• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ – ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Κώστας Kουτσουλέλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

            Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 324 ΚΠολΔ (ΑΠ 1098/2011 ΝΟΜΟΣ), εκτός αν έκριναν αστικής φύσης ζητήματα κυρίως ως προς την πολιτική αγωγή που ασκήθηκε ενώπιόν τους. Για τον λόγο αυτόν η άσκηση νέας αγωγής ενώπιον των αστικών δικαστηρίων είναι απαράδεκτη, εξεταζομένου και αυτεπάγγελτα (άρθρ. 332 ΚΠολΔ) αν κρίθηκε από το ποινικό δικαστήριο και κατά την άσκησή της ενώπιόν του δεν υπήρξε επιφύλαξη για την αναζήτηση μεγαλύτερου ποσού (ΑΠ 1098/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1474/2000 ΠοινΔικ 2001, 684).

            Με την αριθμ. ΑΠ 322/2018(ΕφΑΔ 2018, 1078) κρίθηκαν τα ακόλουθα:

            Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με τον Ν 53/1974 "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με τον Ν 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως ότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με τον νόμο".

            Με τις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος, διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. κατά Νορβηγίας, αριθμ. Προσφυγής ...97). Το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (σχετ. ΑΠ 302/2016  ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - ΑΠ 1364/2011 ΝοΒ 60, 568).

            Ειδικότερα το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ’ αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί (ίδετε και ΕΔΔΑ, Α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12-7-2013, αριθμ. Προσφυγής .../09 § 94) και αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου (ίδετε και ΕΔΔΑ, Κ. κατά Ελλάδος, απόφαση της 28-11-2011, αριθμ. Προσφυγής ... § 32). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές. Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011 ΝοΒ 60, 568).

            Επομένως, σε περίπτωση που επιδικάστηκε αποζημίωση σε βάρος πρώην κατηγορουμένου (ο οποίος στη συνέχεια αθωώθηκε) συγχωρείται αναίρεση της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας που δεν αναγνώρισε το τεκμήριο αθωότητας και συνακόλουθα και της αρχής της δίκαιης δίκης, κατά την περ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ., γιατί είναι ανεπίτρεπτη, στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης, να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη αθώωσή του (ίδετε και ΕΔΔΑ, Ο. κατά Νορβηγίας απόφαση της 15-5-2008, §§ 51 επ.).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
17 Σεπ 2019

Εξουσία του ανακριτή (250 ΚΠΔ)

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Σύμφωνα με την Αιτιολ.Έκθ.: Μόλις χρειάζεται να συμπληρωθεί, τέλος, ότι στις ως άνω διατάξεις, όπως και στη διάταξη του άρθρου 250 ΣχΚΠΔ, διατηρήθηκαν οι διασαφηνίστηκαν περαιτέρω οι εξουσίες του ανακριτή, ώστε να αποτραπούν πιθανά πεδία τριβής. Έτσι, στη μεν διάταξη του άρθρου 248 παρ. 2 ΣχΚΠΔ ορίστηκε για λόγους οικονομίας της δίκης και διεξαγωγής της εντός εύλογου χρόνου ότι «ο ανακριτής δικαιούται να επαναλάβει τις ανακριτικές πράξεις του εισαγγελέα ή των υπ’ αυτόν ανακριτικών υπαλλήλων μόνο αν θεωρεί ότι αυτό είναι αναγκαίο για τη νομιμότητά τους ή την πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης. Επίσης, προς τον σκοπό αυτό δικαιούται να διενεργήσει νέες ανακριτικές πράξεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 274». Ρητά ορίζεται, άλλωστε, στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου ότι «στις περιπτώσεις της παρ. 2, εφόσον προκύπτουν νέες περιστάσεις στο πλαίσιο του ίδιου νομικού χαρακτηρισμού, ο ανακριτής συμπληρώνει ή διορθώνει το κατηγορητήριο και καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία, βάσει αυτού». Με τη ρύθμιση αυτή παρέχεται στον ανακριτή η δυνατότητα συμπλήρωσης ή διόρθωσης του κατηγορητηρίου, ώστε να αποφεύγεται η καθυστέρηση από τη διαβίβαση των ανακριτικών φακέλων και συνάμα να αξιοποιείται η ειδική γνώση που αποκτάται από την επεξεργασία του ανακριτικού φακέλου. Αντιστοίχως, στη διάταξη του άρθρου 250 παρ. 1 ΣχΚΠΔ ορίστηκε για λόγους σαφούς διαχωρισμού των ρόλων ανακριτή και εισαγγελέα ότι «ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσους συμμετείχαν στην ίδια πράξη, συντάσσοντας νέο κατηγορητήριο»

          Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίω­ξη κατά πάντων των συμμετοχών στην ίδια πράξη συντάσσοντας νέο κατηγορητήριο.  Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής, ούτε έχει δικαίωμα μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. (250 §1).

          (Από τη νομολογία: Σύμφωνα με το άρθρο 250 παρ. 1 ΚΠΔ ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσους συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής. Η διάταξη αυτή αποτελεί συνέπεια της αρχής ότι η ποινική δίωξη ασκείται in rem και όχι personam, σύμφωνα με την οποία η παραγγελία του Εισαγγελέα αφορά την πράξη και όχι τους πράξαντες. Επομένως, αν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης αποκαλυφθεί ότι στην πράξη συμμετείχαν και άλλα πρόσωπα πέραν των τυχόν αναφερομένων στην εισαγγελική παραγγελία, ο ανακριτής έχει όχι μόνο τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να επεκτείνει και επ`αυτών τη δίωξη, χωρίς να απαιτείται γι`αυτό η άσκηση συμπληρωματικής διώξεως, ούτε φυσικά και η διενέργεια νέας προκαταρκτικής εξετάσεως κατά το άρθρο 43 παρ. 1 εδ. β`ΚΠΔ, αφού η κίνηση της ποινικής δίωξης, με παραγγελία για κυρία ανάκριση, γίνεται από τον Εισαγγελέα με βάση τα στοιχεία που έχει από την προκαταρκτική εξέταση ή από την αυτεπάγγελτη προανάκριση ή από την ένορκη διοικητική εξέταση. ΣυμΑΠ 860/2009)

           Με τη νέα διατύπωση του άρθρου 250 που μετέβαλε την προϊσχύσασα διατύπωση του παλαιού άρθρου 250 (όπως ειχε τροποποιηθεί),  σύμφωνα με την οποία, ο   ανακριτής «ούτε έχει δικαίωμα συρρίκνωσης ή διεύρυνσης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης» επανήλθε στην αρχική του διατύπωση, επομένως, όπως αναφέρει και η αιτιολογική έκθεση, ο ανακριτής μπορεί, χωρίς να μεταβάλει τον νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης πράξης, να απαγγείλει κατηγορία για επιβαρυντική περίσταση του ιδίου εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη.

