• Εξετάσεις ΕΣΔΙ 2020

    Να έχεις μια δυνατή ομάδα από έμπειρους διδάσκοντες
    για να προετοιμαστείς τέλεια

    Εδώ είναι το θέμα

Η νέα ηλεκτρονική εφημερίδα ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ δικαστής & εισαγγελέας σχεδιάστηκε από τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ειδικά για όλους όσοι προετοιμάζονται για τις Εξετάσεις ΕΣΔΙ. Στη σελίδα αυτή, ο υποψήφιος που θέλει να γίνει δικαστής ή εισαγγελέας θα βρίσκει απαντήσεις σε λεπτομέρειες που αφορούν στην ύλη όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων και των δυο κατευθύνσεων (Πολιτική – Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς, Διοικητική Δικαιοσύνη), που, ενδεχομένως, του διαφεύγουν κατά τη μελέτη. Είναι γνωστό ότι στις απαιτητικές εξετάσεις της ΕΣΔΙ σημασία έχει η λεπτομέρεια, η οποία καθορίζει, στην τελική αξιολόγηση μεταξύ ισοδύναμων υποψηφίων, ποιος θα περάσει και ποιος όχι. Τα θέματα που αναρτώνται εδώ είναι πολύ χρήσιμα και για τις προφορικές εξετάσεις των υποψηφίων.

Δυσφήμιση και το κρίσιμο ζήτημα αν είναι «τρίτοι» (ενώπιον τρίτου) ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κ.λπ.

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Το ζήτημα της έννοιας του «τρίτου» στη δυσφήμηση αναφορικά με το αν θεωρούνται τρίτοι, ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κ.λπ., έχει απασχολήσει την επιστήμη και τη νομολογία. Κρατούσα άποψη εθεωρείτο για πολλά χρόνια η άποψη ότι στην έννοια του τρίτου υπάγεται κάθε πρόσωπο χωρίς καμία εξαίρεση. Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν και αποφάσεις που έκριναν ότι τα απολύτως αναγκαία δικαστικά πρόσωπα, που εκ του υπηρεσιακού τους καθήκοντος, θα διεκπεραιώσουν ή θα μελετήσουν μία υπόθεση που περιέχει δυσφημιστικά γεγονότα για τους αντιδίκους δεν μπορεί να θεωρηθούν τρίτοι. 

Ο Άρειος Πάγος με δύο ομόφωνες αποφάσεις εντός του έτους (2019) απεφάνθη: ότι είναι τρίτοι και τα δικαστικά πρόσωπα (841/2019) και ότι δεν είναι τρίτοι τα δικαστικά πρόσωπα (487/2019).

Κατά συνέπεια το θέμα θα πρέπει να οδηγηθεί την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την ενότητα της νομολογίας, σύμφωνα και με τη νέα διάταξη 8 παρ.2 στοιχ. ε ΚΠΔ.

Τα ενδιαφέροντα αποσπάσματα των δύο αποφάσεων έχουν ως ακολούθως :

ΑΠ 841/2019 (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα)

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δέχτηκε για το κρίσιμο ζήτημα: Η δεύτερη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε την απαιτούμενη για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος μορφή δόλου. Όσον αφορά δε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (που σχετίζεται με την από μέρους των κατηγορουμένων υποβολή των μηνυτήριων αναφορών στον αρμόδιο Εισαγγελέα), οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι, καθόσον, σύμφωνα με την άποψη που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί ως ορθότερη, δεν δύναται να θεωρηθεί "τρίτος" των οικείων ποινικών διατάξεων (άρθρα 362, 363 ΠΚ) πρόσωπο θεσμικά (δικονομικά) εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες κ.λπ. Τα πρόσωπα αυτά, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους αποβάλλουν την προσωπική τους ταυτότητα και εξυπηρετούν αποκλειστικά τον ανατιθέμενο σ' αυτούς θεσμικό τους ρόλο (βλ. την υπ' αριθ. 373/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). 

Ο Άρειος Πάγος (ΣΤ Τμήμα), μετά από άσκηση αναίρεσης του Εισαγγελέα ΑΠ κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ΤρΠλΑθ έκρινε τα ακόλουθα : «Με την ως άνω όμως παραδοχή, την οποία διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν 3837-3901/2018 απόφασής του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σχετικά με την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, καθόσον στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης (ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 611/2015), ενόψει μάλιστα και του ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου των διατάξεων των άρθρων 362-363 του ΠΚ συνάγεται ευθέως ότι "τρίτος" είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται σ' αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κ.λπ. Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο κηρύσσοντας αθώους τους ως άνω κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, με βάση την ως άνω παραδοχή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 3837-3901/2018 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν την αθώωση των ως άνω κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσίβλητων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 519 του ΚΠΔ).»

ΑΠ 487/2019  Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Η κρίση του Ε Τμήματος ΑΠ για το κρίσιμο ζήτημα: «Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όπως προαναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ως προς τα αντικειμενικά του στοιχεία, θα πρέπει η διάδοση ή ο ισχυρισμός του ψευδούς γεγονότος αφενός να επισυμβεί ενώπιον τρίτου προσώπου, αφετέρου να είναι πρόσφορος να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις ("τρίτος" και "δυνατότητα βλάβης της τιμής και υπόληψης") μπορεί να συνδέονται υπό την έννοια ότι ένα γεγονός, που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του παθόντος, να μην είναι δυνατόν να προκαλέσει τη βλαπτική του ενέργεια όταν ανακοινώνεται ενώπιον προσώπων που έχουν κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα ή όταν η ανακοίνωση γίνεται υπό ορισμένες περιστάσεις. Η προσφορότητα κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο ή τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις. Έτσι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς) που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός, δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Τα δικαστικά πρόσωπα διατυπώνουν μόνο τη δικανική τους κρίση ως προς τη βασιμότητα των ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης είτε της πολιτικής είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική εκ του καθήκοντός τους, αφού καλούνται να διαμορφώσουν μια έννομη σχέση ή να αποδώσουν ποινική ευθύνη, ως όργανα πολιτείας και στο όνομα του ελληνικού λαού και η όποια κρίση τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις για την τιμή και υπόληψη κάποιου προσώπου. Το αυτό ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν στην ποινική δίκη, όπως ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των δικογράφων πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πλημμέλεια για τον λόγο ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, επειδή δεν εντάσσονται στην έννοια του "τρίτου" τα δικαστικά πρόσωπα (εισαγγελέας, πταισματοδίκης και δικαστικοί υπάλληλοι -γραμματείς) και τα φερόμενα ως ψευδή περιστατικά, που ανακοινώθηκαν με την υποβολή της αναφοράς και την ένορκη εξέταση του αναιρεσείοντος ενώπιον τους, δεν ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμένος κηρύχθηκε ένοχος κατ' εξακολούθηση για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης διότι α) κοινοποίησε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου την από 8/11/2011 αναφορά του, με την οποία εν γνώσει του ψευδώς παρουσίαζε τον εγκαλούντα να διαπράττει την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, τα αναφερόμενα δε σ' αυτή ψευδή περιστατικά περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου και των δικαστικών υπαλλήλων-γραμματέων που την παρέλαβαν και την καταχώρησαν στα αρχεία της εισαγγελίας και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος και β) στις 10/1/2012 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκη Ρόδου κατέθεσε τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας τους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη της Πταισματοδίκη Ρόδου και της γραμματέως. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΚΠΔ, καθόσον ο εισαγγελέας, ο πταισματοδίκης και ο δικαστικός γραμματέας είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα όργανα να λαμβάνουν γνώση των δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων και στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ερευνούν τη βασιμότητα των αναφερομένων - καταγγελλομένων σ' αυτά ή καταγίνονται με τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, χωρίς να προβαίνουν σε ίδια κατά την προσωπική τους άποψη (αρνητική) εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο. 'Ετσι, τα δικαστικά αυτά πρόσωπα, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων άλλων περιστάσεων που δικαιολογούν την προσφορότητα της προσβολής της τιμής και υπόληψης του εγκαλούντος, δεν είναι τρίτοι με την έννοια που προαναφέρθηκε και επομένως δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό τρίτο λόγο αναίρεσης. Σύμφωνα με όσα έγιναν παραπάνω δεκτά και αφού μετά την παραδοχή των άλλων λόγων αναίρεσης παρέλκει πλέον η έρευνα του πρώτου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση, όσο δε αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού δεν στοιχειοθετείται το αξιόποινο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠΔ, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
17 Ιουλ 2019

Οι αλλαγές του νέου Ποινικού Κώδικα στην απόπειρα

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Οι αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα είναι αρκετές και ουσιώδεις. Η ερμηνεία των νέων διατάξεων θα πάρει σίγουρα μερικά χρόνια, ώστε να παγιωθεί, μέσω της επιστήμης και της νομολογίας. Η επιστήμη σίγουρα θα εκφραστεί λεπτομερώς για τις νέες διατάξεις. Με το παρόν σημείωμα, και όσα θα ακολουθήσουν, θα επιχειρήσω να επισημάνω τις διαφοροποιήσεις των νέων διατάξεων, κυρίως στο Γενικό Μέρος του ΠΚ, για διευκόλυνση των υποψηφίων που θα κληθούν να τις αντιμετωπίσουν. Ξεκινώ με τις σημαντικές αλλαγές στην απόπειρα του εγκλήματος.

