• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

Η διαφορά μεταξύ της φράσης «σαν να ήταν παρών» και εκείνης που «θεωρείται παρών» ο κατηγορούμενος στον ΚΠΔ

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

  • Στο άρθρο 340 παρ.2 ορίζεται ότι: «Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν.»
  • Παρών επίσης θεωρείται στα άρθρα 344 παρ.1,346,347 και 348 ΚΠΔ
  • Αντίθετα στο άρθρο 340 παρ 3 ορίζεται ότι: «Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφανίσεως ή εκπροσωπήσεώς του θα δικαστεί ερήμην»
  • Και στο άρθρο 501 παρ. 4 ορίζεται ότι: «Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύτηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών.» Μετά τον ν. 3160/2003 η διάκριση των εννοιών «ωσεί παρών» και «θεωρείται παρών» διευκρινίστηκε σαφώς. Ο νομοθέτης υποδηλώνει ότι ο ωσεί παρών κατηγορούμενος δεν εξομοιώνεται με τον κατ΄ αντιμωλία δικαζόμενο. Δηλαδή ο ωσεί παρών δικαζόμενος κατηγορούμενος δεν σημαίνει, ότι κατά πλάσμα δικαίου, δικάζεται ως παρών, αλλά ότι η απουσία του δεν έχει καμία δικονομική συνέπεια σε βάρος του και δεν καταλύει το τεκμήριο αθωότητας, αφού το δικαστήριο θα εξετάσει πλήρως την ουσία της υπόθεσης χωρίς «σιωπηρή ομολογία» συναγόμενη από την απουσία του κατηγορούμενου. Η εκδίκαση του κατηγορούμενου «ωσεί παρόντος» έχει σαν συνέπεια ότι η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων γι αυτόν, αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, καθώς επίσης και ότι ο ωσεί παρών μπορεί να ασκήσει την αίτηση ακύρωσης διαδικασίας του 341 ΚΠΔ. Αντίθετα, όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο θεωρείται παρών, που σημαίνει ότι οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων αρχίζουν από την επομένη της απαγγελίας της απόφασης

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
13 Ιουν 2019

Αξίωση στα αποκτήματα και ελεύθερη ένωση

Κίμων Σαϊτάκης, Δικηγόρος ΔΝ, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Νομικής Αθηνών

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής - Εφημερίδα για τους υποψήφιους της Εθνικής Σχολής Δικαστών

