Δωρεάν Μεταφορικά για όλες τις παραγγελίες εντός Ελλάδος, για περιορισμένο χρονικό διάστημα

ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΕ ΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ


Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 10.65€
Δωρεάν μεταφορικά για όλες τις παραγγελίες εντός Ελλάδος

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 29,00 € Ειδική Τιμή 24,65 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18584
Σασσάνης Α.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Ορφανίδης Γ., Πανταζόπουλος Σ., Τσικρικάς Δ., Χριστακάκου-Φωτιάδη Κ.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17χ24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 160
  • ISBN: 978-960-654-684-6

Το έργο «Έννομες συνέπειες δικαστικών αποφάσεων σε αστικό και διοικητικό δίκαιο» αναφέρεται κατά βάση στο δεδικασμένο, τη διαπλαστική ενέργεια και την εκτελεστότητα και των δύο δικονομικών κλάδων. Δεν παραλείπονται βέβαια αναφορές ευρύτερα στις διάφορες μορφές δεσμευτικότητας που αναπτύσσει η δικαστική απόφαση ως δικαιοδοτική κρίση. Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη βαρύτητα δίνεται στο δεδικασμένο και τη διαπλαστική ενέργεια, δηλαδή στις κύριες έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης οι οποίες εγείρουν τα σημαντικότερα δογματικά και ερμηνευτικά ζητήματα. Η έρευνα εμβαθύνει κυρίως ως προς τις διαφοροποιήσεις, οι οποίες εντοπίζονται στη θεματική της διαπλαστικής ενέργειας, αναζητώντας συγχρόνως τις αιτίες τους. Παρουσιάζονται επίσης αναλυτικά και οι σημαντικότερες ομοιότητες ανάμεσα στην πολιτική και την διοικητική δικονομία.
• Από πλευράς δεδικασμένου, εξετάζεται, η έννοια, η λειτουργία του δεδικασμένου και κατά κύριο λόγο τα όρια αυτού, εξ επόψεως αντικειμενικής, υποκειμενικής, αλλά και χρονικής, σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο των δύο δικονομιών, καθώς και τη σχετική θεωρητική επεξεργασία, όπως και την αντίστοιχη νομολογιακή εμπειρία.
• Όσον αφορά στην διαπλαστική ενέργεια, εξετάζονται οι συνηθέστερες περιπτώσεις και πτυχές διάπλασης εννόμων σχέσεων και καταστάσεων του ιδιωτικού δικαίου, όπου και όταν απαιτείται η μεσολάβηση δικαστικής απόφασης για την επέλευσή της (της διάπλασης). Η έρευνα περιλαμβάνει τόσο τις αποφάσεις επί διαπλαστικών αγωγών όσο και τις αποφάσεις σε υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας. Από το χώρο της διοικητικής δικονομίας, εξετάζονται μείζονα ζητήματα ως προς το περιεχόμενο των διαπλαστικών αποφάσεων, την αναδρομική ισχύ του διατακτικού τους και τον απόλυτο ή μη χαρακτήρα τους.
• Όσον αφορά στην εκτελεστότητα, αναλύονται οι διαφορές και ομοιότητες πολιτικής και διοικητικής δικονομίας κα δίνεται έμφαση στην προσωρινή εκτελεστότητα σε βάρος του Δημοσίου.
Στο έργο επισημαίνονται πρώτα οι έννομες συνέπειες των αποφάσεων κατά το αστικό δικονομικό δίκαιο. Κατόπιν, η έρευνα επικεντρώνεται στα αντίστοιχα ζητήματα στο πλαίσιο της διοικητικής δικονομίας, ενώ στο τέλος, επιχειρείται η συναγωγή συμπερασμάτων και η παράθεση καταληκτικών παρατηρήσεων. Το βιβλίο αποτελεί πολύτιμο βοήθημα για κάθε μελετητή του αστικού και διοικητικού δικονομικού δικαίου, καθώς και των διασταυρώσεων των δύο κλάδων.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ......................................................................................................................................VII

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ..................................................................................................ΧΙΙΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ............................................................................................................................................1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Οι έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων κατά το αστικό δικονομικό δίκαιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Το δεδικασμένο

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

Η έννοια και η λειτουργία του ουσιαστικού δεδικασμένου...........................................3

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου.............................................................................5

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ

Δεδικασμένο για το κύριο ζήτημα.......................................................................................5

ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Δεδικασμένο για το προδικαστικό ζήτημα.......................................................................13

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ

Η προβληματική των ενστάσεων.......................................................................................24

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

Δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα...........................................................................35

ΤΜΗΜΑ ΤΡΓΓΟ

Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου...........................................................................39

ΤΜΗΜΑ TΕΤΑΡTΟ

Τα χρονικά όρια του δεδικασμένου......................................................................................47

IX

Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η διαπλαστική ενέργεια

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

Γενικά.................................................................................................................................................52

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η διαπλαστική ενέργεια των αποφάσεων που δέχονται

διαπλαστικές αγωγές..................................................................................................................55

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ

Οι συνέπειες των αποφάσεων που δέχονται αιτήσεις

της γνήσιας εκουσίας δικαιοδοσίας......................................................................................62

ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

Παρέκβαση αναφορικά με το «έναντι πάντων» δεδικασμένο (ΚΠολΔ 602)..........65

ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Συμπεράσματα Κεφαλαίου.......................................................................................................69