Α. Απόπειρα (42-44 ΠΚ)

Α.1  H αλλαγή της διατύπωσης στην παρ. 1 του άρθρου 42 από «επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης» με τη φράση «αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο αξιόποινη πράξη», φαίνεται να δημιουργεί κάποια ζητήματα, ιδίως με την κρατούσα στη νομολογία έννοια του πρώτου στοιχείου της απόπειρας (αρχή εκτέλεσης), αλλά, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση, «προσδιορίζεται ειδικότερα με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι πλέον σαφές ότι το έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα μόνο όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Με τον τρόπο αυτό η ποινή της απόπειρας συναρτάται με την πράξη που έχει τελεστεί και όχι με τον δόλο του υπαιτίου. Η πραγμάτωση των όρων της αντικειμενικής υπόστασης, εξάλλου, δεν είναι νοητή μόνο στις περιπτώσεις που στον νόμο περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης, όπως λ.χ. συμβαίνει στα εγκλήματα της κλοπής ή της απάτης. Τούτο είναι εφικτό ακόμα κι όταν ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο, όπως λ.χ. συμβαίνει στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης. Στις περιπτώσεις αυτές ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο πράξη όταν έχει εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την ενέργεια η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός, όπως λ.χ. όταν πυροβολεί προς την πλευρά του θύματος, του επιτίθεται με μαχαίρι κλπ.»  Θεωρώ πως δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή από την διαφορετική περιγραφή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα.

Α.2.  Καταργείται  η δυνατότητα επιβολής της ποινής του ολοκληρωμένου εγκλήματος στον δράστη της απόπειρας, λόγω της αρχής της αναλογικότητας αλλά και του άρθρου 7 του Συντάγματος περί  συνδέσεως της ποινής με την πράξη κι όχι με προγνωστικές κρίσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του δράστη στο μέλλον.

Α.3.  Στην παρ. 2 του άρθ. 42 προβλέπεται δυνατότητα να κριθεί ατιμώρητη η απόπειρα πλημμελήματος που απειλείται με ποινή μέχρι ένα έτος.    

Α.4.    Στην παρ. 3 του άρθ. 42 προβλέπεται, για πρώτη φορά, η απόπειρα στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα (29 ΠΚ), όταν προκληθεί το αποτέλεσμα στην περίπτωση απόπειρας του «βασικού» εγκλήματος, π.χ. ο Α με πρόθεση να βιάσει τη Β, χωρίς να τα καταφέρει και η Β πεθάνει από την προσπάθεια να αποφύγει τον βιασμό.  Για το θέμα αυτό αναμένονται αρκετές επιφυλάξεις και ερμηνευτικές διχογνωμίες και η νομολογίαθα κληθεί να δώσει τις αρμόζουσες λύσεις. Πάντως, επιχειρείται μία λύση σε ένα δυσερμήνευτο θέμα που έχει αντιμετωπίσει η νομολογία, η οποία δέχεται απόπειρα στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα.      

Α.5.   Καταργείται το αξιόποινο της απρόσφορης απόπειρας.

Α.6.Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 44 (υπαναχώρηση) έχει, ενδεχομένως, κακή νομοτεχνική διατύπωση. Η έννοια του αποτυχημένου εγκλήματος υποδηλώνει το έγκλημα που δεν μπορεί να επιτευχθεί, συνεπώς  υπαναχώρηση δεν νοείται. Η διάταξη προβλέπει: «Αν ο δράστης αποτυχημένου εγκλήματος δεν επαναλάβει άμεσα την πράξη του, με δική του θέληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια, τιμωρείται με την ποινή της απόπειρας μειωμένη στο μισό.» Και η διάταξη αυτή θα προκαλέσει συζητήσεις στην επιστήμη.

Α.7.  Τέλος, προβλέπεται και η υπαναχώρηση του δράστη «αν το αποτέλεσμα δεν επήλθε από άλλη αιτία και ο δράστης κατέβαλε πάντως σοβαρή προσπάθεια για να το αποτρέψει. Οι πράξεις των εδαφίων α' και γ' μένουν ατιμώρητες, αν πρόκειται για έγκλημα το αξιόποινο του οποίου εξαλείφεται με έμπρακτη μετάνοια.». Επίσης προβλέπεται ρητά (παρ. 4 άρθ.44) και η υπαναχώρηση «για τον συμμέτοχο που με τη θέλησή του εμπόδισε την ολοκλήρωση της πράξης ή την επέλευση του αποτελέσματος.»

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
16 Ιουλ 2019

Πτώχευση

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

 

1.- Τρόποι περάτωσης της πτώχευσης.

Αρ. 164 παρ1 ΠτΚ, η πτώχευση περατώνεται: α) με τελεσίδικη επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης αρ. 125 παρ. 2, β) με ένωση των πιστωτών (ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας και εκκαθάριση) αρ. 132, γ) λόγω ικανοποίησης όλων των πιστωτών κατά κεφάλαιο και τους μέχρι της πτώχευσης τόκους, δ) με παύση των εργασιών της πτώχευσης ελλείψει περιουσίας (ενεργητικού) αρ. 166, ε) λόγω παρόδου δεκαπενταετίας από την κήρυξη της πτώχευσης ή δεκαετίας από την ένωση αρ. 166 παρ. 3 ΠτΚ.

 

2.- Χορήγηση β΄ ευκαιρίας στον οφειλέτη φυσικό πρόσωπο (απαλλαγή χρεών).

Αρ. 169 ΠτΚ, αφορά φυσικό πρόσωπο οφειλέτη  που πτώχευσε (β΄ ευκαιρία στον οφειλέτη, φυσικό πρόσωπο). Με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη (φυσικό πρόσωπο),  μετά διετία από την κήρυξη της πτώχευσης  ή μέχρι την περάτωση της πτώχευσης αν επήλθε ενωρίτερα αρ. 168, ο οφειλέτης (φυσικό πρόσωπο) που κηρύχθηκε συγγνωστός αρ. 167 ΠτΚ  απαλλάσσεται πλήρως από το υπόλοιπο των πτωχευτικών απαιτήσεων που δεν ικανοποιήθηκαν  από την πτωχευτική περιουσία.  Αν η πτώχευση περατώθηκε με επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ο οφειλέτης (φυσικό πρόσωπο) απαλλάσσεται άνευ ετέρου του υπολοίπου των πτωχευτικών χρεών του εκτός αν το σχέδιο ορίζει διαφορετικά αρ. 169παρ3. Η απαλλαγή του οφειλέτη (φυσικό πρόσωπο) επιτρέπεται για μία μόνο φορά εκτός αν πρόκειται για απαλλαγή λόγω νεότερου σχεδίου αναδιοργάνωσης αρ. 169 παρ 4 και δεν περιλαμβάνει οφειλές από αδίκημα  που τελέστηκε από δόλο ή βαρεία αμέλεια αρ. 169 παρ2 ΠτΚ.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
16 Ιουλ 2019

Οι τόκοι επιδικίας σε περίπτωση τροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό

Επιμέλεια: Κίμων Σαϊτάκης

Δικηγόρος Δ.Ν., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Νομικής Αθηνών

