ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Βασικές έννοιες και ρυθμιστικό πλαίσιο

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 13.15€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 33,15 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21163
Μωραΐτη Αθ.
Σιούτη Γ.
  • Έκδοση: 2025
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 240
  • ISBN: 978-618-08-0622-9

Πώς διαμορφώνεται το ευρωπαϊκό δίκαιο ενέργειας στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης και της ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας; Ποιες είναι οι νομικές βάσεις, οι θεσμοί και οι μηχανισμοί που ρυθμίζουν την ενιαία αγορά ενέργειας; Πώς συνδέονται οι εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές της ΕΕ στον τομέα της ενέργειας;

 

Το βιβλίο «Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ενέργειας» προσφέρει μια συστηματική, επικαιροποιημένη και κριτική προσέγγιση στο πεδίο αυτό, αναλύοντας βασικές έννοιες, πηγές και θεσμικά όργανα, καθώς και τη ρυθμιστική αρχιτεκτονική που στηρίζει τη λειτουργία και την ολοκλήρωση των ενεργειακών αγορών της Ένωσης. Εξετάζονται επίσης οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις, η ενεργειακή φτώχεια, οι κοινότητες ενέργειας και η δίκαιη μετάβαση, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διεθνοποίηση της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και στις σχέσεις με τρίτες χώρες.

 

Απευθύνεται σε νομικούς, φοιτητές, ερευνητές, δημόσιους λειτουργούς και επαγγελματίες του ενεργειακού κλάδου που αναζητούν ένα τεκμηριωμένο και πρακτικά χρήσιμο εργαλείο κατανόησης και εφαρμογής του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου στον τομέα της ενέργειας.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ V

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Το δίκαιο της ενέργειας

1.1 Εισαγωγή – Μορφές ενέργειας 5

1.2 Βασικά στοιχεία του δικαίου ενέργειας 9

1.3 Η ενωσιακή ενεργειακή νομοθεσία και πολιτική 15

1.4 Η διεθνής θέση του δικαίου και της πολιτικής ενέργειας 23

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Οι πηγές του δικαίου ενέργειας

2.1 Διεθνείς πηγές 29

2.2 Στοιχεία διεθνούς δικαίου στον τομέα της ενέργειας 31

α. Διεθνές οικονομικό δίκαιο και ασφάλεια εφοδιασμού 33

β. Διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο και αειφορία 43

γ. Ενέργεια και διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα 45

2.3 Ευρωπαϊκές πηγές 49

α. Η αρχική τομεακή προσέγγιση: οι συνθήκες «ΕΚΑΧ» και «ΕΚΑΕ» 49

β. Η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα Ενέργειας 51

γ. Τα όρια της αρμοδιότητας της Ένωσης 58

δ. Η άσκηση της αρμοδιότητας της Ένωσης 61

i. Άσκηση αρμοδιοτήτων βάσει του άρθρου 194 ΣΛΕΕ - Δευτερογενής νομοθεσία 61

ii. Συναφείς πολιτικές 69

2.4 Εθνικές πηγές 77

α. Συνταγματικές πηγές 77

β. Νομικές και ρυθμιστικές πηγές 78

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Οι φορείς του δικαίου ενέργειας

3.1. Θεσμικοί φορείς 81

α. Ο ρόλος του Κράτους 81

β. Τα Υπουργεία 81

γ. Οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές 82

δ. Οι ευρωπαϊκοί φορείς (ACER, ENTSO-E, ENTSO-G) 84

3.2 Οι κοινωνικο - οικονομικοί φορείς 88

α. Οι ενεργειακές κοινότητες 89

β. Οι καταναλωτές και τα δικαιώματά τους 98

γ. Οι ευάλωτοι καταναλωτές 101

δ. Ενεργειακή φτώχεια 102

ε. Προμηθευτής Τελευταίου Καταφυγίου 105

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η εξέλιξη των ενεργειακών αγορών της ΕΕ

4.1 Η έννοια της «αγοράς ενέργειας» και τα χαρακτηριστικά των ενεργειακών προϊόντων 108

4.2 Η πορεία προς την απελευθέρωση της ενεργειακής αγοράς 114

4.3 Προβλήματα που συνεπάγεται η ενοποίηση των αγορών ενέργειας στην ΕΕ 119

α. Ο ευαίσθητος χαρακτήρας της ενέργειας και η έλλειψη κοινού εδάφους 119

β. Έλλειψη κατάλληλων υποδομών 124

4.4 Βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ανταγωνιστικών αγορών ενέργειας 128

4.5 Η ολοκλήρωση της αγοράς και η ρυθμιστική προσέγγιση της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας στην ΕΕ 131

4.5.1 Οι δέσμες οδηγιών για την αναδιάρθρωση της αγοράς σε επίπεδο ΕΕ 134

α. Η πρώτη δέσμη οδηγιών για την ηλεκτρική ενέργεια 135

β. Η πρώτη δέσμη οδηγιών για το φυσικό αέριο 141

γ. Η δεύτερη δέσμη οδηγιών για την ηλεκτρική ενέργεια 145

δ. Η δεύτερη δέσμη οδηγιών για το φυσικό αέριο 148

ε. Η τρίτη δέσμη οδηγιών για την εσωτερική αγορά ενέργειας 151

στ. Η τέταρτη δέσμη οδηγιών για την Ενέργεια 163

ζ. Η δέσμη οδηγιών για την ενέργεια (Fit For 55) 176

4.6 Ο ανταγωνισμός ως παράμετρος απελευθέρωσης 177

α. Έλεγχος συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων 180

β. Καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά (άρθρο 102 ΣΛΕΕ) 181

γ. Απαγόρευση ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ 183

δ. Δημόσιες υπηρεσίες, υπηρεσίες γενικού συμφέροντος και υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος 186

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ζητήματα δικαίου ενέργειας και πολιτικές

5.1 Η Δίκαιη Μετάβαση 193

5.2 Η ενεργειακή ασφάλεια 195

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Οι εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ για την ενέργεια

6.1 Η θεσμική θεμελίωση της ενεργειακής πολιτικής και η εξωτερική της διάσταση 205

6.2 Η εξωτερική ενεργειακή πολιτική: «εξωτερικευμένες» εσωτερικές πολιτικές 208

6.3 Το καθήκον των κρατών–μελών να συνεργαστούν στην ενέργεια 212

6.4 Συμφωνίες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών για την Ενέργεια 216

α. Η σχέση με τη Ρωσία: από στρατηγική εταιρική σχέση σε ενεργειακή εξάρτηση 216

β. Η Ενεργειακή Κοινότητα: εξαγωγή του ευρωπαϊκού κεκτημένου στα Δυτικά Βαλκάνια 217

γ. Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής 217

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ 221

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΘΕΜΑΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ 227

Σελ. 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ενέργεια αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για την ανθρώπινη δραστηριότητα και την κάλυψη τόσο των οικιακών όσο και των οικονομικών αναγκών. Από την αρχαιότητα, ο άνθρωπος επιδίωξε να αξιοποιήσει τις διαθέσιμες φυσικές πηγές ενέργειας, βελτιώνοντας έτσι την καθημερινότητά του και ενισχύοντας την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του.

