• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

Διαφορές συναλλαγματικής – επιταγής

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

α)Η συναλλαγματική είναι μέσο πίστης ενώ η επιταγή είναι μέσο πληρωμής (εκτός της μεταχρονολογημένης).

β)Η συναλλαγματική λήγει με τέσσερεις τρόπους. Αν δεν ορίστηκε λήγει «εν όψει» και είναι πληρωτέα με την εμφάνιση εντός ενός έτους από την έκδοση. Η επιταγή είναι πληρωτέα «εν όψει» εντός οκτώ ημερών από την επομένη της χρονολογίας (έκδοσης) ή «άμα τη εμφανίσει» (μεταχρονολογημένη).

γ) Στη συναλλαγματική ο πληρωτής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Στην επιταγή υποχρεωτικά τράπεζα AE.

δ)Στη συναλλαγματική ο πληρωτής μπορεί να αποδεχθεί. Στην επιταγή απαγορεύεται (μη γεγραμμένη αποδοχή). Στη συναλλαγματική προβλέπεται ευθεία αγωγή και αναγωγή. Στην επιταγή μόνο αναγωγή.

ε) Στη συναλλαγματική το όνομα του λήπτη είναι απαραίτητο στοιχείο και απαγορεύεται να εκδοθεί εις κομιστή. Στην επιταγή αν δεν κατονομάζεται ο λήπτης είναι εις κομιστή.

στ) Στη συναλλαγματική ο τόπος πληρωμής πρέπει να είναι υπαρκτός και ορισμένος (όχι ανύπαρκτος ή πολλοί τόποι) και αναπληρώνεται από τον τόπο κατοικίας του πληρωτή (μόνο) αλλιώς είναι άκυρη. Στην επιταγή μπορεί να είναι πολλοί οι τόποι πληρωμής. Αναπληρώνεται από την έδρα της πληρώτριας ή της έκδοσης και δεν είναι άκυρη.

ζ)  Στη συναλλαγματική επιτρέπεται εξαιρετικά η ρήτρα τόκου. Στην επιταγή απαγορεύεται.

η)Οι χρόνοι παραγραφής των αξιώσεων από συναλλαγματική και επιταγή είναι διαφορετικοί αρ. 70 N 5325/1932 και αρ. 52 N 5960/1933

θ)Στη συναλλαγματική τυπική προϋπόθεση της αναγωγής είναι η σύνταξη διαμαρτυρικού. Στην επιταγή αρκεί η βεβαίωση της εμφάνισης και μη πληρωμής από την πληρώτρια τράπεζα ή γραφείο συμψηφισμού.

 ι) Η ακάλυπτη επιταγή είναι εξοπλισμένη με ποινική ευθύνη του εκδότη (αρ. 79 Ν 5960/1933) και ευθύνη του εξ αδικοπραξίας αντίθετα με τη συναλλαγματική.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
19 Αυγ 2019

Προσωπική Κράτηση Εκπροσώπων Νομικών Προσώπων

Κώστας Kουτσουλέλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

            Κατά το άρθρο 1047 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος ως μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης, κατ’ άρθρ. 946 ΚΠολΔ (στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο), κατ’ άρθρ. 947 ΚΠολΔ (στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει υποχρέωση παράλειψης ή ανοχής πράξης), κατ’άρθρ. 950 ΚΠολΔ (στην περίπτωση παράβασης υποχρέωσης απόδοσης ή παράδοσης τέκνου και στην περίπτωση παρεμπόδισης της επικοινωνίας με αυτό), κατ’ άρθρ. 952 και 864 ΚΠολΔ (στην περίπτωση του βεβαιωτικού όρκου), για απαιτήσεις από αδικοπραξίες (ιδίως μετά την κατάργηση του Ν 3994/2011).

            Αν το αίτημα για προσωπική κράτηση δεν περιέχεται στο δικόγραφο της κύριας αγωγής, μπορεί να υποβληθεί μόνον με παρεμπίπτουσα (άρθρ. 283 ΚΠολΔ) ή με αυτελή αγωγή και στην  τελευταία αυτή περίπτωση εκδικάζεται ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, είτε της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου, είτε εκείνο που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την απαίτηση, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. Κ.Πολ.Δ.).

            Σημειώνεται, ότι δεν μπορεί να διαταχθεί προσωπική κράτηση:  α) για την απαίτηση των δικαστικών εξόδων, β) για απαίτηση μικρότερη των € 30.000 (άρθρ. 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ), γ) κατά ανηλίκου του τελεί υπό γονική μέριμνα ή υπό επιτροπεία, δ) κατά προσώπου που έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, ε) κατά βουλευτών κατά τη διάρκεια βουλευτικής περιόδου και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της, στ) κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το 65ο της ηλικίας τους, ζ) κατά κληρικών κάθε βαθμού και κάθε γνωστής θρησκείας (άρθρ. 1048 ΚΠολΔ) και η) σε κάθε περίπτωση που η απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη (άρθρ. 1049 και 904 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πάντως, ο οφειλέτης δεν θα απαλλαγεί με την απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου από την υποχρέωση καταβολής της χρηματικής οφειλής του για τον λόγο ότι αδυνατεί να την εκπληρώσει, ωστόσο παραδεκτά και νόμιμα μπορεί να υποβληθεί ο ισχυρισμός αυτός, με σκοπό την αποφυγή της κράτησής του, μόνον αν υποβληθεί κατά την εκτέλεση της απόφασης (σύλληψή του), με την κατ’ άρθρο 1050 ΚΠολΔ ανακοπή (άρθρ. 1049 παρ. 1γ’ ΚΠολΔ).

            Κατά την ισχύουσα νομολογία ο θεσμός της προσωπικής κράτησης για ιδιωτικές απαιτήσεις δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 5 Σ (γιατί η παράγραφος 3 επιτρέπει τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας), ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 Σ (γιατί η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά τις εγγυήσεις έναντι άσκησης ποινικής δίωξης) (ΑΠ 411/1996 ΕλΔνη 1997, 134), αλλ’ ούτε και στα άρθρα 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ.2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΑΠ 842/2011 ΝοΒ 2012, 117 – ΑΠ 33/2011 ΕφΑΔ 2011, 974). Ταυτόχρονα, κρίθηκε αντισυνταγματική ως αντικειμένη στην αρχή της προστασίας και του σεβασμού  της αξίας του ανθρώπου η απαγγελία προσωπικής κράτησης για χρέη προς το Δημόσιο (ΑΕΔ 1/2010 ΕφΑΔ 2010, 463).

