Η ΕΝΝΟΜΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΘΕΜΑΤΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 14.7€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 35,70 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18833
Ευθυμίου Χρ.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Ορφανίδης Γ., Πανταζόπουλος Σ., Τσικρικάς Δ., Χριστακάκου-Φωτιάδη Κ.
  • Έκδοση: 2023
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 272
  • ISBN: 978-618-08-0126-2

H παρούσα μελέτη αποβλέπει στην εξακρίβωση της έννομης θέσης του υπερθεματιστή επί αναγκαστικού πλειστηριασμού, στον εντοπισμό των προβλημάτων που ανακύπτουν, στην πρόταση λύσεων στα ανακύπτοντα ακανθώδη ζητήματα, και, τελικά, στη διεύρυνση του επιστημονικού διαλόγου.

Οι εξεταζόμενες θεματικές ενότητες κατηγοριοποιούνται με κριτήριο την «ομαλότητα» της εξέλιξης της εκτελεστικής διαδικασίας. Αρχικά, εξετάζεται η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί έγκυρου πλειστηριασμού, όπου αναλύεται το σύμπλεγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του υπερθεματιστή, η επίδραση του πλειστηριασμού στα δικαιώματα τρίτων, η προστασία που αναγνωρίζεται στον υπερθεματιστή, όταν ανακύπτει ζήτημα ύπαρξης πραγματικού και νομικού ελαττώματος του πλειστηριασθέντος.

Εν συνεχεία, αποσαφηνίζεται η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί άκυρου (και δικαστικά ακυρωθέντος) πλειστηριασμού ή πλειστηριασμού το κύρος του οποίου αμφισβητείται, όπου, ειδικότερα, ερευνάται η θέση του υπερθεματιστή στις δίκες όπου ως κύριο αντικείμενο ανακύπτει το κύρος του πλειστηριασμού, η αναζήτηση των δικαιωμάτων του υπερθεματιστή επί ακύρωσης του πλειστηριασμού, αλλά και η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί διεκδικητικής αγωγής που ασκεί ο πραγματικός κύριος σε βάρος του.

Η μελέτη φιλοδοξεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο τόσο για τον ερμηνευτή όσο και τον εφαρμοστή του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς αντιμετωπίζει κατά τρόπο σφαιρικό την έννομη θέση του υπερθεματιστή σε κάθε επιμέρους στάδιο από την κατακύρωση και εφεξής. 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ V

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XV

§ 1. Εισαγωγικά προλεγόμενα 1

Ι. Η ανάδειξη υπερθεματιστή ως αναγκαίο προαπαιτούμενο
της ικανοποίησης της χρηματικής απαίτησης του επισπεύδοντος 1

ΙΙ. Αντικείμενο και σκοπός της μελέτης 3

ΙΙΙ. Δομή της μελέτης 5

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΘΕΜΑΤΙΣΤΗ
ΕΠΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

§ 2. Η επίδραση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στην πλειοδοσία
και την κατακύρωση

Ι. Γενικές επισημάνσεις 7

ΙΙ. Η διαδικασία πλειοδοσίας στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό 8

1. Όροι συμμετοχής στην πλειοδοσία 8

2. Ικανότητα προς πλειοδοσία 12

3. Περιορισμοί ως προς τα πρόσωπα που δύνανται να πλειοδοτήσουν 13

4. Πλειοδοσία για λογαριασμού τρίτου 15

5. Προηγούμενη καταβολή εγγύησης 17

6. Επίδραση πρόδηλου σφάλματος κατά την υποβολή προσφοράς
στο κύρος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού 19

Α. Το πρόβλημα που ανέκυψε λόγω της αναμόρφωσης της πλειοδοτικής
διαδικασίας 19

Β. Οι υποστηριχθείσες ερμηνευτικές εκδοχές 19

Γ. Προτεινόμενη λύση 23

VIII

§ 3. Υποχρεώσεις και δικαιώματα του υπερθεματιστή που απορρέουν
από την κατακύρωση

Ι. Η κατακύρωση ως δικαιογόνος αιτία «ενοχικής» φύσης δικαιωμάτων (;)
και υποχρεώσεων 29

ΙΙ. Υποχρεώσεις του υπερθεματιστή 31

1. Καταβολή του πλειστηριάσματος 31

Α. Εμπρόθεσμη καταβολή του πλειστηριάσματος 31

Β. Προσήκουσα καταβολή του πλειστηριάσματος 33

Γ. Καταβολή του πλειστηριάσματος όταν υπερθεματιστής αναδεικνύεται
ο επισπεύδων δανειστής 34

Δ. Καταβολή του πλειστηριάσματος όταν υπερθεματιστής αναδεικνύεται
ενυπόθηκος δανειστής του καθ’ ου 35

Ε. Καταβολή πλειστηριάσματος επί αναδοχής ενυπόθηκης απαίτησης
εκ μέρους του υπερθεματιστή 37

ΣΤ. Καταβολή του πλειστηριάσματος όταν ενυπόθηκος δανειστής
και υπερθεματιστής τυγχάνει ανώνυμη εταιρία ή Τράπεζα κατ’ άρθρ. 61
και 62 ν.δ. 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» 38

2. Καταβολή του τέλους χρήσης ηλεκτρονικών συστημάτων 39

3. Μέσα εξαναγκασμού του υπερθεματιστή στην καταβολή
του πλειστηριάσματος 41

Α. «Ενδιάμεσο στάδιο» υποκατάστασης του ασυνεπούς αρχικού υπερθεματιστή 41

Β. Εκτέλεση της κατακυρωτικής έκθεσης σε βάρος του υπερθεματιστή 44

Γ. Διενέργεια (ηλεκτρονικού) αναπλειστηριασμού 47

Δ. Άσκηση καταψηφιστικής αγωγής κατά του υπερθεματιστή; 55

ΙΙΙ. Δικαιώματα του υπερθεματιστή 56

1. Προλεγόμενα 56

2. Αξίωση για παράδοση του κινητού πράγματος 58

Α. Μεταβίβαση της κυριότητας του κινητού 58

Β. Προστασία υπερθεματιστή επί άρνησης παράδοσης της νομής
του πράγματος 60

3. Αξίωση για χορήγηση της περίληψης της κατακυρωτικής
έκθεσης ακινήτου 61

Α. Μετάθεση της κυριότητας του εκπλειστηριασθέντος 61

Β. Επίδραση της μη προσήκουσας καταβολής του πλειστηριάσματος
στο κύρος της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης 63

Γ. Εγκατάσταση του υπερθεματιστή στον πλειστηριασθέν ακίνητο 67

Δ. Εκτελεστότητα περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης 69

IX

IV. Μεταφορά του κινδύνου στον υπερθεματιστή 70

V. Ωφελήματα και βάρη του πλειστηριασθέντος 72

§ 4. Συνέπειες της κατακύρωσης στα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα τρίτων

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις· ο υπερθεματιστής ως ειδικός διάδοχος
του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη 75

1. Γενικά 75

2. Επί (αναγκαστικής) κατάσχεσης και πλειστηριασμού δικαιώματος
ψιλής κυριότητας ειδικότερα 77

ΙΙ. Επιρροή της κατακύρωσης στα δικαιώματα που τρίτοι διατηρούν
επί του πλειστηριασθέντος 77

1. Εισαγωγικά 77

2. Επίδραση της κατακύρωσης στα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων 78

Α. Το δικαίωμα κυριότητας τρίτου 78

Β. Οι δουλείες τρίτων 79

Γ. Εμπράγματες ασφάλειες (προσημείωση υποθήκης, υποθήκη, ενέχυρο) 80

Δ. Αναβίωση εμπράγματων ασφαλειών επί (τελεσίδικης)
ακύρωσης του πλειστηριασμού 82

ΙΙΙ. Επίδραση της κατακύρωσης στα ενοχικά δικαιώματα τρίτων 84

1. Ο κανόνας της μη δέσμευσης του υπερθεματιστή από τα ενοχικά
δικαιώματα τρίτων 84

2. Η εξαίρεση των μισθωτικών σχέσεων 86

Α. Προλεγόμενα 86

Β. Μισθώσεις καταρτιζόμενες σε χρόνο μετά την επιβολή
της αναγκαστικής κατάσχεσης 89