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Η εκτελεστότητα

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

Γενικά.................................................................................................................................................72

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η προσωρινή εκτελεστότητα σε βάρος του Δημοσίου.................................................76

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Οι έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων κατά το διοικητικό δικονομικό δίκαιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Το δεδικασμένο

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

Η έννοια και η λειτουργία του ουσιαστικού δεδικασμένου.........................................79

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου...........................................................................82

X

Περιεχόμενα

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ

Δεδικασμένο για το κύριο ζήτημα.....................................................................................82

ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Δεδικασμένο για το προδικαστικό ζήτημα.......................................................................88

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ

Η προβληματική των ενστάσεων.......................................................................................90

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

Δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα...........................................................................92

ΤΜΗΜΑ ΤΡΓΓΟ

Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου...........................................................................94

ΤΜΗΜΑ TΕΤΑΡTΟ

Τα χρονικά όρια του δεδικασμένου......................................................................................98

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η διαπλαστική ενέργεια

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

Γενικά..............................................................................................................................................101

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η διαπλαστική ενέργεια των αποφάσεων που δέχονται

αιτήσεις ακυρώσεως................................................................................................................105

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Η εκτελεστότητα.....................................................................................................................119

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Συμπεράσματα.............................................................................................................123

Καταληκτικές παρατηρήσεις..................................................................................127

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ..............................................................................................................................129

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ...............................................................................................................................133

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ...................................................................................................141

1

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελούν οι έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων στο αστικό δικονομικό και το διοικητικό δικονομικό δίκαιο. Πρόκειται για συγκριτική μελέτη ανάμεσα στους δύο δικονομικούς κλάδους. Οι δύο δικονομίες μέχρι σήμερα πορεύονται χωριστά. Πρώτον, από νομοθετική άποψη. Το αστικό δικονομικό δίκαιο διέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ενώ το διοικητικό δικονομικό δίκαιο, κατά βάση, αφενός από το προεδρικό διάταγμα 18/1989 για την δικονομία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφετέρου από το ΚΔΔ, ως προς την δικονομία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων της ουσίας. Δεύτερον, από την άποψη της δικαιοδοσίας. Οι αστικές διαφορές επιλύονται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ οι διοικητικές διαφορές από το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ή το Ελεγκτικό Συνέδριο. Τρίτον, από την άποψη της θεωρητικής επεξεργασίας. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, στην θεωρία του αστικού δικονομικού δικαίου, δεν υφίστανται αντίστοιχες αναφορές με αυτές της διοικητικής δικονομίας. Πολύ περισσότερο τα θεωρητικά έργα γύρω από το διοικητικό δίκαιο αρκούνται σε μικρές αναφορές στα διδάγματα της πολιτικής δικονομίας, αν και η τελευταία εν γένει αναγνωρίζεται ως οιονεί αρχέτυπο έναντι της διοικητικής δικονομίας[1].

Εντούτοις, η ανάγνωση των σχετικών νομοθετημάτων αναδεικνύει την προσέγγιση της πολιτικής δικονομίας με την διοικητική, τουλάχιστον ως προς τις έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων. Μεταξύ των Κωδίκων λανθάνει ένας συσχετισμός.

Επίσης, στην νομοθεσία δεν ελλείπουν περιπτώσεις στις οποίες διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα (Σ 94 παρ. 3) επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, την εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών από τα διοικητικά δικαστήρια, όπως και διοικητικών διαφορών ουσίας από τα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, ο διαχωρισμός των δικαιοδοσιών δεν είναι απόλυτος.

Περαιτέρω, τόσο στην θεωρία των δύο γνωστικών αντικειμένων όσο και στην νομολογία των πολιτικών και των διοικητικών δικαστηρίων παρατηρείται ότι οι διαπιστώσεις γύρω από το αντικείμενο της παρούσας μελέτης παρουσιάζουν όχι μόνο διαφορές, αλλά και σημαντικές ομοιότητες. Συνεπώς, ενδείκνυται η συγκριτική επισκόπηση, ούτως ώστε να αναδειχθούν οι συγκλίσεις και οι αποκλίσεις ανάμεσα στην πολιτική και τη διοικητική δικονομία, σε συνάρτηση με τις έννομες συνέπειες των αποφάσεων.

2

Η παρούσα εργασία επομένως, αναλύει το δεδικασμένο, τη διαπλαστική ενέργεια και την εκτελεστότητα κατά τον ΚΠολΔ, αλλά και το ΠΔ 18/89 και τον ΚΔΔ. Στο δεδικασμένο και τη διαπλαστική ενέργεια δίνεται και η μεγαλύτερη βαρύτητα.

Οι στόχοι της έρευνας είναι πολλαπλοί. Στόχος της έρευνας, σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι να αναδείξει ότι τα δύο αυτά δικονομικά πεδία δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Απεναντίας συνδέονται και έχουν κοινά σημεία, όπως και διαφοροποιήσεις. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η έρευνα στοχεύει να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι έννομες συνέπειες των αποφάσεων ανάμεσα στα εξεταζόμενα δικονομικά πεδία, εμφανίζουν ομοιότητες και διαφορές.

