Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ


Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 4.75€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 15,00 € Ειδική Τιμή 12,75 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18714
Τομαράς Δ.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 84
  • ISBN: 978-960-654-913-7

          Η αρχή της αξιοκρατίας είναι θεμελιώδης συνταγματική αρχή, καθώς κατοχυρώνει την δυνατότητα του καθενός να καταλαμβάνει δημόσιο αξίωμα, εφ' όσον βεβαίως έχει τα κατάλληλα προσόντα. Ως τέτοια προκαλεί το ενδιαφέρον τόσο του νομικού κόσμου, όσο και των απλών ανθρώπων, καθώς συνδέεται με την έννοια της δικαιοσύνης.

          Το έργο «Η αρχή της αξιοκρατίας στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας» διακρίνεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται η έκταση εφαρμογής της εν λόγω αρχής. Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύονται τα σχετικά με την τήρηση της επετηρίδας ζητήματα, τα οποία ενδιαφέρουν κυρίως τους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους. Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά στους διαγωνισμούς για την πρόσληψη δημοσίων λειτουργών και το τρίτο στις διαδικασίες επιλογής. Τα κεφάλαια αυτά ενδιαφέρουν αυτούς που πρόκειται να διεκδικήσουν μία θέση στο Δημόσιο μέσω των διαδικασιών του Α.Σ.Ε.Π.

          Στο δεύτερο μέρος αναφέρονται οι αποκλίσεις από την αρχή της αξιοκρατίας. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται οι αποκλίσεις από την εν λόγω αρχή που βασίζονται σε κάποια άλλη διάταξη του Συντάγματος, όπως ευεργετικές διατάξεις υπέρ πολυτέκνων, υπέρ των κατοίκων παραμεθορίων περιοχών, υπέρ σεισμοπλήκτων, οι προσλήψεις ατόμων που επέδειξαν αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης, καθώς και το ζήτημα των αναγκαστικών μετατάξεων. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζονται οι αποκλίσεις, οι οποίες οφείλονται στην φύση της δραστηριότητος, την οποία πρόκειται να ασκήσει ο δημόσιος λειτουργός. Έτσι, συχνά απαιτείται η κατοχή μεταπτυχιακού διπλώματος ή κάποιας ειδικεύσεως για την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων. Στο ίδιο κεφάλαιο εξετάζεται και το ζήτημα των ορίων ηλικίας για την κατοχή κάποιας θέσεως.

          Στο τρίτο μέρος η μελέτη παρουσιάζει τις αμφισβητούμενες αποκλίσεις από την αρχή της αξιοκρατίας. Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύεται το ζήτημα της καλύψεως κάποιων «πολιτικών θέσεων» βάσει της αρχής της εμπιστοσύνης και η σχετική με τις προσλήψεις αυτές έννοια της καταδήλου υπεροχής. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η σχέση της αρχής της αμεροληψίας με την αρχή της αυτοδεσμεύσεως της Διοικήσεως. Τέλος, υπάρχει ένα κεφάλαιο για άλλες περιπτώσεις. Το έργο συμπληρώνεται από ελληνική και αλλοδαπή βιβλιογραφία καθώς και χρήσιμο αλφαβητικό ευρετήριο. Απευθύνεται σε κάθε εφαρμοστή του δικαίου που ερευνά την αρχή της αξιοκρατίας είτε σε θεωρητικό είτε σε νομολογιακό επίπεδο.

1

ΠΡΟΛΟΓΟΣ VII

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Η έκταση εφαρμογής της αρχής της αξιοκρατίας

Α. Οι παραβιάσεις της επετηρίδος και οι υποχρεωτικές μετατάξεις 6

Β. Διαγωνισμός 12

Γ. Η άνευ διαγωνισμού επιλογή 17

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Οι θεμιτές αποκλίσεις από την αρχή της αξιοκρατίας

Α. Αποκλίσεις θεμελιούμενες σε άλλες συνταγματικές διατάξεις 25

1. Αποκλίσεις θεμελιούμενες στο άρθρο 21 παρ. 2 Σ ή σε άλλη συνταγματική διάταξη 25

2. Το κριτήριο της εντοπιότητος 31

3. Το ζήτημα της μονιμοποιήσεως των συμβασιούχων 33

Β. Αποκλίσεις δικαιολογούμενες από την φύση της δραστηριότητος

την οποία θα ασκήσει ο υπάλληλος 37

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Οι αμφισβητούμενες αποκλίσεις από την αρχή της αξιοκρατίας

Α. Αξιοκρατία και αρχή της πολιτικής εμπιστοσύνης 43

Β. Αξιοκρατία και αρχή της αυτοδεσμεύσεως της Διοικήσεως 51

Γ. Λοιπές περιπτώσεις 55

1. Ανακριβείς δηλώσεις 56

2. Η προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα 57

3. Συμμετοχή κατωτέρου βαθμού υπαλλήλου σε υπηρεσιακό συμβούλιο το οποίον

κρίνει υπάλληλο ανωτέρου βαθμού 61

4. Η περίπτωση των δικαστικών υπαλλήλων 62

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 65

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 67

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 71

1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η αξιοκρατία θεωρείται βασική αρχή και συνιστώσα της Δημοκρατίας. Κατά την αρχή αυτή, στις ηγετικές – διευθυντικές θέσεις τόσο στον δημόσιο τομέα όσον και στον ιδιωτικό πρέπει να τοποθετούνται οι άξιοι, ήτοι οι πλέον ικανοί και κατάλληλοι, αφού επιλεγούν με κριτήρια αντικειμενικά και εκ των προτέρων καθορισμένα, βάσει των προσόντων και των ικανοτήτων τους1.

Η αρχή της αξιοκρατίας κατοχυρώθηκε δια πρώτη φορά από το άρθρο 6 εδαφ. δ΄ της γαλλικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 17892. Βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου αυτού, όλοι οι πολίτες, όντες ίσοι έναντι του νόμου, είναι εξ ίσου δεκτοί σε όλα τα αξιώματα και τις δημόσιες θέσεις, σύμφωνα με τις ικανότητές τους και χωρίς άλλη διάκριση, εκτός από τις αρετές και τα προτερήματά τους.

Εξ αυτών των διατάξεων συνάγεται ότι τα άτομα πρέπει να εξελίσσονται στην κοινωνία και να καταλαμβάνουν θέσεις και αξιώματα συμφώνως προς τις προσωπικές τους ικανότητες και μόνον, δηλαδή κατ’ αποκλεισμόν άλλων κριτηρίων, όπως κληρονομικών, οικογενειακού περιβάλλοντος ή ιδιοκτησιακών, νομικά φαινόμενα συνήθη στην προεπαναστατική Γαλλία3.

Ανάλογη ήταν και η διακήρυξη του προσωρινού πολιτεύματος της Επιδαύρου του έτους 1822: Όλοι οι Έλληνες εις όλα τα αξιώματα και τας τιμάς έχουσι το αυτό δικαίωμα. Δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου4.

