ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Δογματική, συγκριτική και ιστορική προσέγγιση

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 12.75€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 27,75 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18150
Δαγκλής Η.
Χαραλαμπάκης Α.
ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
Χαραλαμπάκης Α.
  • Έκδοση: 2021
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 320
  • ISBN: 978-960-654-308-1
  • Black friday εκδόσεις: 10%

Το έργο «Ποινική Ευθύνη Υπουργών» εμφανίζει ορισμένες ενδιαφέρουσες πρωτοτυπίες. Η πρώτη συνίσταται στο γεγονός της παράθεσης του θεσμού στις χώρες της ΕΕ και στις σπουδαιότερες από τις λεγόμενες τρίτες χώρες. Η δεύτερη συνίσταται στην αναλυτική περιγραφή της ιστορικής εξέλιξης του θεσμού από την εποχή του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα. Το κύριο σώμα της μονογραφίας επικεντρώνεται στο ισχύον δίκαιο της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, όπου γίνεται συστηματικός διαχωρισμός μεταξύ των ουσιαστικών και των δικονομικών ρυθμίσεων. Απευθύνεται σε δικηγόρους, εισαγγελείς, δικαστές, φορείς του Δημοσίου και γενικότερα σε κάθε ενασχολούμενο με το οικείο αντικείμενο.

Πρόλογος Σελ. IX
Εισαγωγή Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Ιστορική διαδρομή του θεσμού της Κυβερνητικης Ευθύνης
Κεφάλαιο Πρώτο
Κράτος, Κυβερνώντες και Εγκληματικότητα Σελ. 7
Κεφάλαιο Δεύτερο
Ιστορική διαμόρφωση του θεσμού της ευθύνης των αρχόντων Σελ. 12
I. Πολιτική διαμόρφωση και δικαστικές εξουσίες στην Αρχαία Ελλάδα Σελ. 12
ΙΙ. Η τελείωση του δημοκρατικού πολιτεύματος Σελ. 14
1. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία την εποχή του Περικλή. Από την ασυδοσία στη λογοδοσία των αρχών Σελ. 16
2. Απονομή δικαιοσύνης στη δημοκρατία του Περικλή Σελ. 18
3. Άρχοντες και νομική ευθύνη έναντι της πολιτείας Σελ. 19
4. Διάχυτος έλεγχος και ιδιώτες κατήγοροι Σελ. 21
ΙΙΙ. Η πρωτη εμφάνιση του θεσμού της νομικής ευθύνης των υπουργών στην Αγγλία Σελ. 24
1. Το ειδικό διαδικαστικό μέσο του impeachment Σελ. 25
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Συγκριτική επισκόπηση του θεσμού στις αλλοδαπές έννομες τάξεις
Κεφάλαιο Πρώτο
Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών στην Μ. Βρετανία Σελ. 33
Κεφάλαιο Δεύτερο
Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Σελ. 35
I. Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών Σελ. 38
1. Γαλλία Σελ. 38
2. Γερμανία Σελ. 40
3. Αυστρία Σελ. 43
4. Βέλγιο Σελ. 43
5. Βουλγαρία Σελ. 44
6. Δανία Σελ. 44
7. Εσθονία Σελ. 45
8. Ιρλανδία Σελ. 45
9. Ισπανία Σελ. 46
10. Ιταλία Σελ. 46
11. Κροατία Σελ. 47
12. Κύπρος Σελ. 48
13. Λετονία Σελ. 48
14. Λιθουανία Σελ. 49
15. Λουξεμβούργο Σελ. 49
16. Μάλτα Σελ. 50
17. Ολλανδία Σελ. 50
18. Ουγγαρία Σελ. 50
19. Πολωνία Σελ. 51
20. Πορτογαλία Σελ. 51
21. Ρουμανία Σελ. 52
22. Σλοβακία Σελ. 52
23. Σλοβενία Σελ. 52
24. Σουδία Σελ. 53
25. Τσεχία Σελ. 53
26. Φινλανδία Σελ. 53
Κεφάλαιο Τρίτο
Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών σε τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης Σελ. 55
Ι. Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών Σελ. 56
1. Αυστραλία Σελ. 56
2. ΗΠΑ Σελ. 56
3. Ιαπωνία Σελ. 59
4. Ινδία Σελ. 60
5. Καναδά Σελ. 61
6. Κίνα Σελ. 62
7. Ρωσία Σελ. 63
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών στην Ελλάδα
Κεφάλαιο Πρώτο
Ιστορική διαδρομή του θεσμού στην Ελλάδα Σελ. 65
Ι. Α΄ Εθνική Συνέλευση - Το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα. Η καθιέρωση του θεσμού της ποινικής ευθύνης υπουργών Σελ. 66
ΙΙ. Β΄ Εθνική Συνέλευση Σελ. 72
ΙΙΙ. Γ΄ Εθνική Συνέλευση Σελ. 75
Κεφάλαιο Δεύτερο
Η μετεξέλιξη της υπουργικής ευθύνης στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος Σελ. 78
Ι. Συγκέντρωση στο νομοθετικό σώμα αρμοδιοτήτων κατηγόρου και δικαστή. Η πολιτειακή μεταβολή του 1832 Σελ. 78
ΙΙ. Η περίπτωση του Συντάγματος του 1844 Σελ. 80
ΙΙΙ. Ίδρυση Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις Σελ. 81
ΙV. Ο εκτελεστικός του συντάγματος νόμος ΦΠΣΤ/22 Δεκ. 1876/23 Φεβ.1877 Σελ. 86
V. Η ποινική ευθύνη των υπουργών στις απαρχές του 20ου αιώνα Σελ. 88
VI. Αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του νομικού καθεστώτος της ποινικής ευθύνης υπουργών. Η επαναφορά της Γερουσίας ως Υπουργοδικείου Σελ. 89
VII. Το Σύνταγμα του 1927 Σελ. 91
VIII. Επαναφορά της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου Σελ. 92
IX. Τα δικτατορικά συντάγματα του 1968/1973 Σελ. 93
X. Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών στη μεταπολίτευση Σελ. 94
ΧΙ. Το Σύνταγμα του 1975 Σελ. 96
ΧΙΙ. Νόμος 2509/1997 Σελ. 101
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
Το ισχύον δίκαιο της ποινικής ευθύνης υπουργών
Κεφάλαιο Πρώτο
Ουσιαστικό Δίκαιο Σελ. 105
Ι. Η ποινική ευθύνη των πολιτικών προσώπων Σελ. 105
ΙΙ. Υποκείμενα τέλεσης του εγκλήματος Σελ. 105
1. Χρονικό σημείο έναρξης ποινικής ευθύνης Σελ. 114
2. Κρίσιμος χρόνος Σελ. 118
ΙΙΙ. Υπουργικά αδικήματα Σελ. 119
1. Ο όρος «κατά την άσκηση των καθηκόντων» και οι συναφείς αυτού επιρρηματικές εκφράσεις Σελ. 125
2. Ο όρος «κατά την άσκηση των καθηκόντων» στο δίκαιο της υπουργικής ευθύνης Σελ. 133
α. Η ιστορία του όρου «κατά την άσκηση των καθηκόντων» Σελ. 133
β. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο Σελ. 136
γ. Το πρόβλημα και οι σχετικές επί αυτού απόψεις Σελ. 138
δ. Κριτική και σύνθεση απόψεων Σελ. 142
ε. Κάποιες τελευταίες σκέψεις που αφορούν στην εμβέλεια της έννοιας του υπουργικού αδικήματος Σελ. 149
IV. Συμμέτοχοι Σελ. 152
1. Η συμμετοχή στο δίκαιο της υπουργικής ευθύνης Σελ. 153
2. Δικονομικές απορίες της νέας ρύθμισης Σελ. 159
3. Παραγραφή αξιόποινης πράξης συμμετόχου Σελ. 163
4. Αναστολή ποινικής δίωξης επί συμμετόχων Σελ. 168
5. Ανάκληση ποινικής δίωξης επί συμμετόχων Σελ. 170
6. Ζητήματα αρμοδιότητας σε περιπτώσεις συνάφειας και συρροής αδικημάτων Σελ. 171
7. Σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ κοινών ποινικών δικαστηρίων και του δικαστηρίου του αρ. 86 Συντ. Σελ. 174
8. Ζητήματα αρμοδιότητας επί συμμετοχής ανηλίκων-στρατιωτικών Σελ. 176
V. Λόγοι εξαλείψεως του αξιοποίνου Σελ. 178
1. Παραγραφη - Προθεσμία Σελ. 178
α. Ιστορία της ρύθμισης Σελ. 180
β. Η προβληματική του θεσμού της παραγραφής στο υπουργικό δίκαιο Σελ. 183
γ. Αξιολόγηση της ισχύουσας ρύθμισης και η συνταγματική μεταβολή της Θ΄ Αναθεωρητικής Βουλής Σελ. 186
2. Αμνηστία Σελ. 192
3. Χάρη Σελ. 192
Κεφάλαιο Δεύτερο
Δικονομικό Δίκαιο Σελ. 195
Ι. Κοινοβουλευτική διαδικασία Σελ. 195
ΙΙ. Πρόταση άσκησης δίωξης Σελ. 196
ΙΙΙ. Προκαταρκτική εξέταση Σελ. 202
1. Έννοια προδήλως αβάσιμης πρότασης Σελ. 203
2. Διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης. Αρμοδιότητες Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Σελ. 205
IV. Άσκηση ποινικής δίωξης Σελ. 209
1. Αρχή της νομιμότητας της δίωξης. Επαρκείς ενδείξεις ενοχής Σελ. 211
2. Συνέπειες κίνησης της ποινικής δίωξης Σελ. 213
V. Αναστολή δίωξης Σελ. 214
VI. Ανάκληση δίωξης Σελ. 216
VII. Προκαταρκτική εξέταση στα πλαίσια της κοινής ποινικής διαδικασίας Σελ. 217
1. «Αμελλητί» διαβίβαση των στοιχείων. Έννοια - διακρίσεις Σελ. 219
2. Απόψεις επί του ζητήματος της «αμελλητί» διαβίβασης των στοιχείων Σελ. 220
3. Σύνθεση απόψεων Σελ. 222
VIII. Ενδιάμεση δικαστηριακή διαδικασία Σελ. 226
1. Σκιαγράφηση της διαδικασίας Σελ. 226
2. Συγκρότηση και αρμοδιότητες του Δικαστικού Συμβουλίου Σελ. 230
3. Εξαίρεση μελών Δικαστικού Συμβουλίου Σελ. 231
4. Ανάκριση Σελ. 232
5. Περιορισμός της δράσης του Ανακριτή Σελ. 233
α. Κατ’ οίκον περιορισμός Σελ. 234
β. Μία νομοθετική αβλεψία Σελ. 236
γ. Προϋποθέσεις επιβολής περιοριστικών όρων Σελ. 238
6. Πρόσθετες ανακριτικές δυνατότητες Σελ. 241
7. Το πέρας της προδικασίας Σελ. 242
α. Ενέργειες του Εισαγγελέα Σελ. 242
β. Ενέργειες του Δικαστικού Συμβουλίου Σελ. 244
ΙΧ. Διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου του Ειδικού Δικαστηρίου Σελ. 246
1. Σκιαγράφηση της διαδικασίας Σελ. 246
2. Συγκρότηση και λειτουργία του Ειδικού Δικαστηρίου Σελ. 251
3. Ορισμός δικασίμου Σελ. 254
4. Διαδικασία στο ακροατήριο - Απουσία κατηγορουμένου Σελ. 254
5. Εξαίρεση μελών του Ειδικού Δικαστηριου και του Εισαγγελέα Σελ. 256
6. Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Σελ. 257
α. Αμετάκλητη δικαστική απόφαση Σελ. 259
7. Επανάληψη της διαδικασίας Σελ. 261
α. Λόγοι επανάληψης της διαδικασίας Σελ. 263
β. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης Σελ. 264
8. Επανάληψη της δίκης Σελ. 264
Χ. Μια νέα δυνατότητα. Το άρθρο 16α και ο έλεγχος της ουσίας της κατηγορίας Σελ. 265
ΧΙ. Ποινές - Εκτέλεση αποφάσεων Σελ. 268
ΧΙΙ. Διάταξη αρ. 86 παρ. 5 Συντάγματος Σελ. 272
Επίμετρο Σελ. 274
Βιβλιογραφία
Ελληνική Σελ. 281
Ξενόγλωσση Σελ. 289
Αλφαβητικό ευρετήριο Σελ. 293

