• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

    Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

Ποιες οι σημαντικότερες διαφορές στις δίκες ΑΝΗΛΙΚΩΝ σε σχέση με τους ενήλικες (οι διατάξεις παραπέμπουν στον νέο ΚΠΔ και ΠΚ)

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

  • 1) Την ποινική δίωξη ασκεί Ειδικός Εισαγγελέας Πρωτοδικών (ανηλίκων) ή ο αναπληρωτής του (αφορά τα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών) (άρθρο 27 παρ.1 ΚΠΔ)
  • 2) Την ανάκριση των ανηλίκων, όπου απαιτείται, την διενεργεί Ειδικός Ανακριτής ανηλίκων (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ), ο οποίος αναθέτει τη συλλογή πληροφοριών σε Επιμελητή ανηλίκων (239 παρ.2 εδ.γ ΚΠΔ)
  • 3) Δεν εφαρμόζεται αυτόφωρη διαδικασία στα εγκλήματα που τελούν οι ανήλικοι (242 παρ.3 ΚΠΔ)
  • 4) Ο ανήλικος για την υποστήριξη της κατηγορίας παρίσταται στην ποινική διαδικασία με τον νόμιμο κατά τον Αστικό Κώδικα αντιπρόσωπό του, ο οποίος υποστηρίζει για λογαριασμό του (ανηλίκου) την κατηγορία (82 παρ.2 ΚΠΔ).
  • 5) Το Δικαστήριο Ανηλίκων δεν επιβάλλει ποινές αλλά αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, τα οποία έχουν προστατευτικό και καθοδηγητικό χαρακτήρα (122, 123 ΠΚ) και σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις επιβάλλεται η ποινή του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (127,54 ΠΚ)
  • 6) Τα Δικαστήρια Ανηλίκων συνεδριάζουν κεκλεισμένων των θυρών (329 παρ.2 ΚΠΔ)
  • 7) Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ανήλικος τέλεσε αξιόποινη πράξη, η μεταχείρισή του καθορίζεται με βάση τις ανάγκες και το συμφέρον του ανηλίκου και της κοινωνίας, στοιχεία που διαπιστώνονται με τη βοήθεια της κοινωνικής έρευνας που διεξάγει επιμελητής ανηλίκων (άρθρο 8 του ΠΔ 49/1979) στους ενήλικες εφαρμόζεται το άρθρο 79 ΠΚ περί επιμέτρησης ποινής.
  • 8) Στο ποινικό μητρώο εγγράφονται μόνο οι αποφάσεις που επιβάλλεται περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 569 ΠΚ αρ.2 ββ ΚΠΔ)
  • 9) Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατό να διατάσσονται ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α έως ια του άρθρου 122 ΠΚ. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων αυτών είναι δυνατή η αντικατάστασή τους με το μέτρο της περίπτωσης ιβ` της παρ. 1 του άρθρου 122 του ΠΚ.
  • 10) Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί μόνο για ανήλικο που έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του, εφόσον κατηγορείται για πράξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 127 ΠΚ. Η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους 6 μήνες. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση. Το ένταλμα προσωρινής κράτησης πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου ( 287 εδ.γ ΚΠΔ).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
2 Ιουλ 2019

Συμπληρωματικές Συμβάσεις και προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Νομοθετικός καθεστώς που διέπει τη σύναψή τους. Ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για τη νόμιμη σύναψη αυτών.

Ευγένιος Χριστοφιλόπουλος, Δικηγόρος LL.M.