Ένας περαιτέρω στόχος είναι να καταδειχθεί ότι η συγκριτική μελέτη, βοηθά στην πληρέστερη κατανόηση των σχετικών ζητημάτων. Οι έννομες συνέπειες των αποφάσεων κατά τον ΚΠολΔ, έχουν υποστεί σημαντική θεωρητική και νομολογιακή επεξεργασία, με αποτέλεσμα η κατανόησή τους να αποτελεί οδηγό και για την διοικητική δικονομία. Παράλληλα, όπως θα φανεί παρακάτω, οι ιδιαιτερότητες, η πολυπλοκότητα, αλλά και ο πιο σύγχρονος χαρακτήρας των συναφών ρυθμίσεων στη διοικητική δικονομία, δίνουν σημαντικές κατευθύνσεις και για την πολιτική δικονομία.

Στα επόμενα, θα εξετασθούν πρώτα οι έννομες συνέπειες των αποφάσεων κατά το αστικό δικονομικό δίκαιο (Μέρος Πρώτο). Κατόπιν, η έρευνα επικεντρώνεται στα αντίστοιχα ζητήματα στο πλαίσιο της διοικητικής δικονομίας (Μέρος Δεύτερο). Στο τέλος, θα επιχειρηθεί η συναγωγή συμπερασμάτων με κριτική ανάγνωση των ρυθμίσεων των δύο δικονομιών.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Οι έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων
κατά το αστικό δικονομικό δίκαιο

3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Το δεδικασμένο

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η έννοια και η λειτουργία του ουσιαστικού δεδικασμένου

Η διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ καθιερώνει το δεδικασμένο ως έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης[2]. Πλην όμως, δεν δίνει τον απαιτούμενο εν προκειμένω ορισμό του. Η θεωρία αναφέρεται στις έννοιες του τυπικού και το ουσιαστικού δεδικασμένου[3]. Το τυπικό δεδικασμένο θεωρείται συνώνυμο της τελεσιδικίας[4]. Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έννοια του ουσιαστικού δεδικασμένου. Το ουσιαστικό δεδικασμένο είναι συνέπεια της δικαστικής απόφασης, βάσει της οποίας η κρίση του δικαστή αποτελεί το δέον μεταξύ των διαδίκων. Το ουσιαστικό δεδικασμένο δεν αφορά στην βαθμίδα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου. Συναρτάται με την εγκυρότητα και τη δεσμευτικότητα της διάγνωσης που ενυπάρχει στην οριστική δικαστική απόφαση[5]. Το δεδικασμένο, υπό την ουσιαστική του έννοια, είναι η δέσμευση ορισμένου κύκλου προσώπων από την διάγνωση στην οποία προέβη ο δικαστής επί της κριθείσας έννομης σχέσης[6]. Δηλαδή, το ουσιαστικό δεδικασμένο αφενός ανάγεται στο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, και δη στο διαγνωστικό της στοιχείο[7], αφετέρου σημαίνει ότι ένα τμήμα της απόφασης καθίσταται αναμφισβήτητο έναντι ορισμένων προσώπων, στο μέτρο που η παράγουσα δεδικασμένο

4

απόφαση δεν ανατρέπεται με τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα και βοηθήματα. Το εν λόγω τμήμα της απόφασης καθορίζεται από τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου, ενώ ο κύκλος των δεσμευόμενων προσώπων καθορίζεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου.

Με βάση τα παραπάνω, αν ασκηθεί μία αγωγή και το δικαστήριο την κάνει δεκτή, η απόφασή του έχει ως συνέπεια, να μην μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί, το αναγνωρισθέν δικαίωμα του ενάγοντος. Αντίστοιχα, η απόρριψη της αγωγής συνεπάγεται την αδυναμίαδιεξαγωγής νέας δίκης γύρω από το ίδιο δικαίωμα[8]. Το δεδικασμένο λειτουργεί σε δύο κατευθύνσεις[9], τη θετική και την αρνητική. Η πρακτικώς σπουδαιότερη είναι η δεύτερη. Δηλαδή, το δεδικασμένο δεν επιτρέπει να επανεξεταστεί η διαφορά. Με αυτό το τρόπο προστατεύεται ο νικητής διάδικος, αλλά και η ήδη απονεμημένη δικαιοσύνη, αφού προλαμβάνεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων[10]. Η εν λόγω πρόληψη καθιστά κρίσιμη την λειτουργία του δεδικασμένου για το δημόσιο συμφέρον[11]. Η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου, ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, προάγει την οικονομία της δίκης και την ασφάλεια δικαίου και προβλέπεται και σε άλλες έννομες τάξεις, ακόμα και σημαντικά διαφορετικές από την ελληνική, όπως στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο[12]. Για παράδειγμα στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο, το δεδικασμένο θεωρείται ένας θεσμός με βασικό σκοπό τη διασφάλιση του νικητή διαδίκου έναντι μελλοντικής αμφισβήτησης της ωφέλιμης για αυτόν διάγνωσης του δικαστηρίου[13].

Το δεδικασμένο λειτουργεί και σε θετική κατεύθυνση. Ειδικότερα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ένα δικαστήριο, για να επιλύσει την ενώπιόν του διαφορά, είναι υποχρεωμένο να κρίνει προηγουμένως επί ζητήματος προδικαστικού. Αν αυτό όμως το ζήτημα επιλύθηκε ήδη, από προηγούμενο δικαστήριο, με απόφαση παράγουσα δεδικασμένο, τότε το δεύτερο δικαστήριο δεσμεύεται από ό,τι καταλαμβάνει το ήδη υφιστάμενο δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, η βάση της κρίσης του δεύτερου δικαστή ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα καθορίζεται από το δεδικασμένο της πρώτης απόφασης[14].

