Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΛΟΓΩ ΗΛΙΚΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 16.65€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 49,00 € Ειδική Τιμή 41,65 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18701
Αποστολοπούλου Κ.-Ε.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Λεβέντης Γ., Παπαδημητρίου Κ.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 400
  • ISBN: 978-960-654-889-5
Η μονογραφία ασχολείται συστηματικά με το ζήτημα των ηλικιακών διακρίσεων, αναλύοντας τον Ν. 4443/2016 υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, ιδίως της Οδηγίας 2000/78. Είναι δομημένη σε τρία βασικά μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στην νομοθετική απαγόρευση των ηλικιακών διακρίσεων, το πεδίο εφαρμογής της και τις επιμέρους μορφές διάκρισης, αναλύοντας με παραδείγματα τις έννοιες της άμεσης και έμμεσης διάκρισης, της παρενόχλησης, της εντολής τρίτου για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης και της πολλαπλής διάκρισης. Στο δεύτερο μέρος εξετάζονται , υπό το φως της πλούσιας νομολογίας του ΔΕΕ, οι περιπτώσεις των «δικαιολογημένων» και επιτρεπτών διαφοροποιήσεων λόγω ηλικίας. Τέλος, το τρίτο μέρος είναι αφιερωμένο στις έννομες συνέπειες της «αδικαιολόγητης» ηλικιακής διάκρισης ανάλογα με τον τρόπο εκδήλωσης της διακριτικής συμπεριφοράς και στην αποτελεσματική προστασία του θύματος κυρίως μέσω της «αντιστροφής» του βάρους απόδειξης, της δυνατότητας αντιπροσώπευσής του από μη κυβερνητικές οργανώσεις και της προστασίας του από αντίμετρα. Το έργο συμπληρώνεται με αλφαβητικό ευρετήριο προς διευκόλυνση της έρευνας του αναγνώστη και εύχρηστο διάγραμμα που αποδίδει ευσύνοπτα τα στάδια ελέγχου της τήρησης ή μη της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως ηλικίας. Συνδυάζοντας την θεωρία με την πλούσια νομολογιακή περιπτωσιολογία και ανάλυση, αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για κάθε ασχολούμενο με ζητήματα αθέμιτων διακρίσεων και εργατικού δικαίου γενικότερα.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ V

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ IX

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

Α΄ΜΕΡΟΣ

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΛΟΓΩ ΗΛΙΚΙΑΣ 11

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

Η απαγόρευση των ηλικιακών διακρίσεων στο πλαίσιο
του ευρωπαϊκού δικαίου

1.1. Απαγόρευση των ηλικιακών διακρίσεων και ευρωπαϊκή
κοινωνική πολιτική 13

1.2. Η νομική φύση της απαγόρευσης των ηλικιακών
διακρίσεων 20

1.2.1. Η απαγόρευση των ηλικιακών διακρίσεων ως μέρος του δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου. Το άρθρο 13 ΣυνθΕΚ
ως νομική βάση της Οδηγίας 2000/78 20

1.2.2. Η απαγόρευση των ηλικιακών διακρίσεων ως μέρος
του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου πριν και μετά τη Συνθήκη
της Λισαβόνας. Το άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της Ε.Ε. 23

1.2.2.1. Η έννοια των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης 24

1.2.2.2. Το περιεχόμενο της απόφασης Mangold 24

1.2.2.3. Η κριτική της απόφασης Mangold και η μεταγενέστερη
νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 26

1.2.3. Οι έννομες συνέπειες της αρχής της απαγόρευσης
των ηλικιακών διακρίσεων ως γενικής αρχής του ενωσιακού
δικαίου στο πλαίσιο επίλυσης διαφορών μεταξύ ιδιωτών 34

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο

Oι στόχοι της νομοθετικής απαγόρευσης των ηλικιακών διακρίσεων και η σημασία της στο πεδίο της απασχόλησης
και της εργασίας

Εισαγωγικές παρατηρήσεις 39

2.1. Η προώθηση της ενεργού γήρανσης 40

2.2. Η υποστήριξη των ηλικιωμένων 43

2.3. Η δημιουργία μιας αγοράς εργασίας που θα ευνοεί
την κοινωνική ένταξη 45

2.4. Η προστασία των αξιών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
και της προσωπικής αυτονομίας 46

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο

Πεδίο εφαρμογής

3.1. Το περιεχόμενο της διάταξης 48

3.2. Το υποκειμενικό (προσωπικό) πεδίο εφαρμογής 50

3.3. Το αντικειμενικό (καθ’ ύλην) πεδίο εφαρμογής 58

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο

Έννοιες - Ορισμοί

4.1. Εισαγωγή 72

4.2. Άμεση Διάκριση 73

4.3. Έμμεση Διάκριση 88

4.4. Η «παρενόχληση» ως «διάκριση» 95

4.5. Η εντολή τρίτου για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης 104

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο

Διαφορετική μεταχείριση για περισσότερους από έναν λόγους («πολλαπλές διακρίσεις»)

5.1. Η θέση του προβλήματος και η νομοθετική πρόβλεψη
της πολλαπλής διάκρισης 108

