• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

Σύντμηση προθεσμίας κλήτευσης του κατηγορούμενου στο ακροατήριο

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

Ο κατηγορούμενος κλητεύεται με δύο τρόπους στο ακροατήριο, με   κλητήριο θέσπισμα και με κλήση.

Με κλητήριο θέσπισμα κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο μόνο αν η υπόθεση εισάγεται κατευθείαν στο ακροατήριο, χω­ρίς να περάσει από την ενδιάμεση διαδικασία των δικαστικών συμβουλίων.

Με κλήση κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο όταν η υπόθεση έχει περάσει από την ενδιάμεση διαδικασία των δικαστικών συμ­βουλίων κι έχει εκδοθεί παραπεμπτικό βούλευμα (το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο).

Κατά το άρθρο δε 166 παρ. 1 ΚΠΔ αν ο κατηγορούμενος διαμένει στην ημεδαπή και είναι γνωστής διαμονής, η προθεσμία κλήτευσής του στο ακροατήριο ορίζεται σε δεκαπέντε ημέρες, ενώ από τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι επί επίδοσης που γίνεται με θυροκόλληση, επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδ. β` αρνήθηκαν να παραλάβουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του κατηγορουμένου, οπότε, στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 168 παρ. 1 ΚΠΔ «1. Οι προθεσμίες που ορίζονται στον Κώδικα υπολογίζονται σύμφωνα με το καθιερωμένο ημερολόγιο. Όταν η προθεσμία ορίζεται σε ημέρες, δεν υπολογίζεται η ημέρα με την οποία συμπίπτει το χρονικό σημείο ή το γεγονός από το οποίο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία. Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρετέα, η προθεσμία παρεκτείνεται έως και την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα .....». Επομένως, αν η τελευταία ημέρα συμπλήρωσης της προθεσμίας είναι Σάββατο ή Κυριακή ή και άλλη εξαιρετέα κατά Νόμο ημέρα η συμπλήρωσή της μετατίθεται για την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 169 παρ. 1 ΚΠΔ «Ο εισαγγελέας που διατάσσει την επίδοση της κλήσης μπορεί, αν συντρέχουν κατά την κρίση του κίνδυνος παραγραφής ή άλλοι εξαιρετικοί λόγοι που μνημονεύονται στην παραγγελία προς επίδοση, να συντομεύσει την προθεσμία εμφάνισης των κατηγορουμένων, των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο σε οκτώ κατ’ ανώτατο όριο ημέρες, εφόσον πρόκειται για πρόσωπα γνωστής διαμονής στην ημεδαπή».

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο Νόμος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 169 παρ. 1 του ΚΠΔ, η σύντμηση της 15νθημέρου προθεσμίας εμφανίσεως του γνωστής διαμονής στην ημεδαπή κατηγορουμένου στο ακροατήριο, σε οκτώ κατ’ ανώτατο όριο ημέρες, προϋποθέτει τη συνδρομή κατά την κρίση του εισαγγελέως κινδύνου παραγραφής ή άλλων εξαιρετικών λόγων, που επιτάσσουν τη σύντμηση αυτή, περί των οποίων λόγων όμως, γίνεται ειδική μνεία στην παραγγελία προς επίδοση.

Η έλλειψη της παραπάνω μνείας του κινδύνου παραγραφής ή άλλου εξαιρετικού λόγου για τη σύντμηση, στη σχετική παραγγελία επιδόσεως, την οποία οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως στην περίπτωση μη εμφανίσεως του κατηγορουμένου ή στην περίπτωση εμφανίσεως αυτού, αν προβληθεί αντίρρηση στην πρόοδο της διαδικασίας, καθιστά ανίσχυρη τη σύντμηση της προθεσμίας εμφανίσεως του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν το δικαστήριο προχώρησε στην κατ’ ουσία έρευνα της υπόθεσης αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση και να διατάξει την εκ νέου κλήτευση του κατηγορουμένου έσφαλε και η απόφαση είναι αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας, κατά  το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` του ΚΠΔ (ΑΠ 998/2018).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
4 Δεκ 2019

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΚΟΙΝΗΣ ΠΕΙΡΑΣ ΩΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ (άρθρ. 559 περ. 1 ΚΠολΔ)

Κώστας Kουτσουλέλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

Γενικά: Tα διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι γενικές αρχές και αντιλήψεις που αποκτά κάθε άνθρωπος από τη ζωή του είτε με την παρατήρηση και εμπειρία του, είτε με την ενασχόλησή του (επιστημονική, επαγγελματική κ.λπ.) και δεν αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (άρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), αλλά το Δικαστήριο λαμβάνει αυτά αυτεπάγγελτα υπόψη του χωρίς να διατάξει αποδείξεις.-

            Η από το δικαστήριο χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας επιτρέπεται μόνο:

            α) στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών,

            β) στην εκτίμηση των προσαγόμενων αποδεικτικών μέσων, όσον αφορά την αποδεικτική δύναμή τους και

            γ) στην εφαρμογή των δικαστικών τεκμηρίων, όταν διεξάγεται έμμεση απόδειξη (άρθρ. 336 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) (Γ.Νικολόπουλος Το δίκαιο της αποδείξεως 55).

            Σημειώνεται ότι κατά τις παραδοχές της νομολογίας και της νομικής επιστήμης (ίδετε και Κ.Μπέης Πολιτική Δικονομία τομ. Γ', σελ. 2153 επ.) με τα διδάγματα της κοινής πείρας εξομοιώνονται, στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου, οι κανόνες της τυπικής λογικής και τα νομικά αξιώματα που έχει καθιερώσει η νομική επιστήμη ή η νομολογία, εφόσον στηρίζονται άμεσα ή έμμεσα στους κανόνες δικαίου, η παράβαση των οποίων δεν ελέγχεται μεν αναιρετικά στην έμμεση απόδειξη, ελέγχεται όμως ως προς την εκτίμηση του δικαστή όταν εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ.-

            Τα διδάγματα της κοινής πείρας διαφέρουν από τα πασίδηλα (άρθρ. 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) γιατί τα τελευταία είναι ιστορικά γεγονότα του καθημερινού βίου, ενώ τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές και αντιλήψεις. Σε αμφότερες όμως τις περιπτώσεις το δικαστήριο δεν διατάζει αποδείξεις αλλά λαμβάνει αυτά αυτεπάγγελτα υπόψη του.