5

Το δεδικασμένο εγγυάται την δεσμευτικότητα του συμπεράσματος της δικαστικής απόφασης, όπως αυτό ερείδεται στα επί μέρους στοιχεία του δικανικού συλλογισμού. Συνδέεται στενά με την ασφάλεια δικαίου αφού εξοπλίζει την εφαρμογή του με την απαραίτητη δεσμευτικότητα[15]. Κατ’ επέκταση, το δεδικασμένο διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη[16], χωρίς όμως να αποτελεί δικαιοπαραγωγική λειτουργία[17]. Σε πρακτικό επίπεδο, το δεδικασμένο διασφαλίζει τον νικητή διάδικο[18]. Αυτή η πτυχή ανευρίσκεται διεθνώς[19].

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
Τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ
Δεδικασμένο για το κύριο ζήτημα

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται στο δεδικασμένο για το κύριο ζήτημα σε δύο διατάξεις. Κατά τη διάταξη στο άρθρο 322, παράγραφος 1, εδάφιο α΄, περίπτωση α΄ «το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή» , και κατά τη διάταξη στο άρθρο 324 «δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία» . Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο αφορά στο κύριο ζήτημα το οποίο διαγιγνώσκεται με τη δικαστική απόφαση, η οποία με τη σειρά της τέμνει ορισμένη διαφορά. Κύριο ζήτημα είναι η ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος, δηλαδή το δικαίωμα που επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος διάδικος, ή κατ’ άλλη διατύπωση, αυτό που καλείται ευθέως να διαγνώσει ο δικαστής[20]. Βέβαια, το άρθρο 322 κάνει λόγο, όχι μόνο για το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αλλά και για την κριθείσα έννομη σχέση. Επομένως, είναι χρήσιμο να αποσαφηνιστεί η διάκριση ανάμεσα στο ουσιαστικό ζήτημα και την έννομη σχέση. Έννομη σχέση, σύμφωνα με τον Καθηγητή Μπαλή, είναι η βιοτική σχέση προσώπου

6

που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή πράγμα και ρυθμίζεται από το δίκαιο[21]. Επομένως, εφόσον το δεδικασμένο αφορά στο συμπέρασμα της δικαστικής απόφασης σχετικά με το αν υφίσταται το δικαίωμα του ενάγοντος (ΚΠολΔ 324)[22] και με δεδομένο ότι το δικαίωμα, ως εξουσία που απονέμεται από το δίκαιο στο πρόσωπο για την ικανοποίηση εννόμων συμφερόντων του[23], απορρέει από έννομη σχέση[24], εξηγείται γιατί ο ΚΠολΔ απαιτεί να έχει κριθεί οριστικά μία έννομη σχέση (άρθρο 322) προκειμένου να παραχθεί δεδικασμένο ως προς το κύριο ζήτημα, δηλαδή την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του δικαιώματος του ενάγοντος. Κατά λογική ακολουθία, το δεδικασμένο παράγεται από το αναγνωριστικό σκέλος της απόφασης, και πιο συγκεκριμένα, από το αναγνωριστικό σκέλος του διατακτικού της[25]. Κατά λογική επίσης ακολουθία, όταν δεν διαγιγνώσκεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία δικαιώματος, δεν παράγεται δεδικασμένο[26].

Συνεπώς το άρθρο 324 περιορίζει το δεδικασμένο στο κριθέν δικαίωμα, και ως εκ τούτου, στο διατακτικό της απόφασης[27]. Οι προκείμενες του δικανικού συλλογισμού δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αυτοτελώς, αλλά σε συνάρτηση με το συμπέρασμα του. Το δεδικασμένο συνδέεται άρρηκτα με την κριθείσα ιστορική και νομική αιτία, και κατά συνέπεια με το δικανικό συλλογισμό, δηλαδή με την αιτιολογία της απόφασης.[28].

Το δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 324 ΚΠολΔ, προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, το δε αντικείμενο της δίκης καθορίζεται από την ιστορική αιτία και το αίτημα της αγωγής. Συνεπώς, απαιτείται και ταυτότητα αιτήματος για την ύπαρξη του δεδικασμένου[29]. Δηλαδή, αν ο ενάγων ασκήσει νέα αγωγή κατά του ίδιου εναγόμενου,

7

διαφοροποιώντας το αγωγικό αίτημα, η νέα αυτή αγωγή δεν προσκρούει στο δεδικασμένο[30].

Επίσης, απαιτείται ταυτότητα ιστορικής αιτίας για την ύπαρξη δεδικασμένου. Η ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν σε μία αγωγή εκτίθενται τα ίδια περιστατικά με προγενέστερη αγωγή επί της οποίας έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση[31]. Δηλαδή, αν απορριφθεί η αγωγή και ο ενάγων επανέλθει με νέα αγωγή, στηριζόμενη σε διαφορετικά γεγονότα, ακόμη και αν το αιτητικό της δεύτερης αγωγής είναι πανομοιότυπο με εκείνο της πρώτης, το δεδικασμένο δεν εμποδίζει την εξέταση της δεύτερης. Από την στιγμή που διαφοροποιείται η ιστορική βάση από την ήδη κριθείσα ιστορική αιτία, το δεδικασμένο δεν συνιστά εμπόδιο για την άσκηση νέας αγωγής[32].