 

1. Μετά την κατάργηση με το άρθρο 33 του N 4446/2016 του επιβληθέντος με βάση τον Ν 4055/2012 δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές, η τροπή του αιτήματος καταψηφιστικής αγωγής σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις κατέστη και πάλι συνήθης δικηγορική πρακτική για λόγους αποφυγής του δικαστικού ενσήμου. Γίνεται καταρχήν παγίως δεκτό ότι η τροπή αυτή δεν αναιρεί την τοκοφορία της ένδικης αξίωσης από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 35, 1259). Τούτο διότι ναι μεν η μερική παραίτηση από το δικόγραφο, με την οποία εξισώνεται και ο περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (πρβλ. ΚΠολΔ 295 § 1), καταλύει αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστική πράξη, ούτως ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι επιδικίας· δεν καταλύει όμως την επίδοση και κατά το μέρος που αυτή συνιστά απλή όχληση, ως οιονεί δικαιοπραξία με ουσιαστικού δικαίου συνέπειες (πρβλ. ΚΠολΔ 221 § 1 περ. γ΄). Έτσι, η όχληση παράγει εκ του νόμου τα έννομα αποτελέσματά της, μεταξύ των οποίων και η έναρξη της τοκοφορίας κατά την ΑΚ 345, ανεξάρτητα από το αν θέλησε ή όχι αυτά ο δηλών. Από την άσκηση της οχλήσεως δεν χωρεί μονομερής ανάκληση αυτής ούτε παραίτηση από τα αποτελέσματά της. Επομένως, η παραίτηση από το δικόγραφο αλλά και ο περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δεν συνεπάγονται άρση (αναδρομική ή μη) των εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου, η οποία έχει ήδη επέλθει από την (διά της επιδόσεως της αγωγής) δικαστική όχληση αυτού.

2. Μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 2 του Ν 4055/2012 (2.4.2012), με το οποίο τροποποιήθηκε η ΑΚ 346, δεν είχε κάποια πρακτική σημασία η διαφοροποίηση μεταξύ τόκου υπερημερίας και τόκου επιδικίας, δεδομένου ότι τόκος επιδικίας και τόκος υπερημερίας υπολογίζονταν με κοινό επιτόκιο. Με το νέο άρθρο 346 ΑΚ το θέμα τέθηκε σε νέα βάση, καθώς από την (τυχόν) όχληση μέχρι και την επίδοση της αγωγής ο ζημιώσας θα οφείλει τόκους υπερημερίας, ενώ για το μετέπειτα διάστημα της εκκρεμοδικίας θα οφείλονται τόκοι επιδικίας, των οποίων το επιτόκιο είναι κατά 2% ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Ανακύπτει λοιπόν το εξής ερώτημα: Σε περίπτωση τροπής του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, θα οφείλονται από της επιδόσεως της αγωγής τόκοι υπερημερίας ή τόκοι επιδικίας; Το ερώτημα προκύπτει από την ανωτέρω παραδοχή ότι ο περιορισμός του αιτήματος καταλύει τη διαδικαστική πράξη της επίδοσης αγωγής με καταψηφιστικό αίτημα, αλλά δεν ανατρέπει και τα ουσιαστικά αποτελέσματα της οχλήσεως.

3. Με την ΑΠ 1207/2017 ο Άρειος Πάγος τέμνει το ζήτημα, προβαίνοντας σε τελολογική ερμηνεία της ΑΚ 346. Λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της νέας ρύθμισης που εισήγαγε ο Ν 4055/2012 με την τροποποίηση της ΑΚ 346, που είναι η ταχύτερη ικανοποίηση του δανειστή μέσω της παροχής κινήτρων στον οφειλέτη για εκούσια συμμόρφωση, ώστε να αποφευχθεί μια μακροχρόνια δικαστική διαμάχη (ενόψει και του προβλήματος της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας), ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του (με χαμηλότερο επιτόκιο υπολογιζόμενου) τόκου υπερημερίας αντί του τόκου επιδικίας. Όπως επισημαίνεται στη μείζονα πρόταση της εν λόγω απόφασης, τόκος υπερημερίας πρέπει πλέον να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι, με βάση τη νέα ρύθμιση και τον σκοπό αυτής, μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση του αυξημένου (σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας) τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας. Με αυτό το σκεπτικό ο Άρειος Πάγος επικύρωσε το ερμηνευτικό πόρισμα του Εφετείου ότι «ο τόκος επιδικίας αφορά, του νόμου μη διακρίνοντος, σε κάθε αγομένη δι’ αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου και εντόκως επιδικαζόμενη χρηματική απαίτηση, είτε ζητείται η καταψήφισή της είτε η αναγνώριση της οφειλής της», άρα εξακολουθεί να οφείλεται τόκος επιδικίας και μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Έτσι ο Άρειος Πάγος διαφοροποιείται από την παλαιότερη πάγια θέση του ότι ως «επίδοση της αγωγής» κατά την ΑΚ 346 νοείται μόνον η καταψηφιστική, όχι δε και η αναγνωριστική αγωγή (βλ. π.χ. ΟλΑΠ 7/2000 ΑρχΝ 52, 19).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
15 Ιουλ 2019

Η χρήση πλαστών στοιχείων για την πρόσληψη στο δημόσιο – η έννοια της απάτης και η επελθούσα εξ αυτής βλάβη ΟλΑΠ 3/2019

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Ο ΑΠ σε Ολομέλεια με την 3/2019 απόφασή του έκρινε το θέμα της απάτης και της επελθούσας, εξ αυτής, βλάβης του Δημοσίου, αναφορικά με την πρόσληψη ατόμου που χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο για να την επιτύχει. Η απόφαση της Ολομέλειας, αλλά και η άποψη της μειοψηφίας, για το θέμα της βλάβης, είναι άκρως ενδιαφέρουσες και πλήρως επίκαιρες για τις εξετάσεις της ΕΣΔΙ.  Τα ενδιαφέροντα μέρη της απόφασης έχουν ως ακολούθως :

Το κρίσιμο ζήτημα  που έκρινε η Ολομέλεια :  «Συγκεκριμένα δε, η παραπομπή έγινε για τα ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος, εξαπατώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ με πλαστό τίτλο σπουδών, προσληφθεί και παρέχει εργασία, λαμβάνοντας κάθε μήνα ή δεκαπενθήμερο τον μισθό του, α) αν αυτός διαπράττει άπαξ απάτη με τη χρήση του πλαστού τίτλου σπουδών και την παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων με την ψευδή παράσταση ότι έχει το τυπικό προσόν των σπουδών να τον προσλάβουν και να τον μισθοδοτούν ή αν διαπράττει περισσότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις απάτης κάθε φορά που εισπράττει τον μισθό του, με παρασιώπηση του γεγονότος ότι προσλήφθηκε χωρίς να διαθέτει το τυπικό προσόν των σπουδών, κατόπιν εξαπάτησης με τη χρήση πλαστού τίτλου σπουδών, λόγω της έκδοσης διαφορετικών επί του ζητήματος αυτού αποφάσεων και β) όταν αυτός έχει τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα και δύναται να προσφέρει την εργασία για την οποία προσλήφθηκε, αν υπάρχει η απαιτούμενη ζημία του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, ενόψει της προσφερόμενης σ' αυτό εργασίας έναντι του καταβαλλόμενου μισθού και αν από την παροχή εργασίας ισοσταθμίζεται πλήρως η βλάβη που υφίσταται το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ από τον μισθό που καταβάλλει.»

Νομική  θεμελίωσης της απάτης  (386 ΠΚ) «Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Η κατά τα άνω παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και από τους οποίους οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς διά παραλείψεως, με την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία όμως δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ' αυτόν από τον δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους τρόπους τέλεσης της απάτης. Με την έκφραση "διατήρηση πλάνης" δεν εννοείται κατ' ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί. Περιουσία, νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διάθεσης που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους.»

