημόσιων κτιρίων. Τέλος συνοψίζονται θέματα της ακολουθούμενης πολιτικής για τις αρχαιότητες και για τα μνημεία της εποχής στον δημόσιο χώρο κατά την περίοδο Όθωνα.

4. Γενικές παρατηρήσεις

Πρέπει να επισημανθούν ορισμένα ζητήματα που αφορούν τη νομοθεσία της εποχής και την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που εκτιμήθηκε ότι είναι σοβαρά και εντάσσονται σε 2 κατηγορίες.

Η πρώτη κατηγορία αφορά τον σημαντικό, αλλά άγνωστο, αριθμό Νόμων και Διαταγμάτων, που εκδόθηκαν κατά την Οθωνική περίοδο, δεν έχουν όμως δημοσιευθεί σε ΦΕΚ, με αποτέλεσμα να υπάρχει πλήρης έλλειψη πληροφόρησης για ορισμένα θέματα, ή κενά στην πληροφόρηση για άλλα θέματα.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά τα προβλήματα που απαντώνται σε ορισμένα Φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπως:

· Οι μεγάλες καθυστερήσεις δημοσίευσης Νόμων και Διαταγμάτων στην Εφημερίδα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση 7 Διαταγμάτων που αφορούσαν το σχέδιο πόλεως της Αθήνας και εκδόθηκαν την περίοδο 1833 - 1836, αλλά δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα το 1865, μετά την έξωση του Όθωνα. Είτε οι αρμόδιοι είχαν λησμονήσει να τα δημοσιεύσουν, είτε τα συγκεκριμένα νομοθετήματα συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν όλα μαζί «υπό το φως κάποιας δικαστικής διαφοράς», σύμφωνα με την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής.

· Η «παράλειψις» δημοσίευσης ορισμένων Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπως του ΦΕΚ 19Α’/1852. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε για αυτές τις «παραλείψεις», ούτε από τη Βουλή των Ελλήνων, ούτε από το Εθνικό Τυπογραφείο.

Σελ. 9

Κεφάλαιο Ι

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον σχεδιασμό των πόλεων τον 19ο αιώνα

1. Η διαμόρφωση των πόλεων και του δημόσιου χώρου στην Ευρώπη

1.1. Η έννοια της πόλης

Ο ορισμός της πόλης δεν είναι στατικός αλλά εξελίσσεται, μεταλλάσσεται και αντανακλά κάθε φορά τα ιδεολογικά ρεύματα, τις συνθήκες και τα δεδομένα του χώρου στον οποίο αναφέρεται. Η πόλη είναι συνάθροιση πραγμάτων, προσώπων και συμβόλων, ο χώρος στον οποίο εξελίσσεται η καθημερινότητα, αυτό που ο Henri Lefebvre ονόμασε αστικό φάσμα.

Στην αρχαία Ελλάδα, και ιδίως στην Αθήνα, οι λέξεις «πόλις», «πολίτης», «πολιτική», «πολιτεία», «πολιτισμός», έχουν κυρίως ιδεολογικό περιεχόμενο.

Ο Αριστοτέλης αφιερώνει μεγάλο μέρος από τα Πολιτικά του στην έννοια της πόλης και στη δημιουργία της, επισημαίνοντας ότι «των φύσει η πόλις εστί», είναι δηλαδή στη φύση των ανθρώπων να δημιουργούν πόλεις. Η πόλη, αναφέρει, διαθέτει τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια, συγκροτείται για την εξασφάλιση των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη ζωή, υπάρχει όμως χάριν της ευδαιμονίας. Η πόλη συνιστά τελείωση, δηλαδή τον σκοπό και στόχο της ιστορικής εξελικτικής πορείας των ανθρώπινων κοινοτήτων. Αναλύει επίσης ο Αριστοτέλης τα κριτήρια επιλογής της θέσης μιας πόλης, την οργάνωσή της, τον τρόπο δόμησης των οικιών και τον περιβάλλοντα αυτής χώρο. Αυτά τα διαχρονικά θέματα θα απασχολήσουν τον νομοθέτη από τις αρχές της Οθωνικής περιόδου, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Σελ. 10

Ο François de Polignac, στο έργο του για την γέννηση της αρχαίας πόλης, στο οποίο παρουσιάζει την πόλη ως λατρευτική, κατ’ αρχάς, κοινότητα, χρησιμοποιεί τον όρο πόλη (cité), για να αποδώσει «την έννοια της πόλεως όπως αυτή γίνεται συνήθως αποδεκτή: πολιτική και κοινωνική οντότητα η οποία συγκροτείται σε μια ευρύτερη επικράτεια, με έναν οικισμό στο κέντρο, έδρα των θεσμών».

Οι ορισμοί των λέξεων ville και cité κατά τον Μιχάλη Σακελλαρίου, είναι πολυάριθμοι και ποικίλοι, αλλά συμφωνούν στην πλειοψηφία τους, στoν χώρο που φιλοξενεί τουλάχιστον δραστηριότητες δευτερεύουσας παραγωγής, μία κανονική αγορά, ρευστότητα στις εμπορικές συναλλαγές και την παρουσία επαγγελματιών εμπόρων.