Οι συμπληρωματικές συμβάσεις, που ανατίθενται στον ανάδοχο των αρχικών συμβάσεων μελετών, εξακολουθούν να διέπονται από το καθεστώς του ν.3316/2005 και όχι του ν. 4412/2016, εφόσον η αρχική σύμβαση συνήφθη υπό το καθεστώς αυτού. Τούτο διότι αφενός μεν οι συμπληρωματικές συμβάσεις αποτελούν παρακολούθημα των αρχικών συμβάσεων, γεγονός που δικαιολογεί την αντιμετώπισή τους ως ενιαίο σύνολο και την υπαγωγή τους στο ίδιο νομοθετικό καθεστώς, αφετέρου δε η σύναψή τους καθίσταται αναγκαία κατά τη διαδικασία εκτέλεσης της αρχικής σύμβασης, η οποία (διαδικασία εκτέλεσης) συνεχίζει να διέπεται από το καθεστώς σύναψης της αρχικής σύμβασης (βλ. άρθρο 376 παρ. 2 ν. 4412/2016). Η ως άνω κρίση ισχύει ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση της αναθέτουσας αρχής για την έγκριση της σύναψης μιας συμπληρωματικής σύμβασης εκδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του ν.4412/2016 (8.8.2016), καθόσον οι συμπληρωματικές συμβάσεις δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 376 παρ. 1 του ν.4412/2016, που ορίζει ότι οι διατάξεις του εν λόγω νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις του Βιβλίου Ι και ΙΙ αυτού, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων, σύμφωνα με τα άρθρα 61, 120 και 290, αντίστοιχα, λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος αυτού. Και τούτο διότι οι διατάξεις των εν λόγω άρθρων 61, 120 και 290 αναφέρονται αποκλειστικώς σε διαδικασίες ανάθεσης αρχικών συμβάσεων και καθορίζουν ως χρόνο έναρξης της διαδικασίας ανάθεσης της εκάστοτε (αρχικής) σύμβασης, είτε την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής προκήρυξης είτε την ημερομηνία αποστολής προς τους οικονομικούς φορείς της πρώτης πρόσκλησης για υποβολή προσφοράς ή συμμετοχής σε διαπραγμάτευση, ανάλογα εάν πρόκειται για ανοικτή ή κλειστή διαδικασία, ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, απευθείας ανάθεση ή διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Συνεπώς, οι διατάξεις των άρθρων αυτών και, συνακόλουθα, του άρθρου 376 παρ. 1 δεν καταλαμβάνουν και τις συμπληρωματικές συμβάσεις, δεδομένου ότι κατά τη διαδικασία ανάθεσης των τελευταίων δεν προβλέπεται δημοσίευση προκήρυξης ούτε υφίσταται στάδιο υποβολής προσφοράς ή διαπραγμάτευσης των όρων της συμπληρωματικής σύμβασης, αλλά η εκτέλεση των σχετικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης και δη με τους οικονομικούς όρους που διέπουν την αρχική σύμβαση. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης είχε τη βούληση ο ν. 4412/2016 να διέπει και τις μετά την έναρξη ισχύος του συναπτόμενες συμπληρωματικές συμβάσεις αρχικών συμβάσεων, οι οποίες είχαν συναφθεί υπό το καθεστώς του ν. 3316/2005 και βρίσκονται ήδη στο στάδιο εκτέλεσης, θα όριζε τούτο ρητώς.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 57 και 125 του ν. 3669/2008 συνάγονται τα ακόλουθα: Η σύναψη συμπληρωματικών συμβάσεων με τον ανάδοχο ήδη εκτελούμενου δημόσιου έργου αποτελεί εξαιρετική διαδικασία απευθείας ανάθεσης και εφαρμόζεται μόνον στις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, καθόσον συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας και του ελεύθερου ανταγωνισμού, ήτοι των βασικών αρχών που διέπουν το δίκαιο των συμβάσεων, η τήρηση των οποίων διασφαλίζεται με τη διενέργεια δημόσιου τακτικού διαγωνισμού. Ειδικότερα, ως συμπληρωματικές εργασίες θεωρούνται εκείνες, για τις οποίες συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) παρουσιάζουν αναγκαία συνάφεια με το εκτελούμενο έργο και δεν περιλαμβάνονται στην αρχικώς συναφθείσα σύμβαση, β) κατέστησαν αναγκαίες κατά την τεχνική εκτέλεση του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση και τα οικεία συμβατικά τεύχη (μελέτες, γενική συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.), λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων και γ) οι εργασίες αυτές είτε δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα στην Αναθέτουσα Αρχή είτε, παρά τη δυνατότητα διαχωρισμού τους, είναι απόλυτα αναγκαίες για την επιτυχή ολοκλήρωση του εκτελούμενου έργου. Ως απρόβλεπτες δε περιστάσεις νοούνται αιφνίδια γεγονότα, τα οποία δεν ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης της αρχικής σύμβασης και αντικειμενικά δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, ώστε να ληφθούν υπόψη στην αρχική μελέτη (οριστική ή προμελέτη), με βάση την οποία προσδιορίστηκε το τεχνικό αντικείμενο του εκτελούμενου έργου, η οποία μελέτη, κατά τα λοιπά, υπήρξε πλήρης και ακριβής. Οι περιστάσεις αυτές που επικαλείται και οφείλει να αποδεικνύει, ως φέρουσα το σχετικό βάρος απόδειξης, η Αναθέτουσα Αρχή για την αιτιολόγηση του απρόβλεπτου, δεν πρέπει να απορρέουν από δική της ευθύνη, ούτε να αφορούν στην επέκταση του τεχνικού αντικειμένου του εκτελούμενου έργου ή στη βελτίωση της ποιότητας αυτού, με υλικά ή μεθόδους μη προδιαγραφόμενες στα οικεία συμβατικά τεύχη, διότι θεωρείται ανεπίτρεπτη εκ των υστέρων μεταβολή του αντικειμένου του έργου. Τέλος, η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί προσφυγής στην ανωτέρω διαδικασία ανάθεσης πρέπει, ως εκ της φύσεώς της, να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος νομιμότητάς της από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Επιλογές νομολογίας:

673/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μετά την περάτωση του έργου δεν νοείται σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, αφού αυτή προϋποθέτει εκτελούμενο έργο, δηλαδή έργο υπό κατασκευή κατά την αρχική σύμβαση, της οποίας η συμπληρωματική αποτελεί παρακολούθημα.