Δικανική κρίση «Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Έτσι, επί απάτης που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στη χωρίς υποχρέωση καταβολή ενός επιδόματος ή μισθού δεν συντρέχει περίπτωση κατ' εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού, για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μια νέα αυτοτελής απάτη. Εξάλλου, όταν η εξαπάτηση είναι το αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξή της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμη τα τελικά αποτελέσματά τους. Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη. Δεν δημιουργείται δε υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και που εντάσσονται σε ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, με το οποίο δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος για κάποιο άλλο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό του τρίτου με το ίδιο υλικό αντικείμενο που πλήττεται στην ίδια έκταση, δηλ. στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης ως περιουσιακό όφελος. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η εξ αυτής βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την εξ αυτής προκληθείσα πλάνη αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται, από το χρονικό σημείο της επελθούσας πλάνης, αμέσως υποχρέωση του δράστη, λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που ο ίδιος δημιούργησε, να αποτρέψει την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του. Συνακολούθα, επί απάτης,που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος, ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνεχίζεται με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου της παρασιώπησης ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέας πλάνης, κάθε φορά που εισπράττει τον μισθό του, που όμως αυτή έχει ήδη επέλθει με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και να αποτελεί έτσι κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος.»

Χρόνος τέλεσης του στιγμιαίου εγκλήματος της απάτης «Με αυτά, όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ως προς την τέλεση της απάτης κατ' εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 ΠΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον, αφού δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα αρχικά με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ήτοι με την υποβολή στα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ, στις 13.5.1996, του επίδικου πλαστού τίτλου σπουδών, οπότε και αυτά παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν και, έγινε η πρόσληψη αυτής στη θέση καθαρίστριας, η πράξη της απάτης τελέστηκε με την άπαξ ως άνω προκληθείσα πλάνη με θετική ενέργεια. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί, όπως ακολούθως έγινε δεκτό, και καταδικάστηκε, ότι η πράξη αυτή της απάτης συνεχίστηκε και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, που τέλεσε η αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 13.5.1996 έως 31.7.2015, με παρασιώπηση της αλήθειας, ήτοι με παράλειψη ανακοίνωσης, κάθε μήνα που εισέπραττε τον μισθό της, περί της πλαστότητας του τίτλου και έλλειψης του απαιτούμενου τυπικού προσόντος, δηλαδή με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου, διότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες, χωρίς την πρόκληση κάθε φορά νέας χωριστής πλάνης προκληθείσας από νέα χωριστή απατηλή συμπεριφορά και την πρόκληση νέας διαφορετικής βλάβης. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης από 19.11.2018 αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο συμπληρωματικός επ' αυτού τελευταίος λόγος της από 15.1.2019 συμπληρωματικής αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, που παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως άνω, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί».

Βλάβη της περιουσίας με την αντιπαροχή της προσφερθείσας εργασίας από τον υπάλληλο» : «Σχετικά με τη βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε. Όπως γίνεται δεκτό, δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη, την οποία αυτός παραπείστηκε να διαπράξει. Έτσι, στην περίπτωση, που κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο επιτύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει τη θέση αυτή, η ζημιά του Δημοσίου από την καταβολή σε αυτόν αποδοχών της θέσης που παράνομα κατέλαβε, ισοσταθμίζεται από την παροχή της εργασίας του, με συνέπεια να μην υφίσταται βλάβη, εκτός εάν το Δημόσιο ή το ΝΓΤΔΔ απέβλεψε στις ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα του προσλαμβανόμενου, όπως αυτές τεκμηριώνονταν με βάση το τυπικό προσόν, που έθεσε, ως τυπική προϋπόθεση, και το πλαστό πτυχίο παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα και η παροχή εργασίας, ενόψει της φύσης της, απαιτεί κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για "ισάξια αντιπαροχή". Αντίθετη άποψη, ότι προϋπόθεση για να ισοβαθμισθεί η παροχή εργασίας του εξαπατήσαντος με τις παροχές (μισθός) που έλαβε αυτός, αποτελεί, απαραιτήτως, η νομιμότητα της αντιπαροχής, ήτοι η νομιμότητα της εργασίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ενόψει και του άρθρου 904 ΑΚ, που παρέχεται δυνατότητα στον εργαζόμενο αναζήτησης μη καταβληθέντων (μισθών) για παρασχεθείσα εργασία και επί άκυρης σύμβασης εργασίας και συνακόλουθα και μη νόμιμης εργασίας, με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, και προαναφέρθηκαν, ως προς τη βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος ΝΠΔΔ, παραβίασε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, ενώ δέχεται την παροχή εργασίας από την αναιρεσείουσα καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα στο εξαπατηθέν ΝΠΔΔ, ως καθαρίστριας, ακολούθως δέχεται ότι η ζημιά του εξαπατηθέντος, ανερχόμενη, κατά τις παραδοχές της, στο ύψος των μικτών μισθών που καταβλήθηκαν στην αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να ισοσταθμισθεί λόγω του μη σύννομου της εργασίας της, χωρίς όμως να διευκρινίζει και υπάρχει ασάφεια, ως προς το εάν το πρώτο (ΝΠΔΔ) απέβλεψε σε ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα της αναιρεσείουσας, με βάση το τυπικό προσόν του απολυτηρίου δημοτικού, που έθεσε ως τυπική προϋπόθεση, ούτε εάν το πλαστό πτυχίο (απολυτήριο δημοτικού) παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, ούτε εάν η παροχή εργασίας ενόψει της φύσης της απαιτούσε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, ώστε μόνο στις παραπάνω περιπτώσεις η ζημιά του εξαπατηθέντος Ν.Π.ΔΔ, να μη μπορεί να ισοσταθμισθεί με την παροχή εργασίας. Έτσι, όμως κατά τα ως άνω καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής του νόμου και δη της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επομένως, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, είναι βάσιμοι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε τρίτος λόγος της κρινόμενης από 19.11.2018 αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο συμπληρωματικός επ' αυτού πρώτος λόγος της από 15-1-2019 συμπληρωματικής αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή (εκ πλαγίου παραβίαση) της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι δεν επήλθε περιουσιακή βλάβη λόγω του ότι η ζημιά ισοσταθμίστηκε από την παροχή εργασίας, που παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως άνω, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.»