            Λόγος αναίρεσης: Η παράβαση των διδαγμάτων αποτελεί λόγο αναίρεσης (άρθρ. 559 περ. 1 και 560 περ. 1 ΚΠολΔ) μόνο όταν ο δικαστής είτε παρέλειψε να κάνει χρήση, είτε έκανε εσφαλμένη χρήση τους για την ερμηνεία κάποιου κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών γεγονότων, επειδή η παράβασή τους αυτή οδηγεί στην παράβαση σχετικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 33/1992, ΕλΔνη 34.78 – ΑΠ 47/1984, ΝοΒ 33.232 – ΑΠ 819/1986, ΝοΒ 35.1192) και όχι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 24/2005 ΕλΔνη 2005, 745 - ΑΠ 1373/2002 ΝοΒ 2003, 459 – ΑΠ 161/2002 ΝοΒ 2002, 1845).-

            Σημειώνεται ότι για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει στο δικόγραφο της αίτησης να αναφέρεται ποια διδάγματα της κοινής πείρας όφειλε να λάβει υπόψη του το δικαστήριο που παραβιάστηκαν, ποιος κανόνας δικαίου παραβιάστηκε, την ερμηνεία του οποίου αφορούν (Ι.Ψωμάς Δ 2002, 549 επ.), αλλά και σε ποιο συμπέρασμα θα κατέληγε αν τα εφάρμοζε ή αν δεν τα παραβίαζε.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
28 Νοε 2019

Σειρά προτίμησης επί αποποιήσεως συγκληρονόμου στην εξ αδιαθέτου διαδοχή

Επιμέλεια: Κίμων Σαϊτάκης, Δικηγόρος Δ.Ν., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής ΕΚΠΑ

 

Σε περίπτωση αποποίησης ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο έκπτωσης κάποιου συγγενούς μετά την επαγωγή σε αυτόν της κληρονομίας, χωρεί είτε διαδοχή κατά ρίζες είτε προσαύξηση είτε διαδοχή τάξεων. Ειδικότερα, η τύχη της μερίδας του εκπεσόντος καθορίζεται με βάση την παρακάτω σειρά προτεραιότητας:

α) Εάν ο εκπεσών συγγενής έχει δικούς του κατιόντες, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον κύκλο των in abstracto εξ αδιαθέτου κληρονόμων της οικείας τάξης, τότε χωρεί διαδοχή κατά ρίζες και η μερίδα του θα περιέλθει στους κατιόντες του (κατ’ ισομοιρία). Εάν δεν έχει κατιόντες, ερευνάται το ενδεχόμενο της προσαύξησης.

β) Η προσαύξηση λαμβάνει κατά προτίμηση χώρα στην οικεία ρίζα, εφόσον έχουμε διαδοχή κατά ρίζες. Με άλλα λόγια, αν ο κληρονόμος που εξέπεσε ανήκει σε ρίζα (ή υπορρίζα) και δεν χωρεί διαδοχή κατά ρίζες (δεν έχει δηλαδή δικούς του κατιόντες ή οι κατιόντες του δεν έχουν εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα), η μερίδα του περιέρχεται στους ομόρριζους. Αλλά και μεταξύ των ομόρριζων τηρείται προτεραιότητα. Ειδικότερα, αν ζουν ομόβαθμοι ομόρριζοι, κληρονομούν αυτοί μόνο την κατά προσαύξηση μερίδα και μάλιστα κατ’ ίσα μέρη. Αν οι ομόβαθμοι έχουν εκπέσει, η κατά προσαύξηση μερίδα περιέρχεται στους κατιόντες τους κατά ρίζες.

γ) Αν δεν χωρεί προσαύξηση στους ομόρριζους (κατά τα ανωτέρω υπό β΄), και εφόσον βρισκόμαστε στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, η προσαύξηση λαμβάνει κατά προτίμηση χώρα μέσα στην οικεία γραμμή (ΑΚ 1816 § 2 εδ. γ’). Με άλλα λόγια, αν ο κληρονόμος που εξέπεσε ανήκει στην πατρική ή τη μητρική γραμμή και δεν χωρεί διαδοχή κατά ρίζες ή προσαύξηση στους ομόρριζους, η μερίδα του περιέρχεται στους ομόγραμμους και όχι σε όλους τους συγκληρονόμους. Αυτό ισχύει όμως μόνον στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, όπου έχουμε γραμμές (οι συγγενείς τρίτης τάξης χωρίζονται σε δύο γραμμές, πατρική και μητρική γραμμή).

δ) Αν δεν συντρέχει περίπτωση διαδοχής κατά ρίζες, προσαύξησης στους ομόρριζους ή προσαύξησης στους ομόγραμμους, η μερίδα του εκπεσόντος περιέρχεται στους λοιπούς συγκληρονόμους της ίδιας τάξης (προσαύξηση στους συγκληρονόμους).

ε) Αν δεν υπάρχουν συγκληρονόμοι της ίδιας τάξης, τότε χωρεί διαδοχή τάξεων (ΑΚ 1819) και η κληρονομία επάγεται στους συγγενείς της αμέσως επόμενης τάξης.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
22 Νοε 2019

Νόμιμη μοίρα του επιζώντος συζύγου

Επιμέλεια: Κίμων Σαϊτάκης, Δικηγόρος Δ.Ν., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Νομικής Αθηνών

1. Προϋποθέσεις

α) Ύπαρξη γάμου κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου 

β) Αρνητική προϋπόθεση: Η μη έγερση αγωγής διαζυγίου από τον κληρονομούμενο κατά του συζύγου του, επί της οποίας δεν πρόλαβε να εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση λόγω του θανάτου του ενάγοντος (ΑΚ 1822). 

γ) Προσβολή της νόμιμης μοίρας του επιζώντος συζύγου 

- Προϋποθέτει πράξη του κληρονομουμένου: σύνταξη διαθήκης ή/και οι εν ζωή ή αιτία θανάτου χαριστικές παροχές του κληρονομουμένου προς τρίτα πρόσωπα ή και άλλους μεριδούχους. 

- Αν ο κληρονομούμενος δεν έχει συντάξει διαθήκη ούτε έχει προβεί σε εν ζωή χαριστικές επιδόσεις, δεν τίθεται θέμα προσβολής της νόμιμης μοίρας του επιζώντος συζύγου, αφού χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή.

 

2. Ποσοστό – Υπολογισμός

-ΑΚ 1825 § 1 εδ. Β: Νόμιμη μοίρα = το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας (της μερίδας που θα κληρονομούσε ο αναγκαίος κληρονόμος με βάση την εξ αδιαθέτου διαδοχή, αν δεν υπήρχε διαθήκη). 

- Διαδικασία υπολογισμού που προβλέπουν οι ΑΚ 1831 επ.: 

  1. Υπολογισμός αξίας πραγματικής κληρονομίας (η αξία που έχει σε χρήμα το ακαθάριστο ενεργητικό της κληρονομίας). 
  2. Αφαίρεση ορισμένων κονδυλίων (χρέη, έξοδα κηδείας κ.λπ.). 
  3. Προσθήκη (λογιστικά) της αξίας των χαριστικών εν ζωή παροχών του κληρονομουμένου σε μεριδούχους ή τρίτους που έγιναν κατά την τελευταία δεκαετία πριν από τον θάνατο του και δεν επιβάλλονταν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. - Πλασματική κληρονομία
  4. Υπολογισμός αξίας νόμιμης μοίρας που δικαιούται ο επιζών σύζυγος - το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας.
  5. Υπολογισμός αξίας μερίδας που τυχόν καταλείφθηκε στον επιζώντα σύζυγο (χωρίς τους άκυρους περιορισμούς: ΑΚ 1829) με τη διαθήκη του κληρονομουμένου ή με χαριστικές εν ζωή παροχές του προς αυτόν (αυτές καταλογίζονται, κατ’ ΑΚ 1833, στη νόμιμη μοίρα με την αξία που είχαν όταν έγιναν). 
  6. Σύγκριση αξίας της τυχόν καταλειφθείσας μερίδας με την αξία της νόμιμης μοίρας που κατά τον νόμο δικαιούται ο επιζών σύζυγος. 