2019/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο ειδικός προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας της διαδικασίας σύναψης δημοσίων συμβάσεων, που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αποτελεί ουσιώδη νομικό τύπο της διαδικασίας αυτής και ασκείται κατά το στάδιο που προηγείται της υπογραφής τους και, κατά μείζονα λόγο, της εκτέλεσής τους, διότι αποσκοπεί αφενός μεν στην εξασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας στην ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων σημαντικού οικονομικού αντικειμένου, αφ’ ετέρου δε στην πρόληψη τυχόν παραλείψεων ή παραβάσεων της κείμενης νομοθεσίας και συνεπώς, στην αποφυγή καταρτίσεως μη νομίμων συμβάσεων. Υπό την έννοια αυτή ο εν λόγω έλεγχος προϋποθέτει σύμβαση, η οποία θα εκτελεσθεί μετά την κρίση του οικείου σχηματισμού του Δικαστηρίου ότι η οικεία διαδικασία είναι νόμιμη. Αντιθέτως δεν υφίσταται πλέον περιθώριο άσκησης προσυμβατικού ελέγχου όταν η σύμβαση έχει ήδη καταρτισθεί και εκτελεσθεί, έστω και μερικώς. Ο εκ των υστέρων έλεγχος δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες συνήφθησαν και εκτελέστηκαν χωρίς να έχουν υποβληθεί για έλεγχο νομιμότητας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατέστη δυνατός μόνο μετά από ειδική νομοθετική ρύθμιση (βλ. άρθρα 39 του ν. 2778/1999 - ΦΕΚ Α΄ 295, 3 του ν. 3060/2002 - ΦΕΚ Α΄ 242, 9 του  ν. 3279/2004 - ΦΕΚ Α΄ 205 και 14 του ν. 3335/2005 – ΦΕΚ Α΄ 95), σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για λόγους υπερέχοντος δημοσίου συμφέροντος, αφορά δε σε συγκεκριμένες πάντοτε κατηγορίες δημοσίων συμβάσεων. Κατά συνέπεια, δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ήδη συναφθεί και περαιτέρω εκτελεσθεί κατά μεγάλο μέρος της, εφόσον δεν εμπίπτει στις προαναφερθείσες εξαιρέσεις, απαραδέκτως υποβάλλεται για έλεγχο στο Κλιμάκιο.

1836/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για την νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης ανάκλησης ενώπιον του VI Τμήματος, προβλέπεται αυτή να υποβληθεί και περιέλθει στην Γραμματεία του εν λόγω Τμήματος εντός της οριζόμενης στο νόμο δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Ενόψει, όμως, της σύντομης προθεσμίας για την άσκησή της και υπό το φως της αρχής παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία επιτάσσει πρωτίστως την κατ’ ουσίαν εξέταση των υποθέσεων, πρέπει να γίνει δεκτό, κατά τελολογική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, ότι η εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης ανάκλησης σε περιφερειακή Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αρμόδια, κατά τα προεκτεθέντα, για την προεργασία και διεκπεραίωση του έργου του, συνεπάγεται την ίδια συνέπεια ως προς το νομότυπο της άσκησής της, έστω και αν μετά τη διαβίβασή της από τον Επίτροπο της Υπηρεσίας υποβολής, περιήλθε στη Γραμματεία του VI Τμήματος μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο νόμο 15μερης προθεσμίας. (πρβλ. αποφ. Τμ. Μείζ. - Επτ. Σύνθ. 747/2018).

673/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για να είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη η άσκηση της αίτησης ανάκλησης ενώπιον του VI Τμήματος απαιτείται να υποβληθεί και περιέλθει στη Γραμματεία του Τμήματος αυτού εντός της οριζόμενης στο νόμο δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Η υποβολή δεν απαιτείται να γίνει μόνο διά καταθέσεως, αλλά μπορεί να γίνει και με άλλο πρόσφορο τρόπο, ήτοι με αποστολή μέσω ταχυδρομείου ή υπηρεσίας ταχυμεταφορών ή και με τηλεομοιοτυπία, δοθέντος ότι δεν αποτελεί κατά νόμο όρο του παραδεκτού της άσκησής της η κατάθεση αυτής, όπως αντιθέτως απαιτείται για τη νομότυπη άσκηση της αίτησης αναθεώρησης, αρκούσας συνεπώς της υποβολής της.

1312/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του π.δ/τος 1225/1981 και του άρθρου 37 του ν. 4129/2013, ο αιτών την αναθεώρηση απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να παραιτηθεί από την αίτηση είτε με έγγραφη δήλωση παραίτησης, η οποία υποβάλλεται στη Γραμματεία του Τμήματος Μείζονος Επταμελούς Σύνθεσης είτε με προφορική δήλωση, καταχωρούμενη στα σχετικώς τηρούμενα πρακτικά, η οποία υποβάλλεται κατά τη δημόσια συνεδρίαση που έχει προσδιοριστεί για τη συζήτηση της αίτησης. Η κατά τις ανωτέρω διατυπώσεις παραίτηση συνεπάγεται την κατάργηση της σχετικής δίκης.

