• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

Άμυνα υπέρ τρίτου - Μπορεί ο τρίτος να αρνηθεί την υπέρ του άμυνα;


Υποψήφιος Δικαστής
18 Οκτ 2019

Ερμηνεία ελαφρυντικών περιστάσεων μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Το Ε τμήμα του ΑΠ με την 1466/2019 απόφασή του, μεταξύ άλλων, έκρινε και το διαχρονικό δίκαιο των νέων διατάξεων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84, όπως αυτό ισχύει με τον νέο ΠΚ.  Οι ενδιαφέρουσες σκέψεις της πρόσφατης απόφασης είναι οι ακόλουθες:

          «1. Η επιβαλλόμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά αυτεπαγγέλτως.

2) Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων και: i) η υπό στοιχείο α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".  Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ.. Εν όψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή (84 παρ.2α) του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α' ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.

3) Η υπό στοιχείο ε', που συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.". Η σχετική διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής.

4) Η υπό στοιχείο δ', για την οποία η σχετική διάταξη είναι όμοια με την προϊσχύσασα, ήτοι ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνον να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για τον λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1165/2016).

5) Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 δ' ΠΚ, το Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό, χωρίς αναφορά στα επικληθέντα περιστατικά, με την εξής γενική αιτιολογία για όλα τα προταθέντα ελαφρυντικά "Πλην όμως και υπό τα εκτεθέντα νομικά δεδομένα, συνδυαζόμενα με τα ως άνω επικαλούμενα από την κατηγορουμένη, το δικαστήριο ομόφωνα κρίνει ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις και ως εκ τούτου τα σχετικά της αιτήματα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα." Έτσι όμως που έκρινε το Δικαστήριο, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

6) Ως προς τις λοιπές ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και 511 εδ.γ' ΚΠΔ. των επιεικέστερων κατά τα προαναφερόμενα, διατάξεων του ίδιου άρθρου του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ.

7) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει:  α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και δη: α) κατ' εφαρμογή αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο των προαναφερθεισών επιεικέστερων διατάξεων, ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και ε ΠΚ, β) κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, ως προς τη διάταξή της για την απόρριψη του ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ.»

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
15 Οκτ 2019

Το δίκαιο του ανταγωνισμού

Επιμέλεια: Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

 

Ν 3959/2011ο.τ  Ν 4623/2019 , N. 4529/2018, αρ. 101,102,107,108 ΣΛΕΕ, ΕΚ 139/2004

1. Ορισμός

Είναι το σύνολο των διατάξεων δημοσίου δικαίου που αποσκοπούν στην πρόληψη (ex ante) ή περιορισμό των μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων (ex post) που με συμπράξεις, συμφωνίες (κυρίως οριζόντιες[1] συμπράξεις-καρτέλ), αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, εναρμονισμένες πρακτικές[2], κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά  και συγκεντρώσεις επιχειρήσεων (π.χ. συγχωνεύσεις) έχουν σκοπό να παρεμποδίζουν ή περιορίζουν ή νοθεύουν την ανταγωνιστική ελευθερία των επιχειρήσεων [3]στην αγορά όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα αρ. 5 παρ. 1Σ, Ν 3959/2011, αρ. 101,102,107,108 ΣΛΕΕ, ΕΚ 139/2004[4].

2. Η ανεξάρτητη αρχή «Επιτροπή Ανταγωνισμού ΕΑ»

Την εποπτεία εφαρμογής του Ν 3959/2011 (Ν 703/77) έχει ΝΠΔΔ ανεξάρτητη Αρχή (ίδρυση Ν 2296/95, Ν 2837/00, Ν 3373/05) αποκαλούμενη «Επιτροπή Ανταγωνισμού ΕΑ» (αντίθετα με Ν 146/14 που αρμόδια είναι τα δικαστήρια). Συγκροτείται από οκτώ τακτικά μέλη από τα οποία ένα είναι ο πρόεδρος και ένα ο αντιπρόεδρος, τέσσερις εισηγητές, δύο τακτικά και δύο αναπληρωματικά μέλη. Οι πρόεδρος και αντιπρόεδρος επιλέγονται από τη Βουλή και διορίζονται όπως και τα λοιπά μέλη με υπουργική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (πρώην Εμπορίου). Ο πρόεδρος ή όταν κωλύεται, ο αντιπρόεδρος, εκπροσωπεί την Αρχή ενώπιον κάθε Αρχής και τρίτου.

3. Κυρώσεις

Η επιτροπή Ανταγωνισμού στις περιπτώσεις διαπίστωσης των παραβάσεων του Ν 3959/11 επιβάλλει με ατομικές διοικητικές πράξεις διοικητικές κυρώσεις π.χ. πρόστιμα με ευθύνη για τη καταβολή εις ολόκληρο του νομικού προσώπου και ατομικά των φυσικών προσώπων αρ. 25 παρ. 2γ’ εκτός του προγράμματος επιείκειας αρ. 25 παρ. 8 ή λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα αρ. 25 παρ. 5. Οι αποφάσεις της επιτροπής προσβάλλονται στα διοικητικά δικαστήρια (διοικητικό Εφετείο). Ο Ν 3959/2011 περιλαμβάνει και ποινικές διατάξεις (ειδικός ποινικός νόμος αρ. 43-44).