Στο ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα έχει περιληφθεί η παράγραφος 7 του άρθρου 103, κατά τις διατάξεις της οποίας η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα γίνεται είτε μέσω διαγωνισμού είτε μέσω επιλογής συμφώνως προς προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξαρτήτου αρχής. Στο επόμενο εδάφιο της ιδίας παραγράφου προβλέπεται η θέσπιση ειδικών διαδικασιών επιλογής, οι οποίες περιβάλλονται με ηυξημένες εγγυήσεις διαφανείας και αξιοκρατίας, ή ειδικών δια

2

δικασιών επιλογής προσωπικού δια θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής.

Εφ’ όσον τηρείται και λειτουργεί η αρχή της αξιοκρατίας στην δημοσία ζωή, διασφαλίζεται η δυνατότης ισοτίμου παρεμβάσεως των πολιτών στην διαμόρφωση της πολιτικής ζωής. Όταν κάθε πολίτης είναι πεπεισμένος ότι έχει τις ίδιες πιθανότητες καταλήψεως θέσεων ή αξιωμάτων με τους υπολοίπους, εφ’ όσον βεβαίως έχει τα απαραίτητα προσόντα, τότε αισθάνεται ότι ασκεί στην πραγματικότητα πολιτική εξουσία5.

Αντιθέτως, όταν παρουσιάζεται το φαινόμενο της προωθήσεως των μετρίων αντί των ικανών, τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν κυβερνά ο λαός, αλλά συγκεκριμένες ομάδες πιέσεως, οι οποίες προωθούν τους δικούς τους ανθρώπους.

Αντίπαλοι της αρχής της αξιοκρατίας είναι οι οπαδοί των εξισωτικών ή ισοπεδωτικών θεωριών, οι οποίοι δέχονται μόνον την αριθμητική ισότητα και απορρίπτουν ως αντικειμένη προς την αρχή της ισότητος πάσα κατ’ αξίαν διάκριση6.

Ο εξισωτισμός δίδει προτεραιότητα στην κοινωνία έναντι του ατόμου και σε ακραίες περιπτώσεις οδηγεί στην κατάργηση της ατομικότητος και, εν τέλει, στην κοινωνική ισοπέδωση. Οι οπαδοί του θέλουν να επιβάλλουν την κοινωνική αλληλεγγύη δια της δημιουργίας ενός εκτεταμένου κράτους προνοίας. Αντίπαλοί τους είναι βεβαίως οι φιλελεύθεροι, οι οποίοι δίδουν προτεραιότητα στο άτομο έναντι της κοινωνίας, προβάλλουν την αριστεία και επιβάλλουν τον ανταγωνισμό ως κριτήριο του δικαιώματος στην επιβίωση7.

Οι οπαδοί του εξισωτισμού, πλην της ισότητος των ευκαιριών, επιζητούν την ισότητα στο τελικό αποτέλεσμα, δια της βαθμιαίας εξαλείψεως των κοινωνικών ανισοτήτων και την τελική υιοθέτηση ενός ομοιομόρφου τρόπου ζωής. Όμως, όταν η κατ’ αξίαν ισότης επικαλυφθεί από την άνωθεν επιβαλλομένη εξίσωση καταστάσεων, τότε η αξιοκρατία παύει να υπάρχει8.

Ήδη όμως από την αρχαιότητα ο Αριστοτέλης θεωρούσε φαύλη την ισοπεδωτική ισότητα και αντιπαρέτασσε στην αριθμητική ισότητα την ισότητα κατ’ αξίαν9.

Έχει γραφεί ότι στην αρχαία Κίνα από του έτους 136 π.Χ. άρχισε να λειτουργεί η πρώτη Αυτοκρατορική Ακαδημία Δημοσίας Διοικήσεως, η οποία είχε την ευθύνη επιλογής των μανδαρίνων της διοικητικής κορυφής. Το σύστημα των αυτοκρατορικών διαγωνισμών

3

στηριζόταν στην αντίληψη ότι τα διοικητικά στελέχη της εποχής έπρεπε να επιλέγονται με αποκλειστικό κριτήριο τις ικανότητες και τις αρετές τους και όχι την κοινωνική τους θέση10.

Σήμερα η αξιοκρατία θεωρείται έκφανση της αρχής της ισότητος, η οποία έχει μεταβλητό περιεχόμενο και συγκεκριμενοποιείται κάθε φορά αναλόγως της φύσεως του υπό εξέταση πραγματικού δεδομένου11.

Ο όρος “αξιοκρατία” εμφανίζεται στην πολιτική επιστήμη και την κοινωνιολογία το έτος 1958, με το σύγγραμμα του Μ. Young “The Rise of Meritocracy”, όπου η αξιοκρατία ορίζεται ως το άθροισμα ταλέντου και προσπαθείας12.

Δια πρώτη φορά η εν λόγω αρχή εμφανίζεται στο καθ’ ύλην ευρετήριο των δικαστικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας του έτους 1975 και αφορά στην ΣτΕ 3483/1975. Στο κείμενο, όμως, της εν λόγω αποφάσεως δεν υπάρχει αναφορά στην αρχή της αξιοκρατίας, αλλά στην αρχή της ισότητος και στο δικαίωμα των Ελλήνων πολιτών «όπως γίνωνται δεκτοί εις όλας τας δημοσίας λειτουργίας»13. Η πρώτη αναφορά στην αρχή της αξιοκρατίας γίνεται στο κείμενο της ΣτΕ 1661/1980. Και πάλιν όμως εδώ στην μείζονα σκέψη γίνεται κυρίως ανάλυση της αρχής της ισότητος, ενώ προς το τέλος της αποφάσεως αναφέρεται ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις πλήσσουν την αρχή της αξιοκρατίας14.

Αντί της ρητής αναφοράς στην αρχή της αξιοκρατίας, η παλαιοτέρα νομολογία ανεφέρετο στην δημοκρατική αρχή της αναπτύξεως της προσωπικότητος και της σταδιοδρομίας εκάστου κατά λόγον της προσωπικής αξίας αυτού και ικανότητος, ιδία προκειμένου περί απονομής δημοσίων αξιωμάτων ή καταλήψεως δημοσίων θέσεων15. Θεμέλιο αυτής της αρχής ήταν η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Κατά την δεκαετία του 1990 οι αναφορές στην αρχή της αξιοκρατίας πληθαίνουν. Γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω αρχή υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσια αξιώματα και θέσεις γίνεται με κριτήρια συναπτόμενα προς την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων

4

δια την κατάληψή τους16. Το συνταγματικό θεμέλιο της αρχής είναι το ίδιο, δηλαδή το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Υπάρχει βεβαίως και η άποψη ότι η αρχή της αξιοκρατίας απορρέει από ένα συνδυασμό γενικών αρχών και συνταγματικών διατάξεων και αποτελεί βασική οργανωτική αρχή της Δημοσίας Διοικήσεως. Κατά την άποψη αυτή, η αρχή της αξιοκρατίας θεμελιούται στην δημοκρατική αρχή (άρθρο 1 παρ. 1 Σ), η οποία προϋποθέτει την συμμετοχή των πολιτών στην διαμόρφωση της κρατικής βουλήσεως υπό συνθήκες ισότητος και ελευθερίας, εν συνδυασμώ προς τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Σ) και την ελευθέρα ανάπτυξη της προσωπικότητος (άρθρο 5 παρ. 1 Σ)17.