1316/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η καταβολή του προβλεπόμενου παραβόλου  για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης, όταν αυτή ασκείται από ιδιώτη, πραγματοποιείται  έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ή εντός προθεσμίας 5 ημερών από την επομένη της συζήτησης και τάσσεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της. Ως εκ τούτου, η μη προσκόμιση του οικείου αποδεικτικού, εντός των ως άνω προθεσμιών, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης ανάκλησης ως απαράδεκτης. Περαιτέρω, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 73 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι σαφείς τόσο ως προς την υποχρέωση προσκόμισης του σχετικού αποδεικτικού καταβολής του παραβόλου, όσο και ως προς την επερχόμενη συνέπεια του απαραδέκτου της αίτησης ανάκλησης, λόγω μη προσκόμισης εντός των προθεσμιών που ορίζονται από το νόμο του ως άνω αποδεικτικού. Δεν υφίσταται δε υποχρέωση του Δικαστηρίου για επισήμανση της παράλειψης καταβολής παραβόλου στον διάδικο, όταν μάλιστα ο υπόχρεος διάδικος παρίσταται νόμιμα κατά την συζήτηση της υπόθεσής του και ζητεί την εκδίκασή της, λαμβάνοντας μάλιστα και προθεσμία   για συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και συνεπώς οφείλει να γνωρίζει και να τηρήσει την ως άνω δικονομική του υποχρέωση για καταβολή παραβόλου (Ολ. Ε.Σ. 2151/2017).  Επίσης, δεν τίθεται ζήτημα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 139Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι οποίες εφαρμόζονται στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, μόνο για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω π.δ/τος. Ειδικότερα, ο ανωτέρω Κώδικας προβλέπει τη δυνατότητα κάλυψης τυπικών παραλείψεων και μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από σχετική πρόσκληση του δικαστηρίου. Όμως, οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 73 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι ομοίου περιεχομένου της παραγράφου 2 του άρθρου 61 του π.δ/τος 1225/1981, έχουν αυτάρκεια και ρυθμίζουν πλήρως και ειδικώς το ζήτημα της καταβολής του παραβόλου και τις συνέπειες από τη μη κατάθεσή του, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών και συνεπώς δεν υφίσταται ζήτημα συμπλήρωσής τους, με την αναλογική εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του Κ.Διοικ.Δ..

1318/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στην επιτάχυνση της διαδικασίας ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας και της συνακόλουθης μη παρακώλυσης της συναλλακτικής δράσης της Διοίκησης, προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης αίτησης ανάκλησης κατά πράξης Κλιμακίου μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία κρίνεται ότι κωλύεται η υπογραφή της ελεγχόμενης σύμβασης, λόγω μη νομιμότητας της προηγηθείσας διαδικασίας ανάθεσης και του οικείου σχεδίου, αφού η Διοίκηση, ενόψει του διατακτικού της πράξης, δεν δύναται να προχωρήσει στην υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου σύμβασης. Κατά ρητή επομένως βούληση του νομοθέτη, ο έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων περατώνεται πλέον οριστικώς, εφόσον μεσολαβήσει θετική κρίση του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού για τη νομιμότητα της υπό σύναψη σύμβασης και η κρίση αυτή δεν επιτρέπεται στη συνέχεια να ανατραπεί. Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με τη φύση και το σκοπό της διαδικασίας του προληπτικού ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων από το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την οποία εξετάζεται αποκλειστικώς και μόνο η νομιμότητα της συναλλακτικής δράσης της Διοίκησης προς αποτροπή σύναψης παράνομων συμβάσεων και δεν επιλύονται διαφορές καθ’ υποκατάσταση των άλλων δικαστηρίων στον έλεγχο που ασκούν στη διαδικασία σύναψης των συμβάσεων αυτών, μετά την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιόν τους (βλ. αιτιολογική έκθεση). Εξάλλου, η διαπίστωση εκ μέρους του Κλιμακίου πλημμελειών κατά την προηγηθείσα διαδικασία ανάθεσης και η κρίση ότι κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος για έλεγχο σχεδίου σύμβασης αποτελεί όρο παραδεκτού της αίτησης ανάκλησης, ανεξαρτήτως εάν αυτή ασκείται κατά πράξης ελέγχου νομιμότητας δημοσίων συμβάσεων ή συμβάσεων Ο.Τ.Α., ειδικότερα, δεδομένου ότι και στην τελευταία περίπτωση οι όροι για την άσκηση αιτήσεων ανάκλησης ορίζονται στο άρθρο 35 παρ. 5 του ίδιου ως άνω Κώδικα, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 5, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει. Συνεπώς, η αίτηση ανάκλησης απορρίπτεται ως απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά πράξης του Κλιμακίου, η οποία αποφαίνεται ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις νομικές πλημμέλειες της ελεγχθείσας διαδικασίας και κατά τούτο δεν κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου σύμβασης. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αν η πράξη του Κλιμακίου, με την οποία κρίνεται ότι δεν κωλύεται η υπογραφή της σύμβασης, προσβληθεί με αίτηση ανάκλησης, τότε η σχετική απόφαση του VI Τμήματος που την απορρίπτει ως απαράδεκτη, με συνέπεια να επικυρώνεται η θετική κρίση του Κλιμακίου ως προς τη δυνατότητα υπογραφής της σύμβασης, είναι ομοίως απρόσβλητη και τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναθεώρησης απορρίπτεται, ομοίως, ως απαράδεκτη.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
14 Ιουν 2019

Ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου (άρθρ. 986 ΚΠολΔ) όταν ο τρίτος είναι το Δημόσιο: Δικαιοδοσία πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων;

Κώστας Kουτσουλέλος Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

            Για την ανακοπή: Αντικείμενο ανακοπής είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (Α.Π. 663/2017, 480/2012, 1065/2009, 73/1995).