Άποψη μειοψηφίας ειδικά για τη βλάβη της περιουσίας: «Κατά τη γνώμη όμως δώδεκα (12) μελών ….. η θέση ότι δεν υπάρχει βλάβη και άρα δεν στοιχειοθετείται απάτη, όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται πλήρως από μία ισάξια αντιπαροχή, που περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη, την οποία αυτός παραπείσθηκε να διαπράξει, είναι κατ' αρχήν ορθή. Ωστόσο, η απάτη δεν αποκλείεται άνευ ετέρου σε κάθε περίπτωση ισοστάθμισης. Επιβάλλεται να πληρούται η διττή προϋπόθεση ότι α) το περιουσιακό αντιστάθμισμα είναι όχι μόνο ισάξιο αλλά και νόμιμο και β) μπορεί να συμψηφισθεί με τη ζημία κατά την έννοια των άρθρων 440 επ. ΑΚ. Κατά τον υπολογισμό της περιουσιακής ζημίας του εξαπατηθέντος συμψηφίζεται μεν κάθε όφελος αυτού, εφόσον όμως συνδέεται άμεσα με την περιουσιακή διάθεση στην οποία λόγω της απάτης προέβη. Επομένως, δεν συμψηφίζεται με την περιουσιακή βλάβη η μεταγενέστερη αξίωση του εξαπατήσαντος κατά του εξαπατηθέντος από αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η ζημία του τελευταίου έχει ήδη επέλθει και η μεταγενέστερη άρση της ζημίας μέσω του συμψηφισμού δεν αναιρεί την ύπαρξη της ήδη επελθούσας βλάβης. Με άλλα λόγια, το όφελος του παθόντος, που αντιστοιχεί στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του, δεν συνδέεται άμεσα με την περιουσιακή του διάθεση. Στην ειδικότερη περίπτωση, όπου κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό ή ανακριβές πτυχίο ή άλλο αναγκαίο κατά τον νόμο πιστοποιητικό, επιτυγχάνει με απάτη να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα απαιτούμενα νόμιμα προσόντα να καταλάβει τη θέση αυτή και, συνεπώς, κωλύεται εκ του νόμου να παράσχει τις υπηρεσίες για τις οποίες κατάφερε και προσλήφθηκε παρανόμως, η ζημία του Δημοσίου (ή άλλου φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα) έγκειται στη λόγω της προσλήψεως ίδρυση της ενοχικής του υποχρεώσεως προς καταβολή του προβλεπόμενου μισθού, προσδιορίζεται δε ως προς το μέγεθός της με το τελικό ποσό που θα καταβληθεί στον παρανόμως προσληφθέντα όσο παρείχε παράνομα τις υπηρεσίες του. Επομένως, η ζημία του Δημοσίου έχει ήδη επέλθει με την πρόσληψη, η δε παροχή της εργασίας, που ακολουθεί, γεννά μεν υπέρ του εργαζομένου αξίωση κατά του εργοδότη για αδικαιολόγητο πλουτισμό για αιτία παράνομη κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ, πλην όμως ο συμψηφισμός αυτών (και υπό την εκδοχή ότι επιτρέπεται από το άρθρο 450 παρ. 1 ΑΚ) δεν αναιρεί την ύπαρξη βλάβης, διότι συνιστά μεταγενέστερο γεγονός μη συνδεόμενο άμεσα με την συντελεσθείσα περιουσιακή διάθεση (=ανάληψη ενοχής για καταβολή μισθού). Σε κάθε δε περίπτωση, η παρεχόμενη -από τον με απάτη προσληφθέντα- εργασία προς το Δημόσιο δεν συνιστά "ισάξιο περιουσιακό αντιστάθμισμα", διότι δεν αρκεί η παρεχόμενη εργασία να είναι της αυτής ποσότητας αλλά πρέπει να είναι και της αυτής ποιότητας με εκείνη που είχε αποβλέψει το Δημόσιο. Η δε κατόπιν απάτης παρεχόμενη εργασία είναι, ως προϊόν αδικήματος, παράνομη (μη νόμιμη), δηλαδή εργασία διαφορετικής (κατώτερης) ποιότητας από εκείνη που προσδοκούσε το Δημόσιο να του παρασχεθεί, δεδομένου ότι με την προκήρυξη της θέσης βάσει κάποιων ελάχιστων νόμιμων προσόντων, τυπικών ή ουσιαστικών, έχει αποβλέψει στην παροχή αποκλειστικά νόμιμης εργασίας από τον προσλαμβανόμενο. Το στοιχείο της πρόσληψης από το Δημόσιο υπαλληλικού προσωπικού, που πρέπει να παρέχει αποκλειστικά νόμιμη εργασία, επιβάλλεται από το άρθρο 103 παρ. 7 Συντ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 12 ν. 3528/2007, κατά το οποίο "Η πλήρωση των θέσεων διέπεται από τις αρχές της ίσης ευκαιρίας συμμετοχής, της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της διαφάνειας και της δημοσιότητας". Εφόσον λοιπόν από τον νόμο επιβάλλεται το Δημόσιο να προσλαμβάνει προσωπικό με βάση τις αρχές αυτές, η παροχή (μη νόμιμης αλλά) παράνομης εργασίας με βάση μία πρόσληψη, που επιτεύχθηκε κατόπιν απάτης, δεν συνιστά εργασία στην οποία το Δημόσιο απέβλεπε, έτσι ώστε η παροχή της παράνομης εργασίας να μη μπορεί να θεωρηθεί "ισάξιο περιουσιακό αντιστάθμισμα" κατά την προαναφερόμενη έννοια. Σε διαφορετική περίπτωση, η απαξία της απάτης, με την οποία επιτεύχθηκε η πρόσληψη σε υπηρεσία του Δημοσίου, θα αναιρούνταν από το ίδιο το προϊόν της απάτης, δηλαδή της παροχής (παράνομης) εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση όσα δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, η αναιρεσείουσα κατάφερε να προληφθεί στη θέση της καθαρίστριας σε δημόσιο δημοτικό σχολείο κατόπιν απάτης. Συνεπώς, και αν γίνει δεκτό ότι παρέσχε στο Δημόσιο την εργασία της καθαρίστριας, η παρασχεθείσα εργασία αφενός μεν δεν μπορεί να θεωρηθεί "ισάξιο περιουσιακό αντιστάθμισμα", αφού ήταν παράνομη και σε μία τέτοια εργασία δεν απέβλεψε το Δημόσιο, αφετέρου δε η μεταγενέστερη αξίωση της αναιρεσείουσας κατά του Δημοσίου από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω της παρασχεθείσας εργασίας, δεν συμψηφίζεται με την περιουσιακή βλάβη του Δημοσίου, αφού η ζημία του τελευταίου έχει ήδη επέλθει και η μεταγενέστερη άρση της ζημίας μέσω του συμψηφισμού δεν αναιρεί την ύπαρξη της ήδη επελθούσας βλάβης. Με βάση τα ανωτέρω, ο τρίτος λόγος της αίτησης και ο συμπληρωματικός επ' αυτού πρώτος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.»

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
11 Ιουλ 2019

Συνεταιρισμοί

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

  • Συνεταιρισμός (συν/σμος): είναι ιδιάζουσα εταιρία με νομική προσωπικότητα, με μεταβλητό αριθμό μελών και μεταβλητό κεφάλαιο που έχει ως οικονομικό σκοπό την προαγωγή της ιδιωτικής οικονομίας των μελών του με τη συνεργασία αυτών και προβλέπεται στον νόμο (βλ 12παρ.1,3,4,5 Σ, αρ. 11 ΕΣΔΑ « η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι», ΣτΕ 64/2019 Τμ.Δ , δημ. ΝΟΜΟΣ ).

  • Είδη συν/σμων: Αστικοί ν. 1667/1986 (πχ. καταναλωτικοί, πιστωτικοί, αλληλασφαλιστικοί, προμηθευτικοί, οικοδομικοί), Αγροτικοί (Α.Σ) ν. 2810/2000 ο.τ (πχ. γεωργικοί, κτηνοτροφικοί), Ενώσεις Αγροτικών συν/σμων (Ε.Α.Σ), Κοιν.Σ.ΕΠ ν. 4430/2016 (Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις), Εκούσιοι- αναγκαστικοί με νόμο (πχ ακτημόνων , βλ. αρ. 12παρ5 Σ).

  • ΄Ιδρυση: Ο συνεταιρισμός ιδρύεται και τροποποιείται με έγγραφο καταστατικό (ιδιωτικό έγγραφο), έγκριση από το Ειρηνοδικείο της έδρας και καταχώριση (ανάλογα του συν/σμου), από ορισμένα ελάχιστα κατ’ αριθμό μέλη ( από 5 ή 7 μέλη Κοιν.Σ.ΕΠ, 15 μέλη αστικός, 20 μέλη αγροτικός, 100 μέλη καταναλωτικός) .

  • Καταχώριση: Ο συνεταιρισμός ανάλογα τους είδους καταχωρίζεται στο ΓΕΜΗ (αστικός συνεταιρισμός, εκτός των οικοδομικών) ή στο Μητρώο Α.Σ ή Ε.Α.Σ του Υπουργείου Αγροτικής ανάπτυξης (Αγροτικοί συν/σμοι και Ενώσεις αυτών) ή στο Μητρώο Υπουργείου Εργασίας (Κοιν.Σ.ΕΠ). Από την καταχώριση αποκτάται η νομική προσωπικότητα.

  • Επωνυμία: πραγματική με αναφορά στο είδος του συν/σμου και την ευθύνη των μελών (περιορισμένης ή απεριόριστης ευθύνης) πχ. «προμηθευτικός συν/σμος δικηγόρων Αθηνών π.ε.»

  • Ευθύνη μελών: Είναι επικουρική (εγγυητική) με το νομικό πρόσωπο που ευθύνεται ευθέως και κυρίως. Ο συνεταιρισμός μπορεί να είναι απεριόριστης ευθύνης α.ε. -εκτός των αγροτικών- ή περιορισμένης ευθύνης π.ε.