Η ιστορία εξέλιξης της πόλης είναι γεμάτη προβληματισμούς που αποτυπώθηκαν σε σειρά αναλύσεων και μελετών, ορισμένες εκ των οποίων μεγάλης σπουδαιότητας, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας της πόλης. Το θέμα απασχολεί επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων εδώ και αιώνες και υπάρχουν διαφορετικά ρεύματα προσεγγίσεων. Ενδεικτικές είναι η προσέγγιση κατά Weber, η οποία ευνοεί την πολιτική διάσταση του θέματος και η προσέγγιση τύπου Durkheim, σύμφωνα με τον οποίο «η πύκνωση πληθυσμού και δραστηριοτήτων στο χώρο, η πόλη και ο εξαιρετικός καταμερισμός της εργασίας είναι δείκτες αλλαγής στην κοινωνική οργάνωση και σηματοδοτούν νέες εξελιγμένες μορφές συλλογικής ζωής». Αυτή η προσέγγιση επιμένει στην ανάγκη σφαιρικής θεώρησης των κοινωνικών φαινομένων.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα και στη συνέχεια, οι θεωρίες για την πόλη εξελίσσονται, ορισμένες φορές μάλιστα από επιστήμονες που δεν είχαν σπουδάσει αρχιτέκτονες ή μηχανικοί. Πρώτος ο Patrick Geddes αναγνωρίζει και προσδιορίζει τις παγκόσμιες πόλεις. Στην «ευτοπία» του, η εξέλιξη των πόλεων και η εξέλιξη της κοινωνίας θεωρούνται έννοιες συμπληρωματικές, συνδεόμενες με παράλληλες διαδικασίες. Στο έργο του ο Geddes διατυπώνει 3 βασικές απόψεις για την έννοια της πόλης και την εξέλιξή της, δηλαδή ότι η πόλη αναπτύσσεται όπως ένας ζωντανός οργανισμός, εξελίσσεται σε σχέση με το ευρύτερο περιβάλλον της και αποτελεί η ίδια το περιβάλλον για την ανάπτυξη της κοινωνικής ζωής.

Από τον Geddes επηρεάστηκε σημαντικά ο Lewis Mumford, ο οποίος ξεχώρισε την «παλαιοτεχνική» περίοδο, που αντιστοιχούσε στην πρώτη φάση του βιομηχανικού πολιτισμού, την οποία τοποθετεί μεταξύ 1700 - 1900, από τη «νεοτεχνική» περίοδο που ξεκινάει

Σελ. 11

το 1900 και χαρακτηρίζεται από τη χρήση και διάδοση του ηλεκτρισμού. Ο Mumford προωθούσε την ιδέα ότι η πόλη, ως φυσική κατασκευή με τα κτίρια και τα δίκτυά της, αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η κοινωνική ζωή, η οποία αποτελεί το πρωτεύον στοιχείο το οποίο θα πρέπει να προσδιορίζει την αστική ζωή. Από την άποψη αυτή οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και οι σχέσεις με τη φύση ήταν οι βασικές συνιστώσες της εξέλιξης των πόλεων, στις οποίες τα τεχνικά και κατασκευασμένα στοιχεία θα έπρεπε να προσαρμοστούν.

Ο Weber, πατέρας της Κοινωνιολογίας, αναφερόμενος πολύ πιο συγκεκριμένα στον χώρο, ισχυρίστηκε ότι πρώτο γνώρισμα μιας πόλης είναι ότι αποτελεί την έδρα μιας αγοράς, η οποία είναι οχυρωμένη και διαχωρίζεται από την ύπαιθρο που την περιβάλλει. Έθεσε το ζήτημα της πόλης στο πλαίσιο της οικονομικής και πολιτικής ζωής, τονίζοντας ότι η πόλη στη Δυτική Ευρώπη πέρασε, κατά τη διάρκεια της φεουδαρχίας, από μια οχυρωμένη αγορά «σε ένα πλαίσιο κοινωνικής ελευθερίας με εσωτερική συγκρότηση που αυτονομήθηκε από τις συμβατικές και τυπικές μορφές κυριαρχίας και δημιούργησε τις πολιτικές προϋποθέσεις της σύγχρονης κοινωνίας». Και εάν η πόλη εμφανίζεται παντού, σχεδόν, στον κόσμο ως οχυρωμένη αγορά, μόνο στη Δύση παρουσιάζεται ως σύνδεσμος κατοίκων με δικό του δίκαιο, δικαστήρια και αυτονομία στη διοίκηση των υποθέσεών του.

1.2. Πολυσημία και προσεγγίσεις του δημόσιου χώρου

Χώρος είναι, κατά την Ακαδημία Αθηνών, «υπαίθρια έκταση που προορίζεται για συγκεκριμένο σκοπό· κατ’ επέκτ. κάθε τρισδιάστατη έκταση στην οποία εντοπίζονται οντότητες και εκδηλώνεται ακολουθία γεγονότων». Σύμφωνα με τον Άγγελο Σιόλα και άλλους, ο χώρος «ορίζεται από το σταυρόνημα των οριζόντιων και κατακόρυφων οπτικών και νοητικών αξόνων, και κατανοείται από τους πνευματικούς και ψυχικούς αισθητήρες μας».

