Η ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
από 23,80 €
Έως 51,80 €
- Έκδοση: 2024
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 136
- ISBN: 978-618-08-0408-9
Η άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων αποτελεί έναν θεσμό του δικαίου των νεώτερων χρόνων, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα καταστρατήγησης του θεσμού των νομικών προσώπων. Το ζήτημα έχει απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία σε διεθνές επίπεδο. Ο θεσμός έχει εφαρμοστεί στο εμπορικό δίκαιο. Στο παρόν έργο επιχειρείται η ανάδειξη εκείνων των περιπτώσεων στις οποίες η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου μπορεί να εφαρμοστεί στο πεδίο του εργατικού δικαίου, όπου τα μέρη είναι άνισα διαπραγματευτικά.
Στο βιβλίο παρουσιάζονται και αναλύονται ιδίως:
- Περιπτώσεις άρσης της αυτοτέλειας στην ελληνική θεωρία και νομολογία
- Ανάλυση του φαινομένου στο επίπεδο των ομίλων επιχειρήσεων
- Ανάλυση του φαινομένου σε περιπτώσεις με σαφές νομοθετικό πλαίσιο, όπως η μεταβίβαση επιχείρησης, ο γνήσιος δανεισμός, η προσωρινή απασχόληση και η σύμβαση έργου
Το έργο απευθύνεται σε δικηγόρους, δικαστές και εν γένει νομικούς που ασχολούνται με το εργατικό δίκαιο και θέλουν να ενημερωθούν εις βάθος για το εν λόγω ζήτημα.
Πρόλογος Διευθυντή Σειράς VII
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ IX
Εισαγωγή 1
I. Η άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων
έναντι των μελών τους
1. Γενική θεωρία των νομικών προσώπων και η αρχή της αυτοτέλειας 5
2. Αποκλίσεις από την αρχή της αυτοτέλειας –
Άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου 7
2.1. Η θεωρία για την άρση της αυτοτέλειας αναφορικά με τα φυσικά πρόσωπα 7
2.2. Περιπτώσεις άρσης της αυτοτέλειας 11
3. Η αντιμετώπιση του ζητήματος από την ελληνική θεωρία /
στο ελληνικό δίκαιο και την νομολογία 13
4. Ενδιάμεσα συμπεράσματα 23
II. Η άρση της αυτοτέλειας
σε επίπεδο ομίλων επιχειρήσεων
1. Η ευθύνη στους ομίλους επιχειρήσεων – Συγκεκριμένα η ευθύνη
της μητρικής έναντι υποχρεώσεων της θυγατρικής εταιρίας 25
1.1. Έννοια ομίλων επιχειρήσεων και η οικονομική σημασία του φαινομένου 25
2. Η θεμελίωση της ευθύνης της μητρικής εταιρίας για τις υποχρεώσεις
της θυγατρικής 27
2.1. Ενδοσυμβατική ευθύνη της μητρικής επιχείρησης 28
2.2. Εκ του νόμου ευθύνη της μητρικής 28
2.3. Η ευθύνη της μητρικής στο εργατικό δίκαιο. Ιδίως η προβληματική
του πραγματικού εργοδότη 32
2.3.1. Εισαγωγικά 32
2.3.2. Η αυτοτέλεια των συνδεδεμένων επιχειρήσεων και η κάμψη αυτή 34
3. Η απουσία ειδικής νομοθετικής ρύθμισης και η αναγκαιότητα αυτής 40
4. Ενδιάμεσα συμπεράσματα 41
III. Περιπτώσεις που ρυθμίζονται
ειδικώς στο εργατικό δίκαιο
1. Μεταβίβαση επιχείρησης και άρση της αυτοτέλειας 43
1.1. Εισαγωγικά 43
1.2. Εφαρμογή του θεσμού της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου
σε περιπτώσεις μεταβίβασης επιχειρήσεων 46
2. Η διάσπαση της εργοδοτικής ιδιότητας και άρση της αυτοτέλειας 51
2.1. Γνήσιος δανεισμός 51
2.2. Ο μη γνήσιος ή κατ’ επάγγελμα δανεισμός (προσωρινή απασχόληση) 53
2.3. Σύμβαση έργου και outsourcing 57
2.4. Ειδικές ρυθμίσεις για την επέκταση της εργοδοτικής ιδιότητας 60
2.4.1. Η διάταξη του άρθρου ΑΚ 702 61
2.4.2. Η περίπτωση των εργαζομένων σε εταιρίες φύλαξης και καθαρισμού
(άρ. 68 ν. 3863/2010) 62
2.4.3. Η αλληλέγγυα ευθύνη του άρθρου 9 του ν. 4558/2018 64
2.5. Σύμβαση έργου και (υποκρυπτόμενη) προσωρινή απασχόληση 67
2.6. Αξιοποίηση του θεσμού της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου
στην εργοδοτική διάσπαση της επιχείρησης 76
3. Ενδιάμεσα συμπεράσματα 79
Τελικά Συμπεράσματα 83
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ 87
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 115
Αλφαβητικό Ευρετήριο 121
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η σπουδαιότητα που διαδραματίζουν τα νομικά πρόσωπα στο δικαιικό και όχι μόνο χώρο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αποτέλεσαν αποκλειστικό δημιούργημα του δικαίου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες της οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το σημαντικότερο απότοκο της λειτουργίας τους είναι η νομική προσωπικότητα που διαθέτουν, ιδιαίτερη έκφανση της οποίας αποτελεί η ικανότητα ευθύνης αυτού, ανεξάρτητη από την ευθύνη των μελών του, ήτοι η αρχή του χωρισμού ή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.
Ωστόσο η νομική προσωπικότητα είναι ιδιότητα, η οποία έχει απονεμηθεί από το δίκαιο και αναγνωρίζεται από συγκεκριμένες διατάξεις, κυρίως του ΑΚ. Επομένως ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να μην είναι απόλυτη, αλλά να παραμερίζεται είτε όταν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη είτε όταν συνάγεται από την εφαρμογή λοιπών διατάξεων. Η αυτοτέλεια είναι τόση όση επιβάλλει ο νόμος για την εξυπηρέτηση των σκοπών, τους οποίους επιτελεί. Ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, είτε κατά τις διατάξεις για την αδικοπραξία (914 επ. ΑΚ), δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Η προαναφερόμενη αρχή (ή θεωρία) είναι γνωστή ως παραμερισμός ή κάμψη της νομικής προσωπικότητας (disregard of legal entity ή Missachtung der juristischen person) ή άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Στην περίπτωση αυτή και για τη συγκεκριμένη υπό κρίση περίσταση, ο χωρισμός του νομικού προσώπου από τα μέλη του δεν λαμβάνεται υπόψη και το νομικό πρόσωπο ταυτίζεται με αυτά, με αποτέλεσμα είτε έννομες συνέπειες που θα ίσχυαν μόνο για το νομικό πρόσωπο να επέλθουν και στα μέλη του, είτε νομικές καταστάσεις ή ιδιότητες, που χαρακτηρίζουν μόνο τα μέλη, να ληφθούν υπόψη και για τη νομική μεταχείριση αυτού, είτε τέλος να μην επέλθουν για το νομικό πρόσωπο ή τα μέλη του ή και για τα δύο, έννομα αποτελέσματα που προϋποθέτουν τον μεταξύ τους χωρισμό.