Η ανακάλυψη της φωτιάς αποτέλεσε σταθμό στην ανθρώπινη ιστορία, καθώς επέτρεψε τη χρήση του ξύλου για φωτισμό, θέρμανση και μαγειρική. Στη συνέχεια, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως ο άνεμος και το νερό, αξιοποιήθηκαν μέσω ανεμόμυλων και νερόμυλων. Η εκμετάλλευση του άνθρακα τον 18ο αιώνα οδήγησε στη βιομηχανική επανάσταση, ενώ η αξιοποίηση του πετρελαίου και η ανάπτυξη του ηλεκτρισμού τον 19ο αιώνα σηματοδότησαν τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Η πρόσβαση στη σύγχρονη ενέργεια αποτέλεσε κινητήριο δύναμη για την οικονομική πρόοδο, την κοινωνική εξέλιξη και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Σήμερα, η κατανάλωση ενέργειας έχει αυξηθεί ραγδαία, με αποτέλεσμα την εξάντληση των ορυκτών καυσίμων μέσα σε λίγες δεκαετίες, κάτι που δεν είχε παρατηρηθεί σε προηγούμενες εποχές. Αυτή η ενεργειακή εξάρτηση έχει επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις, με σημαντικότερη την κλιματική κρίση, η οποία απαιτεί άμεσες δράσεις και παρεμβάσεις για την αντιμετώπισή της.

Η κλιματική αλλαγή έχει ήδη ορατές συνέπειες τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και παγκοσμίως, προκαλώντας φαινόμενα όπως η απώλεια βιοποικιλότητας, οι πυρκαγιές, η μείωση των γεωργικών αποδόσεων και η αύξηση των θερ-

Σελ. 2

μοκρασιών, με άμεσες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Οι καύσωνες, για παράδειγμα, συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή. Παρά τη μείωση του ποσοστού της στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, η ΕΕ διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Το 2019, η ΕΕ ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη πηγή εκπομπής αερίων θερμοκηπίου παγκοσμίως, μετά την Κίνα, τις ΗΠΑ και την Ινδία, με το μερίδιό της να έχει μειωθεί από 15,2% το 1990 σε 7,3% το 2019.

Σε διεθνές επίπεδο, η Διάσκεψη των Μερών της Σύμβασης-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα (UNFCCC), γνωστή ως Διάσκεψη Κορυφής του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (COP), αποτελεί το ετήσιο φόρουμ όπου κυβερνητικοί εκπρόσωποι διαπραγματεύονται δεσμεύσεις και μέτρα για την κλιματική προστασία.

Η ανάγκη εξισορρόπησης της αυξανόμενης ενεργειακής ζήτησης, της δημογραφικής ανάπτυξης και των περιβαλλοντικών ανησυχιών απαιτεί αναθεώρηση του ενεργειακού μοντέλου. Η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά πλέον μόνο την τεχνολογική εξέλιξη, αλλά εστιάζει στη διατήρηση της ευημερίας και της βιώσιμης ανάπτυξης, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των φυσικών πόρων. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη ανασχεδιασμού ενός συστήματος που εξαρτάται από περιορισμένους ενεργειακούς πόρους και επιβαρύνεται από την κλιματική κρίση και την αύξηση του ενεργειακού κόστους.

Ο στόχος είναι η εφαρμογή ενός νέου ενεργειακού μοντέλου, το οποίο θα έχει βαθύτερες επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας και στην καθημερινή ζωή, ξεπερνώντας τις αλλαγές που έφεραν οι προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις. Η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο η αξιοποίηση της ενέργειας για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και της ποιότητας ζωής, αλλά η διαμόρφωση ενός πλαισίου που διασφαλίζει τη βιώσιμη ικανοποίηση των ενεργειακών αναγκών, χωρίς να υποθηκεύει το μέλλον των επόμενων γενεών.

Με άλλα λόγια, η προτεραιότητα δεν είναι η βελτίωση της απόδοσης του υφιστάμενου συστήματος, αλλά η συνολική αναδιάρθρωσή του, ώστε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που θέτει η κλιματική αλλαγή, η εξάντληση των ορυκτών καυσίμων και το αυξανόμενο κόστος της ενέργειας. Αυτή η μετάβαση, αν

Σελ. 3

και ιδιαίτερα απαιτητική, βρίσκεται στο επίκεντρο των σύγχρονων ενεργειακών συζητήσεων, τόσο στον τομέα της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, που αναζητά τις λύσεις του μέλλοντος, όσο και στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, με το δίκαιο της ενέργειας να διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διαμόρφωση του νέου πλαισίου.

Το δίκαιο της ενέργειας ρυθμίζει όχι μόνο την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση ενέργειας, αλλά και τις σχέσεις μεταξύ κρατικών και ιδιωτικών φορέων, καθώς και τη διεθνή συνεργασία στον τομέα της ενέργειας. Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να αναδείξει τις βασικές αρχές, τις ρυθμιστικές δομές και τις πολιτικές που καθορίζουν το πεδίο του δικαίου της ενέργειας, σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο.

Στο πρώτο κεφάλαιο, παρουσιάζονται οι θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της ενέργειας, οι μορφές ενέργειας και οι κύριες νομικές διαστάσεις του πεδίου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη νομοθεσία και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αυτές διαμορφώνουν την εθνική νομική πραγματικότητα. Επιπλέον, αναλύεται η διεθνής διάσταση του ενεργειακού δικαίου, με αναφορές σε πολυμερείς συμφωνίες και διεθνείς θεσμούς.

Στη συνέχεια, το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στις πηγές του ενεργειακού δικαίου. Εξετάζονται οι διεθνείς, ευρωπαϊκές και εθνικές νομικές πηγές, καθώς και το πώς αυτές επηρεάζουν τη διαμόρφωση των ενεργειακών πολιτικών. Αναλύονται ζητήματα όπως η ασφάλεια εφοδιασμού, η αειφορία και η σχέση του ενεργειακού δικαίου με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με τους φορείς του ενεργειακού δικαίου, τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Παρουσιάζονται οι ρόλοι του κράτους, των υπουργείων και των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και των διαχειριστών ενεργειακών συστημάτων, των ενεργειακών κοινοτήτων και των καταναλωτών.

Η εξέλιξη των ενεργειακών αγορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί το αντικείμενο του τέταρτου κεφαλαίου. Διερευνώνται οι διαδικασίες απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας, οι προκλήσεις της ενοποίησης των αγορών και οι στρατηγικές επιλογές των κρατών-μελών της ΕΕ. Παρουσιάζονται οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις και οι περιορισμοί που επιβάλλονται για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας και της ενεργειακής ασφάλειας.

Το πέμπτο κεφάλαιο παρουσιάζει δύο κεντρικές διαστάσεις της σημερινής ενεργειακής πολιτικής: τη Δίκαιη Μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα και την ενεργειακή ασφάλεια. Η αλληλεπίδραση των δύο αυτών στόχων συχνά προκαλεί εντάσεις, αλλά ταυτόχρονα καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ σχεδιάζει και υλοποιεί τις πολιτικές της.

