ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΗ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 28€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 68,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18907
Ανδρίτσος Σπ., Βαθρακοκοίλης Α., Μαραζοπούλου Β., Μεϊδάνης Χ., Μπακογιάννη Ε., Σαμαράς Μ., Σιαχάμη Β., Τζιώτης Γ., Τριανταφυλλίδης Χ.
Κατσιρούμπας Π.
  • Εκδοση: 2η 2024
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
  • Σελίδες: 704
  • ISBN: 978-618-08-0246-7

Η δεύτερη έκδοση του έργου "Ενστάσεις στην πολιτική δίκη" έχει ως αντικείµενο την παρουσίαση και ανάλυση των βασικότερων δικονοµικών ενστάσεων που προβλέπονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έγκριτοι νομικοί, δικαστές και δικηγόροι, αναλύουν διεξοδικά 28 ενστάσεις, παραθέτωντας πλούσια και πρόσφατη νομολογία, βιβλιογραφία και αρθρογραφία. Μεταξύ των αναλυθέντων ενστάσεων περιλαμβάνονται:

- ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων
- ενστάσεις υλικής, τοπικής αναρμοδιότητας
- ένσταση έλλειψης ικανότητας διαδίκου
- ένσταση έλλειψης δικαστικής πληρεξουσιότητας
- ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης
- ένσταση έλλειψης έννομου συμφέροντος
- ένσταση αοριστίας
- ένσταση εκκρεμοδικίας
- ένσταση δεδικασμένου
- ένσταση προσεπίκλησης
- ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας
- ένσταση διαιτησίας
- ένσταση κατάχρησης δικονομικών δυνατοτήτων
- ένσταση επί δικονομικών ακυροτήτων κ.ά.
Το έργο συνιστά ένα απαραίτητο βοήθημα για τους νομικούς και ειδικότερα όσους ασχολούνται με την εφαρμογή του αστικού δικονομικού δικαίου, διότι προσφέρει την απαιτούμενη ασφαλή και εξειδικευμένη ενημέρωση συνδυασμένη με την δικαστική πρακτική.

Πρόλογος 2ης έκδοσης V

Πρόλογος 1ης έκδοσης VII

Διάγραμμα ύλης IX

Κυριότερες συντομογραφίες XXVII

Γενική βιβλιογραφία XXXVIII

[1] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Ι. Γενικές παρατηρήσεις 2

ΙΙ. Νοµική φύση 5

ΙΙΙ. Αντικείµενο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων 5

ΙV. Τυπολογικές µορφές εµφάνισης της σχετικής ένστασης

A. Ύπαρξη ιδιωτικής διαφοράς, την οποία ο νόµος έχει υπαγάγει σε άλλο
δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο (άρθρo 1 περ. α’ ΚΠολΔ)

1. Αθλητικές Διαφορές 6

2. Η δικαιοδοτική δραστηριότητα του Μουφτή 8

3. Η πολιτική αγωγή 9

4. Υπαγωγή διαφοράς στη διαιτησία 10

Β. Ύπαρξη διοικητικής διαφοράς

1. Επί υπαλληλικών διαφορών 11

2. Διαφορές από διοικητικές συµβάσεις 18

3. Περιουσιακές διαφορές του Δηµοσίου 24

4. Χρηµατικές διαφορές 28

5. Διοικητικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 1 περ. δ’ Ν 1406/1983 46

Γ. Υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας 47

Δ. Υποθέσεις δηµοσίου δικαίου 48

Ε. Το ζήτηµα του παρεµπίπτοντος ελέγχου των διοικητικών πράξεων
από τα πολιτικά δικαστήρια 48

ΣΤ. Έκταση δέσµευσης των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις
δικαστηρίων άλλων δικαιοδοτικών κλάδων 51

Ζ. Παράλληλη άσκηση ένδικων βοηθηµάτων επί της αυτής διαφοράς
ή επί διαφοράς που παρεµπιπτόντως κρίνεται από τα πολιτικά δικαστήρια 52

Η. Σύγκρουση δικαιοδοσιών - Άρση του αδιεξόδου 53

V. Η δικονοµική µεταχείριση του ισχυρισµού περί ελλείψεως δικαιοδοσίας
των πολιτικών δικαστηρίων

Α. Βάρος απόδειξης 53

Β. Τρόπος και χρόνος προβολής 54

Γ. Η κρίση περί δικαιοδοσίας ως αναιρετικός λόγος

1. Παραδεκτό 54

2. Θεµελίωση του αναιρετικού λόγου 55

3. Δυνατότητα προσβολής της απόφασης µε άλλο ένδικο βοήθηµα - Η έγερση
αγωγής κατά το άρθρο 313 ΚΠολΔ 57

4. Δυνατότητα εκ νέου άσκησης αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου
που έχει δικαιοδοσία 58

[2] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕIΨΗΣ ΔΙΕΘΝΟYΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣIΑΣ

I. Γενικές παρατηρήσεις 59

II. Νοµική φύση 60

III. Περιεχόµενο 61

ΙV. Θεµελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας 62

A. Το σύστηµα κανόνων του ευρωπαϊκού δικονοµικού διεθνούς δικαίου 64

1. Κανονισµός 1215/2012 (Βρυξέλλες Ια) - Αστικές, εµπορικές διαφορές 66

2. Κανονισµός 2019/1111 (Βρυξέλλες ΙΙα) - Γαµικές διαφορές υποθέσεις
γονικής µέριµνας και διεθνής απαγωγή παιδιών 69

3. Κανονισµός 650/2012 - Κληρονοµικές διαφορές 70

4. Κανονισµός 4/2009 - Υποθέσεις διατροφής 71

5. Κανονισµοί 1103 και 1104/2016 - Περιουσιακές σχέσεις συζύγων και
καταχωρηµένων συντρόφων 72

6. Κανονισµός 1259/2010 - Διαζύγιο και δικαστικός χωρισµός 72

7. Κανονισµός 848/2015 - Διαδικασίες αφερεγγυότητας 73

Β. Το σύστηµα κανόνων του εθνικού δικονοµικού διεθνούς δικαίου 73

V. Η δικονοµική µεταχείριση της ένστασης ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας

Α. Τρόπος και χρόνος προβολής 75

Β. Αναιρετικός έλεγχος 78

[3] ΕΝΣΤΑΣΗ ΥΛΙΚΗΣ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ

Ι. Γενικές παρατηρήσεις 84

ΙΙ. Νομική φύση της ενστάσεως 85

III. Κριτήρια καθορισμού της υλικής αρμοδιότητας 86

ΙV. Τυπολογικές μορφές εμφανίσεως της υλικής αναρμοδιότητας

Α. Εσφαλμένος προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς

1. Στον συνυπολογισμό των αξιώσεων 88

2. Στην επικουρική σώρευση αγωγών 93

3. Επί ομοδικίας 94

4. Στις αναφερόμενες στο άρθρο 11 ΚΠολΔ σχέσεις 98

Β. Εσφαλμένη υπαγωγή μιας διαφοράς στην εξαιρετική αρμοδιότητα
του Ειρηνοδικείου ή του Μον. Πρωτοδικείου ή αντίστροφα, εσφαλμένη
εισαγωγή της υπόθεσης λόγω ποσού σε άλλο πρωτοβάθμιο δικαστήριο
ενώ συνέτρεχε εξαιρετική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου
ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου

1. Μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 15 περί εξαιρετικής αρμοδιότητας
του ειρηνοδικείου ανεξαρτήτως αποτιμήσεως του αντικειμένου της διαφοράς 101

2. Μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16 ΚΠολΔ περί (σχετικά)
εξαιρετικής αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, είτε εξαιτίας
εσφαλμένης εκτίμησης της φύσης της διαφοράς είτε λόγω εσφαλμένης
χρηματικής αποτιμήσεως του αντικειμένου της 106

3. Μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 17 ΚΠολΔ περί (απόλυτα)
εξαιρετικής αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου ανεξάρτητα
από τη χρηματική αποτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς 117

4. Excursus: Αρμόδιο υλικά δικαστήριο για την εκδίκαση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής 122

Γ. Συνήθης αρμοδιότητα: Εισαγωγή σε αναρμόδιο λόγω ποσού δικαστήριο - Υπέρβαση νομοθετικού ορίου. Αναρμοδιότητα Ειρηνοδικείου
ή Μονομελούς Πρωτοδικείου ενώ η διαφορά δεν μπορούσε να αποτιμηθεί
σε χρήμα και το αντίστροφο 123

Δ. Εσφαλμένη υπαγωγή ή µη στην ειδική αρμοδιότητα τμημάτων Πρωτοδικείων 127

Ε. Εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου για την εκδίκαση υποθέσεων
σε πρώτο βαθμό - Εσφαλμένη υπαγωγή της διαφοράς ή το αντίστροφο 129

V. Η δικονομική μεταχείριση του ισχυρισμού περί υλικής αναρμοδιότητας

Α. Βάρος απόδειξης 130

Β. Τρόπος και χρόνος προβολής 130

Γ. Αποτελέσματα επί αποδοχής της ενστάσεως 131

Δ. Η κρίση περί υλικής αναρμοδιότητας ως αναιρετικός λόγος 132

1. Παραδεκτό 132

2. Θεμελίωση του αναιρετικού λόγου 132

[4] ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ

I. Έννοια κατά τόπον αρµοδιότητας 138

II. Νοµική φύση κατά τόπον αρµοδιότητας 138

III. Κρίσιµος χρόνος συνδροµής τοπικής αρµοδιότητας 138

IV. Νοµική φύση ένστασης τοπικής αναρµοδιότητας 139

V. Χρόνος έρευνας κατά τόπον αρµοδιότητας 139

VI. Πότε εξετάζεται αυτή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο 140

VII. Ελεύθερη απόδειξη 141

VIII. Παραποµπή στο αρµόδιο δικαστήριο 141

IX. Συνέπειες παραπεµπτικής απόφασης 141

X. Δεσµευτική ισχύς παραπεµπτικής απόφασης 142

XI. Εισαγωγή υπόθεσης στο αρµόδιο δικαστήριο 143

ΧΙΙ. Κατηγορίες κατά τόπον αρµοδιότητας

Α. Γενική νόµιµη δωσιδικία 143

Β. Διαµονή 145

Γ. Ειδικές κατηγορίες γενικής δωσιδικίας 145

Δ. Αποκλειστικές ειδικές δωσιδικίες

1. Δωσιδικία της τοποθεσίας του ακινήτου (forum rei sitae) 146

2. Δωσιδικία της κληρονοµίας (forum hereditatis) 148

3. Δωσιδικία της συνάφειας (forum connexitatis) 150

4. Δωσιδικία των εταιρικών διαφορών (forum societatis) 152

5. Δωσιδικία της διαχείρισης κατά δικαστική εντολή
(forum gestae administrationis ex decreto iudicis) 154