           (Από τη νομολογία: Περίπτωση ακυρότητας δεν συντρέχει όταν ο ανακριτής, που έχει την ιδιότητα ανεξάρτητου οργάνου με ξεχωριστή δικαιοδοσία, μεταβάλλει σε σχέση με τη δίωξη το χαρακτήρα της συμμετοχής του κατηγορουμένου, π.χ. από αυτουργία σε ηθική αυτουργία (βλ. ΕφΑθ 1399/1988 ΠοινΧρ ΛΗ`, 799), ή όταν αυτός επεκτείνει την κατηγορία σε επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 562/1997 ΝοΒ 46, 255, ΣυμβΠλημΡοδ 15/2006 ΠοινΔικ 2006, 738). Εξ αυτού συνάγεται ότι και αντιστρόφως ο ανακριτής έχει την εξουσία να μην απαγγείλει κατηγορία για την επιβαρυντική περίσταση, ακόμα και αν η ποινική δίωξη ασκήθηκε για την επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος, εφόσον, κατά την κρίση του, δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις συνδρομής της επιβαρυντικής περίπτωσης του αδικήματος, χωρίς να επάγεται οποιαδήποτε ακυρότητα μεταγενέστερη παραπομπή του κατηγορουμένου εν τέλει από το αρμόδιο Συμβούλιο για την επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος (Βλ. ΑΠ 387/1990 ΠοινΧρ Μ`, 1104, ΑΠ 1108/1988 ΠοινΧρ Λθ`, 74), ακόμα και όταν ο διαφορετικός χαρακτηρισμός μεταβάλλει την πράξη από πλημμέλημα σε κακούργημα (Βλ. ΑΠ 1602/1987 ΕλλΔνη 29,1265). Επιπλέον επιχείρημα σχετικά με την ανωτέρω δυνατότητα του ανακριτή προσφέρει και το ότι παγίως γίνεται δεκτό ότι παρέχεται στον ανακριτή η δυνατότητα να περαιώσει τη δικογραφία χωρίς πραγματική κλήτευση του κατηγορουμένου, εφόσον κρίνει ότι δεν προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις σε Βάρος του, χωρίς να θεωρείται ότι ο ανακριτής κρίνει κυριαρχικούς κατ` ουσίαν (Βλ. ΑΠ 8/2002 ΠοινΧρ ΝΒ`, 785, ΑΠ 2/1996 ΝΟΜΟΣ, ΣυμΕφθεσ 811/2002 ΑρχΝ 2006,710, ΣυμΕφθεσ 1086/2000 ΠοινΧρ 2001, 364, ΣυμΠλημΤρικ 14/2004 ΠοινΔικ 2005, 299). Κατ` ακολουθίαν, εφόσον, επιτρέπεται το μείζον, είναι προφανές ότι επιτρέπεται και το έλασσον, δηλαδή μπορεί ο ανακριτής να απαγγείλει κατηγορία για το Βασικό έγκλημα, χωρίς, όμως, την επιβαρυντική περίπτωση (γενικά για τις εξουσίες του ανακριτή σε σχέση με τις κατηγορίες που θα απαγγείλει βλ. ΕφΘρακ 70/2001 ΑρχΝ 2004, 434) ΣυμΠλημΒερ 94/2011.

          Αντίθετα ο ανακριτής δεν μπορεί να περιορίσει την κατηγορία ως προς συμμετόχους, εναντίον των οποίων ο εισαγγελέας έχει ασκήσει in personam ποινική δίωξη.

          Αν κατά τη διαδικασία της ανάκρισης ανακαλυφθούν κι άλλες αξιόποινες πράξεις, που διώκονται εξ επαγγέλματος, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον εισαγγελέα που ασκεί την ποινική δίωξη χωρίς να εμποδίζε­ται να ενεργήσει τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 και επιστρέφει τη δικογραφία στον ανακριτή, χωρίς να συντάξει κατηγορητήριο.   (250 §2).

          Το άρθρο 250 είναι από τα πλέον βασικά του δικονομικού μας συστήματος. Από την πρώτη παράγραφο συνάγεται ξεκάθαρα ότι η ποινική δίωξη ενεργείται in rem και όχι in personam. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται και η ποινική δίωξη κατ' αγνώστων.

          Η δεύτερη παράγραφος περιορίζει την ποινική  res και καθορίζει το αντικείμενο της ποινικής δίκης που είναι το συγκεκριμένο έγκλημα που αναφέρεται στην εισαγγελική παραγγελία, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό που του έδωσε ο εισαγγελέας.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
12 Σεπ 2019

Αγωγή διανομής κοινού κλήρου : Βάση και αίτημα

Επιμέλεια: 

Κώστας Kουτσουλέλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Κίμων Σαϊτάκης , Δικηγόρος Δ.Ν., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Νομικής Αθηνών

 

Α. Στοιχεία ορισμένου της αγωγής. Η αγωγή διανομής του κοινού κλήρου για να είναι ορισμένη θα πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία[1]:

1. Την ταυτότητα του κληρονομουμένου, τον τόπο και τον χρόνο θανάτου του, καθώς και τον τόπο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του.

2. Την κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος, την κληρονομική μερίδα που αξιώνει και τον λόγο της επαγωγής της κληρονομίας σε αυτόν. Εάν λ.χ. η κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος στηρίζεται στην εκ διαθήκης διαδοχή, θα πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο και τα στοιχεία δημοσίευσης της διαθήκης· εάν θεμελιώνεται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, θα πρέπει να αναφέρεται η συγγένεια που συνδέει τον ενάγοντα με τον κληρονομούμενο κοκ.

3. Τη συγκυριότητα του ενάγοντος και των εναγομένων στα διανεμητέα αντικείμενα της κληρονομίας, απορρέουσα από τη σχέση κοινωνίας μεταξύ τους που έχει ως βάση την κληρονομική διαδοχή, καθώς και την άρνηση των τελευταίων για τη διανομή του κοινού κλήρου μεταξύ τους. Όταν στη διανεμητέα κληρονομική περιουσία περιλαμβάνονται ακίνητα, ανακύπτει το ζήτημα αν για το παραδεκτό της αγωγής διανομής του κοινού κλήρου απαιτείται η επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ενάγων και οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας ή του κληρονομητηρίου. Στη νομολογία επικρατεί η άποψη ότι η μεταγραφή εκ μέρους του ενάγοντος είναι αναγκαία για το παραδεκτό της αγωγής, διότι η συγκυριότητα του ενάγοντος επί των διανεμητέων αντικειμένων είναι στοιχείο της βάσης της αγωγής, το οποίο πρέπει να αναγράφεται στο ίδιο το δικόγραφό της (ΚΠολΔ 216)[2]. Η άποψη αυτή είναι η ορθότερη δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η δικαστική διανομή συνεπάγεται τη διάθεση των διανεμητέων ακινήτων της κληρονομίας, η οποία (διάθεση) δεν είναι δυνατή από πρόσωπο που δεν έχει καταστεί δικαιούχος με τη μεταγραφή του οικείου τίτλου κτήσεως κυριότητας. Συνεπώς, στο δικόγραφο της αγωγής διανομής του κοινού κλήρου πρέπει ο ενάγων να εκθέτει ότι αποδέχθηκε την κληρονομία και μετέγραψε τη δήλωση αποδοχής, διαφορετικά η αγωγή πάσχει από αοριστία.

