• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

    Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

Έναρξη της αναστολής παραγραφής στην περίπτωση του άρθρου 59 παρ.2 ΚΠΔ

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

 

Με τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠΔ ορίζεται ότι: «Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ. 1 εδ. β’), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών.». Η διάταξη παρέμεινε όμοια, στο διαδικαστικό μέρος της,  με την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, και με αυτήν επιδιώκεται να αποφευχθεί το γεγονός πολλαπλών αναβολών, όταν συναφείς δίκες διεξάγονται  παράλληλα, με διαδίκους που έχουν αλληλοκατηγορηθεί (αυτό προβλέπεται μόνο στις δίκες που αφορούν τα εγκλήματα της απλής (362 ΠΚ), συκοφαντικής δυσφήμισης (363 ΠΚ) και τα εγκλήματα της ψευδούς κατάθεσης (224 ΠΚ) και ψευδούς καταμήνυσης (229 ΠΚ)

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νέου ΚΠΔ για το άρθρο 59 παρ. 2 που ρυθμίζει το ζήτημα της αναβολής της ποινικής δίωξης με πράξη του εισαγγελέα σε συγκεκριμένα εγκλήματα, οφείλει να διευκρινισθεί ότι η εν λόγω αναβολή είναι υποχρεωτική για τον εισαγγελέα. Εάν παρά τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών ασκηθεί ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα, αυτή θα είναι άκυρη. Η εν λόγω ακυρότητα, μάλιστα, δεν αφορά μόνο το στάδιο της προδικασίας, αλλά την ίδια την άσκηση της ποινικής δίωξης, στην οποία στηρίζεται όλη η ποινική διαδικασία και κατά τούτο δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός μεταξύ ακυρότητας της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας. Επομένως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάδιο της ποινικής δίκης.

Ο όρος «αναβολή» που χρησιμοποιεί η διάταξη του 59 παρ. 2, ταυτίζεται με την αναστολή των άρθρων που προβλέπεται στα άρθρα 362-366 ΠΚ και είναι διφυούς χαρακτήρα, δικονομικού και ουσιαστικού ποινικού δικαίου.  Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, αφού προηγουμένως διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση, και διαπιστώσει την αλληλεξάρτηση των ποινικών υποθέσεων, αναβάλει με πράξη του κάθε επόμενη ποινική δίκη που ανοιχθεί.

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 59 ΚΠΔ αναβολή της ποινικής δίκης, συνεπάγεται και την αναστολή του χρόνου παραγραφής των εγκλημάτων, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 1 ΠΚ και μάλιστα απεριόριστα. Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 2 εδ.α ΠΚ  δεν ισχύει, όταν η αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα κατ' εφαρμογή των άρθρων 29, 59 και 61 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (113 παρ.2 εδ.β ΠΚ).  Η αναστολή της παραγραφής τερματίζεται και η παραγραφή του εγκλήματος συνεχίζει να τρέχει ξανά, όταν εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δίκη, εξαιτίας της οποίας αναβλήθηκε κάθε περαιτέρω εξέταση ζητημάτων που εξαρτώνται από την έκβασή της. Το χρονικό διάστημα της αναβολής (αναστολής) δεν συνυπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του εγκλήματος.

            Η διάταξη του 59 παρ. 2 ΚΠΔ εφαρμόζεται, τόσο κατά το στάδιο της διαδικασίας στο ακροατήριο όσο και κατά το στάδιο της προδικασίας.

            Με την ΑΠ 523/2020 απόφαση (ΣΤ Τμήμα) ορίζεται και το χρονικό σημείο έναρξης του χρόνου της αναβολής (αναστολής). Ειδικότερα έκρινε ο ΑΠ «Η κατ' άρθρο 59 παρ.2 ΚΠοινΔ υποχρεωτική αναβολή της δίκης, όρος ταυτόσημος με την αναστολή των άρθρων 362-366 ΠΚ, χωρεί, μετά την προκαταρκτική εξέταση και με βούλευμα και με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Η διάταξη του 59 παρ. 2 ( που παρέμεινε σε ισχύ και με τον νέο ΚΠΔ), είναι διφυούς χαρακτήρα, ήτοι δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού ποινικού δικαίου και επομένως αναφέρεται σε πράξεις που έχουν τελεσθεί μετά την 17-6- 2005 και δεν μπορεί να έχει δυσμενή αναδρομικότητα σε βάρος του κατηγορουμένου (ΑΠ 51/2011) . Επισημαίνεται, τέλος, ότι ο Εισαγγελέας Εφετών, ως εκ της λειτουργικής αρμοδιότητας του, όπως αυτή διαγράφεται στις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και σ' αυτές του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στον οποίο αποτυπώνεται και η συνδέουσα τους εισαγγελικούς λειτουργούς σχέση ιεραρχικής εξάρτησης, δεν εκφέρει πρωτογενή δικαιοδοτική κρίση σε όσες περιπτώσεις, κατά τις προβλέψεις του νόμου, εκφράζει τη σύμφωνη γνώμη του ή εγκρίνει πράξεις του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όπως η αρχειοθέτηση, κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ, της μήνυσης, η, κατά τα άρθρα 45 και 59 παρ. 1 και 4 του ίδιου Κώδικα, αποχή από την ποινική δίωξη ή η αναβολή κάθε περαιτέρω ενέργειας έως το τέλος της ποινικής δίωξης, αντιστοίχως, η αναβολή, κατ' άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, άσκησης της ποινικής δίωξης και η, κατά τους ορισμούς του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 3386/2005, αποχή από την ποινική δίωξη για τις πράξεις της παράνομης εισόδου ή εξόδου υπηκόου τρίτης χώρας στο ελληνικό έδαφος, αλλά ελέγχει τη νομιμότητα και μάλιστα τον εξωτερικό τύπο των συγκεκριμένων ενεργειών του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Η έναρξη αναστολής της παραγραφής των προδιαληφθεισών πράξεων και η επαγωγή των συναρτώμενων με αυτές εννόμων συνεπειών, συμπίπτει με τον χρόνο έκδοσης της διάταξης περί αναβολής από τον αρμόδιο προς τούτο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και όχι από τότε που ο Εισαγγελέας Εφετών διατυπώνει τη σύμφωνη γνώμη ή τη σχετική έγκρισή του (ΑΠ 1509/2013).

 

Ενημερωθείτε για το  Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
28 Σεπ 2020

Ο ακυρωτικός έλεγχος των πράξεων του άρθρου 90 Συντ. Το παράδειγμα της ΣτΕ Ολ 1304/2019

Επιμέλεια: Εύη Γαλάνη, Δικηγόρος, ΜΔΕ

Σύμφωνα με το άρθρο 90 Συντ. αποκλείεται ο ακυρωτικός έλεγχος των υπηρεσιακών μεταβολών των δικαστικών λειτουργών, αφού πρόκειται στην ουσία για πράξεις δικαστικών αρχών από την οργανική τουλάχιστον άποψη.

Ανακύπτει βεβαίως ένα ζήτημα με τις διοικητικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ανάδειξης των προεδρείων των Ανώτατων Δικαστηρίων, δεδομένου ότι πρόκειται για πράξεις κυβερνητικών οργάνων. Οι παραπάνω πράξεις εξαιρούνται καταρχήν του δικαστικού ελέγχου.

Το απαράδεκτο του άρθρου 90 παρ. 6 Συντ. καλύπτει όλες τις αποφάσεις και τις πράξεις των υπηρεσιακών μεταβολών των δικαστών οι οποίες αναφέρονται στις διατάξεις των παρ. 1 – 5 του άρθρου 90 Συντ. Δεν ελέγχονται δικαστικά λοιπόν όλες οι αποφάσεις που αφορούν σε προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών. Δεν προσβάλλονται συναφώς και τα Προεδρικά Διατάγματα που εκδίδονται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 90 παρ. 5 Συντ., αλλά και όλες οι πράξεις οι εκδιδόμενες σύμφωνα και με την παρ. 3 του άρθρου 90 Συντ.[1]    

Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 90 του Συντ. περιορίζει σε μεγάλο βαθμό το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ., αλλά και το δικαίωμα άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως κατά το άρθρο 95 παρ. 1 Συντ.,

Μπορούν όμως να προσβάλλονται σύμφωνα και με το άρθρο 88 παρ. 1 Συντ. οι αποφάσεις των δικαστικών που αφορούν στον διορισμό των δικαστικών λειτουργών είτε στην παύση είτε και στην αποχώρησή τους.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή μας στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με την οποία το παραπάνω απαράδεκτο δεν περιλαμβάνει εκείνες τις αιτήσεις ακυρώσεως με τις οποίες αμφισβητείται η συνδρομή όρου ή προϋποθέσεως που είχε θεσπισθεί από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις. [ΣτΕ 282/1984, 1274/1993, 4356/1997,1757/2008]. Κατά την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος το απαράδεκτο της αίτησης ακυρώσεως θεσπίζεται για τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 90 του Συντάγματος, και, ειδικότερα, κατά το μέρος που η πιο πάνω παράγραφος αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, το απαράδεκτο αφορά στις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θεσπίζει η παράγραφος 5 κατά τη γραμματική της διατύπωση (ΣτΕ 4356/1997 Ολ ομ., 4751/1998, 1274/1993 Ολομ.). Συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο απαράδεκτο και εξετάζονται κατ` ουσία λόγοι ακυρώσεως που αμφισβητούν τη συνδρομή όρου ή περιορισμού που τίθεται ευθέως από τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος ή την έννοια αυτής της διατάξεως, ενώ, δεν είναι παραδεκτοί λόγοι ακυρώσεως, αναφερόμενοι σε παράβαση όρων ή περιορισμών που τίθενται από τον κοινό νομοθέτη με το νόμο που προβλέπει η διάταξη αυτή. Οι όροι και περιορισμοί που τίθενται με τον νόμο δεν μετουσιώνονται, κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, σε όρους του Συντάγματος και, επομένως, ο έλεγχός τους εμπίπτει στο απαράδεκτο της παραγράφου 6.