6. Δωσιδικία της ανταγωγής (forum reconventionis) 155

Ε. Συντρέχουσες ειδικές δωσιδικίες

1. Δωσιδικία της δικαιοπραξίας (forum negotii) 158

2. Δωσιδικία του αδικήµατος (forum delicti) 160

3. Δωσιδικία της διαχείρισης χωρίς δικαστική εντολή
(forum gestae administrationis ex causis variis) 161

4. Δωσιδικία της ταυτότητας του δικαίου (forum continentiae causarum) 162

5. Δωσιδικία των γαµικών διαφορών (forum matrimonii) 163

6. Δωσιδικίες περιουσιακών αξιώσεων (forum bonorum) 163

XIII. Παρέκταση κατά τόπον αρµοδιότητας 164

XIV. Ασφαλιστικά Μέτρα 166

XV. Εκούσια Δικαιοδοσία 167

XVI. Διαταγή πληρωµής 167

XVII. Έφεση 167

XVIII. Αναιρετικός έλεγχος κατά τόπoν αρµοδιότητας 168

[5] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥ

I. Έννοια ικανότητας διαδίκου 170

II. Φορέας ικανότητας διαδίκου 171

III. Έννοια διαδίκου 172

IV. Νοµική φύση 173

V. Χρόνος συνδροµής ικανότητας διαδίκου 173

VI. Αυτεπάγγελτος έλεγχος 174

VII. Χρόνος προβολής ένστασης από διάδικο 174

VIII. Μεταβολή βάσης αγωγής 175

IX. Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο 175

X. Συνέπειες έλλειψης ικανότητας διαδίκου 176

XI. Ανήλικος 177

XII. Πτωχός 178

XIII. Εκούσια δικαιοδοσία 178

XIV. Απεύθυνση αγωγής κατά ανύπαρκτου προσώπου 178

XV. Απεύθυνση ένδικου µέσου κατά αποβιώσαντος διαδίκου ή νοµικού
προσώπου που το διαδέχθηκε άλλο 178

XVI. Αλλοδαπό νοµικό πρόσωπο 179

XVII. Λύση νοµικού προσώπου 179

XVIII. Απορρόφηση και Μετατροπή εταιριών 180

XIX. Σωµατείο και Ίδρυµα 181

XX. Δηµόσιο 181

XXI. Ιερές Μονές 181

XXII. Μοναχός 182

XXIII. Περιπτώσεις ανυπαρξίας ικανότητας διαδίκου 182

XXIV. Ένωση προσώπων 183

XXV. Περιπτωσιολογία ένωσης προσώπων 184

[6] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

I. Έννοια ικανότητας δικαστικής παράστασης 187

II. Νοµική φύση και αυτεπάγγελτος έλεγχός της 188

III. Δυνατότητα συµπλήρωσης 188

IV. Κρίσιµος χρόνος συνδροµής 188

V. Χρόνος προβολής ένστασης από διάδικο 189

VI. Δυνατότητα έγκρισης 189

VII. Συνέπειες έλλειψης ικανότητας 189

VIII. Πληρεξουσιότητα 190

IX. Ικανοί δικαστικής παράστασης 190

X. Ικανότητα δικαστικής παράστασης αλλοδαπών προσώπων 191

XI. Εκούσια αντιπροσώπευση 192

XII. Διαδικασία ασφαλιστικών µέτρων 192

XIII. Κίνδυνος από αναβολή 192

XIV. Εκούσια δικαιοδοσία 192

XV. Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης 192

XVI. Ικανότητα δικαστικής παράστασης ανηλίκου 193

XVII. Ικανότητα δικαστικής παράστασης νοµικών προσώπων 196

XVIII. Ικανότητα δικαστικής παράστασης ένωσης προσώπων 197

XIX. Εκπροσώπηση ανικάνων 197

XX. Ειδικότερες περιπτώσεις εκπροσώπησης 198

[7] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑΣ

I. Έννοια ικανότητας προς το δικολογείν 202

ΙΙ. Νοµική φύση 202

ΙΙΙ. Υποχρεωτική παράσταση µε δικηγόρο 202

IV. Ικανότητα δικηγόρων προς το δικολογείν 203

V. Άρση γεωγραφικών περιορισµών 204

VI. Αυτοπρόσωπη παράσταση 204

VII. Ασφαλιστικά Μέτρα 205

VIII. Ύπαρξη πληρεξουσιότητας 206

ΙΧ. Νοµική φύση 206

X. Έλεγχος πληρεξουσιότητας 207

ΧΙ. Αµφισβήτηση πληρεξουσιότητας 208

XII. Ικανότητα χορήγησης πληρεξουσιότητας 208

XIII. Προσκοµιδή πληρεξουσιότητας 208

XIV. Συµπλήρωση έλλειψης 209

XV. Συνέπειες παράβασης 210

XVI. Τύπος πληρεξουσιότητας 211

XVII. Πληρεξουσιότητα µε δήλωση διαδίκου στα πρακτικά ή στην έκθεση 213

XVIII. Απόδειξη πληρεξουσιότητας 213

XIX. Περιεχόµενο πληρεξουσιότητας 214

XX. Περισσότεροι πληρεξούσιοι 214

XXI. Έκταση πληρεξουσιότητας 215

XXII. Γενική πληρεξουσιότητα 216

XXIII. Ειδική πληρεξουσιότητα 217

XXIV. Έγκριση 218

XXV. Διάρκεια πληρεξουσιότητας - Πενταετής διάρκεια 220

XXVI. Παύση πληρεξουσιότητας 220

XXVII. Συνέπειες παύσης πληρεξουσιότητας 223

XXVIII. Εφαρµοστέο δίκαιο 224

XXIX. Αντίκλητος 224

XXX. Δηµόσιο 226

XXXI. Περιορισµοί πληρεξουσιότητας 226

XXXII. Yποκατάστατος - µεταπληρεξούσιος 226

XXXIII. Αναπλήρωση πληρεξουσίου 227

XXXIV. Δήµος - Δηµόσια Αρχή 227

[8] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ι. Γενικές παρατηρήσεις 229

ΙΙ. Νοµική φύση 232

III. Περιεχόµενο της ένστασης νοµιµοποίησης

Α. Γενικά 233

Β. Μετάθεση της νοµιµοποιήσεως εκ του νόµου και διακοπή της δίκης 234

Γ. Μετάθεση της νοµιµοποίησης στην ειδική διαδοχή κατά τη διάρκεια
της εκκρεµοδικίας 235

IV. Τυπολογικές µορφές εµφάνισης της έλλειψης νοµιµοποίησης

A. Στις κατά κανόνα περιπτώσεις 237

B. Σε δίκες που διεξάγουν οι µη δικαιούχοι και µη υπόχρεοι διάδικοι

1. Έννοια των µη δικαιούχων ή µη υπόχρεων διαδίκων - Το ζήτηµα της διάκρισης διεξαγωγής της δίκης από µη δικαιούχο ή µη υπόχρεο διάδικο και νόµιµου
ή εκούσιου αντιπροσώπου 242

2. Κατηγοριοποίηση µη δικαιούχων ή µη υπόχρεων διαδίκων - Περιπτωσιολογία 243

3. Συµβατική θεµελίωση της νοµιµοποίησης 247

4. Το ζήτηµα του δεδικασµένου επί διεξαγωγής της δίκης από µη δικαιούχο
ή µη υπόχρεο διάδικο 252

5. Νόμιμη αντιπροσώπευση 254

6. Περιπτώσεις εκούσιας αντιπροσώπευσης 256

V. Η δικονοµική µεταχείριση του ισχυρισµού περί έλλειψης νοµιµοποίησης

Α. Βάρος απόδειξης 257

Β. Τρόπος και χρόνος προβολής 257

Γ. Η κρίση περί νοµιµοποίησης ως αναιρετικός λόγος

1. Παραδεκτό 258

2. Θεµελίωση του αναιρετικού λόγου 258

3. Νομιμοποίηση (κατ’ εξαίρεση) του νικήσαντος διαδίκου προς άσκηση αναίρεσης 260

[9] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΕΝΝΟΜΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

Ι. Γενικές παρατηρήσεις 262

ΙΙ. Νομική φύση 262

ΙΙΙ. Περιεχόμενο

Α. Το στοιχείο της ατομικότητας 268

Β. Το στοιχείο του εννόμου 271

Γ. Το στοιχείο της αμεσότητας 273

IV. Τυπολογικές μορφές έλλειψης εννόμου συμφέροντος

Α. Έλλειψη προστατευόμενου συμφέροντος 274

Β. Προηγούμενη παροχή της αιτούμενης δικαστικής προστασίας - Ύπαρξη
εκτελεστού τίτλου 279

Γ. Ύπαρξη άλλης δικαστικής ή εξώδικης οδού 282

Δ. Καταχρηστική ή κακόβουλη διαδικαστική πράξη 284

Ε. Μη ενεστώσα ανάγκη για την παροχή δικαστικής προστασίας 287

V. Η δικονομική μεταχείριση του ισχυρισμού περί έλλειψης
εννόμου συμφέροντος

Α. Νομική φύση του ισχυρισμού 288

Β. Βάρος απόδειξης 289

Γ. Η κρίση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος ως αναιρετικός λόγος 290