            Κατά νομικών προσώπων οποιουδήποτε εταιρικού τύπου, εκτός των ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ (ενώσεις προσώπων, αφανείς και αστικές εταιρίες, κοινοπραξίες, εν τοις πράγμασι ομόρρυθμες εταιρίες), η προσωπική κράτηση διατάσσεται κατ’ εκείνου του προσώπου που τα εκπροσωπεί κατά νόμο ή των σχετικών διατάξεων του καταστατικού τους (άρθρ. 1047 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση, όμως, που πρόκειται για χρέος από αδικοπραξία που βαρύνεται το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ακόμα και αν τέλεσε την αδικοπραξία στο πλαίσιο των καθηκόντων του, π.χ. έκδοση ακάλυπτης επιταγής, μπορεί να ζητηθεί προσωπική κράτησή του για τον λόγο ότι θεμελιώνεται αυτοτελής λόγος αδικοπρακτικής του ευθύνης κατά τις διατάξεις των άρθρων 71 β’ και 914 ΑΚ (ΑΠ 271/2015 ΝοΒ 2015, 1266 - Μ.Γεωργιάδου σε Κ.Κουτσουλέλο, Αναγκαστική Εκτέλεση, 456 επ.), εφόσον βέβαια συντρέχουν οι ανωτέρω όροι των άρθρων 1047 και 1048 ΚΠολΔ, και μάλιστα πρόσθετη με την ευθύνη του νομικού προσώπου (ΕφΑθ 3969/2006 ΔΕΕ 2006, 1277).

            Σε κάθε περίπτωση στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει ειδικά να κατονομάζεται το φυσικό πρόσωπο και να στρέφεται η αγωγή και κατ’ αυτού και όχι μόνον κατά του νομικού προσώπου, διαφορετικά είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 23/2004 Δ 2004, 709).


Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
12 Αυγ 2019

Δικαστική Προστασία στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων

Κωνσταντίνος Καλονόμος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ , LL.M. (Heidelberg)

Διάκριση της δικαστικής προστασίας σε δύο στάδια:
α) Το στάδιο που προηγείται της συνάψεως συμβάσεως και β) το στάδιο που έπεται αυτής

Α. Προ της υπογραφής της συμβάσεως οι αναφυόμενες διαφορές έχουν ακυρωτικό χαρακτήρα (ΣτΕ 2751/2013, 4044/2012) και υπάγονται στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων ή του ΣτΕ υπό το πρίσμα των οριζομένων στον Ν 4412/2016 (παλαιότερα Ν 3886/2010).

Σε περίπτωση μη υπαγωγής στις διατάξεις του Ν 4412/2016 (παλαιότερα Ν 3886/2010) αρμόδιο είναι το Διοικητικό Εφετείο (άρθρο 47 παρ. 4 Ν 3900/2010, ΣτΕ 3500/2017, ΔΠρΡοδ 78/2015), που αποφαίνεται ανεκκλήτως (ΣτΕ 219/2018, 2982/2017, 4564/2015, πρβλ. και αρ. 127 παρ. 5 Ν 4412/2016).

Στην ακυρωτική αρμοδιότητα και δη του ΣτΕ (ΣτΕ 982/2018, 1974/2016, 5/2013) υπάγονται και όλες οι πράξεις που αφορούν μη συμβληθέντες τρίτους, έστω και εάν σχετίζονται με διοικητική σύμβαση.

Για την προσωρινή δικαστική προστασία εν δυνάμει εφαρμοστέος ο Ν 4412/2016 (παλαιότερα ο Ν 3886/2010) με τις ειδικότερες ρυθμίσεις αυτού (π.χ. αναλογικό παράβολο, δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως αναστολής πριν από την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως) διαφορετικά ισχύουν οι γενικές διατάξεις με τις οικείες ρυθμίσεις αυτών (αρ. 52 π.δ. 18/1989, ΔΕφΘεσ. 81/2018,  ΔΕφΑ Αν 85/2015, 18/2015).

Στην ακυρωτική αρμοδιότητα και δη του ΣτΕ (ΣτΕ 982/2018, 1974/2016, 5/2013) υπάγονται και όλες οι πράξεις που αφορούν μη συμβληθέντες τρίτους, έστω και εάν σχετίζονται με διοικητική σύμβαση.

Για την προσωρινή δικαστική προστασία εν δυνάμει εφαρμοστέος ο Ν 4412/2016 (παλαιότερα ο Ν 3886/2010) με τις ειδικότερες ρυθμίσεις αυτού (π.χ. αναλογικό παράβολο, δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως αναστολής πριν από την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως) διαφορετικά ισχύουν οι γενικές διατάξεις με τις οικείες ρυθμίσεις αυτών (αρ. 52 π.δ. 18/1989, ΔΕφΘεσ. 81/2018,  ΔΕφΑ Αν 85/2015, 18/2015).

Εάν η σύμβαση είναι ιδιωτικού δικαίου προβλέπεται η άσκηση αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Η εφαρμογή του άρθρου 47 παρ. 4 Ν 3900/2010, δυνάμει της οποίας εγκαθιδρύεται γενική ακυρωτική αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων κατά το προσυμβατικό στάδιο αναφύεται μόνο σε περιπτώσεις επικείμενων δημόσιων συμβάσεων με φορείς του stricto sensu δημόσιου τομέα. Εάν οι αναθέτουσες αρχές αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι διαφορές που ανακύπτουν από πράξεις που εκδίδουν κατά το προσυμβατικό στάδιο (εφόσον δεν εμπίπτουν στο δικονομικό πλαίσιο του Ν 4412/2016, βλ. ιδίως άρθρο 345), αποτελούν προδήλως διαφορές ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενες στη δικαιοδοσία αμιγώς των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. ΣτΕ 542/2018, 3277/2017, 2149/2017, 2516/2015, ΣτΕΑν 59/2015, 26/2015, ΔΕφΑ 742/2014, 589/2014, 7/2014, ΔΕφΑΣυμβ 81/2015).

Τυχόν αξιώσεις αποζημιώσεως κατά το προσυμβατικό στάδιο εισάγονται στο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο (Άρθρο 71 Παρ. 1 ΚΔΔικ, Άρθρο 6 Παρ. 1 ΚΔΔικ, Άρθρο 7 Παρ. 1 ΚΔΔικ, βλ. ΣτΕ 3692/2015, 3040/2014, 1482/2014, 3766/2013, 1943/2013, 451/2013, 2657/2011, ΔΕφΑ 567/2017, 341/2015, 1430/2012), εφόσον η σύμβαση είναι διοικητική (σύμβαση με δημόσιο ή ΝΠΔΔ, που εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και εγκαθιδρύει προνόμια υπέρ του Δημοσίου), άλλως στα πολιτικά δικαστήρια. Εν προκειμένω δεν έχει υπογραφεί σύμβαση, η οποία θα εγκαθίδρυε κατ’ εξαίρεση αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου για την εκδίκαση της αγωγής (Άρθρο 6 Παρ. 2 στοιχ. α ΚΔΔικ, βλ. ΔΕφΑ 2424/2015, 1488/2014, 693/2014).