4. Οι παραβάσεις Ν 3959/11 (αρ. 101, 102 ΣΛΕΕ)

Οι μεθοδεύσεις με τις οποίες επιχειρούνται οι παραβάσεις διακρίνονται ανάλογα των παραβάσεων (expost  έλεγχος),  α) σε συμπράξεις-συμβατικές παραβάσεις (τυπικές, άτυπες οριζόντιες συμφωνίες - καρτέλ)  αρ. 1 Ν 3959/2011, αρ. 101 ΣΛΕΕ, δηλ.  συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, εναρμονισμένες πρακτικές, πχ. επιβολή κατώτερων τιμών πώλησης-μεταπώλησης, εδαφική κατανομή αγορών, απαγόρευση  παθητικών πωλήσεων[5]β)  σε πραγματικές παραβάσεις (κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης) αρ. 2Ν 3959/2011 ,αρ. 102 ΣΛΕΕ, δηλ. επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά  εκμεταλλεύεται καταχρηστικά  τη δεσπόζουσα θέση της π.χ. επιχείρηση που κατέχει μεγάλο μερίδιο πωλήσεων στην αγορά 80% επιβάλλει στο δίκτυό της όρους αποκλεισμού άλλων ανταγωνιστών, όρους αποκλειστικότητας, όρους εκπτώσεων-στόχων [6]και γ) σε συγκεντρώσεις επιχειρήσεων με σκοπό τη δημιουργία μονοπωλίου ή ολιγοπωλίου (exante έλεγχος) αρ. 5-10 Ν 3959/2011 (ΕΚ 139/2004)   π.χ. συγχωνεύσεις, εξαγορές.

 Εξαιρέσεις: α)  αρ. 1παρ3 Ν 3959/2011, αρ. 101 παρ 3 ΣΛΕΕ (π.χ. οριζόντιες συμπράξεις για βελτίωση φαρμάκων, μείωση κόστους παραγωγής), β) κάθετες συμπράξεις (δίκτυα διανομής) ΕΚ 330/2010  «blockexemption».

4.1. Ενδεικτικές περιπτώσεις παραβάσεων αρ. 1 Ν 3959/2011

α) Άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής π.χ. μείωση των τιμών αγοράς από τη δεσπόζουσα επιχείρηση με σκοπό να πληγούν οι οικονομικά αδύναμοι ανταγωνιστές της για να κλείσουν ή επιβολή υψηλών τιμών όταν δεν υπάρχουν αξιόλογοι ανταγωνιστές στον κλάδο ή επιβολή κατώτατων τιμών στα μέλη δικτύου διανομής (τιμοκατάλογοι).

β) Περιορισμός ή έλεγχος της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων π.χ. περιορισμός της παραγωγής για να αυξηθούν οι τιμές.

γ) Κατανομή αγορών ή πηγών εφοδιασμού π.χ. κατανομή των πηγών ώστε να μη μπορεί να εισέλθει στην αγοράς νέος ανταγωνιστής.

δ) Εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές π.χ. άρνηση πώλησης σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

     ε) Επιβολή συνδεδεμένων συναλλαγών π.χ. αδικαιολόγητη σύνδεση κύριας σύμβασης με πρόσθετες συναλλαγές (π.χ. ασφαλίσεις, service).

4.2. Αποζημιώσεις σε τρίτους Ν 4529/2018

Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2014  (ΕΕ L 349 της 5/12/2014), σχετικά με κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Ν 4529/2018. Αρ. 3 παρ1, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει υποστεί ζημία λόγω παράβασης του δικαίου του ανταγωνισμού δικαιούται πλήρη αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική του ζημία, καθώς και τόκους.

Παρ.2. Η ευθύνη σε αποζημίωση είναι ανεξάρτητη από το αν μια αρχή ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη παράβασης.

Παρ.3. Τόκος οφείλεται για το χρονικό διάστημα από την πρόκληση της ζημίας έως την καταβολή της αποζημίωσης.



[1]  Οι συμπράξεις (καρτέλ) προκύπτουν από επιχειρήσεις του ιδίου επιπέδου αγοράς (οριζόντιες) .

[2]  ΕΑ 563/VII/2013 «καρτέλ στα κοτόπουλα», ΕΑ 253/VI/2004 «καρτέλ πρατηρίων υγρών καυσίμων».

[3] και ελεύθερων επαγγελματιών, απόφαση Ε.Α 292/IV/2005 («οδοντιατρικοί σύλλογοι»-επιβολή κατώτατων ορίων αμοιβών). 

[4] Sherman antitrust  act USA 1890.

[5] ΕΑ 369/V/2007 « καρτέλ γάλακτος».

[6] ΕΑ 207/ΙΙΙ/2002 («coca cola 3M»), EA 590/2014 «Αθηναϊκή ζυθοποιία», ΕΑ 581/VII/2013 «Πρόκτερ & Γκαμπλ Ελλάς».