Δημόσιος χαρακτηρίζεται «αυτός που ανήκει στο λαό ή στο κράτος, Λατ. Publicus, αντιθ. προς το ίδιος». Σύμφωνα με το Λεξικό της Ανθρωπογεωγραφίας, δημόσιος είναι ο χώρος στον οποίο όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα πρόσβασης. Ο δημόσιος χώρος πρέπει να αντιπαραβάλλεται, να αντιπαρατίθεται, με τον ιδιωτικό χώρο ή τον χώρο στον οποίο βρίσκονται σε ισχύ κανόνες ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Η έννοια του χώρου γενικά, και του δημόσιου χώρου ειδικότερα, δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα. Μεταβάλλεται ανάλογα με τις εποχές, τα ισχύοντα κάθε φορά πολιτικά,

Σελ. 12

οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα. Σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικό σύνολο, είναι ένα μεταβαλλόμενο πεδίο που προκύπτει κάθε φορά από πολλαπλές αλληλεπιδράσεις. Στην κλασική Αθήνα, οι παλαιότεροι και σημαντικότεροι από τους δημόσιους χώρους ήταν το πρυτανείο και η αγορά, η οποία αποτελεί «την καρδιά» της πόλης και ενώ σημαίνει τόπο εμπορικών συναλλαγών, είχε μετατραπεί σε κοινωνικό και ιδεολογικό χώρο.

Η αγορά, μετά τον 5ο αιώνα π.Χ., βρίσκεται σχεδόν πάντα στο κέντρο της πόλης, ώστε να απαιτείται η ελάχιστη προσπάθεια για να βρεθεί κανείς εκεί. Ο εκτιμώμενος χρόνος για να φτάσει κάποιος με τα πόδια από οποιοδήποτε σημείο της πόλης στην αγορά δεν ξεπερνούσε τα 15 λεπτά. Η αρχική μορφή της, όπως άλλωστε και της ίδιας της πόλης, όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης, ήταν πολύ απλή: «Η βασική προϋπόθεση ήταν ένας επίπεδος ανοικτός χώρος με κατάλληλη αποστράγγιση». Εξυπηρετούσε δε, αρχικά, όλες τις λειτουργίες, ωστόσο με την ανάπτυξη της πόλης, η αύξηση του πληθυσμού και η κατασκευή νέων δημόσιων κτιρίων έδειξαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να εξυπηρετούνται από την αγορά όλοι οι σκοποί. Σύμφωνα με τον Δοξιάδη, ο μέσος ανοιχτός χώρος στο κέντρο των αρχαίων ελληνικών πόλεων ήταν 1,12 τ.μ. ανά κάτοικο, αναλογία που επέτρεπε άνεση κινήσεων ακόμη και στην περίπτωση που το σύνολο του πληθυσμού της πόλης συγκεντρωνόταν την ίδια στιγμή. Υπό την ευρεία έννοια του όρου, ο χώρος απασχόλησε μεγάλους διανοητές, όπως ο David Hume και ο Immanuel Kant, οι οποίοι διατύπωσαν, από τον 18ο αιώνα, θεωρίες για τον χώρο και την αντιμετώπισή του από τον άνθρωπο.

Κατά τον Hume, η ιδέα του χώρου μεταφέρεται στο πνεύμα μέσα από δυο αισθήσεις, την όραση και την αφή. Όπως αναφέρει, εάν αληθεύει ότι η ιδέα του χώρου δεν είναι τίποτε άλλο «παρά η ιδέα των ορατών ή των απτών σημείων διατεταγμένων κατά μία ορισμένη τάξη, τότε έπεται ότι δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε καμία ιδέα του κενού ή του χώρου όπου δεν υπάρχει τίποτα ορατό ή απτό». Τίποτα δεν μπορεί ποτέ να παρουσιάζεται εκτεταμένο, αν δεν είναι ορατό η ψηλαφητό. Μέσω αυτών των αισθήσεων «έχουμε εντυπώσεις που διατάσσονται πάνω σε ένα αντιτιθέμενο φόντο. Η φαντασία μετατρέπει αυτά τα επιμέρους στοιχεία της εμπειρίας σε μια «σύνθετη εντύπωση, η οποία αναπαριστά την έκταση», ή την αφηρημένη ιδέα του ίδιου του χώρου».

Ο Kant, λίγα χρόνια αργότερα, διατύπωσε την ερμηνεία του χώρου ως πρίσμα πρόσληψης της πραγματικότητας. Υποστήριξε ότι ο χώρος υπήρχε πάντα και ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τα αντικείμενα ακριβώς επειδή υπάρχει ο χώρος. «Όταν εξετάζουμε την ικανότητά μας να δεχόμαστε εντυπώσεις, τότε μπορούμε να ανακαλύψουμε […] «καθα-

Σελ. 13

ρές μορφές της εποπτείας»: το χώρο, που δομεί όλες τις εξωτερικές παραστάσεις που μας έχουν δοθεί, και το χρόνο, ο οποίος δομεί όλες τις εσωτερικές παραστάσεις».

Ο δραστικότερος μετασχηματισμός δημόσιου χώρου κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα έγινε στο Παρίσι, από τον Haussmann, όπως θα δούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια. Η αναγόρευση του Louis-Napoléon Bonaparte σε Αυτοκράτορα το 1852, συνδέεται με την εποχή της οικονομικής ανάπτυξης, του εμπορίου σε μεγάλη κλίμακα, της τεχνολογίας και των νέων υλικών και με την άνθιση της αστικής τάξης στη Γαλλία και την Ευρώπη. Τότε σχεδιάστηκαν τα μεγάλα βουλεβάρτα στη γαλλική πρωτεύουσα και μεταμορφώθηκε το σύνολο της αστικής υποδομής. Ο David Harvey υποστηρίζει ότι ο Haussmann επιδίωξε να καταστήσει τους ιδιωτικούς και τους δημόσιους χώρους του Παρισιού αμοιβαία αλληλοϋποστηριζόμενους. Τα καφέ, χώρος αποκλειστικά εμπορικός και το βουλεβάρτο, ο δημόσιος χώρος, σχηματίζουν ένα σύνολο συμβίωσης, στο οποίο κάθε στοιχείο επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα του άλλου. Όμως αυτό συνεπάγεται ότι ο δημόσιος χώρος πρέπει να ελέγχεται με κατάλληλο τρόπο.