Σελ. 1

 

Εισαγωγή

Σε μία δικαιοκρατούμενη Πολιτεία ο νόμιμος λόγος της θεσμικής της υπόστασης καθορίζεται από τη ποιότητα και το βαθμό του έλεγχου των πολιτικών συνιστωσών της. Το δίπτυχο πολιτική ελευθερία-έλεγχος των αρχών χρωματίζει και θετικοποιεί το πρόταγμα δημοκρατίας που αναδύει η σύγχρονη πολιτική κοινωνία και ουσιαστικοποιεί το αίτημα του κράτους δικαίου ως μία θεμελιώδη αξία αυτής. Τούτο αποτελεί στη δικαιική μορφή του κράτους που κυριάρχησε στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου από την εποχή του Διαφωτισμού έως και σήμερα μία αυτονόητη πραγματικότητα. Τα πράγματα ωστόσο δεν είχαν παντα έτσι. Αντιθέτως η διαρκής διαμάχη ατομικής και κοινωνικής επιβολής καθόριζε και χρωμάτιζε αντίστοιχα το πολιτικό πεδίο επιρροής και ο έλεγχος των συνιστωσών συνιστούσε το προπέτασμα της διαπάλης για τη νομή και εξασφάλιση της κυριαρχίας. Την πολυκύμαντη ανά τους αιώνες αμφιταλάντευση της πολιτικής ιστορίας –από τη δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας έως τις αστικές κοινωνίες που γαλούχισε ο Διαφωτισμός–, διακούει η εκτύλιξη και διαπλοκή του περιπετειώδους θεσμού της νομικής ευθύνης των αρχόντων. Ως αν τον Τζένγκις Χαν που αναζητούσε νέα πλούτη και δόξες στις αχανείς πεδιάδες της Ανατολής έτσι και οι θεωρητικοί ινστρούχτορες του πολιτικού και κοινωνικού θεσμού της νομικής ευθύνης των κυβερνώντων και αξιωματούχων, αναζητούσαν ανέκαθεν στις ταραγμένες πολιτικές διαδρομές των σύγχρονων τους κοινωνιών τα φιλοσοφικά ερείσματα της δαιμονικής αυτής συνθήκης· και αν αυτό γινόταν στο πλαίσιο της θεωρίας και του καθωσπρεπισμού της επιστημονικής ανάλυσης, στο πεδίο της πολιτικής πραγματικότητας οι συμμετέχοντες γνώριζαν καλά πώς να εξασκούν στη νομική ρητορική των ρυθμίσεων του τη φιλοδοξία των πολιτικών τους επιδιώξεων.