Σελ. 2
Το ζήτημα έχει απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία σε διεθνές επίπεδο. Κοινή αφετηρία της διατυπωθείσας νομικής σκέψης είναι το γεγονός ότι η συνταγματικά κατοχυρωμένη επιχειρηματική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1 Σ), δίνει τη δυνατότητα της επιλογής του εταιρικού τύπου ή έστω τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής με στόχο την επίτευξη κέρδους και τη μείωση των αντίστοιχων δαπανών. Παρά ταύτα, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανωτέρω επιλογή γίνεται προκειμένου να επιτευχθούν σκοποί διαφορετικοί από εκείνους που, κατά την αντίληψη της έννομης τάξης, υπηρετεί ο θεσμός αυτός ή ακόμη και σκοπούς που αποδοκιμάζονται από αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν, ανακύπτει το ενδεχόμενο άρσης της αυτοτέλειας είτε κατ’ εφαρμογή ειδικής διάταξης είτε με την προσφυγή μας στις γενικές ρήτρες του ΑΚ (καλή πίστη, χρηστά ήθη και καταχρηστική άσκηση δικαιώματος 281, 288, 200 ΑΚ), αποδεικνύοντας ότι η νομική προσωπικότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό.
Στην ελληνική έννομη τάξη υπάρχουν ρυθμίσεις που ρητά αποκλίνουν από την αρχή του χωρισμού, ωστόσο το φαινόμενο δεν εξαντλείται σε αυτές τις περιπτώσεις. Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται η ανάδειξη εκείνων των περιπτώσεων στις οποίες η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ουσιαστικά επαναφέρει την ισορροπία που έχει διαταραχθεί ως προς τα έννομα συμφέροντα που διακυβεύονται, με ιδιαίτερη έμφαση στο χώρο του εργατικού δικαίου, ένα χώρο ιδιαιτέρως φορτισμένο λόγω του κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα των σχέσεων που αναπτύσσονται και της διαπραγματευτικής ανισότητας μεταξύ των μερών.
Στο πρώτο κεφάλαιο, με αφετηρία τις παραδοχές αναφορικά με την αρχή του χωρισμού, αναλύεται το φαινόμενο της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου έναντι των μελών του, όπως η θεωρία το έχει αντιμετωπίσει στο γενικό του πλαίσιο, με βασικά ερμηνευτικά και αξιολογικά εργαλεία τις βασικές αρχές του αστικού δικαίου περί χρηστών ηθών και κατάχρησης δικαιώματος (και θεσμού).
Στη συνέχεια εξετάζεται το φαινόμενο σε επίπεδο ομίλων επιχειρήσεων, με ιδιαίτερη αναφορά στην προβληματική της αναζήτησης του πραγματικού εργοδότη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί το εξής: η προβληματική στη θεωρία μέχρι και σήμερα εστιάζει στις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής, κυρίως εξαιτίας της οικονομικής εξάρτησης που υπάρχει. Ωστόσο προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι εντός των ομίλων επιχειρήσεων δεν δημιουργούνται αποκλειστικά σχέσεις μεταξύ της μητρικής και των θυγατρικών της, αλλά οι σχέσεις διαπλέκονται και σε οριζόντιο επίπεδο, ήτοι μεταξύ των θυγατρικών. Μάλιστα οι θυγατρικές δεν είναι εξ ορισμού και στην ίδια κατάσταση από άποψη κεφαλαίων, οικονομικής κατάστασης και εν γένει δυναμικότητας. Έτσι είναι σφόδρα πιθανόν μια θυγατρική, εξαιτίας της οικονομικής της ευρωστίας να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε αδελφή εταιρία και ουσιαστικά να επηρεάζει την εξέλιξή της. Και στις περιπτώσεις αυτές, η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου μπορεί να αποτελέσει το κατάλληλο εργαλείο προκειμένου να αποδοθεί η (συν) ευθύνη που δημιουργείται από τη δραστηριότητα της «ασθενέ-
Σελ. 3
στερης» οικονομικά θυγατρικής εταιρίας, όταν δηλ. αυτή αποτελεί το νομικό μανδύα δράσης του ισχυρότερου νομικού προσώπου.
Ζητήματα, όμως, που αφορούν τον πυρήνα του εργατικού δικαίου και σχετίζονται με την καταχρηστική αξιοποίηση ενός θεσμού, δεν εμφανίζονται μόνο στο πλαίσιο των ομίλων επιχειρήσεων, πεδίο εν πολλοίς ελλιπώς ρυθμισμένο. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως στη νομολογία, παρατηρείται ότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας αξιοποιείται και σε περιπτώσεις, για τις οποίες υπάρχει σαφές νομοθετικό πλαίσιο. Τα φαινόμενα που θα σχολιαστούν στην παρούσα μελέτη είναι η μεταβίβαση επιχείρησης, ο γνήσιος δανεισμός, η προσωρινή απασχόληση και η σύμβαση έργου.
Όσον αφορά στη μεταβίβαση επιχείρησης, θεσμό με ευρεία εφαρμογή τόσο στο επίπεδο των ομίλων επιχειρήσεων αλλά και σε ανεξάρτητες (έστω φαινομενικά) επιχειρήσεις, ο νόμος έχει ρυθμίσει τα ζητήματα που συνδέονται με τις εργασιακές σχέσεις, με τη μεταβίβαση των ατομικών συμβάσεων εργασίας και με την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Ωστόσο, το εργασιακό κόστος που θα προκύψει από τη μεταβίβαση είναι ένας από τους παράγοντες που ο διάδοχος λαμβάνει σοβαρά υπόψιν για τη λήψη της απόφασης αναφορικά με την απόκτηση της εταιρίας αυτής. Στην περίπτωση των ομίλων επιχειρήσεων, αν η μεταβίβαση λάβει χώρα μεταξύ εταιριών του ομίλου, δεν χρειάζεται να ενεργοποιηθεί ο θεσμός της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη των εμπλεκομένων εταιριών.
Το ζήτημα ανακύπτει όταν τρίτο πρόσωπο, νομικό ή φυσικό με την ιδιότητα του μετόχου ή διαχειριστή, χρησιμοποιεί τις δυο εμπλεκόμενες εταιρίες κατά τρόπο αθέμιτο. Ελέγχει ουσιαστικά και τις δυο εταιρίες και με οικονομικές μεθοδεύσεις αποφεύγει την εκπλήρωση γεγενημένων υποχρεώσεων. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, ο θεσμός της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου μπορεί να αξιοποιηθεί, συμπληρωματικά με τις διατάξεις περί μεταβίβασης, προκειμένου να αποδοθούν οι αντίστοιχες ευθύνες.