Δύναται να συντρέχει τόσο ευθύνη από τα άρθρα 197-198 ΑΚ όσο και από τα άρθρα ΕισΝΑκ105 επ (βλ. ΣτΕ 1678/2017, 3692/2015, 3040/2014, 1482/2014, 3766/2013, 1943/2013, 451/2013, 2657/2011, ΔΕφΑ 567/2017)

Β. Μετά την υπογραφή της (διοικητικής) συμβάσεως διαφορά ουσίας υπαγόμενη στο Διοικητικό Εφετείο (με την επιφύλαξη των οριζόμενων περί προσφυγής για ακυρότητα σύμβασης), εφόσον πρόκειται για διοικητικές συμβάσεις (ΔΕφΑ 2741/2018, 904/2018, 1730/2017, 1011/2015, ΣτΕ 205/2017). Σε αυτές περιλαμβάνονται και οι αγωγές αδικαιολόγητου πλουτισμού ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης (ΣτΕ 839/2012, 3710/2010, 2229/2009, ΔΕφΑ 66/2018, ΔΕφΧαν 42/2018, εάν και προ του Ν 4412/2016 είχε αναπτυχθεί άποψη και περί δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων), εάν και εσχάτως η νομολογία εξαιρεί τις περιπτώσεις όπου η σύμβαση δεν έχει υποβληθεί στον προσήκοντα έλεγχο του ΕΣ (ΣτΕ 368/2014, 3104/2013, ΔΕφΑ 3199/2017, 1168/2015, 1101/2015, 2519/2014, 2459/2014) και υπολαμβάνει ότι οι σχετικές αγωγές υπάγονται στο διοικητικό πρωτοδικείο.

Πλέον και για τις συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εγκαθιδρύεται πάντως επίσης αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 175 Ν 4412/2016 (για τα έργα) και στο αρ. 205 Α Ν 4412/2016 (όπως τροποποιήθηκε με αρ. 43 παρ. 24 Ν 4605/2019, για τις προμήθειες και τις υπηρεσίες)

Δοθείσης της υπογραφής της συμβάσεως, δημιουργείται πλέον διαφορά ουσίας (Άρθρο 1 Παρ. 2 στοιχ. ι Ν. 1406/1983), η οποία θα εισαχθεί με προσφυγή ή αγωγή ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπου Διοικητικού Εφετείου (Άρθρο 6 Παρ. 2 περ. α ΚΔΔικ, Άρθρο 63 Παρ. 1 ΚΔΔικ, βλ. ΣτΕ 940/2018, 1595/2016, 1400/2016, 487/2016, ΔΕφΑ 2539/2014, 546/2014, 119/2014).

Ύπαρξη πλήθους προσφυγών κατά την προδικασία (βλ. αρ. 174, 205 Ν. 4412/2016). Για την προσωρινή δικαστική προστασία ισχύουν οι γενικές διατάξεις του ΚΔΔικ.

Τυχόν χρηματικές αξιώσεις (εκτός των μη συμβληθέντων τρίτων) εισάγονται στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο (ιδιαίτερη προβληματική για τα έργα) με αγωγή (Άρθρο 6 Παρ. 2 περ. α ΚΔΔικ, Άρθρο 71 Παρ. 1 ΚΔΔικ, Άρθρο 78 ΚΔΔικ, Άρθρο 80 Παρ. 2. ΚΔΔικ, βλ. ΔΕφΑ 1730/2017, 1011/2015, 888/2014).

Η νομολογία ωστόσο (και δη στις συμβάσεις δημοσίων έργων) συνήθως περιόριζε τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής (άνευ τηρήσεως τουλάχιστον της προδικασίας επί προσφυγών) αποκλειστικά στις περιπτώσεις όπου πρόκειται για χρηματική απαίτηση αναγνωρισμένη και εκκαθαρισμένη από τη Διοίκηση και όπου δεν προϋποτίθεται η έκδοση εκτελεστής πράξης της Διοικήσεως (ιδίως μετά από συγκεκριμένη διοικητική προδικασία)(ΣτΕ 1628/2018, 277/2018, 1784/2017, 3846/2015, 3836/2015, 3305/2015, 2420/2015, 4896/2014, 4678/2014, 2105/2014, 350/2014, 2747/2013, 2735/2013, 2403/2012, ΔΕφΑ 1118/2011, 247/2009, 32/2009, ΔΕφΘεσ. 857/2017 1366/2008). Αναμένονται αποφάσεις υπό το πρίσμα των οριζομένων στο άρθρο 175, 205Α  Ν. 4412/2016.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας 

Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη – Εξετάσεις 2020

με δυνατότητα για Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
7 Αυγ 2019

Εξουσία Δικαστηρίου – Απόφαση – Ένδικα Μέσα στη δίκη επί της Ανακοπής κατά ΚΔΔ (αρ. 217 επ)

Κωνσταντίνος Καλονόμος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ , LL.M. (Heidelberg)

Εξουσία δικαστηρίου:

Το Δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά νόμο και ουσία μέσα στα όρια της ανακοπής (ΣτΕ 571/2014), όπως αυτά προσδιορίζονται από το λόγους και το αίτημα αυτής (αρ. 224 παρ. 1). Κατ’ εξαίρεση ελέγχεται αυτεπαγγέλτως (ΔΕφΑ 266/2016, 594/2014, ΔΕφΚομ 160/2016) στο σύνολό της η προσβαλλόμενη πράξη, προκειμένου να διακριβωθεί

α) τυχόν έκδοση από αναρμόδιο όργανο ή/και

β) τυχόν παράβαση δεδικασμένου (αρ. 224 παρ. 2)

Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης (αρ. 224 παρ. 3, ΣτΕ 571/2014, ΔΕφΑ 1268/2015). Καθιδρύεται σύστημα αυτοτελούς ελέγχου (ΔΕφΑ 74/2010, ΔΠΠειρ 1692/2008), ενώ ούτως ή άλλως δεν θεωρούνται συμπροσβαλλόμενες οι όποιες συναφείς πράξεις (αρ. 217 παρ. 3).

Στην περίπτωση όμως της ανακοπής αποκλειστικά κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά τον νόμο και τα πράγματα (ήτοι κατά την ορθότερη άποψη κατά πλήρη έλεγχο ουσίας), του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ` αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά τον νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο (αρ. 224 παρ. 3, ΣτΕ 4250/2012, ΔΕφΑ 97/2012, 1796/2010, ΔΠΚερκ 714/2013, ΔΠΑ ΔΠΠειρ 4498/2010, 766/2006, 1227/2003, 7578/2002,  απορ. ΣτΕ 2085/2014, 4432/2011 ΔΠΑ 11027/2007, 765/2006, 1928/2001). Στην περίπτωση αυτή ο νόμιμος τίτλος δεν ακυρώνεται αλλά παραμένει ανενεργός. Εάν ο αρχικός τίτλος υπόκειτο σε προσφυγή ουσίας (που εν δυνάμει θα οδηγούσε σε πλήρη έλεγχο της πράξεως), την οποία αμέλησε να ασκήσει ο οφειλέτης (ή την άσκησε και δεν ευδοκίμησε), ουδόλως δύναται αυτός πλέον να πλήξει την αρχική καταλογιστική πράξη στο πλαίσιο της δίκης της ανακοπής (ΣτΕ 120/2018, 571/2014, ΔΠΘεσ. 9959/2017).

Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ανακοπή κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως (αρ. 224 παρ. 5, ΔΕφΑ 1742/2014, ΔΠΑ 405/2017). Ως τέτοιος ισχυρισμός νοείται και η παραγραφή της απαιτήσεως, ακόμη και εάν αυτός εξαρτάται από τη νομιμότητα προηγούμενης πράξης της εκτέλεσης, η οποία δεν προσβάλλεται, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 224 παρ. 5 του ΚΔΔ, μη εφαρμοζόμενου του άρθρου 224 παρ.3 ΚΔΔ (ΣτΕ 392/2017). Η σχετική παραγραφή πάντως δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως (ΣτΕ 1732/2016).

Απόφαση:

Το Δικαστήριο σε περίπτωση που κρίνει βάσιμη (ενόψει παραβιάσεως νόμου ή ένεκα ουσιαστικών πλημμελειών) την ανακοπή προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίηση (ΣτΕ 837/2016, ΔΕφΘεσ. 231/2017, ΔΠΡοδ 164/2017) της προσβαλλόμενης πράξεως. Σε διαφορετική περίπτωση η ανακοπή απορρίπτεται (αρ. 225).

Ένδικα μέσα:

Η επί της ανακοπής απόφαση προσβάλλεται εντός 30 ημερών (και εντός 10 ημερών επί ανακοπής κατά προγράμματος πλειστηριασμού) με ανακοπή ερημοδικίας, έφεση (με εφαρμογή ορίων εκκλητού, ΔΕφΑ 144/2018, ΔΕφΑ 4465/2014), αίτηση αναθεώρησης, τριτανακοπή και αίτηση διορθώσεως εφαρμοζομένων αναλόγως των αρ. 81 – 111 (αρ. 226, ΣτΕ 2993/2015, ΔΕφΑ 1015/2014). Δυνατή και η αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατά αρ. 206 επ. (ΔΕφΠειρ 49/2017)

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας 

Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη – Εξετάσεις 2020

με δυνατότητα για Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
7 Αυγ 2019

Το διοικητικό συμβούλιο (ΔΣ) ανώνυμης εταιρίας σύμφωνα με N 4548/2018 ο.τ.

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

1. Ορισμός

Είναι το σημαντικότερο συλλογικό (κατά κανόνα)  διαχειριστικό και το κατ’ εξοχήν εκπροσωπευτικό όργανο της ΑΕ , με απεριόριστη και αποκλειστική εκπροσωπευτική εξουσία , είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση, τη διαχείριση της εταιρικής περιουσίας και την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού αρ. 86 παρ. 1 N 4548/2018  (διαχειριστική εξουσία). Η ΑΕ εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα αποκλειστικά από το ΔΣ (εκπροσωπευτική εξουσία)  που ενεργεί συλλογικά αρ. 77παρ1, 88  (ενδοτικό δίκαιο,  αρ. 87 N 4548/2018. ΜΕφΛαρ 375/2017 ΔΕΕ 2018.341)Στο στάδιο εκκαθάρισης εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές  αρ. 167 παρ. 4 Ν 4548/2018. Το ΔΣ ως συλλογικό όργανο λαμβάνει αποφάσεις με απαρτία-πλειοψηφία των μελών του αρ. 92 Ν 4548/2018.

Εξαιρετικά προβλέπεται  δυνατότητα διορισμού μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής) αρ. 115 Ν 4548/2018  (εκτός, εισηγμένων, μεσαίων και μεγάλων ΑΕ) , ειδικότερα. Σε μικρές  ΑΕ αντί διοικητικού συμβουλίου, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει το διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής), εκλεγόμενου από τη γενική συνέλευση.

2. Εκλογή μελών ΔΣ

2.1. Η γεν. συν. είναι   κατά κανόνα  αρμόδια (αποκλειστική αρμοδιότητα αρ. 117 Ν 4548/2018) για την εκλογή των μελών του ΔΣ και την ανάκληση αυτών  αρ. 77 παρ 2, αρ. 78 . 4548/2018. Οι σύμβουλοι (μέλη ΔΣ)  που εκλέγονται είναι μέτοχοι ή μη, φυσικά (ενήλικα αρ. 83) πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα (με ορισμό συνυπεύθυνου φυσικού προσώπου αρ. 77παρ4), είναι τουλάχιστον τρεις (3)  και όχι περισσότεροι των δεκαπέντε (15)  ή όσοι προβλέπονται στο καταστατικό εντός του νομίμου  ορίου   αρ.77  παρ. 3,4. Η μεγίστη θητεία τους είναι μέχρι έξι (6) χρόνια και είναι επανεκλέξιμοι αρ. 85,77παρ2.  Προβλέπονται τακτικά και αναπληρωματικά μέλη ΔΣ αρ. 81 Ν 4548/2018.  Οι πράξεις της ΑΕ που αφορούν το ΔΣ (εκλογή μελών-παύση αυτών, στοιχεία αυτών) υπόκεινται σε δημοσιότητα αρ. 12,13 Ν 4548/2018 και ισχύουν έναντι των καλόπιστων τρίτων αρ.84 Ν 4548/2018  (μη συστατική δημοσιότητα, ελλείψεις δημοσιότητας δεν αντιτάσσονται έναντι των καλόπιστων τρίτων, οι τρίτοι μπορούν να επικαλεστούν στοιχεία των οποίων η δημοσιότητα δεν έχει ολοκληρωθεί  αρ. 16παρ3 Ν3419/2005. Απόφαση της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου στηριζόμενη σε τροποποίηση του καταστατικού, που δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε δημοσιότητα, είναι επιτρεπτή, παράγει όμως αποτελέσματα από τη συντέλεση της δημοσιότητας αρ. 4παρ5. Ν 4548/2018) .

2.2. Η ιδιότητα του μέλους ΔΣ (συμβούλου) δημιουργείται με την εκλογή αυτού από τη γεν. συν. (ή τον διορισμό του) που το καθιστά μέλος συλλογικού οργάνου (υπερκείμενη σχέση, οργανική εξουσία αρ. 67, 68, 70, 71 ΑΚ). Εκτός από την υπερκείμενη οργανική σχέση υπάρχει και υποκείμενη ατομική συμβατική σχέση των συμβούλων με την ΑΕ (συμβατική σχέση μεταξύ ΔΣ ως συλλογικού σώματος και ΑΕ δεν υπάρχει) που δημιουργείται με την αποδοχή της εκλογής και είναι, εν αμφιβολία, σχέση εντολής  ( με αμοιβή ή άλλες παροχές αρ. 109παρ1,3,  110-112, 113,114 Ν 4548/2018, αρ. 713 επ. ΑΚ. « Η σύμβαση εντολής μπορεί να είναι έμμισθη ΑΠ 1245/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1363/99 ΕΕΝ 2001.189».),  επίσης μπορεί να είναι άλλη ειδική σχέση  όπως παροχή  ανεξάρτητων υπηρεσιών (με αμοιβή αρ. 650 ΑΚ, 109παρ3 ν. 4548/2018),σύμβαση  έργου, σχέση  εξαρτημένης εργασίας  αρ. 648 ΑΚ (συμμετοχή εργαζομένων στη διοίκηση ΑΕ).