Η αρχή της αξιοκρατίας δεν γίνεται αποδεκτή από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες. Υπάρχουν ειδικοί που την θεωρούν ως ένα μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων, οποίος είναι επωφελής δια τους επιτυχόντες, ενώ ταπεινώνει και περιθωριοποιεί τους αποτυχόντες. Ενισχύει την αυτοπεποίθηση των κρατούντων, αλλά την ίδια στιγμή απογοητεύει τις μεγάλες μάζες του πληθυσμού, με αποτέλεσμα την γένεση “λαϊκιστικών” κινημάτων18.

Η αρχή της αξιοκρατίας δεν γίνεται πάντοτε αποδεκτή από την Διοίκηση. Ενώ αναγνωρίζεται ο συνταγματικός χαρακτήρας της, ενίοτε εισάγονται αποκλίσεις από αυτήν. Δια τον λόγο αυτόν στο πρώτο μέρος του πονήματός μας θα εξετάσουμε την έκταση εφαρμογής της, στο δεύτερο μέρος τις θεμιτές αποκλίσεις από την εφαρμογή της και στο τρίτο μέρος θα αναφερθούμε σε αμφισβητούμενες αποκλίσεις.

 

5

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Η έκταση εφαρμογής της αρχής της αξιοκρατίας

Εν πρώτοις, πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο επικαλούμενος την εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας πρέπει να κατέχει ο ίδιος τα υπό του νόμου προβλεπόμενα προσόντα, ειδ’ άλλως οι αιτιάσεις του απορρίπτονται ως αβάσιμες.

Δημόσιος υπάλληλος, κάτοχος πτυχίου γνώσεως της γαλλικής γλώσσης, ζήτησε να μεταταγεί σε κλάδο Τ.Ε., αλλ’ η υπηρεσία του απέρριψε το αίτημά του. Λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίον και άλλοι συνάδελφοί του με μειωμένα προσόντα είχαν επιτύχει την μετάταξή τους στον κλάδο ΤΕ, απερρίφθη, με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται ισότητα στην παρανομία, η δε εφαρμογή της εν λόγω αρχής προϋποθέτει την κατοχή από αυτόν που την επικαλείται των κατά νόμον απαιτουμένων προσόντων, τα οποία ο ενδιαφερόμενος δεν κατείχε19.

Επίσης, επί γραπτών εξετάσεων εισαγωγής στην Σχολή των Δοκίμων Λιμενοφυλάκων, στις οποίες ένα θέμα αντικατεστάθη, επειδή ήταν εκτός εξεταστέας ύλης, έγινε δεκτό ότι άνευ εννόμου συμφέροντος προέβαλε υποψήφιος ισχυρισμό ότι η αλλαγή του θέματος ήταν δυσμενής δι’ αυτόν, διότι το αντικατασταθέν θέμα στο μάθημα της Ιστορίας το γνώριζε άριστα, ενώ το επόμενο θέμα που δόθηκε προς ανάπτυξη από τους υποψηφίους το γνώριζε λιγότερο καλά, καθ’ όσον, εν όψει της αρχής της αξιοκρατίας, η οποία διέπει τις διαδικασίες επιλογής δια την κατάληψη θέσεων του Δημοσίου, οι υποψήφιοι οφείλουν να γνωρίζουν όλα τα θέματα που περιλαμβάνονται στην εξεταζομένη ύλη των μαθημάτων και να αποδεικνύουν την σχετική ικανότητά τους με την επιτυχία τους κατά την εξέτασή τους20.

Το αίτημα των υποψηφίων δια διορισμό πρέπει να ερείδεται επί συνταγματικών διατάξεων. Εάν αιτούντες επιδιώκουν τον διορισμό τους ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι βάσει διατάξεων, οι οποίες έχουν κηρυχθεί αντισυνταγματικές από τα αρμόδια ανώτατα δικαστήρια, στερούνται του εννόμου συμφέροντος δια την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της παραλείψεως της Διοικήσεως να τους διορίσει21.

Η εκ μέρους των αιτούντων επίκληση του γεγονότος ότι συνάδελφοί τους έχουν διορισθεί δυνάμει διατάξεων αντισυνταγματικών είναι απορριπτέα, δεδομένου ότι δεν νοείται «ισότης

6

εν τη παρανομία» και μάλιστα υπό την βαρυτάτη μορφή της περαιτέρω εφαρμογής διατάξεων, οι οποίες εκρίθησαν υπό του Δικαστηρίου ως αντισυνταγματικές και ανίσχυρες22.

Η αρχή της αξιοκρατίας δεν εφαρμόζεται δια τον διορισμό σε πολιτικές θέσεις στο πλαίσιο της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Επί παραδείγματι, ο διορισμός των συμβούλων του πρωθυπουργού και των λοιπών μελών της κυβερνήσεως στηρίζεται στην αρχή της πολιτικής εμπιστοσύνης και όχι στην αρχή της αξιοκρατίας23. Κατά την άποψη του γράφοντος, καλόν θα ήταν και οι έμπιστοι να επιλέγονται μεταξύ των αρίστων.

Εξ άλλου, οι αξιοκρατικώς επιλεγέντες σε θέσεις του ευρυτέρου δημοσίου τομέως δεν υπάγονται σε προστατευτικό νομικό καθεστώς και, ως εκ τούτου, δύνανται να απολυθούν εάν καταργηθεί ο φορεύς εις τον οποίον εργάζονται. Υπάλληλοι της Αγροτικής Τραπέζης υπεστήριξαν ότι είχαν υποστεί κατά παράβαση της αρχής της αξιοκρατίας μία δυσανάλογη, αδικαιολόγητη, απρόσφορη, διακριτική και άνιση μεταχείριση, καθ’ όσον παρά το ότι είχαν επιτύχει σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, όταν καταργήθηκε ο φορέας στον οποίο είχαν διορισθεί δεν τους δόθηκε το δικαίωμα δια μετάταξη ή απορρόφηση σε άλλο φορέα του δημοσίου τομέως, όπως είχε γίνει σε πλείστες άλλες περιπτώσεις, δεδομένου ότι αυτοί είχαν συμμετάσχει σε διαγωνισμό με βάση τον οποίο θα μπορούσαν να επιτύχουν σε άλλο φορέα του δημοσίου. Ο ισχυρισμός τους απερρίφθη, με την σκέψη ότι η συμμετοχή τους σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ δια την πλήρωση θέσεων σε φορείς που εμπίπτουν στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994, καθώς και ο διορισμός τους, βάσει πινάκων επιτυχόντων, στην Αγροτική Τράπεζα αφορούσε στην διασφάλιση της τηρήσεως των αρχών της ισότητος, της διαφανείας και της αξιοκρατίας στην διαγωνιστική διαδικασία, η οποία διενεργήθηκε δια το λόγο αυτό από ανεξάρτητη αρχή και δεν προσέδιδε στους αιτούντες το δικαίωμα να ζητήσουν την μεταφορά τους σε φορέα του Δημοσίου στην περίπτωση καταργήσεως του φορέως στον οποίο αρχικώς είχαν διορισθεί, ούτε με το διορισμό τους στην ΑΤΕ θεμελιώθηκε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τους σε μόνιμη απασχόληση στην Υπηρεσία στην οποία διορίσθηκαν24.