5.2. Μορφές πολλαπλών διακρίσεων 110

5.3. Η νομική αντιμετώπιση της πολλαπλής διάκρισης 111

Β΄ΜΕΡΟΣ

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ – ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ
ΤΗΣ ΙΣΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 117

Εισαγωγή 119

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

Γενικοί δικαιολογητικοί λόγοι διάκρισης

1.1. Η τήρηση της δημόσιας ασφάλειας, η διασφάλιση
της δημόσιας τάξης, η πρόληψη ποινικών παραβάσεων,
η προστασία της υγείας και η προστασία των δικαιωμάτων
και ελευθεριών των άλλων 121

1.2. Τα χαρακτηριστικά ηλικίας ως ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση 124

1.2.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 124

1.2.2. Η έννοια της ουσιαστικής και καθοριστικής επαγγελματικής προϋπόθεσης 125

1.2.3. Η ύπαρξη ενός «θεμιτού σκοπού» 136

1.2.4. Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας 137

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο

Ειδικοί δικαιολογητικοί λόγοι ηλικιακής διάκρισης

2.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 142

2.2. Η εξυπηρέτηση σκοπών της πολιτικής της απασχόλησης,
της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης 145

2.2.1. Η καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση
στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται
η προστασία τους 159

2.2.1.1. Ρυθμίσεις που αφορούν στη σύναψη της σύμβασης εργασίας 159

2.2.1.2. Ρυθμίσεις που προβλέπουν ειδικούς όρους κατά τη διάρκεια
της σύμβασης εργασίας. 167

2.2.1.3. Ρυθμίσεις που αφορούν στο στάδιο της απόλυσης 180

2.2.1.3.1. Η συνεκτίμηση της ηλικίας και της αρχαιότητας
για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης λόγω
καταγγελίας και της προθεσμίας της καταγγελίας
της συμβάσεως εργασίας 180

2.2.1.3.2. Η συνεκτίμηση των κριτηρίων της ηλικίας, της αρχαιότητας
και της οικογενειακής κατάστασης κατά την επιλογή
του απολυτέου εργαζομένου επί απολύσεων για
οικονομικοτεχνικούς λόγους και η απόλυση κατά
ηλικιακές ομάδες 195

2.2.1.3.3. Η αυξημένη προστασία των ηλικιωμένων από την απόλυση 200

2.2.1.3.4. Η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας και το δικαίωμα
καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με τη συμπλήρωση ορίου
ηλικίας ή προϋποθέσεων συνταξιοδότησης 207

2.2.2. Ο καθορισμός ελάχιστων ορίων ηλικίας, επαγγελματικής
εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση
στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται
με την απασχόληση 224

2.2.3. Ο καθορισμός ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη,
με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη
θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης
πριν από τη συνταξιοδότηση 225

2.3. Τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης 228

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο

Θετικά μέτρα

3.1. Ο σκοπός και η σημασία της διάταξης 232

3.2. Μορφές θετικής δράσης 236

3.3. Θετικά μέτρα και δικαιολογημένες διακρίσεις 237

3.4. Τα όρια του επιτρεπτού των θετικών μέτρων 238

Γ΄ΜΕΡΟΣ

ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ «ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΗΣ» ΗΛΙΚΙΑΚΗΣ
ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΘΙΓΟΜΕΝΟΥ 245

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

Το γενικό πλαίσιο της έννομης προστασίας που θέτει
η οδηγία 2000/78/ΕΚ

1.1. Διαμόρφωση των αναγκαίων διοικητικών ή/και δικαστικών διαδικασιών 247

1.2. Διασφάλιση της συμμετοχής οργανώσεων στη διαδικασία
προς υποστήριξη των θυμάτων διακριτικής μεταχείρισης 249

1.3. «Αντιστροφή» του βάρους απόδειξης 250

1.4. Προστασία έναντι αντιποίνων 255

1.5. Ενημέρωση των ενδιαφερομένων, ενίσχυση του
κοινωνικού διαλόγου και ενθάρρυνση του διαλόγου
με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις 255

1.6. Συμμόρφωση των κρατών μελών στην Οδηγία 256

1.7. Κυρώσεις 259

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο

Η έννομη συνέπεια της κατάργησης ή της ακυρότητας
των αντίθετων στην απαγόρευση των διακρίσεων διατάξεων
και δικαιοπραξιών σύμφωνα με τον Ν. 4443/2016

2.1. Η κατάργηση των αντίθετων στην απαγόρευση
των ηλικιακών διακρίσεων διατάξεων και οι συνέπειες
της κατάργησης 264

2.2. Η ακυρότητα των αντίθετων στην απαγόρευση
των διακρίσεων διατάξεων και δικαιοπραξιών και
οι συνέπειες της ακυρότητας 266

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο

Κυρώσεις από την παραβίαση της αρχής της ίσης
μεταχείρισης ανεξαρτήτως ηλικίας

3.1. Οι προβλεπόμενες από τον Ν. 4443/2016 ποινικές
και διοικητικές κυρώσεις 272

3.1.1. Οι ποινικές κυρώσεις 272

3.1.2. Οι διοικητικές κυρώσεις 275

3.2. Οι αστικές κυρώσεις 282

3.2.1. Εισαγωγή 282

3.2.2. Αξιώσεις και δικαιώματα του θύματος ηλικιακής διάκρισης 284

3.2.2.1. Η αξίωση του θιγομένου για σύναψη σύμβασης εργασίας και
ο δικαστικός έλεγχος της «καταχρηστικής» άρνησης πρόσληψης 285