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν 4356/2015, στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται νομοθετικώς ένα ζήτημα –η τύχη των αποκτημάτων κατά την ελεύθερη ένωση– για τη ρύθμιση του οποίου γίνεται δεκτό, μέχρι σήμερα, ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αναλογικώς οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν τον θεσμό της συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου (ΑΚ 1400 - 1402), ούτε οι σύντροφοι μπορούν να διαλάβουν αυτούσιο το περιεχόμενό του σε προφορικές ή έγγραφες συμφωνίες μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1926/2013 Nomos, ΑΠ 5530/2009 Nomos, ΑΠ 874/2008 Nomos· αντίθετη η ΜΠρΡόδ 206/1991 ΕλλΔνη 1995, 725). Η νομολογία αρχικώς είχε αποκλείσει την εφαρμογή και των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού στην ελεύθερη ένωση (βλ. ΠΠρΑθ 778/2004 ΕλλΔνη 2004, 919), αλλά εν συνεχεία έλαβε χώρα μεταστροφή της. Σχετική είναι και η απόφαση του Αρείου Πάγου 1751/2014, σύμφωνα με την οποία, στην εν λόγω σχέση μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι «στην εξώγαμη συμβίωση, για να γίνει δεκτή η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να αναφέρεται και να αποδεικνύεται όχι μόνον η ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και η ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, ότι δηλαδή εξ αφορμής αυτής δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ενάγοντα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος ή μελλοντικού γάμου, και ότι, λόγω περατώσεως του συνδέσμου εμπιστοσύνης (λύσης της συμβίωσης είτε αυθαίρετα εκ μέρους του εναγόμενου, είτε λόγω θανάτου), γεννήθηκε η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είτε για αιτία λήξασα (όταν ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχθεί στη μονιμότητά της), είτε για αιτία μη επακολουθήσασα (όταν οι παροχές δίνονταν με την πεποίθηση μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος)». Αντιθέτως, στην περίπτωση που, στο πλαίσιο «της ελεύθερης συμβίωσης προσώπων, οι συνήθεις παροχές του καθ’ ημέραν κοινού βίου εκ μέρους του ενός προς τον άλλον γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψεως ανταλλάγματος, δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού του λήπτη, διότι στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός αυτού και η μείωση ή η μη επαύξηση της περιουσίας του δόντος δεν είναι αδικαιολόγητη, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, αφού υπάρχει τότε η νόμιμη αιτία της χωρίς αντάλλαγμα παροχής, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι και υπηρεσίες πάσης φύσεως (πρβλ. ΑΠ 351/1993)». Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι κρίσιμο στοιχείο «είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού» (δηλαδή ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης), τόνισε ότι το άρθρο 904 ΑΚ δεν λύνει από μόνο του το ζήτημα πότε υπάρχει ή δεν υπάρχει νόμιμη αιτία. Απόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές διατάξεις του νόμου στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με το σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με τη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν 4356/2015 «επικυρώνεται» νομοθετικά η πρόσφατη θέση του Αρείου Πάγου ότι στην ελεύθερη ένωση μπορεί να αναζητηθούν περιουσιακές επιδόσεις μεταξύ των συμβίων με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Παραμένει βεβαίως προς επίλυση από τη νομολογία το ζήτημα πότε υφίσταται στις περιπτώσεις αυτές νόμιμη αιτία για τη διατήρηση του πλουτισμού από τον σύμβιο, κάτι το οποίο η συγκεκριμένη διάταξη δεν διευκρινίζει. Εξακολουθεί λοιπόν να έχει καίρια πρακτική σημασία η διάκριση στην οποία προβαίνει η ΑΠ 1751/2014.

Επιλεγμένη νομολογία για την αξίωση στα αποκτήματα και την ελεύθερη ένωση:

ΜΠρΑθ 7826/2018: Τα σύντομα γραπτά μηνύματα σε κινητό τηλέφωνο (SMS) αποτε­λούν νόμιμο αποδεικτικό μέ­σο, εφόσον προσκομίζονται από τον νόμιμο παραλήπτη τους (με τη μορφή εκτύπωσης ή φωτογραφίας) προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του στο πλαίσιο πολιτικής δίκης κατά του αποστολέα-αντιδίκου του.

ΕφΑθ 5945/2018: H αποποίηση του μεριδούχου δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό των προς αυτόν γενόμενων εν ζωή του κληρονομουμένου χαριστικών παροχών από την κατηγορία των παροχών προς μεριδούχους (που δεν υπόκεινται, ως προς τον συνυπολογισμό τους, σε κανέναν χρονικό περιορισμό με βάση την ΑΚ 1831 παρ. 2) στην κατηγορία των δωρεών προς τρίτους, δηλαδή μη μεριδούχους, οι οποίες, με βάση την ΑΚ 1831 παρ. 2, συνυπολογίζονται στην πλασματική κληρονομία μόνον εφόσον έγιναν εντός της τελευταίας από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεκαετίας και δεν επιβάλλονταν από λόγους ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και με βάση την ΑΚ 1835 δεν υπόκεινται σε μέμψη. Υπό την αντίθετη εκδοχή ο δωρεοδόχος θα μπορούσε, αποποιούμενος την κληρονομία του δωρητή, να εξαιρεί από τον συνυπολογισμό στην πλασματική κληρονομία, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας άλλων μεριδούχων, δωρεές που έλαβε από τον κληρονομούμενο σε χρόνο πέραν της δεκαετίας από τον θάνατό του και έτσι να αποτρέπει τη μέμψη αυτών και να φαλκιδεύει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των λοιπών μεριδούχων.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
31 Μαΐ 2019

Interna corporis

Εύη Γαλάνη, Δικηγόρος, ΜΔΕ

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής - Εφημερίδα για τους υποψήφιους της Εθνικής Σχολής Δικαστών