- Αν η αξία της πρώτης είναι ίση ή μεγαλύτερη από την αξία της δεύτερης, η νόμιμη μοίρα δεν θίγεται. Αν είναι μικρότερη, υπάρχει προσβολή της νόμιμης μοίρας. Συγκεκριμένα, η νόμιμη μοίρα προσβάλλεται κατά την αξία που υπολείπεται από αυτήν η καταλειφθείσα μερίδα.

- Εφόσον υπάρχει προσβολή της νόμιμης μοίρας, ανακύπτει ανάγκη συμπλήρωσής της (βλ. ΑΚ 1827). Πώς; 

- Με αυτούσια συμμετοχή του μεριδούχου σε όλα τα αντικείμενα της πραγματικής κληρονομίας κατά το ελλείπον ποσοστό της νόμιμης μοίρας του. 

- Δεν συμμετέχει κατ’ εξαίρεση στα αντικείμενα που έχουν καταλειφθεί ήδη σε αυτόν ή σε άλλους μεριδούχους, μέχρι όμως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους. 

- Εάν (και μόνον τότε) τα στοιχεία της πραγματικής κληρονομίας δεν επαρκούν για να καλύψουν τη νόμιμη μοίρα του, είναι δυνατή η ικανοποίησή του από τις εν ζωή χαριστικές επιδόσεις του κληρονομουμένου, μέσω του θεσμού της μέμψης άστοργης δωρεάς (ΑΚ 1835 επ.).

 

3. Αποκλήρωση

- Κατ’ ΑΚ 1842 ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον σύζυγό του, αν κατά τον χρόνο θανάτου του είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του

Προϋποθέσεις

α) Βάσιμος λόγος διαζυγίου: Ως λόγοι διαζυγίου νοούνται οι αναφερόμενοι στις ΑΚ 1439 επ. 

β) Υπαιτιότητα του αποκληρούμενου συζύγου: 

- Διαζύγιο: Αποσυνδεδεμένο πλέον από υπαιτιότητα – ΟΜΩΣ για να έχει ο διαθέτης δικαίωμα αποκλήρωσης του συζύγου του πρέπει κατ’ ΑΚ 1842 ο βάσιμος λόγος διαζυγίου να ανάγεται σε υπαιτιότητα του συζύγου του. 

- Το πταίσμα του αποκληρούμενου συζύγου δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικό. Η αποκλήρωση πάντως αποκλείεται, αν ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης οφείλεται κατά κύριο λόγο στον διαθέτη.

γ) Εξακολούθηση του ισχυρού κλονισμού μέχρι τον χρόνο θανάτου του διαθέτη: 

- Πρέπει ο διαθέτης να είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του όχι μόνο κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης (βλ. ΑΚ 1843 § 1) αλλά και κατά τον χρόνο θανάτου του. 

- Δεν απαιτείται ο διαθέτης να είχε ήδη ασκήσει τη σχετική αγωγή πριν από τον θάνατό του, αλλά αρκεί να είχε το σχετικό δικαίωμα. 

- Αν είχε εγερθεί η αγωγή διαζυγίου τότε - αποκλεισμός επιζώντος συζύγου κατ’ ΑΚ 1822 (ανεξαρτήτως υπαιτιότητας).

 

4. Παράλειψη μεριδούχου

- Σε περίπτωση ολικής παραλείψεως του επιζώντος συζύγου από τη διαθήκη του κληρονομουμένου, αυτός μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της διαθήκης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 1786, προκειμένου να λάβει ολόκληρη την εξ αδιαθέτου μερίδα του

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα  Διά Ζώσης ή  Εξ  Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
8 Νοε 2019

Μετασχηματισμοί εταιριών. Συγχώνευση-διάσπαση-μετατροπή Ν 4601/2019

Επιμέλεια: Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

  Ι.  Σύμφωνα με την οικονομική επιστήμη,  μετασχηματισμός επιχείρησης είναι «κάθε ουσιώδης μεταβολή στα δομικά στοιχεία του επιχειρησιακού συστήματος, ήτοι στις εισροές, στις διαδικασίες, στις  εκροές, στην οικονομική δραστηριότητα, στον φορέα και στον  έλεγχο της επιχείρησης» ή σύμφωνα  με τη νομική επιστήμη «μετασχηματισμός είναι θεσμός του εταιρικού δικαίου με τον οποίο επιτυγχάνεται η συγχώνευση, η διάσπαση και η μετατροπή καθορισμένων εταιρικών μορφών χωρίς περιορισμούς». Μορφές γνησίων μετασχηματισμών είναι η συγχώνευση, η διάσπαση και η μετατροπή (αρ.1παρ1 ν. 4601/2019). Καταχρηστικοί  μετασχηματισμοί είναι οι «πρακτικοί» μετασχηματισμοί κατά τους γενικούς εταιρικούς κανόνες (λύση- εκκαθάριση- διανομή- εισφορά- σύσταση νέας εταιρίας)  χωρίς  την εφαρμογή των ειδικών διατάξεων  Ν  4601/2019 (ΑΠ 968/2015 ΝΟΜΟΣ).

 

  ΙΙ. Συγχώνευση. Είναι η μορφή μετασχηματισμού με την οποία επιτυγχάνεται καθολική διαδοχή με συμβατική ανταλλακτική πράξη μεταβίβασης του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού μιας τουλάχιστον εξαφανιζόμενης εταιρίας (απορροφώμενης) από υφιστάμενη εταιρία (απορροφώσα - συγχώνευση με απορρόφηση) ή  δύο τουλάχιστον συγχωνευόμενες-εξαφανιζόμενες εταιρίες ιδρύουν μία  νέα εταιρία, σε κάθε περίπτωση  ύστερα από  λύση αλλά χωρίς  εκκαθάριση των εξαφανιζόμενων εταιριών (οιονεί καθολική διαδοχή αρ. 6 ν. 4601/2019). Επιτρέπεται στις μορφές εταιριών που προβλέπονται στον νόμο ( αρ. 2παρ1 ν. 4601/2019). Από την ολοκλήρωση της δημοσιότητας (καταχώριση ΓΕΜΗ) η υφιστάμενη απορροφώσα  ή νέα εταιρία υπεισέρχεται αυτοδικαίως από τον νόμο (ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εξαφανιζόμενων εταιριών και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες αυτών αρ.18 ν. 4601/2019.

  Τρόποι συγχώνευσης: α) Με απορρόφηση μιας τουλάχιστον εταιρίας (απορροφώμενης) από μία άλλη υφιστάμενη εταιρία (απορροφώσα) αρ. 6 επ , β) με σύσταση μιας  νέας εταιρίας από δύο τουλάχιστον εταιρίες (συγχωνευόμενες-εξαφανιζόμενες), γ)  μεεξαγορά ( μόνο για ΑΕ αρ. 37).