Σύμφωνα και με τη ΣτΕ 1757/2008[2], κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος το απαράδεκτο της αίτησης ακυρώσεως θεσπίζεται για τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 90 του Συντάγματος, και, ειδικότερα, κατά το μέρος που η πιο πάνω παράγραφος αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, το απαράδεκτο αφορά στις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θεσπίζει η παράγραφος 5 κατά τη γραμματική της διατύπωση (ΣτΕ 4356/1997 Ολ., 4751/1998, 1274/1993 Ολ). Συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο απαράδεκτο και εξετάζονται κατ`ουσία λόγοι ακυρώσεως που αμφισβητούν τη συνδρομή όρου ή περιορισμού που τίθεται ευθέως από τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος ή την έννοια αυτής της διατάξεως, ενώ, δεν είναι παραδεκτοί λόγοι ακυρώσεως, αναφερόμενοι σε παράβαση όρων ή περιορισμών που τίθενται από τον κοινό νομοθέτη με το νόμο που προβλέπει η διάταξη αυτή. Οι όροι και περιορισμοί που τίθενται με το νόμο δεν μετουσιώνονται, κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, σε όρους του Συντάγματος και, επομένως, ο έλεγχός τους εμπίπτει στο απαράδεκτο της παραγράφου 6. Στην παραπάνω δίκη προβλήθηκε από τον αιτούντα επιπλέον, ότι το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν 3472/2006, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 7 του άρθρου 63 του Ν 1756/988, αντίκειται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 25 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, κατά το μέρος που αποκλείει την προαγωγή στον βαθμό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των διοικητικών δικαστηρίων σε πρόεδρο εφετών ή εφέτη που έχει ήδη προαχθεί στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως απορριπτέος, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 6 του Συντάγματος, διότι με αυτόν δεν αμφισβητείται ευθέως η συνδρομή όρου, προϋποθέσεως ή περιορισμού που τίθεται ευθέως από τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος.

 

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την πρόσφατη ΣτΕ Ολ 1304/2019: Το σύστημα αυτό των κανόνων που θεσπίζουν οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος όσον αφορά τις προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και των Αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, οι οποίες παρέχουν στο Υπουργικό Συμβούλιο, που ενεργεί ως όργανο με δημοκρατική νομιμοποίηση, ευρύτατη διακριτική ευχέρεια προς επιλογή από τον κύκλο εκείνων που διαθέτουν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα, των πλέον κατάλληλων για τις επίμαχες θέσεις, τίθεται ως αντίβαρο των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας (άρθρο 90 παρ. 1 έως 4 Συντ.), με σκοπό την αποκατάσταση σημείου επαφής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Συντάγματος το θεμέλιο του πολιτεύματος. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 5 και 6 του Συντάγματος εφαρμόζονται υποχρεωτικώς ως προς το αντικείμενο, στο οποίο αναφέρονται, ενόψει δε της τυπικής νομικής ισοδυναμίας των διατάξεων του Συντάγματος δεν μπορεί να υπάρξει διάταξη του Συντάγματος άκυρη ή ανίσχυρη, και συνεπώς μη εφαρμόσιμη, λόγω αντιθέσεώς της προς άλλες διατάξεις ή αρχές του ίδιου Συντάγματος (ΣτΕ Ολ 292/1984, 1054/2017 κ.ά.). Με την αίτηση ακυρώσεως προβλήθηκε ότι η προαγωγή σε θέση Αντιπροέδρου ανωτάτου δικαστηρίου, μέλους αυτού, του οποίου ο χρόνος υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό υπολείπεται κατά πολύ του χρόνου υπηρεσίας στον βαθμό αυτό των αρχαιοτέρων του δικαστικών λειτουργών που παραλείφθηκαν, και, ειδικότερα εν προκειμένω, η προαγωγή σε θέση Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας του κατέχοντος την 27η θέση στον πίνακα αρχαιότητας Συμβούλου Επικρατείας κατά παράλειψη από τη διαδικασία επιλογής του αιτούντος, που κατέχει την 7η θέση στην επετηρίδα, αντίκειται στο άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τον αιτούντα, από τη συνταγματική αυτή διάταξη, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των άρθρων 26 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ναι μεν το Υπουργικό Συμβούλιο διαθέτει, καταρχήν, διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή προς προαγωγή σε θέση Αντιπροέδρου ανωτάτου δικαστηρίου, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τηρεί επακριβώς τη σειρά αρχαιότητας, προς διασφάλιση όμως της δικαστικής ανεξαρτησίας και του κύρους των δικαστικών λειτουργών, της εμπέδωσης στους πολίτες της πεποιθήσεως ότι η προαγωγή γίνεται με κριτήρια που πράγματι αποβλέπουν στον σκοπό αυτό και της εξασφάλισης κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών λειτουργών που είναι απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων, η επιλογή πρέπει να περιορίζεται μεταξύ αριθμού δικαστών που κατέχουν το πολύ μέχρι και την 10η θέση στην επετηρίδα, εφόσον οι προς πλήρωση θέσεις είναι περισσότερες της μιας. Ο λόγος αυτός, κατά τα κρινόμενα στο Δικαστήριο προβλήθηκε παραδεκτός, εφόσον ο αιτών επικαλέστηκε παράβαση της διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, η οποία, κατά την άποψή του, θεσπίζει ως όρο για τη διενέργεια της επιλογής σε θέση Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας την επιλογή μεταξύ των δέκα αρχαιοτέρων συμβούλων, που παραβιάσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η επιλογή, κατά το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο ερμηνεύεται αυτοτελώς και όχι σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, γίνεται μεταξύ όλων των Συμβούλων Επικρατείας που έχουν τα νόμιμα τυπικά προσόντα, κατά την ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του Υπουργικού Συμβουλίου. Και είναι μεν αυτονόητο ότι για την πλήρωση των κορυφαίων θέσεων της Δικαιοσύνης λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ των λοιπών κριτηρίων, όπως η ακεραιότητα, η ικανότητα και η αποτελεσματικότητα, η αρχαιότητα, που συνδέεται με την εμπειρία του δικαστικού λειτουργού, τα κριτήρια όμως αυτά επιλογής δεν μετουσιώνονται σε όρους του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος ώστε τυχόν μη τήρησή τους να μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά. Αντίθετη εξάλλου άποψη θα εξουδετέρωνε το απαράδεκτο που θεσπίζεται με το άρθρο 90 παρ. 6 του Συντάγματος και θα καθιστούσε τη διάταξη αυτή κενή περιεχομένου, αφού θα οδηγούσε σε δικαστικό έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας. Από το γεγονός εξάλλου ότι η Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή θέσπισε θητεία τεσσάρων ετών για τους Προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τους Γενικούς Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων δεν μπορεί να αντληθεί επιχείρημα υπέρ της υποστηριζόμενης από τον αιτούντα απόψεως, δεδομένου ότι η Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, παρότι εξέτασε διάφορες προτάσεις για τροποποίηση της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα του 1975 διαδικασίας προαγωγής στις θέσεις του Προέδρου και των Αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, εν τούτοις επέλεξε τελικώς -με εξαίρεση τη θέσπιση της πιο πάνω ανώτατης θητείας- να διατηρήσει, όπως προαναφέρθηκε, άθικτο το ισχύον μέχρι τότε σύστημα.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη με δυνατότητα για Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση



[1] Βλ. σχετικά και Αθ. Τσιρωνά, Άρθρο 90 σε Φ. Σπυρόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Χ. Ανθόπουλου/Γ. Γεραπετρίτη, Σύνταγμα. Κατ’ άρθρο ερμηνεία, σελ. 1391 επ. Π. Λαζαράτου, Περί αρμοδιότητας του ΠτΔ κατ’ άρθρο 90 παρ. 5 Συντ., ΘΠΔΔ 2019, 481.

[2] ΘΠΔΔ 2009,172.

Υποψήφιος Δικαστής
24 Σεπ 2020

Δικαιώματα εκμισθωτή σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη καταβολής μισθώματος

Επιμέλεια: Κίμων Σαϊτάκης, Δ.Ν., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Ε.Κ.Π.Α.

Αν ο μισθωτής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του ή καθυστερεί, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα:

α) Να απαιτήσει την καταβολή, με αγωγή εκπλήρωσης (ΑΚ 574 και γενικές διατάξεις ΑΚ 374 επ., δυνατότητα προβολής και της ένστασης της ΑΚ 374).

β) Να καταγγείλει τη μίσθωση (ΑΚ 597).  Προϋποθέσεις: αα) Εντός προθεσμίας (ΑΚ 597 §1): προ ενός τουλάχιστον μήνα για μισθώσεις άνω του έτους ή προ δέκα τουλάχιστον ημερών για μικρότερης διάρκειας μισθώσεις. Άκυρη κάθε συμφωνία περί σύντμησης προθεσμιών ή αυτόματης λύσης της μίσθωσης (ΑΚ 598) - ββ) Να μην καταβληθεί μέσα στην προθεσμία το μίσθωμα. Αν μέσα στην προθεσμία καταβληθεί ο μισθωτής το μίσθωμα μαζί με τα τυχόν έξοδα καταγγελίας, η καταγγελία μένει χωρίς αποτέλεσμα και η μίσθωση δεν λύνεται (ΑΚ 597 § 2) = τελεί υπό την αίρεση της μη έγκαιρης καταβολής του μισθώματος. - γγ) Υπερημερία μισθωτή (παρόλο που η ΑΚ 597 παρ. 1 αναφέρεται σε απλή καθυστέρηση, γίνεται δεκτό ότι απαιτείται υπερημερία οφειλέτη – άρα ο μισθωτής απαλλάσσεται αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει ευθύνη: ΑΚ 342- Δεν αποτελεί πάντως εύλογη αιτία καθυστέρησης η οικονομική αδυναμία – ΑΠ 1080/2001).

γ) Να υποβάλει αίτηση για έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου επί καθυστερήσεως μισθωμάτων λόγω δυστροπίας (ΚΠολΔ 637 επ.) – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ: Η έναρξη της μίσθωσης να αποδεικνύεται εγγράφως και να έχει επιδοθεί έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης.

- Δυστροπία = υπερημερία ως προς την καταβολή του μισθώματος.

- Ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει και αποζημίωση για την πρόωρη λήξη της μίσθωσης.

δ) Να υποβάλει αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής για τα καθυστερούμενα μισθώματα (ΚΠολΔ 645: σώρευση με διαταγή απόδοσης χρήσης και 623 επ.). Πρέπει να υπάρχει ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ή συμβόλαιο από το οποίο να προκύπτει το ύψος του μισθώματος καθώς και ότι το μίσθιο παραδόθηκε ή ότι ο μισθωτής υποχρεούται σε προκαταβολή του μισθώματος.

ε) Άσκηση αγωγής απόδοσης λόγω δυστροπίας κατά ΕισΝΚΠολΔ 66.