Κατ’ άρθρο 93 παρ. 4 Συντ. ο έλεγχος του κύρους των τυπικών νόμων είναι υποχρεωτικός για κάθε δικαστήριο. Ο έλεγχος αυτός είναι καταρχήν έλεγχος συμφωνίας των νόμων με το Σύνταγμα αλλά και έλεγχος συμβατότητας με υπερκείμενους κανόνες δικαίου, όπως είναι κατά βάση το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Διεθνές Δίκαιο. Ο παραπάνω έλεγχος δεν περιλαμβάνει την διαδικασία που προηγείται της εκδόσεως του νόμου. [Χρ. Ντουχάνης, Ο δικαστικός έλεγχος του κύρους των κανόνων δικαίου και ιδίως των κανονιστικών διοικητικών πράξεων, ΘΠΔΔ 8-9/2017,795]

Σύμφωνα με την κλασική θεωρία των εσωτερικών θεμάτων της βουλής που έχει χαρακτηριστεί ως θεωρία των interna corporis η παραβίαση των διαδικαστικού χαρακτήρα αδρανών κανόνων που αφορούν στην νομοθετική διαδικασία παραγωγής των κανόνων δικαίου δεν ελέγχεται δικαστικά [ΣτΕ Ολ: 71/1929, 27/1931, 380/1932, 543/1934, 611/1945, 1778/1963, 1270/1977, 1852/1977, 4129/1980, 3086/2011, 902/1981, ΣτΕ: 3193/1990, 2927/2004, 612/2006, 309/2010, ΑΠ 136/1935, ΑΠ 1619/1952, ΑΠ 1646/2008 κ.ά.] προκαλεί δε μόνο πολιτική ευθύνη και έχει συνταγματικές συνέπειες, όπως τη δυνατότητα αναπομπής ψηφισμένων νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμου. Δεν ελέγχονται έτσι μεταξύ άλλων η κατάθεση της αιτιολογικής έκθεσης κατ’ άρθρο 74 παρ.1 που υποχρεωτικώς συνοδεύει κάθε νομοσχέδιο και πρόταση νόμου, η έκθεση υπουργών για την κάλυψη δαπάνης που προκύπτει από ένα νομοσχέδιο, ο χρόνος υποβολής των τροπολογιών. [Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα και Βουλή, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012]

Ειδική περίπτωση αποτελεί η διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 εδ. δ΄ Συντ. σύμφωνα με την οποία νομοσχέδια που αναφέρονται στην απονομή της σύνταξης και στις προϋποθέσεις της πρέπει να είναι ειδικά. Εξαιρετικώς η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκανε δεκτό ότι ελέγχεται δικαστικά η παρείσφρηση συνταξιοδοτικών διατάξεων σε μη ειδικό νόμο (ΕλΣυν Ολ 1636/1992).

Συναφώς, ούτε η παραβίαση των διατάξεων που αφορούν στην καλή νομοθέτηση δεν ελέγχονται δικαστικά [Σπ. Βλαχόπουλος, Οι διαδικασίες προπαρασκευής, ψήφισης και παρακολούθησης της υλοποίησης των νόμων κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής. Βασικά χαρακτηριστικά και ελλείμματα, constitutionalism.gr]

Επιλεγμένη νομολογία για την αξίωση στα αποκτήματα και την ελεύθερη ένωση:

ΣτΕ 360/2017: Προβάλλεται ότι η προσθήκη της επίμαχης διάταξης στο νομοσχέδιο του Ν 4257/2014 πριν ξεκινήσει η ψήφισή του στο σύνολό του δεν συνιστά «νομοτεχνική βελτίωση», όπως αναφέρθηκε κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, αλλά ουσιώδη τροποποίηση διάταξης που είχε ψηφιστεί κατ’ άρθρο με εντελώς διαφορετική μορφή, κατά παράβαση του άρθρου 76 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει τον τρόπο συζήτησης και ψήφισης των νομοσχεδίων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όσα ως άνω προβάλλει ο αιτών δεν ανάγονται στα εξωτερικά στοιχεία του νόμου, αλλά στα interna corporis της Βουλής και, επομένως, δεν ελέγχονται από τα δικαστήρια (πρβλ. ΣτΕ 4789/2014, ΣτΕ 309/2010, ΣτΕ 1913/2003, ΣτΕ 444/1995 επτ., ΣτΕ Ολ 1721/1991).