Είναι άραγε να απορεί κανείς γιατί ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των αρχόντων δαιμονοποιήθηκε διαχρονικά αλλά και γιατί εντόνως ακόμα και σήμερα αμφισβητείται και πολεμάται. Διότι ο ιστορικός αναλυτής προσμετρά στην πλεονασματική αξιολόγηση του θεσμού όχι τα θεωρητικά επιτεύγματα των δημιουργών του, αλλά το πραγματικό αντίκτυπο και τα πραγματικά αποτελέσματα που κόμισε στη πολιτική ζωή της εκάστοτε κοινωνίας. Και είναι αλήθεια ότι κάθε άλλο παρά ως νομικό εκζητούμενο δεν αντιμετωπίστηκαν διαχρονικά οι ποινικές νομικές ρυθμίσεις της υπουργικής ευθύνης. Ωστόσο απορία προκαλεί η εντύπωση ότι ακόμα και σήμερα ορισμένοι κύκλοι στη

Σελ. 2

πολιτική ζωή των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών επιμένουν να αντιμετωπίζουν με πολιτικές παρωπίδες το νομικό αυτό κατασκεύασμα και να διαβλέπουν πολιτικές χίμαιρες στις φιλύποπτες διαδρομές του καλαίσθητου περιτυλίγματος του.

Στη μελέτη που ακολουθεί έγινε προσπάθεια να προσεγγιστούν τα ζητήματα που δημιουργούνται διαχρονικά από την εφαρμογή του θεσμού αυτού αμιγώς από τη πλευρά του νομικού παρατηρητή, δίνοντας δηλονότι έμφαση στη μελέτη της ιστορικής και εξελικτικής διαμόρφωσης των νομικών ρυθμίσεων αυτού και καταγραφής του νομικού αποτυπώματος τους στα πλαίσια της σύγχρονης νομικής πραγματικότητας· δεν παραβλέπουμε ωστόσο την αναγκαιότητα –στα πλαίσια μίας ευρύτερης νομικοπολιτικής θεώρησης του θεσμού– να ενταχθεί η μελέτη αυτή σε ένα ευρύτερο κοινωνιολογικό επίπεδο καταγραφής και ανάλυσης των πολιτικών επιπτώσεων της εξελικτικής αυτής πορείας η οποία δύναται να παράσχει αποδείξεις για την ποινική εξέλιξη των κοινωνιών και την αλληλεπίδραση του νόμου με τη κοινωνία και τανάπαλιν.

Στο κείμενο που ακολουθεί έγινε χρήση και καταγραφή των ιδιαίτερων ιστορικών στιγμών που στιγμάτισαν την εξελικτική πορεία του θεσμού με παράλληλη εξέταση και παράθεση των νομικών ρυθμίσεων που ίσχυαν ανά περίοδο και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκαν. Αυτό ωστόσο έγινε με σκοπό να εξηγηθεί επιστημολογικά η μετάβαση από το ένα ρυθμιστικό καθεστώς στο άλλο και να καταδειχθεί ο λόγος ή το κίνητρο για τον οποίο καθιερώθηκε και επικράτησε μία συγκεκριμένη νομοθετική δομή στις χώρες της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ευρώπης και στην Ελλάδα, και όχι για να εξηγήσει πολιτικά ή κοινωνιολογικά τη νομοθετική αυτή εξέλιξη.

Η μελέτη χωρίζεται σε τρία μέρη η ανάπτυξή των οποίων ακολουθεί μία γραμμική χρονολογική σειρά. Στο πρώτο μέρος γίνεται απόπειρα να ανιχνευθούν τα πρώιμα δομικά στοιχεία στις πρώτες καταγεγραμμένες πολιτικά οργανωμένες κοινωνίες που καθορίζουν την ανατομία της πολιτικής τους διάρθρωσης και να καταγραφούν τα ίχνη που επισημαίνουν τις πρώιμες απαρχές της αναζήτησης και καταλογισμού νομικών ευθυνών στους άρχοντες που διοικούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτές. Με επίκεντρο τις ιστορικές εξελίξεις στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο της ιστορικής περιόδου του ελληνικού έθνους η έρευνα συνεχίζει την ιστορική καταγραφή της πορείας των κοινωνιών της Δύσης· από τη σταδιακή κατάρρευση των ανεξάρτητων ελληνικών κράτων στη περίοδο του ανερχόμενου ρωμαϊκού κράτους έως την περίοδο των μεγάλων πολιτικών και πολιτισμικών αναταράξεων στην Ευρώπη του Διαφωτισμού επιχειρείται να συνδυαστεί αυτή με τη καταγραφή της μετεξέλιξης του θεσμού της νομικής ευθύνης των κυβερνώντων όπως αυτή αποτυπώνεται στα νομικά κείμενα εκάστης χρονικής περιόδου.

Σελ. 3

Η πρώτη εμφάνιση του θεσμού της νομικής ευθύνης Υπουργών καταγράφεται στο πολιτειολογικό παράδειγμα της Αγγλίας. Τη περίοδο αυτή σχηματοποιείται το πρώτον στην Αγγλία ο θεσμός της νομικής ευθύνης των υπουργών στο αστικό κράτος, με την εισαγωγή του θεσμού του impeachment. Αυτός είναι ο λόγος που το ειδικότερο αυτό διαδικαστικό μέσο θεωρείται ως ο προάγγελος του σύγχρονου θεσμού της ποινικής ευθύνης υπουργών όπως απαντάται στη νομοθεσία των περισσοτέρων κρατών της δυτικής κοινωνίας. Ωστόσο όπως θα προκύψει από την ανάλυση που θα ακολουθήσει, οι ειδικότερες πολιτειολογικές συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη του ως άνω πολιτικού μοντέλου δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών που απαντάται στα σύγχρονα συντεταγμένα κράτη αποτελεί διάδοχο κατάσταση του θεσμού της νομικής ευθύνης υπουργών της Αγγλίας του impeachment. Διότι ούτε ιστορική συνέχεια υφίσταται- ακόμα και σήμερα ούτω στην έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασίλειου δεν εφαρμόζεται η ειδική διαδικασία του impeachment στις περιπτώσεις ποινικών παραβάσεων εκ μέρους των Υπουργών της Κυβέρνησης. Ούτε κατά πρώτο λόγο και κυρίως οι ανάγκες που επέβαλλαν τη διαμόρφωση του θεσμού της νομικής υπουργικής ευθύνης στην Αγγλία ταυτίζονται με αυτούς που επέτρεψαν τη διαμόρφωση του σύγχρονου θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών στα σύγχρονα δυτικά κράτη. Στα τελευταία αυτά η αναζήτηση και εξέλεγξη των ευθυνών που προκύπτουν από τη παραβίαση εκ μερους των Υπουργών των διατάξεων της κείμενης ποινικής νομοθεσίας προέκυψε αρχήθεν ως θεωρητική εκδοχή στα πλαίσια της πνευματικής δίνης του Διαφωτισμού που σάρωσε τα κράτη της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης –και την Ελλάδα– από τον 17ο αιώνα και εκείθεν και κατόπιν επιβλήθηκε ως σύμβολο των αγώνων των μεγάλων επαναστάσεων της εποχής που διαμόρφωσαν τις πολιτικές δομές του κράτους όπως σήμερα αναγνωρίζεται. Αντίθετα στην Αγγλία η επιβολή του διαδικαστικού μέσου του impeachment προέκυψε ως μία πρακτική ανάγκη. Η καθιέρωση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών η οποία συντελέστηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια ενός κατά το μάλλον ή ήττον αστικού κράτους στην Αγγλία μέσω της πραγμάτωσης του θεσμού του impeachment αποτέλεσε τη συμβιβαστική επιφορά των μακροχρόνιων αιματηρών ταξικών αντιπαραθέσεων σε μία κοινωνία που αναπλέει μέσα στα αβέλτερα κύματα του πολιτικού εφελκυσμού. Ο θεσμός αυτός σταδιακά μετατράπηκε στα

Σελ. 4

πλαίσια της αρχής του ακαταδίωκτου του μονάρχη από μηχανισμό δίωξης των παραβάσεως του νόμου εκ μέρους των υπουργών του βασιλιά σε όργανο επιβεβαίωσης της ανεξαρτησίας της λειτουργίας του και ελέγχου των εκλεκτών του βασιλιά. Παράλληλα το ίδιο μέσο διαδραμάτισε στη πορεία της ιστορίας ένα συνεχή ρυθμιστικό ρόλο στους αγώνες μεταξύ του βασιλιά και του Κοινοβουλίου, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση των δομών του πολιτεύματος και του άγραφου αγγλικού συντάγματος. Σε αυτό το πλαίσιο η διαδικασία δίωξης των υπουργών αποτέλεσε το πιο ισχυρό όπλο στον πολιτικό οπλοστάσιο του αγγλικού Κοινοβουλίου καθώς και το εργαλείο με το οποίο το τελευταίο εξασφάλισε τη δημιουργία ολοένα πιο επιδεκτικής και υπεύθυνης κυβέρνησης, αποκαθιστώντας τις ανισορροπίες που πηγάζουν από την αχαλίνωτη επιθυμία του βασιλιά και επεδίωξε και επέτυχε να ασκήσει περιορισμούς πάνω σε αυτόν με την απομάκρυνση εκείνων των υπουργών του, που συντείνουν στους απολυταρχικούς του σκοπούς.