Το ερώτημα που προκύπτει σχετίζεται με την περίπτωση όπου απορρίπτεται μία αγωγή και ο ενάγων επανέρχεται με νέα αγωγή η οποία είναι παρόμοια με την πρώτη και απλώς εκτίθενται στην δεύτερη αγωγή περισσότερα πραγματικά περιστατικά. Αν η πρώτη αγωγή είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, η νέα αγωγή δεν θα προσέκρουε στο δεδικασμένο[33]. Αν όμως η πρώτη αγωγή έχει απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, δεν είναι προφανής η ορθή λύση. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι από την στιγμή που η νέα αγωγή δεν ταυτίζεται με την προγενέστερη, το άρθρο 324 ΚΠολΔ επιτρέπει την άσκησή της. Τούτο διότι η εφαρμογή του δεδικασμένου απαιτεί ταυτότητα ιστορικής αιτίας[34]. Εντούτοις, δημιουργείται ερμηνευτικό ζήτημα στην περίπτωση κατά την οποία έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι ορισμένη αξίωση του ενάγοντα είναι νόμω αβάσιμη, και στη συνέχεια ο ενάγων ασκεί νέα αγωγή, στην οποία εκτίθενται επιπλέον, μη αυτοτελή, περιστατικά, σε σύγκριση με τη πρώτη αγωγή, ώστε η δεύτερη αγωγή να καταστεί νόμω βάσιμη[35]. Το δεδικασμένο πρέπει να εμποδίσει την άσκηση αυτής της παρεμφερούς, με την απορριφθείσα, αγωγής[36]. Πιο συγκεκριμένα, όταν τα νέα γεγονότα προβάλλονται για να ιαθεί η νομική αβασιμότητα της πρώτης αγωγής, με την έννοια ότι το ιστορικό της δεύτερης αλλά παρεμφερούς αγωγής εμπίπτει στο πραγματικό του κανόνα δικαίου, του οποίου η έννομη συνέπεια ταυτίζεται με

8

το αιτητικό της αγωγής, το δεδικασμένο καθιστά την νέα αγωγή απαράδεκτη[37]. Το ίδιο ισχύει και όταν τα νέα γεγονότα προβάλλονται για να ιαθεί η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, με την έννοια ότι το ιστορικό της δεύτερης αλλά παρεμφερούς αγωγής θα μπορέσει να αποδειχθεί ως αληθές[38].

Η δέσμευση από το δεδικασμένο, δεν καταλαμβάνει οψιγενή περιστατικά[39]. Επίσης, δεν καταλαμβάνει την νέα ιστορική βάση, η οποία εισάγει προς δικαστική κρίση ένα βιοτικό συμβάν διάφορο του πρώτου[40].

Με αυτές τις παρατηρήσεις καθίσταται συγχρόνως ορατή η διαφορά ανάμεσα στην απαράδεκτη λόγω αοριστίας και την νόμω αβάσιμη αγωγή. Η αόριστη αγωγή δύναται να ασκηθεί εκ νέου ως ορισμένη. Η αβάσιμη αγωγή απορρίπτεται τελειωτικά, εφόσον η απόφαση γίνει τελεσίδικη και δεν ανατραπεί με έκτακτα ένδικα μέσα[41]. Ο ενάγων θα πρέπει να στηριχθεί σε άλλο βιοτικό συμβάν προκειμένου να ασκήσει νέα αγωγή[42].

Η άσκηση νέας αγωγής με την απλή τροποποίηση ή συμπλήρωση μιας αγωγής η οποία κρίθηκε νόμω αβάσιμη, καθιστά την δεύτερη αγωγή απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου[43]. Η νομική αβασιμότητα σημαίνει ότι τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου. Αντίθετα, όταν το ιστορικό εμφανίζει κενά, και δεν είναι σαφές αν εμπίπτει στον εν λόγω κανόνα δικαίου, η αγωγή είναι αόριστη[44]. Αν το δεδικασμένο ως προς τη νομική αβασιμότητα της αγωγής μπορούσε να διασπαστεί με μια απλή παραλλαγή της ιστορικής αιτίας, τότε ο ενάγων θα ηδύνατο να επανέρχεται αενάως, και ενδεχομένως εκδίδονταν αντιφατικές αποφάσεις[45]. Αντίθετα, η άσκηση νέας αγωγής, θεμελιούμενης σε επιγενόμενα περιστατικά είναι δυνατή[46].

Εκτός από την ιστορική αιτία που αναλύθηκε παραπάνω, καίριο ρόλο στο καθορισμό των αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου κατά το άρθρο 324 διαδραματίζει επίσης η νομική αιτία, δηλαδή η νομική βάση της απόφασης και ο νομικός χαρακτηρισμός

9

του επίδικου δικαιώματος[47]. Ο δικαστής εξετάζει τις πιθανές αξιώσεις του ενάγοντος και την δυνατότητα να τις υπαγάγει στο νόμο σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά[48]. Συνεπώς, η ταυτότητα νομικής αιτίας για την εφαρμογή του δεδικασμένου θα εξαρτηθεί από τους νομικούς συλλογισμούς της δικαστικής απόφασης. Το δικαστήριο που κρίνει την δεύτερη αγωγή εξετάζει αν αυτή εδράζεται στο νομικό πλαίσιο επί του οποίου έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση[49]. Με άλλες λέξεις, εξετάζεται αν στηρίζεται στον ίδιο κανόνα δικαίου με αυτόν στον οποίο στηρίζεται η κριθείσα αγωγή. Αν αυτό συμβαίνει, η δεύτερη αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι για την ύπαρξή του[50].