Όσον αφορά στην εργοδοτική διάσπαση της επιχείρησης, είναι θεμιτό ένας επιχειρηματίας / εργοδότης να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα οργανώσει την επιχείρησή του, όπως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο θα επιλέξει και θα απασχολήσει το προσωπικό. Η επιλογή είτε του δανεισμού (γνήσιου ή κατ’ επάγγελμα), είτε των συμβάσεων έργου και outsourcing είναι εκδήλωση της επιχειρηματικής ελευθερίας και στόχο έχει την ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης στον οικονομικό χώρο όπου κινείται.
Πράγματι με την απομάκρυνση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών, που παραδοσιακά παρέχονται σε εσωτερικό της, εκτός της επιχείρησης, με την ανάθεσή τους σε τρίτους, μειώνεται το λειτουργικό κόστος μιας επιχείρησης κυρίως με τον περιορισμό των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία. Ενώ είναι σαφές ότι οι επιχειρηματικές αυτές επιλογές βασίζονται σε θεσμούς που ρυθμίζονται νομοθετικά, θα πρέ-
Σελ. 4
πει να εξεταστεί αν οι θεσμοί αυτοί χρησιμοποιούνται καταχρηστικά, προκειμένου να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα των ασθενέστερων εργαζομένων.
Και εδώ βρίσκει θεωρητικό έδαφος η προβληματική του πραγματικού εργοδότη, η οποία αξιολογείται κατά την εξέταση του θεσμού της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Αφετηρία της προβληματικής αποτελεί ξανά το γεγονός ότι ο εργοδότης στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας και της ιδιωτικής αυτονομίας μπορεί να προσφύγει στα εργαλεία που του παρέχει ο νόμος προκειμένου να αξιοποιήσει το αποτέλεσμα της εργασίας άλλων προσώπων μέσα από διαφορετικές μορφές, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται τη μη εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας. Η πρακτική αυτή δεν είναι εξ ορισμού αθέμιτη. Θα πρέπει, όμως, εξετάζοντας κατά περίπτωση, να ελεγχθεί, αν το τρίτο αυτό πρόσωπο (εργολάβος με σύμβαση έργου ή outsourcing, ακόμη και ΕΠΑ εντός ενός ομίλου επιχειρήσεων) λειτουργεί ως κατασκευασμένο με πρόθεση καταστρατήγησης και εκμετάλλευσης του ασθενέστερου μέρους στο εργατικό δίκαιο, δηλαδή του εργαζομένου. Πρόσφορη είναι η θεωρία που εκτέθηκε προηγουμένως για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, όταν δηλαδή το νομικό πρόσωπο (στην περίπτωσή μας εργολάβος ή ΕΠΑ) χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση σκοπών που αποδοκιμάζονται από το δίκαιο, οπότε και έχουμε κατάχρηση του θεσμού του νομικού προσώπου.
Παρά την ύπαρξη ειδικών ρυθμίσεων αναφορικά με το ποιος φέρει την ευθύνη στην εκάστοτε περίπτωση, εν προκειμένω τις ευθύνες που απορρέουν από την εργοδοτική ιδιότητα, δεν λείπουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εν λόγω θεσμοί χρησιμοποιούνται καταχρηστικά.
Στο τέλος, επιχειρείται εν είδει συμπερασμάτων μια συνολική αποτίμηση του φαινομένου της άρσης της αυτοτέλειας στο εργατικό δίκαιο.
Σελ. 5
Η ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥΣ
1. Γενική θεωρία των νομικών προσώπων και η αρχή της αυτοτέλειας
Η διαρκής εξέλιξη των οικονομικών και όχι μόνο συναλλαγών, ήδη από το 19 αιώνα, είχε δημιουργήσει την ανάγκη συνεργασίας των φυσικών προσώπων για την επιδίωξη των διαρκών αυτών σκοπών, είτε με τη συνένωσή τους σε ομάδες, είτε με την συγκέντρωση των περιουσιακών τους στοιχείων. Οι ενώσεις αυτές είναι απαραίτητο να έχουν μονιμότητα και ανεξαρτησία από τα εκάστοτε πρόσωπα που τις αποτελούν ή που συνεισέφεραν τις περιουσίες τους. Οι ανωτέρω αυτοί οργανισμοί χαρακτηρίζονται νομικά πρόσωπα, σε αντιδιαστολή με τα φυσικά πρόσωπα, καθώς αποτελούν δημιούργημα της έννομης τάξης.
Τα νομικά πρόσωπα είναι υποκείμενα δικαίου και συνεπώς αποκτούν ικανότητα δικαίου και βουλήσεως (νομική προσωπικότητα). Η ικανότητα δικαίου των νομικών προσώπων ρυθμίζεται στον ΑΚ (άρθρα 61 επ.) και ουσιαστικά πρόκειται για την ικανότητα του νομικού προσώπου να αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις και να είναι φορέας περιουσίας χωριστής από τις περιουσίες των μελών του. Επιπλέον από την πλευρά του δικονομικού δικαίου, το νομικό πρόσωπο αποκτά την ικανότητα να είναι διάδικος (ΚΠολΔ 62), να παρίσταται στο δικαστήριο (ΚΠολΔ 63, 64), να είναι υποκείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης και υποκείμενο πτωχεύσεως, να έχει την εμπορική ιδιότητα. Η ικανότητα δικαίου βεβαίως προϋποθέτει ότι έχουν τηρηθεί οι διατάξεις της οικείας νομοθεσίας που διέπουν την ίδρυση και τη λειτουργία τους.
Σελ. 6
Σημαντική έκφανση της νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου αποτελεί η ικανότητα ευθύνης αυτού, ανεξάρτητη από την ευθύνη των μελών του. Η αυτοτέλεια της ευθύνης αποτελεί σαφή δικαιοπολιτική επιλογή, και όχι αναγκαίο στοιχείο της απόκτησης της νομικής προσωπικότητας. Η ευθύνη αυτή μετουσιώνεται σε μια από τις θεμελιώδεις αρχές της νομικής προσωπικότητας, της αρχής του χωρισμού (Trennungsprinzip) ή αλλιώς της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Σύμφωνα μ’ αυτήν το νομικό πρόσωπο θεωρείται ως αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και διακρίνεται από τα πρόσωπα ή την περιουσία των μελών που το αποτελούν ως κάτι ξεχωριστό από αυτά. Έτσι, το νομικό πρόσωπο υπάρχει και λειτουργεί ως οντότητα αυθύπαρκτη στον κοινωνικό χώρο και συνεχή στο χρόνο, χωρίς να επηρεάζεται από την προσωπικότητα του κάθε μέλους του, και φέρει αυτό δική του αποκλειστικά ευθύνη για τις υποχρεώσεις του, χωρίς να την επιρρίπτει στα μέλη του, υπό διττή έννοια: ότι για τις υποχρεώσεις του χωρεί εξαναγκασμός με τα μέσα του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου μόνο εναντίον του (όχι και εναντίον των μελών του) και ότι εναντίον του χωρεί εξαναγκασμός μόνο για τις υποχρεώσεις του (όχι και γι’ αυτές των μελών του). Συνεπώς, τα μέλη του νομικού προσώπου δεν φέρουν ευθύνη για τις υποχρεώσεις του τελευταίου, η περιουσία του οποίου είναι υπέγγυα.