  • ΄Οργανα συν/σμου: Γενική συνέλευση (αποφασίζει με απαρτία-πλειοψηφία των μελών), Δ Σ (μόνο μέλη - αυτοδιαχείριση), εποπτικό συμβούλιο, εκκαθαριστές.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
9 Ιουλ 2019

Η Ετερόρρυθμη εταιρία και η ευθύνη του ετερόρρυθμου εταίρου έναντι τρίτων

Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc

  • • Η ετερόρρυθμη εταιρία (ΕΕ) είναι η προσωπική εταιρία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό (ουσιαστικό σύστημα) για τα εταιρικά χρέη της οποίας ένας τουλάχιστον εταίρος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων (ετερόρρυθμος εταίρος) ενώ ένας τουλάχιστον εταίρος ευθύνεται παράλληλα, προσωπικά (ατομικά), απεριόριστα και εις ολόκληρο (ομόρρυθμος εταίρος).
  • • Ρυθμίζεται στα αρ. 271 επ. Ν. 4072/2012 και «εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον Ν 4072/2012 εφαρμόζονται στην ΕΕ οι διατάξεις για την ΟΕ».
  • • ΚΑΝΟΝΑΣ: Ο ετερόρρυθμος εταίρος που κατέβαλε την εισφορά του ΔΕΝ ευθύνεται προσωπικά (ατομικά) έναντι των εταιρικών δανειστών για τα εταιρικά χρέη αρ. 279 παρ. 1 ν. 4072/2012.
  • • ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ:
    • 1. Ο ετερόρρυθμος ευθύνεται προσωπικά (ατομικά), περιορισμένα, αν υποσχέθηκε αλλά δεν κατέβαλε την εισφορά του αρ. 279 παρ. 1 Ν.4072/2012 καθώς και αν κατέβαλε την εισφορά του αλλά στο καταστατικό έχει προβλεφθεί (συμφωνήσει) να ευθύνεται έναντι των τρίτων για ορισμένο επιπλέον ποσό.
    • 2. Ο εισερχόμενος ετερόρρυθμος μετά τη σύσταση της ΕΕ ευθύνεται προσωπικά (ατομικά), περιορισμένα και για τα προ της εισόδου του εταιρικά χρέη αν υποσχέθηκε αλλά δεν κατέβαλε την εισφορά του. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει έναντι των τρίτων (αρ. 279 παρ. 2-3 Ν 4072/2012).
    • 3. Ο ετερόρρυθμος εταίρος εταιείας ΕΕ που άρχισε εμπορική δραστηριότητα πριν να καταχωρισθεί στο ΓΕΜΗ ευθύνεται για τα εταιρικά χρέη του διαστήματος αυτού έναντι των τρίτων ως ομόρρυθμος εταίρος εκτός αν οι τρίτοι γνώριζαν την ιδιότητά του ως ετερόρρυθμου εταίρου (οπότε δεν ευθύνεται). Το ίδιο και αν ο ετερόρρυθμος εισήλθε στην εταιρεία μετά την έναρξη λειτουργίας αλλά πριν να καταχωρισθεί στο ΓΕΜΗ αρ. 280 Ν 4072/2012.
    • 4. Ο ετερόρρυθμος de facto ΕΕ ευθύνεται όπως ο ομόρρυθμος εταίρος de facto ΟΕ αρ. 271 παρ. 2, 251 παρ. 3 Ν 4072/2012.
    • 5. Ο ετερόρρυθμος που έθεσε το όνομά του στην εταιρική επωνυμία ευθύνεται απεριόριστα ως ομόρρυθμος εταίρος εκτός αν τρίτος που συναλλάχθηκε με την εταιρία γνώριζε την ιδιότητά του αρ. 272 παρ. 2 Ν 4072/2012.
    • 6. Ο ετερόρρυθμος εταίρος που επιχειρεί ως καταστατικό όργανο πράξεις εκπροσώπησης ευθύνεται ως ομόρρυθμος εταίρος εκτός αν τρίτος που συναλλάχθηκε γνώριζε την ιδιότητά του αρ. 278 παρ. 2 Ν 4072/2012.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
2 Ιουλ 2019

Ποιες οι σημαντικότερες διαφορές στις δίκες ΑΝΗΛΙΚΩΝ σε σχέση με τους ενήλικες (οι διατάξεις παραπέμπουν στον νέο ΚΠΔ και ΠΚ)

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

  • 1) Την ποινική δίωξη ασκεί Ειδικός Εισαγγελέας Πρωτοδικών (ανηλίκων) ή ο αναπληρωτής του (αφορά τα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών) (άρθρο 27 παρ.1 ΚΠΔ)
  • 2) Την ανάκριση των ανηλίκων, όπου απαιτείται, την διενεργεί Ειδικός Ανακριτής ανηλίκων (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ), ο οποίος αναθέτει τη συλλογή πληροφοριών σε Επιμελητή ανηλίκων (239 παρ.2 εδ.γ ΚΠΔ)
  • 3) Δεν εφαρμόζεται αυτόφωρη διαδικασία στα εγκλήματα που τελούν οι ανήλικοι (242 παρ.3 ΚΠΔ)
  • 4) Ο ανήλικος για την υποστήριξη της κατηγορίας παρίσταται στην ποινική διαδικασία με τον νόμιμο κατά τον Αστικό Κώδικα αντιπρόσωπό του, ο οποίος υποστηρίζει για λογαριασμό του (ανηλίκου) την κατηγορία (82 παρ.2 ΚΠΔ).
  • 5) Το Δικαστήριο Ανηλίκων δεν επιβάλλει ποινές αλλά αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, τα οποία έχουν προστατευτικό και καθοδηγητικό χαρακτήρα (122, 123 ΠΚ) και σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις επιβάλλεται η ποινή του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (127,54 ΠΚ)
  • 6) Τα Δικαστήρια Ανηλίκων συνεδριάζουν κεκλεισμένων των θυρών (329 παρ.2 ΚΠΔ)
  • 7) Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ανήλικος τέλεσε αξιόποινη πράξη, η μεταχείρισή του καθορίζεται με βάση τις ανάγκες και το συμφέρον του ανηλίκου και της κοινωνίας, στοιχεία που διαπιστώνονται με τη βοήθεια της κοινωνικής έρευνας που διεξάγει επιμελητής ανηλίκων (άρθρο 8 του ΠΔ 49/1979) στους ενήλικες εφαρμόζεται το άρθρο 79 ΠΚ περί επιμέτρησης ποινής.
  • 8) Στο ποινικό μητρώο εγγράφονται μόνο οι αποφάσεις που επιβάλλεται περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 569 ΠΚ αρ.2 ββ ΚΠΔ)
  • 9) Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατό να διατάσσονται ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α έως ια του άρθρου 122 ΠΚ. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων αυτών είναι δυνατή η αντικατάστασή τους με το μέτρο της περίπτωσης ιβ` της παρ. 1 του άρθρου 122 του ΠΚ.
  • 10) Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί μόνο για ανήλικο που έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του, εφόσον κατηγορείται για πράξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 127 ΠΚ. Η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους 6 μήνες. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση. Το ένταλμα προσωρινής κράτησης πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου ( 287 εδ.γ ΚΠΔ).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

Υποψήφιος Δικαστής
2 Ιουλ 2019

Συμπληρωματικές Συμβάσεις και προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Νομοθετικός καθεστώς που διέπει τη σύναψή τους. Ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για τη νόμιμη σύναψη αυτών.

Ευγένιος Χριστοφιλόπουλος, Δικηγόρος LL.M.