Παράλληλα τα καφέ, σε συνοικίες κάθε κατηγορίας, αρχίζουν να βγάζουν τραπέζια στους δρόμους. Αυτά τα υπαίθρια καφέ των grands boulevards είχαν, κατά τον Richard Sennett «ετερόκλητη μεσοαστική και μεγαλοαστική πελατεία· ανειδίκευτοι και ημι-ειδικευμένοι εργάτες δεν σύχναζαν εκεί». Στις δεκαετίες που ακολούθησαν την ολοκλήρωση των grands boulevards, «ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων κάθονταν άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο στα πεζοδρόμια, και τον χειμώνα πίσω από γυάλινες προθήκες με πρόσοψη στον δρόμο». Αυτή η αλλαγή ανατρέπει τα μέχρι τότε ισχύοντα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα και διαταράσσει την παραδοσιακή λειτουργία του δημόσιου χώρου. Οι εμπορικές συναλλαγές, που ήταν συνυφασμένες με τον υπαίθριο δημόσιο αστικό χώρο, μεταφέρονται πλέον σε προστατευμένους εσωτερικούς χώρους, σε στοές, τις οποίες ο Walter Benjamin θεωρεί προάγγελους των πολυκαταστημάτων, στα οποία καθιερώθηκε για πρώτη φορά αφ’ ενός μεν η έκθεση των αγαθών σε γυάλινες προθήκες, αφ’ ετέρου δε η δυνατότητα του πελάτη να τα επισκέπτεται χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αγοράσει. Οι υπαίθριες αγορές καταργούνται και η δημόσια ζωή γίνεται πιο έντονη και λιγότερο κοινωνική. Μεταφέρεται με αυτό τον τρόπο στους νέους χώρους σημαντικό μέρος της δημόσιας ζωής. Περιορίζεται σταδιακά ο ρόλος του δημόσιου χώρου ως παράγοντας της δημόσιας ζωής, δηλαδή ο δημόσιος χώρος παύει πλέον να αποτελεί το κυρίαρχο μέρος όπου συντελούνται κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Ο σχεδιασμός που ακολουθήθηκε στο Παρίσι, με τη διάνοιξη των μεγάλων λεωφόρων και τη δημιουργία δημόσιων πάρκων, δεν επηρέασε μόνο τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες

Σελ. 14

αλλά πέρασε, τον 19ο αιώνα, και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπως αναφέρουν ο Stephen Carr και άλλοι, τόσο για να τιμήσουν τον αυξανόμενο πλούτο και τον ελεύθερο χρόνο των ανώτερων τάξεων, όσο και για να προσφέρουν ένα καλύτερο και υγιές περιβάλλον στην εργατική τάξη. Επισημαίνει δε ο Carr ότι ο δημόσιος χώρος αποτελεί τη σκηνή όπου εκτυλίσσεται το έργο της δημόσιας ζωής, προβάλλεται δηλαδή η ελεύθερη επικοινωνία στον δημόσιο αστικό χώρο.

Οι σύγχρονες προσεγγίσεις του δημόσιου χώρου είναι πολλές: νομική, πολεοδομική, κοινωνική, η ανάδειξη των οποίων έχει γίνει από πολλούς διανοητές και πάντα σε αντίθεση με τον ιδιωτικό χώρο.

Η νομική προσέγγιση ασχολείται με θέματα ιδιοκτησίας του χώρου. Έτσι ως δημόσιος ορίζεται ο χώρος του οποίου η ιδιοκτησία είναι δημόσια και δεν προορίζεται για οικονομική εκμετάλλευση, όπως ο ιδιωτικός χώρος. Η κοινωνική προσέγγιση του δημόσιου χώρου δίνει έμφαση στην ελεύθερη και ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε αυτόν. Στον δημόσιο αστικό χώρο κάθε πολίτης έχει πρόσβαση, ανεξάρτητα από το φύλο του, τη φυλή, την εθνικότητα, την ηλικία, την κοινωνική του θέση ή το οικονομικό του επίπεδο.

Ο Walter Siebel θεωρεί ότι οι διαφορές μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου μπορούν να συνοψιστούν στα εξής επίπεδα: στο νομικό (όσον αφορά το δίκαιο που διέπει κάθε χώρο), το λειτουργικό (οι λειτουργίες της αγοράς, της αναψυχής και οι πολιτικές δραστηριότητες καταχωρίζονται στον δημόσιο χώρο, ενώ η παραγωγική διαδικασία στον ιδιωτικό) και το κοινωνικά προσδιορισμένο (ο δημόσιος είναι ο χώρος της ανωνυμίας, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό που είναι ο χώρος της οικειότητας).

Ενώ λοιπόν κατά τον 18ο αιώνα οι πόλεις με τις πλατείες, τα βουλεβάρτα και τις λεωφόρους, ήταν έτσι διαμορφωμένες ώστε να επιτρέπεται η συναναστροφή ξένων μεταξύ τους ατόμων και υπήρχε μία συνέχεια ανάμεσα στην αγορά, το θέατρο και τη δημόσια παρουσία, από τον 19ο αιώνα και μετά, οι πόλεις μεγεθύνονται, πολλαπλασιάζονται οι πολυκατοικίες, η παραγωγή αυξάνει κατακόρυφα και η κατανάλωση αρχίζει να αποκτά μαζικό χαρακτήρα. Οι ανοικτοί χώροι στις πόλεις είναι πλέον χώροι για να διαβαίνουν οι άνθρωποι, παρά για να παραμένουν και να συναναστρέφονται.