Όσον αφορά την εκ μέρους των εναγομένων μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας ή του κληρονομητηρίου, η παραπάνω κρατούσα νομολογία ορθώς δέχεται ότι δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής διανομής ο τρόπος κατά τον οποίο οι εναγόμενοι έγιναν συγκύριοι των προς διανομή κληρονομιαίων ακινήτων, αλλά αρκεί για την παθητική νομιμοποίησή τους ότι ο ενάγων ομολογεί με την αγωγή του τη συγκυριότητά τους στα επίδικα ακίνητα. Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις του την παθητική νομιμοποίησή του, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει δικαίωμα συγκυριότητας επί των διανεμητέων ακινήτων, ο ενάγων υποχρεούται να εκθέσει -το αργότερο με την προσθήκη των προτάσεών του- τον τρόπο, κατά τον οποίον και εκείνος (ο εναγόμενος) έγινε συγ­κύριος των διανεμητέων ακινήτων[3]. Στη συνήθη περίπτωση που ο εναγόμενος έχει αποδεχθεί την κληρονομία πλασματικά, αφήνοντας να παρέλθει άπρακτη η τετράμηνη προθεσμία της ΑΚ 1847 και δεν έχει προχωρήσει (ίσως και σκόπιμα) σε μεταγραφή, ο ενάγων μπορεί να επιτύχει την έκδοση πιστοποιητικού περί μη αποποίησης για τον εναγόμενο και να μεταγράψει αυτό στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ή κτηματολογικό γραφείο της περιοχής όπου βρίσκεται το ακίνητο. Έχει μάλιστα κριθεί ότι ο ενάγων που έχει ασκήσει αγωγή διανομής κατά συγκληρονόμου του, ισχυριζόμενος στην αγωγή ότι ο αντίδικός του έχει μερίδιο επί του διανεμητέου ακινήτου, χωρίς να έχει ακόμα μεταγράψει το πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της κληρονομίας, δικαιούται να προβεί σε αυτή τη μεταγραφή ακόμη και μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως αλλά πάντως πριν από τη συζήτηση της κατ’ έφεσιν δίκης[4].

4. Την κυριότητα του κληρονομουμένου στα διανεμητέα αντικείμενα της κληρονομίας, τα οποία πρέπει να περιγράφονται επακριβώς[5]. Δεν αρκεί ότι αυτά βρίσκονταν στη νομή ή κατοχή του κληρονομουμένου. Η ΑΚ 1872 § 1, η οποία ορίζει ότι ως αντικείμενα της κληρονομίας θεωρούνται και εκείνα στα οποία ο κληρονομούμενος είχε κατά τον χρόνο θανάτου του δικαίωμα νομής ή κατοχής και αν είχε αποβληθεί όταν ζούσε, αναφέρεται μόνο στην περί κλήρου αγωγή και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην αγωγή διανομής, καθώς η τελευταία αυτή αγωγή περιέχει διάθεση. Η ύπαρξη δικαιώματος υποθήκης ή ενεχύρου σε κληρονομιαίο πράγμα δεν αποτελεί πάντως στοιχείο της αγωγής[6]. Επιβάλλεται βέβαια η προσεπίκληση εκείνων που έχουν δικαιώματα υποθήκης ή ενεχύρου σε κληρονομιαίο πράγμα (ΚΠολΔ 491).

5. Την έλλειψη συμφωνίας των συγκληρονόμων για τη διανομή του κοινού κλήρου μεταξύ τους.Το στοιχείο αυτό θεωρείται πάντως ότι περιλαμβάνεται στην αγωγή, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύεται ρητώς, αφού η έγερσή της υποδηλώνει την έλλειψη συμφωνίας για διανομή[7].

6. Το αίτημα της αγωγής, ήτοι τη λύση της μεταξύ των συγκληρονόμων υφιστάμενης κοινωνίας με διανομή των κληρονομιαίων.

Β. Αίτημα της αγωγής

Αίτημα της αγωγής διανομής του κοινού κλήρου είναι η λύση της κοινωνίας των συγκληρονόμων με την αυτούσια διανομή όλων των αντικειμένων της κοινής κληρονομιαίας περιουσίας ή την πώλησή τους με πλειστηριασμό. Δεν απαιτείται πάντως να υποβάλλεται με το δικόγραφο της αγωγής και ειδικό αίτημα περί του τρόπου διανομής, ο οποίος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου[8].

Όταν με την αγωγή ζητείται η διανομή όλων των αντικειμένων του κοινού κλήρου, μπορεί στο αίτημά της να περιλαμβάνεται και η επιδίωξη ενοχικών απαιτήσεων που πηγάζουν από την κοινωνία των συγκληρονόμων, όπως είναι η αξίωση από τη χρήση των κοινών αντικειμένων (ΑΚ 787), οι αξιώσεις από την αποκόμιση ωφελημάτων από τα κοινά πράγματα (ΑΚ 788 § 2), οι αξιώσεις για απόδοση δαπανών που έγιναν από ορισμένο συγκληρονόμο υπέρ των κοινών αντικειμένων (ΑΚ 788 § 2 και 794), οι υποχρεώσεις που προέκυψαν από πταίσμα κατά τη διοίκηση της κοινής περιουσίας (ΑΚ 788, 802) κ.ά. Εάν οι αξιώσεις αυτές δεν προβληθούν στη δίκη της διανομής του κοινού κλήρου, μπορούν να επιδιωχθούν με χωριστή αγωγή.

 

 



[1] ΟλΑΠ 682/1976 ΝοΒ 25, 41· ΑΠ 515/2013 ΤΝΠ Νόμος.

[2] ΟλΑΠ 690/1976 ΝοΒ 25, 43· ΑΠ 619/2012 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 1187/2011 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 2001/2009 ΕλλΔνη 52, 720.

[3] ΑΠ 619/2012 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 1475/2008 ΤΝΠ Νόμος.

[4] ΕφΘεσ 10/1994 Αρμ 48, 678.