[10] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΚΑΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣHΣ

I. Γενικές παρατηρήσεις 294

II. Το σύστημα επιδόσεων στην ελληνική έννομη τάξη

Α. Γενικά για τις εφαρμοστέες ρυθμίσεις του ΚΠολΔ ως προς τη διενέργεια
της επίδοσης 296

Β. Διάκριση ανάμεσα σε εσωτερικές και διασυνοριακές επιδόσεις

1. Σημασία της διάκρισης και εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο
στις διασυνοριακές επιδόσεις 300

2. Ζητήματα από την πλασματική επίδοση στις διασυνοριακές επιδόσεις 304

3. Μετάφραση στις διασυνοριακές επιδόσεις 308

Γ. Διενέργεια της επίδοσης με ηλεκτρονικά μέσα

1. Ενωσιακό δίκαιο 309

2. Εθνικό δίκαιο: η νέα διάταξη του άρθρου 122Α ΚΠολΔ 312

3. Σημεία τομής ενωσιακού και εθνικού δικαίου 314

ΙII. Δικονομική μεταχείριση της ένστασης

Α. Εισαγωγικά: Η ένσταση από τη σκοπιά του δικονομικού δικαίου 314

Β. Συνέπειες της έλλειψης, του ανυπόστατου ή της ακυρότητας της επίδοσης 319

IV. Επιλεγμένη τυπολογία αναφορικά με την εγκυρότητα εσωτερικών
επιδόσεων/ ελαττωματική επίδοση 320

V. Αναιρετικός έλεγχος και εγκυρότητα της επίδοσης 322

[11] ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗΣ

Ι. Έννοια προσεπίκλησης και ανακοίνωσης δίκης 326

ΙΙ. Παραδεκτό προσεπίκλησης και έννοµο συµφέρον 326

ΙΙΙ. Δυνητική ή υποχρεωτική άσκηση προσεπίκλησης 327

IV. Αναγκαία οµοδικία και υποχρεωτική κοινή νοµιµοποίηση 327

V. Τρόπος άσκησης της προσεπίκλησης 328

VI. Προσεπίκληση των αναγκαστικών οµοδίκων 330

VII. Προσεπίκληση δικονοµικού εγγυητή 330

VIII. Άσκηση της προσεπίκλησης και αποτελέσµατα αυτής 333

ΙΧ. Παρέµβαση 334

Χ. Δικαστικά έξοδα 337

ΧΙ. Προσεπίκληση µετά από δικαστική διαταγή 338

[12] ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ

Ι. Η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικονοµικών δικαιωµάτων 340

ΙΙ. Σχέση καλής πίστης και καθήκοντος αληθείας 341

ΙΙΙ. Κακόπιστη συµπεριφορά 344

ΙV. Αντιφατική συµπεριφορά 345

V. Αντίθεση στα χρηστά ήθη 346

VI. Κατάχρηση δικονοµικών δυνατοτήτων 347

VII. Κυρώσεις από την παράβαση των ορισµών του άρθρου 116 ΚΠολΔ 348

VIII. Διαδικαστικά ζητήµατα 350

[13] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΠΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΚΥΡΟΤΗΤΩΝ

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 354

ΙΙ. Πότε υπάρχει ακυρότητα 355

ΙΙΙ. Ποιος και πότε την προτείνει 362

IV. Αποτελέσµατα της ακυρότητας 363

[14] ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ

I. Γενικές παρατηρήσεις 365

ΙΙ. Νοµική φύση 366

ΙΙΙ. Περιεχόµενο - Είδη αοριστίας 369

IV. Τυπολογικές µορφές εµφανίσεως της αοριστίας

Α. Αοριστία στην ιστορική βάση 373

Β. Αοριστία στο αίτημα 394

Γ. Αοριστία στα στοιχεία της νομιμοποίησης 395

Δ. Αοριστία επί ουσιαστικών ενστάσεων 399

V. Η δικονομική μεταχείριση του ισχυρισμού περί αοριστίας

Α. Βάρος απόδειξης 400

Β. Η κρίση περί αοριστίας ως λόγος έφεσης 401

Γ. Η κρίση περί αοριστίας, νομικής ή πραγματικής, ως αναιρετικός λόγος

1. Παραδεκτό 402

2. Θεμελίωση του αναιρετικού λόγου 403

VΙ. Προαιρετικά στοιχεία της αγωγής 405

[15] ΕΝΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Ι. Εισαγωγικά 408

ΙΙ. Μεταβολή του αιτήµατος της αγωγής 409

ΙΙΙ. Μεταβολή της βάσης της αγωγής 420

ΙV. Ένσταση µεταβολής του αιτήµατος ή της βάσης της αγωγής 436

[16] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑΣ

Ι. Εισαγωγή 440

ΙΙ. Προϋποθέσεις εκκρεµοδικίας

Α. Ταυτότητα διαδίκων 442

Β. Ταυτότητα πραγµατικής (ή) και νοµικής αιτίας 443

Γ. Ταυτότητα αιτήµατος 445

ΙΙΙ. Χρονικά όρια της εκκρεµοδικίας 445

IV. Αλλοδαπή εκκρεµοδικία 449

V. Η ένσταση εκκρεµοδικίας 454

[17] ΕΝΣΤΑΣΗ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ

Ι. Γενικές παρατηρήσεις 458

II. Αντικειµενικά όρια του δεδικασµένου

A. Ως προς το κύριο αντικείµενο της δίκης 462

B. Ως προς το προδικαστικό αντικείµενο της δίκης 467

III. Υποκειµενικά όρια του δεδικασµένου

A. Δέσµευση διαδίκων 470

B. Δέσµευση τρίτων

1. Επέκταση του δεδικασµένου λόγω ουσιαστικής εξαρτήσεως

2. Επέκταση του δεδικασµένου επί µη δικαιούχων ή µη υπόχρεων διαδίκων

3. Επέκταση του δεδικασµένου λόγω «φαινοµένης νοµιµοποιήσεως» 486

IV. Χρονικά όρια του δεδικασµένου 487

V. Δεδικασµένο επί των ενστάσεων 490

VI. Τριτενέργεια του δεδικασµένου 492

VII. Δικονοµικό δεδικασµένο 493

VIII. Προσωρινό δεδικασµένο 494

IX. Δεδικασµένο στην εκούσια δικαιοδοσία 497

X. Σχετικό δεδικασµένο 499

XΙ. H ένσταση δεδικασµένου 500

[18] ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΛΗΜΜΕΛΟΥΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ

Ι. Γενικές παρατηρήσεις 503

ΙΙ. Η ενέργεια της παρέµβασης 504

Α. Προϋποθέσεις ανάπτυξης της ενέργειας της παρέµβασης 505

Β. Αντικειµενικά όρια της ενέργειας της παρέµβασης 506

Γ. Υποκειµενικά όρια της ενέργειας της παρέµβασης 507

ΙΙΙ. Η ένσταση πληµµελούς διεξαγωγής της δίκης 508

[19] ΕΝΣΤΑΣΗ EΞΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ

Ι. Εισαγωγή 513

ΙΙ. Εξαιρούµενα πρόσωπα 515

ΙΙΙ. Οι λόγοι εξαίρεσης 515

ΙV. Η ένσταση εξαίρεσης 524

V. Νοµιµοποίηση για την υποβολή της ένστασης εξαίρεσης 527

VI. Συνέπειες 529

[20] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ

Ι. Εισαγωγή 531

ΙΙ. Ανίκανοι και ανεπιτήδειοι µάρτυρες 532

ΙΙΙ. Εξαιρετέοι µάρτυρες 534

ΙV. Εξαιρετέοι µάρτυρες λόγω συµφέροντος 535

V. Η ένσταση εξαίρεσης του µάρτυρα 536

VΙ. Νοµιµοποίηση για την υποβολή της ένστασης εξαίρεσης του µάρτυρα 537

VIΙ. Περιορισµοί του δικαιώµατος απόδειξης 539

VΙIΙ. Ένορκες βεβαιώσεις 542

ΙΧ. Τελικές παρατηρήσεις 543

[21] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΑ

Ι. Εισαγωγή 545

ΙΙ. Ο ρόλος του πραγµατογνώµονα 546

ΙΙΙ. Οι λόγοι εξαίρεσης 547

ΙV. Η ένσταση εξαίρεσης 550

[22] ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΛΑΣΤΟΤΗΤΑΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

I. Γενικές παρατηρήσεις 554

II. Νοµική φύση 554

III. Περιεχόµενο - Είδη πλαστότητας - Αμφισβήτηση της γνησιότητας
ενός εγγράφου 555

IV. Τυπολογικές μορφές εμφανίσεως της πλαστότητας 557

A. Κατάρτιση πλαστού 558

B. Νόθευση 562

Γ. Διανοητική πλαστογραφία 565

V. Η δικονομική μεταχείριση του ισχυρισμού περί πλαστότητας

Α. Στοιχεία του ορισμένου - Ποιοι προτείνουν την ένσταση 567

Β. Βάρος απόδειξης 568

Γ. Τρόπος και χρόνος προβολής

1. Ο χρόνος προβολής της ένστασης πλαστότητας δεν καθορίζεται στο νόμο ενιαία 568