2.3. Το ΔΣ αφού συγκροτηθεί σε σώμα εκλέγει σύμφωνα με το καταστατικό από τα μέλη του, τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο, τον διευθύνοντα σύμβουλο και μπορεί να χορηγήσει σε μέλη του ή μη (υποκατάστατους) σύμφωνα με το καταστατικό εξουσίες και αρμοδιότητες οργάνου (εξουσίες διαχείρισης-εκπροσώπησης οργάνου ασκούμενες ατομικά με μία ή πολλές υπογραφές) όπως του οικονομικού συμβούλου, του τεχνικού συμβούλου, του εντεταλμένου συμβούλου (διάκριση των μελών ΔΣ  σε εκτελεστικά, μη εκτελεστικά και ανεξάρτητα  μέλη αρ.87παρ5) αλλά και εξουσίες οργάνου σε  τρίτους  μη μέλη δσ όπως σε διευθυντές, εσωτερικούς ελεγκτές (υποκατάστατους). Η απόφαση αυτή υπόκειται σε δημοσιότητα (μη συστατική) αρ. 87  παρ.1,2,3 ,89, αρ. 12,13 ν. 4548/2018.

3. Πράξεις διαχείρισης-εκπροσώπησης ΔΣ - η θεωρία της Prokura

         Οι πράξεις διαχείρισης-εκπροσώπησης της ΑΕ επιχειρούνται,  εφόσον το προβλέπει το καταστατικό  (αρ. 77 παρ. 1, συνδ. αρ. 87 παρ. 1,2,4, 88 ν. 4548/2018) :   α) από τα εκτελεστικά μέλη του ΔΣ που ενεργούν ως ατομικά όργανα αρ. 87παρ1, αρ  67-71 ΑΚ (π.χ. πρόεδρος, αντιπρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος, εντεταλμένος σύμβουλος), β) από τρίτους υποκατάστατους που ενεργούν ατομικά ως  όργανα εξ οργάνου αρ. 87παρ1,2 Ν 4548/2018 αρ. 67-71 ΑΚ (π.χ. διευθυντής ΑΕ, εσωτερικός ελεγκτής αρ. 87παρ1,  μη μέλη του ΔΣ  ΑΠ 68/2014 ΠΟΙΝ. ΝΟΜΟΣ «Ο υποκατάστατος εκπροσωπεί την ΑΕ ως όργανο. Δεν απαιτείται  ειδική πληρεξουσιότητα για την υποβολή έγκλησης. Αντίθετα απαιτείται για τον τρίτο πληρεξούσιο» και ΑΠ 926/2014 ΠΟΙΝ. ΝΟΜΟΣ ) , γ)  από την εκτελεστική επιτροπή αρ. 87παρ4 ν.4548/2018  και δ)  από ειδικούς κατά περίπτωση  πληρεξούσιους  των οργάνων και των υποκατάστατων  σύμφωνα με αρ. 211, 216, 217, 713 επ. ΑΚ  (δεν ενεργούν ως όργανα αλλά ως εντολοδόχοι με εξουσία από σύμβαση).

Οι πράξεις της ΑΕ που αφορούν τον διορισμό, εξουσίες-αρμοδιότητες, ανάκληση των ανωτέρω οργάνων και υποκατάστατων υπόκεινται σε δημοσιότητα (μη συστατική) αρ. 12,13 ν. 4548/2018.

Η διαχειριστική εξουσία του ΔΣ είναι περιορισμένη ή περιορίσιμη από το καταστατικό (σκοπό εταιρείας) και τις αποφάσεις της γεν συν. Αντίθετα η εκπροσωπευτική εξουσία είναι αποκλειστική και απεριόριστη.

Ειδικότερα. Πράξεις του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, δεν μπορούσε να την αγνοεί. Το βάρος απόδειξης των περιστατικών που αίρουν τη δέσμευση της εταιρίας, σύμφωνα με τα προηγούμενα, φέρει η ίδια η εταιρία. Δεν  συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρίας ή τις τροποποιήσεις του. Περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αντιτάσσονται στους τρίτους ακόμα και αν έχουν υποβληθεί σε δημοσιότητα. (αρ. 86 παρ. 2,3 Ν 4548/2018  θεωρία της Prokura).-

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
6 Αυγ 2019

Οι ακυρότητες με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

1.     Σχετική Ακυρότητα

 Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 172 παρ. 1, σχετική ακυρότητα επέρχεται σε κάθε περίπτωση που ο νόμος απαγγέλλει ακυρότητα που δεν υπάγεται στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου (του 171 που προβλέπει τις απόλυτες ακυρότητες). (Προσοχή η προηγούμενη διατύπωση ήταν «η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο» απαλείφθηκε η φράση «πράξης ή ενός εγγράφου» και έγινε γενικότερη διατύπωση).

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτουν ότι σχετική ακυρότητα έχουμε:

α) μόνο αν το ορίζει ρητά ο νόμος

β) και δεν υπάγεται στις περιπτώσεις της απόλυτης ακυρότητας.

Ο νόμος ορίζει ρητά την ακυρότητα σε πλήθος διατάξεων όπως λ.χ. ενδεικτικά στα άρθρα 138, 166 παρ. 3, 210, 212,321, κλπ.

Η σχετική ακυρότητα, κατ' αντιδιαστολή με την απόλυτη του άρθρου 171, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο μόνο αν προταθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους.

 

α. Χρόνος πρότασης της ακυρότητας

Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Το τέλος της προδικασίας επέρχεται με την τελεσίδικη παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, δηλαδή μόλις εκδοθεί το βούλευμα από το συμβούλιο εφετών κατόπιν ασκήσεως Εφέσεως κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος.

Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της κύριας διαδικασίας, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό (174 παρ. 1).

Ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα καλύπτεται (175 παρ. 1).

Τη σχετική ακυρότητα δεν μπορεί να την προτείνει ο διάδικος ή ο εισαγγελέας όταν αυτή προήλθε από δική τους ενέργεια ή την απεδέχθησαν ρητά (175 παρ. 3).

Παραδείγματα:

α) ακυρότητες σχετικές με την εξέταση των μαρτύρων, του διο­ρισμού των πραγματογνωμόνων από τον ανακριτή, κατά το στάδιο της προδικασίας, καλύπτονται μόλις γίνει αμετάκλητο το παραπεμπτικό βού­λευμα

β) την εξέταση ασυμβίβα­στου μάρτυρα (210), κατά την προδικασία καλύπτεται, αν δεν προταθεί μέ­χρι την αμετάκλητη παραπομπή.