  ΙΙΙ. Διάσπαση. Είναι η μορφή μετασχηματισμού με την οποία επιτυγχάνεται καθολική διαδοχή με ανταλλακτική πράξη μεταβίβασης του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού μιας εταιρίας (διασπώμενης), ύστερα από λύση αλλά χωρίς εκκαθάριση (οιονεί καθολική διαδοχή αρ. 54-57 ν. 4601/2019), είτε σε άλλες υφιστάμενες εταιρίες (επωφελούμενες-διάσπαση με απορρόφηση) είτε σε άλλες που  ιδρύονται ταυτόχρονα (επωφελούμενες-διάσπαση με σύσταση νέων εταιριών) είτε  σε συνδυασμό των ανωτέρω  (διάσπαση εν μέρει με απορρόφηση και εν μέρει με σύσταση νέων εταιριών). Επιτρέπεται στις μορφές εταιριών που προβλέπονται στον νόμο ( αρ. 2παρ1 ν. 4601/2019). Από την ολοκλήρωση της δημοσιότητας (καταχώριση ΓΕΜΗ) οι επωφελούμενες εταιρίες υπεισέρχονται αυτοδικαίως από τον νόμο (ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρίας και συνεχίζουν  τις εκκρεμείς δίκες αυτών αρ.70 ν. 4601/2019.
  Διακρίσεις διάσπασης (αρ.54): Κοινή διάσπαση (αρ.55). Μερική διάσπαση κλάδου δραστηριότητας (αρ.56). Απόσχιση κλάδου δραστηριότητας (αρ.57).
  Κλάδος δραστηριότητας είναι το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τα οποία συνιστούν από οργανωτική άποψη, αυτόνομη εκμετάλλευση, δηλ. σύνολο ικανό να λειτουργήσει αυτοδύναμα (αρ.54παρ3 ν. 4601/2019). Ο καθοριζόμενος συμβατικά κλάδος δραστηριότητας της διασπώμενης εταιρίας  μπορεί να διασπαστεί (μεταβιβαστεί) καθώς και να αποσχιστεί (μεταβιβαστεί) σε επωφελούμενες εταιρίες με καθολική διαδοχή ενώ διατηρείται  η νομική αυτοτέλεια της διασπώμενης εταιρίας (δεν εξαφανίζεται). Η διαφορά είναι ότι στην απόσχιση κλάδου  το αντάλλαγμα διατίθεται στη διασπώμενη εταιρία όχι στους εταίρους ή μετόχους όπως αντίθετα συμβαίνει στην μερική διάσπαση (αρ.57 ν. 4601/2019).

 

  ΙV. Μετατροπή. Είναι η μορφή μετασχηματισμού με την οποία επιτυγχάνεται η μεταβολή της νομικής μορφής της εταιρίαςσε άλλης μορφής  εταιρία χωρίς λύση και εκκαθάριση καθώς και χωρίς ειδική ή καθολική διαδοχή (αλλαγή του «νομικού ενδύματος» της εταιρίας διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα - μετασχηματισμός, αρ. 104 ν. 4601/2019,  ΓνωμΝΣΚ 312/2012 ΔΕΕ 2013.287). Επιτρέπεται στις μορφές εταιριών που προβλέπονται στον νόμο ( αρ. 2παρ1 ν. 4601/2019). Από την ολοκλήρωση της δημοσιότητας (καταχώριση ΓΕΜΗ) η νέας μορφής εταιρία υπεισέρχεται αυτοδικαίως από τον νόμο (ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μετατραπείσας και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες αυτής  (αρ. 113παρ3,4 ν. 4601/2019).

 

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
6 Νοε 2019

Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου αποτελεί θεμελιώδη κανόνα σχετικό με τα ένδικα μέσα που ασκεί ο κατηγορούμενος. Σε περίπτωση που κάποιος καταδικάστηκε σε μία ποινή και ασκεί έφε­ση κατά της καταδικαστικής απόφασης, είναι λογικό να προβαίνει στην άσκηση της με την προσδοκία ότι θα πετύχει μια βελτίωση της θέσης του ή ακόμα και μια αθωωτική απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σε περίπτωση όμως, που δεν υπήρχε η αρχή της μη χειροτέ­ρευσης, τότε μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις θα προέβαινε στην άσκηση έν­δικων μέσων (π.χ. καταδίκη σε ισόβια).

Το 470 ορίζει σχετικά ότι η θέση του καταδικασθέντος δεν μπο­ρεί να γίνει χειρότερη ούτε να ανακληθούν ευεργετήματα που του παρασχέθηκαν με την πρωτοβάθμια απόφαση (470 εδ. α).

Περιπτώσεις που γίνεται χειρότερη η θέση του κατηγορούμε­νου μπορούν να αναφερθούν ενδεικτικά οι εξής:

-   επιβολή βαρύτερης ποινής,

-   απαγόρευση της μετατροπής της ποινής, όταν έχει ήδη μετατραπεί η ποινή του με την εκκαλουμένη απόφαση

-   χαρακτηρισμός του εγκλήματος σαν κακούργημα ενώ η εκκαλουμένη απόφαση το είχε χαρακτηρίσει πλημμέλημα κλπ. κλπ.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της μη χειροτέρευσης      Για να τύχει εφαρμογής η αρχή της μη χειροτέρευσης πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

1) να πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκείται κατά καταδικαστικής απόφασης

2) να ασκήθηκε τούτο από ή υπέρ του καταδικασθέντος (470 εδ. α).

Από τις παραπάνω προϋποθέσεις γίνεται αντιληπτό ότι η αρχή της μη χειροτέρευσης δεν ισχύει στα βουλεύματα. Απ' αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο μπορεί να χειροτε­ρέψει τη θέση του κατηγορούμενου ακόμα και την περίπτωση που ο ίδιος ασκήσει ένδικο μέσο κατά κάποιου βουλεύματος.

Παράβαση της αρχής της μη χειροτέρευσης καθιστά την από­φαση αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας (510 §1 Θ).

Κάμψεις της αρχής της μη χειροτέρευσης  Η αρχή της μη χειροτέρευσης κάμπτεται στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν πρόκειται για παρεπόμενη ποινή, η οποία δεν επιβλή­θηκε εκ παραδρομής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μολο­νότι υποχρεωτικά έπρεπε να επιβληθεί κατά τον νόμο· (470 εδ. β). Τούτο συμβαίνει στα άρθρα   213,  238 Π.Κ.

β) όταν πρόκειται για επιβολή μέτρων ασφαλείας, απ' αυτά που προβλέπονται στον ΠΚ (69-76). (470 εδ. β)·

γ) όταν ασκήθηκε αυτοτελής έφεση από τον εισαγγελέα (486 § 1 β, 490)·

Στις παραπάνω περιπτώσεις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπο­ρεί να χειροτερέψει τη θέση του καταδικασθέντος, στο μέτρο που προβλέ­πει ο νόμος στις περιπτώσεις α-β, ελεύθερα στην περίπτωση γ.

δ) Μη δέσμευση από την απαγόρευση χειροτέρευσης (415 ΚΠΔ)Στην ποινική διαταγή εισάγεται μία εξαίρεση της αρχής της μη χειροτέρευσης(470) που ισχύει στα ένδικα μέσα και ένδικα βοηθήματα (463), αφού το δικαστήριο, που δικάζει τις αντιρρήσεις σε πρώτο βαθμό, δεν δεσμεύεται από τη διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ. Συνεπώς το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, μετά την υποβολή αντιρρήσεων κατά της ποινικής διαταγής, εκδικάζοντας την υπόθεση, μπορεί να επιβάλει στον ένοχο της πράξης ποινικές κυρώσεις μεγαλύτερες από εκείνες που του είχαν επιβληθεί με την ποινική διαταγή.