- Δυστροπία = υπερημερία ως προς την καταβολή του μισθώματος.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η άσκηση αγωγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου κατά την ΑΚ 597 ισχύει ως καταγγελία, αρκεί να υφίσταται λόγος καταγγελίας (βλ. ΚΠολΔ 619). ΟΜΩΣ: Η άσκηση αγωγής απόδοσης λόγω δυστροπίας κατά ΕισΝΚΠολΔ 66 εδ. β΄ δεν ισχύει ως καταγγελία. Έτσι, ενώ με καταγγελία της ΑΚ 597 επέρχεται λύση της μίσθωσης, δεν συμβαίνει το ίδιο με την άσκηση αγωγής εκ του ΕισΝΚΠολΔ 66. Μόνο με την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης (ή την οικειοθελή σύμμόρφωση του μισθωτή) επέρχεται λύση της μίσθωσης στην τελευταία περίπτωση.
→ Η καταβολή ενώπιον του δικαστηρίου και μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλων των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων που οφείλονται μέχρι την ημέρα της συζήτησης και των δικαστικών εξόδων που ορίζονται αμέσως από τον δικαστή επιφέρει κατάργηση της δικης (ΚΠολΔ 618)- Εξαίρεση: επί επανειλημμένης καθυστέρησης λόγω δυστροπίας.

 

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
24 Σεπ 2020

Ακυρότητα Προσωπικής Εταιρείας

Επιμέλεια: Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

 

 Η εταιρική σύμβαση με την οποία ιδρύεται προσωπική εταιρεία καθώς και οι δηλώσεις βουλήσεων των εταίρων-ιδρυτών μπορούν να πάσχουν από ελαττώματα, τα οποία κατά τις γενικές διατάξεις ΑΚ  συνεπάγονται ακυρωσία ή ακυρότητα  της εταιρείας καθολικά (π.χ. παράνομος σκοπός αρ.174,178 ΑΚ)  ή μόνο των επιμέρους όρων του καταστατικού της ή των δηλώσεων βουλήσεως ορισμένων εταίρων  (όπως π.χ. ανικανότητα, πλάνη, απάτη, απειλή, πλαστογραφία, ΑΠ 614/2016 ΝΟΜΟΣ). Στις κεφαλαιουχικές εταιρείες προβλέπονται ειδικές διατάξεις ακυρότητας της εταιρείας (πχ. αρ.11 ν. 4548/2018 ΑΕ). Εννοείται ότι η ακυρότητα/ακυρωσία ισχύει για εταιρεία που δεν είναι ανυπόστατη  όπως π.χ. ανυπόστατη είναι  η μονοπρόσωπη  προσωπική εταιρεία, εταιρεία που δεν προβλέπεται  από το Ελληνικό δίκαιο. Δεν χωρεί ακυρότητα/ακυρωσία προσωπικής  εταιρείας (και κεφαλαιουχικής) λόγω εικονικότητας εφόσον η εταιρεία πιστοποιείται με καταχώριση σε δημόσια Αρχή (ΓΕΜΗ) καθότι το αντικείμενο της εικονικότητας με την παρέμβαση της διοικητικής Αρχής βρίσκεται εκτός του χώρου της ιδιωτικής αυτονομίας (ΜΠΠειρ 478/2018 δημ. διαδίκτυο). Σύμφωνα με αρ. 85παρ2 δ΄, ε΄, 86, 94 Ν. 4635/2019 οι πράξεις που δεν έχουν καταχωρηθεί στο ΓΕΜΗ δεν αντιτάσσονται έναντι τρίτων (αρ. 94 ν. 4635/2019).

Ειδικότερα, στη δημοσιευμένη προσωπική εταιρεία (ΓΕΜΗ) που συνήφθη εικονικά εν γνώσει των εταίρων, ισχύει ο κανόνας της εγκυρότητας αυτής  καθώς και των συναλλαγών έναντι των τρίτων (αρ. 139 ΑΚ, αρ. 94 ν. 4635/2019). Τυχόν ακυρότητα αυτής (αμφισβητείται) σε κάθε περίπτωση θα ισχύσει  για το μέλλον (βλ. αρ. 85παρ2 δ΄, ε΄ ν. 4635/2019). Επισημαίνεται ότι η εταιρεία που συνήφθη αρχικά ως εικονική μπορεί να τραπεί σε έγκυρη με μεταγενέστερη διαφορετική βούληση των εταίρων κατά επικύρωση αρ. 183 ΑΚ   και  ότι την ένσταση εικονικότητας της εταιρείας (ή την αναγνωριστική αγωγή) δεν έχει έννομο συμφέρον σύμφωνα με αρ. 139 ΑΚ, αρ. 94 ν. 4635/2019 να την προτείνει η εταιρεία ή εταίρος αυτής  κατά τρίτου που ενήργησε εν αγνοία της εικονικότητας  καθώς και τρίτος που δεν βλάπτεται από την εικονικότητα  αφού η συναλλαγή του είναι έγκυρη (ΜΠΠειρ. 478/2018 διαδίκτυο, παθητικά σχετική ακυρότητα προτεινόμενη μόνο κατά τρίτου που γνώριζε την εικονικότητα).

Κατά πάγια άποψη η ενέργεια της ακυρότητας ή ακυρωσίας προσωπικής εταιρείας  (δημοσιευμένης ή εν τοις πράγμασι) που λειτούργησε και έκανε συναλλαγές, ενεργεί για το μέλλον χωρίς να θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν.  Μπορεί όμως να ακυρωθούν δηλώσεις βουλήσεως ορισμένων εταίρων-όχι η εταιρεία- όπως  εταίρων δικαιοπρακτικά ανικάνων, οι οποίοι δεν θα ευθύνονται ατομικά –στις προς τα έσω και έξω σχέσεις-καθώς και εταίρων που δεν θα ευθύνονται λόγω πλαστότητας της υπογραφής τους επί των εγγράφων (βλ. 438 ΚΠολΔ). Αντίθετα η εταιρεία και σ’ αυτές τις περιπτώσεις-μη ευθύνης ορισμένων εταίρων- παραμένει έγκυρη σχετικά με τα δικαιώματα/υποχρεώσεις των λοιπών εταίρων (εκτός αν καθίσταται μονοπρόσωπη οπότε λύεται βλ. αρ. 267 ν. 4072/12).

Σύμφωνα με αρ. 62 ΚΠολΔ η άκυρη προσωπική εταιρεία -με ή χωρίς νομική προσωπικότητα-  έχει ικανότητα διαδίκου ενώπιον των δικαστηρίων ως ένωση προσώπων που επιδιώκει κάποιο σκοπό .-

 

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
9 Σεπ 2020

Αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου και η επιρροή της στην πολιτική δίκη (λειτουργία του τεκμηρίου αθωότητας)

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

Δημοσιεύτηκε στις 15 Ιουλίου 2020 η αναμενόμενη απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η οποία πραγματεύεται ένα κορυφαίο νομικό ζήτημα για το οποίο υπήρξαν αντιφατικές αποφάσεις στη νομολογία.

Σίγουρα θα ακολουθήσουν σχόλια και απόψεις επί της αποφάσεως. Η απόφαση είναι ομόφωνη και κρίνει ότι τα πολιτικά δικαστήρια δε δεσμεύονται από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων.

Παρατίθεται το κείμενο της απόφασης με μία «παραγραφοποίηση» των ζητημάτων που αποφασίστηκαν.

Απόφαση 4 / 2020    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Πλήρους Ολομέλειας: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Πηνελόπη Ζωντανού, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Κοντό και Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Νικολακέα, Αγγελική Τζαβάρα, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Μαρία Τζανακάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Γεώργιο Αποστολάκη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου, Αναστασία Περιστεράκη, Σοφία Τζουμερκιώτη, Ελένη Φραγκάκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Βασδέκη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Γεώργιο Κόκκορη, Πελαγία Ακάσογλου, Καλλιόπη Πανά, Ουρανία Παπαδάκη, Νικόλαο Βεργιτσάκη, Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μαριάνθη Παγουτέλη, Μυρσίνη Παπαχίου και Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μούζουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπακωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-3-2008 και 9-12-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-3-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 889/2018 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε τον δεύτερο λόγο και κατά το πρώτο μέρος του, της ως άνω αίτησης στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 8/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου (σε τακτική σύνθεση), η οποία παρέμπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια τον αναφερόμενο στο σκεπτικό αναιρετικό λόγο. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής και της από 3/10/2019 κλήσης του αναιρεσείοντος - καλούντος, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν τον λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή της αίτησης, ο δε του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να γίνει δεκτός ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 11η Ιουνίου 2020, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Αγγελική Τζαβάρα, Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, Νικόλαος Πιπιλίγκας, Αναστασία Περιστεράκη, Στυλιανός Δαρέλλης, Νικόλαος Βεργιτσάκης και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως, συμμετείχαν εξ αποστάσεως μέσω ηλεκτρονικής διαδικτυακής σύνδεσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην Δ1α/ΓΠ.οικ.26804/25-4-2020 ΚΥΑ των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Άμυνας και Υγείας οι Αρεοπαγίτες Ελένη Φραγκάκη, Θεόδωρος Μαντούβαλος, Γεώργιος Κόκκορης και Καλλιόπη Πανά, και οι λοιποί παραστάθηκαν αυτοπροσώπως. Συμμετεχόντων λοιπόν, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

(Α. Το υπό κρίση νομικό ζήτημα της απόφασης)

Με την από 3.10.2019 κλήση του αναιρεσείοντος νομίμως φέρεται ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της από 2.3.2017 με αριθμό καταθέσεως 5/2017 αιτήσεως, με την οποία διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2017 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είχε παραπεμφθεί αρχικά στην Τακτική Ολομέλεια με την 889/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., επειδή η απόφαση επί του σχετικού θέματος λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου. Ακολούθως η Τακτική Ολομέλεια με την 8/2019 απόφασή της παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, κατ' εφαρμογήν της προεκτεθείσας διατάξεως (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ.), καθώς επίσης και της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 2 εδ. γ' και δ' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, τον ως άνω αναιρετικό λόγο - με τον οποίο τίθεται το εξαιρετικής σημασίας ζήτημα, - για το οποίο έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου - αν παραβιάζεται το κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. τεκμήριο αθωότητας στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος έχει αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο, για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, για το οποίο αθωώθηκε.

(Β Έννοια του τεκμηρίου  αθωότητας)

Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι "Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος..." και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο", στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου: Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις. Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου. Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας. Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

(Γ. Ποια θεωρείται αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου)

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

(Δ. Προϋποθέσεις εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες ΜΗΝ ΠΟΙΝΙΚΕΣ δίκες-όπως στην αγωγή αδικοπραξίας 914 ΑΚ επ.- Επιχειρηματολογία της απόφασης)

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

(Δ-1 ΔΕΝ καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου- Διάκριση δικαιοδοσιών)

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.). Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.