Οι παραπονούμενοι δια την μη εφαρμογή της εν λόγω αρχής είναι είτε συμμετέχοντες σε διαδικασία επιλογής άνευ εξετάσεων (Γ), είτε υποψήφιοι κάποιου διαγωνισμού (Β) είτε εν ενεργεία δημόσιοι λειτουργοί, οι οποίοι προβάλλουν την παραβίαση της υπηρεσιακής επετηρίδος ή άλλα δυσμενή δι’ αυτούς μέτρα (Α).

Α. Οι παραβιάσεις της επετηρίδος και οι υποχρεωτικές μετατάξεις

Σε παλαιότερες εποχές η επετηρίδα εθεωρείτο η ασπίδα του δημοσίου υπαλλήλου έναντι του κομματισμού. Στην εποχή μας, όμως, αμφισβητείται εντόνως η χρησιμότητά της, αφού η αρχή της αξιοκρατίας επιβάλλει τον διορισμό και την προαγωγή εκείνων που διαθέτουν

7

τα περισσότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η καλυτέρα δυνατή λειτουργία του δημοσίου τομέως. Η παραβίαση της επετηρίδος εθεωρείτο εκδήλωση ευνοιοκρατίας των εκάστοτε κρατούντων προς συγκεκριμένα άτομα. Σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι η άνευ προϋποθέσεων τήρησή της απηχεί παρωχημένες αντιλήψεις.

Μετά το τέλος περιόδων πολιτικής ανωμαλίας, ο έχων δημοκρατική νομιμοποίηση νομοθέτης παρεμβαίνει, προκειμένου να αποκαταστήσει την διασαλευθείσα τάξη στον δημόσιο τομέα. Τούτο συνέβη μετά την μεταπολίτευση, καθ’ όσον οι συνταχθείσες κατά την διάρκεια της δικτατορίας εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων των υπηρετούντων εκπαιδευτικών είχαν μεταβάλει την υπηρεσιακή επετηρίδα. Δια τον λόγο αυτόν ο νομοθέτης εθέσπισε την διάταξη του άρθρου 61 παρ. 9 του ν. 309/1976, βάσει της οποίας εδίδετο η δυνατότης στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο να μη τις λάβει υπ’ όψη, εφ’ όσον αυτές είχαν συνταχθεί αποδεδειγμένως βάσει πολιτικών κριτηρίων ή ενεφάνιζαν αδικαιολόγητο μείωση της βαθμολογίας των προσόντων του ήθους έναντι προηγουμένων ή επομένων εκθέσεων. Επειδή όμως οι θιγόμενοι δεν ικανοποιήθηκαν από την θέσπιση της προαναφερθείσης διατάξεως, ο νομοθέτης επανήλθε και δια του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 567/1977 όρισε ότι η σειρά αρχαιότητος προσδιορίζεται όχι εκ του πλεονάζοντος χρόνου υπηρεσίας εις τον οικείο βαθμό, αλλά εκ της προκυπτούσης εκ του οικείου Φ.Ε.Κ. σειράς του αρχικού διορισμού εκάστου. Η διάταξη αυτή εκρίθη αντίθετη προς τις αρχές της ισότητος και της αξιοκρατίας, διότι, ενώ προσπαθούσε να διορθώσει παλαιές αδικίες, δημιούργησε χειρότερες, αφού με το συμπτωματικό και παρωχημένο κριτήριο του αρχικού διορισμού προέτασσε υπαλλήλους έχοντες μικρότερο χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο από αυτούς βαθμό ή άλλους μη έχοντες εικόνα ευδοκίμου υπηρεσιακής εξελίξεως και προαχθέντες κατ’ αρχαιότητα έναντι συναδέλφων τους με μείζονα χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό ή προαχθέντων πάντοτε κατ’ εκλογήν25.

Οι κατ’ εκλογήν προαγωγές βεβαίως προκαλούν τις αντιδράσεις των θιγομένων, οι οποίοι προσφεύγουν στα δικαστήρια, δια να δικαιωθούν. Το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 165 παρ. 3 εδαφ. β΄ του π.δ/τος 611/1977 (τότε ισχύοντος υπαλληλικού κώδικος), μπορούσε να μη τηρήσει την αρχαιότητα, εφ’ όσον αιτιολογούσε ειδικώς την πρόταξη του αρχαιοτέρου έναντι του νεωτέρου, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον θα καθίστατο εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της εκ μέρους της Διοικήσεως καλής χρήσεως της διακριτικής της εξουσίας και των αρχών της αξιοκρατίας και της ισότητος26.

8

Στις προαγωγές των αξιωματικών ετέθη το ζήτημα κατά πόσον αυτές μπορούν να διενεργούνται άνευ συγκρίσεως μεταξύ πλειόνων ομοβάθμων υποψηφίων και χωρίς την ύπαρξη κανόνος δικαίου, ο οποίος θα ορίζει ποία είναι τα ιδιάζοντα προσόντα που απαιτούνται δια τις προαγωγές σε ανωτέρους βαθμούς και ποιος είναι ο «απόλυτος» βαθμός αυτών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά παγία νομολογία, οι προαγωγικές κρίσεις των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων ενεργούνται νομίμως όχι κατόπιν συγκρίσεως, αλλ’ ύστερα από αυτοτελή κρίση του κάθε αξιωματικού. Η δε κρίση δια το ποια θεωρούνται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ιδιάζοντα προσόντα, τα οποία δια την προαγωγή των αξιωματικών στους ανωτάτους βαθμούς πρέπει να υπάρχουν σε απόλυτο βαθμό, εναπόκειται στην ουσιαστική και δια τούτο ακυρωτικώς ανέλεγκτο εκτίμηση του οικείου συμβουλίου και, κατά συνέπειαν, αιτιάσεις περί παραβιάσεως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αξιοκρατίας απορρίπτονται ως απαράδεκτες27.