Αντίθετα στα πλαίσια του σύγχρονου φιλελεύθερου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών ακολουθεί αντίστροφη πορεία και συλλογιστική. Έτσι ενώ στην εποχή του Περικλή η διαδρομή έως την πλήρη διαμόρφωση της αθηναϊκής δημοκρατίας αποτέλεσε μια εξελικτική πορεία που είχε ως επίκεντρο αλλά και εφαλτήριο τις διεκδικήσεις του πολίτη για την ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή του στη διαχείριση των κοινών προβλημάτων της πολιτείας και την απαλλαγή του διοικουμένου από την ανεξέλεγκτη αυθαιρεσία των αρχόντων. Αντίστοιχα στις μεσαιωνικές και αστικές κοινωνίες του 18ου αιώνα ο θεσμός της νομικής ευθύνης των αρχόντων αποτέλεσε την θεωρητική και ουσιαστική κατάκτηση των ανερχόμενων πολιτικών δυνάμεων που επιζητούσαν την επιβολή και εγκαθίδρυσή τους στο ευμετάβολο και αμφικλινές πολιτικό πεδίο της εποχής και το περιορισμό των εξουσιών του απόλυτου άρχοντα και των αξιωματούχων του που ασκούσαν την εξουσία. Απεναντίας στη σύγχρονη κοινοβουλευτική

Σελ. 5

δημοκρατία ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών θέτει και υπηρετεί τον ακριβώς αντίθετο στόχο. Αναγορεύει δηλαδή ως προτεραιότητα τη προστασία της κυβερνητικής λειτουργίας έναντι εκείνων των συμφέροντων που επιδιώκουν τη προσβολή και καταδίωξη της. Η μεταστροφή αυτή του σκοπού και του νοήματος της διαδικασίας εξέλεγξης των νομικών ευθυνών των αρχόντων δεν εμφανίστηκε τυχαία. Αλλά αποτελεί την ουσιαστική μεταστροφή του πυρήνα της πολιτειακής υπόστασης που μετουσιώνεται στην αντιστροφή του συσχετισμού των πολιτικων δυνάμεων. Εκεί δηλαδή όπου τη δομή της εξουσίας καθόριζε η υποβλητική παρουσία του ηγεμόνα και των ακολούθων του, ενεργοποιείτο αντανακλαστικά η πολιτική αντίδραση των υπηκόων που διεκδικούσαν μερίδιο στη νομή της εξουσίας. Από την άλλη πλευρά στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπου τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων αναλαμβάνει κάθε φορά η μερίδα των πολιτών που κερδίζει την ευμένεια της πλειοψηφίας αυτών, προκαλεί την δυσαρέσκεια και τον ανταγωνισμό της αντιπαραττασσόμενης και μειοψηφούσας ομάδας και εγγενώς την προσπάθεια της πρώτης να διαφυλάξει το πολιτικό της κύρος και υπόσταση. Γεγονός αναμφισβήτητο είναι ότι σε όσες περιπτώσεις οι νομικές συνιστώσες του θεσμού λάμβαναν ολοένα εντονότερα δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά ήταν τότε που η κυβερνώσα εξουσία αναγκαζόταν να παραχωρήσει αυτά για να εξασφαλίσει τη πολιτική ισορροπία δυνάμεων που απαιτείτο από τις περιρέουσες κοινωνικές περιστάσεις· με τον τρόπο αυτό αναγκαζόταν να εκσυγχρονίσει τα ρυθμιστικά πλαίσια της υπουργικής ευθύνης δίδοντας παράλληλα περισσότερες ευκαιρίες πολιτικής αντίδρασης στους αντιπάλους της. Ως συμπέρασμα μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι η ικανότητα μίας εθνικής συνταγματικής τάξης να διακρίνει μεταξύ των πολιτικών σφαλμάτων της κυβέρνησης –που κρίνεται πάντοτε και αποκλειστικά με πολιτικά κριτήρια αλλά και κίνητρα– και της ποινικής ευθύνης των υπουργών της κυβερνήσεως (εν ενεργεία ή μη) –που πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως νομική ευθύνη– αποτελεί δείγμα ορθής λειτουργίας και ωριμότητας της δημοκρατίας και σεβασμού του κανόνα δικαίου.

Στο δεύτερο μέρος της μελέτης επιχειρείται μία συγκριτική επισκόπηση του θεσμού της ποινικής ευθύνης υπουργών στις αλλοδαπές έννομες τάξεις όπως αυτός διαμορφώθηκε στα πλαίσια των σύγχρονών δυτικών κοινωνιών καθώς και στα πλαίσια των χωρών της Ανατολής των οποίων το νομικό σύστημα διαμορφώνεται σε αντιστοιχία προς τις ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτειολογικές συνθήκες κάθε μίας από αυτές. Σκοπός της παρουσίασης είναι να καταγραφούν οι ιδιαιτερότητες των νομικών ρυθμίσεων που επικρατούν στα επιμέρους κράτη και να καταδειχθεί η θεμελιώδης σε κάθε μία από αυτά παραδοχή που επιτάσσει την ενεργοποίηση των ειδικών περί ποινικής ευθύνης υπουργών διατάξεων της κείμενης εις αυτά νομοθεσίας.

Σελ. 6

Τέλος στο τρίτο μέρος της μελέτης παρουσιάζεται το θεσμικό πλαίσιο της ποινικής υπουργικής ευθύνης όπως ίσχυσε από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους εώς και τις μέρες μας με παράλληλη αναφορά σε ορισμένες από τις ιστορικές περιστάσεις όπου έγινε ενεργοποίηση της ιδιάζουσας αυτής νομικής διαδικασίας προκειμένου να καταδειχθεί το πολιτικό πλαίσιο και οι ιδιαίτερες κοινωνικές συνισταμένες που πριμοδότησαν και προέκριναν την υλοποίηση των διατάξεών του.