[5] Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναγράφεται και η αξία των διανεμητέων πραγμάτων (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54, 849· ΑΠ 587/1974 ΝοΒ 23, 155· ΕφΑθ 461/2010 ΕλλΔνη 51, 521· ΕφΑθ 10087/2002 ΤΝΠ Νόμος.

[6] ΑΠ 1030/1993 ΕλλΔνη 37, 95.

[7] ΕφΘεσ 305/2001 ΑρχΝ 54, 81· ΕφΑθ 6635/1995 ΝοΒ 44, 451.

[8] ΑΠ 863/2006 ΕλλΔνη 48, 442· ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54, 849· ΑΠ 1309/2005 ΕλλΔνη 49, 747· ΑΠ 981/2002 ΕλλΔνη 44μ, 1294· ΑΠ 1053/1993 ΕλλΔνη 35, 1577· ΕφΑθ 5772/2009 ΕΔΠ 2010, 105· ΜΠρΘεσ 35998/2009 Αρμ 64, 507. Το δικαστήριο που διατάσσει τη διανομή με διαφορετικό τρόπο από εκείνο που ζήτησε ο ενάγων δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου της ΚΠολΔ 559 αρ. 9 (ΑΠ 1709/2006 ΝοΒ 55, 440).

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
11 Σεπ 2019

Λόγοι άρσης του αδίκου

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Άδικη χαρακτηρίζεται η πράξη που αντίκειται σε κανόνα δικαίου.  Κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που εμπίπτει στην αντικειμενική υπόσταση κάποιου εγκλήματος αποτελεί κατ' αρχήν άδικη πράξη.

          Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που η παραπάνω άδικη πράξη   "συγχωρείται" από το δίκαιο, όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές συνιστούν τους λεγόμενους λόγους άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης.

          Οι  λόγοι άρσης του αδίκου μπορούν να ενταχθούν σε τρεις     κατηγορίες:

          α) γενικοί λόγοι: αυτοί αίρουν το άδικο σε όλα τα εγκλήματα, π.χ. άμυνα 22 ΠΚ, κατάσταση ανάγκης 25 ΠΚ, κ.λπ.

          γ) ειδικοί λόγοι: αυτοί αίρουν το άδικο σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις εγκλημάτων, π.χ. περιπτώσεις θεμιτής διακοπής κύησης 304 παρ.4 ΠΚ, θεμιτές προσβολές της τιμής 367 ΠΚ.  Κ.λπ.

          δ) το άρθρο 20 ΠΚ: που αποτελεί τον έσχατο (επικουρικό) λόγο άρσης του αδίκου όταν δεν συντρέχει κάποιος άλλος (γενικός ή ειδικός) λόγος άρσης του αδίκου.

          Επίσης οι λόγοι άρσης του αδίκου μπορούν να διακριθούν σε:

          α) λόγους που προβλέπονται ρητά από το δίκαιο: π.χ. άμυνα 22 ΠΚ, κατάσταση ανάγκης 25 ΠΚ, θεμιτές προσβολές της τιμής 367 ΠΚ,  κλπ.

          β) λόγους πέρα από τους ρητά αναφερόμενους στο δίκαιο:  π.χ. σύγκρουση καθηκόντων.

          Οι δικαιολογητικοί λόγοι άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης μπορούν να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες.

          α) σε λόγους που συνίστανται σε πραγμάτωση του δικαίου ή καταπολέμηση του αδίκου π.χ. πράξεις του δικονομικού καταναγκασμού (σύλληψη του κατηγορούμενου, προσωρινή κράτηση), η θεμιτή αυτοδικία 282 ΑΚ, κ.λπ.

          β) σε λόγους ελλείποντος συμφέροντος π.χ. συναίνεση
του παθόντος        και

          γ) σε λόγους υπέρτερου συμφέροντος π.χ. κατάσταση ανάγκης,  θεμιτές διακοπές κύησης, προσταγή κ.λπ.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
10 Σεπ 2019

Η προανάκριση κατά τον νέο ΚΠΔ

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του νέου ΚΠΔ:

Α. Τακτική προανάκριση.

Με την εισαγωγή της υποχρεωτικής προκαταρκτικής εξέτασης με τον Ν 3160/2003 είναι αληθές ότι η σημασία της τακτικής προανάκρισης ακολούθησε μια φθίνουσα πορεία που είχε ως συνέπεια την υποβάθμιση της ανακριτικής αυτής διαδικασίας και τη συρρίκνωση του πεδίου εφαρμογής της. Καθώς, όπως είχε ορισθεί στο άρθρο 244 ΚΠΔ, ύστερα από τη συμπλήρωσή του με τον Ν 3346/2005, η προανάκριση «δεν είναι επίσης αναγκαία και για τα άλλα πλημμελήματα, αν έγινε προκαταρκτική εξέταση», προανάκριση διατασσόταν πλέον στη δικαστηριακή πρακτική σε ελάχιστες περιπτώσεις. Την εξέλιξη αυτή αποτύπωσε η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, ορίζοντας στο άρθρο 245 παρ. 1 εδ. β΄ ΣχΚΠΔ ότι «παραγγελία για προανάκριση δίνεται μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 322 παρ. 2 εδάφιο γ΄ και 323 εδάφιο γ΄», δηλαδή στις περιπτώσεις προσφυγής κατά της απευθείας κλήσης, στις οποίες ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να απορρίψει την προσφυγή ή να την κάνει δεκτή, διατάσσοντας προηγουμένως προανάκριση για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού με τη διενέργεια συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων. Κατά τα λοιπά, τα αναφερόμενα σε σχέση με τη συνοπτικότητα της προανάκρισης και τη μη περάτωσή της πριν ληφθεί η απολογία του κατηγορουμένου, παραμένουν αναλλοίωτα. Ωστόσο, καθώς κρίθηκε ότι οι αφορώσες το προηγούμενο νομικό καθεστώς διατάξεις για τη διάρκεια, την αναγκαιότητα και τον τρόπο περάτωσης της τακτικής προανάκρισης δεν είχαν πλέον λόγο ύπαρξης, η Επιτροπή προέβη στην κατάργησή τους.

Β. Αυτεπάγγελτη προανάκριση.