 

β. Ακυρότητα κλήσης - κλητηρίου θεσπίσματος

Ειδικότερα η ακυρότητα

- της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορούμε­νου και του αστικώς υπεύθυνου

- του καταλόγου των μαρτύρων

- της επίδοσης των παραπάνω εγγράφων

- της προθεσμίας που αφορά τις κλητεύσεις των διαδίκων, μαρ­τύρων, πραγματογνωμόνων του άρθρου 166

καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Το δικαστήριο όμως μπο­ρεί να αναβάλλει τη συζήτηση, αν κρίνει ότι από την ακυρότητα, μολονότι δεν προτάθηκε, είναι δυνατό να προξενηθεί βλάβη στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου ή του αστικώς υπεύθυνου (175 παρ. 2).

Παραδείγματα:

αν κάποιος κλητεύτηκε προ 12 ημερών αντί 15 που προβλέ­πει το άρθρο 166 παρ. 1 και εμφανιστεί χωρίς να προβάλλει αντίρρηση για την πρόοδο της δίκης, τότε η ακυρότητα καλύφθηκε και δεν μπορεί να προταθεί μεταγενέστερα.

 

2. Έλλειψη Ακρόασης

(αφορά εισαγγελέα και τον υποστηρίζοντα την κατηγορία)

Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται και στην περίπτωση που ο εισαγγε­λέας ή ο παριστάμενος για  την υποστήριξη της κατηγορίας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από τον νό­μο, και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση (172 παρ. 2 ). (Προσοχή για πρώτη φορά θεσπίζεται ακυρότητα για έλλειψη ακρόασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία.)

Έλλειψη ακρόασης υπάρχει :

α) μόνο στην ακροαματική διαδικασία

β) όταν αφορά δικαίωμα του εισαγγελέα ή του παριστάμενου για  την υποστήριξη της κατηγορίας

γ) η παραβίαση του δικαιώματος να έγινε από το δικαστήριο (κι όχι από τον πρόεδρο).

Για να θεμελιωθεί έλλειψη ακρόασης θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση από τον θιγόμενο (εισαγγελέα, παριστάμενο για  την υποστήριξη της κατηγορίας), η οποία καταχωρείται στα πρακτικά. Καταρχήν το αίτημα υποβάλλεται στον πρόεδρο του δικαστηρίου και, σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως του, γίνε­ται προσφυγή στο δικαστήριο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 335 παρ. 2. Αν το δικαστήριο αρνήθηκε την άσκηση του δικαιώματος, ή παρέ­λειψε να αποφανθεί γι' αυτό, τότε μόνο δημιουργείται έλλειψη ακρόασης, η οποία συνιστά και λόγο αναίρεσης κατά της απόφασης (510 παρ. 1 Β).

Παραδείγματα: έλλειψη ακρόασης συνιστά:

α) η μη ανάγνωση εγγράφων στο ακροατήριο από τον πρόεδρο, αν και ζητήθηκε από τον εισαγγελέα ή τον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας

β) η απόρριψη χωρίς αιτιολογία ή παράλειψη να αποφανθεί το δικαστήριο για αίτημα περί αναβολής της δίκης από τον παριστάμενο για  την υποστήριξη της κατηγορίας.

Με το νέο ΚΠΔ αντίστοιχη έλλειψη ακρόασης του κατηγορούμενου υπήχθη στην απόλυτη ακυρότητα.(171 παρ.2 βλ. κατωτέρω).

 

3. Απόλυτη ακυρότητα

Απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν (171):

α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του,

β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στον νόμο,

γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος,

δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. (171 παρ.1)

Επίσης απόλυτη ακυρότητα θεμελιώνεται και:

1. Έλλειψη ακρόασης του κατηγορούμενου. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. (171 παρ.2). Για να θεμελιωθεί έλλειψη ακρόασης θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση από τον κατηγορούμενο, η οποία καταχωρείται στα πρακτικά. Καταρχήν το αίτημα υποβάλλεται στον πρόεδρο του δικαστηρίου και, σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως του, γίνε­ται προσφυγή στο δικαστήριο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 335 παρ. 2. (Προσοχή η διάταξη αυτή υπό τον προϊσχύσαντα ΚΠΔ θεμελίωνε σχετική ακυρότητα)

          2. Στην περίπτωση παράνομης παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία στο ακροατή­ριο. (171 παρ.3). Η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στο ακροατή­ριο έχει σχέση μόνο με την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση του παθόντος κατά τα άρθρα 63 και 64. Παράδειγμα: παράνομη παράστα­ση του υποστηρίζοντος την κατηγορία υπάρχει όταν αυτός ήταν ανίκα­νος προς το παρίστασθαι στο δικαστήριο, ή δεν είχε την ικανότητα εκπρο­σώπησης, ή δεν ήταν ο άμεσα παθών από το έγκλημα κ.λπ.

Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Από τις απόλυτες ακυρότητες, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, δηλαδή και στον Άρειο Πάγο (174 παρ. 1). Τούτο σημαίνει πως μετά την αμετάκλητη παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο κάθε απόλυτη ακυρότητα που αναφέρεται στην προδικασία έχει καλυφθεί (175 παρ. 1).

Όσες απόλυτες ακυρότητες λαμβάνουν χώρα κατά την κύρια διαδικασία μπορούν να προταθούν μέχρι και τον Άρειο Πάγο σαν λόγοι αναίρεσης.

 

4. Συνέπειες της ακυρότητας

Η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας. Ο δικαστής μπορεί να κηρύξει άκυρες και πράξεις σύγχρονες ή προγενέστερες, μόνο όταν είναι συναφείς με εκείνη που ακυρώθηκε (176 παρ.2).

Αρμόδιο όργανο. Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πρά­ξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της κύριας διαδικασίας, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κα­τηγορίας (176 παρ. 1). Αν κατά του βουλεύματος ή της απόφασης ασκήθηκε ένδικο μέσο, η αρμοδιότητα για την κήρυξη της ακυρότητας ανήκει στο συμβούλιο ή το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο.

Με την κήρυξη των ακυροτήτων διατάσσεται η επανάληψη των άκυρων πράξεων αν κριθεί αναγκαίο και εφικτό (176 παρ. 3).

 

5. Ακυρότητα από την παράβαση των διατάξεων για τα δικαστικά  τέλη και τα ένσημα (173)

Με την επιφύλαξη αντίθετης ρύθμισης, αν δικαστής ή οποιοσδήποτε δημόσιος υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, συντάξει ή δεχθεί έγγραφο, το οποίο δεν έχει ή έχει ελλιπές το τέλος ή το ένσημο που επιβάλλεται από τον νόμο, η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας που ασκήθηκε με αυτήν.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
6 Αυγ 2019

Ναυτική Πίστη

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

1.- Nαυτική πίστη


Είναι θεσμός του ΚΙΝΔ για την εξασφάλιση των δανειστών και την προσέλκυση κεφαλαίων.
Οι ειδικότερες μορφές της ναυτικής πίστης είναι:
Η καταπιστευτική μεταβίβαση κυριότητας πλοίου (αρ. 190 επ. ΚΙΝΔ).
Η υποθήκη επί πλοίου (αρ. 195 επ. ΚΙΝΔ).
Τα ναυτικά προνόμια (αρ.205 επ. ΚΙΝΔ).