 

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
8 Οκτ 2019

Αναστολή της παραγραφής των εγκλημάτων

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Από την Αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ σημειώνονται τα ακόλουθα: «Το άρθρο 113 αναφέρεται στην αναστολή της παραγραφής σε δύο περιπτώσεις: (α) για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και (β) για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Η μόνη αλλαγή που έγινε στη διάταξη του άρθρου 113 αναφέρεται στην αναστολή της προθεσμίας παραγραφής εγκλημάτων που στρέφονται κατά ανηλίκων. Η επιτροπή έκρινε ότι δεν δικαιολογείται ο περιορισμός της αναστολής σε συγκεκριμένα μόνο εγκλήματα όταν άλλα, βαρύτερα αυτών – όπως λ.χ. μια απόπειρα ανθρωποκτονίας – έχουν παραγραφεί. Έκρινε επίσης ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της παραγραφής πλημμελημάτων σε βάρος ανηλίκων, λόγω της μικρής απαξίας των συγκεκριμένων πράξεων. Για τον λόγο αυτό, αφενός διεύρυνε τον υπάρχοντα κατάλογο των εγκλημάτων για τα οποία επιτρέπεται η αναστολή της παραγραφής, έτσι ώστε να καλύπτονται όλα τα κακουργήματα, και αφετέρου τον περιόρισε, ορίζοντας ότι η αναστολή της παραγραφής ισχύει μόνο για τα κακουργήματα που τελούνται κατά ανηλίκων. Επιπλέον η επιτροπή μείωσε τον χρόνο της αναστολής, κρίνοντας ότι η υπάρχουσα ρύθμιση που αναστέλλει την προθεσμία μέχρι την ενηλικίωση, προσθέτοντας έναν επιπλέον χρόνο για τα πλημμελήματα και τρία έτη για κακουργήματα δεν έχει νόημα. Εφόσον το θύμα κατά την τέλεση της πράξης είναι ανήλικο, η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής μέχρι την ενηλικίωσή του έχει ως αποτέλεσμα να αρχίζει η παραγραφή του εγκλήματος από την ημέρα που συμπληρώνει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο ανήλικος μπορεί να καταγγείλει το σε βάρος του πλημμέλημα μέσα σε πέντε έτη και το σε βάρος του κακούργημα μέσα σε δεκαπέντε ή είκοσι έτη. Επομένως έχει απολύτως επαρκή χρόνο καταγγελίας, ώστε να μη χρειάζεται η προσθήκη επιπλέον ετών.»

          Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη  (113 παρ.1 ΠΚ)

Παραδείγματα διατάξεων νόμων που αναστέλλουν την παραγραφή:

          - δικονομικά κωλύματα (ακαταδίωκτο του Προέδρου της Δημοκρατίας,  βουλευτική ασυλία κ.λπ.)

          Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται επίσης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Η αναστολή αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε χρόνια για τα κακουργήματα, τρία χρόνια για τα πλημμελήματα.

          Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει όταν η αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 29, 59 και 61 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. (Άρθρο 29. Δικαίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης για την αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης. Στα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και στα εγκλήματα μεταξύ ευρύτερου Ελληνικού και αλλοδαπού Δημοσίου από τα οποία μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις του κράτους, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει το δικαίωμα με προηγούμενη σύμφωνη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αναβάλει την έναρξη της ποινικής δίωξης ή να αναστείλει την ποινική δίωξη επ’ αόριστον.

Άρθρο 59. - Προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη. 1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. 2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ. 1 εδ. β΄), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. 3. Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται μήνυση ή έγκληση σε βάρος ειδικών επιθεωρητών ή επιθεωρητών - ελεγκτών του γενικού επιθεωρητή δημόσιας διοίκησης και όλων των σωμάτων και υπηρεσιών επιθεώρησης και ελέγχου των φορέων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 για παράβαση των άρθρων 224, 229, 242, 259, 362, 363 ΠΚ, που τέλεσαν με πόρισμα, έκθεση ή κατάθεση κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή ελέγχου ή εξαιτίας αυτών, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την ένορκη διοικητική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του υπαιτίου με βάση την έκθεση, το πόρισμα ή την κατάθεση των ανωτέρω, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. 4. Στις περιπτώσεις οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης εισόδου στη χώρα και εξόδου από αυτή, της κατοχής και της χρήσης ταξιδιωτικών εγγράφων ή δελτίων ταυτοτήτων ή αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων πλαστών ή γνησίων, που εκδόθηκαν για άλλο πρόσωπο, της παράνομης εργασίας και της πορνείας ή άλλης πράξης διευκόλυνσής τους, που φέρεται ότι διαπράχθηκε από θύμα εγκλήματος των άρθρων 323Α, 348 παρ. 2, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351ΠΚ, του άρθρου 29 παρ. 5 και 6 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, εξαιτίας της σε βάρος του συμπεριφοράς του δράστη των ανωτέρω πράξεων, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την αυτεπάγγελτη προανάκριση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια κατά του θύματος έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, δεν ασκείται ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Ο εισαγγελέας, ωστόσο, μπορεί με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, ακόμα κι αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική ή αν η καταγγελία τεθεί στο αρχείο αγνώστων δραστών, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων. 5. Αν έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του θύματος των αξιόποινων πράξεων της παρ. 4, το δικαστήριο αναστέλλει τη δίκη έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, παύει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, ακόμα και αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων.

Άρθρο 61. - Εκκρεμότητα ζητημάτων αστικής φύσης στην πολιτική δίκη. Όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί.)