Σελ. 4

Τέλος, το Έκτο Κεφάλαιο πραγματεύεται τη διεθνή διάσταση της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης. Παρουσιάζονται οι τρόποι με τους οποίους οι εσωτερικές πολιτικές «εξωτερικεύονται», καθώς και το νομικό και πολιτικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη συνεργασία των κρατών μελών και τις σχέσεις της ΕΕ με τρίτες χώρες στον τομέα της ενέργειας.

Μέσα από την ανάλυση των παραπάνω θεμάτων, το βιβλίο το βιβλίο αποσκοπεί να προσφέρει μια συγκροτημένη, μεθοδική, επιστημονική και προσιτή προσέγγιση στο ευρωπαϊκό δίκαιο της ενέργειας.

Στόχος είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι νομικές ρυθμίσεις συμβάλλουν στην εξισορρόπηση της ενεργειακής ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής δικαιοσύνης, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο.

Σελ. 5

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Το δίκαιο της ενέργειας

1.1 Εισαγωγή – Μορφές ενέργειας

Κάθε ανάλυση που αφορά την ενέργεια είναι σκόπιμο να ξεκινά με τον ορισμό της. Ωστόσο, στην περίπτωση του δικαίου της ενέργειας, μια τέτοια προσπάθεια συναντά δυσκολίες λόγω της πολυσημίας του όρου «ενέργεια», ο οποίος αποκτά διαφορετική σημασία ανάλογα με τον επιστημονικό κλάδο στον οποίο χρησιμοποιείται. Στο δίκαιο υπάρχουν κανόνες που σχετίζονται με την ενέργεια, ωστόσο δεν προσδιορίζεται με έναν ενιαίο και σαφή ορισμό.

Η έννοια της ενέργειας έχει τις ρίζες της κυρίως στις φυσικές επιστήμες. Αν και το δίκαιο συχνά διαχωρίζεται από τις έννοιες των φυσικών επιστημών, η φυσική διάσταση της ενέργειας παρέχει μια χρήσιμη βάση για στοχασμό. Ακόμη και στις φυσικές επιστήμες, ωστόσο, ο ορισμός της ενέργειας υπήρξε αντικείμενο προβληματισμού, με την αρχή της διατήρησης της ενέργειας να καθιερώνεται μόλις τον τελευταίο ενάμιση αιώνα. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, γνωστή και ως «πρώτος νόμος της θερμοδυναμικής», η ενέργεια ούτε δημιουργείται ούτε κα-

Σελ. 6

ταστρέφεται – απλώς μετατρέπεται από μία μορφή σε άλλη. Η αρχή συνοψίζεται χαρακτηριστικά στη φράση του Λαβουαζιέ: «Τίποτα δεν δημιουργείται, τίποτα δεν χάνεται, όλα μετασχηματίζονται».

Σε αυτό το πλαίσιο, η ενέργεια περιγράφεται ως μια αφηρημένη μαθηματική έννοια, η οποία γενικά μετρά την ικανότητα ενός σώματος ή συστήματος να παράγει έργο ή να μεταφέρει θερμότητα.

Πρωτογενής ενέργεια

Πέρα από τον γενικό ορισμό της ενέργειας, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστούν ορισμένες βασικές έννοιες που συνθέτουν το λεξιλόγιο της ενέργειας, όπως η πρωτογενής, η δευτερογενής και η τελική ενέργεια.

Η πρωτογενής ενέργεια αναφέρεται στις φυσικές πηγές ενέργειας που υπάρχουν χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν απευθείας από τον άνθρωπο. Εάν δεν είναι άμεσα εκμεταλλεύσιμες – όπως η ηλιακή ακτινοβολία που θερμαίνει έναν χώρο φυσικά – απαιτούν μετατροπή σε δευτερογενή ενέργεια για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ανάγκες.

Οι πρωτογενείς πηγές ενέργειας διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες: ορυκτά καύσιμα και ανανεώσιμες πηγές. Τα ορυκτά καύσιμα περιλαμβάνουν πόρους που έχουν προκύψει από την απολίθωση οργανικής ύλης κατά τη διάρκεια

Σελ. 7

εκατομμυρίων ετών, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και ο άνθρακας. Αυτές οι πηγές, οι οποίες υπάρχουν σε πεπερασμένες ποσότητες, περιέχουν δυνητική χημική ενέργεια που μπορεί να αξιοποιηθεί μέσω καύσης για μεταφορές, θέρμανση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι ανανεώσιμες πηγές, από την άλλη πλευρά, είναι μη ορυκτές πηγές που μπορούν να αξιοποιηθούν απεριόριστα, είτε επειδή είναι ανεξάντλητες, είτε επειδή ο ρυθμός με τον οποίο αξιοποιούνται σημαίνει ότι ο πόρος μπορεί να αναγεννηθεί (ηλιακή ακτινοβολία, άνεμος, γεωθερμική ενέργεια, ορισμένες μορφές βιομάζας κ.λπ.).

Μεταξύ των ενεργειακών πηγών, το ουράνιο, το κύριο χημικό στοιχείο που χρησιμοποιείται από την πυρηνική βιομηχανία, κατέχει ιδιαίτερη θέση. Το ισότοπο 235 του φυσικού ουρανίου μπορεί να απελευθερώσει μεγάλες ποσότητες ενέργειας μέσω μιας διαδικασίας σχάσης ατομικών πυρήνων (τα άτομα ουρανίου είναι τα μόνα φυσικά άτομα που μπορούν να υποστούν μια τέτοια σχάση). Αυτό είναι γνωστό ως σχάσιμη ενέργεια. Ωστόσο, το ουράνιο δεν είναι ούτε ανανεώσιμο, ούτε ορυκτό καύσιμο, καθώς δεν παράγεται από την αργή αποσύνθεση της οργανικής ύλης (αν και το ουράνιο, όπως και τα ορυκτά καύσιμα, περιέχεται στο φλοιό της γης σε πεπερασμένες ποσότητες).

Δευτερογενής ενέργεια

Η δευτερογενής ενέργεια είναι η ενέργεια που προέρχεται μετά από μία ή περισσότερες διεργασίες μετασχηματισμού. Για παράδειγμα, το αργό πετρέλαιο πρέπει να διυλιστεί πριν διατεθεί στην αγορά ως βενζίνη για χρήση σε οχήματα, όπως ακριβώς η ηλεκτρική ενέργεια πρέπει να παραχθεί σε ένα σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πρωτογενή ενέργεια. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε σε αυτό το σημείο ότι η δευτερογενής ενέργεια, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, μπορεί να παραχθεί από οποιαδήποτε πρωτογενή ενέργεια, χρησιμο-

Σελ. 8

ποιώντας διαδικασίες μετασχηματισμού που απεικονίζουν το νόμο διατήρησης της ενέργειας. Για παράδειγμα, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από την υδροηλεκτρική ενέργεια είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς μετασχηματισμών: η δυνητική ενέργεια του νερού μετατρέπεται σε κινητική ενέργεια του καταρράκτη, η οποία μετατρέπεται σε μηχανική ενέργεια, η οποία με τη σειρά της μετατρέπεται σε ηλεκτρική ενέργεια.