Βασική θέση από την οποία εκκινεί η ανάλυση που ακολουθεί είναι ότι ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών θα πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια του δόγματος και της προβληματικής του ποινικού δικαίου. Η επιλογή αυτή γίνεται διότι προκρίνεται η άποψη ότι ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών συνιστά καταγραφή των ρυθμίσεων μίας αμιγώς νομικής ευθύνης. Προβάλλεται κοντολογίς η πεποίθηση ότι η πλήρωση εκ μέρους ενός μέλους της Κυβέρνήσεως ή Υφυπουργού των ρυθμίσεων ενός ποινικού νόμου υπό την ειδικότερη μορφή της στοιχειοθετήσεως και πληρώσεως των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης ενός ποινικού αδικήματος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί επιστημονικά ορθώς άλλως ειμή μόνο μέσω του δόγματος και της χρήσης των εργαλείων και του οπλοστασίου της ποινικής επιστήμης. Η καταφυγή και υιοθέτηση οποιασδήποτε θεωρίας περί πολιτικής χροιάς ή υφής του διερευνώμενου αδικήματος και η απόπειρα συσχέτισης της με όρους πολικής ευθύνης ή εισαγωγής κατά την επιστημονική τους αξιολόγηση πολιτικών παραμέτρων, οι οποίες σε κάθε περίπτωση παραμένουν ασαφείς και σίγουρα υποκειμενικές κρίνεται άσκοπη αλλά και επιστημολογικά ανορθόδοξη. Και αυτό διότι πέραν του γεγονότος ότι η εισαγωγή και συναξιολόγηση τέτοιων πολιτικών παραμέτρων δεν επιβάλλεται ούτε προκύπτει απο κανένα στοιχείο του ειδικότερου ποινικού νόμου που πρέπει να εφαρμοστεί –παρά μονο ίσως στο πλαίσιο της κοινωνιολογικής ή ιστορικής θεώρησης του εγκλήματος– ταυτοχρόνως μία τέτοια τακτική θεώρηση αποπροσανατολίζει τη δογματική συζήτηση επί των στοιχείων του ζητήματος επικίνδυνα, απομακρυνόμενη αναίτια από το τρόπο με τον οποίο κάθε παρόμοιο νομικό ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τη νομική κοινότητα. Δηλονότι με τη νηφαλιότητα και ασφάλεια που πηγάζει από την γνώση της εφαρμογής των τυπικών και επιστημολογικών μεθόδων ερμηνείας και εφαρμογής της νομικής επιστήμης.

Σελ. 7

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ιστορική διαδρομή του θεσμού της Κυβερνητικης Ευθύνης

Κεφάλαιο Πρώτο

Κράτος, Κυβερνώντες και Εγκληματικότητα

Είτε αφορά στην άμεση δημοκρατία είτε στο αστικό κράτος είτε στο μοναρχικό ή αριστοκρατικό, ο έλεγχος των ενεργειών των αρχόντων έχει την ίδια πολιτειακή βάση. Αποτελεί βασική πτυχή του δημοσίου βίου. Προσδιορίζει την μορφή του πολιτεύματος και αποτελεί σταθεροποιητικό ή αποσταθεροποιητικό πυλώνα της εξουσίας.

Είναι επομένως ο έλεγχος των αρχόντων σε μία πολιτεία η βασική σταθερά αλλά και ο δείκτης δημοκρατικότητας που προσδιορίζει και αυτό ακόμα το νόημα της ή αλλιώς αποτελεί την άλλη όψη του ιδίου νομίσματος το οποίο την προσδιορίζει. Στα πλαίσια ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, σε αυτό δηλαδή όπου ο λαός κυριολεκτικά ασκεί όλες τις εξουσίες, η δυνατότητα αυτού να μπορεί να ελέγχει τις ενέργειες των προσώπων στους οποίους έχει ανατεθεί προσωρινά η πρακτική υλοποίηση του μεγάλου στόχου της δημοκρατικότητας αποτελεί ταυτολογία. Θα μπορούσαμε μάλιστα ίσως να πούμε ότι ένα πολίτευμα είναι τόσο πιο πολύ δημοκρατικό, δηλαδή τόσο πιο πολύ κοντά στο πρότυπο δημοκρατίας που επικράτησε μοναδικά στην ιστορία της ανθρωπότητας στο δήμο των Αθηναίων στη κλασική αρχαιότητα, όσο πιο ουσιαστικός, άμεσος, ενδελεχής και πλήρης καθίσταται ο έλεγχος της κυβερνητικής δραστηριότητας των αρχόντων. Ο Μοντεσκιέ (Montesquieux, 1689-1755) στη συνταγματική θεωρία του η οποία συνοψίζει το πολιτικό πρόταγμα των μεγαλεπήβολων επαναστάσεων του 18ου αιώνα θεωρεί οτι η δημοκρατία αυτή καθεαυτή μπορεί να υπάρχει μόνο σε επίπεδο μικρών κρατών ή πόλεων. Αντίθετα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπου ο λαός εκπροσωπείται από τους αντιπροσώπους του, το κλειδί στην εύρυθμη λειτουργία του βρίσκεται στο σταμάτημα της κατάχρησης της εξουσίας. Θεωρώντας ότι η διάκριση των εξουσιών αποτελεί τον ουσιώδη όρο σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, πιστεύει ότι οι εξουσίες θα πρέπει να παραμένουν ελεύθερες η μία απέναντί στην άλλη. Γνωρίζοντας όμως παράλληλα ότι

Σελ. 8

κάθε άνθρωπος που ασκεί εξουσία έχει ροπή προς τη κατάχρηση αυτής, κρίνει ότι το μυστικό της ελευθερίας βρίσκεται στη θεσμική οργάνωση των εξουσιών. «Για να μην είναι σε θέση η εξουσία να προβεί σε κατάχρηση, πρέπει από τη διάταξη των πραγμάτων, η εξουσία να σταματά την εξουσία». Ο έλεγχος των πράξεων των αρχόντων και η καθιέρωση της δυνατότητας εποπτείας αυτών ανάγεται σε κρίσιμο στοιχείο του πολιτεύματος και δείκτη της δημοκρατικότητας αυτού. Η θεωρητική αυτή σύλληψη που αποτέλεσε βασική επιδίωξη και απαίτηση της επανάστασης μορφοποιείται σχηματικά στο θεσμό της νομικής ευθύνης των προσώπων που ασκούν την εξουσία στο κράτος.

Το συμπέρασμα που προκύπτει ως δογματική αναγκαιότητα είναι ότι όσο πιο ενδελεχής είναι ο έλεγχος που ασκείται στους διαχειριστές ενός συνόλου καθηκόντων τόσο περισσότερο εξισορροπείται η ενδόμυχη τάση για καθολική εκτροπή αυτής. Στα πλαίσια όμως του δημοκρατικού πολιτεύματος αύτη η αρχή λαμβάνει υπερθετική χροιά. Αποτελεί εννοιολογικό στοιχείο της ιδέας του δημοκρατικού καθεστώτος η αυτονόητη και παράλληλη εξισορρόπηση και έλεγχος των εξουσιών που την διοικούν. Σε ένα κράτος Δικαίου ούτω δεν νοείται να περιγράφεται οποιαδήποτε εξουσία (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) χωρίς να προβλέπεται παράλληλα ο άμεσος και πλήρης έλεγχος αυτής. Ο έλεγχος αυτός όμως δεν μπορεί να προέρχεται από αυτόν που την ασκεί διότι καταλήγει προσχηματικός και εν τέλει προστατευτικός των συμφερόντων του.

Στα πλαίσια του τύπου του σύγχρονου φιλελεύθερου δυτικού κράτους δικαίου η ευθύνη στην οποία υπόκεινται τα πρόσωπα που διαχειρίζονται την εκτελεστική εξουσία δηλαδή τα μέλη της Κυβερνήσεως διαχωρίζεται σε τρεις κατηγορίες. Στη κοινοβουλευτική ή πολιτική ευθύνη, την αστική ευθύνη και την ποινική ευθύνη. Το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ των τριών παραπάνω κατηγοριών ευθυνών ανευρίσκεται στο είδος των νομικών επιπτώσεων που επισύρουν αλλά και στις προϋποθέσεις εφαρμογής τους που προέρχεται από τον αντίστοιχο κλαδο δικαίου που τους προβλέπει.