Η αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων επινοήθηκε με σκοπό τη χρηστή διαχείριση των επιχειρηματικών κινδύνων και, κατ’ επέκταση, την ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Βάσει αυτής είναι δυνατή η ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου μέχρι κάποιο ποσό, χωρίς το φυσικό πρόσωπο – επιχειρηματίας να ευθύνεται έναντι τρίτων με το σύνολο της περιουσίας του. Εξ αυτού του λόγου, η αρχή αυτή έχει ευρύτατο πεδίο εφαρμογής στις κεφαλαιουχικές εταιρίες, ενώ ισχύει και για τις μονοπρόσωπες εταιρίες, εκεί όπου εμφανίζονται και τα περισσότερα νομολογιακά παραδείγματα, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω.
Η αρχή της αυτοτέλειας επιτρέπει στους κοινωνούς του δικαίου να αναπτύσσουν αυτοδύναμη οικονομική δραστηριότητα. Το γεγονός ότι ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα διοχετεύουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα σε ένα νομικό πρόσωπο, που μπορεί να έχει μεταξύ άλλων τη μορφή μιας προσωπικής ή κεφαλαιουχικής εταιρίας, και ότι χρησιμοποιούν τη νομική προσωπικότητα ως μηχανισμό απορρόφησης
Σελ. 7
των δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την ταύτιση των μελών με το νομικό πρόσωπο και τη μεταφορά στα ίδια της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε μάλιστα ότι η επιλογή συγκεκριμένου επιχειρηματικού / εταιρικού τύπου βρίσκεται στον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της επιχειρηματικής ελευθερίας. Η επιχειρηματική ελευθερία συνδέεται με την επαγγελματική ελευθερία, η έννοια της οποίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ελευθερία ίδρυσης, οργάνωσης, λειτουργίας έως και το κλείσιμο μιας επιχείρησης.
Η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων αυτών και συγκεκριμένα η ίδρυση ενός νομικού προσώπου με σκοπό τον περιορισμό της ευθύνης των μελών του από τη δραστηριότητα, που πρόκειται να αναπτυχθεί μέσω αυτού όχι μόνο δεν αποδοκιμάζεται από το νομοθέτη, αλλά εμπίπτει στους επιδιωκόμενους από το δίκαιο σκοπούς, που οδηγούν στην αναγνώριση του νομικού προσώπου ως αυτοτελούς υποκειμένου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Γι’ αυτό άλλωστε και διαχωρίζουμε το νομικό πρόσωπο / επιχείρηση από το φυσικό πρόσωπο / επιχειρηματία. Εξυπηρετούνται κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες, όπως η εξειδίκευση και ο καταμερισμός των κινδύνων στην άσκηση εμπορικής δραστηριότητας με αναγκαία συνέπεια τον περιορισμό της προσωπικής ευθύνης, τη μείωση του κόστους αλλά και το άνοιγμα της αγοράς με τη δυνατότητα συμμετοχής μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων. Μάλιστα, όπου ο νομοθέτης, κατ’ εξαίρεση, ήθελε να ευθύνονται παράλληλα με το νομικό πρόσωπο τα μέλη του ή τα όργανά του, το προέβλεψε ρητώς, ιδίως στις περιπτώσεις των προσωπικών εταιρειών και της ΙΚΕ.
2. Αποκλίσεις από την αρχή της αυτοτέλειας – Άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου
2.1. Η θεωρία για την άρση της αυτοτέλειας αναφορικά με τα φυσικά πρόσωπα
Αφ’ ης στιγμής η νομική προσωπικότητα είναι ιδιότητα η οποία έχει απονεμηθεί από το δίκαιο και αναγνωρίζεται από συγκεκριμένες διατάξεις του ΑΚ, είναι εύλογο να
Σελ. 8
μην είναι απόλυτη αλλά να παραμερίζεται είτε όταν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη είτε όταν συνάγεται από την εφαρμογή λοιπών διατάξεων. Η αυτοτέλεια είναι τόση όση επιβάλλει ο νόμος για την εξυπηρέτηση των σκοπών, τους οποίους επιτελεί. Ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, είτε κατά τις διατάξεις για την αδικοπραξία (914 επ. ΑΚ), δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου δεν αποτελεί τον κανόνα, αλλά θα πρέπει να εξετάζεται ιδιαιτέρως σοβαρά η κάθε περίπτωση (ad hoc), προκειμένου να εφαρμοστεί ο κανόνας αυτός.
Η προαναφερόμενη αρχή (ή θεωρία) είναι γνωστή ως παραμερισμός ή κάμψη ή μη σεβασμός ή αγνόηση ή κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας (disregard of legal entity ή Missachtung der juristischen person) ή άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ή αφαίρεση του μανδύα του ν.π., (lifting the corporate veil) ή διείσδυση στο υπόστρωμά του (piercing the veil of corporate entity ή durchgriff auf den substrat der juristischen person), ή αρχή της ταυτότητας του νομικού προσώπου με τα μέλη του (identitat der juristischen person mit ihren mitgliedem).
Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτήν, σε ορισμένες περιπτώσεις ο χωρισμός του νομικού προσώπου από τα μέλη του δεν λαμβάνεται υπόψη και το νομικό πρόσωπο ταυτίζεται μ’ αυτά, με αποτέλεσμα είτε έννομες συνέπειες που θα ίσχυαν μόνο για το νομικό πρόσωπο να επέλθουν και στα μέλη του, είτε νομικές καταστάσεις ή ιδιότητες, που χαρακτηρίζουν μόνο τα μέλη, να ληφθούν υπόψη και για τη νομική μεταχείριση αυτού, είτε τέλος να μην επέλθουν για το νομικό πρόσωπο ή τα μέλη του ή και για τα δύο, έννομα αποτελέσματα που προϋποθέτουν τον μεταξύ τους χωρισμό. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η νομική προσωπικότητα δεν καταλύεται, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη περίσταση, με αποτέλεσμα την εις ολόκληρον ευθύνη του νομικού προσώπου και των μελών του.
Τα ανωτέρω αποτελούν ουσιαστικά την καταγραφή των συνεπειών που επιφέρει η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ήτοι την ταύτιση του νομικού προσώπου με τα μέλη του. Οι προϋποθέσεις και ο τρόπος εφαρμογής της άρσης είναι έργο
Σελ. 9
του ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου. Μάλιστα, όπως θα αναλυθεί, ιδίως στο εργατικό δίκαιο που εξετάζει η παρούσα μελέτη, η νομολογία εξετάζοντας διαφορετικές περιπτώσεις έχει προβεί τα τελευταία χρόνια στον προσδιορισμό κριτηρίων που επιτρέπουν την υπαγωγή στην εν λόγω αρχή, με κυρίαρχο σκοπό την ασφάλεια δικαίου.