          Αν για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση, η έλλειψη της δεν αναστέλλει την παραγραφή (113 παρ.3).

          Η προθεσμία παραγραφής των κακουργημάτων που στρέφονται κατά ανηλίκου, αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του θύματος (113 παρ.4)

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
27 Σεπ 2019

Η αναδρομική ισχύ του ευμενέστερου νόμου (Nullum crimen nulla poena sine praevia lege)

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Σύμφωνα με την αρχή αυτή, απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς ποινικών κανόνων. Με άλλα λόγια, η ποινική διάταξη που προβλέπει το έγκλημα πρέπει να προϋπάρχει της τέλεσης του εγκλήματος.

          Το άρθρο 2 ΠΚ εισάγει μία ε ξ α ί ρ ε σ η στον παραπάνω κανόνα, αναφέροντας ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση για τον κατηγορούμενο. (Σύμφωνα με την Αιτιολ.Έκθεση: Στο άρθρο 2 επαναλαμβάνεται η ισχύουσα και σήμερα διάταξη σχετικά με την αναδρομική εφαρμογή του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου. Τα νέα στοιχεία που εισάγει η διάταξη είναι τρία: (α) Διευκρινίζεται ότι επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο αυτό υιοθετείται πλέον νομοθετικά η άποψη που επικρατεί τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία σχετικά με το περιεχόμενο που έχει η αρχή αυτή στο ποινικό δίκαιο. (β) Διευκρινίζεται επίσης ότι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν. Έτσι, είναι πιθανό να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις διαφορετικών νόμων. Μπορεί λ.χ. να εφαρμόζεται νεότερη διάταξη που προβλέπει μικρότερη απειλούμενη ποινή, μαζί με διάταξη παλαιότερου νόμου που πρόβλεπε μετατροπή της μεγαλύτερης ποινής. (γ)Τέλος, στην ίδια διάταξη προβλέπεται ότι αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη, παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας. Η προσθήκη στη διάταξη αυτή και των μέτρων ασφαλείας, εκτός από τις παρεπόμενες ποινές, στηρίχθηκε στη σκέψη ότι τα μέτρα ασφαλείας δεν παύουν να είναι μέτρα του ποινικού δικαίου. Όταν επομένως μια πράξη χαρακτηρίζεται πλέον ως ανέγκλητη και επομένως κανένα ποινικής φύσης μέτρο δεν μπορεί να επιβληθεί γι’ αυτήν, δεν θα πρέπει επίσης να εκτελούνται και τα μέτρα ασφαλείας.)

 

          Παραδείγματα ευμενέστερου νόμου :

α) αν ο νέος νόμος προβλέπει μικρότερη ποινή

β)  αν με το νέο νόμο ένα αυτεπάγγελτα διωκόμενο έγκλημα διώκεται κατ' έγκληση

γ)  αν ο νέος νόμος προβλέπει κάποιο λόγο που αποκλείει την ποινή 

δ)  αν θεσπίζει νέο λόγο άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού

ε)  αν προβλέπει ειδική παραγραφή

στ) αν θεσπίζει λόγο αποχής από τη δίωξη ή από την ποινή, ή όταν, θεσπίζει εξωτερικό όρο του αξιοποίνου

ζ) αν προβλέπει ως ποινή τη χρηματική ποινή αντί της στερητικής ελευθερίας ποινή

η) αν μειώνει το όριο αναστολής της παραγραφής,

θ) αν δεν προβλέπει και την επιβολή παρεπόμενης ποινή κ.λπ.

          Με τη νέα διάταξη του ΠΚ η σύγκριση δεν γίνεται μεταξύ δύο νόμων (ως ενιαίο «όλον»), αλλά σύγκριση μεταξύ διατάξεων δύο ή περισσότερων νόμων που ίσχυσαν κατά το χρονικό διάστημα που ορίζει το άρθρο 2 ΠΚ, και πάντα εφαρμόζεται η ευμενέστερη διάταξη.

          Αν ο νέος νόμος είναι εν μέρει αυστηρότερος και εν μέρει επιεικέστερος, τότε ο δικαστής, κατά την επιμέτρηση ποινής θα πρέπει να κινηθεί στα χρονικά πλαίσια που θα ωφελούν περισσότερο τον κατηγορούμενο.

          Παράδειγμα: Αν ένα έγκλημα τιμωρεί το με ποινή από 1 χρόνο μέχρι 3 χρόνια και εκδοθεί νέος νόμος που προβλέπει ποινή 10 μέρες μέχρι 5 χρόνια, ο δικαστής θα κινηθεί στο πλαίσιο των 10 ημερών μέχρι 3 χρόνια, δηλαδή θα προβεί σε επιμέτρηση ποινής  με το μικρότερο ελάχιστο όριο και το μικρότερο μέγιστο όριο.