Οι συμπληρωματικές συμβάσεις, που ανατίθενται στον ανάδοχο των αρχικών συμβάσεων μελετών, εξακολουθούν να διέπονται από το καθεστώς του ν.3316/2005 και όχι του ν. 4412/2016, εφόσον η αρχική σύμβαση συνήφθη υπό το καθεστώς αυτού. Τούτο διότι αφενός μεν οι συμπληρωματικές συμβάσεις αποτελούν παρακολούθημα των αρχικών συμβάσεων, γεγονός που δικαιολογεί την αντιμετώπισή τους ως ενιαίο σύνολο και την υπαγωγή τους στο ίδιο νομοθετικό καθεστώς, αφετέρου δε η σύναψή τους καθίσταται αναγκαία κατά τη διαδικασία εκτέλεσης της αρχικής σύμβασης, η οποία (διαδικασία εκτέλεσης) συνεχίζει να διέπεται από το καθεστώς σύναψης της αρχικής σύμβασης (βλ. άρθρο 376 παρ. 2 ν. 4412/2016). Η ως άνω κρίση ισχύει ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση της αναθέτουσας αρχής για την έγκριση της σύναψης μιας συμπληρωματικής σύμβασης εκδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του ν.4412/2016 (8.8.2016), καθόσον οι συμπληρωματικές συμβάσεις δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 376 παρ. 1 του ν.4412/2016, που ορίζει ότι οι διατάξεις του εν λόγω νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις του Βιβλίου Ι και ΙΙ αυτού, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων, σύμφωνα με τα άρθρα 61, 120 και 290, αντίστοιχα, λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος αυτού. Και τούτο διότι οι διατάξεις των εν λόγω άρθρων 61, 120 και 290 αναφέρονται αποκλειστικώς σε διαδικασίες ανάθεσης αρχικών συμβάσεων και καθορίζουν ως χρόνο έναρξης της διαδικασίας ανάθεσης της εκάστοτε (αρχικής) σύμβασης, είτε την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής προκήρυξης είτε την ημερομηνία αποστολής προς τους οικονομικούς φορείς της πρώτης πρόσκλησης για υποβολή προσφοράς ή συμμετοχής σε διαπραγμάτευση, ανάλογα εάν πρόκειται για ανοικτή ή κλειστή διαδικασία, ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, απευθείας ανάθεση ή διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Συνεπώς, οι διατάξεις των άρθρων αυτών και, συνακόλουθα, του άρθρου 376 παρ. 1 δεν καταλαμβάνουν και τις συμπληρωματικές συμβάσεις, δεδομένου ότι κατά τη διαδικασία ανάθεσης των τελευταίων δεν προβλέπεται δημοσίευση προκήρυξης ούτε υφίσταται στάδιο υποβολής προσφοράς ή διαπραγμάτευσης των όρων της συμπληρωματικής σύμβασης, αλλά η εκτέλεση των σχετικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης και δη με τους οικονομικούς όρους που διέπουν την αρχική σύμβαση. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης είχε τη βούληση ο ν. 4412/2016 να διέπει και τις μετά την έναρξη ισχύος του συναπτόμενες συμπληρωματικές συμβάσεις αρχικών συμβάσεων, οι οποίες είχαν συναφθεί υπό το καθεστώς του ν. 3316/2005 και βρίσκονται ήδη στο στάδιο εκτέλεσης, θα όριζε τούτο ρητώς.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 57 και 125 του ν. 3669/2008 συνάγονται τα ακόλουθα: Η σύναψη συμπληρωματικών συμβάσεων με τον ανάδοχο ήδη εκτελούμενου δημόσιου έργου αποτελεί εξαιρετική διαδικασία απευθείας ανάθεσης και εφαρμόζεται μόνον στις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, καθόσον συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας και του ελεύθερου ανταγωνισμού, ήτοι των βασικών αρχών που διέπουν το δίκαιο των συμβάσεων, η τήρηση των οποίων διασφαλίζεται με τη διενέργεια δημόσιου τακτικού διαγωνισμού. Ειδικότερα, ως συμπληρωματικές εργασίες θεωρούνται εκείνες, για τις οποίες συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) παρουσιάζουν αναγκαία συνάφεια με το εκτελούμενο έργο και δεν περιλαμβάνονται στην αρχικώς συναφθείσα σύμβαση, β) κατέστησαν αναγκαίες κατά την τεχνική εκτέλεση του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση και τα οικεία συμβατικά τεύχη (μελέτες, γενική συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.), λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων και γ) οι εργασίες αυτές είτε δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα στην Αναθέτουσα Αρχή είτε, παρά τη δυνατότητα διαχωρισμού τους, είναι απόλυτα αναγκαίες για την επιτυχή ολοκλήρωση του εκτελούμενου έργου. Ως απρόβλεπτες δε περιστάσεις νοούνται αιφνίδια γεγονότα, τα οποία δεν ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης της αρχικής σύμβασης και αντικειμενικά δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, ώστε να ληφθούν υπόψη στην αρχική μελέτη (οριστική ή προμελέτη), με βάση την οποία προσδιορίστηκε το τεχνικό αντικείμενο του εκτελούμενου έργου, η οποία μελέτη, κατά τα λοιπά, υπήρξε πλήρης και ακριβής. Οι περιστάσεις αυτές που επικαλείται και οφείλει να αποδεικνύει, ως φέρουσα το σχετικό βάρος απόδειξης, η Αναθέτουσα Αρχή για την αιτιολόγηση του απρόβλεπτου, δεν πρέπει να απορρέουν από δική της ευθύνη, ούτε να αφορούν στην επέκταση του τεχνικού αντικειμένου του εκτελούμενου έργου ή στη βελτίωση της ποιότητας αυτού, με υλικά ή μεθόδους μη προδιαγραφόμενες στα οικεία συμβατικά τεύχη, διότι θεωρείται ανεπίτρεπτη εκ των υστέρων μεταβολή του αντικειμένου του έργου. Τέλος, η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί προσφυγής στην ανωτέρω διαδικασία ανάθεσης πρέπει, ως εκ της φύσεώς της, να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος νομιμότητάς της από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Επιλογές νομολογίας:

673/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μετά την περάτωση του έργου δεν νοείται σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, αφού αυτή προϋποθέτει εκτελούμενο έργο, δηλαδή έργο υπό κατασκευή κατά την αρχική σύμβαση, της οποίας η συμπληρωματική αποτελεί παρακολούθημα.

2019/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο ειδικός προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας της διαδικασίας σύναψης δημοσίων συμβάσεων, που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αποτελεί ουσιώδη νομικό τύπο της διαδικασίας αυτής και ασκείται κατά το στάδιο που προηγείται της υπογραφής τους και, κατά μείζονα λόγο, της εκτέλεσής τους, διότι αποσκοπεί αφενός μεν στην εξασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας στην ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων σημαντικού οικονομικού αντικειμένου, αφ’ ετέρου δε στην πρόληψη τυχόν παραλείψεων ή παραβάσεων της κείμενης νομοθεσίας και συνεπώς, στην αποφυγή καταρτίσεως μη νομίμων συμβάσεων. Υπό την έννοια αυτή ο εν λόγω έλεγχος προϋποθέτει σύμβαση, η οποία θα εκτελεσθεί μετά την κρίση του οικείου σχηματισμού του Δικαστηρίου ότι η οικεία διαδικασία είναι νόμιμη. Αντιθέτως δεν υφίσταται πλέον περιθώριο άσκησης προσυμβατικού ελέγχου όταν η σύμβαση έχει ήδη καταρτισθεί και εκτελεσθεί, έστω και μερικώς. Ο εκ των υστέρων έλεγχος δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες συνήφθησαν και εκτελέστηκαν χωρίς να έχουν υποβληθεί για έλεγχο νομιμότητας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατέστη δυνατός μόνο μετά από ειδική νομοθετική ρύθμιση (βλ. άρθρα 39 του ν. 2778/1999 - ΦΕΚ Α΄ 295, 3 του ν. 3060/2002 - ΦΕΚ Α΄ 242, 9 του  ν. 3279/2004 - ΦΕΚ Α΄ 205 και 14 του ν. 3335/2005 – ΦΕΚ Α΄ 95), σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για λόγους υπερέχοντος δημοσίου συμφέροντος, αφορά δε σε συγκεκριμένες πάντοτε κατηγορίες δημοσίων συμβάσεων. Κατά συνέπεια, δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ήδη συναφθεί και περαιτέρω εκτελεσθεί κατά μεγάλο μέρος της, εφόσον δεν εμπίπτει στις προαναφερθείσες εξαιρέσεις, απαραδέκτως υποβάλλεται για έλεγχο στο Κλιμάκιο.

1836/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για την νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης ανάκλησης ενώπιον του VI Τμήματος, προβλέπεται αυτή να υποβληθεί και περιέλθει στην Γραμματεία του εν λόγω Τμήματος εντός της οριζόμενης στο νόμο δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Ενόψει, όμως, της σύντομης προθεσμίας για την άσκησή της και υπό το φως της αρχής παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία επιτάσσει πρωτίστως την κατ’ ουσίαν εξέταση των υποθέσεων, πρέπει να γίνει δεκτό, κατά τελολογική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, ότι η εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης ανάκλησης σε περιφερειακή Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αρμόδια, κατά τα προεκτεθέντα, για την προεργασία και διεκπεραίωση του έργου του, συνεπάγεται την ίδια συνέπεια ως προς το νομότυπο της άσκησής της, έστω και αν μετά τη διαβίβασή της από τον Επίτροπο της Υπηρεσίας υποβολής, περιήλθε στη Γραμματεία του VI Τμήματος μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο νόμο 15μερης προθεσμίας. (πρβλ. αποφ. Τμ. Μείζ. - Επτ. Σύνθ. 747/2018).