(Δ-2 Μη δέσμευση ποινικού δικαστηρίου από προγενέστερη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου για το ίδιο γεγονός)

Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ' όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.

(Δ-3 Μη υποχρεωτική η αναστολή με το άρθρο 250 ΚΠολΔ της πολιτικής δίκης μέχρι την έκδοση της ποινικής απόφασης)

Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ επί πλέον το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση. Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.

(Δ-4 Μη δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου από καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου)

Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ' όσον αυτές εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα, υπό την εκδοχή αυτή (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά. Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο.

(Δ-5 Περί μη υπάρξεως «ενιαίας έννομης τάξης»)

Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για τη διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε", αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό "δύνασθαι" του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., "(......) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει. Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι", και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ. και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού. Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου. Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

(Ε. ΜΗ δέσμευση πολιτικού δικαστηρίου από την προηγηθείσα αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου)

Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

(ΣΤ Λήψη υπόψη ως ισχυρού τεκμηρίου της ποινικής κρίσης)

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται. Αν, τέλος, με τη δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ' ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ' αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ' όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.

(Ζ Ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας ΔΕΝ αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις)

Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάσει της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem [Ε.Δ.Δ.Α. Diacenco κατά Ρουμανίας της 7.2.2012 (αριθμ. προσφυγής 124/2004)]. Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, που προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως" (βλ. ιδίως Ε.Δ.Δ.Α. Erkol κατά Τουρκίας της 19.4.2011 (αριθμ. προσφυγής 50172/06), Ε.Δ.Δ.Α. Diacenco κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12.7.2013 (αριθμ. προσφυγής 25424/2009), Ε.Δ.Δ.Α. Alkasi κατά Τουρκίας της 18.10.2016 (αριθμ. προσφυγής 21107/2007), Ε.Δ.Δ.Α. Urat κατά Τουρκίας της 27.11.2018 (αριθμ. προσφυγών 53561/09 και 13952/11), Ε.Δ.Δ.Α. Ringvold κατά Νορβηγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 34964/97), Ε.Δ.Δ.Α. Fleschner κατά Γερμανίας της 3.10.2019 (αριθμ. προσφυγής 61985/2012), Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος (Ε.Δ.Δ.Α. Diacenco κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00) και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία, η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου. Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που ο ζημιωθείς δεν παρέστη στο ποινικό δικαστήριο για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο (π.χ. επί μη νόμιμης κλητεύσεως), η δικαστική του ακρόαση παραγκωνίζεται, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να αποδίδεται στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος.

(Η. Λειτουργία του τεκμηρίου αθωότητας στην πολιτική δίκη)

Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του,

β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα,

γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας,

Διαβάστε περισσότερα

Ενημερωθείτε για το  Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
6 Αυγ 2020

Περιοχή Μακρυγιάννη-Αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών και εκτέλεσης εργασιών για κτίρια άνω των 17,50 μ.

Περιοχή Μακρυγιάννη-Αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών και εκτέλεσης εργασιών για κτίρια άνω των 17,50 μ.

 

Εύη Γαλάνη, Δικηγόρος, ΜΔΕ

 

Με την απόφαση 705/2020[1] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία επιβλήθηκε, για ένα έτος, αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών και εκτέλεσης εργασιών για την ανέγερση κτιρίων με ύψος άνω των 17.50 μ. στην περιοχή Μακρυγιάννη-Κουκάκι του Δήμου Αθηναίων, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών. Με την προσβαλλομένη επιδιώκεται να αποτραπεί προσωρινά η ανέγερση πολυώροφων κτιρίων κοντά στην Ακρόπολη, τα οποία υποβαθμίζουν το μνημείο και τον περιβάλλοντα χώρο του, προκειμένου η Διοίκηση να επανεξετάσει το πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής και στη συνέχεια να θεσπίσει ειδικούς όρους και περιορισμούς δόμησης για την προστασία της.

Το Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία του, κατά την οποία με το άρθρο 24 §§ 1 και 6 του Συντ. και τις διατάξεις του Ν 3028/2002 επιβάλλεται η αποτελεσματική προστασία των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, μεταξύ των οποίων και οι αρχαιολογικοί χώροι που αποτελούν ενεργούς οικισμούς, καθώς και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους χώρου.

Όπως έχει κριθεί, με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντ. έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη αξία το φυσικό, οικιστικό, και πολιτιστικό περιβάλλον, από το οποίο εξαρτάται η ποιότητα ζωής και η υγεία των κατοίκων των πόλεων και των οικισμών. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παραγρ. 1 και 6 καθιερώνεται αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας, και επιβάλλεται στα όργανα του Κράτους η υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η προστασία και η διατήρηση των στοιχείων αυτών του πολιτιστικού περιβάλλοντος και του απαραίτητου για την ανάδειξή τους σε ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα περιβάλλοντος χώρου, συνεπάγεται δε τη δυνατότητα επιβολής των απαιτούμενων για τον σκοπό αυτό μέτρων και περιορισμών της ιδιοκτησίας[2] .Οι περιορισμοί αυτοί, που ερείδονται αποκλειστικά στο άρθρο 24 του Συντάγματος, μπορούν να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος.[3] Περαιτέρω, τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη των ανωτέρω αγαθών και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, ατομικού ή κανονιστικού χαρακτήρα (ΣΕ 2261/2014 7μ. σκ. 7, 2924/2011 σκ. 7 κ.ά.), παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα (ΣΕ 2102-03/2019 Ολομ., 1025, 3527/2017 7μ. κ.ά. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, η λήψη μέτρων που επιφέρουν επιδείνωση των όρων διαβίωσης και υποβάθμιση του υπάρχοντος φυσικού ή του διαγραφόμενου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος. Η τήρηση της συνταγματικής αυτής επιταγής υπόκειται στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή, ο οποίος οφείλει, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να σταθμίσει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κατά πόσον υποβαθμίζεται το φυσικό και αστικό περιβάλλον.[4]

Εν όψει τούτων επισημάνθηκε, όπως και με την πρόσφατη απόφαση ΣΕ 2102/2019 Ολομ., ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 14 περ. 6 του ν. 3028/2002 π.δ/γμα για τον καθορισμό των χρήσεων γης και των όρων δόμησης της περιοχής Μακρυγιάννη, η οποία αποτελεί ενεργό οικισμό και κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο από το 2004, δεν έχει εκδοθεί παρά το ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος από την κήρυξη, με αποτέλεσμα την ελλιπή προστασία του σημαντικότερου μνημείου της κλασικής αρχαιότητας (σκ. 5, 6, 8).

Κρίθηκε επίσης ότι η εξουσιοδοτική διάταξη (άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4067/2012) συνάδει με τα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του 1ου Π.Π. της Ε.Σ.Δ.Α., διότι η αναστολή οικοδομικών αδειών και εργασιών, με την οποία επιδιώκεται η αποτροπή δημιουργίας πραγματικών καταστάσεων που θα δυσχέραιναν τον πολεοδομικό σχεδιασμό, αποτελεί προσωρινό περιορισμό της ιδιοκτησίας, επιβάλλεται χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την προστασία του οικιστκού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 § 2 του Συντάγματος, θεμιτώς δε προβλέπει την έκδοση υπουργικής αποφάσεως και όχι π.δ/τος, διότι το ζήτημα της αρμοδιότητας είναι ειδικό εν σχέσει με τη ρύθμιση του θέματος στον νόμο. Με αντίστοιχες σκέψεις κρίθηκε ότι το επιβληθέν μέτρο της αναστολής κινείται εντός των πλαισίων της εξουσιοδοτήσεως και δεν θίγει υπέρμετρα την ιδιοκτησία, διότι δεν επιβάλλει πλήρη απαγόρευση δομήσεως αλλά μερική, επιτρέπει δε επαρκή εκμετάλλευση του ακινήτου με την ανέγερση οικοδομών μέχρι 17,50 μ.

Επιπλέον κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως, ούτε κατάχρηση εξουσίας, εκ του ότι η Διοίκηση, με τη χορήγηση εγκρίσεως του ν. 3028/2002 και προέγκρισης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση ξενοδοχείου δημιούργησε στην αιτούσα την πεποίθηση ότι δεν θα τροποποιηθεί το σχέδιο πόλεως και δεν θα επιβληθεί αναστολή. Εν πάση περιπτώσει, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης ουδόλως επιβάλλει τη διαιώνιση των ισχυουσών σε δεδομένο τόπο και χρόνο πολεοδομικών ρυθμίσεων. Αντίθετη εκδοχή θα αναιρούσε την ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα κατ’ εκτίμηση των επιταγών του δημοσίου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, και να εκπληρώνει, με τον τρόπο αυτό, την κατά το Σύνταγμα επιταγή για προστασία του περιβάλλοντος και την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης (σκ. 12).

Επιπροσθέτως κρίθηκε ότι η επιλογή του ύψους των 17,5 μ. δεν είναι αυθαίρετη,  ούτε δυσανάλογη εκ του ότι υπολείπεται του ανώτατου ύψους κατά το άρθρο 15 του Ν.Ο.Κ. (ν. 4067/2012), το οποίο, κατά την αιτούσα, βάσει “σ.δ. 3,6” κατά το π.δ. της 23-27.6.1978, είναι για την περιοχή “32 μ.” Ειδικότερα, το ύψος των 17,5 μ. δεν είναι αυθαίρετο διότι στοιχεί προς τα ύψη που προβλέπει, για τις αμέσως γειτνιάζουσες με την επίδικη περιοχές, το π.δ. της 19.2-5.3.1975, το οποίο καθορίζει μειωμένα ύψη χάριν της προστασίας των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας. Περαιτέρω, καθ’ ερμηνεία του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, των διαδοχικώς ισχυσάντων Γ.Ο.Κ. και των άρθρων 1 §§ 4 και 5, 15 § 1, και 35 του Ν.Ο.Κ., κρίθηκε ότι ο  υπολογισμός του μέγιστου ύψους των κτιρίων σε συνάρτηση με τον σ.δ., κατά το άρθρο 15 παρ. 1 αυτού, δεν εφαρμόζεται όταν με ειδικά διατάγματα προϋφιστάμενα του Ν.Ο.Κ. έχουν ορισθεί για περιοχές ή οικισμούς συγκεκριμένοι όροι δομήσεως, όπως ανώτατα ύψη κτιρίων. Αντίθετη ερμηνεία, κατά την οποία με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν.Ο.Κ. προσαυξάνεται “αυτομάτως” το ανώτατο ύψος των οικοδομών, σε συνάρτηση με τον σ.δ., σε όλους τους οικισμούς της χώρας και αδιαφόρως του ειδικού πολεοδομικού καθεστώτος εκάστου, θα αντέκειτο στο άρθρο 24 § 2 του Συντ., το οποίο επιβάλλει την ορθολογική πολεοδόμηση των οικισμών κατόπιν μελέτης της φυσιογνωμίας κάθε περιοχής και με τη συμμετοχή του οικείου ΟΤΑ και των ενδιαφερόμενων πολιτών, δεν επιτρέπει δε την δια γενικής διατάξεως και χωρίς ειδική μελέτη κατάργηση, συλλήβδην, των ειδικών όρων δόμησης που είχαν θεσπισθεί για κάθε περιοχή με τήρηση των ανωτέρω εγγυήσεων. Για την ταυτότητα του λόγου, δεν εφαρμόζονται αυτοτελώς οι διατάξεις περί προσαυξήσεως του ύψους σε περίπτωση φυτεμένου δώματος, εκτός αν οι ειδικές διατάξεις κάθε περιοχής το επιτρέπουν (άρθρο 18 παρ. 1 του Ν.Ο.Κ.). Εν όψει τούτων, κρίθηκε ότι στην επίμαχη περιοχή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν.Ο.Κ. αλλά οι ειδικές διατάξεις του β.δ. της 30.8-9.9.1955, οι οποίες ορίζουν για τον τομέα του επίδικου ακινήτου ως ανώτατο ύψος τα 21 μ.