Διορθωτικές διατυπώσεις έλαβαν χώρα και σε σχέση με την αυτεπάγγελτη προανάκριση στην παρ. 2 του άρθρου 245 ΣχΚΠΔ. Για λόγους ορθής εφαρμογής αφενός μεν εξαρτήθηκε η διενέργειά της από την ύπαρξη ενδείξεων ενοχής και αφετέρου εξειδικεύτηκαν οι περιπτώσεις επιτρεπτής διενέργειάς της, όπως προκύπτει από τη νέα διατύπωση «αν υπάρχουν ενδείξεις ότι τελέστηκε αδίκημα και από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος απώλειας των αποδεικτικών στοιχείων ή υπάρχει δυσχέρεια πραγματοποίησης συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης ή κτήσης αποδεικτικού στοιχείου στο μέλλον ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, οι κατά το άρθρο 31 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις … έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα». Τέλος, στο άρθρο 245 ΣχΚΠΔ παρέμεινε ως παρ. 3 η ρύθμιση για τις περιπτώσεις αρχειοθέτησης με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα δικογραφίας, όταν από την αυτεπάγγελτη προανάκριση δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη ορισμένου εγκλήματος ή «αν ο δράστης παραμένει άγνωστος μετά από προκαταρκτική εξέταση». Μάλιστα, για λόγους εξασφάλισης της νομιμότητας και εν ταυτώ για πρακτικούς λόγους προβλέπεται στο εδ. γ΄ ότι «στην περίπτωση αυτήν η κατά το άρθρο 43 ποινική δίωξη θεωρείται ότι ασκήθηκε με την έκδοση της πιο πάνω πράξης του εισαγγελέα, η οποία πρέπει να περιέχει και τον χαρακτηρισμό του αδικήματος και τον χρόνο τέλεσής του», έτσι ώστε αν στη συνέχεια προκύψουν νεότερα στοιχεία να μπορεί η δικογραφία να ανασύρεται από το αρχείο και να συνεχίζεται η ποινική διαδικασία.

Πότε διενεργείται. Παραγγελία για προανάκριση δίνεται μόνο στις περιπτώσεις του άρθρου 245 παρ. 3 εδαφ. δ και των άρθρων 322 παρ. 3 εδάφιο α περιπ.γ΄ και 323 εδάφιο γ περιπ. γ (245 παρ.1)

Εντολή για προανάκριση. Η προανάκριση αρχίζει με την έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα. Κατ' εξαίρεση αρχίζει και χωρίς την έγγραφη παραγγελία του ει­σαγγελέα στην περίπτωση του άρθρου 245 παρ. 2:

Αυτεπάγγελτη προανάκριση 245 §2: Αν από την αναβολή δημιουργείται κίνδυνος (δηλαδή αν αναβαλλόταν η έναρξη της προανάκρισης περιμένοντας έγγραφη εισαγγελική παραγγελία) τότε κάθε ανακριτικός υπάλληλος υποχρεώνεται να επιχειρή­σει οποιαδήποτε προανακριτική πράξη που θα βοηθούσε στη βεβαίωση του εγκλήματος και ανακάλυψη του δράστη, συγχρόνως δε οφείλει να ει­δοποιήσει με το ταχύτερο μέσο τον εισαγγελέα και να του υποβάλλει τις σχετικές εκθέσεις που ήδη συντάχθηκαν.

Αν από την αυτεπάγγελτη προανάκριση δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη ορισμένου εγκλήματος, η δικογραφία τίθεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα στο αρχείο. Το ίδιο μπορεί να πράξει ο εισαγγελέας και αν ο δράστης παραμένει άγνωστος μετά από προκαταρκτική εξέταση. Στην περίπτωση αυτήν η κατά το άρθρο 43 ποινική δίωξη θεωρείται ότι ασκήθηκε με την έκδοση της πιο πάνω πράξης του εισαγγελέα, η οποία πρέπει να περιέχει και τον χαρακτηρισμό του αδικήματος και τον χρόνο τέλεσής του. Αν ακολούθως αποκαλυφθεί ο δράστης, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και συνεχίζεται η ποινική διαδικασία. Αν οι κατηγορούμενοι είναι περισσότεροι, η αρχειοθέτηση γίνεται μόνον ως προς αυτόν που παρέμεινε άγνωστος.

Διενέργεια προανάκρισης. Η προανάκριση διενεργείται :

Α. όταν ασκηθεί προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος: (322,323)

1) Ο εισαγγελέας των εφετών μπορεί: α) να απορρίψει την προσφυγή, β) να κάνει δεκτή την προσφυγή, οπότε διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο, γ) να προβεί σε μία από τις παραπάνω ενέργειες, αφού προηγουμένως διατάξει προανάκριση για την συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού με τη διενέργεια συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων.

2) Το συμβούλιο εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που υποβλήθηκε η έκθεση προσφυγής μαζί με τη σχετική πρόταση του εισαγγελέα εφετών, και μπορεί: α) να απορρίψει την προσφυγή, β) να κάνει δεκτή την προσφυγή, εκδίδοντας βούλευμα με το οποίο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή κηρύσσει αυτήν απαράδεκτη, γ) να προβεί σε μία από τις παραπάνω ενέργειες, αφού προηγουμένως διατάξει προανάκριση για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού, με τη διενέργεια συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων. Όσον αφορά τα εγκλήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα, μό­λις υποπέσει στην αντίληψη της κατηγορούσας αρχής κάποια είδηση για την τέλεσή τους (36).

Β. Καθώς επίσης στην περίπτωση ανάσυρσης αρχειοθετηθείσας δικογραφίας, όταν αποκαλυφθεί ο δράστης (245 παρ.3 εδ .δ)

Όργανα προανάκρισης (προανακριτικοί υπάλληλοι). Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα..

Οι ανακριτικοί υπάλληλοι υπάγονται στη διεύθυνση του εισαγγελέα. Τα γενικότερα καθήκοντα τους είναι:

α) να διαβιβάζουν τις μηνύσεις (42 §2) και τις εγκλήσεις προς τον εισαγγελέα·

β) να του αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό με την τέλεση κάποιου εγκλήματος ή σχετικό με τον δράστη (38 §1)·

γ) να προβαίνουν σε εξετάσεις μαρτύρων και να λαμβάνουν τις απολογίες των κατηγορουμένων (245 § 2)·

Οι ανακριτικοί υπάλληλοι διακρίνονται σε γενικούς και ειδικούς.

Γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι είναι (31):

Α. Οι πταισματοδίκες και όπου δεν υφίσταται ειδικό πταισματοδικείο από τους ειρηνοδίκες.

Β. Οι βαθμοφόροι της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος

Οι ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι είναι ορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι για τους οποίους προβλέπουν Ειδικοί Νόμοι. Τέ­τοιοι υπάλληλοι είναι μεταξύ των άλλων, και:

Α. Οι δασικοί υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για τις δασικές παραβάσεις.

Β. Οι βαθμοφόροι της πυροσβεστικής που είναι αρμόδιοι για τους εμπρησμούς.

Γ. Οι τελωνειακοί υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για τη λαθρεμπορία κ.λπ.