α. Μισθώσεις ακινήτων 89

β. Μισθώσεις κινητών 92

Γ. Μισθώσεις ακινήτων καταρτιζόμενες σε χρόνο πριν την επιβολή
της αναγκαστικής κατάσχεσης 93

α. Αντιμετώπιση των μισθώσεων ακινήτων υπό το άρθρ. 1009,
όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015 93

β. Αντιμετώπιση των μισθώσεων ακινήτων υπό το άρθρ. 1009, όπως αυτό ίσχυε
μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015 (και πριν την εκ νέου
τροποποίησή του με το ν. 4842/2021) 94

γ. Αντιμετώπιση των μισθώσεων ακινήτων υπό το άρθρ. 1009,
όπως αυτό ισχύει μετά την νέα τροποποίησή του με το ν. 4842/2021 99

X

Δ. Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρ. 1009, όταν η επιχειρηματική
δραστηριότητα ασκείται «δια» του μισθίου και όχι «εντός» αυτού 102

Ε. Τύχη μισθωτικής σχέσης ακινήτου επί πολλαπλών αναγκαστικών
κατασχέσεων 104

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΘΕΜΑΤΙΣΤΗ
ΕΠΙ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΘΕΝΤΟΣ

§ 5. Ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πλειστηριασθέντος

Ι. Προλεγόμενα 107

ΙΙ. Ευθύνη για νομικά ελαττώματα του πλειστηριασθέντος
κατά το προϊσχύσαν (του ΚΠολΔ) δίκαιο 107

1. Ευθύνη πριν από την εισαγωγή του ΑΚ 107

2. Η ρύθμιση του (άλλοτε ισχύοντος) άρθρ. 521 ΑΚ 109

ΙΙΙ. Η νομική φύση του πλειστηριασμού ως αφετηρία για την αντιμετώπιση
του ζητήματος υπό τον ΚΠολΔ 111

1. Εισαγωγικές επισημάνσεις 111

2. Νομική φύση του αναγκαστικού πλειστηριασμού 111

Α. Διάκριση μεταξύ εκούσιου και αναγκαστικού πλειστηριασμού 111

Β. Η θεώρηση του πλειστηριασμού ως πώλησης 112

Γ. Η αντιμετώπιση του πλειστηριασμού ως θεσμού που εντάσσεται
στο δικονομικό δίκαιο 113

3. Ο προσδιορισμός της νομικής φύσης της ευθύνης για νομικά ελαττώματα
υπό το φως της δημοσίου δικαίου θεωρίας περί της φύσης
του πλειστηριασμού 115

IV. Η αξίωση του υπερθεματιστή έναντι του επισπεύδοντος ένεκα νομικού ελαττώματος του πλειστηριασθέντος ειδικότερα 116

1. Νομοθετικό περίγραμμα 116

2. Ανυπαρξία ευθύνης για πραγματικά ελαττώματα 117

3. Ανυπαρξία ευθύνης για απουσία «συνομολογημένων» ιδιοτήτων 119

4. Ex lege ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα του πλειστηριασθέντος 121

Α. Προλεγόμενα 121

Β. Ευθύνη κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (;) 121

Γ. Ευθύνη κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (άρθρ. 914, 919 ΑΚ) 123

XI

V. Επιμέρους προϋποθέσεις θεμελίωσης της ευθύνης ένεκα νομικών
ελαττωμάτων του πλειστηριασθέντος και εύρος της αποζημιωτικής αξίωσης 124

1. Νομοτυπική μορφή του άρθρ. 1017 § 2 εδ. β΄ 124

2. Έννοια του νομικού ελαττώματος 126

Α. Γενικές παρατηρήσεις 126

Β. Ειδικότερα η απαγόρευση διάθεσης ως νομικό ελάττωμα 127

3. Επίσπευση πλειστηριασμού και κατακύρωση 132

4. Γνώση του επισπεύδοντος περί της επιβάρυνσης του πλειστηριασθέντος
με νομικό ελάττωμα κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού 132

5. Έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης 133

6. Ζητήματα ορισμένου της σχετικής αγωγής και βάρος απόδειξης 135

VI. Συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ
στον πλειστηριασμό (;) 136

1. Γενικά 136

2. Η (επιεικής) στάση της νομολογίας 136

3. Η (δογματικά ορθότερη) θέση της δικονομικής θεωρίας 138

VII. Αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού του υπερθεματιστή
επί ύπαρξης νομικών ελαττωμάτων 141

1. Γενικές επισημάνσεις 141

2. Προϋποθέσεις εγκαθίδρυσης της ευθύνης κατά τις διατάξεις
του αδικαιολογήτου πλουτισμού 142

Α. Κατά τον ΑΚ 142

B. Κατά τον ΚΠολΔ (: άρθρ. 1017 § 2 εδ. γ΄) 143

α. Έλλειψη νόμιμης αιτίας της καταβολής του πλειστηριάσματος 143

β. Όροι στοιχειοθέτησης της ευθύνης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού 144

γ. Παθητική νομιμοποίηση στην αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού
που ασκεί ο υπερθεματιστής 145

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΕΝΝΟΜΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΘΕΜΑΤΙΣΤΗ ΕΠΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ
ΤΟΥ ΚΥΡΟΥΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘ' ΟΥ ΚΑΙ
ΕΠΙ ΕΚΝΙΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΘΕΝΤΟΣ

§ 6. Η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί αμφισβήτησης του κύρους
του πλειστηριασμού εκ μέρους του καθ’ ου

Ι. Εισαγωγικά 149

XII

ΙΙ. Ακυρότητα του πλειστηριασμού 151

1. Ακυρότητα του πλειστηριασμού λόγω προηγούμενης ακύρωσης
της αναγκαστικής κατάσχεσης 151

2. Ακυρότητα του πλειστηριασμού για λόγους που αφορούν
τον ίδιο ή την προδικασία του 155

Α. Ελαττώματα της προδικασίας που επιδρούν ακυρωτικά στον πλειστηριασμό 155

Β. Ελαττώματα που αφορούν τον ίδιο τον πλειστηριασμό 157

Γ. Ακυρότητα του πλειστηριασμού λόγω ανατροπής
της αναγκαστικής κατάσχεσης 160

α. Προλεγόμενα 160

β. Κύρος του πλειστηριασμού επί ανατροπής της αναγκαστικής κατάσχεσης 164

γ. Κύρος αναπλειστηριασμού επί ανατροπής της αναγκαστικής κατάσχεσης 165

Δ. Η καταχρηστική διενέργεια πλειστηριασμού ειδικότερα 165

α. Διενέργεια πλειστηριασμού παρά τη συμφωνία περί αναστολής/ματαίωσής του 165

β. Δόλια απομάκρυνση πλειοδοτών 169

γ. Περιορισμός ελεύθερου συναγωνισμού στο πλαίσιο του ηλεκτρονικού
πλειστηριασμού (;) 171

δ. Καταστρατήγηση των σκοπών του πλειστηριασμού 172

ΙΙΙ. Η θέση του υπερθεματιστή στη δίκη της ανακοπής του άρθρ. 933 173

1. Παθητική ομοδικία του υπερθεματιστή και του καθ’ ου 173

2. Άμυνα του υπερθεματιστή 176

3. Έννομες συνέπειες (τελεσίδικης) ακύρωσης του πλειστηριασμού
ως προς τον υπερθεματιστή 177

ΙV. Περαιτέρω συνέπειες της ανατροπής της κατάσχεσης
στην έννομη θέση του υπερθεματιστή 178

§ 7. Δικαιώματα υπερθεματιστή επί ακύρωσης του πλειστηριασμού

Ι. Εισαγωγικές επισημάνσεις 180

ΙΙ. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 1018 181

1. Τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού 181

2. Διανομή του πλειστηριάσματος 182

3. Διενέργεια νέου πλειστηριασμού 183

Α. Με επίσπευση του δανειστή του καθ’ ου 183

Β. Με επίσπευση του υπερθεματιστή 184

XIII

ΙΙΙ. Προνομιακή ικανοποίηση του υπερθεματιστή 186

IV. Αξίωση του υπερθεματιστή βάσει των διατάξεων
του αδικαιολόγητου πλουτισμού 187

1. Προϋποθέσεις θεμελίωσης της αξίωσης 187

2. Παθητική νομιμοποίηση στην αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού
που ασκεί ο υπερθεματιστής 188