 


[1] Ομοίου περιεχομένου αποτελεί η ΣτΕ Ολ 706/2020.

[2] Βλ. και ΣΕ 2102/2019 Ολομ., 1268/2019 7μ., 618/2018, 3382/2015, 3064/2015, 903/2005.

[3] ΣΕ 2887-88/2014 7μ., 1097/1987 Ολομ., 618/2018, 3382/2015 κ.ά.

[4] ΣΕ 376/2014 Ολομ., 415/2011 Ολομ., 3838/2009 Ολομ. κ.ά.

 

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών     Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη με δυνατότητα για
Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

 

 

 
Υποψήφιος Δικαστής
17 Ιουν 2020

Συνέπειες της Πτώχευσης

(Πτωχευτική απαλλοτρίωση-αναστολή ατομικών διώξεων-όφειλέτες εις ολόκληρον-παύση τοκογονίας)

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

1.- Περιουσιακή συνέπεια της κήρυξης σε πτώχευση, ως προς τον οφειλέτη, είναι η πτωχευτική απαλλοτρίωση (αρ. 17παρ1 ΠτΚ) δηλ. η δέσμευση της περιουσίας του οφειλέτη όπως αυτή υφίσταται κατά τη κήρυξη της πτώχευσης (πτωχευτική περιουσία αρ. 16παρ1) και η ανάθεση αυτοδικαίως της διοίκησης αυτής στον διαχειριστή αφερεγγυότητας. Δικονομική συνέπεια της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης είναι ότι ο οφειλέτης κατά κανόνα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά/παθητικά στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία αρ.17παρ4 ΠτΚ.  Παρίσταται για τον οφειλέτη o διαχειριστής αφερεγγυότητας  ως μη δικαιούχος, μη υπόχρεος διάδικος, σύμφωνα με αρ. 62 ΚΠολΔ. Ο οφειλέτης δικαιούται σε πρόσθετη παρέμβαση. Βάρος απόδειξης της κατάστασης πτώχευσης και των συνεπειών της και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.

2.- Αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών. Σύμφωνα με αρ. 25παρ1 ΠτΚ  η νομική κατάσταση της πτώχευσης έχει ως συνέπεια –μεταξύ άλλων–, ως προς τους πιστωτές, την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διώξεων των πτωχευτικών δανειστών του οφειλέτη (πτωχού) που δεν έχουν ειδικό προνόμιο και αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.  Το γεγονός της πτώχευσης και οι συνέπειές της λαμβάνονται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο.  Σύμφωνα με αρ. 25παρ2 ΠτΚ είναι απόλυτα άκυρες οι δικονομικές πράξεις όπως, η κατάθεση, επίδοση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής καθώς και απαράδεκτη η συζήτηση αυτών (θεωρείται ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ή κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αυτής  ΕφΘεσ 2419/2010 ΕπισκΕΔ 2010.237, ΕφΑθ 3575/2010 ΔΕΕ 2010.1307, ΕιρΑθ 1154/2015 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με αρ. 89 επ ΠτΚ ο πιστωτής  θα πρέπει να  ακολουθήσει την πτωχευτική διαδικασία της εξέλεγξης των πιστώσεων  που αρχίζει με την κατάθεση εμπρόθεσμα αναγγελίας της απαίτησής του που αφορά κεφάλαιο και τόκους μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με αρ. 94, 95 ΠτΚ, κατά τη διαδικασία των επαληθεύσεων που έπεται της αναγγελίας, η αναγγελία του πιστωτή μπορεί να αμφισβητηθεί  από τον οφειλέτη (αντιρρήσεις κατ’ αρ. 95 ΠτΚ) . Οι αντιρρήσεις του οφειλέτη κατά την πτωχευτική διαδικασία των επαληθεύσεων θα εισαχθούν να δικαστούν οριστικά  από το πτωχευτικό δικαστήριο αρ. 95παρ2 ΠτΚ (Πολ Πρωτ. εκουσία δικαιοδοσία).

3.- Οφειλέτες εις ολόκληρον. Σύμφωνα με αρ. 27 ΠτΚ προβλέπεται ότι  (27παρ1) επί οφειλής εις ολόκληρον ο πιστωτής  έχει δικαίωμα, εάν κηρυχθεί σε πτώχευση τουλάχιστον ένας από τους συνοφειλέτες, να απαιτήσει από κάθε συνοφειλέτη  την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής του, εάν αυτή  κατέστη απαιτητή κατά την πραγματική λήξη της. Η πτώχευση δηλ. δεν επηρεάζει την ευθύνη των εις ολόκληρον συνοφειλετών και των εγγυητών. Σε περίπτωση υπερκάλυψης της απαίτησης, ο πιστωτής αποδίδει το επιπλέον σε εκείνον τον συνοφειλέτη που θα είχε δικαίωμα αναγωγής κατά των άλλων. Επίσης, συνοφειλέτης εις ολόκληρον  και εγγυητής δεν μπορούν να συμμετάσχουν στην πτώχευση συνοφειλέτη ή πρωτοφειλέτη αντίστοιχα, με βάση απαίτηση που θα αποκτούσαν στο μέλλον λόγω ικανοποίησης από αυτούς του πιστωτή, εκτός αν ο πιστωτής αυτός δεν έχει αναγγείλει την απαίτησή του (αρ. 27παρ2).

4.- Παύση τοκογονίας (τοκοφορίας). Σύμφωνα με αρ. 24 ΠτΚ προβλέπεται ότι (αρ. 24παρ1),  από την κήρυξη της πτώχευσης οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Η παύση της τοκογονίας δεν ισχύει για τους συνοφειλέτες και τους εγγυητές (αρ. 24παρ2). Το κατά τα άρθρα 107 επ. σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την καταβολή, ολική ή μερική, των τόκων που έπαυσαν να παράγονται λόγω κήρυξης της πτώχευσης.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
26 Μαΐ 2020

Η ελαφρυντική περίσταση του 84 παρ.2 εδ ε ΠΚ

(καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του υπαίτιου, ακόμα και κατά την κράτησή του)

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

    Σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 1 ΠΚ η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που  προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές  περιστάσεις. Μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων στην παρ. 2 εδαφ. ε προβλέπεται και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα  μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.

    Με την 1818/2019 του ΣΤ τμήματος του Αρείου Πάγου ερμηνεύεται η νέα διάταξη του 84 παρ.2 εδ.ε ΠΚ ως ακολούθως :

    Χρόνος της καλής συμπεριφοράς. «Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είχε ως προϋπόθεση, κατά την κρατούσα νομολογία, ότι έπρεπε η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.  

    Η νομοθετική πρόβλεψη της καλής συμπεριφοράς και στη φυλακή. «Όμως, δεν μπορούσε να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κρατήσεώς του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και, πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτιώσεως του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου. Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, αναμφιβόλως τελούσε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.»

    Πώς νοείται η καλή συμπεριφορά. «Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του. Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη είτε κρατουμένου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας δεν αρκούσε η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά έπρεπε να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως (ΑΠ 622/2019,571/2018,1815/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο2 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ (Ν.4619/2019), αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.

    Ευμενέστερη η νέα διάταξη. «Επίσης, από τον συνδυασμό των άρθρων 511 εδάφιο τελευταίο και 514 εδάφιο τελευταίο του ισχύοντος ΚΠΔ (Ν.4620/2019), ο Άρειος Πάγος επί παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 84 παρ 2 ε'του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται πλέον ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του ακόμα και κατά την κράτησή του". Η εν λόγω διάταξη σαφώς διαφοροποιείται ιδιαίτερα ως προς τον κρατούμενο δράστη και είναι προφανώς επιεικέστερη της προϊσχύσασας. 'Όπως δε χαρακτηριστικά αναγράφεται στην αιτιολογική έκθεση (σελ. 6 και 22) του ισχύοντος ΠΚ "Η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του κρίνεται κατά και μετά την κράτησή του, ως δείγμα της αντικειμενικά αξιολογούμενης υποχρέωσής του να συμπεριφέρεται "καλά", δηλαδή νόμιμα ... Η καλή συμπεριφορά του καταδικασθέντος για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του αξιολογείται ελαφρυντικά "ακόμα και κατά την κράτησή του". Τούτο, κατ' αρχάς, επιβάλλεται από τον ειδικό προληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας, αφού η καλή διαγωγή του κρατουμένου αποτελεί θετική ένδικη για την κοινωνική επανένταξή του και η επιεικέστερη μεταχείρισή του προωθεί τον σκοπό αυτό. Η σκέψη ότι ο κρατούμενος δεν είχε αντικειμενικά τις ευκαιρίες ή τα κίνητρα που παρέχει η ελεύθερη διαβίωση να συμπεριφερθεί διαφορετικά, παραβλέπει το γεγονός ότι οι συνθήκες διαβίωσης μέσα στη φυλακή είναι πολύ πιο δύσκολες από ό,τι έξω από αυτήν".»