Παράλληλα, οι χώροι εργασίας σχεδιάζονται έτσι, ώστε να επιτρέπεται η αλληλοπαρατήρηση και ταυτόχρονα η απομόνωση εν μέσω κοινής θέας. Οι άνθρωποι ήλθαν πιο κοντά αλλά ταυτόχρονα έχασαν την ικανότητα να επικοινωνούν στον δημόσιο χώρο. Η ισορροπία που υπήρχε μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού ανατρέπεται και η κοινωνία καθίσταται κοινωνία της οικειότητας, όπως την ονομάζει ο Sennett. Μελετώντας την έκπτωση του δημόσιου χώρου, ο Sennet υποστηρίζει ότι η επέλαση της ιδιωτικότητας λαμβάνει τη μορφή

Σελ. 15

«τυραννίας» του ατόμου, όπου η αίσθηση του μεγάλου και του συλλογικού εξαφανίζεται μέσα από την πίεση της καθημερινότητας.

Σε ό,τι αφορά τον αστικό δημόσιο χώρο, ο οποίος σύμφωνα με ένα σύγχρονο ορισμό, «ταυτίζεται με φυσικούς χώρους ανοιχτούς σε όλους και προσβάσιμους από όλους, ελεύθερα και δωρεάν», τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένα ρεύμα κοινωνιολογικών, κυρίως, αναλύσεων για τον επαναπροσδιορισμό του. Σημαντικός είναι πλέον σε ολόκληρη την Ευρώπη, ο ρόλος διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων, όπως οι νέοι, οι γυναίκες, αλλά όλο και περισσότερο οι μετανάστες, και οι σχέσεις τους με τον δημόσιο χώρο. Βάσει των αναλύσεων αυτού του ρόλου, υλοποιούνται σε ευρωπαϊκές πόλεις χωρικές παρεμβάσεις, με σκοπό την ανασυγκρότηση της κοινωνικής συνοχής και τη διασφάλιση συνθηκών υγιεινής για όλους τους πολίτες. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το σχέδιο «Plan Bleu, Schéma d’aménagement des berges du Rhône et de la Saône», το οποίο υλοποιήθηκε στη μητροπολιτική περιοχή της Λυών. Αφορά, μεταξύ άλλων, τη διευθέτηση του πάρκου Gerland και την ανάδειξη μιας μεγάλης παρόχθιας έκτασης των ποταμών Rhône και Saône, μήκους πέντε χιλιομέτρων, σε ανοιχτό δημόσιο χώρο.

Ο επαναπροσδιορισμός του δημόσιου χώρου στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον αποτελεί συνεπώς κομβικό θέμα συζήτησης και μελέτης. Τίθενται ερωτήματα σχετικά με τη χωρική ή συμβολική διάσταση του δημόσιου χώρου, όπως σε ποιο βαθμό οι κάτοικοι της πόλης χρειάζονται τον δημόσιο χώρο για δραστηριότητες της καθημερινής τους ζωής. Τίθενται επίσης ζητήματα όπως ο άτυπος περιορισμός της κοινής χρήσης στους δημόσιους ανοιχτούς χώρους για λόγους ασφάλειας. Ενδεικτικά αναφέρονται τα φυσικά εμπόδια που τοποθετούνται για λόγους προστασίας γύρω από δημόσια κτίρια σε κεντρικά σημεία μιας πόλης, αποτρέποντας όχι μόνο δυνητικές επιθέσεις αλλά και τη διάβαση από τους περαστικούς. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις οικειοποίησης τμημάτων πεζοδρομίων ή δρόμων για μεμονωμένη ή οργανωμένη ιδιωτική χρήση που αποτελεί συχνό φαινόμενο στις πόλεις. Χάνεται με αυτό τον τρόπο η «αστικότητα».

1.3. Ο νεοκλασικισμός στην αρχιτεκτονική

Η έναρξη της βασιλείας του Όθωνα στο νέο ελληνικό κράτος, το 1833, συμπίπτει με την εποχή κατά την οποία ο ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Ήταν το ρεύμα που επικράτησε από τα μέσα του 18ου αιώνα περίπου μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκφράζοντας τους προβληματισμούς της εποχής και την επαναστατική ορμή των ευρωπαϊκών κοινωνιών, στρέφοντας το βλέμμα προς την αρχαιότητα και έγινε δεκτός από την εύπορη τάξη.

Σελ. 16

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Τραυλό, οι μεγάλοι σταθμοί του κλασικισμού στην ιστορία της τέχνης είναι 3, οι εξής: Ο πρώτος αναφέρεται στη ρωμαϊκή εποχή, από τα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα, με τη συστηματική αντιγραφή των αρχιτεκτονικών και γλυπτικών έργων των σπουδαίων καλλιτεχνών του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Ο δεύτερος, στα μέσα του 16ου αιώνα, που αρχίζει στην Ιταλία με τον Palladio και εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη. Ο τρίτος σταθμός στην Ευρώπη αφορά την εκδήλωση του κλασικισμού στην αρχιτεκτονική την περίοδο 1770 - 1830.