Η νομική αιτία ως προσδιοριστικός παράγοντας του δεδικασμένου δεν απηχεί την διεθνή τάση[51]. Ιδίως στο αγγλικό και το γαλλικό δικονομικό δίκαιο, αντί της αναγωγής της νομικής αιτίας σε προσδιοριστικό παράγοντα του δεδικασμένου, προκρίνεται η υποχρέωση του ενάγοντος να σωρεύσει όλες τις έννομες αξιώσεις του σε μία αγωγή. Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά και επισύρει το απαράδεκτο της νέας αγωγής[52].

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, όταν η αγωγή απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη καλύπτεται από το δεδικασμένο η αρνητική κρίση ότι το ισχύον δίκαιο δεν προσδίδει στα προταθέντα πραγματικά περιστατικά την αιτηθείσα έννομη συνέπεια, όπως και η κρίση ότι τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό κανόνα δικαίου[53]. Το δικαστήριο έχει υποχρέωση να εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις διατάξεις του νόμου κατά το στάδιο της έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής. Οπότε, έχει υποχρέωση να εξετάσει όλες τις ενδεχόμενες νομικές θεμελιώσεις της αγωγής πριν προχωρήσει στην απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης. Όμως, στην πράξη, οι δικαστικές αποφάσεις στην μείζονα σκέψη περιλαμβάνουν συγκεκριμένες διατάξεις και όχι όλη την υφιστάμενη νομοθεσία[54]. Αυτή η δικαστηριακή πρακτική δίνει ένα επιχείρημα στην θέση ότι ο ενάγων μπορεί να επανέλθει με νέα αγωγή, στηρίζοντας το επίδικο δικαίωμά του σε άλλη νομική βάση από την ρητώς

10

απορριφθείσα[55]. Πλην όμως, εκφράζεται και η αντίθετη άποψη, με το επιχείρημα ότι από τη στιγμή που ο δικαστής εξετάζει αυτεπάγγελτα κάθε νομική βάση, η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης σημαίνει ότι η δικαστική απόφαση κρίνει πως τα προβαλλόμενα περιστατικά δεν πληρούν κανένα κανόνα δικαίου[56].

Το ανακύπτον ζήτημα αφορά στις περιπτώσεις στις οποίες μια αξίωση έχει περισσότερες από μία νομικές θεμελιώσεις. Οπότε, ερωτάται αν η απόρριψη της αγωγής δέον να θεωρηθεί ότι αφορά σε κάθε πιθανή νομική θεμελίωση αυτής, λόγω του αυτεπάγγελτου χαρακτήρα της έρευνας του δικαστή για κάθε πιθανή νομική βάση υπαγωγής των ιστορούμενων στην αγωγή περιστατικών[57].

Από την αρεοπαγιτική νομολογία παρατίθεται ένα συναφές με το παρόν ζήτημα παράδειγμα: απορρίπτεται αγωγή αποζημίωσης ως προς την ενδοσυμβατική βάση, λόγω παραγραφής, και ως προς την αδικοπρακτική λόγω αοριστίας. Ο ενάγων επανέρχεται με νέα αγωγή βασισμένη στην ΑΚ 914. Στις αιτιάσεις του εναγομένου ότι η αγωγή προσέκρουε στο δεδικασμένο, το Ακυρωτικό απήντησε αρνητικά. Για την πρώτη νομική αιτία υπήρχε δεδικασμένο σχετικά με το βάσιμο αυτής, ενώ για την δεύτερη μόνο για το παραδεκτό της προβολής της στην πρώτη δίκη[58]. Εντούτοις, η απόφαση δεν χρειάστηκε να τοποθετηθεί για το τι θα συνέβαινε αν ο ενάγων είχε ασκήσει εξαρχής μία εν όλω ορισμένη αγωγή, αναφερόταν όμως ρητά μόνο στην νομική βάση εκ συμβάσεως, και η αγωγή εκρίνετο ως αβάσιμη. Παραμένει αμφίβολο αν σε αυτή την περίπτωση η δεύτερη αγωγή θα προσέκρουε ή όχι στο δεδικασμένο.

Η άσκηση μίας αγωγής ίδιας με την προηγηθείσα, διαφοροποιούμενης μόνο στο νομικό σκέλος, έχει υπογραμμιστεί ότι δεν συνάδει με την ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης. Στην ουσία, μία τελεσίδικη κρίση δεν θα αρκεί για την περάτωση της διαφοράς, ενώ ο εναγόμενος ουδέποτε θα είναι βέβαιος ότι ο κίνδυνος σε βάρος της περιουσίας του από τις δικαστικές ενέργειες του αντίδικου του απομακρύνθηκε[59]. Πλην όμως αυτή η παρατήρηση δεν απαντά στο ερώτημα αν μια τέτοια αγωγή συνάδει ή όχι με το άρθρο 324.