 

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
6 Νοε 2019

Άμυνα υπέρ τρίτου - Μπορεί ο τρίτος να αρνηθεί την υπέρ του άμυνα;

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

    Το άρθρο 22 ΠΚ παρέμεινε ίδιο, όπως και στον προϊσχύσαντα ΠΚ, με μία διαφορά, ότι στην παρ. 3, όπου ο όρος «βλάβη» αντικαταστάθηκε από τον όρο «προσβολή». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση η αλλαγή αυτή έγινε  προκειμένου να καλυφθούν και οι περιπτώσεις που η άμυνα ασκείται για την εξουδετέρωση επίθεσης, η οποία δεν οδηγεί  σε βλάβη, αλλά σε διακινδύνευση εννόμων αγαθών (βλ. Αιτιολογική Έκθεση ΠΚ άρθρο 22).

    Στην παρ. 2 του άρθρου 22 προβλέπεται άμυνα και υπέρ τρίτου (τριτάμυνα) ο οποίος δέχεται άμεση και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον του.

    Γεννάται το ερώτημα, αν ο αμυνόμενος υπέρ τρίτου μπορεί να αμυνθεί  χωρίς ή και εναντίον της θελήσεως του δεχόμενου την επίθεση. Η απάντηση είναι καταρχήν θετική, διότι ο νομοθέτης δεν προέβλεψε συναίνεση ή προτροπή του δεχόμενου την επίθεση. Π.χ. Ο Α περνώντας βλέπει άγνωστο πρόσωπο να προσπαθεί να παραβιάσει το αυτοκίνητo του απόντος γείτονα του,  Β και  απωθεί τον δράστη ο οποίος απομακρύνεται.

    Αν, όμως, ο δεχόμενος την επίθεση, δηλώσει ρητά στον έτοιμο να επέμβει προς βοήθεια τρίτο, ότι δεν επιθυμεί τη βοήθειά του θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο τρίτος οφείλει να μην αναμιχθεί στο συμβάν, υπό την προϋπόθεση ότι η επίθεση προσβάλλει έννομο αγαθό του δεχόμενου την επίθεση, από εκείνα που η συναίνεση του παθόντος αποκλείει το άδικο. Π.χ. Ο Α σε μια λογομαχία χαστουκίζει τον Β, υπέρ του οποίου παρεμβαίνει αμυνόμενος ο Γ, παρά την ενάντια βούληση του Β να μην ανακατεύεται στη διένεξή του με τον Α.

    Στο ερώτημα, αν επιτρέπεται άμυνα όταν παθών είναι το δημόσιο, τότε θα πρέπει να γίνει διάκριση:

-         αν πρόκειται για τα λεγόμενα  υπερατομικά έννομα αγαθά του Κράτους (π.χ. προσβολές της εδαφικής ακεραιότητα της χώρας, της ασφάλειας των δημοσίων συγκοινωνιών, της δημόσιας τάξης κ.λπ.) εκεί το Κράτος έχει τα δικά του εντεταλμένα όργανα να το προστατεύσουν και δεν δικαιολογείται άμυνα υπέρ του κράτους.

-         Αντίθετα, αν η επίθεση στρέφεται κατά εννόμων αγαθών της περιουσίας ή ιδιοκτησίας του κράτους, εκεί δικαιολογείται άμυνα κατά του προσβολέα υπέρ της κράτους  (π.χ. Ο Α καταστρέφει δημόσια περιουσία βάζοντας φωτιά σε ένα λεωφορείο, ή ένα αρχαιολογικό μνημείο κ.λπ. και ο διερχόμενος πολίτης Β με τη βία απωθεί τον Α).

     Ο τρίτος μπορεί να αμυνθεί, παρά τη θέληση του δεχόμενου την επίθεση, όταν προσβάλλεται το απόλυτο έννομο αγαθό της ζωής και, γενικότερα, έννομα αγαθά για τα οποία η συναίνεση του παθόντος δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης.

    Αδιάφορη είναι, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη συναίνεσης του παθόντος, αν ο δεχόμενος την επίθεση είναι ανήλικος ή ακαταλόγιστος, οπότε ο τρίτος μπορεί να αμυνθεί υπέρ του σε κάθε περίπτωση.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
18 Οκτ 2019

Ερμηνεία ελαφρυντικών περιστάσεων μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Το Ε τμήμα του ΑΠ με την 1466/2019 απόφασή του, μεταξύ άλλων, έκρινε και το διαχρονικό δίκαιο των νέων διατάξεων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84, όπως αυτό ισχύει με τον νέο ΠΚ.  Οι ενδιαφέρουσες σκέψεις της πρόσφατης απόφασης είναι οι ακόλουθες:

          «1. Η επιβαλλόμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά αυτεπαγγέλτως.

2) Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων και: i) η υπό στοιχείο α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".  Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ.. Εν όψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή (84 παρ.2α) του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α' ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.

3) Η υπό στοιχείο ε', που συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.". Η σχετική διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής.

4) Η υπό στοιχείο δ', για την οποία η σχετική διάταξη είναι όμοια με την προϊσχύσασα, ήτοι ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνον να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για τον λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1165/2016).

5) Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 δ' ΠΚ, το Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό, χωρίς αναφορά στα επικληθέντα περιστατικά, με την εξής γενική αιτιολογία για όλα τα προταθέντα ελαφρυντικά "Πλην όμως και υπό τα εκτεθέντα νομικά δεδομένα, συνδυαζόμενα με τα ως άνω επικαλούμενα από την κατηγορουμένη, το δικαστήριο ομόφωνα κρίνει ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις και ως εκ τούτου τα σχετικά της αιτήματα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα." Έτσι όμως που έκρινε το Δικαστήριο, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

6) Ως προς τις λοιπές ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και 511 εδ.γ' ΚΠΔ. των επιεικέστερων κατά τα προαναφερόμενα, διατάξεων του ίδιου άρθρου του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ.

7) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει:  α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και δη: α) κατ' εφαρμογή αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο των προαναφερθεισών επιεικέστερων διατάξεων, ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και ε ΠΚ, β) κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, ως προς τη διάταξή της για την απόρριψη του ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ.»

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
15 Οκτ 2019

Το δίκαιο του ανταγωνισμού

Επιμέλεια: Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

 

Ν 3959/2011ο.τ  Ν 4623/2019 , N. 4529/2018, αρ. 101,102,107,108 ΣΛΕΕ, ΕΚ 139/2004

1. Ορισμός

Είναι το σύνολο των διατάξεων δημοσίου δικαίου που αποσκοπούν στην πρόληψη (ex ante) ή περιορισμό των μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων (ex post) που με συμπράξεις, συμφωνίες (κυρίως οριζόντιες[1] συμπράξεις-καρτέλ), αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, εναρμονισμένες πρακτικές[2], κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά  και συγκεντρώσεις επιχειρήσεων (π.χ. συγχωνεύσεις) έχουν σκοπό να παρεμποδίζουν ή περιορίζουν ή νοθεύουν την ανταγωνιστική ελευθερία των επιχειρήσεων [3]στην αγορά όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα αρ. 5 παρ. 1Σ, Ν 3959/2011, αρ. 101,102,107,108 ΣΛΕΕ, ΕΚ 139/2004[4].