          Τέλος,  αν με μεταγενέστερο νόμο η πράξη χαρακτηριστεί μη      αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει  και  η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε   καθώς   και   τα  ποινικά   επακόλουθα   αυτής, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας    (2   παρ.   2ΠΚ)

          Δικονομικά θέματα. Αν το δικαστήριο παραλείψει να εφαρμόσει την ευμενέστερη διάταξη, η απόφαση είναι αναιρετέα για (510 παρ. 1 στ. Ε’ ΚΠΔ) για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου ως λόγο αναίρεσης, ακόμα και αν δεν προβλήθηκε ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, αφού ο συγκεκριμένος λόγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 παρ. 1 ΚΠΔ από τον ΑΠ.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
24 Σεπ 2019

Κατ’ εξαίρεση τρόποι περάτωσης της κύριας ανάκρισης

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

1. Η κύρια ανάκριση, όταν πρόκειται για πλημμέλημα, περατώνεται και με απευθείας κλήση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Προϋπόθεση για την απευθείας κλήση του κατηγο­ρούμενου στο ακροατήριο είναι να συμφωνούν γι' αυτό ανακριτής και ει­σαγγελέας (308 § 3 εδ. α,β).

          Ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή μέσα σε δέκα μέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, ως εξής (322):

α) αν παραπέμπεται στο τριμελές πλημμελειοδικείο η προσφυγή ασκείται στον εισαγγελέα εφετών. Η προσφυγή υποβάλλεται ενώπιον του γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του κατηγορούμενου.

β) αν παραπέμπεται στο τριμελές εφετείο η προσφυγή ασκείται ενώπιον του τριμελούς συμβουλίου των εφετών. Η προσφυγή υποβάλλεται ενώπιον του γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του κατηγορούμενου ή στον γραμματέα της εισαγγελίας εφετών.

          Απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται εντός δεκαημέρου και στις δύο περιπτώσεις.

2. Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων: του ν.δ. 86/1969 (Α΄ 7)  (δασικός κώδικας), των νόμων 998/1979 (Α΄ 289) (προστασία δασών),  2168/1993 (Α΄147) (περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων), 2960/2001 (Α΄ 265) (τελωνειακός κώδικας), 4002/2011 (άρθρο 52) (Α΄ 180) (διάταξη περί παιγνίων), 4139/2013 (Α΄ 74) ( νόμος ναρκωτικών), 4174/2013 (Α΄170) (κώδικας φορολογικής διαδικασίας), και 4251/2014 (Α΄80) (κώδικας μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης), καθώς και των άρθρων 374 (διακεκριμένες κλοπές) και 380 (ληστεία) ΠΚ, μετά την περάτωση της ανάκρισης, η δικογραφία υποβάλλεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και ότι δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, προτείνει στον πρόεδρο εφετών να εισαχθεί η υπόθεση, μαζί με τα τυχόν ήσσονος βαρύτητας συναφή εγκλήματα, απευθείας στο ακροατήριο. Οι διατάξεις των άρθρων 128 και 129 εφαρμόζονται αναλόγως και σε τούτη την περίπτωση (309 παρ. 1). 

          Σε περίπτωση διαφωνίας του προέδρου εφετών ή όταν από την αρχή ο εισαγγελέας φρονεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ή θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας εφετών διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, προκειμένου να εισαχθεί στο συμβούλιο πλημμελειοδικών. (309 παρ.3)

          Ειδικοί ποινικοί νόμοι. Σύμφωνα με το άρθρο 589 παρ.1 του νέου ΚΠΔ, οι διατάξεις του παρόντος κώδικα εφαρμόζονται και στις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από ειδικούς νόμους.

          3. Κατ’ εξαίρεση το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 ν. 3213/2003 εξακολουθεί να ισχύει. (νόμος περί δηλώσεως πόθεν έσχες.  Άρθρο 10 ποινική διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή η κύρια ανάκριση περατώνεται ως ακολούθως :

          1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα «άρθρα 6 έως 8» των υπόχρεων προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως και στ` και ια` της παραγράφου 1 του άρθρου 1, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 62, 85 και 86 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και του νόμου για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών και ενεργείται ανάκριση στο εφετείο, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα και ορισμό εφέτη ανακριτή από την ολομέλεια του Σελίδα 23 από 28 οικείου εφετείου. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο των εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

          2. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα «άρθρα 6 έως 8» των λοιπών υπόχρεων προσώπων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, στο άρθρο 14, καθώς και σε άλλους ειδικούς νόμους, η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και ενεργείται με παραγγελία για προανάκριση ή κύρια ανάκριση, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
23 Σεπ 2019

Ευθύνη νέου ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας για απλήρωτα κοινόχρηστα προηγούμενου ιδιοκτήτη

Κίμων Σαϊτάκης, Δικηγόρος Δ.Ν., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Νομικής Αθηνών

 

Ζήτημα γεννάται σχετικά με το ποιος ευθύνεται για προϋπάρχουσες οφειλές κοινοχρήστων δαπανών ορισμένου διαμερίσματος ή ορόφου, σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης μεταβιβάζει την κυριότητα της χωριστής ιδιοκτησίας του λόγω πώλησης σε τρίτον.

Στην ΑΚ 525 ορίζεται ότι «από τη στιγμή που ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο, παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος», στη δε ΑΚ 965 ότι «όποιος φέρει τα βάρη του πράγματος έως έναν ορισμένο χρόνο ή από έναν ορισμένο χρόνο, αν τα βάρη αυτά είναι από τα περιοδικώς καταβαλλόμενα, ευθύνεται, εφόσον δεν ορίστηκε κάτι διαφορετικό, ανάλογα με τη διάρκεια της υποχρέωσής του. Όταν πρόκειται για άλλα βάρη, ευθύνεται για όσα έγιναν απαιτητά κατά τη διάρκεια της υποχρέωσής του».