Κοινή αφετηρία των αποκρυσταλλωμένων απόψεων των δικαστηρίων (όχι μόνο σε ημεδαπό επίπεδο) είναι το γεγονός ότι μόνη η επιλογή εταιρικού τύπου, ο οποίος εξασφαλίζει περιορισμένη ευθύνη στου μετέχοντες σε αυτόν (κατά κύριο λόγο κεφαλαιουχικές εταιρίες), δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να επικαλεστεί κάποιος την άρση της αυτοτέλειας. Κάτι τέτοιο θα προσέκρουε ευθέως σε συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, ιδίως στην επιχειρηματική ελευθερία η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Η επιλογή του κατάλληλου νομικού τύπου, με τον οποίο θα ασκήσει ο επιχειρηματίας την δραστηριότητά του, λαμβάνει χώρα ελεύθερα σύμφωνα με τις επιθυμίες του, τις δυνατότητές του και με προσδιορισμό ορίου ευθύνης, αναλόγως με τον επιλεγέντα εταιρικό τύπο. Όμως εκτός από τα σαφή πλεονεκτήματα που προσφέρει η αρχή του χωρισμού, η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου μπορεί να οδηγήσει και σε επιβλαβή αποτελέσματα, ιδίως στις περιπτώσεις που τα μέλη χρησιμοποιούν το νομικό πρόσωπο για την επιδίωξη αθέμιτων σκοπών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο περιορισμός της ευθύνης του εταίρου ή μετόχου μέχρι του ποσού της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο της εταιρείας δύναται να αποτελέσει το κίνητρο για την ανάληψη επιχειρηματικών αποφάσεων που ενδέχεται να επιφέρουν ζημία στους συναλλασσόμενους με την εταιρεία.
Εδώ η άρση της αυτοτέλειας έρχεται να αποκαταστήσει την ισορροπία των πραγμάτων, όταν αυτή έχει διαταραχθεί στην περίπτωση όπου το νομικό πρόσωπο επιδιώκει σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που, κατά την αντίληψη της έννομης τάξης, υπηρετεί ο θεσμός αυτός ή ακόμη και σκοπούς που αποδοκιμάζονται από αυτήν. Με αυτόν τρόπο λοιπόν, εξετάζεται το ενδεχόμενο άρσης της αυτοτέλειας είτε κατ’ εφαρμογή ειδικής διάταξης είτε με την προσφυγή στις γενικές ρήτρες του ΑΚ (καλή πίστη, χρηστά ήθη και καταχρηστική άσκηση δικαιώματος 281, 288, 200 ΑΚ), αποδεικνύοντας ότι η νομική προσωπικότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό.
Σελ. 10
Αναφορικά με την προσφυγή στις γενικές ρήτρες του ΑΚ και ιδίως την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η άσκηση και μόνο ενός δικαιώματος δεν είναι καταχρηστική εξ ορισμού. Η τελευταία ελέγχεται και απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός / οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το δικαίωμα καθίσταται κοινωνικότερο, αποβάλλοντας ή μετριάζοντας τον κατ’ αρχήν απόλυτο χαρακτήρα του.
Η κατάχρηση δικαιώματος είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία, εκφάνσεις του οποίου απαντώνται και στο πεδίο του εργατικού δικαίου. Επισημαίνεται ότι η θεωρία (και όχι η νομολογία) δέχεται ότι και οι φυσικές ελευθερίες ή «ευχέρειες», όπως είναι η ελευθερία σύναψης σύμβασης, υπάγονται στον κανόνα της ΑΚ 281. Η κριτική δε που ασκείται στην άποψη της νομολογίας, σχετίζεται με το ότι η τελευταία εμμένει στη γραμματική ερμηνεία του όρου δικαίωμα στην ΑΚ 281, σύμφωνα με την οποία στη διάταξη αυτή εμπίπτουν μόνο τα δικαιώματα με στενή έννοια και όχι οι φυσικές ελευθερίες ή ευχέρειες. Η θεωρία εστιάζει στο γεγονός ότι το περιεχόμενο των ελευθεριών είναι ασαφές και ευρύ, με αποτέλεσμα ο κίνδυνος νομιμοφανούς αλλά κακόπιστης άσκησής τους είναι μεγαλύτερος. Αξιοσημείωτο είναι το ότι για την προστασία των καταναλωτών υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη αναφορικά με την υπαγωγή της ελευθερίας των συμβάσεων στον έλεγχο της καταχρηστικότητας (Ν 2251/1994), ιδίως ως προς την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ, η οποία θεωρείται εξειδίκευση του βασικού κανόνα του άρθρου ΑΚ 281, όσον αφορά στην απαγόρευση κατάχρησης ενός θεσμού.
Ειδικότερα στο πεδίο του Εργατικού Δικαίου, κρίσιμο γνώρισμα της σύμβασης εργασίας και των σχέσεων που αναπτύσσονται είναι η ανισότητα των μερών, διαπραγματευτική και όχι μόνον. Ο εργοδότης, στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπερέχει έναντι του εργαζομένου, για το λόγο αυτό η θεμελιώδης διάταξη της ΑΚ 281 λειτουργεί εξισορροπητικά, λειτουργώντας ως η ουσιαστική δικαιοσύνη που εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψιν τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Ωστόσο η δια-
Σελ. 11
πραγματευτική αυτή ανισότητα δεν σημαίνει εξ ορισμού ότι λαμβάνει χώρα και καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρος του εργοδότη. Η υπέρβαση θα πρέπει τουλάχιστον να είναι προφανής και εις βάρος του εργαζομένου.
2.2. Περιπτώσεις άρσης της αυτοτέλειας
Στη θεωρία έχει επιχειρηθεί μια στοιχειώδης κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, η οποία κατά κύριο λόγο έχει βασιστεί στο ποιος εν τέλει ευθύνεται για τις δημιουργούμενες αξιώσεις.
Η συνηθέστερη μορφή άρσης, η οποία και θα αποτελέσει το κύριο περιεχόμενο της παρούσας ιδίως από πλευράς εργατικού δικαίου, είναι η εχθρική ή εξωτερική άρση της αυτοτέλειας. Πρόκειται ουσιαστικά για τη θεμελίωση ευθύνης (εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο) των μελών του νομικού προσώπου για τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις που ανέλαβε το τελευταίο. Η μορφή αυτή έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής κυρίως στην ανώνυμη εταιρία, στην ΕΠΕ και στην ναυτική εταιρία (πολλώ δε μάλλον στις μονοπρόσωπες μορφές αυτών), ιδίως όταν η εταιρία αδυνατεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της, και ο ρόλος που επιτελεί είναι διασφαλιστικός των συμφερόντων των τρίτων / δανειστών, καθώς επίσης και στις εξωχώριες εταιρείες.
Όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως, η καταφυγή σε αυτό το εργαλείο και η μετακύλιση της ευθύνης του νομικού προσώπου στα μέλη του δεν θα πρέπει να γίνεται αδιάκριτα. Απαιτείται οι συνθήκες να είναι τέτοιες, ώστε η επίκληση της χωριστής νομικής προσωπικότητας να συνιστά κατάχρηση του θεσμού του νομικού προσώπου. Νομολογιακά, έχει επιχειρηθεί η διαμόρφωση ενός πλαισίου κριτηρίων, σύμφωνα με τα οποία ο δικαστής θα είναι σε θέση να αποφανθεί υπέρ ή όχι της αυτοτέλειας, χωρίς ωστόσο να παραβλέπεται ότι η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται ξεχωριστά, αφού συνεκτιμηθούν και οι λοιπές συνθήκες αυτής.
Ενδεικτικά, κριτήρια υπέρ της άρσης αποτελούν η σύγχυση περιουσίας κυρίου μετόχου ή εταίρου με εκείνη του νομικού προσώπου, η χρησιμοποίηση του προσωπικού του νομικού προσώπου για προσωπικές ανάγκες του κυρίου μετόχου, η χρησιμοποίηση ίδιων εγκαταστάσεων και διακριτικών γνωρισμάτων, χρησιμοποίηση των ίδιων
Σελ. 12
τραπεζικών λογαριασμών. Αντίθετα η συγκέντρωση των μετοχών σε ένα πρόσωπο από μόνη της δεν συνηγορεί υπέρ της άρσης, καθώς άλλωστε προβλέπεται ρητώς στην οικεία νομοθεσία η σύσταση μονοπρόσωπων κεφαλαιουχικών εταιρειών, ούτε επίσης και η συμμετοχή στα όργανα διοίκησης του νομικού προσώπου, ακόμη και μονοπρόσωπων όπου αυτό προβλέπεται, εξ αυτών μόνον των λόγων.
Στον αντίποδα της εχθρικής άρσης βρίσκεται η φιλική ή εσωτερική άρση της αυτοτέλειας. Στην περίπτωση αυτή η αυτοτέλεια κάμπτεται προς όφελος των μελών του νομικού προσώπου ή και του ίδιου. Στην πράξη η εν λόγω αρχή εφαρμόζεται για την διαφύλαξη των εννόμων συμφερόντων των μελών. Ενδεικτική περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία μέλη του νομικού προσώπου εξαιτίας αδράνειας του τελευταίου, στρέφονται τα ίδια κατά διαχειριστών για ζημίες που υπέστη το νομικό πρόσωπο διεκδικώντας αποζημίωση ή διεκδικούν αξιώσεις του νομικού προσώπου έναντι τρίτων οφειλετών. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι κατά τη λειτουργία ενός νομικού προσώπου δεν θίγονται μόνον τα συμφέροντα των μελών του, αλλά και άλλων προσώπων και δη ευαίσθητων ομάδων, όπως είναι οι εργαζόμενοι. Εξ αυτού του λόγου, η καταφυγή στην εσωτερική άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς και στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων.
Σπάνια μορφή άρσης αποτελεί η λεγόμενη αντίθετη άρση, σύμφωνα με την οποία το νομικό πρόσωπο καλείται να ευθύνεται για υποχρεώσεις των μελών του έναντι τρίτων, ανεξάρτητα από την ιδιότητα τους ως μέλη του νομικού προσώπου και ανεξάρτητα από την δραστηριότητά του. Οι επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί από την θεωρία εστιάζουν κυρίως στο γεγονός ότι με αυτόν τον τρόπο η περιουσία του νομικού προσώπου είναι υπέγγυα και για τους δανειστές των μελών του, κάτι που προσκρούει στους κανόνες σχετικά με το εταιρικό κεφάλαιο.
Σελ. 13
Στο πλαίσιο των ανωτέρω διακρίσεων, θα πρέπει να ενταχθούν και οι αντίστοιχες περιπτώσεις άρσης στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις και στον όμιλο εταιριών, λόγω της οικονομικής και οργανωτικής εξάρτησης που παρατηρείται. Τότε είτε γίνεται λόγος για ευθύνη της μητρικής έναντι υποχρεώσεων των θυγατρικών της, ιδίως στις περιπτώσεις ανεπαρκούς χρηματοδότησης των τελευταίων, είτε για επέκταση της ευθύνης σε έτερη συνδεδεμένη εταιρία. Το φαινόμενο της άρσης της αυτοτέλειας σε επίπεδο ομίλων επιχειρήσεων αποκτά μεγάλη σπουδαιότητα για το εργατικό δίκαιο, όπως θα αναλυθεί στον οικείο τόπο κατωτέρω, αξιοποιώντας και τα πορίσματα της πρόσφατης νομολογίας.
3. Η αντιμετώπιση του ζητήματος από την ελληνική θεωρία / στο ελληνικό δίκαιο και την νομολογία
Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, στο ελληνικό δίκαιο υπάρχουν διατάξεις που προκρίνουν ως λύση για την προστασία των δανειστών την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με αυτό ευθύνη του μέλους ή των μελών του. Δικαιολογητική βάση αυτών των ρυθμίσεων αποτελεί η κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας.
Μια επιτυχημένη ρύθμιση του Έλληνα νομοθέτη ήταν εκείνη του άρθρου 44 παρ. 2 του ν. 3198/1955, κατά την οποία σε περίπτωση αφερεγγυότητας της μονοπρόσωπης ΕΠΕ ευθύνεται απεριόριστα ο μοναδικός εταίρος με την προσωπική του περιουσία. Ουσιαστικά επρόκειτο για de lege lata αναγνώριση άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ως μέσο προστασίας των συναλλασσομένων τόσο εξαιτίας της ιδιομορφίας του θεσμού της μονοπρόσωπης εταιρίας όσο και εξαιτίας τυχόν κατάχρησης του θεσμού. Από μερίδα της θεωρίας το άρθρο αυτό εφαρμοζόταν αναλογικά και στην περίπτωση της μονοπρόσωπης ΑΕ. Παρά τη χρησιμότητά της, η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΠΔ 279/1993 και ενώ πλέον υπάρχει άρθρο που ρυθμίζει αποκλειστικά την μονοπρόσωπη ΕΠΕ (43), δεν υπάρχει καμία απολύτως ρητή αναφορά σε εκ του νόμου άρση της αυτοτέλειας της μονοπρόσωπης ΕΠΕ. Η κατάργηση της διάταξης αυτής επικρίθηκε έντονα από τη θεωρία, χωρίς μέχρι και σήμερα να έχει υπάρξει κάποια νομοθετική παρέμβαση.
Άλλη περίπτωση προβλεπόμενης άρσης της αυτοτέλειας ήταν η πρόβλεψη ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων στην περίπτωση μετατροπής ΟΕ / ΕΕ σε ΕΠΕ ή ΑΕ (άρθρο
Σελ. 14
53 παρ. 4 Ν. 3190/1955 και 67 παρ. 2 υποπαρ. 5 εδ. β΄ Ν. 2190/1920 αντίστοιχα), τα οποία καταργήθηκαν λίαν προσφάτως με το ν. 4601/2019 (άρ. 147).