2. Η ανεξάρτητη αρχή «Επιτροπή Ανταγωνισμού ΕΑ»

Την εποπτεία εφαρμογής του Ν 3959/2011 (Ν 703/77) έχει ΝΠΔΔ ανεξάρτητη Αρχή (ίδρυση Ν 2296/95, Ν 2837/00, Ν 3373/05) αποκαλούμενη «Επιτροπή Ανταγωνισμού ΕΑ» (αντίθετα με Ν 146/14 που αρμόδια είναι τα δικαστήρια). Συγκροτείται από οκτώ τακτικά μέλη από τα οποία ένα είναι ο πρόεδρος και ένα ο αντιπρόεδρος, τέσσερις εισηγητές, δύο τακτικά και δύο αναπληρωματικά μέλη. Οι πρόεδρος και αντιπρόεδρος επιλέγονται από τη Βουλή και διορίζονται όπως και τα λοιπά μέλη με υπουργική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (πρώην Εμπορίου). Ο πρόεδρος ή όταν κωλύεται, ο αντιπρόεδρος, εκπροσωπεί την Αρχή ενώπιον κάθε Αρχής και τρίτου.

3. Κυρώσεις

Η επιτροπή Ανταγωνισμού στις περιπτώσεις διαπίστωσης των παραβάσεων του Ν 3959/11 επιβάλλει με ατομικές διοικητικές πράξεις διοικητικές κυρώσεις π.χ. πρόστιμα με ευθύνη για τη καταβολή εις ολόκληρο του νομικού προσώπου και ατομικά των φυσικών προσώπων αρ. 25 παρ. 2γ’ εκτός του προγράμματος επιείκειας αρ. 25 παρ. 8 ή λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα αρ. 25 παρ. 5. Οι αποφάσεις της επιτροπής προσβάλλονται στα διοικητικά δικαστήρια (διοικητικό Εφετείο). Ο Ν 3959/2011 περιλαμβάνει και ποινικές διατάξεις (ειδικός ποινικός νόμος αρ. 43-44).

4. Οι παραβάσεις Ν 3959/11 (αρ. 101, 102 ΣΛΕΕ)

Οι μεθοδεύσεις με τις οποίες επιχειρούνται οι παραβάσεις διακρίνονται ανάλογα των παραβάσεων (expost  έλεγχος),  α) σε συμπράξεις-συμβατικές παραβάσεις (τυπικές, άτυπες οριζόντιες συμφωνίες - καρτέλ)  αρ. 1 Ν 3959/2011, αρ. 101 ΣΛΕΕ, δηλ.  συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, εναρμονισμένες πρακτικές, πχ. επιβολή κατώτερων τιμών πώλησης-μεταπώλησης, εδαφική κατανομή αγορών, απαγόρευση  παθητικών πωλήσεων[5]β)  σε πραγματικές παραβάσεις (κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης) αρ. 2Ν 3959/2011 ,αρ. 102 ΣΛΕΕ, δηλ. επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά  εκμεταλλεύεται καταχρηστικά  τη δεσπόζουσα θέση της π.χ. επιχείρηση που κατέχει μεγάλο μερίδιο πωλήσεων στην αγορά 80% επιβάλλει στο δίκτυό της όρους αποκλεισμού άλλων ανταγωνιστών, όρους αποκλειστικότητας, όρους εκπτώσεων-στόχων [6]και γ) σε συγκεντρώσεις επιχειρήσεων με σκοπό τη δημιουργία μονοπωλίου ή ολιγοπωλίου (exante έλεγχος) αρ. 5-10 Ν 3959/2011 (ΕΚ 139/2004)   π.χ. συγχωνεύσεις, εξαγορές.

 Εξαιρέσεις: α)  αρ. 1παρ3 Ν 3959/2011, αρ. 101 παρ 3 ΣΛΕΕ (π.χ. οριζόντιες συμπράξεις για βελτίωση φαρμάκων, μείωση κόστους παραγωγής), β) κάθετες συμπράξεις (δίκτυα διανομής) ΕΚ 330/2010  «blockexemption».

4.1. Ενδεικτικές περιπτώσεις παραβάσεων αρ. 1 Ν 3959/2011

α) Άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής π.χ. μείωση των τιμών αγοράς από τη δεσπόζουσα επιχείρηση με σκοπό να πληγούν οι οικονομικά αδύναμοι ανταγωνιστές της για να κλείσουν ή επιβολή υψηλών τιμών όταν δεν υπάρχουν αξιόλογοι ανταγωνιστές στον κλάδο ή επιβολή κατώτατων τιμών στα μέλη δικτύου διανομής (τιμοκατάλογοι).

β) Περιορισμός ή έλεγχος της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων π.χ. περιορισμός της παραγωγής για να αυξηθούν οι τιμές.

γ) Κατανομή αγορών ή πηγών εφοδιασμού π.χ. κατανομή των πηγών ώστε να μη μπορεί να εισέλθει στην αγοράς νέος ανταγωνιστής.

δ) Εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές π.χ. άρνηση πώλησης σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

     ε) Επιβολή συνδεδεμένων συναλλαγών π.χ. αδικαιολόγητη σύνδεση κύριας σύμβασης με πρόσθετες συναλλαγές (π.χ. ασφαλίσεις, service).

4.2. Αποζημιώσεις σε τρίτους Ν 4529/2018

Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2014  (ΕΕ L 349 της 5/12/2014), σχετικά με κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Ν 4529/2018. Αρ. 3 παρ1, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει υποστεί ζημία λόγω παράβασης του δικαίου του ανταγωνισμού δικαιούται πλήρη αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική του ζημία, καθώς και τόκους.

Παρ.2. Η ευθύνη σε αποζημίωση είναι ανεξάρτητη από το αν μια αρχή ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη παράβασης.

Παρ.3. Τόκος οφείλεται για το χρονικό διάστημα από την πρόκληση της ζημίας έως την καταβολή της αποζημίωσης.



[1]  Οι συμπράξεις (καρτέλ) προκύπτουν από επιχειρήσεις του ιδίου επιπέδου αγοράς (οριζόντιες) .

[2]  ΕΑ 563/VII/2013 «καρτέλ στα κοτόπουλα», ΕΑ 253/VI/2004 «καρτέλ πρατηρίων υγρών καυσίμων».

[3] και ελεύθερων επαγγελματιών, απόφαση Ε.Α 292/IV/2005 («οδοντιατρικοί σύλλογοι»-επιβολή κατώτατων ορίων αμοιβών). 

[4] Sherman antitrust  act USA 1890.

[5] ΕΑ 369/V/2007 « καρτέλ γάλακτος».

[6] ΕΑ 207/ΙΙΙ/2002 («coca cola 3M»), EA 590/2014 «Αθηναϊκή ζυθοποιία», ΕΑ 581/VII/2013 «Πρόκτερ & Γκαμπλ Ελλάς».