            Για τη δικαιοδοσία: Το αντικείμενο της ανακοπής και της σχετικής δίκης οριοθετείται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και τη δήλωση του τρίτου, και -συνεπώς- δεν είναι δυνατή η επέκταση της κατάσχεσης σε απαίτηση ή έννομη σχέση που δεν περιέχεται στο κατασχετήριο. Έτσι, σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια  τρίτου, όπου τρίτος είναι το Δημόσιο, κρίσιμο στοιχείο, για τον καθορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας, είναι όχι η τυχόν αστική φύση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή κατά του οφειλέτη του, της οποίας τελικά επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, αφού αυτή δεν είναι η επίδικη, αλλά η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε, δηλαδή η φύση της υποκείμενης σχέσης μεταξύ τρίτου και καθού η εκτέλεση (αρχικού οφειλέτη του επισπεύδοντος την εκτέλεση), εφόσον αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής, δεδομένου ότι η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 986 ΚΠολΔ επέχει κατ’ ουσία θέση αγωγής του αρχικού οφειλέτη (και δανειστή του τρίτου) κατά του τρίτου (βλ. Α.Π. 325/2008, πρβλ. Α.Ε.Δ. 1/1991, ΣτΕ 48/2014 7μ, 1490/1993 7μ, 2391/2014, 3778/2015, Α.Π. 161/2011, 884/2010, 1182/2009, 73, 10/1995). Εφόσον η απαίτηση της καθής η εκτέλεση κατά του Δημοσίου, στα χέρια του οποίου, ως τρίτου, επιβλήθηκε η κατάσχεση, έχει το χαρακτήρα απαίτησης δημοσίου δικαίου, προερχόμενης από διοικητική σύμβαση, η αποφατική σύγκρουση που δημιουργήθηκε πρέπει να αρθεί υπέρ των διοικητικών δικαστηρίων ΑΕΔ 1/2019 (με μειοψ.),

            Αποψη μειοψηφίας: το κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας στην περίπτωση ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ κατά της αρνητικής δήλωσης του Δημοσίου ως τρίτου, στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά επίσης φυσικού προσώπου ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είναι η πραγματική υποκείμενη σχέση, δηλαδή η προσδιοριζόμενη από τη φύση της απαίτησης της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση και όχι η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για απαίτηση δημοσίου δικαίου. Η λύση αυτή υπαγορεύεται και από το ότι στην κρινόμενη περίπτωση σκοπός της σχετικής διάταξης του ΚΠολΔ είναι τελικά η ρύθμιση της πρωτογενούς διαφοράς, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ιδιωτικού δικαίου και όχι της δευτερογενώς παραχθείσας.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
14 Ιουν 2019

Αστική ευθύνη του παρέχοντος ανεξάρτητες ιδιωτικές υπηρεσίες έναντι τρίτων καταναλωτών με βάση το άρθρο 8 Ν 2251/1994

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

Πρόκειται για ειδική αδικοπρακτική ευθύνη ή κατ’ άλλη άποψη για αυτοτελή ex lege ευθύνη, σε κάθε περίπτωση για νόθο αντικειμενική ευθύνη υπέρ του ζημιωθέντος καταναλωτή (τρίτου). Είναι νομικά βάσιμη η αγωγή του ζημιωθέντος αγοραστή πλοίου (καταναλωτή-τρίτου) κατά του νηογνώμονα (παρέχοντος ανεξάρτητες ιδιωτικές υπηρεσίες) με βάση το άρθρο 8 Ν 2251/1994 όπως ισχύει μετά τον Ν 4512/2018 ένεκα ανακριβών πιστοποιητικών που εξέδωσε ο νηογνώμονας για την καταλληλότητα του πλοίου και εμπιστεύθηκε ο ζημιωθείς τρίτος αγοραστής (Καράκωστας Ι. - Καραμπατζός Α., Ευθύνη του νηογνώμονος έναντι αγοραστή πλοίου ένεκα ανακριβών πιστοποιητικών με βάση το άρθρο 8 του Ν 2251/1994 περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, ΔΕΕ 2011, 391, ΠΠρΠειρ 305/2011 ΔΕΕ 2011, 488).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
13 Ιουν 2019

Η διαφορά μεταξύ της φράσης «σαν να ήταν παρών» και εκείνης που «θεωρείται παρών» ο κατηγορούμενος στον ΚΠΔ