Λίγα χρόνια αργότερα ετέθησαν όρια στην κρίση της Διοικήσεως, καθ’ όσον εθεωρήθη ότι είναι ελεγκτή δι’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχερείας ή δια πλάνη περί τα πράγματα28.

Ούτως, εκρίθη ότι τα αρμόδια υπηρεσιακά συμβούλια έχουν ευρυτάτη διακριτική ευχέρεια να επιλέγουν δια προαγωγή στους ανωτέρους βαθμούς τους αξιωματικούς εκείνους οι οποίοι, κατά την ουσιαστική εκτίμηση των συμβουλίων και εν όψει του συνόλου των υφισταμένων στοιχείων, που ανάγονται τόσο στον κατεχόμενο όσο και στους αμέσως προγενεστέρους βαθμούς, συγκεντρώνουν σε απόλυτο βαθμό, δηλαδή σε βαθμό 10, όλα τα ιδιάζοντα ουσιαστικά προσόντα δια την κατάληψη ανωτέρας θέσεως και αποδίδουν σε απόλυτο βαθμό. Περαιτέρω, προκειμένου να κριθεί αξιωματικός ως ευδοκίμως τερματίσας την σταδιοδρομία του αρκεί να μη έχει σε απόλυτο βαθμό (10) και ένα μόνο από τα ανωτέρω ιδιάζοντα ουσιαστικά προσόντα. Η κρίση αυτή ελέγχεται μόνο δι’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχερείας της Διοικήσεως ή δια πλάνη περί τα πράγματα Εξ άλλου, εν περιπτώσει δυσμενούς κρίσεως, όπως είναι και η κρίση του αξιωματικού «ως ευδοκίμως τερματίσαντος» την σταδιοδρομία του, πρέπει να εκτίθενται στην οικεία απόφαση συνοπτικώς οι λόγοι της κρίσεως αυτής με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία29. Έχει δε επισημανθεί υπό της νομολογίας ότι η μη προστασία εκ μέρους του Συντάγματος της προαγωγικής εξελίξεως των στρατιωτικών υπαλλήλων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αστυνομικοί, δεν σημαίνει ότι οι συνταγματικές αρχές της ισότητος και της αξιοκρατίας δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής κατά την ρύθμιση του καθεστώτος προαγωγών των υπαλλήλων αυτών30.

9

Εξ άλλου, επί προσφυγών αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος έχει κριθεί ότι το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο οφείλει να αιτιολογεί ειδικώς την παράλειψη αρχαιοτέρου αξιωματικού με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία του ατομικού του φακέλλου, από τα οποία να προκύπτει κατά την ουσιαστική εκτίμηση αυτού η μη κτήση σε απόλυτο βαθμό ενός ή περισσοτέρων ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται δια την άσκηση των καθηκόντων ανωτέρων βαθμών31.

Οι διορισμοί των εκπαιδευτικών στην δημοσία εκπαίδευση διενεργούντο βάσει επετηρίδος. Όταν κάποτε διεπιστώθη ότι οι κατά κλάδο εκπαιδευτικών επετηρίδες είχαν πολύ μεγάλο αριθμό εγγεγραμμένων, οι οποίοι θα διορίζονταν σε μεγάλη ηλικία στο Δημόσιο, ο νομοθέτης επενέβη και εισήγαγε ως μέθοδο επιλογής των διοριστέων τον διαγωνισμό.

Κατά την παλαιά νομολογία, το σύστημα επιλογής των εκπαιδευτικών βάσει της επετηρίδος δεν παραβιάζει τις αρχές της ισότητος και της αξιοκρατίας, καθ’ όσον λειτουργεί απροσώπως και άνευ διακρίσεων, επί τη βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που διασφαλίζουν την αδιάβλητη διαδικασία διορισμού των μονίμων εκπαιδευτικών στην δευτεροβάθμιο εκπαίδευση, μολονότι το εν λόγω σύστημα δεν στηρίζεται αποκλειστικώς σε αξιοκρατικά κριτήρια, ως συμβαίνει με το σύστημα του διαγωνισμού, το οποίον καθιέρωσε ο νεώτερος νόμος 2525/1997. Εν όψει αυτών, δεν κατηργήθη η επετηρίδα αμέσως δια του προαναφερομένου νόμου, αλλά διετηρήθη δια μεταβατικό διάστημα πέντε ετών παραλλήλως προς το σύστημα του διαγωνισμού32.

Δια του άρθρου 1 του ν. 3848/2010 καθιερώθηκε η αρχή ότι οι κενές θέσεις των εκπαιδευτικών της πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως καλύπτονται από όσους συγκεντρώνουν βαθμολογία πάνω από την βάση σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. δια την κατάρτιση πινάκων κατατάξεως, βάσει των οποίων θα γίνονται τόσο οι διορισμοί των μονίμων όσο και οι προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών. Όμως, το παλαιό σύστημα της επετηρίδος απεδείχθη ιδιαιτέρως ανθεκτικό. Δια του άρθρου 9 του ιδίου νόμου εισήχθησαν μεταβατικές διατάξεις, δια των οποίων προεβλέφθη η πρόσληψη αναπληρωτών εκπαιδευτικών βάσει ενιαίων πινάκων προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Το Δικαστήριο ανεγνώρισε το εν λόγω μεταβατικό σύστημα ως συνταγματικώς ανεκτό, εφ’ όσον συνέτρεχαν οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) το μεταβατικό σύστημα περιορίζεται σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, β) στηρίζεται σε προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια επιλογής των προσλαμβανομένων, τα οποία συνάδουν προς τις αρχές της ισότητος και της αξιοκρατίας και γ) η εφαρμογή του δεν αφορά σε διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών, αλλά σε προσλήψεις προσωπικού με σχέσεις ορισμένου χρόνου, δια να εξασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων33.

10

Αντιθέτως, εκρίθη ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, καθ’ ό μέρος προέβλεπε ότι οι διορισμοί μονίμων εκπαιδευτικών γίνονται σε ποσοστό 40% από ενιαίους πίνακες αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των διορισμών από τους πίνακες διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 Συντάγματος)34.

Το αυτό έκρινε το Δικαστήριο και δια τις ταυτοσήμου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3255/2004, διότι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος και των ειδικώς κατοχυρουμένων με αυτές αρχών της αξιοκρατίας και της διαφανείας κατά την στελέχωση των δημοσίων υπηρεσιών, οι κατά τις διατάξεις αυτές διορισμοί εκπαιδευτικών από πίνακες αναπληρωτών βάσει της προϋπηρεσίας τους, ούτε στον έλεγχο ανεξαρτήτου αρχής υπήχθησαν ούτε σε άλλη ειδική διαδικασία, μη υπαγομένη μεν σε τέτοιο έλεγχο, αλλά περιβαλλομένη στο σύνολό της με αυξημένες εγγυήσεις διαφανείας και αξιοκρατίας η δε απόκτηση της επιμάχου προϋπηρεσίας αναγόταν σε προσλήψεις που είχαν πραγματοποιηθεί, επίσης, χωρίς έλεγχο ανεξαρτήτου αρχής ή αντίστοιχες εγγυήσεις διαφανείας και χωρίς την τήρηση ουσιαστικών αξιοκρατικών προϋποθέσεων35.