Στο άρθρο 71 ΑΚ προβλέπεται ευθύνη του νομικού προσώπου για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, ενώ η ευθύνη αυτή συντρέχει με την αντίστοιχη του υπαίτιου οργάνου. Η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων για τις υποχρεώσεις της εταιρίας και μάλιστα με την προσωπική τους περιουσία εξακολουθεί να υπάρχει και με την τροποποίηση των διατάξεων του ΕμπΝ, με το άρθρ. 249 παρ. 1 Ν. 4072/2012. Επιπλέον υπάρχει ευθύνη του μέλους Αγροτικού Συνεταιρισμού έναντι τρίτων μέχρι του ύψους του ποσού της υποχρεωτικής μερίδας του ή με ακέραιο πολλαπλάσιο αυτής (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 4384/2016). Τέλος, η αρχή του χωρισμού δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 32 του ν. 3190/1955, αναφορικά με δάνεια των εταίρων προς την εταιρία, για τα οποία έχει δοθεί εμπράγματη ασφάλεια σε αντικείμενα της εταιρίας.
Επιπλέον, δυο ειδικές διατάξεις, ήτοι το άρθρο 50 του ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 του ν.4646/2019 καθώς και το άρθρο 31 του ν. 4321/2015
Σελ. 15
ρητά προβλέπουν ευθύνη των μελών της διοίκησης του νομικού προσώπου για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές, αλληλέγγυα με το νομικό πρόσωπο.
Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 Ν. 5960/1933) από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι (πλέον του νομικού προσώπου) και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής.
Ωστόσο, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν εφαρμόζεται μόνο στις ειδικώς ρυθμισμένες περιπτώσεις. Κι αυτό γιατί η ανάγκη καταφυγής στο μηχανισμό αυτό εμφανίζεται και μάλιστα ιδιαίτερα έντονη, στις περιπτώσεις που δεν ρυθμίζονται εξαντλητικά στο νόμο. Τότε, προκειμένου να καμφθεί η αρχή του χωρισμού, θα εφαρμοστούν οι θεμελιώδεις αρχές του αστικού δικαίου, ήτοι οι γενικές αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών (ΑΚ 281, 288) και η ερμηνεία των εφαρμοστέων κατά περίπτωση διατάξεων.
Το ζήτημα της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου έχει απασχολήσει τη νομική επιστήμη όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Παρατηρείται ότι δεν
Σελ. 16
έχει διαμορφωθεί μια «κοινή γραμμή», ένα σαφώς οριοθετημένο πεδίο αναφορικά με τις προϋποθέσεις και το πεδίο εφαρμογής, τη νομική βάση που να θεμελιώνει την άρση, καθώς επίσης και τις έννομες συνέπειες που συνεπάγεται. Τα τελευταία χρόνια, το ρόλο αυτό έχει κληθεί να επιτελέσει η νομολογία, παρέχοντας, στο βαθμό που οι συνθήκες επιτρέπουν, ασφάλεια δικαίου.
Για λόγους που αφορούν την παρούσα μελέτη, κρίνεται χρήσιμο να δοθεί έμφαση στην εξωτερική / εχθρική άρση της αυτοτέλειας. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το ζήτημα για την εξέταση των περιπτώσεων κάμψης της αρχής του χωρισμού προέκυψε κυρίως στις περιπτώσεις των κεφαλαιουχικών εταιριών, μάλιστα δε στις μονοπρόσωπες ή οιονεί μονοπρόσωπες μορφές αυτών. Εάν δηλαδή και με ποιον τρόπο θεμελιώνεται τυχόν ευθύνη του μοναδικού εταίρου ή μετόχου για τα χρέη της εταιρίας.
Στο ελληνικό δικαιικό σύστημα οι μονοπρόσωπες κεφαλαιουχικές εταιρίες εμφανίζονται με τη μορφή της μονοπρόσωπης ΑΕ (άρ. 4 παρ. 1 ν. 4548/2018), της μονοπρόσωπης ΕΠΕ (άρθρο 43 του ν. 3190/1955), της μονοπρόσωπης ναυτικής εταιρίας (η οποία προέκυψε δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 959/1979) και της μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (Ν 4072/2012). Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, ο μοναδικός ή κυρίαρχος μέτοχος / εταίρος δεν ευθύνεται για τα εταιρικά χρέη. Ισχύει δηλαδή στον απόλυτο βαθμό της η αρχή του χωρισμού.
Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της επιχειρηματικής ελευθερίας και η επιλογή του συμφέροντος εταιρικού τύπου έρχεται να θεμελιώσει την βασική αρχή του δικαίου. Η επιλογή νομικών τύπων ανάπτυξης της εταιρικής δράσης δεν είναι αξιόμεμπτη, αντίθετα δικαιούται ο καθένας να αντλήσει τα πλεονεκτήματα που προσφέρει ο κάθε νομικός τύπος και η οριοθέτηση της ευθύνης στο πλαίσιο συγκεκριμένης επιχείρη-
Σελ. 17
σης. Δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός όμως ότι τέτοιου τύπου εταιρικά σχήματα έχουν αρκετές φορές επιλεγεί προκειμένου ο μοναδικός εταίρος / μέτοχος να επιτύχει σκοπούς οι οποίοι αποδοκιμάζονται από την έννομη τάξη. Ουσιαστικά δηλαδή εκμεταλλεύεται το νομικό πρόσωπο προκειμένου να μην αναλάβει τον επιχειρηματικό κίνδυνο, μετακυλίοντάς τον αποκλειστικά σε τρίτους.
Αφ’ ης στιγμής δεν υπάρχει ρητή νομοθετική διάταξη που να επιλύει το συγκεκριμένο ζήτημα (της ευθύνης μοναδικού ή κυρίαρχου εταίρου / μετόχου), μονόδρομο αποτελεί η καταφυγή στις γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ομοφωνία στη θεωρία αναφορικά με το νομικό θεμέλιο ευθύνης. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί όμως ότι σχεδόν όλες οι θεωρίες, που διατυπώθηκαν, είχαν ως θεμέλιο τη διάταξη της ΑΚ 281, στο επίπεδο της καταχρηστικής άσκησης του θεσμού της νομικής προσωπικότητας.
Από τη συνολική επισκόπηση της σχετικής νομολογίας παρατηρείται ότι η πλειοψηφία των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σχετικά με το θέμα αφορούν κυρίως στις ναυτικές εταιρίες. Η νομολογία δε του Ανώτατου Ακυρωτικού έχει διαπλαστεί σε τρεις φάσεις.