Από τους πρώτους θερμούς υποστηρικτές της στροφής προς την αρχαιότητα τον 18ο αιώνα, ήταν ο Γερμανός Johann Joachim Winckelmann, ο οποίος στην Ιστορία της αρχαίας τέχνης που συγγράφει, δίνει ιδιαίτερο βάρος στην τέχνη των Ελλήνων. Η ιστορία του Winckelmann αφορά μόνο τη ζωγραφική και τη γλυπτική, η αρχιτεκτονική παραλείπεται. Μοιάζει όμως αυτή «να ακολουθεί μία διαφορετική πορεία εφ’ όσον συνεχίζει να δίνει, κατά τον Winckelmann, σημαντικά οικοδομήματα όταν οι άλλες τέχνες βρίσκονται σε παρακμή».

Μεσουρανούσε, την περίοδο εκείνη, η Σχολή Αρχιτεκτονικής του Βερολίνου, στην οποία ενθαρρύνονταν οι μαθητές να ασχοληθούν με την ελληνική αρχαιότητα. Στην Ακαδημία δίδασκε ο Karl Friedrich Schinkel, ίσως ο σημαντικότερος Γερμανός αρχιτέκτονας του 19ου αιώνα. Μαθητής του Schinkel στη Σχολή ήταν ο Σταμάτης Κλεάνθης, ο οποίος πρόσφερε στη συνέχεια σπουδαίο έργο στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων, όπως της Αθήνας, του Πειραιά, του Αιγίου, από κοινού με τον Γερμανό φίλο του Eduard Schaubert. Εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα στα τέλη του 1829 και έφεραν στη χώρα το πνεύμα του ελληνικού νεοκλασικισμού της βερολινέζικης Σχολής, πνεύμα μέτρου και ισορροπίας, αντίστοιχο με εκείνο της κλασικής αρχαιότητας.

Ο νεοκλασικισμός χρησιμοποιεί τους ρυθμούς της κλασικής αρχαιότητας. Ειδικότερα στα σχέδια πόλεως ταυτίζεται με τη συμμετρία, την απλότητα, τη λειτουργικότητα.

Στην αρχιτεκτονική ο ρυθμός χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και μεγαλοπρέπεια. Οι επιφάνειες είναι καθαρές, μονόχρωμες, με γραμμικές διακοσμήσεις και ελάχιστα ανάγλυφα

Σελ. 17

στοιχεία, κυρίως για τα αετώματα και τις κιονοστοιχίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής των βασικών αρχών του κλασικισμού στην Αθήνα, είναι το κτίριο του Πανεπιστημίου, που σχεδίασε ο Hans Christian Hansen.

Στη ζωγραφική «ο νεοκλασικισμός αντιτίθεται στον υπερβολικό χαρακτήρα και στην πολύπλοκη έκφραση της τέχνης του μπαρόκ καθώς και στην ελαφρότητα και τη διάσπαση της μορφής του ροκοκό». Εξιδανικεύονται οι μορφές, δίνεται έμφαση στα περιγράμματα και στη γραμμή σε σχέση με το χρώμα. Οι σκιές και οι διακυμάνσεις του φωτισμού μετριάζονται ή εκλείπουν. Τα θέματα αντλούνται από την ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία και ιστορία. Εξυμνούν τον ηρωισμό και την αφοσίωση στα ιδανικά του έθνους και της πατρίδας.

Στη νεοκλασική γλυπτική ο καλλιτέχνης εξιδανικεύει την ανθρώπινη φύση μέσα από τις αναλογίες και την αρμονία. Τα γλυπτά χαρακτηρίζονται από γεωμετρική οργάνωση και συμμετρία. Ο Antonio Canova, ο κυριότερος γλύπτης του νεοκλασικισμού, επιχείρησε να αποδώσει στα έργα του την ηρεμία των ελληνικών γλυπτών και να απαλλάξει το ανθρώπινο κορμί από τις ατέλειες της φύσης.

Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα αναδεικνύονται σημαντικοί γλύπτες, όπως ο Δημήτριος Κόσσος που χρησιμοποιεί τα στοιχεία του νεοκλασικού προτύπου για τις προτομές του και ο Λεωνίδας Δρόσης, «ο σημαντικότερος κλασικιστής γλύπτης», στον οποίο δόθηκε υποτροφία, το 1859, για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών της Δρέσδης, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Επηρεάστηκε από τα κλασικά πρότυπα της αρχαιότητας, όπως προκύπτει από τα γλυπτά της Ακαδημίας Αθηνών που φιλοτέχνησε. Οι αδελφοί Φυτάλη έδωσαν επίσης, την ίδια περίοδο, εξαιρετικά έργα νεοκλασικής γλυπτικής. Ενδεικτικός είναι ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, έργο του Λάζαρου Φυτάλη, στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, τα αποκαλυπτήρια του οποίου έγιναν το 1872.

Η νεοκλασική μορφολογία εισάγεται επίσημα στον ελληνικό χώρο από τον Όθωνα, του οποίου ο πατέρας, ο Λουδοβίκος Α’ της Βαυαρίας, ήταν φανατικός ιδεολόγος της «ελληνικής αναβίωσης». Είναι ενδεικτικό στο πλαίσιο αυτό ότι, τον Δεκέμβριο 1835 αρχίζει στην Αθήνα η αναστήλωση του Ναού της Αθηνάς Νίκης, η πρώτη που γίνεται στην αναγεννημένη Ελλάδα και εκφράζει, κατά τον Maurer, «το πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητος που πρέπει να σταθεί και στο μέλλον ως ο μαγνητικός κρίκος ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Εκείνα τα χρόνια, επισημαίνει ο Βασίλειος Πετράκος, το μεγαλύτερο αίτημα των Ελλήνων ήταν η γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στην ελευθερωμένη Ελλάδα που ζητούσε τη

Σελ. 18

θέση της στον κόσμο, και στην Ευρώπη, ανάμεσα στο κλίμα, το πνεύμα και τις γνώσεις της Οθωμανικής Ελλάδας και στο πνεύμα του διαφωτισμού, του ρομαντισμού και του κλασικισμού.