3.2.2.1.1. Απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας και ελευθερία
επιλογής του αντισυμβαλλομένου. Η αξίωση πρόσληψης 285

3.2.2.1.2. Ο δικαστικός έλεγχος καταχρηστικότητας της άρνησης
πρόσληψης 291

3.2.2.2. Αξιώσεις από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας
και από αδικοπραξία 295

3.2.2.2.1. Άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον 295

3.2.2.2.2. Αποζημίωση του θύματος 297

3.2.2.3. Η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως μονομερής
βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας και
ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας και το δικαίωμα επίσχεσης
της εργασίας 303

3.2.2.4. Ο έλεγχος των ορίων του εν ευρεία εννοία διευθυντικού
δικαιώματος. Ακυρότητα εργοδοτικών αποφάσεων 306

3.2.2.5. Αστική Ευθύνη Δημοσίου και ΝΠΔΔ ως εργοδότη 309

3.2.2.6. Προσωρινή δικαστική προστασία 313

3.2.3. Ειδικότερα ζητήματα θεμελίωσης της ευθύνης του εργοδότη 317

3.2.3.1. Η ευθύνη του εργοδότη για την εφαρμογή αντίθετων
στην απαγόρευση των διακρίσεων ρυθμίσεων ΣΣΕ ή νόμου 317

3.2.3.2. Η ευθύνη του εργοδότη για διακρίσεις δια τρίτου προσώπου 318

3.2.3.3. Η ευθύνη του εργοδότη για διακρίσεις λόγω της
πίεσης τρίτου 321

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο

Η παροχή αποτελεσματικής προστασίας
στο θύμα ηλικιακής διάκρισης

4.1. Η παροχή αποδεικτικών διευκολύνσεων. Η κατανομή
του βάρους της απόδειξης της δυσμενούς ηλικιακής
διάκρισης μεταξύ των διαδίκων 324

4.1.1. Ο σκοπός της διάταξης 324

4.1.2. Το περιεχόμενο της διάταξης 325

4.1.3. Η λειτουργία της διάταξης στην πράξη 325

4.2. Το διαδικαστικό και δικονομικό πλαίσιο προστασίας του θιγομένου. Οι μορφές προστασίας του και η δυνατότητα αντιπροσώπευσής του ενώπιον δικαστικών και διοικητικών
αρχών από συνδικαλιστικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις 333

4.3. Η Προστασία του θιγομένου από αντίμετρα του εργοδότη 338

4.4. Μέτρα προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης 342

4.4.1. Ο ρόλος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
στην προώθηση του κοινωνικού διαλόγου 344

4.4.2. Ο Συνήγορος του Πολίτη ως φορέας προώθησης της αρχής
της ίσης μεταχείρισης 345

4.4.3. Αρχές και Υπηρεσίες για την εποπτεία και προώθηση
της αρχής της ίσης μεταχείρισης 354

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 356

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 361

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 363

 

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 375

1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ηλικία ως «κοινωνικό φαινόμενο» και ως ιδιάζον κριτήριο διαφορετικής μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας

Η ηλικία του ατόμου, ως το σύνολο του χρόνου σε έτη που διανύθηκε από τη γέννηση, είναι κατ’ αρχήν ένα βιολογικό χαρακτηριστικό, το οποίο παραπέμπει στη διαδικασία ανάπτυξης, ωρίμανσης και φθοράς κάθε ζωντανού οργανισμού. Παράλληλα, όμως, η ηλικία λειτουργεί αναμφισβήτητα και ως παράγοντας προσδιορισμού του κοινωνικού ρόλου και της κοινωνικής θέσης του ανθρώπου, αποτελώντας υπό την έννοια αυτή ένα κοινωνικό χαρακτηριστικό άμεσα συναρτημένο με την κοινωνικο-οικονομικο-πολιτισμική πραγματικότητα[1].

Η κοινωνική σημασία της ηλικίας διαφοροποιείται στον χρόνο και τον χώρο, καθώς κάθε κοινωνία και σε κάθε στάδιο της εξέλιξής της προσδιορίζει και επαναπροσδιορίζει τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται κάθε ηλικία, τις συμπεριφορές που της αρμόζουν και την πολιτική που την αφορά. Το ίδιο συμβαίνει με τον ηλικιακό προσδιορισμό και το κοινωνικό περιεχόμενο της κάθε επιμέρους περιόδου του κύκλου ζωής του ατόμου. Τα στοιχεία αυτά διαφοροποιούνται από εποχή σε εποχή και από κοινωνικό σύστημα σε κοινωνικό σύστημα, ενώ μεταβάλλονται διαρκώς εντός του ίδιου κοινωνικού σχηματισμού. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η μετατροπή της προχωρημένης ηλικίας, συνώνυμης άλλοτε της αυθεντίας, της ισχύος και της εξουσίας, σε κοινωνικό μειονέκτημα στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες, ως φυσικό επακόλουθο των βαθύτατων μεταβολών που συνδέονται με την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση, η οποία εξιδανικεύει τη νεότητα και αποδυναμώνει την αξία της συσσωρευμένης εμπειρίας ζωής ως παράγοντα προσδιορισμού της κοινωνικής θέσης[2].