Όσον αφορά στους δημοτικούς υπαλλήλους, το άρθρο 99 του ν. 3548/2007 περί της υπηρεσιακής καταστάσεως αυτών καθιερώνει το προβάδισμα των υπαλλήλων Πανεπιστημιακής Εκπαιδεύσεως (Π.Ε.) έναντι των λοιπών κατηγοριών Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (Τ.Ε.), Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως (Δ.Ε.) και Υποχρεωτικής Εκπαιδεύσεως (Υ.Ε.). Το εν λόγω προβάδισμα παύει να ισχύει μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι οργανικές διατάξεις βάσει του αντικειμένου των συγκεκριμένων οργανικών μονάδων και την ειδικότητα του κλάδου των υπαλλήλων προβλέπουν την τοποθέτηση ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας υπαλλήλου που έπεται κατά το προβάδισμα και όχι αδιακρίτως δι’ όλες τις σχετικές οργανικές μονάδες36.

Είναι λοιπόν, κατ’ αρχήν, επιτρεπτή η πλήρωση θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων από υπαλλήλους της κατηγορίας ΔΕ, μόνον, όμως, εφ’ όσον δεν είναι δυνατή η πλήρωση των θέσεων αυτών από υπαλλήλους ανωτέρας κατηγορίας, κατά την διαβάθμιση που εισάγεται με τον Υπαλληλικό Κώδικα, οι οποίοι κατέχουν τον ίδιο ή ανώτερο βαθμό. Επομένως, διατάξεις προβλέπουσες ότι σε οργανικές μονάδες επιπέδου Τμήματος προΐστανται υπάλληλοι των κατηγοριών ΤΕ ή ΔΕ ή μόνον της κατηγορίας ΔΕ, πρέπει να συμπληρωθούν καταλλήλως, και να ορισθεί ότι ο ορισμός υπαλλήλων της κατηγορίας ΔΕ σε θέσεις προϊσταμένων επιτρέπεται, μόνον αν δεν προβλέπεται θέση ή αν δεν υπηρετεί ανώτερος ή

11

ομοιόβαθμος υπάλληλος των ανωτέρων κατηγοριών ΠΕ ή ΤΕ του κλάδου και της ειδικότητος που προβλέπεται δια την πλήρωση των συγκεκριμένων θέσεων37.

Ούτως, παρανόμως οργανισμός Ο.Τ.Α. προβλέπει την επιλογή διαζευκτικώς υπαλλήλων διαφορετικής κατηγορίας (ΠΕ ή ΤΕ) ως προϊσταμένων σε όλες τις οργανικές μονάδες (Διευθύνσεις και Τμήματα), καταργώντας αδιακρίτως το θεσπιζόμενο προβάδισμα38.

Οι υποχρεωτικές μετατάξεις μπορεί να οφείλονται είτε στην θέσπιση “μνημονιακών” νόμων περί εξορθολογισμού της λειτουργίας του Δημοσίου είτε σε άλλες ειδικώτερες διατάξεις.

Δυνάμει του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 4024/2011 ετέθη εν ισχύϊ η διαδικασία αξιολογήσεων των οργανικών μονάδων και του προσωπικού του ευρυτέρου δημοσίου τομέως. Το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων ήταν η κατάργηση κάποιων υπηρεσιών και η δημιουργία πλεονάζοντος και υπό αναγκαστική μετάταξη προσωπικού. Οι θιγόμενοι υπάλληλοι προσέφυγαν δι’ αιτήσεως ακυρώσεως κατά των μέτρων αυτών, πλην το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίδικες ρυθμίσεις, δια των οποίων, κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό και κατόπιν εκτιμήσεως των υπηρεσιακών αναγκών και προς εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ανεστάλη η λειτουργία δέκα Γραφείων Τύπου και Επικοινωνίας του εξωτερικού, δεν αντίκεινται στην αρχή της αξιοκρατίας. Άλλωστε, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά στην απομάκρυνση υπαλλήλων από την υπηρεσία, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο ισχυρισμός ότι δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτό να καθορίζονται όροι υποχρεωτικής απομακρύνσεως υπαλλήλων από την υπηρεσία με κριτήρια μη συνδεόμενα με τα προσόντα, τις ικανότητες και την εν γένει υπηρεσιακή τους απόδοση39.

Εξ άλλου, η κατάργηση των υποθηκοφυλακείων, λόγω της λειτουργίας των κτηματολογικών γραφείων έθεσε ζητήματα αφορώντα στην τακτοποίηση των υποθηκοφυλάκων. Άμισθοι υποθηκοφύλακες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως κατά της μετατάξεως αυτών σε κτηματολογικά γραφεία, όπου δεν μπορούσαν να προαχθούν σε θέση Προϊσταμένου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αντίκειται στην αρχή της αξιοκρατίας το γεγονός ότι οι ειδικοί άμισθοι υποθηκοφύλακες, που διευθύνουν υποθηκοφυλακεία, στις έδρες των οποίων δεν προβλέπεται η σύσταση Κτηματολογικών Γραφείων ή Υποκαταστημάτων Κτηματολογικών Γραφείων, εντάσσονται σε προσωποπαγείς θέσεις Αναπληρωτών Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων ή Υποκαταστημάτων τους, δια τους οποίους ο ν. 4512/2018 δεν προβλέπει κατ’ αρχήν δυνατότητα εξελίξεως σε θέση Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποκαταστήματος ούτε συγκεκριμένες αρμοδιότητες και στους οποίους δεν προβλέπεται η καταβολή μηνιαίου επιδόματος θέσεως ευθύνης. Και τούτο, τόσο διότι το κριτήριο της τοποθετήσεως αμίσθων υποθηκοφυλάκων στις ανωτέρω προσωποπαγείς θέσεις, συνδεόμενο

12

με την μη πρόβλεψη συστάσεως Κτηματολογικών Γραφείων ή Υποκαταστημάτων τους στην έδρα των αντιστοίχων καταργουμένων αμίσθων υποθηκοφυλακείων, είναι αντικειμενικό και εύλογο σε σχέση με την ρύθμιση, όσο και διότι η εξασφάλιση της υπηρεσιακής εξελίξεως των υπαλλήλων δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς, υπό την έννοια της υποχρεώσεως του κοινού νομοθέτη να εξασφαλίζει με κατάλληλες ρυθμίσεις την δυνατότητα προαγωγής των υπαλλήλων σε ανώτερες βαθμίδες της υπαλληλικής ιεραρχίας40.