Οι παραπάνω διατάξεις δεν αποκλείουν η μία την άλλη, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Εντούτοις, ρυθμίζουν την εσωτερική σχέση μεταξύ παλαιού και νέου δικαιούχου του πράγματος ως προς τη μεταξύ τους κατανομή των βαρών και όχι την εξωτερική σχέση τους έναντι του τρίτου δανειστή των βαρών, εν προκειμένω έναντι των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας για τις κοινόχρηστες δαπάνες και για την οποία (εξωτερική σχέση) αποφασιστική σημασία έχει η έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η υποχρέωση καταβολής των βαρών. Ως προς τις κοινές δαπάνες και τα βάρη της οροφοκτησίας, η σχέση που καθορίζει τις υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη κάθε διαμερίσματος ή ορόφου έναντι των λοιπών ιδιοκτητών είναι αυτή της συγκυριότητας στο όλο ακίνητο κατ’ άρθρο 1117 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 785 και 794 ΑΚ και 5 εδ. β’ του ν. 3741/1929. Κατά το πρώτο άρθρο «όταν πρόκειται για οικοδομή, ο κύριος ορόφου ή διαμερίσματός του είναι αυτοδικαίως συγκύριος εξ αδιαιρέτου κατ’ ανάλογη μερίδα πάνω στα μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν στην κοινή και των λοιπών κυρίων χρήση, όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή» Κατ’ άρθρο 785 ΑΚ «αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ’ ιδανικά μέρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι τα μέρη είναι ίσα» και κατ’ άρθρο 794 ΑΚ «κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού». Περαιτέρω, στο άρθρο 5 εδ. β’ του ν. 3741/1929 προβλέπεται ότι «Εν ελλείψει πάσης μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας ως προς τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις αυτών περί των κοινών πραγμάτων, κρατούσι τα εξής:.. β) `Εκαστος των συνιδιοκτητών υποχρεούται να συνεισφέρη εις τα κοινά βάρη επί τη βάσει της αξίας του ορόφου ή διαμερίσματος ου είναι κύριος».

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, η κρατούσα στη νομολογία μας άποψη συνάγει ότι η ευθύνη του παλαιού και του νέου ιδιοκτήτη της οριζόντιας ιδιοκτησίας για τις κοινόχρηστες δαπάνες της οικοδομής έναντι των άλλων συνιδιοκτητών καθορίζεται από το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο καθένας τους υπήρξε ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας και αντίστοιχα συνιδιοκτήτης των κοινών μερών της οικοδομής (έτσι Ν. Λιβάνης, Ιδιοκτησία κατ’ όροφον, 1973, σ. 143, 144) δηλαδή κρίσιμος είναι ο χρόνος της μεταγραφής της εμπράγματης σύμβασης για τη μεταβίβαση της κυριότητας της οριζόντιας ιδιοκτησίας (άρθρα 1192 εδ.1 και 1198 ΑΚ), με εξαίρεση την περίπτωση που έχει γίνει αναδοχή αλλότριου χρέους εκ μέρους του νέου ιδιοκτήτη για τις παλαιότερες κοινόχρηστες δαπάνες που αναλογούν στον παλιό ιδιοκτήτη κατ’ άρθρο 471 ΑΚ (βλ. ΕφΠειρ 759/2018, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς: “efeteio-peir.gr” και ΕφΘεσ 1665/1984 ΕΔΠ1984, 25, ΕφΑθ 2694/1973 ΕΔΠ 1974, 140).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
20 Σεπ 2019

ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ – ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Κώστας Kουτσουλέλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

            Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 324 ΚΠολΔ (ΑΠ 1098/2011 ΝΟΜΟΣ), εκτός αν έκριναν αστικής φύσης ζητήματα κυρίως ως προς την πολιτική αγωγή που ασκήθηκε ενώπιόν τους. Για τον λόγο αυτόν η άσκηση νέας αγωγής ενώπιον των αστικών δικαστηρίων είναι απαράδεκτη, εξεταζομένου και αυτεπάγγελτα (άρθρ. 332 ΚΠολΔ) αν κρίθηκε από το ποινικό δικαστήριο και κατά την άσκησή της ενώπιόν του δεν υπήρξε επιφύλαξη για την αναζήτηση μεγαλύτερου ποσού (ΑΠ 1098/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1474/2000 ΠοινΔικ 2001, 684).

            Με την αριθμ. ΑΠ 322/2018(ΕφΑΔ 2018, 1078) κρίθηκαν τα ακόλουθα:

            Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με τον Ν 53/1974 "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με τον Ν 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως ότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με τον νόμο".

            Με τις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος, διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. κατά Νορβηγίας, αριθμ. Προσφυγής ...97). Το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (σχετ. ΑΠ 302/2016  ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - ΑΠ 1364/2011 ΝοΒ 60, 568).