Ποια είναι όμως η σχέση μεταξύ «βιολογικής» και «κοινωνικής» ηλικίας; Σίγουρα δεν πρόκειται κατ’ αρχήν για σχέση ταύτισης. Εάν δούμε τη ζωή ενός ατόμου ως ένα συνεχές, διακρίνουμε σε αυτό κοινωνικά κατασκευασμένα ορόσημα, τα οποία δεν αντιστοιχούν απολύτως σε βιολογικές μεταβολές που οφείλονται στην ηλικία. Τέτοια ορόσημα είναι για παράδειγμα η ένταξη στην αγορά εργασίας, η συνταξιοδότηση κλπ, ορόσημα που δεν

2

αποτελούν παρά προβολές στο επίπεδο του βιολογικού χρόνου κοινωνικών παραδοχών σχετικών με την ηλικία.

Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι η κοινωνική ηλικία υπερισχύει της βιολογικής, υπό την έννοια ότι οι κοινωνικές αυτές νοηματοδοτήσεις αναμφισβήτητα επηρεάζουν σημαντικά τους κοινωνικούς κανόνες συμπεριφοράς που σχετίζονται με την ηλικία και καθορίζουν τον «ρόλο» του ατόμου μέσα στην κοινωνία ανάλογα με την ηλικία του. Όπως εύστοχα παρατηρείται, «οι άνθρωποι ρυθμίζουν τα προσωπικά τους ρολόγια σύμφωνα με ένα κοινωνικό ρολόι»[3], κατά τρόπον ώστε η (κοινωνική) ηλικία μετατρέπεται σε έναν «μηχανισμό καταπίεσης που χρησιμοποιείται για να εγκλωβίσει τους ανθρώπους σε καθορισμένους, στερεότυπους ρόλους»[4].

Στο πλαίσιο αυτό, οι σύγχρονες κοινωνίες, με βασικό εργαλείο και τη νομοθεσία, τείνουν να κατηγοριοποιούν νέους και ηλικιωμένους με βάση την ηλικία τους και όχι τα ατομικά χαρακτηριστικά τους, τις επιδιώξεις τους και την ταυτότητά τους, όπως αυτή αναπτύσσεται ως «αντίβαρο» στη διάρκεια της κοινωνικοποίησης[5]. Αυτή η ομογενοποίηση των ατόμων μιας κοινωνίας βάσει της ηλικίας τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ομογενοποίηση όλων των ατόμων πάνω από το όριο συνταξιοδότησης (ως ορόσημο της γήρανσης υπό την ανωτέρω έννοια), η μη αναγνώριση της ιδιαιτερότητας κάθε φάσης του κύκλου ζωής (όπως για παράδειγμα της γήρανσης) ως προσωπικής αλλά και συλλογικής εμπειρίας και η απόκρυψη της διαφοροποίησης όχι μόνο κατά ηλικία αλλά και κατά φύλο, κοινωνική τάξη και κουλτούρα, συνθέτουν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται τα κοινωνικά στερεότυπα γύρω από την ηλικία, όπως αυτό που βλέπει τους ηλικιωμένους πάνω από το όριο της συνταξιοδότησης συλλήβδην ως αποδέκτες και μόνο υπηρεσιών και κοινωνικών πόρων.

Ας δούμε το παράδειγμα του κοινωνικού στερεοτύπου που σχετίζεται με τις μειωμένες ικανότητες των ηλικιωμένων εργαζομένων. Οι σωματικές δυνάμεις του ανθρώπου είναι φυσιολογικό να μειώνονται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Αυτό όμως και μόνο το γεγονός δεν δικαιολογεί την υπερβολική επικέντρωση της κοινωνικής πολιτικής στο σώμα και την παρακμή του, στοιχείο που βασίζεται ουσιαστικά στο βιοϊατρικό μοντέλο που

3

κυριαρχεί κυρίως στις επαγγελματικές ερμηνείες της γήρανσης[6]. Τούτο διότι, πέραν του ότι έρευνες έχουν δείξει πως κάποιες ικανότητες του ανθρώπου, κυρίως οι λεκτικές και κοινωνικές δεξιότητες, βελτιώνονται με την ηλικία[7], επιπλέον, είμαστε πια σε θέση να γνωρίζουμε ότι η «βιολογική» και η «χρονολογική» ηλικία ενός ανθρώπου εμφανίζουν μεταξύ τους σημαντική απόκλιση, υπό την έννοια ότι η γήρανση ως «βιολογικό» φαινόμενο δεν ξεκινά ξαφνικά σε συγκεκριμένη χρονολογική ηλικία αλλά αποτελεί μία μακρόχρονη διαδικασία που αρχίζει πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι πιστεύαμε παλαιότερα και ακολουθεί ουσιωδώς διαφορετικό ρυθμό σε κάθε άνθρωπο[8]. Υπό το πρίσμα αυτό, αφενός μεν το «γήρας», ως συνεχές βιολογικό φαινόμενο, αποσυνδέεται από την αυστηρά χρονολογική ηλικία ενός ανθρώπου, αφετέρου δε η εξάρτηση των ηλικιωμένων από τους άλλους δεν αποτελεί, όπως ενδεχομένως πιστεύεται, μία αναπόδραστη «φυσική» εξέλιξη αλλά υποπροϊόν των κοινωνικών ορισμών και των
κοινωνικοπολιτικών διαδικασιών που διαφέρουν από το ένα κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικό σύστημα στο άλλο[9].