 

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
8 Οκτ 2019

Αναστολή της παραγραφής των εγκλημάτων

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Από την Αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ σημειώνονται τα ακόλουθα: «Το άρθρο 113 αναφέρεται στην αναστολή της παραγραφής σε δύο περιπτώσεις: (α) για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και (β) για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Η μόνη αλλαγή που έγινε στη διάταξη του άρθρου 113 αναφέρεται στην αναστολή της προθεσμίας παραγραφής εγκλημάτων που στρέφονται κατά ανηλίκων. Η επιτροπή έκρινε ότι δεν δικαιολογείται ο περιορισμός της αναστολής σε συγκεκριμένα μόνο εγκλήματα όταν άλλα, βαρύτερα αυτών – όπως λ.χ. μια απόπειρα ανθρωποκτονίας – έχουν παραγραφεί. Έκρινε επίσης ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της παραγραφής πλημμελημάτων σε βάρος ανηλίκων, λόγω της μικρής απαξίας των συγκεκριμένων πράξεων. Για τον λόγο αυτό, αφενός διεύρυνε τον υπάρχοντα κατάλογο των εγκλημάτων για τα οποία επιτρέπεται η αναστολή της παραγραφής, έτσι ώστε να καλύπτονται όλα τα κακουργήματα, και αφετέρου τον περιόρισε, ορίζοντας ότι η αναστολή της παραγραφής ισχύει μόνο για τα κακουργήματα που τελούνται κατά ανηλίκων. Επιπλέον η επιτροπή μείωσε τον χρόνο της αναστολής, κρίνοντας ότι η υπάρχουσα ρύθμιση που αναστέλλει την προθεσμία μέχρι την ενηλικίωση, προσθέτοντας έναν επιπλέον χρόνο για τα πλημμελήματα και τρία έτη για κακουργήματα δεν έχει νόημα. Εφόσον το θύμα κατά την τέλεση της πράξης είναι ανήλικο, η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής μέχρι την ενηλικίωσή του έχει ως αποτέλεσμα να αρχίζει η παραγραφή του εγκλήματος από την ημέρα που συμπληρώνει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο ανήλικος μπορεί να καταγγείλει το σε βάρος του πλημμέλημα μέσα σε πέντε έτη και το σε βάρος του κακούργημα μέσα σε δεκαπέντε ή είκοσι έτη. Επομένως έχει απολύτως επαρκή χρόνο καταγγελίας, ώστε να μη χρειάζεται η προσθήκη επιπλέον ετών.»

          Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη  (113 παρ.1 ΠΚ)

Παραδείγματα διατάξεων νόμων που αναστέλλουν την παραγραφή:

          - δικονομικά κωλύματα (ακαταδίωκτο του Προέδρου της Δημοκρατίας,  βουλευτική ασυλία κ.λπ.)

          Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται επίσης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Η αναστολή αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε χρόνια για τα κακουργήματα, τρία χρόνια για τα πλημμελήματα.

          Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει όταν η αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 29, 59 και 61 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. (Άρθρο 29. Δικαίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης για την αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης. Στα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και στα εγκλήματα μεταξύ ευρύτερου Ελληνικού και αλλοδαπού Δημοσίου από τα οποία μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις του κράτους, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει το δικαίωμα με προηγούμενη σύμφωνη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αναβάλει την έναρξη της ποινικής δίωξης ή να αναστείλει την ποινική δίωξη επ’ αόριστον.

Άρθρο 59. - Προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη. 1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. 2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ. 1 εδ. β΄), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. 3. Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται μήνυση ή έγκληση σε βάρος ειδικών επιθεωρητών ή επιθεωρητών - ελεγκτών του γενικού επιθεωρητή δημόσιας διοίκησης και όλων των σωμάτων και υπηρεσιών επιθεώρησης και ελέγχου των φορέων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 για παράβαση των άρθρων 224, 229, 242, 259, 362, 363 ΠΚ, που τέλεσαν με πόρισμα, έκθεση ή κατάθεση κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή ελέγχου ή εξαιτίας αυτών, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την ένορκη διοικητική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του υπαιτίου με βάση την έκθεση, το πόρισμα ή την κατάθεση των ανωτέρω, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. 4. Στις περιπτώσεις οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης εισόδου στη χώρα και εξόδου από αυτή, της κατοχής και της χρήσης ταξιδιωτικών εγγράφων ή δελτίων ταυτοτήτων ή αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων πλαστών ή γνησίων, που εκδόθηκαν για άλλο πρόσωπο, της παράνομης εργασίας και της πορνείας ή άλλης πράξης διευκόλυνσής τους, που φέρεται ότι διαπράχθηκε από θύμα εγκλήματος των άρθρων 323Α, 348 παρ. 2, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351ΠΚ, του άρθρου 29 παρ. 5 και 6 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, εξαιτίας της σε βάρος του συμπεριφοράς του δράστη των ανωτέρω πράξεων, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την αυτεπάγγελτη προανάκριση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια κατά του θύματος έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, δεν ασκείται ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Ο εισαγγελέας, ωστόσο, μπορεί με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, ακόμα κι αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική ή αν η καταγγελία τεθεί στο αρχείο αγνώστων δραστών, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων. 5. Αν έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του θύματος των αξιόποινων πράξεων της παρ. 4, το δικαστήριο αναστέλλει τη δίκη έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, παύει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, ακόμα και αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων.

Άρθρο 61. - Εκκρεμότητα ζητημάτων αστικής φύσης στην πολιτική δίκη. Όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί.)

          Αν για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση, η έλλειψη της δεν αναστέλλει την παραγραφή (113 παρ.3).

          Η προθεσμία παραγραφής των κακουργημάτων που στρέφονται κατά ανηλίκου, αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του θύματος (113 παρ.4)

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
27 Σεπ 2019

Η αναδρομική ισχύ του ευμενέστερου νόμου (Nullum crimen nulla poena sine praevia lege)

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

          Σύμφωνα με την αρχή αυτή, απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς ποινικών κανόνων. Με άλλα λόγια, η ποινική διάταξη που προβλέπει το έγκλημα πρέπει να προϋπάρχει της τέλεσης του εγκλήματος.

          Το άρθρο 2 ΠΚ εισάγει μία ε ξ α ί ρ ε σ η στον παραπάνω κανόνα, αναφέροντας ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση για τον κατηγορούμενο. (Σύμφωνα με την Αιτιολ.Έκθεση: Στο άρθρο 2 επαναλαμβάνεται η ισχύουσα και σήμερα διάταξη σχετικά με την αναδρομική εφαρμογή του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου. Τα νέα στοιχεία που εισάγει η διάταξη είναι τρία: (α) Διευκρινίζεται ότι επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο αυτό υιοθετείται πλέον νομοθετικά η άποψη που επικρατεί τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία σχετικά με το περιεχόμενο που έχει η αρχή αυτή στο ποινικό δίκαιο. (β) Διευκρινίζεται επίσης ότι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν. Έτσι, είναι πιθανό να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις διαφορετικών νόμων. Μπορεί λ.χ. να εφαρμόζεται νεότερη διάταξη που προβλέπει μικρότερη απειλούμενη ποινή, μαζί με διάταξη παλαιότερου νόμου που πρόβλεπε μετατροπή της μεγαλύτερης ποινής. (γ)Τέλος, στην ίδια διάταξη προβλέπεται ότι αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη, παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας. Η προσθήκη στη διάταξη αυτή και των μέτρων ασφαλείας, εκτός από τις παρεπόμενες ποινές, στηρίχθηκε στη σκέψη ότι τα μέτρα ασφαλείας δεν παύουν να είναι μέτρα του ποινικού δικαίου. Όταν επομένως μια πράξη χαρακτηρίζεται πλέον ως ανέγκλητη και επομένως κανένα ποινικής φύσης μέτρο δεν μπορεί να επιβληθεί γι’ αυτήν, δεν θα πρέπει επίσης να εκτελούνται και τα μέτρα ασφαλείας.)