VI. Ζητήµατα από την ένσταση πλαστότητας στην αναιρετική δίκη 575

[23] ΕΝΣΤΑΣΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ

Ι. Γενικά 580

ΙΙ. Η διάκριση µεταξύ εσωτερικής, διεθνούς και αλλοδαπής διαιτησίας 581

ΙΙΙ. Η συµφωνία διαιτησίας

Α. Το επιτρεπτό της συµφωνίας διαιτησίας 583

Β. Δεκτικές διαιτητικής επιλύσεως διαφορές 585

1. Διαφορές ιδιωτικού δικαίου 586

2. Ελεύθερη διάθεση του αντικειµένου διαφορών 586

3. Οι εργατικές διαφορές 587

4. Δίκες περί την εκτέλεση 588

5. Έκδοση διαταγής πληρωµής για απαίτηση υπαγόµενη στη διαιτησία 589

Γ. Το εύρος της διαιτητικής συµφωνίας 590

Δ. Τύπος της συµφωνίας περί διαιτησίας 592

Ε. Η αυτοτέλεια της διαιτητικής ρήτρας 598

IV. Ένσταση υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία

Α. Νοµική φύση της ενστάσεως και βάρος αποδείξεως αυτής 599

Β. Χρόνος και τρόπος προβολής της ενστάσεως 602

Γ. Αναιρετικοί λόγοι

1. Μη λήψη υπ’ όψιν της ενστάσεως υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία
ή λήψη αυτής υπ’ όψιν παρανόµως 604

2. Εσφαλµένη κρίση του δικαστηρίου περί της παραποµπής ή µη της διαφοράς
στη διαιτησία 605

[24] ΕΝΣΤΑΣΗ EΛΛΕΙΨΕΩΣ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ
ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ

Ι. Περιεχόµενο ρύθµισης 609

ΙΙ. Νοµική φύση 610

ΙΙΙ. Προϋποθέσεις 610

ΙV. Υποβολή αίτησης 611

V. Έννοια κινδύνου 612

VI. Ενδεχόµενη καταδίκη 613

VII. Βάρος απόδειξης 614

VIII. Ορισµένο ένστασης 614

IX. Πότε προτείνεται 614

X. Αρµοδιότητα 616

XI. Συνέπειες παραδοχής ένστασης 616

XII. Άπρακτη παρέλευση προθεσµίας 618

XIII. Περιεχόµενο εγγυοδοσίας 619

XIV. Καθορισµός ποσού εγγυοδοσίας 620

XV. Τύχη εγγυοδοσίας 620

XVI. Συνταγµατικότητα ρύθµισης 622

XVII. Εφαρµοστέο δίκαιο 623

XVIII. Επιτρεπτό εγγυοδοσίας 623

XIX. Ανάκληση απόφασης που διατάσσει εγγυοδοσία 625

XX. Έφεση 626

XXI. Καταχρηστική άσκηση 626

[25] ΕΝΣΤΑΣΗ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΚΗΣ

Ι. Νοµοθετική ρύθµιση και νοµική φύση της ένστασης µη καταβολής των εξόδων
της προηγούµενης δίκης 627

ΙΙ. Προϋποθέσεις προβολής της ένστασης 629

IIΙ. Νοµιµοποίηση 634

IV. Στοιχεία ορισµένου της ένστασης 634

V. Χρόνος προβολής της ένστασης 635

VΙ. Βάρος απόδειξης 637

VIΙ. Αποτελέσµατα 637

[26] EΝΣΤΑΣΗ ΥΠΑΡΞΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ 639

[27] ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΑΣΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΘΕΝΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

Ι. Νοµοθετική ρύθµιση - πεδίο εφαρµογής 643

ΙΙ. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση 646

ΙΙΙ. Η προθεσµία άσκησης της αγωγής 647

IV. Η άσκηση της αγωγής από το Δηµόσιο 649

V. Η άµυνα του εναγοµένου 650

[28] ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 654

ΙΙ. Αίτηµα για προσωπική κράτηση - Διαδικαστικές προϋποθέσεις - Αρµοδιότητα 655

ΙΙΙ. Διαχρονικό δίκαιο 657

IV. Πότε δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση 657

V. Απαιτήσεις από αδικοπραξία 659

VI. Εκτελεστός τίτλος 660

VII. Κύρια διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης µε προσωπική κράτηση 661

VIII. Ένδικα µέσα 662

IX. Αυτοτελής αγωγή - Αντικείµενο δίκης 664

X. Εκπρόσωποι νοµικών προσώπων 665

Ενιαίο αλφαβητικό ευρετήριο 667

Σελ. 1

[1] ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρβανιτάκης Π., Παρατηρήσεις στην ΕφΑθ 2888/2009, ΕΠολΔ 2010, 197 επ. – Βεγλερής Φ., Ιδιοµορφίες και στάδια του ελληνικού διοικητικού δικαίου, σε: Προσφορά στον Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρο, τόµ. Α, σελ. 107 επ. – Καλαβρός Κ., Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για αθλητικές διαφορές, ΝοΒ 1984, 532 επ. – Καράκωστας Β., Παρατηρήσεις στην ΤρΔΠρΑθ 8201/1989, ΔΦΝ 1990, 1448 επ. – Κόρσος Δ., Οι διαφορές εκ της εφαρµογής της νοµοθεσίας περί εισπράξεως δηµοσίων εσόδων, Τιµητικός Τόµος Γ. Μητσόπουλου ΙΙ (1993), σελ. 663 επ. – Κουσούλης Στ., Θεµελιώδη προβλήµατα της διαιτησίας, τόµ. Β (1996). – Κουταλιανός Στ., (παρατηρήσεις στην ΑΠ 92/2010), ΕΠολΔ 2010, 826-829 – Καΐσης Αθ., Ακύρωση διαιτητικών αποφάσεων, 1989. – Κρητικός Αθ., Καθορισµός της προσήκουσας δικαιοδοσίας κατά του ελληνικού Δηµοσίου για την αγωγή αποζηµίωσης από αυτοκινητικό ατύχηµα βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, Δ 1990, 114 επ. – Μπέης Κ./Καλαβρός Κ., Ακύρωση διαιτητικής απόφασης σε περίπτωση συµβατικού και νοµοθετικού αποκλεισµού του σχετικού διαπλαστικού δικαιώµατος (γνωµ.) Δ 1987, 148 επ. – Μπεκιαρίδης Γ., Οι µουφτήδες ως θρησκευτικοί ηγέται των µουσουλµάνων της περιφερείας των και ως δηµόσιαι αρχαί, Αρµ 1973, 885 επ. – Νίκας Ν., Το κύρος της ρήτρας υπαγωγής των µεταξύ των αµειβοµένων καλαθοσφαιριστών και των σωµατείων τους συµβατικών διαφορών στις επιτροπές επίλυσης οικονοµικών διαφορών αµειβόµενης καλαθοσφαίρισης, Αρµ 1994, 508 επ. – Ο ίδιος, Δικαιοδοσία για την εκδίκαση διαφορών από ατυχήµατα που προκαλούν αυτοκίνητα οδηγούµενα από κρατικά όργανα, ΕλλΔνη 1995, 525 επ. – Παπαχρήστου Β., Παρατηρήσεις στην ΑΕΔ 18/1993, Δ 1994, 873 επ. – Ο ίδιος, Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 13/1994, Δ 1995, 332 επ. – Ρέµελης Κ., Οι διαφορές από συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου µε το δηµόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, ΕΕργΔ 1995, 387 επ. Σκουρής Β., Οι διοικητικές συµβάσεις και τα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, ΕΝΟΒΕ 1990, 31 επ. – Σοφιαλίδης Α., Η δικαιοδοσία των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων στις διαφορές από την εφαρµογή του ΚΕΔΕ, ΕΝΟΒΕ 1990, 43 επ. – Σταθόπουλος Μ., Φύση και συνταγµατικότητα των συµβάσεων και επιτροπών ως προς τις σχέσεις ΤΑΚ και καλαθοσφαιριστών, ΕΑΔ 1995, 411 επ. – Σταµατόπουλος Στ., Διαφορές του ΚΕΔΕ και δικαιοδοσία των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων µετά τον Ν 1406/1983, Δ 1987, 45 επ. – Ο ίδιος, Οι διοικητικές διαφορές και τα πολιτικά δικαστήρια µετά το Ν 1406/1983, Δ 1984, 3 επ. – Συµεωνίδης Ι., Τα όρια της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, 1995. – Τσιτσελίκης Κ., Η θέση του µουφτή στην ελληνική έννοµη τάξη, σε: Νοµικά ζητήµατα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα, σελ. 271 επ. – Χασάπης Κ., Τα δηµόσια έργα, ΝοΒ 1987, 1170 επ. – Χρονοπούλου Κ., Δικονοµικά ζητήµατα κατά την επίλυση αθλητικών διαφορών, 2008. – Ψωµάς Ι., Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 4, Δ 1998, 579 επ.

Σελ. 2

Ι. Γενικές παρατηρήσεις

1 Η απονοµή της δικαιοσύνης µε βάση το ισχύον Σύνταγµα (άρθρο 94 παρ. 1 Συντ.) γίνεται από δικαστήρια διαφόρων κλάδων, αναλόγως της φύσεως της υποθέσεως ή της διαφοράς. Η επιλογή του συνταγµατικού νοµοθέτη υποκρύπτει την αντίληψη ότι η επίλυση υποθέσεων ή διαφορών, εξαιτίας του εύρους, της πολυπλοκότητας και των ιδιαίτερων κατά περίπτωση χαρακτηριστικών τους, δεν είναι δυνατό να ανατίθεται σε δικαστήρια ενός και µόνο δικαιοδοτικού κλάδου[1]. Προς το σκοπό αυτό µέρος του δικαιοδοτικού έργου κατανεµήθηκε στα πολιτικά δικαστήρια, στα οποία κατά συνταγµατική επιταγή έχει ανατεθεί η εκδίκαση όλων των ιδιωτικών διαφορών καθώς και των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως σχετικός νόµος ορίζει (άρθρο 94 παρ. 2 Συντ.). Η εµπλοκή άλλων δικαστηρίων πέραν των πολιτικών στην επίλυση των ιδιωτικών υποθέσεων και διαφορών καταρχήν απαγορεύεται. Αλλά και αντίστροφα: όταν µια υπόθεση ή διαφορά δεν είναι ιδιωτική ή από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ, δεν µπορεί να δικαστεί από τα πολιτικά δικαστήρια. Αν παρά ταύτα µια τέτοια διαφορά εισαχθεί ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, η αγωγή, η αίτηση ή άλλο σχετικό ένδικο βοήθηµα µε το οποίο εισάγεται για δικαστική διάγνωση, δεν ερευνάται επί της ουσίας αλλά απορρίπτεται ως

Σελ. 3

απαράδεκτο ελλείψει δικαιοδοσίας είτε µε αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου είτε κατόπιν υποβολής σχετικής ένστασης από τον εναγόµενο.