Α. Η άποψη περί της παθητικής νομιμοποίησης του καθ’ ου 188

Β. Η άποψη περί της (καταρχήν αποκλειστικής) νομιμοποίησης των δανειστών 190

Γ. Η εν προκειμένω υιοθετούμενη γνώμη 195

α. Γενικές επισημάνσεις 195

β. Όταν υπερθεματιστής αναδεικνύεται τρίτο πρόσωπο 197

γ. Όταν υπερθεματιστής αναδεικνύεται ο επισπεύδων δανειστής 198

V. Αξίωση αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη ο υπερθεματιστής
λόγω ακύρωσης του πλειστηριασμού 201

§ 8. Η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί «εκνίκησης» του πλειστηριασμού
εκ μέρους τρίτου

Ι. Εισαγωγικές επισημάνσεις 203

ΙΙ. Η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί ανακοπής κατ’ άρθρ. 936 205

1. Παθητική νομιμοποίηση του υπερθεματιστή (;) 205

2. Έννομες συνέπειες ευδοκίμησης της ανακοπής που ασκεί τρίτος
κατά του πλειστηριασμού 210

ΙΙΙ. Η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί άσκησης διεκδικητικής αγωγής
εκ μέρους του τρίτου κυρίου 212

1. Γενικές επισημάνσεις 212

2. Νομιμοποίηση στην άσκηση της αγωγής 213

3. Εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων 214

4. Καταβολή δικαστικού ενσήμου 215

5. Προθεσμία άσκησης της διεκδικητικής αγωγής 217

6. Άμυνα υπερθεματιστή κατά της σε βάρος του ασκούμενης
διεκδικητικής αγωγής 220

7. Συνέπειες από την εκπρόθεσμη άσκηση της διεκδικητικής αγωγής 221

Α. Γενικά 221

Β. Κτήση δικαιώματος από τον υπερθεματιστή παρά την έλλειψη
κυριότητας του καθ’ ου; 222

XIV

ΙV. Ειδικά η προστασία του τρίτου αληθούς κυρίου μετά την αδυναμία
άσκησης της κατ’ άρθρ. 936 ανακοπής στο καθεστώς του Εθνικού
Κτηματολογίου 225

§ 9. Σύνοψη πορισμάτων μελέτης 227

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ 235

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 249

Σελ. 1

“Στα κινέζικα, η λέξη «κρίση» γράφεται με δυο γράμματα.

Το ένα σημαίνει κίνδυνος και το άλλο σημαίνει ευκαιρία”.

John Fitzgerald Kennedy (1917-1963), Πρόεδρος των Η.Π.Α.

§ 1. Εισαγωγικά προλεγόμενα

Ι. Η ανάδειξη υπερθεματιστή ως αναγκαίο προαπαιτούμενο της ικανοποίησης της χρηματικής απαίτησης του επισπεύδοντος

1. Είναι γνωστό ότι στο ελληνικό δίκαιο, η πρωτοβουλία επίσπευσης της (κάθε είδους) αναγκαστικής εκτέλεσης ανήκει στον επισπεύδοντα δανειστή (βλ. άρθρ. 927, πρβλ. και άρθρ. 870 ΠολΔ) βάσει της αρχής της διάθεσης (άρθρ. 106), η οποία διέπει και την αναγκαστική εκτέλεση, ως μία από τις τρεις μορφές έννομης προστασίας και δη συνταγματικά κατοχυρωμένης (άρθρ. 20 Σ). Εντούτοις, όταν επιδιώκεται

Σελ. 2

η ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης μέσω αναγκαστικής κατάσχεσης και επίσπευσης πλειστηριασμού κινητών ή ακινήτων, η ικανοποίηση του δανειστή δεν εξαρτάται (καταρχήν) από τον ίδιο. Η (έστω εν μέρει) ικανοποίηση του επισπεύδοντος έχει ως αναγκαίο προαπαιτούμενο την ανάδειξη υπερθεματιστή, διαμέσου της πλειοδοτικής διαδικασίας, και την, εν συνεχεία, καταβολή του πλειστηριάσματος. Εξάλλου, ο εκάστοτε πλειοδότης που επιδιώκει να αναδειχθεί υπερθεματιστής, δεν υποκινείται από «ευγενή» κίνητρα απαλλαγής του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη από τις χρηματικές οφειλές που ο τελευταίος αδυνατεί ή, ενδεχομένως, δυστροπεί να εξοφλήσει οικειοθελώς. Αντιθέτως, αυτό που πρωτίστως επιδιώκει ο πλειοδότης είναι απόκτηση της κυριότητας του αναγκαστικά πλειστηριαζόμενου περιουσιακού στοιχείου, έναντι εύλογου, από οικονομικής σκοπιάς, «τιμήματος».

2. Η παραδοχή αυτή είναι αδιαμφισβήτητη, όταν ο πλειοδότης είναι πρόσωπο διαφορετικό σε σχέση με τα υποκείμενα της εκτελεστικής διαδικασίας και μη σχετιζόμενο καθ’ οιονδήποτε τρόπο μ’ αυτά. Ακόμη, όμως, και όταν το πλειστηριαζόμενο αντι-

Σελ. 3

κείμενο κατακυρώνεται στον επισπεύδοντα, μετά από σχετική αίτησή του (βλ. άρθρ. 966 § 1, 970), ο επισπεύδων – υπερθεματιστής αποβλέπει, πέραν της απόκτησης του πλειστηριασθέντος, έναντι ενός οικονομικά συμφέροντος για τον ίδιο αντιτίμου, στην (έστω και εν μέρει) ικανοποίηση της απαίτησής του από το πλειστηρίασμα (που πρόκειται να καταβάλει ο ίδιος).

3. Η μετάπτωση από την ιδιότητα του πλειοδότη σε αυτή του υπερθεματιστή συνεπάγεται τη δημιουργία μιας σειράς από, βαρύνουσας σημασίας, δημοσίου δικαίου, υποχρεώσεις, από την εκπλήρωση των οποίων εξαρτάται, τελικά, η οριστική κτήση του εκπλειστηριασθέντος περιουσιακού δικαιώματος. Ακόμη, όμως, και αν ο υπερθεματιστής εκπληρώσει νομίμως και προσηκόντως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά του αυτή, δεν είναι βέβαιο, ούτε, όμως, αυτονόητο ότι τελικά θα καρπωθεί τα οφέλη της κατακύρωσης και τα δικαιώματα με τα οποία αυτή συνδέεται.

4. Πράγματι, δεν αποκλείεται το εκπλειστηριασθέν να μην ανήκει στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ή, ακόμη και αν ανήκει στον τελευταίο, να βαρύνεται με δικαιώματα τρίτων επ’ αυτού, αντιτάξιμα έναντι του υπερθεματιστή (: νομικά ελαττώματα), τα οποία δεν εξαλείφονται με την κατακύρωση. Η ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων εμποδίζει σημαντικά, αν όχι ματαιώνει πλήρως, την πλήρη και ελεύθερη κάρπωση του κτηθέντος δικαιώματος εκ μέρους του υπερθεματιστή.

5. Ο υπερθεματιστής, επιπρόσθετα, είναι έκθετος και σε κινδύνους που άπτονται του ίδιου του κύρους του πλειστηριασμού και της συντελεσθείσας κατακύρωσης. Ελαττώματα και αταξίες, που εμφιλοχώρησαν κατά την πορεία της εκτελεστικής διαδικασίας και προκαλούν (δικονομική) ακυρότητα (πρβλ. άρθρ. 933, 934, 159) είτε των επιμέρους διαδικαστικών πράξεων αυτής, είτε και του ίδιου του πλειστηριασμού, ενδέχεται να θέσουν σε αμφιβολία τη δικαιοπαραγωγική αιτία της κτήσης του εκπλειστηριασθέντος δικαιώματος.