 

          Παραδείγματα ευμενέστερου νόμου :

α) αν ο νέος νόμος προβλέπει μικρότερη ποινή

β)  αν με το νέο νόμο ένα αυτεπάγγελτα διωκόμενο έγκλημα διώκεται κατ' έγκληση

γ)  αν ο νέος νόμος προβλέπει κάποιο λόγο που αποκλείει την ποινή 

δ)  αν θεσπίζει νέο λόγο άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού

ε)  αν προβλέπει ειδική παραγραφή

στ) αν θεσπίζει λόγο αποχής από τη δίωξη ή από την ποινή, ή όταν, θεσπίζει εξωτερικό όρο του αξιοποίνου

ζ) αν προβλέπει ως ποινή τη χρηματική ποινή αντί της στερητικής ελευθερίας ποινή

η) αν μειώνει το όριο αναστολής της παραγραφής,

θ) αν δεν προβλέπει και την επιβολή παρεπόμενης ποινή κ.λπ.

          Με τη νέα διάταξη του ΠΚ η σύγκριση δεν γίνεται μεταξύ δύο νόμων (ως ενιαίο «όλον»), αλλά σύγκριση μεταξύ διατάξεων δύο ή περισσότερων νόμων που ίσχυσαν κατά το χρονικό διάστημα που ορίζει το άρθρο 2 ΠΚ, και πάντα εφαρμόζεται η ευμενέστερη διάταξη.

          Αν ο νέος νόμος είναι εν μέρει αυστηρότερος και εν μέρει επιεικέστερος, τότε ο δικαστής, κατά την επιμέτρηση ποινής θα πρέπει να κινηθεί στα χρονικά πλαίσια που θα ωφελούν περισσότερο τον κατηγορούμενο.

          Παράδειγμα: Αν ένα έγκλημα τιμωρεί το με ποινή από 1 χρόνο μέχρι 3 χρόνια και εκδοθεί νέος νόμος που προβλέπει ποινή 10 μέρες μέχρι 5 χρόνια, ο δικαστής θα κινηθεί στο πλαίσιο των 10 ημερών μέχρι 3 χρόνια, δηλαδή θα προβεί σε επιμέτρηση ποινής  με το μικρότερο ελάχιστο όριο και το μικρότερο μέγιστο όριο.

          Τέλος,  αν με μεταγενέστερο νόμο η πράξη χαρακτηριστεί μη      αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει  και  η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε   καθώς   και   τα  ποινικά   επακόλουθα   αυτής, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας    (2   παρ.   2ΠΚ)

          Δικονομικά θέματα. Αν το δικαστήριο παραλείψει να εφαρμόσει την ευμενέστερη διάταξη, η απόφαση είναι αναιρετέα για (510 παρ. 1 στ. Ε’ ΚΠΔ) για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου ως λόγο αναίρεσης, ακόμα και αν δεν προβλήθηκε ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, αφού ο συγκεκριμένος λόγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 παρ. 1 ΚΠΔ από τον ΑΠ.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
24 Σεπ 2019

Κατ’ εξαίρεση τρόποι περάτωσης της κύριας ανάκρισης

Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

1. Η κύρια ανάκριση, όταν πρόκειται για πλημμέλημα, περατώνεται και με απευθείας κλήση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Προϋπόθεση για την απευθείας κλήση του κατηγο­ρούμενου στο ακροατήριο είναι να συμφωνούν γι' αυτό ανακριτής και ει­σαγγελέας (308 § 3 εδ. α,β).

          Ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή μέσα σε δέκα μέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, ως εξής (322):

α) αν παραπέμπεται στο τριμελές πλημμελειοδικείο η προσφυγή ασκείται στον εισαγγελέα εφετών. Η προσφυγή υποβάλλεται ενώπιον του γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του κατηγορούμενου.

β) αν παραπέμπεται στο τριμελές εφετείο η προσφυγή ασκείται ενώπιον του τριμελούς συμβουλίου των εφετών. Η προσφυγή υποβάλλεται ενώπιον του γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του κατηγορούμενου ή στον γραμματέα της εισαγγελίας εφετών.

          Απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται εντός δεκαημέρου και στις δύο περιπτώσεις.

2. Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων: του ν.δ. 86/1969 (Α΄ 7)  (δασικός κώδικας), των νόμων 998/1979 (Α΄ 289) (προστασία δασών),  2168/1993 (Α΄147) (περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων), 2960/2001 (Α΄ 265) (τελωνειακός κώδικας), 4002/2011 (άρθρο 52) (Α΄ 180) (διάταξη περί παιγνίων), 4139/2013 (Α΄ 74) ( νόμος ναρκωτικών), 4174/2013 (Α΄170) (κώδικας φορολογικής διαδικασίας), και 4251/2014 (Α΄80) (κώδικας μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης), καθώς και των άρθρων 374 (διακεκριμένες κλοπές) και 380 (ληστεία) ΠΚ, μετά την περάτωση της ανάκρισης, η δικογραφία υποβάλλεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και ότι δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, προτείνει στον πρόεδρο εφετών να εισαχθεί η υπόθεση, μαζί με τα τυχόν ήσσονος βαρύτητας συναφή εγκλήματα, απευθείας στο ακροατήριο. Οι διατάξεις των άρθρων 128 και 129 εφαρμόζονται αναλόγως και σε τούτη την περίπτωση (309 παρ. 1). 

          Σε περίπτωση διαφωνίας του προέδρου εφετών ή όταν από την αρχή ο εισαγγελέας φρονεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ή θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας εφετών διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, προκειμένου να εισαχθεί στο συμβούλιο πλημμελειοδικών. (309 παρ.3)

          Ειδικοί ποινικοί νόμοι. Σύμφωνα με το άρθρο 589 παρ.1 του νέου ΚΠΔ, οι διατάξεις του παρόντος κώδικα εφαρμόζονται και στις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από ειδικούς νόμους.

          3. Κατ’ εξαίρεση το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 ν. 3213/2003 εξακολουθεί να ισχύει. (νόμος περί δηλώσεως πόθεν έσχες.  Άρθρο 10 ποινική διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή η κύρια ανάκριση περατώνεται ως ακολούθως :

          1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα «άρθρα 6 έως 8» των υπόχρεων προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως και στ` και ια` της παραγράφου 1 του άρθρου 1, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 62, 85 και 86 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και του νόμου για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών και ενεργείται ανάκριση στο εφετείο, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα και ορισμό εφέτη ανακριτή από την ολομέλεια του Σελίδα 23 από 28 οικείου εφετείου. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο των εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

          2. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα «άρθρα 6 έως 8» των λοιπών υπόχρεων προσώπων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, στο άρθρο 14, καθώς και σε άλλους ειδικούς νόμους, η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και ενεργείται με παραγγελία για προανάκριση ή κύρια ανάκριση, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
23 Σεπ 2019
Σελίδα:
  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
  5. 5
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε δεδομένα μέσω cookies για την σωστή λειτουργία του website , καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας, εσείς όμως θα αποφασίσετε για τα δεδομένα αυτά.

30%
Γιατί αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά;

Έτσι μας βοηθάτε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας & να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.

Όροι Χρήσης
">