Περάτωση της προανάκρισης. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα., είναι συνοπτική και δεν περατώνεται πριν ληφθεί η απολογία του κατηγορουμένου. Εφόσον ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίσθηκε, η προανάκριση περατώνεται και χωρίς την απολογία του. Η προανάκριση περατώνεται (245):

ι) με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (εφόσον απορριφθεί η προσφυγή του 322 και 323. ή

ιι) με πρόταση του εισαγγελέα στο δικαστικό συμβούλιο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις ως άνω διατάξεις (322 παρ3 και 323).  Πρόταση στο συμβούλιο γίνεται, εφόσον ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
9 Σεπ 2019

Σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού (Σ.Α.Λ.)

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

Είναι η διαρκής ορισμένου ή αορίστου χρόνου σύμβαση, αποκαλούμενη Σ.Α.Λ., καταρτιζόμενη εγγράφως (αποδεικτικός τύπος)  που συνάπτεται με εμπόρους και μη  (αρ. 361,874 ΑΚ).  Σ.Α.Λ. συνάπτουν συνήθως οι τράπεζες με εμπόρους  (τραπεζικός ανοικτός λ/σμός ή πίστωση με ανοικτό λ/σμό, εφαρμογή  αρ. 47, 64-67 νδ 17.7.1923, αρ. 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ [1] )  επίσης  έμποροι μεταξύ τους  εξαιτίας της εμπορικής τους συνεργασίας αλλά και μη έμποροι (το αρ. 112 ΕισΝΑΚ απαιτεί  έναν τουλάχιστον συμβαλλόμενο έμπορο ως συνέπεια της εμπορικής ιδιότητας, αμοιβαιότητα συναλλαγών, αβεβαιότητα της τελικής ιδιότητας). Αντικείμενο της ΣΑΛ είναι η καταχώριση των μεταξύ των συμβαλλόμενων χρηματικών δοσοληψιών-κονδυλίων σε κοινό λογαριασμό πίστωσης-χρέωσης  (απαραίτητο στοιχείο η εναλλαγή των ιδιοτήτων των συμβαλλομένων ή η δυνατότητα εναλλαγής  από δανειστή σε οφειλέτη και αντίστροφα αλλιώς ο λογαριασμός είναι απλός -όχι κοινός- τρεχούμενος,  χρεωστικός, πιστωτικός ή σύμβαση δανείου εξοφλούμενη σε δόσεις, μη εφαρμογή αρ. 112 ΕισΝΑΚ) με συνέπεια τα κονδύλια από την καταχώριση να χάνουν τη νομική τους αυτοτέλεια  δηλ. δεν είναι απαιτητά έστω και αν ήταν ληξιπρόθεσμα και δεν μπορούν να διεκδικηθούν μεμονωμένα πριν από την οριστική λύση της Σ.Α.Λ. (με καταγγελία)[2]. Τα κονδύλια καθίστανται συνολικά ληξιπρόθεσμα και απαιτητά ως οριστικό κατάλοιπο ΣΑΛ οφειλόμενο εντόκως «αυτοδικαίως» εκ του νόμου (παρέκκλιση αρ. 345 ΑΚ) έστω και αν έχουν καταχωρηθεί στον λογαριασμό και κονδύλια τόκων που οφείλονται για διάστημα μικρότερο του έτους (επιτρεπτός ανατοκισμός κατά παρέκκλιση αρ. 296 παρ. 1 ΑΚ). Το οριστικό κατάλοιπο προκύπτει μόνο κατόπιν οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού που γίνεται με καταγγελία από κάθε συμβαλλόμενο (λύση της ΣΑΛ) και αποτελεί τρόπο απόσβεσης της ενοχής με καθολικό συμψηφισμό[3]. Η ΣΑΛ κλείνεται περιοδικά κάθε εξάμηνο ή τρίμηνο (αν συμφωνήθηκε) όχι όμως για μικρότερο διάστημα. Το περιοδικό κατάλοιπο μεταφέρεται στην επόμενη χρονική περίοδο της ίδιας οικονομικής χρήσης ή στη νέα οικονομική χρήση, εντόκως και ανατοκιζόμενο αλλά δεν είναι ακόμα απαιτητό πριν να γίνει οριστικό κατάλοιπο με το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού (με καταγγελία).

Η έγγραφη αναγνώριση από τον συμβαλλόμενο της οφειλής του οριστικού κατάλοιπου διευκολύνει τη διεκδίκηση αυτού και είναι ξεχωριστή της Σ.Α.Λ.  αυτοτελής και αναιτιώδης δικαιοπραξία αρ. 873,874 ΑΚ. Η έγγραφη σύμβαση ΣΑΛ και η έγγραφη αναγνώριση του οριστικού καταλοίπου Σ.Α.Λ. αρκούν για την έκδοση διαταγής πληρωμής ή παραδοχή αγωγής βάσει αρ. 873,874 ΑΚ συνδ. αρ. 623 επ. ΚΠολΔ αλλιώς απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής ή την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής[4]:  η προσκομιδή έγγραφης σύμβασης Σ.Α.Λ., συνολική περιγραφή όλων των συναλλαγών-κονδυλίων, η λύση αυτής με επίδοση καταγγελίας, το οριστικό κλείσιμο της Σ.Α.Λ., το οριστικό κατάλοιπο της ΣΑΛ[5].

 

[1]. Ο τραπεζικός αλληλόχρεος ή ανοικτός λογαριασμός ή σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λ/σμό, στερείται έναντι του κοινού αλληλόχρεου δύο βασικών στοιχείων: α) του στοιχείου της αμοιβαιότητας των πιστώσεων και β) του στοιχείου της αβεβαιότητας περί του ποιος θα καταστεί, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, οφειλέτης και ποιος δανειστής. Στην περίπτωση αυτή, γίνεται λόγος για απλό (ή καταχρηστικό) αλληλόχρεο λογαριασμό στον οποίο όμως εφαρμόζονται. οι διατάξεις του κοινού αλληλοχρέου λ/σμού  αρ. 47, 64-67 νδ 17/7/1923, αρ. 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ. Π.Μάζης, Εμπράγματη εξασφάλιση τραπεζών και Α.Ε., 1993, σελ.81 επ. Βλ.ΕφΑθ 7318/2013 ΔΕΕ τ.3/2014 (ΓΟΣ).

[2]. ΑΠ 1163/2011 ΝΟΜΟΣ «η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένου κονδυλίου ΣΑΛ δεν απορρίπτεται ως αόριστη αλλά ως κατ’ ουσία αβάσιμη». ΤρΕφΛαρ 206/2017 ΔΕΕ 2018. 228 «Τράπεζα κατά οφειλέτη. Καταδολίευση δανειστών. Η τράπεζα είναι δανείστρια και πριν από το οριστικό κλείσιμο ΣΑΛ, αρκεί  η ΣΑΛ έχει κλειστεί οριστικά πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής».