Παράλληλα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ηλικία ενός ανθρώπου αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητάς του, η οποία, ως το σύνολο των χαρακτηριστικών που συνδέονται αναπόσπαστα με την σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική υπόστασή του και ορίζουν την ατομικότητά του

4

διαφοροποιώντας τον από τους άλλους ανθρώπους, κατοχυρώνεται συνταγματικά με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος[10].

Παρ’ όλα αυτά, τα στερεότυπα που αντικατοπτρίζουν την κοινωνική κατασκευή της γήρανσης και γενικώς των ηλικιακών φάσεων της ζωής του ανθρώπου δεν είναι εύκολο να εκριζωθούν. Έτσι, η ηλικία εξακολουθεί να αποτελεί σήμερα και θα συνεχίσει να αποτελεί σημαντικό παράγοντα κοινωνικού προσδιορισμού της αντιμετώπισης του ατόμου από τη νομοθεσία αλλά και αντιστρόφως η αντιμετώπιση της ηλικίας του ατόμου από τη νομοθεσία αντικατοπτρίζει – συνήθως - τον τρόπο προσδιορισμού της και από την κοινωνία[11].

Παρομοίως, οι ενυπάρχουσες στις εθνικές νομοθεσίες ανισότητες μεταξύ των γενεών, είτε αυτές εκφράζονται ως «σύγκρουση» είτε ως «αλληλεγγύη» των γενεών, περιγράφουν ουσιαστικά την κοινωνική τους θέση διαχρονικά. Οι προτάσεις δε για μία «δίκαιη» ισότητα (άρα και μία εξίσου δίκαιη «ανισότητα»;) μεταξύ των γενεών δοκιμάζονται έντονα ιδίως στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής, την ίδια στιγμή που το φαινόμενο της δημογραφικής γήρανσης καλεί τους σχεδιαστές της σε σημαντικές αναθεωρήσεις, προς την κατεύθυνση μιας σφαιρικής και συντονισμένης πολιτικής διαχείρισης των ηλικιών, προσεγγίζοντας, κατά βάση, το ζήτημα από τη σκοπιά μιας κοινωνίας, όπου κυρίαρχος παράγοντας κοινωνικής ένταξης και αξίας θεωρείται η συμμετοχή στην αγορά εργασίας.

Η ηλικία, λοιπόν, αποτελεί σύνηθες στοιχείο διαφοροποίησης των ρυθμίσεων της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας. Η αναφορά στην ηλικία αφορά τόσο τους νέους όσο και τους ηλικιωμένους και στηρίζεται σε διάφορους λόγους, όπως είναι, για παράδειγμα, η προστασία συγκεκριμένων ηλικιακών ομάδων (παιδιών, ανηλίκων ή νεαρών εργαζομένων, ηλικιωμένων), η καθιέρωση ειδικών κανόνων για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή την έξοδο από αυτήν και η γέννηση δικαιωμάτων και παροχών με βάση την ηλικιακή εξέλιξη[12]. Η θέσπιση των διαφοροποιήσεων αυτών, οι οποίες είναι παγιωμένες στη νομοθεσία, άλλοτε πηγάζουν από λογικές θεωρήσεις, υπηρετώντας αξιόλογους κοινωνικούς και οικονομικούς σκοπούς και άλλοτε αντανακλούν αυθαίρετες κοινωνικές νοηματοδοτήσεις της ηλικίας και των φάσεων της διάρκειας ζωής του ατόμου.

5

Ωστόσο, οι σύγχρονες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο, και στη χώρα μας, όπως αυτές θα εκτεθούν συνοπτικά στη συνέχεια, έδειξαν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για αυθαίρετες ηλικιακές διακρίσεις στον τομέα της απασχόλησης και κατέστησαν αναγκαία την ανάληψη πρωτοβουλίας για την δημιουργία νομοθετικού πλαισίου προστασίας έναντι των «αδικαιολόγητων» ηλικιακών διακρίσεων. Εντούτοις, η νομοθετική απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, με την οποία καθιερώθηκε απλώς ένα πλαίσιο που οριοθετεί και απαγορεύει την αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως όλες οι διαφοροποιήσεις λόγω ηλικίας στην κοινωνική και εργατική νομοθεσία κατέστησαν απαγορευμένες. Απαιτείται, όμως, η επανεξέτασή τους υπό το φως της νομοθεσίας καταπολέμησης των διακρίσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η διαπίστωση ότι η ηλικία αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στις ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου μας οδηγεί αναγκαία στη σκέψη ότι η ηλικία, σε αντίθεση με άλλα προστατευόμενα από τη νομοθεσία καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω ηλικίας χαρακτηριστικά, παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες[13], οι οποίες είναι σκόπιμο να επισημανθούν εκ των προτέρων.