Τελική ενέργεια και χρησιμοποιούμενη ενέργεια

Η τελική ενέργεια αναφέρεται στην ενέργεια που τίθεται πράγματι στη διάθεση του τελικού καταναλωτή (ηλεκτρική ενέργεια, βενζίνη κ.λπ.). Η έννοια της χρησιμοποιούμενης ενέργειας αναφέρεται στη μορφή με την οποία η ενέργεια ικανοποιεί μια τελική ανάγκη (φως από μια λάμπα, θερμότητα από ένα καλοριφέρ) και αντιπροσωπεύει την ποσότητα της τελικής ενέργειας που καταναλώνεται, λαμβάνοντας υπόψη τις απώλειες που προκαλεί η χρησιμοποιούμενη συσκευή.

Ενεργειακό ισοζύγιο

Οι έννοιες της πρωτογενούς ενέργειας και της τελικής ενέργειας έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ορθή ανάγνωση των ενεργειακών ισοζυγίων που δημοσιεύονται τακτικά, σε εθνικό, ευρωπαϊκό, είτε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο κύριος σκοπός ενός ενεργειακού ισοζυγίου είναι να παρουσιάσει, για ένα δεδομένο έτος και σε μια δεδομένη κλίμακα (εθνική, για παράδειγμα), μια ανάλυση της συνολικής παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας, ανά πηγή ενέργειας και ανά χρήση. Ωστόσο, η κατανάλωση αυτή παρουσιάζεται άλλοτε σε όρους πρωτογενούς ενέργειας και άλλοτε σε όρους τελικής ενέργειας, με πολύ διαφορετικά στοιχεία, γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εννοιών.

Εκτός από την κατανόηση των ενεργειακών ισοζυγίων και των διαφόρων στατιστικών μελετών που αφορούν τον ενεργειακό τομέα, οι έννοιες της πρωτογενούς και της τελικής ενέργειας είναι επίσης σημαντικές για την κατανόηση των ίδιων των νομικών κειμένων. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με τους ποσοτικοποιημένους στόχους που ορίζονται στην Οδηγία 2023/1791 και οι οποίοι αναφέρονται ειδικότερα στη μείωση της «τελικής κατανάλωσης ενέργειας», στη μείωση της «κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας από ορυκτά καύσιμα»

Σελ. 9

ή στο μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην «τελική κατανάλωση ενέργειας».

Μονάδες μέτρησης

Στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, για παράδειγμα, χρησιμοποιούνται τα κιλοβάτ (εφεξής kW, που αντιστοιχούν σε 1.000 βατ) και οι κιλοβατώρες (εφεξής kWh), καθώς και τα πολλαπλάσιά τους (μεγαβάτ και μεγαβατώρες - ένα εκατομμύριο βατ ή βατώρες -, γιγαβάτ και γιγαβατώρες - ένα δισεκατομμύριο -, και ακόμη τεραβάτ και τεραβατώρες - ένα τρισεκατομμύριο). Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των kW, που εκφράζουν την ισχύ, και των kWh, που χαρακτηρίζουν την κατανάλωση ή την παραγωγή ενέργειας. Εν ολίγοις, μπορεί να ειπωθεί ότι μια μηχανή έχει ισχύ x kW και ότι έχει αποδώσει x kWh ενέργειας κατά τη λειτουργία της. Ο τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ton) είναι επίσης μια μονάδα μέτρησης που χρησιμοποιείται συχνά για την ανάλυση της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας με τη χρήση ενός συστήματος ισοδυνάμων, γεγονός που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο που εξακολουθεί να διαδραματίζει το πετρέλαιο στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.

1.2 Βασικά στοιχεία του δικαίου ενέργειας

Η ύπαρξη ενός διακριτού κλάδου δικαίου που ρυθμίζει τον τομέα της ενέργειας μπορεί να επιβεβαιωθεί εμπειρικά μέσα από μια σειρά ενδείξεων. Σε ορισμένες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, νομικές ρυθμίσεις για τον τομέα της ενέργειας υπάρχουν εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Στη Γαλλία, ήδη από τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, θεσπίστηκαν νομοθεσίες για τη διαχείριση του άνθρακα και του πετρελαίου. Εδώ και αρκετά χρόνια, πανεπιστημιακά ιδρύματα διδάσκουν σχετικά μαθήματα και χορηγούν εξειδικευμένα διπλώματα, ενώ νομικά περιοδικά και επιστημονικά έργα αφιερώνονται αποκλειστικά στο ενεργειακό δίκαιο. Παράλληλα, επαγγελματικοί φορείς, όπως εξειδικευμένα δικηγορικά γραφεία, παρέχουν εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες στον τομέα αυτό. Η σημασία του δικαίου της ενέργειας ενισχύεται περαιτέρω από την έκδοση σημαντικών δικαστικών αποφάσεων σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και άλλα

Σελ. 10

ευρωπαϊκά κράτη. Ωστόσο, αυτές οι διαπιστώσεις δεν αρκούν για να οριοθετήσουν με σαφήνεια το περιεχόμενό του. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητος ένας συστηματικός προσδιορισμός του αντικειμένου του.

Το αντικείμενο του δικαίου της ενέργειας

Το δίκαιο της ενέργειας δεν περιορίζεται απλώς στη νομική διάσταση της ενέργειας ως φυσικού φαινομένου, αλλά εκτείνεται στη ρύθμιση των ενεργειακών πηγών, των σταδίων της ενεργειακής αλυσίδας και της πολιτικής εξοικονόμησης ενέργειας. Ωστόσο, δεν ασχολείται με κάθε μορφή ενέργειας αδιακρίτως. Για παράδειγμα, η κινητική ενέργεια ενός αντικειμένου που πέφτει από ύψος δεν αποτελεί συνήθως αντικείμενο νομικής ρύθμισης, εκτός εάν προκαλέσει ζημία και ενεργοποιήσει κανόνες αποζημίωσης. Αντιθέτως, το ενδιαφέρον του νομοθέτη επικεντρώνεται στις μορφές ενέργειας που έχουν οικονομική αξία, συμβάλλουν στην ανάπτυξη ή, αντιθέτως, ενδέχεται να αποτελέσουν πηγή κινδύνων για το περιβάλλον και την κοινωνία.

Ειδικότερα, το δίκαιο της ενέργειας ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν την πρόσβαση και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων, καθώς και τις δραστηριότητες που συνδέονται με την παραγωγή, επεξεργασία (όπως η διύλιση), αποθήκευση, μεταφορά, προμήθεια και εμπορία της ενέργειας. Το πεδίο εφαρμογής του είναι ευρύ και περιλαμβάνει τόσο τις ανταγωνιστικές δραστηριότητες της αγοράς όσο και τις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες, που σχετίζονται με την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και τη διαχείριση των ενεργειακών υποδομών.

Ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία, το ενεργειακό δίκαιο έχει καταστεί κεντρικό ζήτημα πολιτικών επιλογών, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η άνο-

Σελ. 11

δος της κλιματικής αλλαγής ως βασικού παγκόσμιου προβλήματος και οι προκλήσεις που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση έχουν ενισχύσει τον ρόλο της ενωσιακής και διεθνούς ρύθμισης του ενεργειακού τομέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξάρτηση των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το ρωσικό φυσικό αέριο, γεγονός που ανέδειξε την ανάγκη για στρατηγική αναθεώρηση της ενεργειακής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επιπλέον, η τιμή της ενέργειας, ιδίως του ηλεκτρικού ρεύματος, αποτελεί συχνά καθοριστικό παράγοντα για τα εκλογικά αποτελέσματα, γεγονός που ενισχύει την πολιτική σημασία των σχετικών ρυθμίσεων. Οι πολιτικές για την κλιματική αλλαγή, η προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο επιβεβαιώνουν την ανάγκη διαρκούς προσαρμογής του δικαίου της ενέργειας στις νέες πραγματικότητες.

Το δίκαιο της ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της θεσμικής ανάπτυξης του δικαίου της ενέργειας. Οι ρίζες της ανάγονται στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) και στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ). Οι συνθήκες αυτές, που στόχευαν αρχικά στη διαχείριση των ενεργειακών πόρων των ιδρυτικών κρατών-μελών, αποτέλεσαν το πρώτο θεμέλιο για μια κοινή ενεργειακή πολιτική. Η ύπαρξή τους, ωστόσο, καθυστέρησε την ανάπτυξη ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δικαίου της ενέργειας, καθώς οι αρχικές ρυθμίσεις επικεντρώνονταν σε επιμέρους τομείς αντί για μια συνολική προσέγγιση.

Σήμερα, η ΕΕ προωθεί την ολοκλήρωση των ενεργειακών αγορών, τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και τη σταδιακή απεξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της πολιτικής για μηδενικές εκπομπές άνθρακα έως το 2050. Οι στόχοι αυτοί απαιτούν σημαντικές θεσμικές παρεμβάσεις και τη διαμόρφωση ενός ευέλικτου, αλλά και αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου, που θα εξασφαλίζει τη μετάβαση προς ένα βιώσιμο ενεργειακό μέλλον. Ειδικότερα, ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν την πρόσβαση και εκμετάλλευση των πηγών ενέργειας, καθώς και τις δραστηριότητες που συνδέονται με την παραγωγή, επεξεργασία (όπως η διύλιση), αποθήκευση, μεταφορά, προμήθεια και εμπορικές συναλλαγές ενέργειας.

Συνεπώς το δίκαιο της ενέργειας αποτελεί έναν από τους πλέον πολυδιάστατους και δυναμικούς κλάδους του σύγχρονου δικαίου. Εμπλέκει ζητήματα οικονομίας, περιβαλλοντικής πολιτικής, ασφάλειας εφοδιασμού και τεχνολογικής καινοτομίας, απαιτώντας από τους μελετητές του να διαθέτουν διεπιστημονική γνώση. Οι εξελίξεις της επόμενης δεκαετίας, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενεργειακή μετάβαση και την ανάπτυξη νέων υποδομών, θα καθορίσουν όχι μόνο το νο-

Σελ. 12

μικό και θεσμικό πλαίσιο του κλάδου, αλλά και τη συνολική κατεύθυνση της διεθνούς ενεργειακής πολιτικής.

Τα χαρακτηριστικά του δικαίου της ενέργειας

Το δίκαιο της ενέργειας έχει μακρά ιστορία σε ορισμένες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπου απαντάται σε διάφορες μορφές για περισσότερο από έναν αιώνα. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ήδη από τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού, υπήρχε νομοθεσία για τη ρύθμιση των ενεργειακών τομέων, όπως ο άνθρακας και το πετρέλαιο.

Κατά την τελευταία δεκαετία, το δίκαιο της ενέργειας έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές, αποκτώντας μια πιο ενιαία και ολιστική προσέγγιση, σε αντίθεση με την προηγούμενη κατακερματισμένη μορφή του. Στον 21ο αιώνα, έχει καταστεί σαφής η θεμελιώδης σημασία του ενεργειακού τομέα για την οικονομία, την απασχόληση, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημόσια υγεία. Ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία, η ενέργεια έχει βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας λόγω της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής ασφάλειας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επίδραση της Ρωσίας στις τιμές του φυσικού αερίου, που ανέδειξε τη στρατηγική σημασία του ενεργειακού τομέα τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) όσο και σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις δίνουν προτεραιότητα στα ενεργειακά ζητήματα, καθώς το κόστος της ενέργειας, και ιδίως της ηλεκτρικής, επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις και τα εκλογικά αποτελέσματα. Η επιτακτική ανάγκη για ενεργειακή μετάβαση, που απορρέει από τις περιβαλλοντικές προκλήσεις, καταδεικνύει την ανάγκη αναμόρφωσης της ενεργειακής νομοθεσίας.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί παράδειγμα εφαρμογής του δικαίου ενέργειας. Η ΕΕ ιδρύθηκε με βάση δύο συνθήκες – την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα και τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ) - οι οποίες χρησιμοποιήθη-

Σελ. 13

καν για τη διαχείριση των φυσικών πόρων και των ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων των χωρών της αρχικής ομάδας των κρατών μελών. Πράγματι, ο αρχικός στόχος ήταν να αποτραπεί -ή τουλάχιστον να περιοριστεί- η πιθανότητα μελλοντικών εκρήξεων πολέμου με την ύπαρξη ενός κοινού συστήματος διαχείρισης των ενεργειακών πόρων και περιουσιακών στοιχείων. Οι δύο συνθήκες που δημιούργησαν την ΕΕ - με τη μία από αυτές, τη Συνθήκη ΕΚΑΕ να παραμένει έκτοτε αμετάβλητη - είναι ένας λόγος για τον οποίο δεν εμφανίστηκε ειδικό δίκαιο της ενέργειας στα κράτη μέλη μέχρι πρόσφατα.

Η προσεχής δεκαετία θα είναι καθοριστική για τον ενεργειακό τομέα σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές και οι πολιτικές για την ανάπτυξή τους θα κρίνουν την επίτευξη των κλιματικών στόχων για την περίοδο 2020-2050. Δεδομένου ότι οι ενεργειακές υποδομές έχουν συνήθως διάρκεια ζωής άνω των 25 ετών, οι σημερινές αποφάσεις θα καθορίσουν το μέλλον του τομέα και το ρυθμιστικό πλαίσιο στο οποίο θα λειτουργεί.

Το δίκαιο της ενέργειας αφορά τόσο τη διαχείριση των ενεργειακών πόρων όσο και τη ρύθμιση των αγορών. Παρότι ο ορισμός του φαίνεται απλός, στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν από τους πιο σύνθετους νομικούς τομείς, απαιτώντας διεπιστημονική γνώση που εκτείνεται σε πεδία όπως η πολιτική, η οικονομία, η γεωγραφία, οι περιβαλλοντικές επιστήμες και η μηχανική.