2 Η προκατανοµή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων από το ίδιο το Σύνταγµα µε το εντελώς αφηρηµένο κριτήριο του προσδιορισµού της υποθέσεως ή της διαφοράς ως ιδιωτικής, διοικητικής ή ποινικής αποκτά πάντως για το ελληνικό δίκαιο µια ιδιαίτερη σηµασία: Αποκόπτει κατά κανόνα από τον κοινό νοµοθέτη την ευχέρεια να καθορίσει ότι ορισµένες διαφορές επιλύονται από δικαστήρια ορισµένου δικαιοδοτικού κλάδου. Στον δικαστή µέσω της παρεχόµενης δυνατότητας του διάχυτου ελέγχου της συνταγµατικότητας των νόµων εναπόκειται να καθορίσει αν µια υπόθεση ή διαφορά που έχει αχθεί ενώπιόν του ανήκει στον καθορισµένο συνταγµατικά χώρο της δικαιοδοτικής του δράσης. Τούτο όµως προξενεί οξύτατα προβλήµατα εκεί όπου δεν είναι ευχερής ένας κάθετος διαχωρισµός των δικαιοδοσιών. Και αναφερόµαστε κυρίως για την περίπτωση αµοιβαίας επίδρασης της πολιτικής µε τη διοικητική δικαιοδοσία γιατί εκεί έχουν δηµιουργηθεί πολλαπλά προβλήµατα ως προς τον χαρακτηρισµό µιας διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής. Την αβεβαιότητα αυτή, πέραν του ολοένα αυξανόµενου παροχικού χαρακτήρα της διοίκησης, ο οποίος έχει δηµιουργήσει µια ιδιότυπη σύµµειξη δηµοσίου και ιδιωτικού δικαίου, ήλθε και επέτεινε ο εξουσιοδοτικός νόµος 1406/1983. Καθώς δυνάµει του προµνησθέντος νόµου όλες πλέον οι διοικητικές διαφορές ουσίας µεταφέρθηκαν από τα πολιτικά και ειδικά διοικητικά στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.

Σελ. 5

ΙΙ. Νοµική φύση

3 Η ύπαρξη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, κρίση καταφατική, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, προϋπόθεση δηλαδή που πρέπει να υπάρχει για να είναι γενικώς δυνατή η έκδοση απόφασης επί της ουσίας (unzulässig) και προφανώς τελεί σε αντίφαση µε τον ισχυρισµό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων που προβάλλεται από τον εναγόµενο και είναι κρίση αρνητική. Με την προβολή του τελευταίου επιδιώκεται η µαταίωση της αυτοτελούς δικονοµικής έννοµης συνέπειας που συνδέεται µε το γενικότερο δικονοµικό δικαίωµα για παροχή δικαστικής προστασίας: την επί της ουσίας έκδοση αποφάσεως. Κατά τη φύση του ο ισχυρισµός περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων συνιστά εποµένως δικονοµικό, µη αυτοτελή, ισχυρισµό. Τέλος, καθώς επί παραδοχής του παραλύεται οριστικά η άσκηση του δικονοµικού δικαιώµατος του αντιδίκου, συνιστά ταυτόχρονα και ανατρεπτικό ισχυρισµό, ή άλλως ανατρεπτική δικονοµική ένσταση.

ΙΙΙ. Αντικείµενο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων

4 Όπως έχει ήδη γίνει λόγος το αντικείµενο της δικαιοδοσίας προσδιορίζεται καταρχάς από το ίδιο το Σύνταγµα αλλά ειδικότερα από το άρθρο 1 του ΚΠολΔ. Σύµφωνα µε το άρθρο 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόµος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόµος έχει υπαγάγει σε αυτά, οι υποθέσεις δηµοσίου δικαίου που ο νόµος έχει υπαγάγει σε αυτά και τέλος, οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Σελ. 6

Κατά λογική αναγκαιότητα, εποµένως, η ένσταση ελλείψεως της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων περιλαµβάνει τον ισχυρισµό ότι η ενώπιον του δικάζοντος πολιτικού δικαστηρίου υπόθεση ή διαφορά δεν συγκαταριθµείται στις αναφερόµενες στο άρθρο 1 υποθέσεις και διαφορές, είτε διότι κατά το Σύνταγµα ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού κλάδου, των ποινικών ή, συνηθέστερα, των διοικητικών δικαστηρίων, είτε διότι έχει εγκύρως από τα ενδιαφερόµενα µέρη υπαχθεί στη διαιτησία. Ειδικότερα:

ΙV. Τυπολογικές µορφές εµφάνισης της σχετικής ένστασης

A. Ύπαρξη ιδιωτικής διαφοράς, την οποία ο νόµος έχει υπαγάγει σε άλλο δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο (άρθρo 1 περ. α’ ΚΠολΔ)

5 Κατά διαδεδοµένο ορισµό ως ιδιωτικές διαφορές χαρακτηρίζονται όσες έχουν ως αντικείµενο είτε το περιεχόµενο ή τα υποκείµενα ενός δικαιώµατος είτε την ύπαρξη ή την ανυπαρξία εννόµων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή βιοτικών συµβάντων, που ρυθµίζονται από το δίκαιο και δηµιουργούν δικαιώµατα και υποχρεώσεις. Παρά το σαφές και ανελαστικό της συνταγµατικής ρυθµίσεως, και τους ως ένα βαθµό εύλογους δισταγµούς µερίδας κυρίως της θεωρίας, ορισµένες διαφορές ιδιωτικού δικαίου, για διάφορους λόγους επιλύονται από άλλα δικαστήρια ή δικαιοδοτικά όργανα. Όταν αυτό γίνεται κατ’ αποκλεισµό των πολιτικών δικαστηρίων, τότε µπορεί να προβληθεί βάσιµα ενώπιόν τους η ένσταση ελλείψεως της δικαιοδοσίας. Ειδικότερα:

1. Αθλητικές Διαφορές

6 Σύµφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του Ν 3057/2002 (ΦΕΚ Α’ 239/10-10-2002), που ισχύει από 10.10.2002 (όπως ορίζεται στο άρθρο 84 του νόμου αυτού), τροποποιήθηκε η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Ν 2725/1999 και ορίζεται, όπως ισχύει έκτοτε, ότι «Οι οικονομικές διαφορές που προκύπτουν από τις συμβάσεις μεταξύ αθλητών ή προπονητών και Αθλητικών Ανωνύμων Εταιριών ή αθλητικών σωματείων που διατηρούν Τμήματα Αμειβομένων Αθλητών, εάν δεν ορίζεται διαφορετικά με ρητό όρο της σχετικής σύμβασης, επιλύονται διαιτητικά από τις επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών», ενώ περαιτέρω με το άρθρο 13 παρ. 3 Ν 3262/2004 (ΦΕΚ Α΄ 173/15-9-2004), που ισχύει από 15.9.2004 (βλ. άρθρο 32 του εν λόγω νόμου) καταργήθηκε η παράγραφος 9 του άρθρου 95 Ν

Σελ. 7

2725/1999. Κατόπιν της ως άνω τροποποίησης και κατάργησης, που επήλθαν στις παραγράφους 1 και 9, αντίστοιχα, του άρθρου 95 Ν 2725/1999, oι οικονομικές διαφορές που προκύπτουν από τις συμβάσεις μεταξύ αθλητών ή των προπονητών και των Α.Α.Ε. ή των αθλητικών σωματείων, που διατηρούν Τ.Α.Α., υπάγονται σε υποχρεωτική διαιτησία και επιλύονται διαιτητικά σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό από τις επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών, που έχουν αρμοδίως, κατά νόμο, από πριν συγκροτηθεί (άρθρο 95 παρ. 3 και 4 Ν 2725/1999, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 Ν 3262/2004), μόνον, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά με ρητό όρο της σχετικής σύμβασης τους, ενώ εάν αντίθετα τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν με ρητό όρο της συμβάσεως τους ορίσει διαφορετικά, τότε δεν είναι υποχρεωτική η υπαγωγή της διαφοράς στην διαιτητική διαδικασία επίλυσης ενώπιον των ως άνω επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών, αλλά ισχύουν τα συμφωνηθέντα με τον σχετικό όρο της συμβάσεώς τους και η διαφορά επιλύεται, όπως έχει οριστεί με τον σχετικό ρητό αυτόν όρο. Αυτές οι επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών εκλαµβάνονται ως όργανα διαρκούς διαιτησίας µε αποτέλεσµα, αν ο αθλητής ή προπονητής προσφύγει απευθείας στα πολιτικά δικαστήρια, να αποκρούεται µε την ένσταση για υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία.

7 Η µάλλον κρατούσα άποψη πάντως στη θεωρία δεν συµµερίζεται την παραπάνω θέση, κάνοντας λόγο για καθιέρωση αναγκαστικής υποχρεωτικής διαιτησίας, ήτοι επιβαλλόµενης διαιτησίας χωρίς συµφωνία των ενδιαφεροµένων µερών για εκούσια υπαγωγή τους σ’ αυτήν, που είναι συνταγµατικά ανεπίτρεπτη, διότι έτσι οι ενδιαφερόµενοι στερούνται άκοντες τον από το νόµο ορισµένο γι’ αυτούς δικαστή (άρθρο 8 του Συντάγµατος).