Η κοινοβουλευτική ευθύνη είναι όπως ακριβώς και η ποινική και αστική ευθύνη, νομική ευθύνη, δηλαδή διέπεται από κανόνες δικαίου. Η κοινοβουλευτική ή πολιτική ευθύνη περιλαμβάνει τη σχέση εξαρτήσεως της Κυβέρνησης

Σελ. 9

ή μέλους της από το Κοινοβούλιο - και έχει σαν συνέπεια τη νομική υποχρέωση παραιτήσεως στην περίπτωση άρσεως της εμπιστοσύνης αυτού. Η πολιτική ευθύνη αφορά στις πράξεις και παραλείψεις των μελών της Κυβερνήσεως που ελέγχονται από τη Βουλή με τα μέσα του κοινοβουλευτικού ελέγχου και προβλέπεται από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Η ευθύνη αυτή σχετίζεται με την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής γενικότερα και των υπουργικών αρμοδιοτήτων ειδικότερα (άρθρο 82 παρ. 1 Συντ.) και εξειδικεύεται αφενός με την αρμοδιότητα της Βουλής να καλεί τους υπουργούς να λογοδοτήσουν ενώπιον της για πράξεις ή παραλείψεις τους, ασκώντας κοινοβουλευτικό έλεγχο και αφετέρου με την έκφραση δυσπιστίας προς τη Κυβέρνηση ή προς συγκεκριμένο μέλος της (άρθρο 84 παρ. 2 Συντ.).

Η αστική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως εντάσσεται στα πλαίσια της έννοιας της υποχρέωσης αποζημιώσεως του αστικού δικαίου και περιλαμβάνει την υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημιάς, που προξενείται στο Δημόσιο και στους ιδιώτες από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των μελών της Κυβερνήσεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αντίθετα με την νομοθεσία που ίσχυε στο παρελθόν ο ισχύων εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος 3126/2003 δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις για την αστική ευθύνη των υπουργών πλην της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 5 που ορίζει ότι η αγωγή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ασκείται και εκδικάζεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, ενώ προσθέτει επίσης ότι δεν επιτρέπεται να ασκηθεί πολιτική αγωγή στο Ειδικό Δικαστήριο. Επομένως η άσκηση της αγωγής δεν προυποθέτει όπως στο προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς την καταδίκη του Υπουργού από το Ειδικό Δικαστήριο, ενώ δεν ισχύει για αυτόν ούτε η απαλλαγή από την προσωπική ευθύνη που καθιερώνει το άρθρο 38 παρ. 1 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων

Σελ. 10

Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Ν 3528/2007) που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους, επειδή ο υπουργός δεν είναι υπάλληλος κατά την έννοια του ανωτέρω Κώδικα,. Συνεπώς οι Υπουργοί ευθύνονται εις ολόκληρον με το Δημόσιο για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί σύμφωνα με το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, ενώ η επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού στερείται πλέον αντικειμένου αφού δεν υφίστανται ειδικές διατάξεις για την αστική ευθύνη των υπουργών.

Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών είναι ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο. Πρωτίστως όμως αποτελεί ένα σύστημα κανόνων δικαίου που σκοπό έχει τον έλεγχο και τιμωρία των αξίοποινων πράξεων που τελούν τα μέλη μίας Κυβέρνησης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η έννοια της ποινικής ευθύνης των υπουργών λαμβάνει ειδική εννοιολογική χροιά στα πολιτειακά καθεστώτα όπου διαμορφώνεται σαφής διάκριση των τριών τομέων της εξουσίας –νομοθετική εκτελεστική και δικαστική– και όπου το πρόσωπο που ασκεί δημόσια εξουσία όταν παραβαίνει τις διατάξεις του θετού δικαίου, το οποίο έχει καθορίσει μια ανεξάρτητη νομοθετική αρχή, δύναται να έλθει αντιμέτωπος με την νομική ευθύνη που απορρέει από τη παράβαση των νόμων. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών όπως εν γένει το δίκαιο μίας χώρας τροφοδοτείται και τρέφεται από τους λοιπούς κοινωνικούς θεσμούς και διαπλάθει

Σελ. 11

τη κοινωνία. Διαμορφώνεται από αυτή και διαμορφώνει αυτή. Επηρεάζεται από τη πολιτική και επηρεάζει τη πολιτική. Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών όμως αποτελεί συνάμα θεωρητικό απαύγασμα και αναδεικνύεται σε κρίσιμες στιγμές της ιστορίας του έθνους στη πιο συνταρακτική συχνά πράξη στο βίο της πολιτείας.

Η πολυσημαντότητα και βαρύνουσα σημασία που δύναται να λάβει η εφαρμογή του θεσμού σε κρίσιμες στιγμές του πολιτικού βίου μίας χώρας είναι πασιφανής· ωστόσο κάτι τέτοιο δεν αναιρεί το γεγονός ότι αποτελεί τμήμα του θετού δικαίου και της έννομης τάξης στην οποία εντάσσεται. Αποτυπώνει τη νομική και ειδικότερα ποινική ευθύνη που φέρουν οι Υπουργοί όταν παραβαίνουν τις διατάξεις των ποινικών νόμων και προβλέπει τη διαδικασία που ακολουθείται για την εξέλεγξη και τιμωρία των παράνομων ως άνω πράξεων. Αυτό συγχρόνως συνεπάγεται ότι η οποιαδήποτε απόπειρα επιστημονικής του προσέγγισης θα πρέπει να υιοθετεί και ενσωματώνεται στη διαδικασία και τη μέθοδο με την οποία προσεγγίζεται οποιαδήποτε άλλο σύστημα κανόνων δικαίου ή οποιαδήπότε άλλη νομική ρύθμιση.

Η ανάλυση που ακολουθεί και αναφέρεται στην έννοια και λειτουργία του θεσμού της ποινικής ευθύνης υπουργών δεν έχει τεθεί με παραπομπή στην κοινωνιολογική ή ιστορική του υπόσταση –αν και ως τέτοιος μπορεί καθαυτού να νοηθεί– αλλά ως σύστημα δικαίου που καθιδρύει μια ιδιαίτερη νομική κατάσταση αφορώσα την υπόσταση και λειτουργία της ποινικής ευθύνης των πολιτικών προσώπων δηλαδή ως έννομη σχέση η οποία αποσκοπεί στην εκπλήρωση κάποιας κοινωνικής λειτουργίας ή σκοπού και διέπεται από την αντίστοιχη νομοθεσία.

Σελ. 12

Κεφάλαιο Δεύτερο

Ιστορική διαμόρφωση του θεσμού της ευθύνης των αρχόντων

I. Πολιτική διαμόρφωση και δικαστικές εξουσίες στην Αρχαία Ελλάδα

Η ιστορική εποχή του ελληνικού έθνους ήδη από τον Ή αι π.Χ. παρατηρεί τη δημιουργία δύο τύπων κρατικής οντότητας, αυτή του «έθνους» και της «πόλεως». Από τη περίοδο αυτή έως το μέσο του Ή αιωνος π.Χ. διαμορφώνονται και αναπτύσσονται ραγδαία οι πόλεις-κράτη, μικρές ανεξάρτητες και κυρίαρχες επικράτειες στις οποίες ως αυτοδύναμες εστίες πολιτισμού δημιουργούνται και εξελίσσονται τα πολιτεύματα, από τη μοναρχία και την αριστοκρατία ως το καθαρότατο τύπο της δημοκρατίας. Στα πολιτεύματα που καθιερώθηκαν την ιστορική αυτή περίοδο στα περισσότερα ελληνικά κράτη η βουλή και οι άρχοντες είχαν συγχρόνως νομοθετικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Σε αυτή τη χρονική περίοδο στον Ελλαδικό χώρο οι οποιασδήποτε

Σελ. 13

ατασθαλίες υπέπιπταν οι άρχοντες ενίσχυαν τον ανταγωνισμό μεταξύ μερίδων των ευγενών που επιδίωκαν τη κατάληψη των λίγων θέσεων βουλευτών και αρχόντων, οι οποίες συνοδεύονταν από τιμές, επιρροή, οφέλη, και συχνά αντιμετωπίζονταν από μη ευγενείς που έμειναν «εκτός πολιτείας» οι οποίοι κατέφευγαν σε βίαιες ενέργειες, έπειτα από φάσεις διαμαρτυριών και διατυπώσεις αξιώσεων για συμμετοχή στα κοινά.