1.4. Ο ρομαντισμός στην αρχιτεκτονική

Από το τέλος του 18ου αιώνα εμφανίζεται ο ρομαντισμός ως μία πνευματική κίνηση, στην οποία υπερισχύει το συναίσθημα της λογικής και η φαντασία της αναλυτικής κριτικής. Σύμφωνα με τον Bressani, «φως και σκότος, γέννηση και καταστροφή, ζωή και θάνατος, είναι τα κεντρικά ζεύγη της ρομαντικής σκέψης».

Καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα σε κλασικισμό και ρομαντισμό «δεν υπάρχει πριν από την περίοδο 1820 - 1830. Τότε μόνον ο ρομαντισμός αρχίζει να γίνεται ρυθμός και κυριαρχεί στην Ευρώπη ολόκληρο τον 19ο αιώνα». Οι φάσεις του ευρωπαϊκού ρομαντισμού ήταν πολλές. Αρχικά αποτέλεσε λογοτεχνικό ρεύμα και στη συνέχεια επεκτάθηκε στις εικαστικές τέχνες. Ειδικότερα ο γαλλικός ρομαντισμός, όπως επισημαίνει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «στράφηκε προς τη Φύση, όχι την αφηρημένη, όπως την πιάνει ο νους, αλλά προς τα φυσικά τοπία, όπως τα βλέπει το μάτι και τα ζει η ψυχή».

Στην αρχιτεκτονική ο ρομαντισμός επιτρέπει στοιχεία όχι μόνο από την κλασική αρχιτεκτονική αλλά και από την αρχιτεκτονική του Μεσαίωνα. Οι επιλογές εξαρτώνται από την προτίμηση του αρχιτέκτονα για κάποιο συγκεκριμένο ύφος. Χαρακτηριστικό είναι το έργο του Jacques Ignace Hittorff, δημιουργού ορισμένων εκ των πλέον σημαντικών δημόσιων κτιρίων στο Παρίσι του 19ου αιώνα, όπως ο Gare du Nord και το Cirque d’Hiver. Ο Hittorff, είναι επίσης εκείνος που συνέλαβε μία από τις ωραιότερες προοπτικές της ευρωπαϊκής πολεοδομίας: τον μεγάλο αστικό άξονα στο Παρίσι, από την place de la Concorde και τα Ηλύσια Πεδία, στην place de l’Etoile μέχρι το δάσος Boulogne, λειτουργώντας ως προάγγελος των παρεμβάσεων του Haussmann στη γαλλική πρωτεύουσα.

Στην Ελλάδα, είναι η εποχή που ο Κλεάνθης, τον οποίο ο Τραυλός θεωρεί «καθαρά ρομαντικό», εκτός από τα σχέδια πόλεως που εκπονεί, δίνει δείγματα της αρχιτεκτονικής του, σχεδιάζοντας το Μέγαρο των Ιλισίων, που στεγάζει σήμερα το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, με στοιχεία βυζαντινά και γοτθικά και το Μέγαρο Αμβροσίου Ράλλη, στην πλα-

Σελ. 19

τεία Κλαυθμώνος, με κλασσικά στοιχεία και επιρροές από τον Schinkel, που θεωρήθηκε το ωραιότερο σπίτι της Οθωνικής εποχής στην Αθήνα.

1.5. Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής πόλης από τον Μεσαίωνα μέχρι τον 19ο αιώνα

1.5.1. Γενικά

Πολλές και ενδιαφέρουσες ήταν οι εξελίξεις στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα. Σε πολιτικό επίπεδο, κινείται για πρώτη φορά η δημιουργία ενός πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού ευρωπαϊκού χώρου. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν είναι μια ιδέα του 20ου αιώνα, αλλά εμφανίζεται έναν αιώνα νωρίτερα, αν και τον 19ο αιώνα η ιδέα προσέκρουε στη δύναμη των εθνών που αναδύονταν. Από το 1815 ως το 1871, η Ευρώπη των εθνών κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή της εποχής. Από το Συνέδριο της Βιέννης, το 1815, για τη διατήρηση της τάξης και της νομιμότητας στην Ευρώπη, μέχρι την ολοκλήρωση της ενοποίησης της Ιταλίας και της Γερμανίας, οι ευρωπαϊκοί λαοί απέβλεπαν στη δημιουργία εθνών που ανυψώνονταν σε Κράτη. Σπουδαίοι στοχαστές, όπως ο Victor Hugo το 1855, οραματίζονταν μία Ευρώπη ενωμένη ως ένα έθνος. «Δεν θα υπήρχαν σύνορα, ούτε τελωνοφύλακες, ούτε δασμοί, […] μια γιγαντιαία πλημμυρίδα και άμπωτη χρημάτων και προϊόντων θα επικρατούσε· βιομηχανία και εμπόριο θα εικοσαπλασιάζονταν». Προφήτευε δε ο Ουγκώ το κοινό νόμισμα «που θα είχε για στήριγμά του το κεφάλαιο Ευρώπη και για κινητήριο δύναμή του την ελεύθερη εργασία 200 εκατομμυρίων ανθρώπων».