ΙΙ. Αντικείμενο και σκοπός της μελέτης

6. Το ζήτημα της έννομης θέσης και της προστασίας του υπερθεματιστή στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ιδίως επί αναγκαστικού πλειστηριασμού κινητών ή ακινήτων, παρουσιάζει αναμφίβολο θεωρητικό αλλά και ιδιαίτερο έντονο (ιδίως σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας) πρακτικό ενδιαφέρον. Εντούτοις, παρά την αναμφισβήτητη κρισιμότητά του και τις πολυεπίπεδες νομολογιακές και θεωρητικές προσεγγίσεις του, το ζήτημα δεν έχει τύχει, έως σήμερα, αντικείμενο αυτοτελούς μονογραφικής επεξεργασίας.

7. Το κενό αυτό φιλοδοξεί να καλύψει η παρούσα μελέτη, η οποία εκπονείται στο πλαίσιο μεταδιδακτορικής έρευνας διεξαγόμενης στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό την αρωγή, μέσω ετήσιας υποτροφίας, του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων και Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) του Πανεπιστημίου αυτού. Ει-

Σελ. 4

δικότερα, η ανά χείρας μελέτη αποσκοπεί στην εξακρίβωση του εύρους των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του υπερθεματιστή στο πλαίσιο του πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων, στη διεύρυνση του επιστημονικού διαλόγου και στην πρόταση λύσεων συμβατών τόσο με το δικονομικό όσο και με το ουσιαστικό δίκαιο. Η έρευνα αποκτά νέα δυναμική, ιδίως μετά την εισαγωγή του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα, και, αναγκαίως, θα περιοριστεί στα ζητήματα που ανακύπτουν μετά την θεσμοθέτηση της καινοτόμου ηλεκτρονικής εκπλειστηρίασης περιουσιακών στοιχείων.

8. Προ πάσης άλλης ανάπτυξης θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα πρόκειται να αναφερθούν για την έννομη θέση του υπερθεματιστή (: δικαιώματα και υποχρεώσεις) δεν περιορίζονται μόνο στον stricto sensu πλειστηριασμό κινητών, ακινήτων, και, καταρχήν, ειδικών περιουσιακών στοιχείων (βλ. άρθρ. 1022 επ.), αλλά αφορούν και ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και στις άλλες μορφές αναγκαστικής εκποίησης, που εξομοιώνονται λειτουργικά με τον πλειστηριασμό, όπως, λ.χ., η «ελεύθερη πώληση» του άρθρ. 966 § 2 (όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρ. 67 ν. 4842/2021), η «ελεύθερη πώληση» κατασχεθέντος ακινήτου κατά το (ήδη καταργη-

Σελ. 5

μένο με το άρθρ. 119 περ. 2β΄ ν. 4842/2021) άρθρ. 998 § 6, ο πλειστηριασμός που διενεργείται στο πλαίσιο της δικαστικής εκκαθάρισης της κληρονομίας (βλ. άρθρ. 1908 ΑΚ), καθώς και όπου εφαρμογής τυγχάνουν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, ιδίως, δε, στον πλειστηριασμό που διενεργείται στο πλαίσιο της πτώχευσης (βλ. άρθρ. 164-166 ν. 4738/2020).

ΙΙΙ. Δομή της μελέτης

9. Οι επιμέρους θεματικές που πρόκειται να καταστούν αντικείμενο έρευνας, μπορούν να διακριθούν, με κριτήριο την «ομαλότητα» της εξέλιξης της εκτελεστικής διαδικασίας, ορώμενη υπό το πρίσμα της εγκυρότητας του πλειστηριασμού, σε δυο ευρύτερες ενότητες. Στην πρώτη θα καταβληθεί προσπάθεια να οριοθετηθεί η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί έγκυρου πλειστηριασμού, όπου θα εξεταστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υπερθεματιστή, ως συνέπεια της κατακύρωσης, η επίδραση του πλειστηριασμού στα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα τρίτων, καθώς και τα δικαιώματα με τα οποία εξοπλίζεται ο υπερθεματιστής, όταν ανακύπτει ζήτημα ύπαρξης πραγματικού και νομικού ελαττώματος που βαρύνει το πλειστηριασθέν. Η δεύτερη ενότητα είναι αφιερωμένη στην αποσαφήνιση της έννομης θέσης του υπερθεματιστή επί άκυρου (και δικαστικά ακυρωθέντος) πλειστηριασμού ή πλειστηριασμού το κύρος του οποίου αμφισβητείται. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της ενότητας αυτής αντικείμενο έρευνας θα αποτελέσει η έννομη θέση του υπερθεματιστή στις ανοιγόμενες δίκες που άπτονται του κύρους του πλειστηριασμού, είτε από τον οφειλέτη είτε από τον τρίτο, η αναζήτηση των δικαιωμάτων του υπερθεματιστή επί ακύρωσης του πλειστηριασμού, αλλά και η έννομη θέση του υπερθεματιστή επί διεκδικητικής αγωγής που ασκεί ο πραγματικός κύριος σε βάρος του.


1 Κατά τα έτη 1961 και 1962.

2 . Δικαιοσυγκριτική επισκόπηση σχετικά με το ζήτημα της πρωτοβουλίας έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης βλ. αντί άλλων Μπότσαρη, Η αρχή της διαθέσεως στην αναγκαστική εκτέλεση (2017), σ. 27 – 40.

3 . Από την πλουσιότατη βιβλιογραφία βλ. ενδεικτικά Γιδόπουλο, Η δικονομική ακυρότης κατά τον νόμον ΓΨΟΘ’2 (1929), σ. 13· Μητσόπουλο, Πολιτική Δικονομία τ. Α΄ (1972), σ. 37· τον ίδιο, Η επίδρασις του Συντάγματος επί της Πολιτικής Δικονομίας Δ 1975, 673 επ. = Δημοσιεύματα του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, τ. 9, σ. 55 = Μελέται γενικής θεωρίας του δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου (1983), σ. 213 επ. (219)· Ράμμο, Εγχειρίδιον ΙΙΙ, σ. 1297· Κεραμέα, ΑστΔικονΔικ, σ. 20· Μπέη, Εισαγωγή στη δικονομική σκέψη. Γενικές Αρχές της Πολιτικής Δικονομίας3 (1981), σ. 48-50· τον ίδιο, ΠολΔικ 21, σ. 35· τον ίδιο, Τα συνταγματικά όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης, Δ 1985, 581 επ· τον ίδιο, Προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, Δ 1996, 740 επ.· Παυλόπουλο, Εγγυήσεις του δικαιώματος δικαστικής προστασίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο (1993), σ. 17· Κρουσταλάκη, Κριτική Επιθεώρηση Νομικής Θεωρίας και Πράξης 1 (1996), σ. 15 επ.· Γέσιου-Φαλτσή Ι2, § 7 αρ. 1 σ. 98, με π.π. στη σημ. 2· την ίδια, Η αρχή της αναλογικότητας στην αναγκαστική εκτέλεση, ΕλλΔνη 1992, 280 επ. (284) = Χαριστήρια στον Ιωάννη Δεληγιάννη ΙΙΙ (1992), σ. 195 επ. = Η δικονομική έννομη τάξη ΙΙ (1995), σ. 577 επ.· Νίκα Ι3, § 1 αρ. 5· Νικολόπουλο, Αναγκαστική Εκτέλεση2 (2012), σ. 6· Κλαμαρή, Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος 1975 (1989), σ. 167 επ.· Κασιμάτη, Τα συνταγματικά όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ελληνικού Δημοσίου, Τιμητικός Τόμος Κ. Μπέη (2003), σ. 2717 επ.· Σταματόπουλο, Η δικαστική προστασία του τρίτου στην αναγκαστική εκτέλεση κατά την ΚΠολΔ 936 (1994), σ. 15· τον ίδιο, Αναγκαστική Εκτέλεση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (2000), σ. 103-104 μ.π.π. στη σημ. 37, σ. 105· Ψωμά, Το συνταγματικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και η εφαρμογή του από τη θεωρία και τη νομολογία, Δ 1982, 561 επ.· Διαμαντόπουλο, Η ανακοπή κατά του αναγκαστικού πλειστηριασμού, σ. 56 επ.· Μπότσαρη, Η αρχή της διαθέσεως σ. 44 επ.· Μιχαηλίδου, Οι υπερνομοθετικές παρεμβάσεις στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, Τιμητικός Τόμος Κλαμαρή (2016), σ. 603 επ. (603-604)· Γιαννόπουλο, Ο περιορισμός της δικαστικής αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 937 § 1 στ. γ΄ ΚΠολΔ υπό το πρίσμα της αξίωσης παροχής έννομης προστασίας, ΕΠολΔ 2017. 320 επ. (324)· από τη νομολογία, βλ. ενδεικτικά, ΟλΑΠ 19/2001, Δ 2002, 133 επ. = ΕλλΔνη 2002, 79 επ. = ΧρΙΔ 2001, 823 επ.· ΟλΑΠ 21/2001, ΕλλΔνη 2002, 83 επ. = Δ 2002, 20 επ., με ενημ. σημ. Μπέη = ΔΕΝ 2002. 185 επ. = ΑρχΝ 2002, 86 επ. = ΕπΕργΔ 2002, 493 επ. = ΧρΙΔ 2002, 430 επ.· ΟλΑΠ 37/2002, ΤΝΠ Νόμος· ΟλΑΠ 36/2002, ΕλλΔνη 2002, 1027. Για τις αντίστοιχες θέσεις του γερμανικού Ακυρωτικού βλ. ενδεικτ. BGΗ, NJW 2015. 2509, BGH NZI 2017, 623, σύμφωνα με τις οποίες το δικαίωμα της ιδιοκτησίας υποχρεώνει το κράτος να παρέχει αποτελεσματικά μέσα για την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών, πρβλ. επίσης BGH, NZI 2016. 457.