8 Ως αντεπιχείρηµα προβάλλεται η ανάγκη για ταχεία περάτωση των σχετικών διαφορών. Στην προσπάθεια µάλιστα ανευρέσεως ενός περισσότερο δογµατικού λόγου υπέρ του επιτρεπτού αυτής της µορφής επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών, επιστρατεύθηκε έναντι του άρθρου 8, το άρθρο 16 παρ. 9 του Συντ., ότι ο αθλη-

Σελ. 8

τισµός τελεί υπό την εποπτεία του κράτους. Παράλληλα, έγινε προσπάθεια να ξεπερασθεί το συνταγµατικό εµπόδιο πως πρόκειται για υποχρεωτική διαιτησία µε το επιχείρηµα ότι η, µε τις διατάξεις του Ν 2725/1999 όπως ισχύει σήµερα, υπαγωγή των παραπάνω ιδιωτικών διαφορών στη θεσπιζόµενη διαιτησία δεν είναι στην πραγµατικότητα υποχρεωτική αλλά εκούσια, αφού τα αθλητικά σωµατεία και οι αθλητές, µε τη θέλησή τους υπήχθησαν στις ρυθµίσεις των παραπάνω διατάξεων, µε το να προκρίνουν να ενταχθούν στον επαγγελµατικό αθλητισµό για να λαµβάνουν µέρος στις διοργανώσεις των αγώνων πρωταθλήµατος κ.λπ. δοθέντος ότι, για να ιδρυθεί τµήµα αµειβοµένων αθλητών, απαιτείται απόφαση της γενικής συνελεύσεως των µελών του αθλητικού σωµατείου, λαµβανόµενη µε την παρουσία του ηµίσεως τουλάχιστον των µελών και µε την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.

Από τις διατάξεις του άρθρου 118Α παρ. 4, 5 Ν 2725/1999, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 20 Ν 3479/2006 και ισχύει από τη δημοσίευση του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 152/19.7.2006), οι οποίες δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 25 § 1, 106, άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας με την ίδρυση και λειτουργία εμπορικών εταιρειών, συνάγεται ότι ο νομοθέτης, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 32 του Εμπορικού Νόμου, καθιέρωσε στις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες (και στα άλλα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη), που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, συνευθύνη για τα χρέη των τελευταίων προς τους τρίτους, των φυσικών προσώπων, τα οποία διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις αυτών και συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, των προέδρων των Διοικητικών Συμβουλίων, των Διευθυντών, των διαχειριστών, των Διευθυνόντων Συμβούλων των προσωρινών διοικήσεων που διορίσθηκαν με βάση το άρθρο 69 ΑΚ και κατ’ επέκταση παθητική νομιμοποίηση των τελευταίων για τα προαναφερόμενα χρέη προς τρίτους.

2. Η δικαιοδοτική δραστηριότητα του Μουφτή

9 Στο Μουφτή αναγνωρίζεται από το νόµο και η άσκηση δικαιοδοτικής εξουσίας επί των περιπτώσεων του άρθρου 146 παρ. 8-10 Ν 4964/2022. Η δικαιοδοτική του εξουσία ασκείται εντός της περιφέρειάς του και υφίσταται επί γάµων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), αναζήτησης των γαµήλιων παροχών («νικιάχ»), επιτροπειών, κηδεµονιών, χειραφεσιών ανηλίκων, ισλαµικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον αυτή διέπεται από τον ιερό νόµο. Για το λόγο αυτό, αν Έλληνες µουσουλµάνοι επιλέξουν τον πολιτικό τύπο γάµου, όλα τα ζητήµατα

Σελ. 9

οικογενειακού δικαίου θα διέπονται όχι από τον ιερό Μουσουλµανικό Νόµο, η εφαρµογή του οποίου προϋποθέτει σύναψη έγκυρου θρησκευτικού γάµου κατά τους κανόνες της µουσουλµανικής θρησκείας, αλλά από τις διατάξεις του κοινού δικαίου, υπαγόµενα στη δικαιοδοσία των αρµοδίων τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία του Μουφτή

10 Τα ζητήµατα οικογενειακού και κληρονοµικού δικαίου επί των οποίων δικαιοδοτεί ο Μουφτής ως ιεροδίκης, είναι περιορισµένα και εκ των προτέρων καθορισµένα και δεν επιτρέπεται µε διασταλτική ερµηνεία των σχετικών διατάξεων να επεκταθούν σε συναφείς υποθέσεις ή διαφορές που δεν κατονοµάζονται ρητά στο νόµο.

11 Ο Μουφτής θεωρείται για τους Μουσουλµάνους Έλληνες πολίτες που συγκαταβιούν εντός των ορίων της περιφέρειάς του ο φυσικός τους δικαστής κατά την έννοια του άρθρου 8 του Συντ. παραλλήλως όµως µε τους τακτικούς πολιτικούς δικαστές. Εποµένως δεν αποκρούεται βάσιµα µε την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας Μουσουλµάνα Ελληνίδα που προσέφυγε για την επιδίκαση διατροφής λόγω λύσεως του γάµου εξ υπαιτιότητος του ανδρός στο αρµόδιο κατά τόπο Μονοµελές Πρωτοδικείο αντί του κατά τόπο αρµοδίου Μουφτή.

Πάντως, στην περίπτωση που έχει εισαχθεί στο δικαστήριο προς εκδίκαση διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή ακινήτων, μεταξύ διαδίκων που είναι Έλληνες υπήκοοι και Μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και έχει καταχθεί στην δίκη ως κύριο ζήτημα το δικαίωμα συγκυριότητας του ενάγοντος επί των επιδίκων αστικών ακινήτων, που είναι καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), το παρεμπίπτον ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής, στην οποία στηρίζεται το δικαίωμα αυτό του ενάγοντος, καίτοι εκφεύγει της δικαιοδοσίας του, είχε εξουσία το δικαστήριο να το εξετάσει παρεμπιπτόντως.

3. Η πολιτική αγωγή

12 Δυνάμει του άρθρου 63 του Νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (βλ. 4620/2019) οι δικαιούμενοι κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακό-

Σελ. 10

μη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Κατόπιν της εν λόγω τροποποίησης καταργήθηκε η δυνατότητα του ποινικού δικαστηρίου να ασκήσει αστική δικαιοδοσία, εφόσον γίνει νοµότυπα και εµπρόθεσµα και σύµφωνα µε τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώπιον εκκρεµούς ποινικής διαδικασίας, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής σύµφωνα µε τα άρθρα 63 επ. του προϊσχύσαντος Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας. Με το ισχύον, δηλαδή, καθεστώς μετά την ισχύ του Ν 4620/2019, ο παλαιός θεσμός του “πολιτικώς ενάγοντος”, ως διαδίκου της επ’ ακροατηρίω ποινικής διαδικασίας, αντικαταστάθηκε με τον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Ο θιγόμενος δηλαδή πλέον παρίσταται μόνο για να εκφράσει τα επιχειρήματά του προς υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα προβολής της αστικής αξιώσεώς του. Εξακολουθεί, πάντως, κατά τον ΚΠΔ να επιτρέπεται η παραίτηση από τη πολιτική αγωγή, αλλά μόνο με ρητή δήλωση και τήρηση των διατυπώσεων των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 ΚΠΔ .

4. Υπαγωγή διαφοράς στη διαιτησία

13 Όταν τα µέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείµενο µιας ιδιωτικού δικαίου διαφοράς, µπορούν να αποκλείσουν µε συµφωνία τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και να υπαγάγουν τη διαφορά στη διαιτησία. Η παραπάνω συµφωνία κινείται εντός συνταγµατικού πλαισίου καθώς σύµφωνα µε το άρθρο 8 του Συντ. εκούσια υπάρχει η δυνατότητα αποστερήσεως του φυσικού-νόµιµου δικαστή. Σε κάθε περίπτωση είναι ανεπίτρεπτη µε διάταξη νόµου η υπαγωγή κατηγορίας διαφορών σε υποχρεωτική διαιτησία εκτός από δύο περιπτώσεις που το ίδιο το Σύνταγµα επιτρέπει: Την υποχρεωτική διαιτησία επί συλλογικών διαφορών εργασίας (αρθρο 23 παρ. 2 Συντ. και άρθρο 14 Ν 1876/1990) και τη δι-

Σελ. 11

αιτησία που σχετίζεται µε τις επενδύσεις και την προστασία κεφαλαίων του εξωτερικού (άρθρο 107 Συντ. και άρθρο 12 Ν 2687/1953).

14 Η υπαγωγή µιας διαφοράς σε επιτρεπόµενη διαιτησία σηµαίνει αποκλεισµό της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Κατ’ αντίθεση όµως µε τις λοιπές περιπτώσεις έλλειψης δικαιοδοσίας, το πολιτικό δικαστήριο δεν µπορεί να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως γι’ αυτό ούτε του δίνεται η δυνατότητα να απορρίψει την αγωγή σύµφωνα µε το άρθρο 4 ΚΠολΔ: Εφόσον ο εναγόµενος προτείνει έγκαιρα (βλ. 263 ΚΠολΔ) τη σχετική ένσταση ότι η επίδικη διαφορά έγκυρα έχει υπαχθεί στη διαιτησία, το δικαστήριο εφόσον κρίνει βάσιµο τον ισχυρισµό, υποχρεούται να παραπέµψει µε απόφασή του την υπόθεση στη διαιτησία (βλ. 264 ΚΠολΔ).