673/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για να είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη η άσκηση της αίτησης ανάκλησης ενώπιον του VI Τμήματος απαιτείται να υποβληθεί και περιέλθει στη Γραμματεία του Τμήματος αυτού εντός της οριζόμενης στο νόμο δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Η υποβολή δεν απαιτείται να γίνει μόνο διά καταθέσεως, αλλά μπορεί να γίνει και με άλλο πρόσφορο τρόπο, ήτοι με αποστολή μέσω ταχυδρομείου ή υπηρεσίας ταχυμεταφορών ή και με τηλεομοιοτυπία, δοθέντος ότι δεν αποτελεί κατά νόμο όρο του παραδεκτού της άσκησής της η κατάθεση αυτής, όπως αντιθέτως απαιτείται για τη νομότυπη άσκηση της αίτησης αναθεώρησης, αρκούσας συνεπώς της υποβολής της.

1312/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του π.δ/τος 1225/1981 και του άρθρου 37 του ν. 4129/2013, ο αιτών την αναθεώρηση απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να παραιτηθεί από την αίτηση είτε με έγγραφη δήλωση παραίτησης, η οποία υποβάλλεται στη Γραμματεία του Τμήματος Μείζονος Επταμελούς Σύνθεσης είτε με προφορική δήλωση, καταχωρούμενη στα σχετικώς τηρούμενα πρακτικά, η οποία υποβάλλεται κατά τη δημόσια συνεδρίαση που έχει προσδιοριστεί για τη συζήτηση της αίτησης. Η κατά τις ανωτέρω διατυπώσεις παραίτηση συνεπάγεται την κατάργηση της σχετικής δίκης.

1316/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η καταβολή του προβλεπόμενου παραβόλου  για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης, όταν αυτή ασκείται από ιδιώτη, πραγματοποιείται  έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ή εντός προθεσμίας 5 ημερών από την επομένη της συζήτησης και τάσσεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της. Ως εκ τούτου, η μη προσκόμιση του οικείου αποδεικτικού, εντός των ως άνω προθεσμιών, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης ανάκλησης ως απαράδεκτης. Περαιτέρω, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 73 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι σαφείς τόσο ως προς την υποχρέωση προσκόμισης του σχετικού αποδεικτικού καταβολής του παραβόλου, όσο και ως προς την επερχόμενη συνέπεια του απαραδέκτου της αίτησης ανάκλησης, λόγω μη προσκόμισης εντός των προθεσμιών που ορίζονται από το νόμο του ως άνω αποδεικτικού. Δεν υφίσταται δε υποχρέωση του Δικαστηρίου για επισήμανση της παράλειψης καταβολής παραβόλου στον διάδικο, όταν μάλιστα ο υπόχρεος διάδικος παρίσταται νόμιμα κατά την συζήτηση της υπόθεσής του και ζητεί την εκδίκασή της, λαμβάνοντας μάλιστα και προθεσμία   για συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και συνεπώς οφείλει να γνωρίζει και να τηρήσει την ως άνω δικονομική του υποχρέωση για καταβολή παραβόλου (Ολ. Ε.Σ. 2151/2017).  Επίσης, δεν τίθεται ζήτημα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 139Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι οποίες εφαρμόζονται στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, μόνο για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω π.δ/τος. Ειδικότερα, ο ανωτέρω Κώδικας προβλέπει τη δυνατότητα κάλυψης τυπικών παραλείψεων και μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από σχετική πρόσκληση του δικαστηρίου. Όμως, οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 73 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι ομοίου περιεχομένου της παραγράφου 2 του άρθρου 61 του π.δ/τος 1225/1981, έχουν αυτάρκεια και ρυθμίζουν πλήρως και ειδικώς το ζήτημα της καταβολής του παραβόλου και τις συνέπειες από τη μη κατάθεσή του, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών και συνεπώς δεν υφίσταται ζήτημα συμπλήρωσής τους, με την αναλογική εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του Κ.Διοικ.Δ..

1318/2018 Μείζονος- Επταμελούς Σύνθεσης Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στην επιτάχυνση της διαδικασίας ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας και της συνακόλουθης μη παρακώλυσης της συναλλακτικής δράσης της Διοίκησης, προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης αίτησης ανάκλησης κατά πράξης Κλιμακίου μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία κρίνεται ότι κωλύεται η υπογραφή της ελεγχόμενης σύμβασης, λόγω μη νομιμότητας της προηγηθείσας διαδικασίας ανάθεσης και του οικείου σχεδίου, αφού η Διοίκηση, ενόψει του διατακτικού της πράξης, δεν δύναται να προχωρήσει στην υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου σύμβασης. Κατά ρητή επομένως βούληση του νομοθέτη, ο έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων περατώνεται πλέον οριστικώς, εφόσον μεσολαβήσει θετική κρίση του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού για τη νομιμότητα της υπό σύναψη σύμβασης και η κρίση αυτή δεν επιτρέπεται στη συνέχεια να ανατραπεί. Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με τη φύση και το σκοπό της διαδικασίας του προληπτικού ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων από το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την οποία εξετάζεται αποκλειστικώς και μόνο η νομιμότητα της συναλλακτικής δράσης της Διοίκησης προς αποτροπή σύναψης παράνομων συμβάσεων και δεν επιλύονται διαφορές καθ’ υποκατάσταση των άλλων δικαστηρίων στον έλεγχο που ασκούν στη διαδικασία σύναψης των συμβάσεων αυτών, μετά την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιόν τους (βλ. αιτιολογική έκθεση). Εξάλλου, η διαπίστωση εκ μέρους του Κλιμακίου πλημμελειών κατά την προηγηθείσα διαδικασία ανάθεσης και η κρίση ότι κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος για έλεγχο σχεδίου σύμβασης αποτελεί όρο παραδεκτού της αίτησης ανάκλησης, ανεξαρτήτως εάν αυτή ασκείται κατά πράξης ελέγχου νομιμότητας δημοσίων συμβάσεων ή συμβάσεων Ο.Τ.Α., ειδικότερα, δεδομένου ότι και στην τελευταία περίπτωση οι όροι για την άσκηση αιτήσεων ανάκλησης ορίζονται στο άρθρο 35 παρ. 5 του ίδιου ως άνω Κώδικα, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 5, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει. Συνεπώς, η αίτηση ανάκλησης απορρίπτεται ως απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά πράξης του Κλιμακίου, η οποία αποφαίνεται ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις νομικές πλημμέλειες της ελεγχθείσας διαδικασίας και κατά τούτο δεν κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου σύμβασης. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αν η πράξη του Κλιμακίου, με την οποία κρίνεται ότι δεν κωλύεται η υπογραφή της σύμβασης, προσβληθεί με αίτηση ανάκλησης, τότε η σχετική απόφαση του VI Τμήματος που την απορρίπτει ως απαράδεκτη, με συνέπεια να επικυρώνεται η θετική κρίση του Κλιμακίου ως προς τη δυνατότητα υπογραφής της σύμβασης, είναι ομοίως απρόσβλητη και τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναθεώρησης απορρίπτεται, ομοίως, ως απαράδεκτη.

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη με δυνατότητα

Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Υποψήφιος Δικαστής
14 Ιουν 2019
Κλείσιμο
Ρυθμίσεις απορρήτου

Χρησιμοποιούμε δεδομένα μέσω cookies για την σωστή λειτουργία του website , καθώς και πληροφορίες που μας βοηθάνε να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας, εσείς όμως θα αποφασίσετε για τα δεδομένα αυτά.

30%
Γιατί αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά;

Έτσι μας βοηθάτε να βελτιώνουμε την εμπειρία σας & να σας παρέχουμε ακόμη καλύτερη εξυπηρέτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.

Όροι Χρήσης
">