ΣτΕ 1726/2016: Η αιτούσα προβάλλει περαιτέρω ότι η ως άνω ρύθμιση του Ν 4093/2012 παραβιάζει τις αρχές της λαϊ­κής κυριαρχίας και της αντιπροσωπεύσεως, όπως αυτές αποτυπώνονται στα άρθρα 72 παρ. 4, 73 παρ. 1, 76 παρ. 1 και 6 και 83 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον: 1. Οι ρυθμίσεις του Ν 4093/2012 καταστρώνονται σε ένα μόνο άρθρο, παρά το γεγονός ότι με αυτόν ρυθμίζονται περισσότερα και διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα, υπαγόμενα στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα περισσότερων Υπουργείων, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η υπερψήφιση ή καταψήφιση κάθε αυτοτελούς κατά το περιεχόμενο ρυθμίσεως χωριστά και 2. Οι επίμαχες ρυθμίσεις είχαν καταψηφισθεί όταν είχαν εισαχθεί ως τροπολογία στο σχέδιο του μετέπειτα Ν 4092/2012, παρά δε την καταψήφισή τους επανήλθαν προς ψήφιση στο σχέδιο του Ν 4093/2012, δηλαδή μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω πλημμέλειες της διαδικασίας ψηφίσεως της επίμαχης ρυθμίσεως που επικαλείται η αιτούσα δεν αναφέρονται στα εξωτερικά στοιχεία του νόμου αλλά στα interna corporis της Βουλής και, επομένως, δεν ελέγχονται από τα δικαστήρια. (ΣτΕ Ολ 1852/1977, ΣτΕ Ολ 902-3/1981, ΣτΕ Ολ 2151/2015, ΣτΕ 4129/1980, ΣτΕ 1721/1991, ΣτΕ 444/1995, ΣτΕ 2927/2004, ΣτΕ 444/1995, ΣτΕ 1913/2003, ΣτΕ 309/2010).

ΣτΕ 3783/2015: Προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η παραδεκτώς προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, δεδομένου ότι ο Ν 3845/2010, κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεως του οποίου έχει εκδοθεί, αντίκειται στο Σύνταγμα. Και τούτο διότι, αν και με τον εν λόγω νόμο κυρώνεται το προσαρτημένο σε αυτόν Μνημόνιο (αποτελούμενο από δύο εκ των αναφερθέντων στη σκέψη 7 τριών επιμέρους Μνημονίων, και ειδικότερα από το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής), το οποίο αποτελεί διεθνή συμφωνία, η οποία συνήφθη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, των κρατών - μελών της Ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και με την οποία παραχωρούνται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες, που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από την κυβέρνηση, το νομοθετικό σώμα και την εκτελεστική εξουσία, ο νόμος αυτός δεν έχει ψηφισθεί από την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, κατά παράβαση του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος (κατά το οποίο «Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλη κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών»). Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι εξεταστέος, δοθέντος ότι το ζήτημα, το οποίο τίθεται με αυτόν, αν δηλαδή το Μνημόνιο έχει το χαρακτήρα διεθνούς συμφωνίας, με την οποία μεταβιβάζονται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες, που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, αποτελεί όρο εφαρμογής της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 2, μη αναγόμενο, επομένως, στα εσωτερικά ("interna corporis") του νομοθετικού σώματος και, ως εκ τούτου, η συνδρομή του ελέγχεται δικαστικώς (βλ. ΣτΕ Ολ 668/2012 σκέψη 27· πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, επίσης πρβλ. ΣτΕ Ολ 2304/1995).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
31 Μαΐ 2019
Σελίδα:
  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
  5. 5
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε δεδομένα μέσω cookies για την σωστή λειτουργία του website , καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας, εσείς όμως θα αποφασίσετε για τα δεδομένα αυτά.

30%
Γιατί αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά;

Έτσι μας βοηθάτε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας & να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.

Όροι Χρήσης
">