Β. Ύπαρξη διοικητικής διαφοράς

15 Η διαπίστωση ότι η επίδικη διαφορά είναι διοικητική και όχι ιδιωτική αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία απορρίψεως µιας αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας από τα πολιτικά δικαστήρια. Οι διαδεδοµένοι ορισµοί περί του τι συνιστά ιδιωτική διαφορά και τι διοικητική δεν µπόρεσαν να απεµπλέξουν τη διαπλοκή µεταξύ ιδιωτικών και δηµοσίου δικαίου σχέσεων. Με δεδοµένο ότι ούτε το Σύνταγµα αποσαφηνίζει τις σχετικές έννοιες, η επιστήµη και η νοµολογία, µέσα από έντονες αλλά ιδιαίτερα γόνιµες διαφωνίες, έχουν, µε κάποιες ελαφρές αποκλίσεις, καταλήξει στο εξής σχήµα: Ότι βασικό κριτήριο διακρίσεως της δικαιοδοσίας των πολιτικών από τα διοικητικά δικαστήρια είναι κατά πρώτον το οργανικό κριτήριο και επικουρικά, επί καταφάσεώς του, το λειτουργικό κριτήριο ή κατά περίπτωση, η υποκείµενη αιτία, άλλως η φύση της καταγόµενης στη δίκη απαιτήσεως. Διοικητική διαφορά και κατ’ επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όταν συνδυαστούν αυτά τα κριτήρια κατά τέτοιον τρόπο ώστε, αφενός το σχετικό ένδικο βοήθηµα να στρέφεται κατά του Δηµόσιου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ και αφετέρου η φύση του δικαιώµατος ή της απαιτήσεως που κατάγεται στη δίκη να ανήκει στην ύλη του δηµοσίου δικαίου (λ.χ. φόροι). Αλλά τα κριτήρια που χρησιµοποιούνται για την ανίχνευση της φύσης της διαφοράς, δεν είναι πάντοτε ενιαία και σαφή, ώστε για την επίλυση ορισµένων, αρκετών σε όγκο, διαφορών να παρίσταται ανάγκη αναγωγής στην περιπτωσιολογία. Πιο αναλυτικά:

1. Επί υπαλληλικών διαφορών

16 1. Οι υπαλληλικές σχέσεις ανάµεσα στο δηµόσιο και τους εργαζοµένους του δεν είναι εξορισµού σχέσεις απόλυτα υπαγόµενες στις αρχές και τους κανόνες του διοικητικού δικαίου. Η διείσδυση των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου, ικανοποιώντας το αίτηµα εισαγωγής του στοιχείου της ελαστικότητας και της ευελιξίας για ορισµένες από τις σχέσεις αυτές, βρίσκει έρεισµα σε ανώτατο νοµοθετικό επίπεδο: Το ίδιο το Σύνταγµα επιτρέπει εξαιρετικά χωρίς να υπάρχει οργανική θέση την πρόσληψη στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ προσωπικού µε εξειδικευµένη αποστολή ή για

Σελ. 12

την κάλυψη εκτάκτων αναγκών (103 παρ. 2 Συντ.). Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού γίνεται µε σύµβαση ιδιωτικού δικαίου, δεδοµένου ότι οι ανωτέρω κρατικοί φορείς ενεργούν ως ιδιώτες-εργοδότες. Το βασικό οργανωτικό σχήµα του Συντάγµατος ακολούθησαν διάφοροι µεταγενέστεροι νόµοι, προβλέποντας, grosso modo, κάλυψη οργανικών ή µη θέσεων του στενού δηµόσιου τοµέα µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

17 Η έντονη ανάµειξη του ιδιωτικού δικαίου δηµιουργεί σηµαντικές επιπτώσεις στα θέµατα δικαιοδοσίας των δικαστηρίων για την επίλυση των διαφορών που δηµιουργούνται εξ αφορµής αυτού του είδους της υπαλληλικής σχέσης. Διότι ερευνώντας τις κατ’ ιδίαν διαφορές που ανακύπτουν, διαπιστώνεται ότι κάποιες από τις πράξεις του δηµοσίου τεχνηέντως φέρονται ενδεδυµένες µε τον ιδιωτικό µανδύα ενώ κατ’ ουσίαν αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση δηµοσίου σκοπού θίγοντας δικαιώµατα και συµφέροντα του πολίτη. Έτσι νοµολογιακά καταβλήθηκε προσπάθεια αποκάλυψης του χαρακτήρα της διαφοράς ως µέσο καταµερισµού της δικαιοδοσίας µε κριτήριο το πόσο εντονότερη είναι η συµβολή του εφαρµοστέου δικαίου, δηµόσιου ή ιδιωτικού, στην επίλυση της επίδικης υπαλληλικής διαφοράς. Διαφορετική αντιµετώπιση, µε ελάχιστες εξαιρέσεις, επεφύλαξε πάντως η νοµολογία των δικαστηρίων για τις ανάλογες διαφορές που προκύπτουν από πράξεις των διοικούντων οργάνων νοµικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, θεωρώντας επαρκές το οργανικό κριτήριο για να τις χαρακτηρίσει ως ιδιωτικές.

18 2. Ειδικότερα: Για τις διαφορές από σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζοµένων σε ΝΠΔΔ και ΟΤΑ η τάση είναι να χαρακτηρίζονται ως ιδιωτικές και να επιλύονται ως εκ τούτου από τα πολιτικά δικαστήρια. Έτσι διαφορές από την πρόσληψη, την υπηρεσιακή κατάσταση, τις αποδοχές ή άλλες παροχές, χορήγηση επιδοµάτων, απόλυση ή καταγγελία του ανωτέρω προσωπικού υπάγονται κατά κανόνα στα πολιτικά δικαστήρια. Με το σκεπτικό αυτό απερρίφθη ως αβάσιµη η ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων σε αγωγή µε την

Σελ. 13

οποία ο ενάγων επικαλούµενος τη σύναψη συµβάσεων εξαρτηµένης εργασίας µε εργοδότη Ν.Π.Δ.Δ. δυνάµει των οποίων κάθε έτος παρείχε τις υπηρεσίες του σ’ αυτό ως διοικητικός υπάλληλος µε πλήρες ωράριο δηµοσίου υπαλλήλου καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται εξ’ αρχής µε αυτό µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ άρθρα 5 και 11 του ΠΔ 164/2004. Και επρόκειτο πράγµατι για διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδοµένου ότι η εργασιακή σύµβαση από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις του ενάγοντος, ρυθµίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η διαφορά η οποία έχει ως αίτηµα την αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νοµικού χαρακτηρισµού της σύµβασης λόγω συνδροµής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, εφόσον έχουν ως βάση την παροχή του µισθωτού σε οργανική θέση µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εισάγουν ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Μόνη δε η προβλεπόµενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1, 2, 3 του ΠΔ 164/2004 αρµοδιότητα του οικείου φορέα να διαπιστώσει τη συνδροµή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόµου, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συµβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν τη σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα µπορούσε υπό ορισµένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς.

19 Όταν όµως έχει ακολουθηθεί ειδική διοικητική διαδικασία για την πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού, δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά δικαστήρια, διότι η βαθύτερη αιτία της πράξεως αναζητείται στο διοικητικό δίκαιο και στην εξυπηρέτηση δηµόσιου σκοπού. Ως διοικητικές αντιµετωπίζονται κατά κανόνα οι σχετικές µε

Σελ. 14

τη µεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης του ανωτέρω προσωπικού, διαφορές. Αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισµό τους είναι το γεγονός ότι η σχετική νοµοθεσία για τη διενέργεια των υπηρεσιακών µεταβολών του προσωπικού αυτής της κατηγορίας (Ν 993/1979 όπως κωδικοποιήθηκε µε το ΠΔ 410/1988 άρθρα 27-36) δεν διαφέρει ουσιωδώς από την προβλεπόµενη αντίστοιχη νοµοθεσία που περιλαµβάνεται στον Υπαλληλικό Κώδικα. Αντίστοιχα ισχύουν για τη λύση της εργασιακής σχέσης του απασχολούµενου µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας προσωπικού του δηµοσίου, εφόσον για την έκδοση των σχετικών πράξεων ακολουθήθηκε ειδική διοικητική διαδικασία. Γίνεται πάντως δεκτό ότι τα πολιτικά δικαστήρια, και αν ακόµα η λύση της σύµβασης ανατέθηκε σε διοικητικό όργανο, έχουν την εξουσία να επιληφθούν της υποθέσεως, καθώς η διαφορά που προκαλείται από τη διοικητική δράση έχει γίνει κατ’ εφαρµογή της εργατικής νοµοθεσίας. Σε αυτή την περίπτωση όµως ο παρεµπίπτων έλεγχος δεν µπορεί να καταλάβει την ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου αλλά µόνο το αν αυτό ενήργησε κατά τους νόµιµους τύπους και µέσα στα όρια της διαγραφόµενης από το νόµο εξουσίας του.

20 Η ίδια διάκριση πρέπει να ακολουθείται και να αναζητείται η βαθύτερη αιτία της πράξεως ακόµη και όταν ισχύει η περίπτωση από το άρθρο 1 Ι γ Ν 702/1977 ή του άρθρου 1 ΙΙ θ του Ν 1406/1983, που προβλέπουν ρητά δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων για διαφορές σχετικές µε την πρόσληψη, την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση και τις αποδοχές του εν λόγω προσωπικού του δηµοσίου κ.λπ. Διότι σύµφωνα µε τη συνταγµατική πρόβλεψη των γενικών ρητρών του Συντάγµατος για

Σελ. 15

τη δικαιοδοσία των διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων (αρθρ. 94 παρ. 1 και 3, 95 παρ. 1 του Συντ.) η εξουσία για τον χαρακτηρισµό µιας διαφοράς, ως ιδιωτικής ή διοικητικής, δεν ανήκει στον κοινό νοµοθέτη αλλά στα ίδια τα δικαστήρια. Προς την κατεύθυνση αυτή, ήδη µε απόφασή του το ΑΕΔ έκρινε ότι η κατά το άρθρο 1 περ. θ’ του Ν 1406/1983 δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για τις διαφορές από κάθε είδους αποδοχές του παραπάνω προσωπικού προϋποθέτει ότι το προσωπικό αυτό συνδέεται µε το δηµόσιο µε σχέση δηµοσίου δικαίου. Σε διαφορετική περίπτωση, αν η ένδικη διαφορά ανέκυψε λόγω σύµβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου έστω και αορίστου χρόνου, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια.