Σελ. 7

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΘΕΜΑΤΙΣΤΗ ΕΠΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

§ 2. Η επίδραση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στην πλειοδοσία και την κατακύρωση

Ι. Γενικές επισημάνσεις

10. Μεταξύ των πλέον τολμηρών, και συνάμα ρηξικέλευθων, εγχειρημάτων που επιχείρησε διαχρονικά ο δικονομικός νομοθέτης, συγκαταλέγεται αναμφίβολα η θεσμοθέτηση της διενέργειας των πλειστηριασμών με ηλεκτρονικά μέσα. Η εισαγωγή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού αποτελεί τμήμα μίας ευρύτερης και γενικότερης νομοθετικής κινητικότητας που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, η οποία αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό του μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης σε όλες τις επιμέρους εκφάνσεις της. Η θεσμοθέτηση, δε, του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού αποτελεί την απάντηση του νομοθέτη στο φαινόμενο της παρεμπόδισης διενέργειας πλειστηριασμών από κινήματα πολιτών. Η μετάβαση από τον «κλασικό» πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται με τη φυσική παρουσία των μετεχόντων σ’ αυτόν προσώπων (πλειοδοτών, υπαλλήλου του πλειστηριασμού), στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό,

Σελ. 8

που τυγχάνει το μοναδικό μέσο ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων, τουλάχιστον στο πλαίσιο των συνηθισμένων διαδικασιών εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της διοικητικής εκτέλεσης που διενεργείται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ (βλ. άρθρ. 206 και 405 ν. 4512/2018), υπήρξε σταδιακή. Αρχικά εισήχθη ως δυνητικός τρόπος εκπλειστηρίασης περιουσιακών στοιχείων και, εν συνεχεία, από την 21.02.2018 κατέστη αποκλειστικός. Με ηλεκτρονικά μέσα διενεργείται, πλέον, ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για αναγκαστικό ή εκούσιο ή για αναπλειστηριασμό, ενώ πρόσφατα ο νομοθέτης εισήγαγε τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό και στο πτωχευτικό δίκαιο (βλ. άρθρ. 163 ν. 4738/2020).

ΙΙ. Η διαδικασία πλειοδοσίας στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό

1. Όροι συμμετοχής στην πλειοδοσία

11. Η καθολική κατίσχυση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, με την θέσπιση του οποίου περιορίστηκαν σημαντικά (σε βαθμό ολοσχερούς εξάλειψης) αρκετές από τις ακυ-

Σελ. 9

ρότητες οι οποίες έπλητταν τον κλασικό πλειστηριασμό, οδήγησε αναπόδραστα και στην συνολική ανάπλαση της πλειοδοτικής διαδικασίας, προκειμένου η τελευταία να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις τεχνικές διαδικαστικές ιδιαιτερότητες της ηλεκτρονικής διενέργειάς του. Για την έγκυρη επίσπευση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού αναγκαίο προαπαιτούμενο είναι η «αναγγελία» (: γνωστοποίηση) διενέργειας αυτού στο «Σύστημα Ηλεκτρονικών Πλειστηριασμών», η οποία αποτελεί προπαρασκευαστικό του στάδιο και δη μέρος της προδικασίας του και επιδρά, αναπόφευκτα στο κύρος

Σελ. 10

του. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4512/2018 και εφεξής, οι πλειοδότες (και υποψήφιοι υπερθεματιστές), προκειμένου να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον συμμετοχής τους στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν πιστοποιηθεί στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Πλειστηριασμών (εφεξής και χάριν συντομίας: ΗΛ. ΣΥ. ΠΛΕΙΣ.). Θα πρέπει, δηλαδή, να έχουν, σε χρονικό σημείο προγενέστερο του πλειστηριασμού και μεταγενέστερο της αναγγελίας του στο ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ., πιστοποιηθεί μέσω διαδικασίας που καθορίζεται στα άρθρ. 6 και 7 της Υ.Α. υπ’ αριθ. 41756οικ/2017 (βλ. άρθρ. 959 § 4). Αν το (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο, που ενδιαφέρεται να πλειοδοτήσει δεν έχει πιστοποιηθεί στο ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ., είναι, πλέον, τεχνικά αδύνατο να συμμετέχει σε οποιαδήποτε διαδικασία πλειοδοσίας, ανεξάρτητα από το αν αυτή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο αναγκαστικού ή εκούσιου πλειστηριασμού.

12. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης δηλώνει ηλεκτρονικά τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένο αναγγελθέντα πλειστηριασμό, αφού προηγουμένως έχει καταβάλει την απαιτούμενη εγγυοδοσία (άρθρ. 965 § 1, βλ. και 1003 § 1) και, αν μετέχει στην διαδικασία για λογαριασμό τρίτου ή αν μετέχει ως εκπρόσωπος πλείονων από κοινού πλειοδοτών, αφού υποβάλει το ειδικό πληρεξούσιο που του χορηγεί τη σχετική εξουσία συμμετοχής (βλ. άρθρ. 1003 § 2 και 959 § 4 αντίστοιχα). Η καταβολή της εγγυοδοσίας και η (ηλεκτρονική) υποβολή του πληρεξουσίου εγγράφου πρέπει να γίνει μέχρι ώρα 15:00, δύο εργάσιμες πριν την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού (βλ. άρθρ. 959 § 5 εδ. α΄). Εντός της ίδιας προθεσμίας, ο πλειοδότης δηλώνει, ομοίως με ηλεκτρονι-

Σελ. 11

κή δήλωση, αντίκλητο που κατοικεί στην περιφέρεια του τόπου εκτέλεσης (βλ. άρθρ. 959 § 5), δηλαδή του τόπου επιβολής της κατάσχεσης, ανεξάρτητα από το αν ο πλειστηριασμός πρόκειται να διενεργηθεί ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του τόπου εκτέλεσης ή του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του Κράτους (βλ. άρθρ. 959 § 5). Μετά την εκπνοή της προαναφερόμενης προθεσμίας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού ελέγξει αν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες στο άρθρ. 959 § 5 διατυπώσεις, με πράξη του, συντασσόμενη μέχρι ώρα 17:00 της προηγουμένης του πλειστηριασμού, διαπιστώνει την τήρηση αυτή και υποβάλει στο Σύστημα τον κατάλογο των υποψηφίων πλειοδοτών που μπορούν να λάβουν μέρος στην διαδικασία. Οι δικαιούμενοι συμμετοχής στην πλειοδοτική διαδικασία ενημερώνονται μέσω του Συστήματος, ενώ αντίστοιχη ενημέρωση λαμβάνουν και τα πρόσωπα που δεν πληρούν τους όρους συμμετοχής στην πλειοδοτική διαδικασία (άρθρ. 8 § 4 της Υ.Α. υπ’ αριθ. 41756οικ/2017).