[3]. ΕφΑθ 399/2015 ΔΕΕ 2015.394 «Η ΣΑΛ αποτελεί τρόπο απόσβεση ενοχής με καθολικό συμψηφισμό. Δεν καταχωρούνται απαιτήσεις για τις οποίες απαγορεύεται ο συμψηφισμός π.χ. εργατικοί μισθοί, ατελείς ενοχές, μη ομοειδείς απαιτήσεις, απαιτήσεις από αδίκημα εκ δόλου. Τα αξιόγραφα δεν καταχωρούνται διότι είναι προορισμένα να κυκλοφορούν αλλά μπορεί να συμφωνηθεί να καταχωρούνται οι απαιτήσεις εξ αυτών. Η απαίτηση από μεταχρονολογημένη επιταγή καταχωρείται υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής αλλιώς είναι άκυρη η καταχώρηση της απαίτησης και αντιλογίζεται. Η άσκηση δικαιώματος καταγγελίας της ΣΑΛ δεν αντίκειται στο αρ. 372 ΑΚ αλλά υπόκειται στον έλεγχο αρ. 281 ΑΚ».

[4]. ΑΠ 1071/2017 ΔΕΕ 2017,1471.

[5]. ΑΠ 84/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 248/2014 ΝΟΜΟΣ. ΕφΠειρ 1035/2013 ΔΕΕ 2013.1167, ΕφΛαρ 532/2014 ΔΕΕ 2015.409.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
4 Σεπ 2019

Νέος λόγος άρσης του καταλογισμού Αδυναμία αποφυγής αδίκου (Σύγκρουση καθηκόντων)

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Η νέα διάταξη του άρθρου 33 του ΠΚ με τίτλο αδυναμία αποφυγής του αδίκου, προβλέπει ότι: η πράξη δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τέλεσε, αν κατά την τέλεσή της αδυνατούσε να συμμορφωθεί προς το δίκαιο λόγω ανυπέρβλητου για τον ίδιο διλήμματος εξαιτίας σύγκρουσης καθηκόντων και η προσβολή που προκλήθηκε από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με την προσβολή που απειλήθηκε  (Σύμφωνα με την αιτιολ. Έκθεση του νέου ΠΚ:  Ως τρίτος λόγος άρσης του καταλογισμού περιγράφεται στο άρθρο 33 η αδυναμία αποφυγής του αδίκου. Ο λόγος αυτός άρσης του καταλογισμού, ο οποίος γίνεται δεκτός από όλους τους θεωρητικούς του ποινικού δικαίου, διαμορφώθηκε εκτός του γραπτού δικαίου και συναντάται στα συγγράμματα του ποινικού δικαίου με διάφορες ονομασίες: άλλοτε ως «τραγικό δίλημμα», άλλοτε ως «υπέρβαση του ανθρωπίνως φευκτού της υπαιτιότητας» και άλλοτε ως «σύγκρουση καθηκόντων». Η νομολογία, ωστόσο, μόνο κατ’ εξαίρεση τον λαμβάνει υπόψη. Αυτό επέβαλε να περιγραφεί πλέον ο συγκεκριμένος λόγος άρσης του καταλογισμού στον Ποινικό Κώδικα, καθώς ο περιορισμός της ελευθερίας επιλογής του αδίκου στις περιπτώσεις αυτές είναι αντίστοιχης έντασης με την κατάσταση ανάγκης του άρθρου 32 ΠΚ. Με το δεδομένο αυτό, στο άρθρο 33 του Σχεδίου προβλέπεται ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν κατά την τέλεσή της βρισκόταν σε αδυναμία επιλογής μεταξύ δικαίου και αδίκου λόγω ανυπέρβλητου διλήμματος εξαιτίας σύγκρουσης καθηκόντων και η προσβολή που προκλήθηκε από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με την προσβολή που απειλήθηκε.).

          Σύγκρουση καθηκόντων που αίρει τον καταλογισμό έχουμε και όταν στη σύγκρουση δύο νομικών καθηκόντων ο δράστης θυσιάζει το σημαντικότερο νομικό καθήκον έναντι του λιγότερου σημαντικού.

          Παράδειγμα: ο γιατρός που στην εφημερία έχει να αντιμετωπίσει δύο περιστατικά επείγοντα και επιλέγει να περιθάλψει πρώτο εκείνο που αφορούσε την αδερφή του έναντι του άλλου που ο ασθενής ήταν άγνωστος. Θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακόμα και αν κριθεί πως ήταν πιο επείγον το περιστατικό με τον άγνωστο (χωρίς φυσικά να προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στον εν λόγω ασθενή) και ο γιατρός επέλεξε να περιθάλψει την αδερφή του, θα κριθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 33 (τραγικό ηθικό δίλημμα).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
2 Σεπ 2019

Οι αλλαγές του νέου Ποινικού Κώδικα στη συμμετοχή και στη συρροή

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Β. Συμμετοχή (45-49 ΠΚ)

Β.1.     Αναδιατύπωση στην έννοια της συναυτουργίας  (45 ΠΚ) έτσι ώστε ο συναυτουργός να διακρίνεται αφενός με βάση την ύπαρξη κοινού δόλου και αφετέρου κατόπιν πραγμάτωσης πράξης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Σημαντική όμως είναι και η φράση-διευκρίνιση «εν όλω ή εν μέρει» στο στοιχείο της συνεκτέλεσης των συναυτουργών. Όπως έχει δεχθεί και η νομολογία στη συναυτουργία,  ο κάθε δράστης, ιδίως στα σύνθετα εγκλήματα, μπορεί να τελεί, βάσει του σχεδίου δράσης τους, ένα μέρος του συνθέτου εγκλήματος και όχι να συνεκτελεί όλο το έγκλημα από κοινού με τον έτερο συναυτουργό.

Β.2.     Η δεύτερη αλλαγή αφορά την ποινική μεταχείριση της συνέργειας (47). Καταργείται η διάκριση μεταξύ απλής και άμεσης συνέργειας με σκοπό να «καταγραφεί ως κανόνας ότι το άδικο και η ενοχή του συνεργού είναι μικρότερης έντασης έναντι εκείνων του φυσικού αυτουργού» σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση. Έτσι η συνέργεια αποτυπώνεται στο 47 με κανόνα τη μειωμένη ποινή (83 ΠΚ) για τον συνεργό, αλλά, παράλληλα προβλέπεται αυξημένη ποινή για τον συνεργό εκείνο του οποίου η συνδρομή παρέχεται κατά την τέλεση της πράξης και θέτει το έννομο αγαθό στη διάθεση του αυτουργού. Έτσι, παρά την εξομοίωση της ποινικής μεταχείρισης του άμεσου και του απλού συνεργού, στο εδ.β του 47 προβλέπεται:  «Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού». Η επιστήμη και η νομολογία θα κρίνει τις περιπτώσεις εκείνες που χαρακτηρίζονται άμεση συνέργεια. Πάντως από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης περιορίζεται η έννοια του άμεσου συνεργού όπως την γνωρίζαμε με τον προϊσχύσαντα κώδικα και περιλαμβάνει περιπτώσεις όπου ο (άμεσος) συνεργός είναι το «ο αναγκαίος βοηθός»  του αυτουργού  κατά την τέλεση της πράξης π.χ. ο Α κρατάει την Β να την βιάσει ο Γ.