Πρώτα απ’ όλα, από τα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει αβίαστα ότι η ηλικία δεν θεωρείται «εκ φύσεως» ύποπτος ή επιλήψιμος λόγος διάκρισης στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας. Τουλάχιστον όχι όσο, για παράδειγμα, η φυλή ή το φύλο. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι νομοθετικές διαφοροποιήσεις με κριτήριο την ηλικία αντικατοπτρίζουν σε πολλές περιπτώσεις τον τρόπο προσδιορισμού της ηλικίας από την κοινωνία, νομιμοποιώντας και αναπαράγοντας ήδη υφιστάμενα στερεότυπα και μονοδιάστατες αντιλήψεις γύρω από την ηλικία των εργαζομένων. Σε μεγάλο βαθμό τα στερεότυπα αυτά συνδέουν την προχωρημένη ηλικία με την μειωμένη ικανότητα προς εργασία. Η γενική παραδοχή, όμως, ότι με τη πάροδο του χρόνου κάποιες σωματικές ικανότητες φθίνουν, δεν είναι δυνατό να μπορεί σήμερα να στηρίζει νόμιμο λόγο αποκλεισμού των ηλικιωμένων εργαζομένων από την αγορά εργασίας. Όχι μόνο διότι πρόκειται για μία εξαιρετικά ανομοιογενή ηλικιακή ομάδα, υπό την έννοια ότι οι ικανότητες του ανθρώπου δεν είναι πανομοιότυπες ούτε φθίνουν κατά τον ίδιο χρόνο και με τον ίδιο

6

ρυθμό σε όλους τους ανθρώπους που τους χαρακτηρίζει μια ηλικία σε απόλυτο αριθμό, αλλά και διότι η όποια μείωση των ικανοτήτων του ατόμου με την πάροδο του χρόνου δεν καθιστά αυτό ανίκανο προς εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας αδιακρίτως. Επιβάλλεται, συνεπώς, η κριτική αναθεώρηση τέτοιου είδους στερεοτύπων.

Επίσης, σε αντίθεση με άλλα αθέμιτα κριτήρια διάκρισης, που αναφέρονται σε σαφώς προσδιορισμένες θιγόμενες και έτσι προστατευόμενες ομάδες, η ηλικία ως κριτήριο διάκρισης δεν αφορά μόνο σε μία συγκεκριμένη και σαφώς προσδιορισμένη ομάδα (όπως π.χ. γυναίκες, άτομα με αναπηρία, ρομά κλπ) αλλά αφορά σε όλους τους εργαζομένους αδιακρίτως, αφού ο καθένας έχει μια ηλικία, η οποία δεν αποκλείεται να αποτελέσει κριτήριο διάκρισης κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής ανεξάρτητα από τον απόλυτο αριθμό που προσδιορίζει την ηλικία αυτή. Όπως ορθώς επισημαίνεται, όλοι οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής θα διανύσουν μια «κρίσιμη» ηλικιακά περίοδο και σε «κρίσιμες» καταστάσεις μπορεί να βρεθούν τόσο οι ηλικιωμένοι όσο και οι νέοι εργαζόμενοι[14]. Η παραδοχή αυτή γεννά, συνεπώς, κάποια ερωτήματα αναφορικά με το εύρος της προστασίας έναντι των ηλικιακών διακρίσεων. Ποιος προστατεύεται και σε ποιες περιπτώσεις;

Εξάλλου, η ηλικία είναι, σε αντίθεση με άλλα προστατευόμενα χαρακτηριστικά όπως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις ή το φύλο, μία κατάσταση που μεταβάλλεται για όλους τους ανθρώπους με την πάροδο του χρόνου. Δηλαδή, ο καθένας είναι νέος και γίνεται με την πάροδο του χρόνου γηραιότερος. Το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό της ηλικίας ως κριτηρίου διάκρισης έχει διπλή ανάγνωση. Απ’ τη μια πλευρά, οι εργαζόμενοι που βρίσκονται ενδεχομένως σήμερα σε μειονεκτική ή ευνοϊκή θέση λόγω του νεαρού της ηλικίας τους θα περιέλθουν νομοτελειακά αργότερα στην ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη, αντίστοιχα, θέση των ηλικιωμένων και, απ’ την άλλη, δεν αποκλείεται το ίδιο άτομο να υποβληθεί περισσότερες από μία φορές σε διαφορετικές μορφές στερεοτύπων κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας.

Συγχρόνως, η ηλικία συνιστά μία «σχετική» έννοια. Ήδη έγινε λόγος για τον ρευστό χαρακτήρα του ηλικιακού προσδιορισμού των φάσεων της διάρκειας της ζωής του ανθρώπου. Το στοιχείο αυτό καθιστά την ηλικία ένα απροσδιόριστο και ενίοτε επικίνδυνα ασαφές κριτήριο διάκρισης. Η