2.- Υποθήκευση πλοίου


Το πλοίο είναι κινητό πράγμα όμως δεν ενεχυριάζεται αλλά υποθηκεύεται με τίτλο μόνο από ιδιωτική βούληση (αρ. 195 ΚΙΝΔ). Μορφές υποθήκης: η απλή υποθήκη και η προτιμώμενη.


3. Προτιμώμενη υποθήκη


Σύμφωνα με το αρ. 1 του Ν 3899/1958 προβλέπεται σύσταση προτιμώμενης υποθήκη σε πλοίο άνω των 500 κόρων με σύμβαση. Αν δεν καταβληθεί η ασφαλισμένη απαίτηση και γίνει ληξιπρόθεσμη ο δανειστής δικαιούται να αναλάβει τη διαχείριση του πλοίου ή να το εκποιήσει χωρίς πλειστηριασμό με ελεύθερη πώληση.


4. Προσημείωση υποθήκης σε πλοίο


Στα πλοία τίτλος υποθήκης παρέχεται ΜΟΝΟ με ιδιωτική βούληση αρ. 195 ΚΙΝΔ και όχι με δικαστική απόφαση ή ΔΠ (προσημείωση). Συνεπώς δεν επιτρέπεται προσημείωση υποθήκης σε πλοίο.


Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
2 Αυγ 2019

Κατηγορούμενος: βασικά δικαιώματα στην προδικασία κατά τον νέο ΚΠΔ

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Ο κατηγορούμενος έχει τόσο στην προδικασία, όσο και στην κύ­ρια διαδικασία ορισμένα δικαιώματα. Στην προδικασία τα δικαιώματά του ρυθμίζονται στα άρθρα 89-108.

Τεκμήριο αθωότητας (71) Οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο.

Τα βασικά δικαιώματα του κατηγορούμενου στην προδικασία είναι:

α) να παρίσταται σε κάθε εξέταση του με συνήγορο και να μην εμποδίζεται η επικοινωνία του με τον συνήγορο (89 §§1, 2). Ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή (άλλου διαδίκου) γίνεται:  I) με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση εξέτασής του ως υπόπτου ή κατά την απολογία του κατηγορουμένου ή στην κατάθεσή του ως μάρτυρα ή ΙΙ) με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. β΄ και γ΄ ή ΙΙΙ) με την έκθεση ή τη δήλωση άσκησης ενδίκου μέσου. Ο διορισμός παρέχει στον συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί τον εντολέα του σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά.

(Παραίτηση από το δικαίωμα διορισμού δικηγόρου.(90) Με την επιφύλαξη των διατάξεων που απαιτούν την υποχρεωτική παράσταση συνηγόρου, ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχουν δικαίωμα να παραιτηθούν από τον διορισμό συνηγόρου, αφού προηγουμένως λάβουν προφορικά ή εγγράφως σαφή και επαρκή ενημέρωση σε απλή και κατανοητή γλώσσα σχετικά με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δικαιώματος και τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραίτησης από αυτό. Η παραίτηση γίνεται κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου και πρέπει να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του προσώπου και να μην περιέχει όρο ή αίρεση. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος μπορεί να ανακαλέσει την παραίτηση μεταγενέστερα, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας.(91) Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχουν δικαίωμα δωρεάν νομικής βοήθειας, το οποίο περιλαμβάνει παροχή νομικών συμβουλών και νομική αρωγή και εκπροσώπησή τους ενώπιον του δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται σε σχετικές διατάξεις.)

β) να λαμβάνει γνώση των εγγράφων της ανάκρισης αυτοπροσώπως ή διά του συνηγόρου του (100). Ο ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανισθεί ή οδηγηθεί σε αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης. Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο συνήγορός του το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρισης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου και με δαπάνη του χορηγούνται σε αυτόν αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης.  Την ίδια υποχρέωση έχει ο ανακριτής, και τα ίδια δικαιώματα ο κατηγορούμενος, όταν κληθεί ξανά σε συμπληρωματική απολογία. Πάντως μετά το τέλος της ανάκρισης και προτού διαβιβαστεί η δικογραφία στον εισαγγελέα (άρθρο 308 παρ. 1), καλείται πάντοτε ο κατηγορούμενος να μελετήσει όλη τη δικογραφία. Αν όμως η ανάκριση εξακολούθησε περισσότερο από μήνα μετά την πρώτη ή κάθε μεταγενέστερη απολογία, δικαιούται ο κατηγορούμενος να ασκεί τα δικαιώματά του μια φορά το μήνα, και κάθε φορά ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση κάτω από την απολογία του κατηγορουμένου.

γ) να ζητάει και να λαμβάνει 48ωρη προθεσμία για την προετοιμασία της απολογίας του (103), χωρεί παράταση κατόπιν αιτήσεώς του.

δ) έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης (104). Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχουν δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης.  Η άσκηση του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης δεν εμποδίζει τη νόμιμη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη βούληση των υπόπτων και των κατηγορουμένων. Η άσκηση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων.

ε) να έχει διερμηνεία και μετάφραση (101). Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος, που δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, έχει το δικαίωμα σε διερμηνεία καθώς και σε γραπτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων της διαδικασίας, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στα άρθρα 233 και 237.

στ) να ενημερωθεί πρόσωπο της επιλογής του σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του (97). Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει να ενημερωθεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για τη στέρηση της ελευθερίας του ένα τουλάχιστον πρόσωπο της επιλογής του. Αν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος ενημερώνεται ο ασκών τη γονική μέριμνα, εκτός αν αυτό αντιβαίνει στο συμφέρον του ανηλίκου, οπότε ενημερώνεται κάποιο άλλο ενδεδειγμένο ενήλικο πρόσωπο ή η αρμόδια για την προστασία των ανηλίκων αρχή.  Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για να αποτραπεί άμεσος κίνδυνος είτε για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα κάποιου προσώπου είτε για την αποδεικτική διερεύνηση του εγκλήματος, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην επιτρέπουν προσωρινά την ενημέρωση τρίτου προσώπου για τη στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται αν ένα άλλο τρίτο πρόσωπο, που έχει υποδειχθεί από τον κατηγορούμενο, μπορεί να ενημερωθεί σχετικά. Αν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, η αρμόδια για την προστασία των ανηλίκων αρχή ενημερώνεται στην περίπτωση αυτή.  Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός και στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα να ζητήσει να ενημερωθούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οι προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος.