Β.3. Τέλος, στο άρθρο 49 η μόνη αλλαγή είναι η περαιτέρω μείωση της ποινής του συνεργού (47) κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83, στην περίπτωση του α εδαφίου της  παραγ. 1 του άρθρου 49 (στα γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα).

Γ. Συρροή (94-98 ΠΚ)

Γ.1 Στην παρ. 1 του άρθρου 94 και στον καθορισμό συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινή στην αληθινή πραγματική συρροή προβλέπεται μείωση των συνολικών εκτιτέων ποινών  για τα κακουργήματα σε 20 έτη (από 25 υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ) και για τα πλημμελήματα σε 8 έτη (από 10 υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ).

Γ.2. Στην παρ.1 του άρθρου 94 στην προσαύξηση των συντρεχουσών ποινών, αφενός μεν, δεν υπάρχει κατώτατο προβλεπόμενο όριο προσαύξησης, αφετέρου δε, η μέγιστη επαύξηση της ποινής βάσης φτάνει μέχρι το ½ της συντρέχουσας ποινής (όπως γινόταν στην πράξη στα δικαστήρια της ουσίας).

Γ.3. Στην αληθινή κατ’ ιδέαν συρροή (94 παρ.2) το ανώτατο όριο της επιβληθησόμενης ποινής  δεν μπορεί να υπερβεί το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Καταργήθηκαν τόσο η πρόβλεψη για την αθροιστική έκτιση ποινής στις περιπτώσεις της παρ. 4 του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθώς και παρ2 εδ.β  του προϊσχύσαντος ΠΚ, σχετικά με το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που έδινε τη δυνατότητα επιβολής συνολικής ποινής με βάση την παρ. 1 του άρθρου 94 του προϊσχύσαντος ΠΚ.  

Γ.4. Σχετικά με τη συνολική χρηματική ποινή(96 ΠΚ) εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο  94 ΠΚ η συνολική χρηματική ποινή δεν μπορεί να υπερβεί το ½ (μισό) του αθροίσματος των υπολοίπων χρηματικών ποινών (και όχι τα ¾ όπως προέβλεπε ο προϊσχύσας ΠΚ).

Γ.5. Θεσπίζεται νέα διάταξη (96Α ΠΚ) για τον καθορισμό συνολικής ποινής παροχής κοινωφελούς εργασίας. Έτσι στην περίπτωση αληθινής πραγματικής συρροής η βαρύτερη ποινή προσαυξάνεται χωρίς ελάχιστο όριο, αλλά με μέγιστο το ½ (μισό) της συντρέχουσας ποινής και η μέγιστη διάρκεια της συνολικής ποινής δεν μπορεί να υπερβεί τις 800 ώρες. Στην περίπτωση αληθινής κατ’ ιδέα συρροής η βαρύτερη ποινή προσαυξάνεται μέχρι το ανώτατο όριο, ήτοι μέχρι 720 ώρες (άρθρο 55 ΠΚ).  Η ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας δεν εκτελείται όταν συντρέχει με στερητική της ελευθερίας ποινή, μεγαλύτερη των 3 ετών (96Α παρ. 3).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
19 Αυγ 2019

Διαφορές συναλλαγματικής – επιταγής

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

α)Η συναλλαγματική είναι μέσο πίστης ενώ η επιταγή είναι μέσο πληρωμής (εκτός της μεταχρονολογημένης).

β)Η συναλλαγματική λήγει με τέσσερεις τρόπους. Αν δεν ορίστηκε λήγει «εν όψει» και είναι πληρωτέα με την εμφάνιση εντός ενός έτους από την έκδοση. Η επιταγή είναι πληρωτέα «εν όψει» εντός οκτώ ημερών από την επομένη της χρονολογίας (έκδοσης) ή «άμα τη εμφανίσει» (μεταχρονολογημένη).

γ) Στη συναλλαγματική ο πληρωτής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Στην επιταγή υποχρεωτικά τράπεζα AE.

δ)Στη συναλλαγματική ο πληρωτής μπορεί να αποδεχθεί. Στην επιταγή απαγορεύεται (μη γεγραμμένη αποδοχή). Στη συναλλαγματική προβλέπεται ευθεία αγωγή και αναγωγή. Στην επιταγή μόνο αναγωγή.

ε) Στη συναλλαγματική το όνομα του λήπτη είναι απαραίτητο στοιχείο και απαγορεύεται να εκδοθεί εις κομιστή. Στην επιταγή αν δεν κατονομάζεται ο λήπτης είναι εις κομιστή.

στ) Στη συναλλαγματική ο τόπος πληρωμής πρέπει να είναι υπαρκτός και ορισμένος (όχι ανύπαρκτος ή πολλοί τόποι) και αναπληρώνεται από τον τόπο κατοικίας του πληρωτή (μόνο) αλλιώς είναι άκυρη. Στην επιταγή μπορεί να είναι πολλοί οι τόποι πληρωμής. Αναπληρώνεται από την έδρα της πληρώτριας ή της έκδοσης και δεν είναι άκυρη.

ζ)  Στη συναλλαγματική επιτρέπεται εξαιρετικά η ρήτρα τόκου. Στην επιταγή απαγορεύεται.

η)Οι χρόνοι παραγραφής των αξιώσεων από συναλλαγματική και επιταγή είναι διαφορετικοί αρ. 70 N 5325/1932 και αρ. 52 N 5960/1933

θ)Στη συναλλαγματική τυπική προϋπόθεση της αναγωγής είναι η σύνταξη διαμαρτυρικού. Στην επιταγή αρκεί η βεβαίωση της εμφάνισης και μη πληρωμής από την πληρώτρια τράπεζα ή γραφείο συμψηφισμού.

 ι) Η ακάλυπτη επιταγή είναι εξοπλισμένη με ποινική ευθύνη του εκδότη (αρ. 79 Ν 5960/1933) και ευθύνη του εξ αδικοπραξίας αντίθετα με τη συναλλαγματική.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
19 Αυγ 2019
Σελίδα:
  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
  5. 5
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε δεδομένα μέσω cookies για την σωστή λειτουργία του website , καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας, εσείς όμως θα αποφασίσετε για τα δεδομένα αυτά.

30%
Γιατί αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά;

Έτσι μας βοηθάτε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας & να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.

Όροι Χρήσης
">