Ένα δίκαιο που εξελίσσεται μαζί με την τεχνολογία, την οικονομία και την κοινωνία

Το δίκαιο της ενέργειας αλληλεπιδρά στενά με τις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, που είτε το επηρεάζουν είτε ρυθμίζονται μέσω αυτού. Κάθε τεχνολογική πρόοδος έχει πυροδοτήσει σημαντικές νομοθετικές μεταβολές. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη της ηλεκτρικής ενέργειας στις αρχές του 20ού αιώνα απαίτησε τη δημιουργία αντίστοιχου νομικού πλαισίου. Οι κύριες εξελίξεις στο δίκαιο της ενέργειας δικαιολογήθηκαν ουσιαστικά από τις τεχνολογικές και οι

Σελ. 14

κονομικές εξελίξεις, τις οποίες ακολούθησε, μερικές φορές με καθυστέρηση, ο ενεργειακός νόμος ή τις οποίες ο νομοθέτης κλήθηκε να προωθήσει ή/και να διαμορφώσει.

Το δίκαιο της ενέργειας είναι πρωτότυπο και αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι το αντικείμενο του είναι πολύ σημαντικό – η διαχείριση της ενέργειας, των πλουτοπαραγωγικών πηγών μιας χώρας, αλλά και η ενεργειακή αυτάρκεια απαιτούν την κατάλληλη νομοθεσία για να επιτευχθούν. Ο τεχνικός χαρακτήρας της ενέργειας εξηγεί επίσης ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου αυτού, τα κείμενα του οποίου είναι μερικές φορές τόσο γεμάτα από τεχνικά δεδομένα και μαθηματικούς τύπους, όσο και από νομικές έννοιες, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση σε όσους ασχολούνται με αυτόν τον κλάδο. Το χρησιμοποιούμενο λεξιλόγιο, το οποίο αποτελείται από όρους που ο ένας είναι πιο περίπλοκος από τον άλλο για τον μη μυημένο («αποκοπή φορτίου», «οι επιλέξιμοι πελάτες», «ρυθμιζόμενη πρόσβαση στην ιστορική πυρηνική ενέργεια», κ.λπ.), αναδεικνύει περαιτέρω την ιδιαίτερη τεχνική φύση του δικαίου της ενέργειας.

Το δεύτερο παράδειγμα προκύπτει από την απελευθέρωση των αγορών της ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, που εφαρμόστηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μετά από την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η απελευθέρωση οδήγησε σε μια βαθιά αναμόρφωση αυτών των αγορών, οι οποίες έχουν περάσει από το κρατικό μονοπώλιο, δηλαδή από μία καθετοποιημένη κρατική επιχείρηση, υπεύθυνη για όλα τα στάδια της ενεργειακής αλυσίδας, σε μια απελευθερωμένη και ανταγωνιστική αγορά, η οποία κυριαρχείται από ιδιωτικές επιχειρήσεις ή τουλάχιστον από επιχειρήσεις στις οποίες το κράτος παραμένει ενίοτε ο πλειοψηφικός μέτοχος. Όλα τα τμήματα, όπου είναι δυνατόν, έχουν ανοιχτεί στον ανταγωνισμό, ιδίως οι αγορές παραγωγής και προμήθειας, ενώ οι δραστηριότητες διαχείρισης δικτύου παραμένουν φυσικά μονοπώλια. Εμφανίζονται έτσι νέες αγορές στις οποίες αναπτύσσεται όλο και πιο έντονος ανταγωνισμός, που αποκτά όλο και περισσότερο μια διακρατική διάσταση.

Ωστόσο, αυτή η ριζική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου έχει απαιτήσει σημαντικές νομοθετικές αλλαγές, σε σημείο που η ρύθμιση των τομέων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου καταλαμβάνει σήμερα μεγάλο τμήμα της ενεργειακής νομοθεσίας, η οποία αφιερώνει εκατοντάδες διατάξεις σε ζητήματα που, λίγα χρόνια πριν, απλώς δεν υπήρχαν (αυστηρός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων ανοικτών στον ανταγωνισμό και των δραστηριοτήτων διαχείρισης δικτύ-

Σελ. 15

ου· δικαίωμα πρόσβασης στο δίκτυο, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση του ανοίγματος στον ανταγωνισμό των τμημάτων παραγωγής και προμήθειας, κ.λπ.). Η απελευθέρωση δεν σημαίνει απορρύθμιση, αλλά αντίθετα οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των νομοθετικών ρυθμίσεων. Επιπλέον, η απελευθέρωση οδήγησε στην ανάπτυξη πολλαπλών οργανωμένων αγορών, προηγουμένως ανύπαρκτων ή σε αρχικό στάδιο, η λειτουργία των οποίων σήμερα επηρεάζει άμεσα το περιεχόμενο της ενεργειακής νομοθεσίας. Οι σύγχρονες ενεργειακές ρυθμίσεις δεν έχουν μόνο στόχο την προώθηση της αγοράς, αλλά και τη διόρθωση των αδυναμιών της, όπως η ελλιπής ανταγωνιστικότητα ή οι στρεβλώσεις των τιμών. Έτσι, το δίκαιο της ενέργειας διαμορφώνεται με άμεση συνάρτηση προς τα οικονομικά δεδομένα.

Σήμερα, παράλληλα με τις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις που είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ενεργειακής νομοθεσίας, οι περιβαλλοντικές και κλιματικές ανησυχίες είναι επίσης, και όλο και περισσότερο, παράγοντας που συμβάλλει στην εξέλιξή της. Η ενεργειακή μετάβαση που προωθείται από το εσωτερικό δίκαιο, στοχεύει σε μια «μετάβαση προς μια οικονομία χωρίς άνθρακα» ή προς «καθαρή ενέργεια» στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η στρατηγική επιτάσσει τον εμπλουτισμό του δικαίου της ενέργειας με νέες ρυθμίσεις, ενισχύοντας την ανάγκη για προσαρμογή σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο ενεργειακό περιβάλλον.

1.3 Η ενωσιακή ενεργειακή νομοθεσία και πολιτική

Είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς τη μελέτη του δικαίου της ενέργειας από την ενεργειακή πολιτική, καθώς είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ της οικονομικής πολιτικής και της χρηματοδότησης έργων, της πολιτικής για την ενεργειακή ασφάλεια και της πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος, συνδέονται άμεσα με το δίκαιο της ενέργειας. Στην ουσία, η εξισορρόπηση αυτών των τριών πολιτικών και των στόχων που τίθενται είναι που θα επιφέρει την πιο αποτελεσματική και αποδοτική ενεργειακή νομοθεσία, που θα προσφέρει το καλύτερο αποτέλεσμα στην κοινωνία.

Η διαδικασία διαμόρφωσης της ενεργειακής πολιτικής στην ΕΕ, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και του 2000, βασίστηκε στο κυρίαρχο ιδεολογικό υπόβαθρο της απελευθέρωσης της αγοράς και της προστασίας του ανταγωνισμού.

Οι δέσμες ενεργειακών οδηγιών είχαν έρεισμα στις διατάξεις της εσωτερικής αγοράς και στόχευσαν στο άνοιγμα της αγοράς στον ανταγωνισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η ενιαία ενωσιακή αγορά ενέργειας. Η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού αναδείχθηκε σταδιακά σε μείζον ζήτημα για την ενωσιακή

Σελ. 16

ενεργειακή πολιτική μετά το 2004 και σήμερα αποτελεί μέρος του προβλήματος της ενεργειακής κρίσης.