ζ) να επικοινωνεί με τρίτα πρόσωπα κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας του (98). Ο κατηγορούμενος που στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα επικοινωνίας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με ένα τουλάχιστον τρίτο πρόσωπο που έχει υποδείξει ο ίδιος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για να αποτραπεί ο άμεσος κίνδυνος της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να περιορίζουν ή να αναβάλλουν την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται πρώτα αν ο κατηγορούμενος μπορεί να επικοινωνήσει με ένα άλλο πρόσωπο που αυτός υποδεικνύει.  Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός και στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα να επικοινωνεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Έχει επίσης δικαίωμα επίσκεψης από τις προξενικές του αρχές, δικαίωμα συνομιλίας και αλληλογραφίας μαζί τους και δικαίωμα να κανονίζεται η νομική του εκπροσώπηση από αυτές, εφόσον οι εν λόγω αρχές δεν έχουν αντίρρηση.

η) να του εξηγούνται κατά σαφή τρόπο τα δικαιώματα του (95). Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ενημερώνεται αμέσως όσον αφορά τουλάχιστον στα ακόλουθα δικαιώματα: α) το δικαίωμα παράστασης με συνήγορο, β) το δικαίωμα και τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών, γ) το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την κατηγορία, δ) το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης και ε) το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης.  Η ενημέρωση παρέχεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα, προφορικώς ή εγγράφως, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών αναγκών των υπόπτων ή κατηγορουμένων που είναι ευάλωτα πρόσωπα. Αντικείμενο της ενημέρωσης οφείλει να αποτελεί και η αναφορά των συνεπειών παραίτησης από την άσκηση των δικαιωμάτων. Για την ενημέρωση και την απάντηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου συντάσσεται έκθεση, η οποία και υπογράφεται.

Χορήγηση εγγράφου περί των δικαιωμάτων(96). Στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο, ο οποίος συλλαμβάνεται ή κρατείται, παρέχεται αμέσως έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα δικαιώματά του και του επιτρέπεται να το διατηρεί στην κατοχή του καθ’ όλη τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας του. Το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα δικαιώματα: α) το δικαίωμα παράστασης με συνήγορο, β) το δικαίωμα και τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών, γ) το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την κατηγορία, δ) το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης, ε) το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, στ) το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, ζ) το δικαίωμα ενημέρωσης των προξενικών αρχών και ενός επιπλέον προσώπου της επιλογής του, η) το δικαίωμα σε επείγουσα ιατρική περίθαλψη, θ) τον ανώτατο αριθμό ωρών ή ημερών κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος δύναται να στερηθεί της ελευθερίας του προτού προσαχθεί ενώπιον δικαστικής αρχής και ι) πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσβολής του νόμιμου χαρακτήρα της σύλληψης ή της κράτησης.  Το ως άνω έγγραφο συντάσσεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Όταν αυτό δεν είναι διαθέσιμο στην κατάλληλη γλώσσα, ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ενημερώνεται για τα δικαιώματά του προφορικά σε γλώσσα που κατανοεί. Το εν λόγω έγγραφο πρέπει στη συνέχεια να χορηγείται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε γλώσσα που ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος κατανοεί.

θ) να ζητά τη διεξαγωγή αποδείξεων (102). Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητά με αυτοτελή αιτιολογημένη αίτησή του στον ανακριτή τη διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας.

Δικαιώματα στην αυτεπάγγελτη προανάκριση(105). Όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 245 παρ. 2, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 91, 95, 96, 97, 98, 100, 101, 103 και 104.

Ο εξεταζόμενος έχει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση προτού εξεταστεί από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή. Η διάταξη του άρθρου 99 παρ. 4 εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση.  Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 244.

Δικαιώματα του κατηγορουμένου στην προανάκριση. (106) Όταν ενεργείται προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 1, ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα των άρθρων 89 έως 104 με εξαίρεση το δικαίωμα του άρθρου 99 παρ. 3, μπορεί δε να υποβάλει εγγράφως την απολογία του εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προανάκριση. Ο κατηγορούμενος εκπροσωπούμενος διά του συνηγόρου του υποχρεούται να δηλώσει τη διεύθυνση κατοικίας του, εφαρμοζομένων αναλόγως των παρ. 1 και 4 του άρθρου 156.

Άλλα δικαιώματα του κατηγορουμένου κατά την προδικασία εί­ναι η εμφάνιση του στο συμβούλιο για να παράσχει διασαφήσεις, η άσκη­ση ενδίκων μέσων (έφεση και αίτηση αναίρεσης) κατά των βουλευμάτων κ.λπ.

Σε ποιες πράξεις παρίστανται οι διάδικοι (92).  Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 220. Γι’ αυτό τον σκοπό καλούνται έγκαιρα οι διάδικοι να παρευρεθούν οι ίδιοι ή να εκπροσωπηθούν από τους συνηγόρους τους.

Αν ο κατηγορούμενος κρατείται, θα πρέπει να προσαχθεί, εκτός αν η προσαγωγή του δημιουργεί δυσχέρειες, οπότε αντιπροσωπεύεται από τον συνήγορό του.

Αδυναμία παράστασης (93). Αν η παρουσία των διαδίκων δεν είναι για οποιονδήποτε λόγο δυνατή, η πράξη μπορεί να αναβληθεί για άλλο χρόνο, αν δεν βλάπτεται η ανάκριση.

Ερωτήσεις και παρατηρήσεις (94). Οι διάδικοι που παρίστανται και οι συνήγοροί τους δικαιούνται να απευθύνουν ερωτήσεις και να υποβάλλουν παρατηρήσεις, που καταχωρίζονται με αίτησή τους στην έκθεση.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
1 Αυγ 2019

Παραγραφή αξιώσεων ζημιωθέντων κατά ασφαλιστή

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

Η παραγραφή των αξιώσεων των ζημιωθέντων κατά του ασφαλιστή  έχει ως εξής: α) Στις ασφαλίσεις ζημιών ειδικά από οχήματα, μετά πέντε χρόνια από τη γέννηση της αξίωσης αρ. 7 Ν 3557/2007 (τροποποίηση αρ. 10 παρ. 2 ΠΔ 237/1986 που προέβλεπε διετία).

β) Στις ασφαλίσεις άλλων ζημιών, μετά τέσσερα χρόνια από το τέλος του έτους γέννησης αυτών αρ. 10 Ν 2496/1997 (ισχύει και για τις αξιώσεις του ασφαλιστή για τα ασφάλιστρα).

γ) Στις ασφαλίσεις προσώπων, μετά πέντε χρόνια από το τέλος του έτους γέννησης αυτών αρ. 10 Ν 2496/1997 (ισχύει και για τις αξιώσεις του ασφαλιστή για τα ασφάλιστρα).

δ) Στις θαλάσσιες ασφαλίσεις, μετά διετία από το τέλος του έτους γέννησης αυτών αρ. 290 περ. 2 ΚΙΝΔ.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
29 Ιουλ 2019
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε δεδομένα μέσω cookies για την σωστή λειτουργία του website , καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας, εσείς όμως θα αποφασίσετε για τα δεδομένα αυτά.

30%
Γιατί αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά;

Έτσι μας βοηθάτε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας & να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.

Όροι Χρήσης
">