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

  • Στο άρθρο 340 παρ.2 ορίζεται ότι: «Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν.»
  • Παρών επίσης θεωρείται στα άρθρα 344 παρ.1,346,347 και 348 ΚΠΔ
  • Αντίθετα στο άρθρο 340 παρ 3 ορίζεται ότι: «Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφανίσεως ή εκπροσωπήσεώς του θα δικαστεί ερήμην»
  • Και στο άρθρο 501 παρ. 4 ορίζεται ότι: «Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύτηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών.» Μετά τον ν. 3160/2003 η διάκριση των εννοιών «ωσεί παρών» και «θεωρείται παρών» διευκρινίστηκε σαφώς. Ο νομοθέτης υποδηλώνει ότι ο ωσεί παρών κατηγορούμενος δεν εξομοιώνεται με τον κατ΄ αντιμωλία δικαζόμενο. Δηλαδή ο ωσεί παρών δικαζόμενος κατηγορούμενος δεν σημαίνει, ότι κατά πλάσμα δικαίου, δικάζεται ως παρών, αλλά ότι η απουσία του δεν έχει καμία δικονομική συνέπεια σε βάρος του και δεν καταλύει το τεκμήριο αθωότητας, αφού το δικαστήριο θα εξετάσει πλήρως την ουσία της υπόθεσης χωρίς «σιωπηρή ομολογία» συναγόμενη από την απουσία του κατηγορούμενου. Η εκδίκαση του κατηγορούμενου «ωσεί παρόντος» έχει σαν συνέπεια ότι η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων γι αυτόν, αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, καθώς επίσης και ότι ο ωσεί παρών μπορεί να ασκήσει την αίτηση ακύρωσης διαδικασίας του 341 ΚΠΔ. Αντίθετα, όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο θεωρείται παρών, που σημαίνει ότι οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων αρχίζουν από την επομένη της απαγγελίας της απόφασης

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
13 Ιουν 2019

Αξίωση στα αποκτήματα και ελεύθερη ένωση

Κίμων Σαϊτάκης, Δικηγόρος ΔΝ, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Νομικής Αθηνών

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής - Εφημερίδα για τους υποψήφιους της Εθνικής Σχολής Δικαστών

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν 4356/2015, στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται νομοθετικώς ένα ζήτημα –η τύχη των αποκτημάτων κατά την ελεύθερη ένωση– για τη ρύθμιση του οποίου γίνεται δεκτό, μέχρι σήμερα, ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αναλογικώς οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν τον θεσμό της συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου (ΑΚ 1400 - 1402), ούτε οι σύντροφοι μπορούν να διαλάβουν αυτούσιο το περιεχόμενό του σε προφορικές ή έγγραφες συμφωνίες μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1926/2013 Nomos, ΑΠ 5530/2009 Nomos, ΑΠ 874/2008 Nomos· αντίθετη η ΜΠρΡόδ 206/1991 ΕλλΔνη 1995, 725). Η νομολογία αρχικώς είχε αποκλείσει την εφαρμογή και των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού στην ελεύθερη ένωση (βλ. ΠΠρΑθ 778/2004 ΕλλΔνη 2004, 919), αλλά εν συνεχεία έλαβε χώρα μεταστροφή της. Σχετική είναι και η απόφαση του Αρείου Πάγου 1751/2014, σύμφωνα με την οποία, στην εν λόγω σχέση μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι «στην εξώγαμη συμβίωση, για να γίνει δεκτή η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να αναφέρεται και να αποδεικνύεται όχι μόνον η ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και η ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, ότι δηλαδή εξ αφορμής αυτής δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ενάγοντα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος ή μελλοντικού γάμου, και ότι, λόγω περατώσεως του συνδέσμου εμπιστοσύνης (λύσης της συμβίωσης είτε αυθαίρετα εκ μέρους του εναγόμενου, είτε λόγω θανάτου), γεννήθηκε η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είτε για αιτία λήξασα (όταν ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχθεί στη μονιμότητά της), είτε για αιτία μη επακολουθήσασα (όταν οι παροχές δίνονταν με την πεποίθηση μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος)». Αντιθέτως, στην περίπτωση που, στο πλαίσιο «της ελεύθερης συμβίωσης προσώπων, οι συνήθεις παροχές του καθ’ ημέραν κοινού βίου εκ μέρους του ενός προς τον άλλον γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψεως ανταλλάγματος, δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού του λήπτη, διότι στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός αυτού και η μείωση ή η μη επαύξηση της περιουσίας του δόντος δεν είναι αδικαιολόγητη, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, αφού υπάρχει τότε η νόμιμη αιτία της χωρίς αντάλλαγμα παροχής, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι και υπηρεσίες πάσης φύσεως (πρβλ. ΑΠ 351/1993)». Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι κρίσιμο στοιχείο «είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού» (δηλαδή ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης), τόνισε ότι το άρθρο 904 ΑΚ δεν λύνει από μόνο του το ζήτημα πότε υπάρχει ή δεν υπάρχει νόμιμη αιτία. Απόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές διατάξεις του νόμου στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με το σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με τη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν 4356/2015 «επικυρώνεται» νομοθετικά η πρόσφατη θέση του Αρείου Πάγου ότι στην ελεύθερη ένωση μπορεί να αναζητηθούν περιουσιακές επιδόσεις μεταξύ των συμβίων με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Παραμένει βεβαίως προς επίλυση από τη νομολογία το ζήτημα πότε υφίσταται στις περιπτώσεις αυτές νόμιμη αιτία για τη διατήρηση του πλουτισμού από τον σύμβιο, κάτι το οποίο η συγκεκριμένη διάταξη δεν διευκρινίζει. Εξακολουθεί λοιπόν να έχει καίρια πρακτική σημασία η διάκριση στην οποία προβαίνει η ΑΠ 1751/2014.