Στην προσπάθεια να οριοθετηθεί η έννοια της ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε τέσσερις παράγοντες: (α) τη διαθεσιμότητα φυσικών ενεργειακών πόρων, (β) την προσβασιμότητα, που συνδέεται με γεωπολιτικές παραμέτρους, (γ) την οικονομική προσιτότητα, που αφορά το κόστος της ενέργειας και (δ) το βαθμό αποδοχής, που αναφέρεται στην περιβαλλοντική διάσταση και την ευρύτερη κοινωνική «ανεκτικότητα».

Η Διεθνής Ένωση Ενέργειας (International Energy Agency) ορίζει εύστοχα την ασφάλεια εφοδιασμού, «ως την αδιάλειπτη διαθεσιμότητα των πηγών ενέργειας σε προσιτή τιμή», και προσδιορίζει ότι «η ενεργειακή ασφάλεια έχει δύο πτυχές: τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια, που αφορά σε έγκαιρες επενδύσεις για την παροχή ενέργειας σύμφωνα με τις οικονομικές εξελίξεις και τις περιβαλλοντικές ανάγκες, και τη βραχυπρόθεσμη ασφάλεια, που επικεντρώνεται στην ικανότητα του ενεργειακού συστήματος να αντιδρά άμεσα σε ξαφνικές αλλαγές του ισοζυγίου προσφοράς - ζήτησης». Η μακροπρόθεσμη ασφάλεια αφορά κυρίως τις ξαφνικές διακοπές στον εφοδιασμό, ενώ η βραχυπρόθεσμη συνδέεται με το επίπεδο υποδομών του ενεργειακού συστήματος.

Η ανάγκη αυτής της διάκρισης τονίστηκε και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία επεσήμανε ότι οι κίνδυνοι, οι τρόποι πρόληψης προβλημάτων εφοδιασμού και τα πιθανά μέσα αποκατάστασης είναι διαφορετικά σε κάθε περίπτωση. Συγκεκριμένα, η μακροπρόθεσμη ασφάλεια εξαρτάται, σύμφωνα με την Επιτροπή, κυρίως, από την διαχείριση της ζήτησης, την εξέλιξη της εγχώριας παραγωγής της ΕΕ, την εξωτερική ενεργειακή πολιτική της ΕΕ, την προώθηση των επενδύσεων σε υποδομές και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου στην ΕΕ. Από την άλλη, η βραχυπρόθεσμη ασφάλεια συνδέεται άμεσα με την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών. Κεντρικό ρόλο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, διαδραματίζει η κατάρτιση ενός σχεδίου εκτάκτου ανάγκης.

Σελ. 17

Στην Ελλάδα το ισχύον νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει τον τομέα της ενέργειας έχει διαμορφωθεί σε σημαντικό βαθμό ως αποτέλεσμα της προσαρμογής της εθνικής έννομης τάξης προς το ενωσιακό δίκαιο για την απελευθέρωση των αγορών ενέργειας και για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι, συνεπώς, κρίσιμο πριν από οποιαδήποτε ανάλυση των κατ’ ιδίαν κανόνων του ελληνικού δικαίου να εκτεθεί συνοπτικά το θεσμικό αποτύπωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα.

Με τη Συνθήκης της Λισαβόνας εντάχθηκε στη ΣΛΕΕ ένας νέος τίτλος (Τίτλος ΧΧΙ) για την ενέργεια, ανατέθηκε δε έτσι ρητά στην ΕΕ συντρέχουσα αρμοδιότητα για τη διαμόρφωση της σχετικής πολιτικής. Ενόψει της αρχής της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 5 ΣΕΕ), η αλλαγή αυτή είναι καθοριστικής σημασίας. Πριν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η αρμοδιότητα της ΕΚ για τη θέσπιση κανόνων δικαίου στον τομέα της ενέργειας βασιζόταν είτε στις διατάξεις για την ενιαία αγορά, είτε στην αρμοδιότητα για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς οι Συνθήκες δεν παρείχαν ειδική αρμοδιότητα για τον τομέα της ενέργειας, με εξαίρεση τους τομείς του άνθρακα (Συνθήκη ΕΚΑΧ) και της πυρηνικής ενέργειας (Συνθήκη Euratom). Το άρθρο 194 ΣΛΕΕ θεσπίζει πλέον τη νομική βάση για θετικές δράσεις στο πλαίσιο μιας ενεργειακής πολιτικής συμβατής με την εσωτερική αγορά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα φαίνεται ότι δεν έχει κατορθώσει να καλύψει επαρκώς την μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλειά της, καθώς ως προς τις ενεργειακές επενδύσεις της, έθεσε σε κυρίαρχη θέση την κατασκευή φυσικού αγωγού για την εισαγωγή φυσικού αερίου από τη Ρωσία (λ.χ. ο αγωγός Nord Stream II), επιλογή η οποία δεν είχε την αναμενόμενη επιρροή, ενώ η βραχυπρόθεσμη ασφάλεια στον εφοδιασμό εξασφαλίζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό 2017/1938, ιδίως μέσω των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και της Επιτροπής, με βάση τα αντίστοιχα πεδία δραστηριότητας και αρμοδιότητάς τους

Σελ. 18

(άρθρο 3). Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9, 10 και 11 του ίδιου ως άνω Κανονισμού «Τα μέτρα για την ασφάλεια εφοδιασμού με φυσικό αέριο που περιλαμβάνονται σε σχέδιο προληπτικής δράσης και σε σχέδιο έκτακτης ανάγκης είναι σαφώς καθορισμένα, διαφανή, αναλογικά, αμερόληπτα και επαληθεύσιμα, δεν προκαλούν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ή της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου και δεν θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια εφοδιασμού με φυσικό αέριο άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης.

2. Η αρμόδια αρχή εκάστου κράτους μέλους, έπειτα από διαβούλευση με τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, τις σχετικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των οικιακών και βιομηχανικών πελατών φυσικού αερίου, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, των διαχειριστών δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και η εθνική ρυθμιστική αρχή, εφόσον δεν είναι η αρμόδια αρχή, καταρτίζουν: α) σχέδιο προληπτικής δράσης, το οποίο περιέχει τα μέτρα που απαιτούνται για την εξάλειψη ή τον μετριασμό των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των μέτρων ενεργειακής απόδοσης και των μέτρων από την πλευρά της ζήτησης στις κοινές και εθνικές εκτιμήσεις επικινδυνότητας και σύμφωνα με το άρθρο 9·β) σχέδιο έκτακτης ανάγκης που περιέχει τα ληπτέα μέτρα για την εξάλειψη ή τον μετριασμό των επιπτώσεων ενδεχόμενης διαταραχής του εφοδιασμού με φυσικό αέριο σύμφωνα με το άρθρο 10.»

Η εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το ρωσικό φυσικό αέριο

Η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με την αύξηση στους δείκτες της ζήτησης και της εγχώριας κατανάλωσης ενέργειας, την απουσία πολιτικής συνοχής ανάμεσα στα κράτη-μέλη, τις προκλήσεις αναφορικά με την υιοθέτηση μιας κοινής ενεργειακής πολιτικής, την υιοθέτηση του Green Deal και την παγκόσμια αύξηση του επιπέδου τιμών ενέργειας.