Εξαίρετη και καινοφανής αναπτυχή στην αδιάπαυστη ιστορία του ελληνικού έθνους υπήρξε η κατά τη περίοδο της κλασικής αρχαιότητας γέννηση της δημοκρατίας. Η διαδρομή έως την πλήρη διαμόρφωσης της αθηναϊκής δημοκρατίας την εποχή του Περικλή αποτέλεσε μια εξελικτική πορεία που είχε ως επίκεντρο αλλά και εφαλτήριο τις διεκδικήσεις του πολίτη για την ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή του στη διαχείριση των κοινών προβλημάτων της πολιτείας και την απαλλαγή του διοικουμένου από την ανεξέλεγκτη αυθαιρεσία των αρχόντων. Από τη νομοθεσία του Σόλωνα που ανασύνταξε το πολίτευμα εισάγοντας καινοτόμες και τολμηρές ρυθμίσεις άλλαξε ριζικά το χαρακτήρα του πολιτεύματος που ίσχυε έως τότε. Τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Σόλων ήταν κυρίως να ενισχύσει τα δικαιώματα της Εκκλησίας στην εκλογή των αρχόντων, η ίδρυση μιας δεύτερης βουλής από 400 μέλη με προβουλευτική δικαιοδοσία, η ίδρυση των λαϊκών δικαστήριων και η παροχή του δικαιώματος στους πολίτες να προσφεύγουν σε αυτά όταν δεν ήθελαν να δικασθούν από τους άρχοντες. Και κάτι όμως ακόμα πιο τολμηρό· έδωσε το δικαίωμα σε όλους τους πολίτες να κινούν δίκη εναντίον οποιουδήποτε, ακόμη και του άρχοντος, που έβλαπτε ή αδικούσε οποιονδήποτε ακόμη και δούλο. Με τις μεταρρυθμίσεις ο Σόλων προσέφερε εγγυήσεις

Σελ. 14

για τη καλή άσκηση της εξουσίας από τους άρχοντες και για την εφαρμογή των νόμων, .

ΙΙ. Η τελείωση του δημοκρατικού πολιτεύματος

Τη περίοδο αυτή παρατηρείται κάτι πολύ σημαντικό. Για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία των ελληνικών κρατών η ισχύς του κράτους περνά από μία μικρή κάστα πολιτών που νέμεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτή

Σελ. 15

στους πολλούς. Και κάτι πλέον ιδιαίτερα σημαντικό· αυτοί που χειρίζονται κατά περίπτωση τα κοινά πράγματα της πολιτείας δεν πράττουν αυτό ανέλεγκτα. Πλέον δίδεται η δυνατότητα στο κάθε πολίτη της χώρας να ελέγχει το βίο και τις ενέργειες των αρχόντων και να καταγγέλλει αυτόν όταν διαπιστώνει αυθαιρεσία ή παραβίαση των νόμων.

Οριακό σημείο στην εξέλιξη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και τον σπουδαιότερο σταθμό στην πορεία για τη τελείωση της αποτελεί η μεταπολίτευση του 462 π.Χ. Τη περίοδο αυτή ο Εφιάλτης που ανήλθε στην ηγεσία του αθηναϊκού κράτους προχωρεί σε μία νέα σειρά τολμηρών μεταρρυθμίσεων που συμπληρώνουν το έργο του Κλεισθένη για τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος.

Μετά τη μεταπολίτευση του Εφιάλτη οι σοβαρές πολιτικές και δικαστικές δικαιοδοσίες που ανήκαν άλλοτε στον Άρειο Πάγο δόθηκαν στην Εκκλησία του Δήμου, στη Βουλή και την Ηλιαία. Με αυτό τον τρόπο η εξουσία πέρασε ολοκληρωτικά στο δήμο -στο κάθε πολίτη δηλαδή- πράγμα που περίκλειε και ένα σοβαρό κίνδυνο δηλ., να φθάσει ο δήμος στην υπερβολή ή στην αυθαιρεσία καθώς ήταν ανεξέλεγκτος και ασκούσε όλες τις εξουσίες. Με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη η αθηναϊκή δημοκρατία έγινε «άκρατος» και καθιερώθηκε «ισοκρατία». Αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων ήταν να χάσει ο Άρειος Πάγος και τα τελευταία μέσα έμμεσης πολιτικής επιρροής, όπως π.χ. την καταδίκη φιλόδοξων αρχόντων μετά το τέλος της θητείας τους και τον αποκλεισμό τους από τον Άρειο Πάγο. Έτσι, ο Άρειος Πάγος απώλεσε το ρόλο του ως υπέρτατης αρχής και φύλακα του αθηναϊκού πολιτεύματος. Το πολίτευμα της Αθήνας έκανε ακόμα ένα σημαντικό βήμα προς τον εκδημοκρατισμό καθώς ο δήμος πλέον ασκούσε κριτική και έλεγχο σε όλους τους άρχοντες.

Σελ. 16

1. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία την εποχή του Περικλή.
Από την ασυδοσία στη λογοδοσία των αρχών

Αν η αθηναϊκή δημοκρατία έγινε παγκόσμιο σύμβολο και θαυμάζεται αιώνες ολόκληρους ως την εποχή μας, αυτό οφείλεται στο Περικλή. Εκείνος υπήρξε ο κύριος συντελεστής του «αιωνίου θαύματος» και με τον «Επιτάφιο» του που εκφώνησε το 430 π.Χ. και τον διέσωσε ο Θουκυδίδης στο ιστορικό του έργο «έκαμε τη δημοκρατία να γίνει έργο τέχνης, ένα αισθητικό αριστούργημα, ο Παρθενών του πολιτικού λόγου και λογισμού».

Ο Περικλής αναλαμβάνει να ενισχύσει τη δημοκρατία με όσους θεσμούς ακόμη χρειάζεται, για την εύρυθμη λειτουργία της. Προ παντός δε, να τη στηρίξει με τις προσωπικές του ικανότητες, ώστε να φτάσει στην τελειότητα και να γίνει παγκόσμιο σύμβολο, που θαυμάζεται πάντοτε από τότε διότι ποτέ δεν ξεπεράστηκε. Θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αθηναϊκής δημοκρατίας των κλασικών χρόνων είναι η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισοπολιτεία. Και βασικό όργανο για τη διαφύλαξή τους, η δυνατότητα ελέγχου του κάθε πολίτη από το σύνολο των πολιτών, όπως και του συνόλου από τον οποιοδήποτε πολίτη. Με την ελευθερία που παρέχει το πολίτευμα (ελευθερία, όμως, προσδιορισμένη από το νόμο), ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη να ελέγχονται οι πάντες από τους πάντες, ώστε αφ’ ενός διαμορφώθηκε ένα πλέγμα θεσμών για την παρακολούθηση και τον έλεγχο της δημόσιας ζωής και των προσώπων που συμμετείχαν σ’ αυτήν, αφ’ ετέρου μεταβιβάστηκε η δικαστική εξουσία εξ ολοκλήρου στο λαό και αυξήθηκαν οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων.