Β. Διαγωνισμός

Δια την διενέργεια διαγωνισμού απαιτείται η έκδοση προκηρύξεως, εις την οποία θα αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων που πρόκειται να καλυφθούν, τα προσόντα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά των υποψηφίων, η εξεταστέα ύλη και η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων. Η μη αναγραφή της εξεταστέας ύλης, στην οποία θα διαγωνισθούν οι υποψήφιοι γραπτώς ή προφορικώς, δημιουργεί υπόνοιες μεροληψίας. Δια τον λόγο αυτό εκρίθη ότι οι αρχές της διαφανείας και της αξιοκρατίας επιβάλλουν να ορίζεται στην προκήρυξη η ύλη στην οποία θα εξετασθούν οι διαγωνιζόμενοι είτε πρόκειται δια γραπτή δοκιμασία είτε δια προφορική εξέταση. Μάλιστα τα ανωτέρω ισχύουν και επί διαγωνισμών προκηρυσσομένων και από τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου τομέως41.

Όταν οι διατάξεις της διακηρύξεως προβλέπουν ότι δια την κατάληψη θέσεων χειριστών μηχανών οι υποψήφιοι υποβάλλονται σε πρακτική εξέταση σε θέματα της ειδικότητός των, θα πρέπει εκ του πρακτικού της εξεταστικής επιτροπής να προκύπτει ότι οι χρησιμοποιηθείσες κατά την πρακτική εξάσκηση των υποψηφίων εργαλειομηχανές καλύπτουν την σχετική πρόβλεψη της προκηρύξεως δια πρακτική εξάσκηση των υποψηφίων σε θέματα της ειδικότητός των. Ειδ’ άλλως η κρίση της επιτροπής είναι πλημμελής42.

Επί κατατακτηρίων εξετάσεων πτυχιούχων τριτοβαθμίου εκπαιδεύσεως, έγινε δεκτό ότι τα θέματα που αφορούν στις εξετάσεις, τα οποία δύνανται να επηρεάσουν τον τρόπο προπαρασκευής των υποψηφίων, πρέπει κατά γενική αρχή να ρυθμίζονται προ της προκηρύξεως των εξετάσεων ή, πάντως, σε χρόνον ικανώς απέχοντα από την διενέργειά τους. Μάλιστα στην ίδια απόφαση εκρίθη ότι η αντικατάσταση του προηγουμένου συστήματος επιλογής από εξετάσεις απέβλεψε στον ακριβέστερο και αυστηρότερο έλεγχο των ικανοτήτων των υποψηφίων και, κατά συνέπειαν, στην κατάταξή τους με ηυξημένες προϋποθέσεις αξιοκρατίας43.

13

Οι γραπτές δοκιμασίες βαθμολογούνται με κάποιο σύστημα βαθμολογήσεως, το οποίον θα ορίζει την βαθμολογική κλίμακα και την βάση αυτού. Συνήθως η βαθμολόγηση είναι θετική, π.χ. από 0 έως 10 ή 20. Ενίοτε η κανονιστική πράξη, δια της οποίας ορίζεται το βαθμολογικό σύστημα, προβλέπει πλην της θετικής και την αρνητική βαθμολόγηση, δηλαδή την αφαίρεση βαθμών από τις ορθές απαντήσεις σε περίπτωση εσφαλμένων απαντήσεων. Εφ’ όσον η μέθοδος της αρνητικής βαθμολογήσεως γνωστοποιείται γραπτώς σε όλους τους διαγωνιζομένους προ της διεξαγωγής του διαγωνισμού και ισχύει δι’ όλους, δεν αντίκειται στην αρχή της αξιοκρατίας44.

Κατά της αρνητικής βαθμολογήσεως προεβλήθη ότι οδηγεί, κατ’ αποτέλεσμα, στην αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση των υποψηφίων που αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν ορισμένα ερωτήματα έναντι εκείνων που απαντούν στα ερωτήματα αυτά κατά τρόπο λανθασμένο και τοιουτοτρόπως η αξιολόγηση των υποψηφίων δεν γίνεται αντικειμενικώς και με κοινά δεδομένα, εφ’ όσον, τελικώς, τα θέματα επί των οποίων διαγωνίζονται αυτοί δεν είναι ακριβώς τα ίδια, και έτσι η τελική βαθμολογία τους δεν αποδίδει την πραγματική τους επίδοση. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός απερρίφθη ως αβάσιμος, διότι δια της εφαρμογής του συστήματος της αρνητικής βαθμολογήσεως, το οποίον ισχύει δι’ όλους τους υποψήφιους, τηρείται το ίσο μέτρο κρίσεως και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των αρχών της αξιοκρατίας και της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων, αφού, εξ άλλου, δια του ανωτέρω συστήματος, δια του οποίου επιδιώκεται ο περιορισμός των τυχαίων απαντήσεων και, κατ’ επέκταση, η αποτροπή του κινδύνου επιτυχούς εξετάσεως υποψηφίων στερουμένων γνώσεων επί των εξεταστέων θεματικών αντικειμένων, δεν υπερακοντίζεται ο επιδιωκόμενος σκοπός της επιδίκου ρυθμίσεως ούτε αλλοιώνεται η πραγματική επίδοση των διαγωνιζομένων45.

Πλην των κυρίων μαθημάτων της επιστήμης τους, οι υποψήφιοι συνήθως καλούνται να εξετασθούν προαιρετικώς σε μία ή δύο ξένες γλώσσες, η βαθμολόγηση των οποίων τους παρέχει επί πλέον βαθμούς. Είναι φυσικό οι κατέχοντες άριστα μία ή δύο ξένες γλώσσες να πλεονεκτούν έναντι των άλλων. Ο νομοθέτης έχει ρυθμιστική ευχέρεια να θεσπίσει την προαιρετική εξέταση των ξένων γλωσσών, εφ’ όσον κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον46.

Άλλωστε, ο νομοθέτης δεν κωλύεται να μεταβάλει επί το αυστηρότερον το καθεστώς των εξετάσεων ξένων γλωσσών δια την εισαγωγή σε τμήμα επαγγελματικής μετεκπαιδεύσεως ανθυπαστυνόμων, ακόμη και όταν η μεταβολή ισχύει αμέσως, ορίζων ότι οι υποψήφιοι εξετάζονται στα μαθήματα ξένων γλωσσών στην ύλη Β2, καθώς και ότι δια τον υπολογισμό

14

του γενικού βαθμού επιτυχίας κάθε υποψηφίου λαμβάνονται υπ΄ όψη οι μονάδες άνω του σαράντα πέντε (45) του αθροίσματος των βαθμών της Επιτροπής δι’ εκάστη ξένη γλώσσα, διότι οι ρυθμίσεις αυτές αποβλέπουν προδήλως στον ακριβέστερο και αυστηρότερο έλεγχο των ικανοτήτων των υποψηφίων και στην εισαγωγή στην ανωτέρω σχολή με ηυξημένες προϋποθέσεις αξιοκρατίας47.