7

ιδιαιτερότητα αυτή αφορά δε τόσο στον προσδιορισμό του προστατευτέου ατόμου όσο και στη σύγκρισή του με άλλα άτομα, προκειμένου να διαπιστωθεί η διαφορετική μεταχείρισή του λόγω ηλικίας. Για παράδειγμα, «ηλικιωμένος» για τα δεδομένα της αγοράς εργασίας θα μπορούσε να θεωρηθεί συγχρόνως και εξίσου εύλογα ένας 34χρονος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ένας 55χρονος πιλότος. Και, ακόμη, ένας 55χρονος, έστω, εργαζόμενος είναι δυσχερές να καθοριστεί εκ των προτέρων σε ποια ηλικιακή ομάδα θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκει και η ηλικιακή αυτή ομάδα με ποια άλλη θα πρέπει να συγκριθεί προκειμένου να διαπιστωθεί από τη σύγκριση αν υφίσταται ή όχι δυσμενής σε βάρος του μεταχείριση. Τούτο διότι, αναφορικά με το κριτήριο της ηλικίας, σε αντίθεση με άλλα κριτήρια διάκρισης, ούτε σταθερά χαρακτηριστικά υπάρχουν που να ορίζουν συγκεκριμένες συγκρίσιμες ομάδες, ούτε παραμένουν σταθερά τα άτομα εντός συγκεκριμένων ομάδων ούτε παραμένει στατική η «κοινωνική» (ή ακόμη και η «βιολογική») ηλικία των ατόμων συγκεκριμένων χρονολογικά καθορισμένων ηλικιακών ομάδων.

Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά της ηλικίας ως κριτηρίου διαφορετικής μεταχείρισης θα πρέπει να έχει υπόψη του ο νομοθέτης αλλά και ο εφαρμοστής του δικαίου, προκειμένου να καταλήγει σε λύσεις όχι μόνο «κοινωνικώς» αποδεκτές αλλά και συμβατές με την νομοθετική απαγόρευση των ηλικιακών διακρίσεων, αποφεύγοντας, όμως, συγχρόνως νομικούς δογματισμούς που μπορούν να υπονομεύσουν την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Απ’ την άλλη πλευρά, η νομοθετική απαγόρευση όχι όλων γενικά των ηλικιακών διακρίσεων αλλά μόνον αυτών που ο ίδιος ο νομοθέτης δεν ορίζει ως «δικαιολογημένες» βάσει «αντικειμενικών» κριτηρίων δεν αφήνει κανένα περιθώριο να θεωρήσει κανείς ότι η νομοθετική αυτή απαγόρευση σκοπεί στη διαμόρφωση μιας «νέας» κοινωνίας χωρίς ηλικίες όπως την οραματίζονται κάποιοι[15]. Αντίθετα, είναι απολύτως σαφές ότι η απαγόρευση αυτή εντάσσεται ομαλά στις ανάγκες της σύγχρονης πολιτικής της αγοράς εργασίας, όπως αυτή διαμορφώνεται στο νέο – διαρκώς μεταβαλλόμενο πάντως και καθόλου απαλλαγμένο από κοινωνικές εντάσεις - κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό και δημογραφικό περιβάλλον.

Το βέβαιο είναι ότι οι ιδιαιτερότητες του κριτηρίου της ηλικίας έναντι άλλων κριτηρίων διάκρισης και κυρίως το γεγονός ότι οι διαφοροποιήσεις λόγω ηλικίας στην αγορά εργασίας συχνά δεν ξενίζουν ούτε γίνονται αντιληπτές ως προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν σημαίνει ότι οι

8

ηλικιακές διακρίσεις είναι ένα δευτερεύον ζήτημα σε σχέση με τις διακρίσεις για άλλους λόγους. Αντίθετα, στο μέτρο που οι διακρίσεις αυτές υπονομεύουν την ιδιαίτερη και μοναδική αξία που έχει κάθε ανθρώπινο ον, η ίδια η ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει και την ανάγκη προστασίας έναντι των ηλικιακών διακρίσεων, κατά τον ίδιο τρόπο που επιβάλλει και την ανάγκη προστασίας έναντι των διακρίσεων που οφείλονται στο φύλο ή την εθνικότητα του ατόμου. Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι οι ιδιαιτερότητες αυτές καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης και αποτελεσματικής προστασίας έναντι των ηλικιακών διακρίσεων, προκειμένου να προσδιοριστεί πότε μία τέτοια διαφοροποίηση πηγάζει από λογικές θεωρήσεις και υπηρετεί αξιόλογους κοινωνικούς και οικονομικούς σκοπούς και πότε είναι ασύμβατη με την αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και θα πρέπει να θεωρείται παράνομη συμπεριφορά.

Αυτή η ανάγκη ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης σε συνδυασμό με τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο στη δεκαετία του ‘90, οδήγησαν στη θέσπιση της Οδηγίας 2000/78, η οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 3304/2005, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Ν. 4443/2016. Πριν τη θέσπιση του Ν. 3304/2005 δεν υπήρχε στην Ελλάδα ρητή απαγόρευση των ηλικιακών διακρίσεων. Υπήρχε η προβληματική της προστασίας των ηλικιωμένων στην εργασιακή και επαγγελματική ζωή, πέρα όμως απ’ το γεγονός ότι περιοριζόταν στην συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, αυτή αφορούσε κυρίως στα όρια ηλικίας υποχρεωτικής συνταξιοδότησης και αντιμετωπιζόταν με βάση το Σύνταγμα και την αρχή της ισότητας και της επαγγελματικής ελευθερίας[16]. Κατά τα λοιπά, οι διακρίσεις

9

λόγω ηλικίας στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας ήταν συνήθεις και μάλιστα εν πολλοίς παγιωμένες τόσο στη νομοθεσία όσο και στη νομολογία, ενδεχομένως ακόμη και στη συνείδηση του έλληνα εργαζομένου. Σήμερα, παρά την πάροδο μακρού χρόνου από την θέσπιση του Ν. 3304/2005, οι διακρίσεις που λαμβάνουν χώρα στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας και οφείλονται στην ηλικία του ατόμου εξακολουθούν να αποτελούν μία πραγματικότητα.