Για να φτάσουμε εκεί μεσολάβησαν σημαντικά γεγονότα. Στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πόλεων και τη διαχείριση του αστικού χώρου συνέβαλλαν ουσιαστικά οι σχέσεις ισχύος μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού ενδιαφέροντος. Ενώ κατά την αρχαιότητα οι δημόσιοι χώροι και τα δημόσια κτίρια είχαν απόλυτη προτεραιότητα σε σχέση με τα ιδιωτικά, στη μεσαιωνική πόλη οι ιδιώτες συντελεστές οφείλουν να συνεργαστούν για τον εξοπλισμό των κοινόχρηστων χώρων. Η πολιτική σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης επιτρέπουν στην πόλη να προσφέρει την απόλυτη συνοχή των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων, όπως επισημαίνει ο Leonardo Benevolo.

Προς τα τέλη του Μεσαίωνα, οι εκκλησίες γίνονται ορόσημα των πόλεων. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής είναι η έλλειψη γης, καθώς οι πόλεις οριοθετούνται από τα τείχη και, με τους αστούς και τους εμπόρους, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία από τους πύργους.

Στα μέσα του 12ου αιώνα γεννιέται στη βόρεια Γαλλία ο γοτθικός ρυθμός. Κτίζεται μία εκκλησία εντελώς νέου τύπου, εξ ολοκλήρου από πέτρα και γυαλί. Ο 13ος αιώνας ήταν η εποχή των μεγάλων καθεδρικών ναών γοτθικού ρυθμού, όπως της Λωζάννης, του μεγαλύτερου στην Ελβετία. Σταδιακά οι πόλεις έγιναν κέντρα εμπορίου και οι αστοί απέκτησαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την Εκκλησία.

Σελ. 20

Η ανάπτυξη του εμπορίου και η αύξηση της κινητικότητας που επέφερε, οδήγησε στη γέννηση νέων δυναμικών κοινωνικών τάξεων, ναυτικών και εμπόρων. Αυτή η διαδικασία σταδιακά έσπασε την απομόνωση των πόλεων της εποχής του Μεσαίωνα.

Η Αναγέννηση, όπως και ο Διαφωτισμός στη συνέχεια, βοήθησε ώστε να χάσει την κυρίαρχη θέση του το θεοκρατικό μοντέλο το οποίο καθόριζε έως τότε την καθημερινή ζωή των κοινωνιών. Τη «μαρμάρινη Ρώμη» του Αυγούστου, όπως αναφέρει ο Nicola Festa, ο πανδαμάτωρ χρόνος μαζί με την άγνοια και τη βαρβαρότητα των ανθρώπων την είχαν μετατρέψει, από τον 4ο μ.Χ. αιώνα και για μία χιλιετία περίπου, σε ένα ασήμαντο οικισμό περιτριγυρισμένο από αγρούς και δάση, διάσπαρτα με επιβλητικά ερείπια. Οι πάπες της Αναγέννησης έκαναν προσπάθεια «να δημιουργήσουν μία νέα πόλη, σύγχρονη, εφάμιλλη, αν μη ανώτερη της Φλωρεντίας των Μεδίκων και της Νεάπολης των Αραγωνέζων».

Τα Ανάκτορα των Βερσαλλιών ολοκληρώνονται το 1685, επί βασιλείας Λουδοβίκου 14ου, σχεδιασμένα από τους αρχιτέκτονες Louis Le Vau και Jules Mansart και αποτελούν το αντιπροσωπευτικότερο κτιριακό συγκρότημα σε ρυθμό μπαρόκ, ρεύμα που διαμορφώθηκε στην Ιταλία στις αρχές του 17ου αιώνα και στη συνέχεια πέρασε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Συνδέεται με το άνοιγμα της πόλης, την οποία βλέπει ως κέντρο όλων των εξουσιών. Έτσι, όπως περιγράφει ο Benevolo, «μπαίνουν σε τάξη αγροί, δέντρα, υδάτινες πηγές και αγάλματα, μια και δεν μπορούν να μπουν σε τάξη σπίτια και άνθρωποι».

Στα τέλη του 18ου αιώνα μεγάλα γεγονότα συντάραξαν τη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Η Αμερικανική Επανάσταση το 1776 και η Γαλλική το 1789, προκάλεσαν θεμελιώδεις ανακατατάξεις στη δομή των κοινωνιών. Μαζί με άλλες επαναστάσεις στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, λιγότερο σημαντικές, έφεραν στην εξουσία τη νέα τάξη των αστών και το πέρασμα από το φεουδαρχικό στο κεφαλαιοκρατικό οικονομικό σύστημα.

Παράλληλα αρχίζει να διαμορφώνεται, στον χώρο της αρχιτεκτονικής, η καινούργια επιστήμη της πόλης, η πολεοδομία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Giulio Carlo Argan, σύμφωνα με τον οποίο ήταν επιθυμητό η πόλη να έχει μία υφολογική ενότητα «αντίστοιχη της κοινωνικής οργάνωσης». Θεωρεί ότι την προαναγγέλλουν οι λεγόμενοι αρχιτέκτονες «της επανάστασης», οι Boulée και Ledoux. «Θα έχει το μεγαλειώδες απόγειό της στο φιλόδοξο ναπολεόντειο όνειρο να μεταβληθούν όχι μόνο οι αρχιτεκτονικές, αλλά και οι χωροταξικές δομές, τα μεγέθη, οι λειτουργίες των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας: πελώριες πλατείες, ευρύτατες και μακρές οδοί, πλαισιωμένες από μεγάλα, αυστηρώς νεοκλασικά, κτίρια δημοσίων κυρίως λειτουργιών».

Back to Top