13. Η ηλεκτρονική διαδικασία πλειοδοσίας κατέστη περισσότερο διαδραστική (βλ. άρθρ. 959 §§ 9-12), και οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται σε πραγματικό χρόνο και για τις τυχόν προσφορές άλλων πλειοδοτών που υπερβαίνουν τη δική τους (βλ. άρθρ. 959 § 10), δύνανται, δε, να υποβάλλουν περισσότερες από μια διαδοχικές προσφορές (βλ. άρθρ. 959 § 9), διεκδικώντας το πλειστηριαζόμενο κινητό ή ακίνητο μέχρι και το χρονικό σημείο λήξης της εν γένει διαδικασίας (βλ. άρθρ. 959 § 8). Επιτρεπτή είναι η από κοινού πλειοδοσία, εφόσον χορηγηθεί στον έναν εκ των πλείονων πλειοδοτών ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από τους λοιπούς ενδιαφερόμενος και αυτός προβεί στη σχετική δήλωση συμμετοχής και υποβάλει το πληρεξούσιο πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού (βλ. άρθρ. 965 § 1 εδ. β΄, 965 § 4 εδ. β΄, η οποία παραπέμπει στην § 5). Σε περίπτωση κατακύρωσης στους πλείονες συμπλειοδότες, αυτοί ευθύνονται εις ολόκληρον να καταβάλουν το πλειστηρίασμα.

14. Η κατακύρωση γίνεται στον πιστοποιημένο πλειοδότη που θα υποβάλει τη μεγαλύτερη προσφορά (άρθρ. 965 § 2), το σύνολο, όμως, των προσφορών πρέπει να καταγράφεται στην έκθεση κατακύρωσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για αναγκαστικό (οπότε η υποχρέωση αυτή καταγραφής από τον συμβολαιογράφο απορρέει ευθέως ήδη από το άρθρ. 965 § 2), ή για εκούσιο (οπότε η ίδια υποχρέωση προκύπτει από την αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 965 § 2) πλειστηριασμό. Αν το εκπλειστηριαζόμενο πράγμα κατακυρωθεί στους περισσότερους (από κοινού συμμετέχοντες) πλειοδότες και πλέον υπερθεματιστές, δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή αυτών για την καταβολή του πλειστηριάσματος (βλ. άρθρ. 965 § 4 εδ. γ΄).

Σελ. 12

2. Ικανότητα προς πλειοδοσία

15. Στην πλειοδοτική διαδικασία δύναται να συμμετάσχει, καταρχήν, οποιοδήποτε (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο, ακόμη και οι ίδιοι δανειστές του καθ’ ου, του επισπεύδοντος μη εξαιρουμένου (πρβλ. και άρθρ. 966 § 1, 970). Αρκεί το πρόσωπο που μετέχει ως πλειοδότης να διαθέτει ικανότητα δικαστικής παράστασης (άρθρ. 62), δεδομένου ότι η πλειοδοσία αποτελεί (επιμέρους) διαδικαστική πράξη που εντάσσεται στην ευρύτερη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ιδιαίτερος λόγος αποκλεισμού από την πλειοδοτική διαδικασία έχει θεσμοθετηθεί για τα πρόσωπα κατά των οποίων επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της συμμετοχής κατ’ επάγγελμα ψευτοπλειοδοτών. Ειδικότερα, τόσο στον πλειστηριασμό κινητών (άρθρ. 965 § 1 εδ. γ΄) όσο και στον πλειστηριασμό ακινήτων (άρθρ. 1003 § 1), προβλέπεται ότι αν προβληθεί σχετική αντίρρηση εκ μέρους του επισπεύδοντος, του καθ’ ου, ή οποιουδήποτε πλειοδότη, ο υπάλληλος του πλειστηριασμός υποχρεούται να αποκλείσει από την πλειοδοτική διαδικασία πρόσωπο σε βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, εφόσον τούτο αποδεικνύεται από δημόσιο έγγραφο (π.χ. πράξη του άρθρ. 965 § 6) ή ομολογία. Ακόμη, όμως, και αν, κατ’ εσφαλμένη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, συμμετείχε στην πλειοδοσία ή αποκλείστηκε από αυτήν πρόσωπο σε βάρος του οποίου επισπεύδεται ή φέρεται να επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, ο πλειστηριασμός, κατά την μάλλον κρατούσα ερμηνευτική εκδοχή, δεν πάσχει από ακυρότητα. Υποστηρίχθηκε, πάντως, ότι αν συντρέχει νόμιμος λόγος αποκλεισμού προσώπου από την πλειοδοτική διαδικασία και, παρόλα αυτά, το πρόσωπο μετείχε σ’ αυτήν, προκαλείται ακυρότητα του πλειστηριασμού (άρθρ. 933, 934 § 1 περ. β΄), η οποία, όμως, εξαρτάται από δικονομική βλάβη (άρθρ. 159 αρ. 3).

Σελ. 13

3. Περιορισμοί ως προς τα πρόσωπα που δύνανται να πλειοδοτήσουν

16. Ο κανόνας της (καταρχήν) ελεύθερης συμμετοχής στην πλειοδοτική διαδικασία δεν είναι ανεξαίρετος. Ειδικοί νομοθετικοί περιορισμοί προβλέπονται για ορισμένα πρόσωπα που «εμπλέκονται» στην εκτελεστική διαδικασία είτε άμεσα, ως παθητικά υποκείμενα αυτής, είτε έμμεσα, ως όργανα της εκτέλεσης, ή, ακόμη, αν πρόκειται για πρόσωπα που σχετίζονται με έμμεσα εμπλεκόμενους στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πρωτίστως στερείται του δικαιώματος να πλειοδοτήσει ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης (άρθρ. 965 § 1 εδ. β΄, 1003 § 1), ανεξάρτητα από το αν μετέχει ιδίω ονόματι ή μέσω παρένθετου προσώπου (άμεσου ή έμμεσου αντιπροσώπου). Η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, κατά την οποία ο οφειλέτης μπορεί μετάσχει εγκύρως στην πλειοδοσία, αν ο υπερθεματιστής ενεργεί ως έμμεσος αντιπρόσωπός του, αφενός παραβλέπει ότι μέχρι ότι, μέχρι την πλήρωση των όρων κτήσης του πλειστηριασθέντος από τον υπερθεματιστή, κύριος του πλειστηριαζόμενου παραμένει ο οφειλέτης, με αποτέλεσμα να είναι (λογικά αλλά και νομικά) αδύνατο ο καθ’ ου να αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας που ήδη έχει, αφετέρου οδηγεί σε καταστρατήγηση της απαγόρευσης που θεσπίζουν οι ρυθμίσεις των άρθρ. 965 § 1 εδ. β΄ και 1003 § 1, οι οποίες έχουν ως σκοπό, μέσω του καθιερούμενου σ’ αυτές δικαιώματος «εξαγοράς» (άρθρ. 969 § 2), να ωθήσουν τον οφειλέτη στην αποπληρωμή των οφειλών του.

17. Για τους ίδιους λόγους, θα πρέπει να θεωρηθεί αποκλεισμένη η συμμετοχή σε πλειοδοτική διαδικασία των τρίτων κυρίων του ενυπόθηκου ακινήτου ή νομέων αυτού με νόμιμο τίτλο, όταν σε βάρος τους επισπεύδεται πλειστηριασμός για αλλότριο χρέος, κατ’ ενάσκηση της εμπράγματης υποθηκικής αγωγής (actio hypothecaria in rem). Πράγματι, και τα πρόσωπα αυτά είναι κύριοι (ή οιονεί κύριοι) του πλειστηρι-

Σελ. 14

αζόμενου, και, κατά συνέπεια, αφενός μεν αδυνατούν να αποκτήσουν δικαίωμα του οποίου είναι ήδη δικαιούχοι (ή οιονεί δικαιούχοι), αφετέρου, ως πρόσωπα (και) σε βάρος των οποίων επισπεύδεται η εκτέλεση [καθώς κοινοποιείται σ’ αυτούς επιταγή προς ανοχή της εκτέλεσης (βλ. άρθρ. 993 § 1)], αποκτούν την ιδιότητα του παθητικού υποκειμένου της εκτελεστικής διαδικασίας, δυνάμενοι να ασκήσουν το δικαίωμα «εξαγοράς» κατ’ άρθρ. 969 § 2. Ακόμα, αδυνατεί να μετάσχει στην πλειοδοτική διαδικασία του επισπευδόμενου σε βάρος του αναπλειστηριασμού ο αρχικός υπερθεματιστής, του οποίου, όμως, η κατακύρωση ανετράπη λόγω μη καταβολής, εκ μέρους του, του οφειλόμενου πλειστηριάσματος (βλ. άρθρ. 965 § 5 εδ. τελευταίο).