Πρόσφατα μόλις η ευρωπαϊκή οικονομία είχε αρχίσει να επανέρχεται σταδιακά στην ομαλότητα από την πανδημία του κορονοϊού, η παράνομη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έφερε στην επιφάνεια νέες κρίσεις. Η Ευρώπη σήμερα αντιμετωπίζει μια σύνθετη γεωπολιτική κρίση, που δεν είναι μόνο απειλή στην στρατηγική της για την ενεργειακή μετάβαση, αλλά αποτελεί απειλή για την ίδια την ουσία της ενεργειακής της αυτάρκειας. Επειδή είναι άγνωστο πότε ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα τελειώσει, οι συνέπειές του είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Ελπίζαμε ότι το 2022 θα μείνει στην Ιστορία για το τέλος της πανδημίας, αλλά η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 ανέτρεψε την υλοποίηση προγραμματισμένων πολιτικών: αλλάζει την Ευρώπη και τον κόσμο, δημιουργεί νέες ισορροπίες, αλλά και ένα παγκόσμιο κλο-

Σελ. 19

νισμό στις τιμές της ενέργειας με πολύ σοβαρές επιπτώσεις για τις οικονομίες, με κόστος δυσβάστακτο για τους ευρωπαίους καταναλωτές.

Μετά τη διεύρυνση της ΕΕ το 2004, ο πληθυσμός της Ευρώπης των 28 ανήλθε στα 506.8 εκατομμύρια. Η τελευταία αυτή διεύρυνση, ωστόσο, δεν βοήθησε στην επίλυση ή έστω διευκόλυνση των ενεργειακών προβλημάτων της ΕΕ, καθώς τα νέα κράτη - μέλη είναι εξαιρετικά εξαρτημένα από τις εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων.

Περαιτέρω, επειδή οι ανάγκες της ΕΕ σε ενέργεια την τελευταία δεκαετία έχουν αυξητικές τάσεις, αντιλαμβανόμαστε ότι η εξάρτηση από τις εισαγωγές είναι άμεσα συνδεδεμένη με την οικονομία, τους περιβαλλοντικούς κινδύνους και την ασφάλεια εφοδιασμού. Πρώτον, ο βαθμός εξάρτησης έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία. Η ενεργειακή εξάρτηση αφορά το αργό πετρέλαιο (σχεδόν 90%), το φυσικό αέριο (65.3%) και, σε μικρότερο βαθμό, τα στερεά καύσιμα (44.2%). Δεύτερον, το πιο πιεστικό ζήτημα ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού είναι η ισχυρή εξάρτηση από έναν μόνο εξωτερικό προμηθευτή. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά το φυσικό αέριο, αλλά και την ηλεκτρική ενέργεια.

Το 2021, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε 155 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου από τη Ρωσία, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 45% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ και σχεδόν το 40% της συνολικής κατανάλωσης αερίου. Η πρόοδος προς τις καθαρές μηδενικές εκπομπές ρύπων της Ευρώπης θα μειώσει τη χρήση και τις εισαγωγές φυσικού αερίου με την πάροδο του χρόνου, αλλά η σημερινή κρίση εγείρει το συγκεκριμένο ερώτημα σχετικά με τις εισαγωγές από τη Ρωσία και τι άλλο μπορεί να γίνει στο άμεσο μέλλον για να μειωθούν.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα. Η προσωρινή διαταραχή του εφοδιασμού με φυσικό αέριο τον χειμώνα του 2006 και του 2009 απετέλεσε ένα ισχυρό «μήνυμα αφύπνισης» για την Ένωση. Τον Απρίλιο του 2009 εγκρίθηκε η τρίτη δέσμη Οδηγιών για την ενέργεια που τροποποιούσε το δεύτερο, επιδιώκοντας περαιτέρω ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και συνιστούσε ακρογωνιαίο λίθο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας.

Υπό τον φόβο μιας απότομης διακοπής φυσικού αερίου από την Ρωσία, εξαιτίας της τότε εν εξελίξει κρίσης στην Ουκρανία, η Επιτροπή, με Ανακοίνωσή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο υπό τον τίτλο «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την ενεργειακή ασφάλεια», το Μάιο του 2014, έθεσε το πλαίσιο για

Σελ. 20

μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική, η οποία καθορίζει τους τομείς στους οποίους πρέπει να ληφθούν αποφάσεις ή να υλοποιηθούν συγκεκριμένα μέτρα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, προκειμένου να ενισχυθεί η αντοχή της ΕΕ σε μια παρατεταμένη διακοπή παροχής φυσικού αερίου κατά τον επερχόμενο χειμώνα. Η στρατηγική διαρθρώνεται σε οκτώ πυλώνες, οι οποίοι από κοινού προωθούν τη στενότερη συνεργασία και στηρίζονται στην αρχή της αλληλεγγύης.

Η σημασία της ενεργειακής πολιτικής για την Ένωση αναδείχθηκε το 2015 όταν διακηρύχθηκε ο στόχος δημιουργίας της Ενεργειακής Ένωσης που επεδίωκε την αυτονομία και αυτάρκεια της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς και την προστασία του περιβάλλοντος και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Τον Ιούνιο του 2019, εγκρίθηκε η τέταρτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια, που αποτελείται από μία Οδηγία (2019/944/EΕ)) και τρεις κανονισμούς: τον κανονισμό για την ηλεκτρική ενέργεια (2019/943/EΕ), τον κανονισμό για την ετοιμότητα αντιμετώπισης κινδύνων (2019/941/EΕ) και τον κανονισμό για τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενεργείας (ACER) (2019/942/EΕ).

Η τέταρτη δέσμη Οδηγιών για την ενέργεια εισάγει νέους κανόνες για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με βασικό στόχο να ανταποκριθεί στις ανάγκες της βιώσιμης ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και να προσελκύσει επενδύσεις.

Οι σχέσεις της ΕΕ με τη Ρωσία ήδη πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχαν επιδεινωθεί σημαντικά. Τα αίτια της επιδείνωσης εντοπίζονται αρχικά στο αυξανόμενο αξιακό χάσμα μεταξύ των δύο μερών, δευτερευόντως στις θεμελιώδεις αντιφάσεις σχετικά με την αρχιτεκτονική ασφάλειας και τέλος, στον αυξανόμενο ανταγωνισμό μέσα στον μετασοβιετικό χώρο. Αντιθέτως, η διμερής οικονομική και εμπορική συνεργασία κέρδιζε όλο και μεγαλύτερο έδαφος. Το διμερές εμπόριο, μέχρι πρότινος, παρουσίαζε σταθερά αυξητική τάση. Η Ε.Ε συνιστά παραδοσιακά το σημαντικότερο οικονομικό και εμπορικό εταίρο της Ρωσίας, ούσα η μεγαλύτερη αγορά για τις ρωσικές εξαγωγές και η βασική πηγή προέλευσης των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων.

Το 2020, η ΕΕ ήταν ο πρώτος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας, αντιπροσωπεύοντας το 37,3% του συνολικού εμπορίου αγαθών της χώρας με τον κόσμο. Το 36,5% των εισαγωγών της Ρωσίας προέρχονταν από την ΕΕ και το 37,9% των εξαγωγών της προήλθε στην ΕΕ.

Back to Top