Βασικό χαρακτηριστικό της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, η προσδιορισμένη όμως από το νόμο. Ο δήμος στα χρόνια του Περικλή παίρνοντας όλες τις

Σελ. 17

εξουσίες στα χέρια του, έγινε ταυτόχρονα και υπεύθυνος για τη πιστή τήρηση των νόμων. Η ισηγορία, η ισονομία και η ισοκρατία υπήρξαν βασικά χαρακτηριστικά του θαυμαστού αθηναϊκού πολιτεύματος που υπήρξε το πρότυπο και ο οδηγός του δυτικού κόσμου. Στην αθηναϊκή δημοκρατία το κυρίαρχο όργανο με σπουδαιότατες δικαιοδοσίες ήταν η Εκκλησία του δήμου. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν και ελέγχονται απ’ ευθείας από το λαό. Στην Εκκλησία έπαιρναν μέρος όλοι οι Αθηναίοι που είχαν πλήρη δικαιώματα, ήταν δηλαδή και δυο γονείς του πολίτες Αθηναίοι. Η Εκκλησία ψήφιζε τους νέους νόμους αφού τους είχε υποβληθεί προηγουμένως το σχετικό «προβούλευμα» από την Βουλή των πεντακοσίων. Εξέλεγε ορισμένους από τους αιρετούς ή κληρωτούς άρχοντες και ασκούσε τον έλεγχο της διοικήσεως, αποφάσιζε για τη σύναψη ειρήνης ή τη κήρυξη πολέμου. Επέβαλε τη ποινή του θανάτου ή της εξορίας ή τη δήμευση περιουσίας σε ορισμένες περιπτώσεις. Η αντιπροσώπευση

Σελ. 18

ενός πολίτη από έναν άλλο στην Εκκλησία δεν ήταν παραδεκτή και αυτό συνετέλεσε αποφασιστικά στην ανάπτυξη βαθύτατου αισθήματος πολιτικής ευθύνης στα άτομα.

2. Απονομή δικαιοσύνης στη δημοκρατία του Περικλή

Στη δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας την εποχή του Περικλή (5ος αι. π.Χ.) μόνο οι πολίτες έχουν δικαίωμα να κρίνουν τους συμπολίτες τους ως δικαστές. Ο δήμος, έχοντας όλες τις εξουσίες στα χέρια του, γίνεται ταυτόχρονα και υπεύθυνος για την πιστή τήρηση των νόμων. Αντιλαμβάνεται ότι έχει

Σελ. 19

χρέος να διαφυλάσσει μόνος του την ελευθερία του και να πορεύεται προς το μέλλον με σύνεση και χωρίς ακρότητες, διατηρώντας πάντοτε άθικτα τα μέγιστα αγαθά της δημοκρατίας: την ισηγορία, την ισονομία, την ισοκρατία.

Η απονομή της δικαιοσύνης στη κλασική Αθήνα γίνεται αποκεντρωτικά από τα διάφορα δικαιοδοτικά όργανα που προβλέπονται από την πολιτεία. Δικαστικές αρμοδιότητες έχει η Εκκλησία του Δήμου στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονταν οι υποθέσεις που είχαν κινηθεί με τις ειδικές διαδικασίες της εισαγγελίας, της προβολής και της αποχειροτονίας. Ειδικές δικαστικές αρμοδιότητες είχε και η βουλή των πεντακοσίων, που ήταν το δεύτερο βασικό πολιτειακό όργανο. Κατεξοχήν όργανο απονομής δικαιοσύνης ήταν το δικαστήριο της Ηλιαίας που αποτελούνταν από τους αθηναίους πολίτες. Δικαστικά καθήκοντα είχε επίσης ο Άρειος Πάγος, το Παλλάδιον, το Δελφίνιον, το «εν Φρεαττοι» δικαστήριο, το Πρυτανείον. Δικαστικές αρμοδιότητες είχαν επίσης οἱ Ἕνδεκα, οἱ Τριάκοντα κατὰ δήμους δικασταί, οἱ Διαιτηταί,οἱ Ναυτοδίκαι,οἱ Πράκτορες,οἱ πέντε εἰσαγωγεῖς.

3. Άρχοντες και νομική ευθύνη έναντι της πολιτείας

Τι συνέβενε όμως με τη νομική ευθύνη εκείνων των πολιτών που είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης της πολιτείας; Υπήρχε κάποια ειδική διαδικασία δίωξης; ποια ήταν τα δικαστήρια που δίκαζαν τις υποθέσεις όπου εμπλέκονταν οι άρχοντες και πως συγκροτούνταν αυτά; Υπήρχε κάποιου είδους ασυλία;

Προκειμένου να απαντηθούν τα ανωτέρω ερωτήματα κρίνεται σκόπιμο να σημειωθούν τα εξής: η συγκρότηση της κρατικής οντότητας της αρχαίας δημοκρατίας της κλασικής περιόδου διαφοροποιείται τα μέγιστα από οτιδήποτε είχε επικρατήσει στον ελλαδικό χώρο τους προηγούμενους αιώνες.

Σελ. 20

Για πρώτη φορά το σύνολο των διοικουμένων αναλαμβάνει τα ηνία της διακυβέρνησής του και απελευθερώνεται από την αυθαιρεσία και την επιβουλή των αρχόντων. Ήδη ο διοικούμενος απεμπολεί τη νομική υπόσταση στην οποία βρίσκεται καθηλωμένος στα προηγούμενα καθεστώτα καθώς πλέον ταυτίζονται στο πρόσωπό του η εξουσία του διοικητή και η θέση του διοικουμένου. Μετά ταύτα χάνει κάθε αξία η τυπική διάκριση των θεσμών της πολιτείας σε αυτούς που διαμοιράζονται τμήματα της εξουσίας και τους πολίτες που κατέχουν αξιώματα και σε αυτούς που υπόκεινται στην εξουσία αυτών, μεταξύ των αρχόντων και των αρχομένων, μεταξύ των αρχών που διαγκωνίζονται στην νόσφιση της εξουσίας· διότι πλέον ο πολίτης γίνεται ο ίδιος η πολιτεία και η πολιτεία δεν μπορεί παρά να υπηρετεί τον εαυτό της και να λογοδοτεί σε αυτόν.

Υπό αυτό το οπτικό πρίσμα γίνεται αντιληπτό ότι στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία δεν μπορεί να γίνει λόγος για άρχοντες και κυβερνήτες με τη σημασία που έχουν επικρατήσει οι συγκεκριμένες έννοιες στο σύγχρονο δυτικό νομικό κόσμο· για αυτό οποιαδήποτε προσπάθεια να αντιστοιχηθούν θεσμοί και αντιλήψεις της σύγχρονης εποχής (όπως για παράδειγμα κοινοβουλευτική ευθύνη, ποινική ευθύνη υπουργών, κυβέρνηση, δικαστήρια κ.λπ.) με αυτούς που έχουν διαμορφωθεί στη κλασική αρχαιότητα παραγνωρίζει τα δομικά στοιχεία και τη δυναμική με την οποία συγκροτήθηκαν οι ανωτέρω θεσμοί στην αρχαιότητα αλλά και παραβλέπει τη βασική διαφορά σχετικά με τη διαμόρφωση αυτών των θεσμών τότε και σήμερα.

Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία οι πολίτες ταυτίζονταν με το κράτος αφού όλοι μετείχαν απ ευθείας στη θέσπιση των κανόνων δικαίου και στη λήψη των αποφάσεων που απασχολούσαν τη πόλη τους. Αυτή η άμεση συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και οι κοινωνικές, γενικότερα, συνθήκες που επικρατούσαν στην Αθήνα των κλασικών χρόνων (5ος και 4ος αι.π.Χ.) δεν καθιστούσαν απαραίτητη τη διάκριση των λειτουργιών σε νομοθετική - εκτελεστική - δικαστική που σήμερα αποτελεί τη βάση των συνταγμάτων όλων σχεδόν των σύγχρονων κρατών.

Για τη λειτουργία του πολιτεύματος η αρχαία αθηναϊκή πόλις ανέδειξε διάφορα όργανα (εκκλησία του δήμου, βουλή, αξιωματούχους, δικαστήρια) τα οποία ήταν επιφορτισμένα με πολιτικό έργο τα οποίο ασκούσαν τμηματικά και αλληλοεπικαλύπτόμενα καθώς όπως προαναφέρθηκε δεν υπήρχε θεσμικός >διαχωρισμός των τριών λειτουργιών.

Back to Top