Με την υπ’ αριθμ. ΑΠ 1058/1987 ουσιαστικά υιοθετήθηκε η θεωρία του ελέγχου, σύμφωνα με την οποία αναγκαία προϋπόθεση για την κάμψη της νομικής προσωπικότητας αποτελεί η ύπαρξη μετόχου ή εταίρου που κατέχει το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων, έτσι ώστε η ύπαρξη της ίδιας της εταιρίας και η συνέχιση της δραστηριότητάς της να συνέχεται αναγκαστικά με τη συμμετοχή του εν λόγω εταίρου / μετόχου σε αυτήν. Με την θεωρία αυτή, θεμελιώθηκε ευθύνη του εταίρου / μετόχου απορρέουσα από δικαιοπραξία που σύνηψε το νομικό πρόσωπο με τρίτο δανειστή και κατέστη ο ίδιος οφειλέτης του τελευταίου. Ο νομικός αυτός συλλογισμός υιοθετήθηκε και από επόμενες αποφάσεις, παρόλο που επικρίθηκε από τη θεωρία. Κι αυτό γιατί με τον τρόπο αυτό a priori και χωρίς να εξαρτά την κρίση της από άλλα κριτήρια, η νομολογία «δαιμονοποιεί» την επιχειρηματική επιλογή ενός φυσικού προσώπου / επενδυτή, η οποία επιτρέπεται σαφώς από το δίκαιο, ενώ του αποδίδει μάλιστα και την εμπορική ιδιότητα, η οποία έχει σοβαρές και ενίοτε δυσμενείς συνέπειες, παρεκκλίνοντας από τις ρυθμίσεις του Εμπορικού Νόμου. Στο πλαίσιο αυ-
Σελ. 18
τής της θεωρίας, άλλες αποφάσεις εστίασαν τη νομική τους σκέψη στο ότι ο μοναδικός μέτοχος / εταίρος ουσιαστικά αποτελούσε παρένθετο πρόσωπο, ενώ άλλες προέκριναν ως σημαντικό στοιχείο την παροχή εγγυήσεων από αυτόν.
Στη δεύτερη φάση της νομολογίας του Αρείου Πάγου, η ανωτέρω θεωρία του ελέγχου εγκαταλείφθηκε. Η αρχή έγινε με την υπ’ αριθμ. ΟλΑΠ 17/1994, όπου η Ολομέλεια δέχθηκε ότι το κριτήριο του ελέγχου από μόνο του δεν είναι αρκετό για την κατάφαση της ευθύνης του μοναδικού ή του κυρίαρχου μετόχου για τα χρέη της εταιρείας. Επιπλέον, έγινε δεκτό ότι το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3190/1955 (αναφορικά με την ευθύνη του μοναδικού εταίρου στην μονοπρόσωπη ΕΠΕ), δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά στην οιονεί μονοπρόσωπη ΑΕ, καθώς δεν υπάρχει νομοθετικό κενό στο οικείο νομοθέτημα, ώστε να κρίνεται επιβεβλημένη η πλήρωσή του με αναλογική εφαρμογή, ενώ εξάλλου η ανώνυμη εταιρία διαφέρει ως προς την τελολογία και την οργάνωσή της από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης. Το Ανώτατο Ακυρωτικό επιβεβαίωσε τη θέση του αυτή και με την υπ’ αριθμ. ΟλΑΠ 5/1996, ήτοι ότι μόνη η συγκέντρωση των μετοχών / εταιρικών μεριδίων σε ένα πρόσωπο, ακόμη κι αν αυτό κατέχει διευθυντική θέση, δεν μπορεί να θεμελιώσει την άρση της αυτοτέλειας. Αυτή απαιτεί και την συνδρομή και ειδικότερων προϋποθέσεων και περιστάσεων, οι οποίες να καθιστούν αδικαιολόγητη την εμμονή στην αρχή του χωρισμού του νομικού προσώπου από το μέλος του, όπως επιτάσσει και η διατυπωθείσα σχετική θεωρία.
Από εκείνο το χρονικό διάστημα μέχρι και πρόσφατα, η νομολογία ήταν άκρως διστακτική στο να επιχειρήσει την κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων και των προϋποθέσεων, οι οποίες θα μπορούν να οδηγήσουν σε άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση αν όχι αντιφατικών, μη πειστικών αποφάσεων, με τη νομολογία να εμφανίζεται άτολμη να τοποθετηθεί επί ενός ζητήματος με μεγάλη νομική και οικονομική σημασία.
Ορόσημο αποτέλεσε η υπ’ αριθμ. ΟλΑΠ 2/2013, με την οποία επιχειρήθηκε μια «κωδικοποίηση» των προϋποθέσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε κάμψη της νομικής προσωπικότητας, αξιοποιώντας το νομολογιακό προηγούμενο. Εκκινώντας από τη βασική αρχή του χωρισμού του νομικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται στα άρθρα 62 και 70 του ΑΚ, στη συνέχεια εστίασε την άρση της αυτοτέλειας στην ανάγκη αντιμετώπισης του θεσμού της συμβατικής ελευθερίας και της αποκατάστασης της καλή
Σελ. 19
πίστης. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: «[η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου] δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος…».
Επισημαίνοντας τη νομιμότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας ως προς την επιλογή κεφαλαιουχικής εταιρίας, η ως άνω απόφαση ουσιαστικά επανέλαβε τις απόψεις της θεωρίας, σύμφωνα με την οποία η συγκέντρωση της πλειοψηφίας των μετοχών / μεριδίων, η συμμετοχή στα όργανα λήψης αποφάσεων της εταιρίας και ο τυπικός και ουσιαστικός έλεγχος της εταιρίας δεν αρκούν προκειμένου να καμφθεί η νομική προσωπικότητα. Είναι απαραίτητο να συντρέξουν και ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την εξαίρεση από την αρχή του χωρισμού. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η χρησιμοποίηση της νομικής προσωπικότητας από τον κυρίαρχο μέτοχο για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων. Ενδεικτικά δε κριτήρια αποτελούν προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρίας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του μετόχου ή εταίρου. Επίσης, ως καταχρηστική χαρακτηρίζεται και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρία, όταν η εταιρία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Τέλος, η απόφα-
Σελ. 20
ση επισημαίνει ότι η άρση είναι προσωρινή, καθώς ισχύει για την συγκεκριμένη περίπτωση μόνο, ενώ ως έννομη συνέπεια προκρίνει την αλληλέγγυα και από κοινού, εις ολόκληρον ευθύνη εταιρίας και μετόχου / εταίρου. Η απόφαση αυτή έδωσε το έναυσμα για την έκδοση αντίστοιχων αποφάσεων, ενώ παράλληλα και το εφαλτήριο για την θεωρητική αναζήτηση της άρσης της αυτοτέλειας σε επίπεδο ομίλων επιχειρήσεων, προβληματική που θα απασχολήσει αμέσως παρακάτω.
Η νομολογία, επίσης σε επίπεδο Ανώτατου Ακυρωτικού, δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από το νομολογιακό προηγούμενο. Αξιοσημείωτο παράδειγμα αποτελεί η υπ’ αριθμ. ΑΠ 1355/2018, η οποία συνοψίζει με εύγλωττο τρόπο την εξέλιξη της νομικής σκέψης στο ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα, με αφετηρία τις παραδοχές της θεωρίας περί νομικών προσώπων και αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας, ασχολείται ειδικότερα με το θεσμό των εταιριών, αναφέροντας ότι: «Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως, σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως, να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία {ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. άρθρ. 1 παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 παρ. 2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.