1. Μουσούρου, Λ., Εισαγωγή στην κοινωνιολογία των ηλικιών και των γενεών, 2005, σελ., 13-14.

2. Μουσούρου, Λ., ό.π., σελ., 103, Giddens, A., Κοινωνιολογία, 2002, σελ. 96.

3. Hughes, M./Kroehler, C., Κοινωνιολογία, Οι βασικές έννοιες, 2007, σελ. 198.

4. Βλ. Young, Μ./Schuller, Τ., Life After Work : The arrival of the Ageless Society, κατά παραπομπή Giddens, ό.π. 204, οι οποίοι κάνουν λόγο για μία «ηλικιο-εγκλωβίζουσα κοινωνία».

5. Giddens, ό.π. 98.

6. Όπως επισημαίνει η κοινωνική γεροντολογία η αρνητική εικόνα της σωματικής παρακμής είναι τόσο κεντρική στη διαδικασία της διάκρισης των ανθρώπων με βάση την ηλικία τους, όσο μπορεί να είναι και στην περίπτωση της αναπηρίας και προτείνει μία αποσωματοποιημένη προσέγγιση για την αποφυγή των αρνητικών αυτών στοιχείων. Βλ. Lewis, G/Gewirtz, S./Clarke, J., Κοινωνική Πολιτική. Μια άλλη προσέγγιση (2007), 175.

7. Helmuth, L., The wisdom of the wizened, Science, 2003 κατά παραπομπή Hughes, M./Kroehler, C., Κοινωνιολογία, ό.π., σελ. 202.

8. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με άρθρο της ηλεκτρονικής εφημερίδας ΈΘΝΟΣ της 24.3.2021, ερευνητές από τις Η.Π.Α. με επικεφαλής τον Μάξγουελ Έλιοτ του Πανεπιστημίου Ντιουκ της Β. Καρολίνα, δημοσίευσαν σχετικά πρόσφατα στο περιοδικό “Nature Aging” το πόρισμα έρευνας που διεξήχθη σε 1.037 ανθρώπους από τη γέννησή τους μέχρι την ηλικία των 45 ετών και βασίστηκε στη μελέτη μιας σειράς από βιοδείκτες που συνδέονται με τη γήρανση. Η έρευνα έδειξε ότι ο ρυθμός βιολογικής γήρανσης, ο οποίος βρέθηκε να ξεκινά μόλις στην ηλικία των 26 ετών, ήταν ουσιωδώς διαφορετικός μεταξύ των ατόμων που ερευνήθηκαν, κυμαινόμενος από τα 0,4 έτη έως τα 2,5 έτη βιολογικής ηλικίας ανά έτος χρονολογικής ηλικίας.

9. Calasanti, Τ.,/Zajicek, A. Gender, the state, and constructing the old as independent : Lessons from the economic transition in Poland, The Gerontologist, 1997 κατά παραπομπή Hughes, M./Kroehler, ό.π., σελ. 203.

10. Το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

11. Μουσούρου, Λ., ό.π., σελ., 81.

12. Κουκιάδης, Ι., Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας, 2017, σελ. 364-365.

13. βλ. σχετικά Ζερδελή, Δ. Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας στο ευρωπαϊκό και το ελληνικό εργατικό δίκαιο, 2018, σελ. 1-4.

14. Ζερδελής, Δ., ΕΕΔ 68/2009, 1010επ., Ο ίδιος, Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας στο ευρωπαϊκό και το ελληνικό εργατικό δίκαιο,. 2, U. Wendeling-Schroder, NZA 24/2007. 1399. 1400.

15. βλ. Young, Μ./Schuller, Τ., Life After Work : The arrival of the Ageless Society.

16. Το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει ότι «όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο». Συνεπώς, δεν καλύπτει τις διακρίσεις λόγω ηλικίας. Σημειωτέον δε ότι, η συνταγματική προστασία ενάντια στις διακρίσεις θα μπορούσε να διευρυνθεί με την τροποποίηση του άρθρου αυτού κατά την πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2019. Ωστόσο, η πρόταση τροποποίησης του άρθρου 5, που προέβλεπε τη ρητή προσθήκη της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, καταψηφίστηκε από τη Βουλή (120 βουλευτές ψήφισαν υπέρ, 170 την καταψήφισαν και 7 δήλωσαν «παρών»). Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία καταδίκασε τη μη αναθεώρηση του συγκεκριμένου άρθρου, τονίζοντας ότι ήταν αυτονόητη η συμπερίληψη όχι μόνο του φύλου, της ταυτότητας φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού του φύλου, αλλά και της αναπηρίας, της ηλικίας και της συμμετοχής σε εθνική μειονότητα και ότι η αναθεώρηση θα διασφάλιζε την εδραίωση των δεσμεύσεων της Ελλάδας σύμφωνα με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το απαγορευμένο έδαφος διακρίσεων.

Back to Top