    Απόδειξη της καλής συμπεριφοράς. «Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 ε' του ΠΚ με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός πρέπει ν' απορριφθεί καθόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης της κατηγορουμένης, μετά την εγκληματική της δράση (τέλεση των πράξεων της ηθικής αυτουργίας στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου με σκοπό τον πορισμό οφέλους άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και χρήση πλαστού εγγράφου, απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο με σκοπό τον πορισμό οφέλους άνω των 73.000 ευρώ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος) μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό στις 19-12-2011, κατά το οποίο διατελούσε σε καθεστώς ελευθερίας και το οποίο ήταν το μεγαλύτερο μετά την τέλεση των πράξεών της, από τα οποία (περιστατικά) να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα της και όχι μόνο το σύνηθες συμβαίνον για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο. Για δε το χρονικό διάστημα της φυλάκισής της από τις 19-12-2011 και εντεύθεν, ωσαύτως δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που καταδεικνύουν εξαιρετική - βελτίωση της συμπεριφοράς της κατηγορουμένης, με την έννοια της θετικής δραστηριότητας αυτής, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή ή φόβου ή καταναγκασμού.". Η αιτιολογία αυτή θεωρουμένη υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου επιεικέστερου νόμου (ΠΚ 2), στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενόψει μάλιστα και των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα εγγράφων περί καλής διαγωγής της στο Κατάστημα Κράτησης ….., δηλαδή των από 4-2-2014 δύο υπηρεσιακών βεβαιώσεων της διεύθυνσης του ανωτέρω Καταστήματος (στις οποίες εκτίθενται ειδικότερα τα σχετικά περιστατικά) που περιέχονται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και ανεγνώσθησαν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική διάταξή της για αναγνώριση της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινών και συνολικής ποινής.»

Ενημερωθείτε για το  Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
20 Μαΐ 2020

ΔΙΑΠΛΑΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ (άρθρ. 71 ΚΠολΔ)

Κώστας Kουτσουλέλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

    Γενικά: Κατά το δικονομικό δίκαιο αγωγή είναι η επιτευκτική διαδικαστική πράξη εκείνη (ως γενικό ένδικο βοήθημα) με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας ενώπιον παντός δικαιοδοσίας δικαστηρίου (άρθρ. 215 επ. ΚΠολΔ, άρθρ. 71 επ. ΚΔΔ και άρθρ. 63 επ. ΚΠΔ), με την άσκηση της οποίας αρχίζει η δίκη και επέρχονται τόσο τα ουσιαστικά (άρθρ. 261, 346, 1096, 1097 κλπ ΑΚ), όσο και τα δικονομικά (άρθρ. 221 επ. ΚΠολΔ) αποτελέσματά της. Η αγωγή διακρίνεται, ανάλογα με το αίτημά της, σε καταψηφιστική, διαπλαστική, αναγνωριστική και σε πλαγιαστική (άρθρ. 70-72 ΚΠολΔ).

    Διαπλαστική αγωγή: Είναι εκείνη που έχει αίτημα τη διάπλαση μιας έννομης σχέσης, δηλαδή τη σύσταση, αλλοίωση ή κατάργησή της (άρθρ. 71, ΚΠολΔ) (Ν.Νίκας σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, 160), π.χ. αγωγή διαζυγίου (άρθρ. 1438, ΑΚ), αγωγή ακύρωσης γάμου (άρθρ. 1376, ΑΚ), αγωγή διάρρηξης δικαιοπραξίας (άρθρ. 939 ΑΚ), αγωγή ακύρωσης δικαιοπραξίας (άρθρ. 155, ΑΚ) ή απόφασης ΓΕ Σωματείου (ΕφΠειρ 52/1997 ΕλλΔνη 1997, 1676) ή ανώνυμης εταιρίας (ΠΠρΑθ 8848/1997 ΕΕμπΔ 1998, 78). Ακόμα και η ανακοπή τρίτου στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρ. 936 ΚΠολΔ) αποτελεί διαπλαστική αρνητική αγωγή γιατί σκοπός της είναι η ακύρωση της κατάσχεσης (ΕφΑθ 6735/1996 ΕλλΔνη 1997, 667), κλπ.

    Διαπλαστικά δικαιώματα: Η διαπλαστική αγωγή δεν έχει σχέση με τα διαπλαστικά δικαιώματα, δηλαδή, εκείνα με τα οποία ο δικαιούχος τους με μονομερή πράξη του ή συντρεχόντων και άλλων όρων, συστήνει, αλλοιώνει δικό του ή ξένο δικαίωμα ή έννομη σχέση. Τα δικαιώματα αυτά δεν αποτελούν αξίωση, ώστε να μην απαιτείται από άλλον πράξη ή παράλειψη, αλλά επιτυγχάνουν τη διαμόρφωση νομικής κατάστασης. Για τον λόγο αυτόν, η άσκηση της διαπλαστικής αγωγής διαφέρει από την άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, δεδομένου ότι στα διαπλαστικά δικαιώματα η διάπλαση της έννομης σχέσης επέρχεται αυτοδίκαια με μονομερή ενέργεια του δικαιούχου, ενώ, αντίθετα, στις διαπλαστικές αγωγές η διάπλαση επέρχεται μόνον με (τελεσίδικη ή αμετάκλητη) δικαστική απόφαση. Επομένως σε περίπτωση που ο εκμισθωτής καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης επειδή ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα, ολικά ή μερικά (άρθρ. 597 ΑΚ), παύει να υπάρχει η σύμβαση μίσθωσης από τον χρόνο που έγινε γνωστή η δήλωση αυτή του εκμισθωτή στον μισθωτή, δηλαδή, με την επίδοση της σχετικής αγωγής, στην οποία περιέχεται η δήλωσή του αυτή, ενώ, αν ο ένας των συζύγων εγκατέλειψε τον άλλον, δεν επέρχεται αυτοδίκαια η λύση της έγγαμης συμβίωσης του ακόμα και όταν η διάστασή τους διαρκεί δύο χρόνια συνέχεια (άρθρ. 1439, ΑΚ), αλλά απαιτείται η έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης (άρθρ. 1438, ΑΚ και 602, ΚΠολΔ).

    Προϋποθέσεις: Λόγω του είδους και της φύσης της διαπλαστικής αγωγής: α) νομιμοποιούνται ως διάδικοι μόνον τα πρόσωπα που ορίζονται από τον νόμο και για τον λόγο αυτόν, δεν απαιτείται η επίκληση ιδιαίτερου εννόμου συμφέροντος (Ν.Νίκας σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, 464) και β) η άσκησή της πρέπει να γίνει εντός της προβλεπομένης προθεσμίας.
Σημειώνεται ότι και στην περίπτωση της διαπλαστικής αγωγής το δικαστήριο πρέπει προηγουμένως να αναγνωρίσει την ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος και μετά να προχωρήσει στην καταδίκη του εναγομένου ή στην διάπλαση, αντίστοιχα, της επίδικης έννομης σχέσεως (άρθρ. 282 και 330, ΚΠολΔ).

    Δεδικασμένο-Εκτελεστότητα: Οι διαπλαστικές αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο κατά τα άρθρα 321, 322, 324-329 ΚΠολΔ, ως προς τα υποκειμενικά όριά τους, με εξαίρεση εκείνες που αφορούν γαμικές διαφορές και τις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρ. 602 ΚΠολΔ) γιατί στις περιπτώσεις αυτές, το δεδικασμένο ενεργεί έναντι όλων (erga omnes), ενώ δεν μπορούν να κηρυχθούν προσωρινά εκτελεστές (άρθρ. 909 περ. 3 ΚΠολΔ), αλλ’ ούτε και όταν τελεσιδικήσουν αποτελούν, κατά το άρθρο 904 παρ. 2 α’ ΚΠολΔ, τίτλους εκτελεστούς (Ε.Μπαλογιάννη σε Κ.Κουτσουλέλο Αναγκαστική Εκτέλεση, 29).

    Δικαστικό ένσημο: Η διαπλαστική αγωγή δεν υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου κατά τον Ν. ΓΠΟΗ (ΕφΑθ 3217/1994 ΝοΒ 1995, 264).

Βιβλία διεκδικήσεων: Τέλος, η διαπλαστική αγωγή δεν εγγράφεται ακόμα και αν αφορά ακίνητο, εκτός αν πρόκειται για μικτή αγωγή (Ν.Νίκας σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, 464).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
15 Μαΐ 2020

Οι υπάλληλοι των πρώην ΔΕΚΟ και το άρθρο 259 ΠΚ

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

    Σύμφωνα με το άρθρο 259 Π.Κ., «υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη» σκοπός του οποίου είναι η τιμώρηση παραβατικής συμπεριφοράς υπαλλήλων που διαταράσσει το δημόσιο συμφέρον είτε αποκομίζοντας ίδιον όφελος είτε ζημιώνοντας το δημόσιο είτε βλάπτοντας κάποιον τρίτο.

    Η έννοια του υπαλλήλου ορίζεται στο άρθρο 13 περ. α κατά το οποίο «υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου προσώπου δημόσιου δικαίου». Ο Άρειος Πάγος έχει σαφώς οριοθετήσει την έννοια του υπαλλήλου κατ’ άρθρο 13 περ. α σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ («Αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στο κύκλο των δημοσίων υποθέσεων στην περίπτωση του δημόσιου υπαλλήλου και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κ.λπ.» ΑΠ 2597/2008). Όπως σαφώς ορίζεται στον νόμο πλέον, ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13 α ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. (βλ. σχ. ΑΠ 122/2015, ΑΠ 351/2014, ΑΠ 553/2013, ΑΠ 137/2012., ΑΠ 1364/2014, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 1289/2009, 1687/2009, ΑΠ 613/1983 ΑΠ 1817/1982). ΑΠ 757/2016

    Η διάταξη του άρθρου 263Α του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία καταργήθηκε με τον νέο ΠΚ (Ν. 4637/2019) όριζε ότι: «Για την εφαρμογή των άρθρων ... 259, 261, ... υπάλληλοι θεωρούνται και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση: α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερού, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης ή μέσων συγκοινωνίας ή επικοινωνίας ή μαζικής ενημέρωσης, ... ». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν 4619/2019 ο νομοθέτης συνειδητά περιορίζει τον ορισμό της υπαλληλικής έννοιας με σκοπό να απομακρυνθεί από τα δεδομένα της «...κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας...» και του «... διευρυμένου τότε δημόσιού τομέα ...» στα οποία βασιζόταν η προϊσχύουσα διάταξη και προκειμένου να ευθυγραμμιστεί ο ΠΚ με τις «... σημερινές συνθήκες, που χαρακτηρίζονται από τον ουσιώδη περιορισμό του δημόσιού τομέα και την πλήρη απελευθέρωση πρώην μονοπωλιακών τομέων της αγοράς (τηλεπικοινωνίες, τραπεζικές υπηρεσίες κ.λπ.) ...». (βλ. Αιτιολ. Έκθεση νέου ΠΚ αναφορικά με την κατάργηση του 263Α. Το ισχύον άρθρο 263Α καταργείται. Το άρθρο αυτό προσετέθη στον ΠΚ µε το Ν.Δ. 1234/1972 υπό το τότε δικτατορικό καθεστώς τής κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας. Ακολούθως, διευρύνθηκε µε τον Ν 1738/1987 για να συμπεριλάβει τον διευρυμένο τότε «δημόσιο» τομέα. Υπό τις σημερινές συνθήκες, που χαρακτηρίζονται από τον ουσιώδη περιορισµό του δημόσιου τομέα και την πλήρη απελευθέρωση πρώην μονοπωλιακών τομέων της αγοράς (τηλεπικοινωνίες, τραπεζικές υπηρεσίες κ.λπ.), η διάταξη αυτή στερείται δικαιολογίας και, επιπλέον, παρεμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία ζωτικών τομέων της οικονομίας. Άλλωστε, η ποινικοποίηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα καλύπτει διαχρονικώς σε ικανό βαθμό το τιμωρητικό «κενό» που επιδίωξε να καλύψει το ισχύον άρθρο 263Α.)

    Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, πρώην ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ), αποτελούν ανώνυμες εταιρίες οι οποίες δεν ανήκουν στον στενό δημόσιο τομέα. Από τη νομολογία του άρθρου 13 περ.α ΠΚ, το οποίο παρέμεινε αναλλοίωτο και στον νέο ΠΚ, ουδέποτε είχε κριθεί υπάλληλος κατά το 13 περ. α υπάλληλος της ΕΥΔΑΠ. Αντίστοιχα κρίθηκαν «υπάλληλοι» της ΔΕΗ (ΑΠ 1698/2002 ΠοινΧρ 2003/640), και ΟΤΕ (ΑΠ 543/2006 ΠοινΧρ 2002/811) πάντα με τη συνδρομή και συνεφαρμογή του ήδη καταργηθέντος άρθρου 263 Α του προϊσχύσαντος ΠΚ

    Εξάλλου, όπου ο νομοθέτης θέλησε να διευρύνει την έννοια του υπαλλήλου, το πρόβλεψε ρητά όπως στην περίπτωση του άρθρου 237 Β ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 21 του ν.4637/2019) «Για την εφαρμογή των άρθρων 235 και 236, υπάλληλοι θεωρούνται και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή μη και με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση σε οργανισμούς ή επιχειρήσεις οποιασδήποτε νομικής μορφής που ανήκουν εξ ολοκλήρου ή κατά την πλειοψηφία των μετοχών τους στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή των οποίων τη διοίκηση διορίζει εξ ολοκλήρου ή κατά πλειοψηφία το Κράτος ή οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.»

    Κατόπιν τούτων με την ισχύ του νέου ΠΚ οι εργαζόμενοι στις πρώην ΔΕΚΟ (ΔΕΗ,ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ) δεν υπάγονται στην έννοια του «υπαλλήλου», όπως ορίζεται στο άρθρο 13 περ.α ΠΚ, δεδομένης της συσταλτικής οριοθέτησης της έννοιας του υπαλλήλου.

    Συνεπώς, εφόσον δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 259 του ΠΚ, όσοι υπάλληλοι των πρώην ΔΕΚΟ έχουν εκκρεμείς κατηγορίες για παράβαση καθήκοντος πρέπει να κηρύσσονται αθώοι κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ.

 

Ενημερωθείτε για το  Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
19 Μαρ 2020

Καταστροφή πράγματος υπό οικονομική έννοια - Η νομολογία για τα αυτοκίνητα

Επιμέλεια: Κίμων Σαϊτάκης, Δικηγόρος Δ.Ν., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής ΕΚΠΑ

Η λεγόμενη καταστροφή υπό οικονομική έννοια ενός πράγματος δεν συνιστά κατά κυριολεξία καταστροφή, δηλαδή σωματικής εκμηδένισης του πράγματος κατά τρόπο ώστε να μην είναι πλέον τεχνικώς δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών. Αντίθετα, η επισκευή είναι μεν δυνατή, αλλά θα απαιτήσει χρόνο και, κυρίως, δαπάνες, το ύψος των οποίων -με συνυπολογισμό και της ενδεχόμενης μειώσεως της εμπορικής αξίας του πράγματος λόγω της προσβολής- υπερβαίνει το κόστος για την αντικατάσταση του βλαβέντος με την προμήθεια ενός άλλου ισάξιου πράγματος. Η αποκατάσταση των βλαβών είναι δηλαδή (τεχνικά) δυνατή, αλλά παρίσταται ως οικονομικά ασύμφορη.

Η έννοια της οικονομικής καταστροφής έχει διαπλασθεί από τη νομολογία κυρίως στο πεδίο των αυτοκινητικών ατυχημάτων. Σε περιπτώσεις προκλήσεως εκτεταμένων ή σοβαρών ζημιών σε αυτοκίνητο, η επιλογή του ιδιοκτήτη να το επισκευάσει περικλείει και ορισμένο κίνδυνο, ο οποίος συνίσταται στο να υπερβεί η δαπάνη αποκατάστασης των ζημιών την προ του ατυχήματος εμπορική αξία του αυτοκινήτου. Κατά πάγια νομολογία, ο ζημιωθείς μπορεί να αξιώσει τα έξοδα επισκευής του αυτοκινήτου του, μόνο στο μέτρο που αυτά δεν υπερβαίνουν την πριν από τη σύγκρουση αξία του αυτοκινήτου1. Όριο δηλαδή της αποζημίωσης είναι η προ του ζημιογόνου γεγονότος αξία του προσβληθέντος πράγματος (χωρίς βέβαια να αποκλείεται η επιδίκαση του τυχόν διαφυγόντος κέρδους και άλλων πρόσθετων αξιώσεων). Εάν ο ζημιωθείς έχει ήδη προβεί σε αποκατάσταση των βλαβών, πληρώνοντας εξ ιδίων ορισμένο χρηματικό ποσό σε συνεργείο αυτοκινήτων για τη διενέργεια των αναγκαίων εργασιών επισκευής και την προμήθεια των απαραίτητων ανταλλακτικών, οι σχετικές δαπάνες θα εμφανίζονται στην αγωγή του ως γενόμενες και θα ζητείται πιθανότατα η καταδίκη του ζημιώσαντος σε καταβολή ανάλογου χρηματικού ποσού. Σε περίπτωση που το επιλαμβανόμενο μιας τέτοιας αγωγής δικαστήριο διαπιστώσει ότι η δαπάνη επισκευής υπερβαίνει την προ του ατυχήματος εμπορική αξία του αυτοκινήτου (συνυπολογίζοντας ενδεχομένως και τη μείωση της εμπορικής του αξίας συνεπεία του ατυχήματος), δέχεται ολική καταστροφή υπό οικονομική έννοια και περιορίζει την αιτούμενη αποζημίωση στην αξία που είχε το αυτοκίνητο κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

Προς αποφυγή του κινδύνου να επιβαρυνθεί ο ζημιωθείς με μέρος της τυχόν δαπάνης που έκανε για την επισκευή του οχήματός του θα πρέπει, προτού σπεύσει να επισκευάσει τούτο, να προβεί σε μια μικρή έρευνα, προκειμένου να επιλέξει τον οικονομικότερο τρόπο αποκατάστασης της ζημίας του. Ο ζημιωθείς που δεν μερίμνησε να διαπιστώσει το κόστος επισκευής θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβαίνει το καθήκον2 για περιορισμό της ζημίας που επιρρίπτει η ΑΚ 300 στους ώμους του.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις τα δικαστήριά μας, εάν αποδειχθεί ότι η αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου του ζημιωθέντος δεν ήταν οικονομικά συμφέρουσα επειδή υπερέβαινε την ίδια την αξία του, περιορίζουν το ποσό της αποζημίωσης στην αξία που είχε το αυτοκίνητο πριν από τη σύγκρουση, χωρίς ωστόσο να ερευνούν τους λόγους που ώθησαν τον ζημιωθέντα να επιλέξει την οδό της επισκευής. Πολλές αποφάσεις μάλιστα επικαλούνται ευθέως την ΑΚ 300 για να δικαιολογήσουν τον παραπάνω περιορισμό της αποκαταστατέας ζημίας3.

Εφόσον το αίτημα του ενάγοντος κατευθύνεται στην αποκατάσταση του κόστους επισκευής4 και διαπιστώνεται υπέρβαση της αξίας του αυτοκινήτου από το κόστος αυτό, ο δικαστής αυτεπάγγελτα -χωρίς να απαιτείται σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου- περιορίζει την αιτούμενη αποζημίωση στην προ του ατυχήματος αξία του αυτοκινήτου5. Η σχέση του κόστους επισκευής προς την αξία του πράγματος θα προκύπτει από τις αποδείξεις και θα αποτελεί αντικείμενο έρευνας του δικαστηρίου κατά το στάδιο του υπολογισμού της ζημίας. Συνήθως βέβαια το δικαστήριο θα λαμβάνει αφορμή προς τούτο από τους ισχυρισμούς του εναγομένου, οι οποίοι όμως δεν έχουν κατά δικονομική ακριβολογία τον χαρακτήρα ένστασης6.

Στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλαδή η αποκατάσταση των ζημιών του πράγματος είναι τεχνικώς δυνατή και η συνολική δαπάνη επισκευής -συνυπολογιζομένης και της μειώσεως της εμπορικής αξίας- είναι σαφώς μικρότερη από την αξία του πράγματος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, τούτο δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ως ολικώς κατεστραμμένο υπό οικονομική έννοια και τυχόν αίτημα του ζημιωθέντος για επιδίκαση αποζημίωσης ίσης με την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του πράγματος (με ταυτόχρονη παράδοση των υπολειμμάτων στον ζημιώσαντα) θα είναι απορριπτέο ως μη-νόμιμο7. Όπως όμως έχει -ορθώς- κριθεί, πρέπει στην περίπτωση αυτή να θεωρηθεί ότι περιέχεται σιωπηρώς στην αγωγή επικουρικό αίτημα αποζημιώσεως για επισκευάσιμη ζημία, χωρίς να μεταβάλλεται εκ τούτου η ιστορική βάση της αγωγής, δοθέντος ότι η μικρότερη βλάβη επισκευής δεν αποτελεί κάτι το διαφορετικό, αλλά απλώς κάτι το έλασσον σε σχέση με την ήδη αιτηθείσα μεγαλύτερη αποζημίωση για ολική καταστροφή του πράγματος8.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

1 Βλ. π.χ. ΕφΑθ 1115/2009 ΕλλΔνη 50, 1449· ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΛαμ 77/2007 ΕΣυγκΔ 2007, 454· ΕφΘεσ 1197/2006 ΕΣυγκΔ 2006, 344· ΕφΑθ 5897/2005 ΕΣυγκΔ 2006, 158· ΕφΘεσ 2935/2005 Αρμ 60, 705· ΕφΠατρ 348/2004 ΑχΝομ 2005, 609· ΕφΠατρ 205/2004 ΑχΝομ 2005, 601· ΕφΑθ 5675/2004 ΕΣυγκΔ 2005, 368· ΕφΑθ 2395/2003 ΑρχΝ 54, 729· ΕφΠειρ 80/2002 ΠειρΝομ 2002, 65· ΕφΠατρ 237/2001 ΑχΝομ 2002, 466.