Επιλεγμένη νομολογία για την αξίωση στα αποκτήματα και την ελεύθερη ένωση:

ΜΠρΑθ 7826/2018: Τα σύντομα γραπτά μηνύματα σε κινητό τηλέφωνο (SMS) αποτε­λούν νόμιμο αποδεικτικό μέ­σο, εφόσον προσκομίζονται από τον νόμιμο παραλήπτη τους (με τη μορφή εκτύπωσης ή φωτογραφίας) προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του στο πλαίσιο πολιτικής δίκης κατά του αποστολέα-αντιδίκου του.

ΕφΑθ 5945/2018: H αποποίηση του μεριδούχου δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό των προς αυτόν γενόμενων εν ζωή του κληρονομουμένου χαριστικών παροχών από την κατηγορία των παροχών προς μεριδούχους (που δεν υπόκεινται, ως προς τον συνυπολογισμό τους, σε κανέναν χρονικό περιορισμό με βάση την ΑΚ 1831 παρ. 2) στην κατηγορία των δωρεών προς τρίτους, δηλαδή μη μεριδούχους, οι οποίες, με βάση την ΑΚ 1831 παρ. 2, συνυπολογίζονται στην πλασματική κληρονομία μόνον εφόσον έγιναν εντός της τελευταίας από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεκαετίας και δεν επιβάλλονταν από λόγους ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και με βάση την ΑΚ 1835 δεν υπόκεινται σε μέμψη. Υπό την αντίθετη εκδοχή ο δωρεοδόχος θα μπορούσε, αποποιούμενος την κληρονομία του δωρητή, να εξαιρεί από τον συνυπολογισμό στην πλασματική κληρονομία, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας άλλων μεριδούχων, δωρεές που έλαβε από τον κληρονομούμενο σε χρόνο πέραν της δεκαετίας από τον θάνατό του και έτσι να αποτρέπει τη μέμψη αυτών και να φαλκιδεύει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των λοιπών μεριδούχων.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική- Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
31 Μαΐ 2019

Interna corporis

Εύη Γαλάνη, Δικηγόρος, ΜΔΕ

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής - Εφημερίδα για τους υποψήφιους της Εθνικής Σχολής Δικαστών

Κατ’ άρθρο 93 παρ. 4 Συντ. ο έλεγχος του κύρους των τυπικών νόμων είναι υποχρεωτικός για κάθε δικαστήριο. Ο έλεγχος αυτός είναι καταρχήν έλεγχος συμφωνίας των νόμων με το Σύνταγμα αλλά και έλεγχος συμβατότητας με υπερκείμενους κανόνες δικαίου, όπως είναι κατά βάση το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Διεθνές Δίκαιο. Ο παραπάνω έλεγχος δεν περιλαμβάνει την διαδικασία που προηγείται της εκδόσεως του νόμου. [Χρ. Ντουχάνης, Ο δικαστικός έλεγχος του κύρους των κανόνων δικαίου και ιδίως των κανονιστικών διοικητικών πράξεων, ΘΠΔΔ 8-9/2017,795]

Σύμφωνα με την κλασική θεωρία των εσωτερικών θεμάτων της βουλής που έχει χαρακτηριστεί ως θεωρία των interna corporis η παραβίαση των διαδικαστικού χαρακτήρα αδρανών κανόνων που αφορούν στην νομοθετική διαδικασία παραγωγής των κανόνων δικαίου δεν ελέγχεται δικαστικά [ΣτΕ Ολ: 71/1929, 27/1931, 380/1932, 543/1934, 611/1945, 1778/1963, 1270/1977, 1852/1977, 4129/1980, 3086/2011, 902/1981, ΣτΕ: 3193/1990, 2927/2004, 612/2006, 309/2010, ΑΠ 136/1935, ΑΠ 1619/1952, ΑΠ 1646/2008 κ.ά.] προκαλεί δε μόνο πολιτική ευθύνη και έχει συνταγματικές συνέπειες, όπως τη δυνατότητα αναπομπής ψηφισμένων νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμου. Δεν ελέγχονται έτσι μεταξύ άλλων η κατάθεση της αιτιολογικής έκθεσης κατ’ άρθρο 74 παρ.1 που υποχρεωτικώς συνοδεύει κάθε νομοσχέδιο και πρόταση νόμου, η έκθεση υπουργών για την κάλυψη δαπάνης που προκύπτει από ένα νομοσχέδιο, ο χρόνος υποβολής των τροπολογιών. [Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα και Βουλή, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012]

Ειδική περίπτωση αποτελεί η διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 εδ. δ΄ Συντ. σύμφωνα με την οποία νομοσχέδια που αναφέρονται στην απονομή της σύνταξης και στις προϋποθέσεις της πρέπει να είναι ειδικά. Εξαιρετικώς η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκανε δεκτό ότι ελέγχεται δικαστικά η παρείσφρηση συνταξιοδοτικών διατάξεων σε μη ειδικό νόμο (ΕλΣυν Ολ 1636/1992).