Σελ. 16

21 3. Με βάση την ίδια νοµολογιακή γραµµή του ΑΕΔ, διαφορές από τον αδικαιολόγητο πλουτισµό του Δηµοσίου κ.λπ. υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αν ο λόγος του πλουτισµού προκύπτει από σχέση ιδιωτικού δικαίου και δη συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ως ιδιωτική διαφορά πρέπει να αντιµετωπιστεί και η αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισµό λόγω άκυρης σύµβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οπότε το ΝΠΔΔ ή ο ΟΤΑ οφείλει να αποδώσει στον υπάλληλο ό,τι θα είχε καταβάλει σε άλλον εγκύρως προσλαµβανόµενο υπάλληλο στην οικεία θέση που θα είχε προσφέρει τις αυτές υπηρεσίες. Στα πολιτικά δικαστήρια επίσης υπάγονται µε την ίδια θεµελίωση και οι διαφορές από παρανοµία που συντελέσθηκε µέσα στο πλαίσιο ή έχει ως υπόβαθρο τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που συνδέει το νοµικό πρόσωπο µε τον ζηµιωθέντα εργαζόµενο, παρά και τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η’ του Ν 1406/1983, µε την οποία ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων περιλαµβάνονται και αυτές που αφορούν ευθύνη του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, σύµφωνα µε τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και για την εκδίκαση διαφορών σχετικών µε τις αποδοχές του άνω προσωπικού που δεν ρυθµίζονται από διατάξεις µε κανονιστικό περιε-

Σελ. 17

χόµενα (όπως λ.χ. νόµο) αλλά µε συλλογική σύµβαση εργασίας ή απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου.

22 4. Όπως έχει ήδη ακροθιγώς γίνει λόγος, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εµπίπτουν όλες οι διαφορές που προέρχονται από πράξεις διορισµού ή απολύσεως οργάνων ΝΠΙΔ του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα καθώς και εκείνες που αφορούν στην πρόσληψη, επαναπρόσληψη ή στην εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού τους. Εξαίρεση και εφαρµογή των κανόνων του διοικητικού δικαίου γίνεται δεκτή σε εµφανείς περιπτώσεις, όπου η ακολουθούµενη συµπεριφορά των οργάνων ΝΠΙΔ του δηµοσίου δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από αυτήν που επιδεικνύουν τα ΝΠΔΔ όταν προβαίνουν στις ανάλογες πράξεις όπως και όταν συντρέχουν λόγοι έντονου δηµοσίου συµφέροντος. Κρίθηκε επί πα-

Σελ. 18

ραδείγµατι ότι όταν η πρόσληψη προσωπικού στα ΝΠΙΔ του δηµοσίου γίνεται µε το καθεστώς των µορίων, οι σχετικές πράξεις είναι διοικητικές, διότι οι συντασσόµενοι πινάκες των προσληπτέων κάθε κατηγορίας και υπηρεσίας δεν αποτελούν απλή σώρευση χωριστών και ανεξάρτητων ατοµικών πράξεων, αλλά σύνολο αλληλεξαρτώµενων πράξεων, δεδοµένου ότι η σειρά της εγγραφής καθορίζεται µε κοινά κριτήρια. Διοικητική διαφορά υπαγόµενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων προκαλείται και από πράξεις διοικητικών οργάνων που αφορούν σε αναγκαστικές τοποθετήσεις µειονεκτούντων γενικά ατόµων είτε σε ΝΠΔΔ είτε σε ΝΠΙΔ του δηµοσίου. Η κατά τρόπο ενιαίο ρύθµιση του θέµατος επιβάλλεται και κατά το περιεχόµενο και κατά τη διαδικασία από λόγους κοινωνικής προστασίας. Τέλος, εάν ανέκυψε διαφορά προς καταβολή αποζημίωσης για παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) οργάνων του Δημοσίου, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία από τη μη καταβολή αποδοχών ή άλλων παροχών σε πρόσωπο συνδεόμενο με το Δημόσιο κ.λπ. με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (λ.χ. με την παράλειψη έκδοσης της αναγκαίας προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή με την έκδοση αυτής με μη σύννομο περιεχόμενο), οπότε η επικαλούμενη παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή έργου, η ούτω προκύψασα διαφορά συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εάν, αντιθέτως, η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα (εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης), η οποία έχει νομοθετηθεί κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος [και μάλιστα στο πλαίσιο νομοθέτησης δέσμης μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα], οι προκύπτουσες διαφορές από τη μη καταβολή της παροχής αυτής, είτε στηρίζονται απ’ ευθείας στις διατάξεις του νόμου που την προβλέπουν, είτε αφορούν την καταβολή αποζημίωσης από παράνομη παράλειψη των οργάνων της Διοίκησης να προβούν στην έκδοση της τυχόν αναγκαίας εκτελεστής διοικητικής πράξης για την καταβολή αυτής, συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

2. Διαφορές από διοικητικές συµβάσεις

23 1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1406/1983 που ορίζει ότι υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή και μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 1 παρ. 2 περ. ι’ του Ν 1406/1983 µεταφέρθηκαν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ως διοικητικές διαφορές ουσίας, και όσες αναφύονται

Σελ. 19

κατά την εφαρµογή της νοµοθεσίας που αφορά στις διοικητικές συµβάσεις, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται. Ειδικότερα από τις 11.6.1985 και εφεξής οι εν λόγω διαφορές δικάζονται από τα Διοικητικά Εφετεία.

Προϊσχύσαν Νομοθετικό καθεστώς:

24 Τα ζητήματα δικαιοδοσίας είχαν ως αιτία το γεγονός ότι το Δηµόσιο έχει την ικανότητα σύναψης όχι µόνο διοικητικών αλλά και καθαρά ιδιωτικών συµβάσεων. Ως εκ τούτου, αν η διαφορά ανέκυπτε στο πλαίσιο λειτουργίας σύµβασης ιδιωτικού δικαίου, δικαιοδοσία για να την εκδικάσουν θεωρείτο ότι είχαν τα πολιτικά δικαστήρια, χωρίς να ενδιαφέρει το ότι στην κατάρτιση της σύµβασης µετείχε το Δηµόσιο. Κρίσιµη εποµένως απέβαινε η οριοθέτηση των διοικητικών συµβάσεων από τις συµβάσεις ιδιωτικού δικαίου.

Ειδικότερα, μία σύμβαση έχει τον χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης, αν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: 1) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), , 2) με τη σύναψη της σύμβασης επι-

Σελ. 20

διώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, δημοτικό κ.λπ. σκοπό και 3) το Ελληνικό Δημόσιο, ο ΟΤΑ ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Αν δεν προκύπτει από συµβατικές ρήτρες υπερκείµενης εξουσίας βουλήσεως η φύση του συµβατικού δεσµού ως νοµική σχέση εξουσιαστική, τότε ακόµη κι αν η σύµβαση υπηρετεί δηµόσιο σκοπό, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι σχετικές µε αυτή διαφορές, με βάση το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, επιλύονταν από τα πολιτικά δικαστήρια. Από την άλλη, η απουσία τέτοιων ρητρών κρίθηκε επαρκής για να θεµελιώσει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων επί παραδείγµατι, σε διαφορές που προέκυψαν κατά την κατάρτιση ή την εκτέλεση σύµβασης, έστω και αν στηρίζονται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισµού. Είχε δε κριθεί ότι η επίκληση στην απόφαση ανάθεσης ή στη σύµβαση, κατά γενικό τρόπο, των διατάξεων των εκάστοτε εφαρµοζοµένων νόµων δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η σύµβαση διέπεται από διατάξεις των νοµοθετηµάτων αυτών. Εξάλλου, κατά την έννοια του ίδιου ως άνω

Σελ. 21

άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, του ΟΤΑ ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό και από την οποία αναφύεται, αποτελεί σχέση δημοσίου δικαίου, όπως αυτή που προέρχεται από διοικητική σύμβαση. Αντίθετα με τα ανωτέρω, συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα ως άνω τρία γνωρίσματα είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είτε ερείδονται στην ίδια τη σύμβαση, με την οποία τα συμβατικά μέρη υπήγαναν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου προβλέποντας ρήτρες σαφείς και υποχρεωτικές, είτε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, του ΟΤΑ ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο, τον ΟΤΑ ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, αλλά σχέση ιδιωτικού δικαίου. Με άλλα λόγια, ο χαρακτήρας της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικής ήταν κατά το προϊσχύσαν καθεστώς κρίσιμος για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας, δοθέντος ότι στην πρώτη περίπτωση για όλες τις διαφορές που αναφύονται επ’ αφορμή και στα πλαίσια της διοικητικής σύμβασης, ανεξαρτήτως της νομικής τους θεμελίωσης, δημιουργείτο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, της ιδιωτικής δηλαδή σύμβασης, δημιουργείτο για τις ίδιες διαφορές, επίσης ανεξαρτήτως της νομικής τους θεμελίωσης, ακόμα, δηλαδή, και αν αυτές θεμελιώνονταν στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αν οι συμβάσεις που συνάπτονταν με δημόσιες ή δημοτικές επιχειρήσεις ή ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ χαρακτηρίζονταν ως ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, τότε και οι διαφορές που αναφύονταν κατά το στάδιο εκτέλεσής τους, υπάγονταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων. Σε περίπτωση, πάντως, που υπήρχε αµφιβολία ως προς το περιεχόµενο της σύµβασης µε αποτέλεσµα να υπάρχει αδυναµία διάγνωσης σχετικά µε το αν αυτή διέπεται από εξαιρετικό υπέρ του Δηµοσίου νοµοθετικό ή συµβατικό καθεστώς, τότε αρµόδια θεωρούνταν τα πολιτικά δικαστήρια.

Back to Top