            Ειδικότερα το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ’ αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί (ίδετε και ΕΔΔΑ, Α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12-7-2013, αριθμ. Προσφυγής .../09 § 94) και αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου (ίδετε και ΕΔΔΑ, Κ. κατά Ελλάδος, απόφαση της 28-11-2011, αριθμ. Προσφυγής ... § 32). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές. Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011 ΝοΒ 60, 568).

            Επομένως, σε περίπτωση που επιδικάστηκε αποζημίωση σε βάρος πρώην κατηγορουμένου (ο οποίος στη συνέχεια αθωώθηκε) συγχωρείται αναίρεση της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας που δεν αναγνώρισε το τεκμήριο αθωότητας και συνακόλουθα και της αρχής της δίκαιης δίκης, κατά την περ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ., γιατί είναι ανεπίτρεπτη, στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης, να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη αθώωσή του (ίδετε και ΕΔΔΑ, Ο. κατά Νορβηγίας απόφαση της 15-5-2008, §§ 51 επ.).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
17 Σεπ 2019

Εξουσία του ανακριτή (250 ΚΠΔ)

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Σύμφωνα με την Αιτιολ.Έκθ.: Μόλις χρειάζεται να συμπληρωθεί, τέλος, ότι στις ως άνω διατάξεις, όπως και στη διάταξη του άρθρου 250 ΣχΚΠΔ, διατηρήθηκαν οι διασαφηνίστηκαν περαιτέρω οι εξουσίες του ανακριτή, ώστε να αποτραπούν πιθανά πεδία τριβής. Έτσι, στη μεν διάταξη του άρθρου 248 παρ. 2 ΣχΚΠΔ ορίστηκε για λόγους οικονομίας της δίκης και διεξαγωγής της εντός εύλογου χρόνου ότι «ο ανακριτής δικαιούται να επαναλάβει τις ανακριτικές πράξεις του εισαγγελέα ή των υπ’ αυτόν ανακριτικών υπαλλήλων μόνο αν θεωρεί ότι αυτό είναι αναγκαίο για τη νομιμότητά τους ή την πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης. Επίσης, προς τον σκοπό αυτό δικαιούται να διενεργήσει νέες ανακριτικές πράξεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 274». Ρητά ορίζεται, άλλωστε, στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου ότι «στις περιπτώσεις της παρ. 2, εφόσον προκύπτουν νέες περιστάσεις στο πλαίσιο του ίδιου νομικού χαρακτηρισμού, ο ανακριτής συμπληρώνει ή διορθώνει το κατηγορητήριο και καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία, βάσει αυτού». Με τη ρύθμιση αυτή παρέχεται στον ανακριτή η δυνατότητα συμπλήρωσης ή διόρθωσης του κατηγορητηρίου, ώστε να αποφεύγεται η καθυστέρηση από τη διαβίβαση των ανακριτικών φακέλων και συνάμα να αξιοποιείται η ειδική γνώση που αποκτάται από την επεξεργασία του ανακριτικού φακέλου. Αντιστοίχως, στη διάταξη του άρθρου 250 παρ. 1 ΣχΚΠΔ ορίστηκε για λόγους σαφούς διαχωρισμού των ρόλων ανακριτή και εισαγγελέα ότι «ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσους συμμετείχαν στην ίδια πράξη, συντάσσοντας νέο κατηγορητήριο»

          Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίω­ξη κατά πάντων των συμμετοχών στην ίδια πράξη συντάσσοντας νέο κατηγορητήριο.  Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής, ούτε έχει δικαίωμα μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. (250 §1).

          (Από τη νομολογία: Σύμφωνα με το άρθρο 250 παρ. 1 ΚΠΔ ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσους συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής. Η διάταξη αυτή αποτελεί συνέπεια της αρχής ότι η ποινική δίωξη ασκείται in rem και όχι personam, σύμφωνα με την οποία η παραγγελία του Εισαγγελέα αφορά την πράξη και όχι τους πράξαντες. Επομένως, αν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης αποκαλυφθεί ότι στην πράξη συμμετείχαν και άλλα πρόσωπα πέραν των τυχόν αναφερομένων στην εισαγγελική παραγγελία, ο ανακριτής έχει όχι μόνο τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να επεκτείνει και επ`αυτών τη δίωξη, χωρίς να απαιτείται γι`αυτό η άσκηση συμπληρωματικής διώξεως, ούτε φυσικά και η διενέργεια νέας προκαταρκτικής εξετάσεως κατά το άρθρο 43 παρ. 1 εδ. β`ΚΠΔ, αφού η κίνηση της ποινικής δίωξης, με παραγγελία για κυρία ανάκριση, γίνεται από τον Εισαγγελέα με βάση τα στοιχεία που έχει από την προκαταρκτική εξέταση ή από την αυτεπάγγελτη προανάκριση ή από την ένορκη διοικητική εξέταση. ΣυμΑΠ 860/2009)

           Με τη νέα διατύπωση του άρθρου 250 που μετέβαλε την προϊσχύσασα διατύπωση του παλαιού άρθρου 250 (όπως ειχε τροποποιηθεί),  σύμφωνα με την οποία, ο   ανακριτής «ούτε έχει δικαίωμα συρρίκνωσης ή διεύρυνσης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης» επανήλθε στην αρχική του διατύπωση, επομένως, όπως αναφέρει και η αιτιολογική έκθεση, ο ανακριτής μπορεί, χωρίς να μεταβάλει τον νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης πράξης, να απαγγείλει κατηγορία για επιβαρυντική περίσταση του ιδίου εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη.