Επί γραπτών διαγωνισμών είναι συχνό το φαινόμενο της ισοβαθμίας. Στην περίπτωση αυτή ο νομοθέτης μπορεί είτε να ορίσει κάποιο κριτήριο επιλογής μεταξύ των ισοβαθμησάντων (λ.χ. βαθμό πτυχίου) είτε να προβλέψει κλήρωση μεταξύ αυτών. Η προσφυγή στην κλήρωση δια την αντιμετώπιση του αδιεξόδου που δημιουργείται στην εξαιρετική περίπτωση της υπάρξεως ισοβαθμησάντων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητος και της αξιοκρατίας, διότι η επιλογή μεταξύ αυτών, οι οποίοι βάσει των αποτελεσμάτων της διαγωνιστικής δοκιμασίας είναι ισοδύναμοι γίνεται με κριτήριο το οποίο είναι εκ των προτέρων γνωστό και μη διαβλητό. Η πρόκριση άλλωστε της κληρώσεως στην περίπτωση της υπάρξεως ισοβαθμησάντων και όχι κάποιου άλλου τρόπου επιλογής μεταξύ αυτών, δεν συνιστά νομοθετική επιλογή υπερβαίνουσα τα όρια που διαγράφουν οι προαναφερθείσες αρχές48.

Οι εξετάσεις εισαγωγής στις Ένοπλες Δυνάμεις, τα Σώματα Ασφαλείας και το Πυροσβεστικό Σώμα περιλαμβάνουν, πλην των γραπτών εξετάσεων, και αθλητικές δοκιμασίες. Εάν κάποιος υποψήφιος δεν μπορεί να παραστεί κατά την ημέρα της αθλητικής δοκιμασίας, λόγω γεγονότος ανωτέρας βίας (π.χ. τραυματισμός, ασθένεια κλπ), τότε δύναται να υποβάλει αίτημα επανεξετάσεως ενώπιον της αρμοδίας επιτροπής του διαγωνισμού, η οποία, εάν κρίνει ότι είναι βάσιμο, το αποδέχεται, ειδ’ άλλως το απορρίπτει αιτιολογημένα. Επομένως, η άρνηση της Διοικήσεως να εξετάσει το προβαλλόμενο, σε εύλογο χρόνο, αίτημα επανεξετάσεως του υποψηφίου στην αθλητική δοκιμασία, με την αιτιολογία ότι «επανεξέταση στις αθλητικές δοκιμασίες δεν επιτρέπεται για κανένα λόγο», καίτοι υπήρχε η δυνατότης μεταγενεστέρας υποβολής του υποψηφίου στην δοκιμασία αυτή, είναι μη νομίμως αιτιολογημένη και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της αξιοκρατίας και της αναλογικότητος49.

Η καθιέρωση ελαχίστου αναστήματος (1,70μ.) δια τους υποψηφίους των Σχολών των Αστυνομικών και Αστυφυλάκων προεκάλεσε την άσκηση αιτήσεων ακυρώσεως εκ μέρους γυναικών υποψηφίων, οι οποίες λόγω του χαμηλού τους αναστήματος είχαν αποκλεισθεί. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η τιθεμένη δια του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ/τος 90/2003 απαίτηση κοινού ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου εις βάρος των γυναικών υποψηφίων, κατά την έννοια της εφαρμοστέας κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, μη αιτιολογουμένη ως προς την προσφορότητα

15

και αναγκαιότητα του ως άνω ελαχίστου ορίου δια την επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος, στον οποίο η εν λόγω ρύθμιση αποβλέπει (εξασφάλιση της επιχειρησιακής ετοιμότητος και ευρύθμου λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας)50.

Αντιθέτως, κατά διαδικασία επιλογής Δικαστών των Ενόπλων Δυνάμεων εκρίθη ότι, όταν ένας υποψήφιος είναι υπέρβαρος μπορεί νομίμως να αποκλεισθεί, επειδή ο δείκτης μάζας σώματος συνιστά δείκτη σωματικής υγείας, προσδιοριζόμενο από το πηλίκο ενός δυναμένου, με προϋποθέσεις, να μεταβληθεί σωματικού στοιχείου (βάρους), προς ένα μη μεταβλητό (ύψος), του οποίου η διατήρηση μέσα σε ορισμένα όρια θεμιτώς απαιτείται από τον νομοθέτη κατά το στάδιο εισόδου, με οποιαδήποτε ιδιότητα, στις Ένοπλες Δυνάμεις51.

Την νομολογία απησχόλησε η συνταγματικότης της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 2190/1994, βάσει της οποίας επεβλήθη σε υποψηφίους διαγωνισμού δια την πλήρωση θέσεων κατηγορίας ΔΕ σε φορείς δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων του ευρυτέρου δημοσίου τομέως η υποχρέωση να εκφράσουν προτίμηση δια μία μόνον νομαρχία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός αυτός αντίκειται στην συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και την απορρέουσα από την συνταγματική αρχή της ισότητος δημοκρατική αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας, διότι οι συνταγματικές αυτές αρχές επιβάλλουν, σε περίπτωση διενεργείας γραπτού διαγωνισμού σε πανελλήνιο επίπεδο επί των ιδίων θεμάτων δι’ όλους τους υποψηφίους, να διορίζονται στις προκηρυχθείσες θέσεις οι υποψήφιοι που έχουν πραγματοποιήσει την καλύτερη επίδοση στις εξετάσεις, συγκεντρώνοντας την υψηλότερη βαθμολογία52.

Δια της αυτής αποφάσεως εκρίθη και η συνταγματικότης διατάξεως (άρθρο 17 παρ. 13 του ν. 1586/1986) καθιερούσης ποσόστωση 50% υπέρ των αποφοίτων Τεχνικών Λυκείων. Και αυτή εκρίθη ότι αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητος, διότι, ενώ οι απόφοιτοι τεχνικού λυκείου και οι απόφοιτοι γενικού λυκείου εξετάζονται στον ίδιο γραπτό διαγωνισμό σε κοινά θέματα, η προβλεπομένη από την ως άνω διάταξη ποσόστωση, η οποία άλλωστε, αναιτιολόγητα προσδιορίσθηκε στο 50%, επιτρέπει τον διορισμό υποψηφίων ενός τύπου λυκείου που λαμβάνουν χαμηλότερη βαθμολογία έναντι υποψηφίων του άλλου τύπου λυκείου, παρά το γεγονός ότι διαγωνίζονται στα ίδια μαθήματα. Με τον τρόπο, όμως, αυτό δεν μπορούν να εκτιμηθούν οι ιδιαίτερες γνώσεις και δεξιότητες των αποφοίτων των δύο τύπων λυκείου, που θα επέτρεπαν το διορισμό των καλυτέρων σε επίδοση υποψηφίων από κάθε τύπο λυκείου53.

Back to Top