18. Εφόσον, εξάλλου, στον αναπλειστηριασμό ο αρχικός υπερθεματιστής έχει, πλέον, την ιδιότητα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρ. 965 § 1 εδ. β΄, δυνάμενος να ματαιώσει την σε βάρος του επισπευδόμενη διαδικασία και να πετύχει την κατακύρωση σ’ αυτόν του πράγματος, καταβάλλοντας το πλειστηρίασμα με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού. Ανεπίτρεπτη, περαιτέρω, είναι η συμμετοχή σε πλειοδοτική διαδικασία του ορισθέντος ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού και των υπαλλήλων του (άρθρ. 965 § 1

Σελ. 15

εδ. β΄, 1003 § 1, βλ. και άρθρ. 533 αρ. 3 ΑΚ) ή των συγγενών του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως τον τρίτο βαθμό (βλ. άρθρο 7 § 1 ν. 2830/2000), όπως, επίσης, και του δικαστικού επιμελητή, όταν μετέχει στην εκτελεστική διαδικασία ως όργανο εκτέλεσης (άρθρ. 38 ν. 2318/1995, 533 αρ. 3 ΑΚ), καθώς και των προσώπων εκείνων που έχουν τη διαχείριση, εκ του νόμου ή δυνάμει εντολής, του πλειστηριαζόμενου πράγματος (βλ. άρθρ. 533 αρ. 1 και 2 ΑΚ). Η συμμετοχή προσώπου που δεν επιτρέπεται να πλειοδοτήσει, κατά παράβαση των ανωτέρω ρυθμίσεων (άρθρ. 965 § 1 εδ. β΄, 1003 § 1, 533 αρ. ΑΚ, 7 § 1 ν. 2830/2000, 38 ν. 2318/1995), προκαλεί την (δικονομική) ακυρότητα του πλειστηριασμού, και μάλιστα, κατά την ορθότερη ερμηνευτική εκδοχή, ανεξάρτητα από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης, λόγω της απαγορευτικής διατύπωσης των σχετικών διατάξεων.

4. Πλειοδοσία για λογαριασμού τρίτου

19. Επιτρεπτή είναι η συμμετοχή σε διαδικασία πλειοδοσίας για λογαριασμό τρίτου, δυνάμει εντολής ή άλλης έννομης σχέσης (π.χ. υπαλληλικής). Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητά για τα ακίνητα (άρθρ. 1003 § 2), γίνεται, όμως, δεκτή και για τον

Σελ. 16

πλειστηριασμό κινητών, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 1003 § 2. Η πλειοδοσία για λογαριασμό τρίτου έχει ως αποτέλεσμα η κατακύρωση να γίνεται απευθείας στο όνομα του τρίτου, καθώς εφαρμόζονται οι κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης (βλ. άρθρ. 211 ΑΚ)· κατά συνέπεια, υπερθεματιστής θεωρείται εκείνος για τον οποίο δήλωσε ο άμεσος αντιπρόσωπος ότι υπερθεματίζει.

20. Προκειμένου να πραγματωθεί η ανάγκη πλήρους βεβαιότητας και ασφάλειας δικαίου ως προς τη δυνατότητα του τρίτου να δεσμεύει το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, αλλά και να εξασφαλιστεί, κατά το δυνατόν, η καταβολή του πλειστηριάσματος, το άρθρ. 1003 § 2 καθιερώνει υποχρέωση του τρίτου να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και σε έγχαρτη μορφή το ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που έχει ήδη, σε προγενέστερο στάδιο) υποβληθεί ηλεκτρονικά, κατά τη δήλωση συμμετοχής στον συγκεκριμένο πλειστηριασμό κατ’ άρθρ. 959 § 5, με το οποίο ο πλειοδότης έχει χορηγήσει στον τρίτο τη σχετική εντολή να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό. Ερμηνεύοντας τον όρο «ειδικό πληρεξούσιο», ο Άρειος Πάγος υιοθέτησε την εκδοχή ότι η «ειδικότητα» του πληρεξουσίου εγγράφου αναφέρεται, όχι στην «εντολή συμμετοχής» του προσώπου ως πλειοδότη για λογαριασμό άλλου σε συγκεκριμένο πλειστηριασμό ή σε πλειστηριασμό συγκεκριμένου ακινήτου (αν πλειστηριάζονται περισσότερα ακίνητα), αλλά στην «ανάγκη αναφοράς των στοιχείων ταυτότητας του εντολέα και του εντελλόμενου καθώς και τη ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση του πρώτου ότι εξουσιοδοτεί τον δεύτερο όπως λάβει μέρος σε πλειστηριασμό και υπερθεματίσει για λογαριασμό του». Προς θεμελίωση της ερμηνευτικής αυτής προσέγγισης, το Ακυρωτικό μας δέχθηκε ότι «... [ο] νομοθέτης ... απέβλεψε στην πάταξη του φαινομένου της παρααγοράς και των επιτηδείων, που στερούσαν με τη νομιμοφανή συμπεριφορά τους έσοδα από το Δημόσιο Ταμείο. Τέτοιος κίνδυνος ωστόσο δεν υφίσταται, όταν

Σελ. 17

ο εμφανιζόμενος ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού τρίτος πλειοδοτεί για λογαριασμό Τράπεζας. Τυχόν αντίθετη αντιμετώπιση θα προκαλούσε τεράστια προβλήματα στα πιστωτικά ιδρύματα και θα απομάκρυνε τους κατ’ εξοχή αξιόπιστους υπερθεματιστές από τους πλειστηριασμούς προς βλάβη της κοινωνικής οικονομίας ... ». Είναι, όμως, μάλλον αμφίβολο αν το πληρεξούσιο που περιλαμβάνει μια γενική και αόριστη εντολή προς συμμετοχή του εντολοδόχου ως πλειοδότη, για λογαριασμό του εντολέα, σε έναν εκ των προτέρων απροσδιόριστο αριθμό πλειστηριασμών, ανταποκρίνεται στην απαίτηση του νόμου περί της ανάγκης κατάθεσης «ειδικού» συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου προς τον σκοπό αυτό.

21. Αν ο πλειοδότης μόνο κατά φαινόμενο ενεργεί στο όνομά του, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί για λογαριασμό τρίτου προσώπου, δυνάμει συμφωνίας κατά την οποία ο εμφανιζόμενος ως πλειοδότης, εφόσον αναδειχθεί υπερθεματιστής, δεσμεύεται να μεταβιβάσει το εκπλειστηριασθέν στον τρίτο, η κατακύρωση γίνεται μεν στο όνομα του εμφανισθέντος πλειοδότη, ωστόσο ο τελευταίος, μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων κτήσης εκ μέρους του της κυριότητας επί του εκπλειστηριασθέντος, υποχρεούται να μεταβιβάσει το κτηθέν στον τρίτο (άρθρ. 719 ΑΚ). Αν ο εμφανισθείς «πλειοδότης» δεν συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του αυτή, ο τρίτος μπορεί πετύχει την καταδίκη του εμφανισθέντος πλειοδότη σε δήλωση βούλησης, κατ’ άρθρ. 949, ασκώντας τη σχετική αγωγή.