2 Κατά νομική ακριβολογία πρόκειται για βάρος, δηλαδή για συμπεριφορά που επιβάλλεται μεν από το νόμο αλλά δεν μπορεί να αξιωθεί δικαστικά.

3 Βλ. ΕφΑθ 1115/2009 ΕλλΔνη 50, 1449· ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΠειρ 80/2002 ΠειρΝομ 2002, 65· ΜΠρΑθ 1509/2004 Επιδικία 2006, 261· ΕιρΔράμ 87/2002 Αρμ 57, 358. Η ΕφΠειρ 430/2000 (ΠειρΝομ 2000, 330) επικαλείται επίσης τη συναλλακτική καλή πίστη.

4 Στο αίτημα της αγωγής θα περιλαμβάνεται ειδικότερα ένα κονδύλιο για την προμήθεια καινούργιων ή μεταχειρισμένων ανταλλακτικών (προς αντικατάσταση των βλαβέντων μερών του οχήματος), ένα κονδύλιο για τη δαπάνη των εργασιών επισκευής στο συνεργείο και ένα κονδύλιο για τη μείωση της εμπορικής αξίας του οχήματος.

5 Έτσι ΕφΑθ 2395/2003, ό.π.: «Αν υπάρχει τέτοια δυσαναλογία, υπέρβαση της αξίας του αυτοκινήτου από τη δαπάνη της επισκευής, ο δικαστής αυτεπάγγελτα και χωρίς σχετικό ισχυρισμό του εναγόμενου περιορίζει την αιτούμενη αποζημίωση στην πριν το ατύχημα αξία του αυτοκινήτου».

6 Βλ. όμως ΕφΑθ 1115/2009, ό.π.· ΕφΛαμ 141/2008, ό.π.· ΕφΠειρ 80/2002, ό.π.· ΜΠρΑθ 1509/2004, ό.π.· ΕιρΔράμ 87/2002 Αρμ 57, 358, οι οποίες κάνουν λόγο για ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οι αποφάσεις αυτές δεν ακολουθούν κατ’ ουσίαν διαφορετική γραμμή από εκείνες που προβαίνουν σε αυτεπάγγελτο περιορισμό της αιτούμενης αποζημίωσης στο ύψος της αξίας του πράγματος. Αντίθεση θα είχαμε αν υπήρχαν αποφάσεις της πρώτης κατηγορίας, οι οποίες δεν προέβησαν στον εν λόγω περιορισμό λόγω μη προβολής σχετικής ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου.

7 Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι είναι δυνατή η διενέργεια επισκευών για την αποκατάσταση των ζημιών αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής αποζημίωσης που στηρίζεται στην καθολική καταστροφή (βλ. ΠΠρΤρικ 35/1973 ΝοΒ 21, 687· ΜΠρΑθ 447/2007 ΤΝΠ Νόμος).

8 ΑΠ 1459/1996 ΑρχΝ 48, 495· ΑΠ 994/1991 ΕλλΔνη 33, 810· ΕφΑΘ 2367/1994 ΕλλΔνη 36, 885· ΜΠρΑθ 3442/2009 Επιδικία 2010, 159. Άλλωστε, αν ο ενάγων αμφιβάλλει για το αν μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για καθολική καταστροφή του πράγματος, μπορεί να περιλάβει ο ίδιος στην αγωγή του επικουρικό αίτημα αποζημίωσης για επισκευάσιμη ζημία (και κονδύλιο εμπορικής υπαξίας).

Υποψήφιος Δικαστής
17 Φεβ 2020

Διαδικαστικά ζητήματα του παριστάμενου για υπεράσπισης της κατηγορίας με τον νέο ΚΠΔ

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

Στα πλαίσια της ερμηνείας των νέων διατάξεων του ΚΠΔ σχετικά με τον διάδικο που παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας, μεταξύ άλλων, δημιουργούνται και τα ακόλουθα ερωτήματα:

Α) αν πρέπει να παρίσταται με δικηγόρο και

Β) αν μπορεί να δηλώσει την παράστασή του για πρώτη φορά μετά την αναβολή κατ’ άρθρο 352 παρ. 3 για «κρείσσονες» αποδείξεις.

Α. Παράσταση με δικηγόρο. Από τη διατύπωση του άρθρου 83 παρ.1 για τις διατυπώσεις της δήλωσης για την υποστήριξη της κατηγορίας προκύπτει ότι τη δήλωση μπορεί να την κάνει εκείνος που νομιμοποιείται «είτε αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα ειδική η γενική κατά το 42 παρ.2 εδ. β και γ». Συνεπώς αφού ο εγκαλών ή ο μηνυτής μπορεί να υποβάλει αυτοπροσώπως στις αρχές τόσο έγκληση όσο και μήνυση μπορεί επίσης να υποβάλει τη δήλωση για την υποστήριξη της κατηγορίας αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο. Εξάλλου σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 36 ν. 4194/2013 Κ.π.Δικηγόρων ορίζεται ότι :  «1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Επίσης η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και Αρχή. Στο έργο αυτού περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή διά δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο.»

Ήδη ο νέος ΚΠΔ, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 7 αρ. 9 στοιχ.γ του ν. 4637/2019, η παρ. 2 του άρθρου 83 ΚΠΔ προβλέπει: «Στο ακροατήριο η σχετική δήλωση που γίνεται από συνήγορο που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον κώδικα από τον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας καταχωρίζεται στα πρακτικά» Η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το προαναφερθέν άρθρο 36 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν αφήνει, πλέον, περιθώρια παρερμηνείας για το ότι η υποστήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο απαιτεί την παράσταση δικηγόρου.

Τέλος, επισημαίνεται ότι με τον προϊσχύσαντα ΚΠΔ είχε κριθεί ότι, αν ο «πολιτικώς ενάγων» παρασταθεί χωρίς δικηγόρο, δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα. (Επειδή, ναι μεν από τις διατάξεις των άρ. 63, 64, 68 παρ. 1 και 2 και     82 περ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της πολιτικής αγωγής ο παθών αποκτά την ιδιότητα του υποκειμένου της ποινικής δίκης και δεν παύει να είναι δικαιούχος κατά τον Αστικό Κώδικα, με συνέπεια την ανάλογη εφαρμογή στην ποινική δίκη του άρ. 94 ΚΠολΔ, που επιβάλλει ως διαδικαστική προϋπόθεση την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το  ποινικό δικαστήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο και, εξάλλου, κατά το άρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα δημιουργική λόγου αναιρέσεως, κατά το   άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, πλην όμως, κατά την αληθή  έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως σε  συνδυασμό με εκείνες των άρ. 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς τον χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ενώπιον  του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια, που αφορά την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε και πλήττουν τη δημοσία τάξη. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρ. 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ, κατά την οποία, σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις εξετάζεται από το εφετείο και αν ακόμη δεν είναι  παρών ο πολιτικώς ενάγων. ΑΠ 206/1998)

Β. Δήλωση για πρώτη φορά του παριστάμενου για υποστήριξη της κατηγορίας, μετά από αναβολή για «κρείσσονες αποδείξεις» κατ΄ άρθρο 352 παρ.3 ΚΠΔ

Το ζήτημα αυτό ήταν από τα διφορούμενα στην επιστήμη, ενώ, κατά την κρατούσα άποψη στη νομολογία του Αρείου Πάγου, μπορούσε ο «πολιτικώς ενάγων» να παραστεί για πρώτη φορά στην μετ’ αναβολή για «κρείσσονες αποδείξεις» συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 423/2008, ΑΠ 1149/99,ΑΠ  536/89. Αντίθετα, εάν δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής και στη συνέχεια η δίκη αναβληθεί για κρείσσονες αποδείξεις, στη δε μετ’ αναβολή συζήτηση δεν δηλωθεί και πάλι, τότε θεωρείται ότι δεν υπάρχει δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής (ΑΠ 423/08 ) ΑΠ 1096/2015).

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 67, αναφορικά με την άσκηση και διατύπωση της παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας ορίζεται ότι: «Η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας στο ποινικό δικαστήριο επιτρέπεται χωρίς έγγραφη προδικασία, το αργότερο ώσπου να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο.» Υπό το πρίσμα της νέας διατύπωσης δύσκολα θα γίνει δεκτό ότι μπορεί, πλέον, ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας να παραστεί για πρώτη φορά στη συζήτηση, μετά από αναβολή κατά το άρθρο 352 παρ.3 (Αν το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται νέες αποδείξεις, μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού). Και τούτο διότι, για να εφαρμοστεί η διάταξη της 352 παρ. 3 σημαίνει ότι έχει ήδη αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία και το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτικά μέσα που έχει συγκεντρώσει δεν είναι επαρκή και χρειάζεται νέες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης. Επομένως, δεν μπορεί στην αναβολή αυτή να γίνει δήλωση παράστασης για πρώτη φορά για υποστήριξη της κατηγορίας.

 

Ενημερωθείτε για το  Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
5 Φεβ 2020
Σελίδα:
  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
  5. 5
  6. 6
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε μέσω cookies μόνο εκείνα τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την σωστή λειτουργία του website, καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών που μόνο εσείς μας έχετε εξουσιοδοτήσει.

30%
Γιατί είναι σημαντικά;

Τα δεδομένα που μας έχετε εξουσιοδοτήσει να συγκεντρώνουμε μας βοηθάνε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας ως χρήστες και να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τις νέες κυκλοφορίες εκδόσεων, την εκπαίδευση και τα προϊόντα λογισμικού και τεχνολογίας που σας ενδιαφέρουν.

Όροι Χρήσης
">