Εξάλλου, το διατακτικό της απόφασης ερείδεται στην μείζονα και στην ελάσσονα σκέψη. Όταν μία νομική βάση δεν γίνεται δεκτή, δεν απορρίπτεται, και δεν αναφέρεται

11

στη δικαστική απόφαση, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο. Από την στιγμή που το δεδικασμένο αφορά στο συμπέρασμα, όπως αυτό τεκμηριώνεται με την αιτιολογία της απόφασης, η νομική βάση η οποία δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση, θα πρέπει καταρχήν να μην καλύπτεται από το δεδικασμένο. Με αυτό το σκεπτικό φαίνεται ως πιο ορθή η αποδοχή της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής με νομική βάση διάφορη της ρητά απορριφθείσας[60]. Πλην όμως, είναι υποστηρίξιμη και η περί σιωπηρής απόρριψης της νομικής βάσης άποψη, κάτι που σημαίνει ότι νέα αγωγή στηριζόμενη σε αυτήν προσκρούει στο δεδικασμένο[61].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη η οποία θέτει ως βάση το γεγονός ότι αν ο δικαστής απορρίψει την αγωγή ως προς μία νομική αιτία και παραλείψει να εξετάσει άλλη, η οποία τυγχάνει βάσιμη, ο ενάγων δύναται να ασκήσει τα προβλεπόμενα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα κατά της εν λόγω αποφάσεως. Απεναντίας, δημιουργεί έντονο προβληματισμό η παροχή δυνατότητας στον ενάγοντα να επανέλθει με νέα αγωγή, αμφισβητώντας ότι η δευτεροβάθμια, ενδεχομένως και αμετάκλητη, απόφαση περάτωσε την διαφορά επειδή δήθεν παρέλειψε να διερευνήσει ορισμένη νομική βάση[62]. Η παράλειψη άσκησης αναίρεσης δεν θεραπεύεται με την άσκηση αγωγής. Το συγκεκριμένο ένδικο μέσο είναι η προβλεπόμενη δίοδος για τον έλεγχο των σφαλμάτων και των παραλείψεων ως προς την υπαγωγή στους κανόνες δικαίου[63]. Για την περίπτωση όπου μία τελεσίδικη απόφαση δεν εφαρμόζει το νόμο, προβλέπεται λόγος αναίρεσης (ΚΠολΔ 559, αρ. 1) αλλά όχι νέας αγωγής. Ακόμα και η εσφαλμένη απόφαση παράγει δεδικασμένο, αρκεί να είναι υποστατή στο νομικό κόσμο[64]. Εξάλλου, το σφάλμα μιας απόφασης κρίνεται αυθεντικά μόνο με απόφαση επί ενδίκου μέσου.

Απομένει βέβαια να απαντηθεί το ερώτημα αν η ανωτέρω ερμηνεία είναι contra legem, αφού στο κείμενο του άρθρου 324 γίνεται λόγος για «νομική αιτία». Στο εν λόγω γραμματικό επιχείρημα δύναται να αντιπαρατεθεί η ιστορική ερμηνεία. Πράγματι, οι συντάκτες του Κώδικα δεν θέλησαν να αποστούν από την ρύθμιση του δεδικασμένου η οποία έως τότε ίσχυε «τελεσιδικία υπάρχει τότε μόνον, όταν περί του αυτού αντικειμένου, ως εκ του αυτού πράγματος, μεταξύ των αυτών διαδίκων, κατά την αυτήν ιδιότητα, πρόκειται να ζητηθή το αυτό δίκαιον εις νέαν δίκην» και η οποία δεν χαρακτήριζε την ταυτότητα νομικής αιτίας ως προσδιοριστικό παράγοντα του δεδικασμένου[65]. Είναι γεγονός ότι η νομική αιτία προστέθηκε τελικά στο κείμενο της

12

διάταξης για τις προϋποθέσεις του δεδικασμένου[66] και αναφέρεται ρητά στο άρθρο 324, όμως δεν είναι σαφής ο σκοπός αυτής της προσθήκης εξ επόψεως βουλήσεως του ιστορικού νομοθέτη. Τούτο διότι ο ιστορικός νομοθέτης ρητά εξέφρασε την βούλησή του να μην αποκλίνει από το προϊσχύσαν δίκαιο, ως προς τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου. Ως εκ τούτου, η μελέτη των πρακτικών της συντακτικής και της αναθεωρητικής επιτροπής του ΚΠολΔ, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει την γραμματική ερμηνεία, αλλά σε μεγάλο βαθμό την καθιστά εν προκειμένω αναξιόπιστη[67].

Με βάση τα παραπάνω, πιο πειστικά επιχειρήματα παρουσιάζει η άποψη κατά την οποία αν μία αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως ως νόμω αβάσιμη, δεν είναι δυνατή η άσκηση νέας αγωγής με διαφοροποίηση μόνο ως προς τη νομική βάση. Τούτο υπαγορεύεται από τη συστηματική ερμηνεία του ΚΠολΔ, προκειμένου το ένδικο βοήθημα της αγωγής να μην υπονομεύσει τον ρόλο και τους κανόνες που διέπουν τα έκτακτα ένδικα μέσα.

Εν κατακλείδι, το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης σημαίνει ότι το επικαλούμενο δικαίωμα κρίνεται ως νομικώς ανύπαρκτο, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η αγωγή είναι αληθής. Πρόκειται για δεδικασμένο επί ουσιαστικού ζητήματος, όπως είναι και το δεδικασμένο της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη[68]. Ο ενάγων δεν δύναται να επαναφέρει την αγωγή, όπως δεν μπορεί να την επαναφέρει όταν το δικαίωμά του κριθεί τελεσίδικα ως αναπόδεικτο[69].