5. Προηγούμενη καταβολή εγγύησης

22. Εφόσον ο πλειοδότης (και υποψήφιος υπερθεματιστής) εγγραφεί στο ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ., η εκδήλωση πλειοδοτικού ενδιαφέροντος για κάποιο εκπλειστηριαζόμενο κινητό ή ακίνητο προϋποθέτει την προηγούμενη, και συγκεκριμένα δυο (2) ημέρες πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού (άρθρ. 959 § 5), κατάθεση εγγύησης, ανερχόμενης σήμερα σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30 %) της τιμής πρώτης προσφοράς (βλ. άρθρ. 965 § 1 εδ, δ΄, 1003 § 1 που παραπέμπει στην αμέσως προηγούμενη ρύθμι

Σελ. 18

ση). Σε περίπτωση από κοινού πλειοδοσίας, η κατάθεση της εγγύησης μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε πλειοδότη, είτε αυτός ενεργεί ατομικά, είτε ως εκπρόσωπος των υπολοίπων (άρθρ. 959 § 5, 965 § 1). Η καταβληθείσα εγγύηση επιστρέφεται στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο που την κατέβαλε, δεν αναδειχθεί υπερθεματιστής ή αν ο πλειστηριασμός ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο (βλ. άρθρ. 965 § 1 εδ. τελευταίο). Αντίθετα, αν ο πλειοδότης αναδειχθεί υπερθεματιστής, πλην, όμως, δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα, η καταβληθείσα εγγύηση καταπίπτει οριστικά (άρθρ. 965 §§ 5 εδ. β΄, 6, 1003 § 4). Η κατάπτωση της εγγυοδοσίας έχει διττό χαρακτήρα: αφενός αποζημιωτικό, έως του ποσού που καλύπτει την τυχόν διαφορά μεταξύ αρχικού και μεταγενέστερου πλειστηριάσματος και, αφετέρου, τον χαρακτήρα της ex lege «ιδιωτικής ποινής» όσον αφορά το τυχόν πλεόνασμα που προκύπτει από την σύγκριση αρχικού και μεταγενέστερα επιτυγχανόμενου πλειστηριάσματος.

23. Η παντελής παράλειψη προηγούμενης καταβολής εγγυοδοσίας επιφέρει την ακυρότητα του πλειστηριασμού, δυνάμενη να προβληθεί (βλ. άρθρ. 933) εντός της προθεσμίας του άρθρ. 934 § 1 περ. β΄· η ακυρότητα αυτή, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν (πρέπει να) εξαρτάται από (δικονομική ή περιουσιακή) βλάβη (βλ. άρθρ. 159 αρ. 1), καθώς, παρότι η ακυρότητα δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρ. 965 § 1 εδ. δ΄ (στην οποία παραπέμπει και το άρθρ. 1003 § 1) ευχερώς, συνάγεται από την επιτακτική διατύπωση (: «... οφείλει να...») της διάταξης. Αντίθετα, αν η εγγυοδοσία καταβλήθηκε μεν, πλην, όμως εκπρόθεσμα, ο πλειστηριασμός μπορεί να προσβληθεί, ομοίως εντός της προθεσμίας του άρθρ. 934 § 1 περ. β΄, αλλά η ακυρότητά του θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εξαρτάται από την επίκληση και απόδειξη βλάβης (άρθρ. 159 αρ. 3).

Σελ. 19

6. Επίδραση πρόδηλου σφάλματος κατά την υποβολή προσφοράς στο κύρος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού

Α. Το πρόβλημα που ανέκυψε λόγω της αναμόρφωσης της πλειοδοτικής διαδικασίας

24. Παρότι δια της εισαγωγής του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ως του μόνου, στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσου ρευστοποίησης κατασχεθέντος κινητού ή ακινήτου, έχουν εξαλειφθεί διάφορα (αρκετά συνήθη) ελαττώματα που καθιστούσαν τον κλασικό πλειστηριασμό ευάλωτο σε προσβολή και ακύρωση, με χαρακτηριστικότερο αυτό της παρακώλυση ελεύθερου συναγωνισμού μεταξύ των πλειοδοτών, η ηλεκτρονικά, πλέον, διεξαγόμενη πλειοδοτική διαδικασία προκάλεσε στην πράξη ένα ιδιόμορφο πρόβλημα. Με δεδομένο ότι η (ηλεκτρονική πλέον) πλειοδοτική προσφορά δεν μπορεί να περιλαμβάνει αίρεση ή όρο, ούτε είναι δεκτική ανάκλησης (βλ. άρθρ. 959 § 5 εδ. β΄), ανακύπτει προβληματισμός ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί δικονομικά ο πλειστηριασμός και η κατακύρωση, όταν έχει εμφιλοχωρήσει «πρόδηλο» σφάλμα κατά την ηλεκτρονική «διατύπωση» της πλειοδοτικής προσφοράς. Ένα τέτοιο φαινόμενο μπορεί να ανακύψει όταν ο πλειοδότης πληκτρολόγησε ένα ακόμη αριθμητικό ψηφίο, ώστε, ενώ η τιμή πρώτης προσφοράς είχε οριστεί για παράδειγμα στο ποσό των 80.000 €, τελικά να υποβάλλεται πλειοδοτική προσφορά ανερχόμενη στο ποσό των 800.000 €, η οποία προσφορά ήταν και αυτή που οδήγησε στην ανάδειξή του ως υπερθεματιστή. Προ πάσης άλλης ανάπτυξης, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι το υπάρχον κανονιστικό πλαίσιο δεν επιτρέπει στον συμβολαιογράφο ή τον πλειοδότη να «παρέμβει» και να «διορθώσει» την πρόδηλα εσφαλμένη προσφορά, καθώς η μόνη πρόβλεψη διακοπής της διαδικασίας του πλειστηριασμού αφορά την συνδρομή λόγων τεχνικής αδυναμίας λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων (άρθρ. 966 § 4, 1003 § 4).

Β. Οι υποστηριχθείσες ερμηνευτικές εκδοχές

25. Ο προβληματικός περί της επίδρασης του σφάλματος του πλειοδότη (που αναδείχθηκε και υπερθεματιστής) κατά την ποσοτική διαμόρφωση της προσφοράς εκείνης

Σελ. 20

που οδήγησε στην κατακύρωση δεν έχει απλώς θεωρητικό χαρακτήρα. Το ζήτημα έχει ήδη απασχολήσει τόσο τη δικονομική θεωρία όσο και τη νομολογία. Ειδικότερα, έγκριτο μέρος της θεωρίας υποστήριξε ότι, λόγω των κατάδηλα ανεπιεικών αποτελεσμάτων στα οποία οδηγεί η κατακύρωση, όταν η πλειοδοτική προσφορά αποτελεί απόρροια ακούσιου όσο και πρόδηλου ολισθήματος κατά τη διαμόρφωση της πλειοδοτικής προσφοράς, θα πρέπει να αναγνωριστεί στον υπερθεματιστή δικαίωμα άσκησης ανακοπής (κατ’ άρθρ. 933) κατά της ίδιας της κατακύρωσης, καθώς η αβελτηρία αυτή επενεργεί ευθέως στο κύρος του πλειστηριασμού. Προς περαιτέρω θεμελίωση της θέσης αυτής, η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση υπογραμμίζει ότι δεν είναι άγνωστες στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο οι περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει μέριμνα διόρθωσης πρόδηλων αριθμητικών σφαλμάτων (βλ. άρθρ. 224 εδ. β΄, 315, άρθρ. 18 ν. 2664/1998, άρθρ. 13 §§ 2, 3 ν. 344/1976).

26. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η ερμηνευτική εκδοχή που διατυπώθηκε από την πρώτη επί του ζητήματος δημοσιευθείσα (στο νομικό τύπο) απόφαση. Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξ αφορμής αίτησης αναστολής εκτέλεσης που υποβλήθηκε εκ μέρους υπερθεματιστή (θεμελιωμένη στο άρθρ. 731), που αναδείχθηκε τέτοιος λόγω υποβληθείσας προσφοράς που αποτελεί προϊόν ακούσιου σφάλματος, με την οποία αιτείτο την αναστολή αφενός την αναστολή της υποχρέωσής του για καταβολή του πλειστηριάσματος και της κατάπτωσης της κατατεθείσας εγγύησης και, αφετέρου, την αναστολή της επίσπευσης σε βάρος του της περαιτέρω εκτελεστικής διαδικασίας και δη του αναπλειστηριασμού, απασχόλησε το ζήτημα αν σε μία τέτοια περίπτωση ο υπερθεματιστής νομιμοποιείται ενεργητικά να προσβάλλει τον πλειστηριασμό.

Back to Top