Συναφώς, ούτε η παραβίαση των διατάξεων που αφορούν στην καλή νομοθέτηση δεν ελέγχονται δικαστικά [Σπ. Βλαχόπουλος, Οι διαδικασίες προπαρασκευής, ψήφισης και παρακολούθησης της υλοποίησης των νόμων κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής. Βασικά χαρακτηριστικά και ελλείμματα, constitutionalism.gr]

Επιλεγμένη νομολογία για την αξίωση στα αποκτήματα και την ελεύθερη ένωση:

ΣτΕ 360/2017: Προβάλλεται ότι η προσθήκη της επίμαχης διάταξης στο νομοσχέδιο του Ν 4257/2014 πριν ξεκινήσει η ψήφισή του στο σύνολό του δεν συνιστά «νομοτεχνική βελτίωση», όπως αναφέρθηκε κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, αλλά ουσιώδη τροποποίηση διάταξης που είχε ψηφιστεί κατ’ άρθρο με εντελώς διαφορετική μορφή, κατά παράβαση του άρθρου 76 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει τον τρόπο συζήτησης και ψήφισης των νομοσχεδίων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όσα ως άνω προβάλλει ο αιτών δεν ανάγονται στα εξωτερικά στοιχεία του νόμου, αλλά στα interna corporis της Βουλής και, επομένως, δεν ελέγχονται από τα δικαστήρια (πρβλ. ΣτΕ 4789/2014, ΣτΕ 309/2010, ΣτΕ 1913/2003, ΣτΕ 444/1995 επτ., ΣτΕ Ολ 1721/1991).

ΣτΕ 1726/2016: Η αιτούσα προβάλλει περαιτέρω ότι η ως άνω ρύθμιση του Ν 4093/2012 παραβιάζει τις αρχές της λαϊ­κής κυριαρχίας και της αντιπροσωπεύσεως, όπως αυτές αποτυπώνονται στα άρθρα 72 παρ. 4, 73 παρ. 1, 76 παρ. 1 και 6 και 83 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον: 1. Οι ρυθμίσεις του Ν 4093/2012 καταστρώνονται σε ένα μόνο άρθρο, παρά το γεγονός ότι με αυτόν ρυθμίζονται περισσότερα και διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα, υπαγόμενα στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα περισσότερων Υπουργείων, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η υπερψήφιση ή καταψήφιση κάθε αυτοτελούς κατά το περιεχόμενο ρυθμίσεως χωριστά και 2. Οι επίμαχες ρυθμίσεις είχαν καταψηφισθεί όταν είχαν εισαχθεί ως τροπολογία στο σχέδιο του μετέπειτα Ν 4092/2012, παρά δε την καταψήφισή τους επανήλθαν προς ψήφιση στο σχέδιο του Ν 4093/2012, δηλαδή μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω πλημμέλειες της διαδικασίας ψηφίσεως της επίμαχης ρυθμίσεως που επικαλείται η αιτούσα δεν αναφέρονται στα εξωτερικά στοιχεία του νόμου αλλά στα interna corporis της Βουλής και, επομένως, δεν ελέγχονται από τα δικαστήρια. (ΣτΕ Ολ 1852/1977, ΣτΕ Ολ 902-3/1981, ΣτΕ Ολ 2151/2015, ΣτΕ 4129/1980, ΣτΕ 1721/1991, ΣτΕ 444/1995, ΣτΕ 2927/2004, ΣτΕ 444/1995, ΣτΕ 1913/2003, ΣτΕ 309/2010).

ΣτΕ 3783/2015: Προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η παραδεκτώς προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, δεδομένου ότι ο Ν 3845/2010, κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεως του οποίου έχει εκδοθεί, αντίκειται στο Σύνταγμα. Και τούτο διότι, αν και με τον εν λόγω νόμο κυρώνεται το προσαρτημένο σε αυτόν Μνημόνιο (αποτελούμενο από δύο εκ των αναφερθέντων στη σκέψη 7 τριών επιμέρους Μνημονίων, και ειδικότερα από το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής), το οποίο αποτελεί διεθνή συμφωνία, η οποία συνήφθη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, των κρατών - μελών της Ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και με την οποία παραχωρούνται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες, που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από την κυβέρνηση, το νομοθετικό σώμα και την εκτελεστική εξουσία, ο νόμος αυτός δεν έχει ψηφισθεί από την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, κατά παράβαση του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος (κατά το οποίο «Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλη κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών»). Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι εξεταστέος, δοθέντος ότι το ζήτημα, το οποίο τίθεται με αυτόν, αν δηλαδή το Μνημόνιο έχει το χαρακτήρα διεθνούς συμφωνίας, με την οποία μεταβιβάζονται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες, που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, αποτελεί όρο εφαρμογής της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 2, μη αναγόμενο, επομένως, στα εσωτερικά ("interna corporis") του νομοθετικού σώματος και, ως εκ τούτου, η συνδρομή του ελέγχεται δικαστικώς (βλ. ΣτΕ Ολ 668/2012 σκέψη 27· πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, επίσης πρβλ. ΣτΕ Ολ 2304/1995).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
31 Μαΐ 2019
Σελίδα:
  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
  5. 5
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε δεδομένα μέσω cookies για την σωστή λειτουργία του website , καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας, εσείς όμως θα αποφασίσετε για τα δεδομένα αυτά.

30%
Γιατί αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά;

Έτσι μας βοηθάτε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας & να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.

Όροι Χρήσης
">