           (Από τη νομολογία: Περίπτωση ακυρότητας δεν συντρέχει όταν ο ανακριτής, που έχει την ιδιότητα ανεξάρτητου οργάνου με ξεχωριστή δικαιοδοσία, μεταβάλλει σε σχέση με τη δίωξη το χαρακτήρα της συμμετοχής του κατηγορουμένου, π.χ. από αυτουργία σε ηθική αυτουργία (βλ. ΕφΑθ 1399/1988 ΠοινΧρ ΛΗ`, 799), ή όταν αυτός επεκτείνει την κατηγορία σε επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 562/1997 ΝοΒ 46, 255, ΣυμβΠλημΡοδ 15/2006 ΠοινΔικ 2006, 738). Εξ αυτού συνάγεται ότι και αντιστρόφως ο ανακριτής έχει την εξουσία να μην απαγγείλει κατηγορία για την επιβαρυντική περίσταση, ακόμα και αν η ποινική δίωξη ασκήθηκε για την επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος, εφόσον, κατά την κρίση του, δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις συνδρομής της επιβαρυντικής περίπτωσης του αδικήματος, χωρίς να επάγεται οποιαδήποτε ακυρότητα μεταγενέστερη παραπομπή του κατηγορουμένου εν τέλει από το αρμόδιο Συμβούλιο για την επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος (Βλ. ΑΠ 387/1990 ΠοινΧρ Μ`, 1104, ΑΠ 1108/1988 ΠοινΧρ Λθ`, 74), ακόμα και όταν ο διαφορετικός χαρακτηρισμός μεταβάλλει την πράξη από πλημμέλημα σε κακούργημα (Βλ. ΑΠ 1602/1987 ΕλλΔνη 29,1265). Επιπλέον επιχείρημα σχετικά με την ανωτέρω δυνατότητα του ανακριτή προσφέρει και το ότι παγίως γίνεται δεκτό ότι παρέχεται στον ανακριτή η δυνατότητα να περαιώσει τη δικογραφία χωρίς πραγματική κλήτευση του κατηγορουμένου, εφόσον κρίνει ότι δεν προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις σε Βάρος του, χωρίς να θεωρείται ότι ο ανακριτής κρίνει κυριαρχικούς κατ` ουσίαν (Βλ. ΑΠ 8/2002 ΠοινΧρ ΝΒ`, 785, ΑΠ 2/1996 ΝΟΜΟΣ, ΣυμΕφθεσ 811/2002 ΑρχΝ 2006,710, ΣυμΕφθεσ 1086/2000 ΠοινΧρ 2001, 364, ΣυμΠλημΤρικ 14/2004 ΠοινΔικ 2005, 299). Κατ` ακολουθίαν, εφόσον, επιτρέπεται το μείζον, είναι προφανές ότι επιτρέπεται και το έλασσον, δηλαδή μπορεί ο ανακριτής να απαγγείλει κατηγορία για το Βασικό έγκλημα, χωρίς, όμως, την επιβαρυντική περίπτωση (γενικά για τις εξουσίες του ανακριτή σε σχέση με τις κατηγορίες που θα απαγγείλει βλ. ΕφΘρακ 70/2001 ΑρχΝ 2004, 434) ΣυμΠλημΒερ 94/2011.

          Αντίθετα ο ανακριτής δεν μπορεί να περιορίσει την κατηγορία ως προς συμμετόχους, εναντίον των οποίων ο εισαγγελέας έχει ασκήσει in personam ποινική δίωξη.

          Αν κατά τη διαδικασία της ανάκρισης ανακαλυφθούν κι άλλες αξιόποινες πράξεις, που διώκονται εξ επαγγέλματος, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον εισαγγελέα που ασκεί την ποινική δίωξη χωρίς να εμποδίζε­ται να ενεργήσει τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 και επιστρέφει τη δικογραφία στον ανακριτή, χωρίς να συντάξει κατηγορητήριο.   (250 §2).

          Το άρθρο 250 είναι από τα πλέον βασικά του δικονομικού μας συστήματος. Από την πρώτη παράγραφο συνάγεται ξεκάθαρα ότι η ποινική δίωξη ενεργείται in rem και όχι in personam. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται και η ποινική δίωξη κατ' αγνώστων.

          Η δεύτερη παράγραφος περιορίζει την ποινική  res και καθορίζει το αντικείμενο της ποινικής δίκης που είναι το συγκεκριμένο έγκλημα που αναφέρεται στην εισαγγελική παραγγελία, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό που του έδωσε ο εισαγγελέας.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
12 Σεπ 2019
Σελίδα:
  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
  5. 5
  6. 6
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε δεδομένα μέσω cookies για την σωστή λειτουργία του website , καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας, εσείς όμως θα αποφασίσετε για τα δεδομένα αυτά.

30%
Γιατί αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά;

Έτσι μας βοηθάτε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας & να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.

Όροι Χρήσης
">