Κατ’ εξαίρεση, αν ο ενάγων ζητά να εξεταστεί μόνο μία νόμιμη βάση από τις πλείονες που δύνανται να στηρίξουν το αγωγικό αίτημα, και ταυτόχρονα υπάρχει η συναίνεση, ρητή ή σιωπηρή, του εναγομένου προς τούτο, θα ήταν ορθό το απορριπτικό δεδικασμένο να αφορά μόνο στην εξετασθείσα νομική βάση. Τούτο ενόψει του σεβασμού στη δικονομική συμφωνία των μερών[70].

Όπως προαναφέρθηκε, η έκταση του δεδικασμένου καθορίζεται από το αντικείμενο της απόφασης. Αυτό προσδιορίζεται από το αντικείμενο της δίκης, ήτοι την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής, σε συνδυασμό με τις νομικές σκέψεις. Εντούτοις, αν το περιεχόμενο της απόφασης υπερβαίνει το αντίστοιχο της αγωγής, ή υπολείπεται αυτού, τότε το περιεχόμενο της απόφασης θα καθορίσει τα αντικειμενικά όρια του

13

δεδικασμένου[71], αφού το σφάλμα της παράγουσας δεδικασμένο απόφασης δεν ελέγχεται, εκτός αν ασκηθεί έκτακτο ένδικο μέσο.

Όπως προαναφέρθηκε, το δεδικασμένο αφορά στο συμπέρασμα του δικαστηρίου όπως αυτό θεμελιώνεται στο αιτιολογικό της απόφασης[72]. Επομένως, το δεδικασμένο συνδέεται με την απόφαση, η δε απόφαση με την αγωγή, άρα και το δεδικασμένο με την αγωγή. Πλην όμως, πρακτικά, το δεδικασμένο συνδέεται μόνο με την απόφαση. Δηλαδή και μια εσφαλμένη απόφαση παράγει δεδικασμένο[73], αρκεί να είναι τελεσίδικη[74]. Η απόφαση δε, που υπερβαίνει ή υπολείπεται του αντικειμένου της δίκης, και αυτή παράγει δεδικασμένο[75]. Τυχόν σφάλματα της απόφασης, εφόσον αυτή είναι υποστατή και παράγει δεδικασμένο, δεν ελέγχονται[76]. Με αυτό τον τρόπο εξυπηρετείται η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης και η ασφάλεια δικαίου[77].

ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
Δεδικασμένο για το προδικαστικό ζήτημα

Το δεδικασμένο για το προδικαστικό ζήτημα ρυθμίζεται στο άρθρο 331 ΚΠολΔ («Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.»). Το προδικαστικό ζήτημα επομένως, αναφέρεται σε κανόνα δικαίου, που αποτελεί προϋπόθεση του κανόνα δικαίου, του οποίου (του δεύτερου) κανόνα, το πραγματικό, αν αληθεύει, θα επέλθει, με το διατακτικό της δικαστικής απόφασης, η έννομη συνέπεια, την οποία αιτείται ο ενάγων με την αγωγή του. Όταν το ουσιαστικό δίκαιο απαιτεί για την συνδρομή ορισμένης έννομης συνέπειας, την συνδρομή έτερης έννομης συνέπειας, η διάγνωση περί της συνδρομής της τελευταίας αποτελεί το προδικαστικό ζήτημα στη δίκη σχετικά με τη συνδρομή της πρώτης[78].

14

Έχει υποστηριχθεί ότι το προδικαστικό ζήτημα δεν συνιστά αυτοτελές κεφάλαιο της δίκης, αλλά εντάσσεται στο κεφάλαιο της αιτούμενης έννομης συνέπειας, της οποίας αποτελεί πρόκριμα[79]. Η αντίθετη άποψη εκκινεί από την σκέψη ότι η κρίση επί του προδικαστικού ζητήματος καλύπτεται από το δεδικασμένο[80]. Όμως, το δεδικασμένο με το κεφάλαιο δίκης δεν σχετίζονται απαραίτητα, και το ένα δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη το άλλο[81]. Περισσότερο συγκροτημένη, είναι η άποψη που θεωρεί ως «κεφάλαιο» την διάγνωση για την όλη έννομη σχέση, ήτοι για το προδικαστικό ζήτημα, εντός του οποίου περιλαμβάνεται και η διάγνωση για το επιμέρους δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται το διατακτικό[82].

Το άρθρο 331 συνιστά εξαίρεση από την αρχή της διάθεσης[83]. Αυτό σημαίνει ότι η δέσμευση επί της προδικαστικής κρίσης δεν εξαρτάται από το αίτημα του εναγοντος[84]. Τούτο δικαιολογείται με τη σκέψη ότι το προδικαστικό ζήτημα συνδέεται άρρηκτα με το κύριο ζήτημα, το οποίο σχετίζεται με το αίτημα του ενάγοντος[85].

Βάσει του άρθρου 331, δεν παράγεται δεδικασμένο για τα πραγματικά γεγονότα[86]. Αυτή υπήρξε και η βούληση του ιστορικού νομοθέτη[87]. Τούτο σε αντίθεση με τα ισχύοντα σε Αγγλία, ΗΠΑ και Γαλλία, όπου η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά[88]. Το δεδικασμένο αναφέρεται στο συμπέρασμα

15

Back to Top