Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Θεμελιώδη ερμηνευτικά και δικαιοπολιτικά ζητήματα

Κυκλοφορεί σύντομα

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 18.75€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 46,75 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18921
Παπακυριάκου Θ.
  • Έκδοση: 2024
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
  • Σελίδες: 408
  • ISBN: 978-618-08-0228-3

Η περιουσία κάθε προσώπου είναι ένας παράγοντας που καθορίζει αποφασιστικά το βιοτικό του επίπεδο, την κοινωνική του θέση καθώς και τις δυνατότητες επίτευξης των στόχων του. Γι’ αυτό και η ελληνική έννομη τάξη την προστατεύει με όλα τα διαθέσιμα μέσα, ακόμη και με αυτά του ποινικού δικαίου, όπως π.χ. τις διατάξεις για τα περιουσιακά εγκλήματα. Ταυτόχρονα, όμως, λόγω της μεγάλης σημασίας της για τη διαμόρφωση των συσχετισμών δυνάμεων μέσα στην κοινωνία, η περιουσία κάθε προσώπου υπόκειται και σε διαρκή έλεγχο, προκειμένου να αποτρέπεται ο παράνομος πλουτισμός και η συνακόλουθη απόκτηση αθέμιτης οικονομικής και κοινωνικής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται εντατική χρήση, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, και πάλι των μέσων του ποινικού δικαίου, όπως π.χ. των διατάξεων για το ξέπλυμα χρήματος και τη δήμευση παράνομων περιουσιακών στοιχείων.

Στο δίτομο έργο «Η περιουσία ως αντικείμενο προστασίας και ελέγχου στο ελληνικό ποινικό δίκαιο», τμήμα του οποίου αποτελεί ο παρών τόμος, επιχειρείται μια συνθετική ανάλυση των ανωτέρω δικαιικών επεμβάσεων, τόσο για την ποινική προστασία όσο και για τον ποινικό έλεγχο της περιουσίας, στο παράδειγμα των διατάξεων για τα περιουσιακά εγκλήματα, το ξέπλυμα χρήματος και τη δήμευση. Έτσι επιδιώκεται όχι μόνο η καλύτερη κατανόηση των επιμέρους όψεων της έννοιας της περιουσίας στα διάφορα πεδία ποινικής χρήσης της, αλλά και η προαγωγή πιο σταθμισμένων λύσεων στα προβλήματα που αναφύονται σε κάθε πεδίο.

Στον παρόντα πρώτο τόμο με τίτλο  «Η ποινική προστασία της περιουσίας - Θεμελιώδη ερμηνευτικά και δικαιοπολιτικά ζητήματα», ειδικότερα, που αφορά την περιουσία ως αντικείμενο ποινικής προστασίας, αναλύονται, με απώτερο στόχο τη συγκρότηση μιας συνεκτικής δογματικής, κεντρικά ερμηνευτικά ζητήματα, όπως οι μέθοδοι ποινικής προστασίας της περιουσίας στο ελληνικό δίκαιο, η συστηματική των περιουσιακών αδικημάτων υπό ευρεία έννοια και η οριοθέτησή τους έναντι αδικημάτων που τελούνται απλώς με οικονομικό κίνητρο, καθώς και ο τρόπος με τον οποίον πρέπει να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του εννόμου αγαθού της περιουσίας και να γίνεται η διάγνωση και η μέτρηση της βλάβης του. Παράλληλα αναδεικνύονται και οι πολύ σημαντικές αλλαγές που έχουν επέλθει στο συγκεκριμένο πεδίο, μετά τη θέσπιση του νέου ΠΚ και την κατάργηση του Ν. 1608/1950, οπότε και το κριτήριο της περιουσιακής βλάβης έχει αναβαθμιστεί σε πολλές περιπτώσεις ως το μοναδικό κριτήριο θεμελίωσης διακεκριμένων εγκληματικών παραλλαγών.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ VII

§ 1 Μεθοδολογικά προλεγόμενα και στόχοι της μελέτης 1

A. Η περιουσία ως αντικείμενο ποινικής προστασίας 2

Β. Η περιουσία ως αντικείμενο ποινικού ελέγχου και ποινικών κυρώσεων 8

Γ. Οφέλη από τη συνθετική θεώρηση της περιουσίας τόσο ως αντικειμένου ποινικής προστασίας όσο και ως αντικειμένου ποινικού ελέγχου
και ποινικών κυρώσεων 13

Δ. Αρνητική οριοθέτηση του αντικειμένου της μελέτης 14

§ 2 Οι δύο διαφορετικές μέθοδοι ποινικής προστασίας της περιουσίας
και οι δογματικές συνέπειές τους 17

A. Η προστασία ειδικών κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων 19

B. Η προστασία της περιουσίας ως συνόλου αξίας 21

Γ. Δογματικές συνέπειες των διαφορετικών μεθόδων προστασίας
της περιουσίας 23

I. Συνέπειες για τον τρόπο προσδιορισμού των προστατευομένων μεγεθών 23

II. Συνέπειες για τον τρόπο διάγνωσης και μέτρησης της βλάβης 30

III. Συνέπειες για άλλα ζητήματα (έμπρακτη μετάνοια και συρροές) 32

Δ. Η προστασία της περιουσίας στον νέο ΠΚ 34

I. Η διατήρηση των δύο διαφορετικών μεθόδων προστασίας
της περιουσίας και στον νέο ΠΚ 34

II. Οι επεμβάσεις του νέου ΠΚ σε άλλες δικαιοπολιτικές συνιστώσες
του τρόπου προστασίας της περιουσίας 36

(1) Η συρρίκνωση της ειδικής-αυξημένης προστασίας που παρείχετο
στην περιουσία Ν.Π.Ι.Δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα μέσω
της εξομοίωσής της με τη δημόσια περιουσία 36

(2) Η εξάλειψη της ειδικής-αυξημένης προστασίας που παρείχετο στη δημόσια περιουσία έναντι έσωθεν προσβολών μέσω της τυποποίησης υπηρεσιακών διαχειριστικών αδικημάτων 38

(3) Η διευρυμένη εφαρμογή θεσμών ιδιωτικοποίησης της ποινικής δίκης
για τα περιουσιακά εγκλήματα 39

(4) Κριτική θεώρηση των επεμβάσεων 45

α. Συρρίκνωση της έννοιας και της έντασης προστασίας της δημόσιας περιουσίας 46

β. Θεσμοί ιδιωτικοποίησης της ποινικής δίκης: Σταδιακή μετάλλαξη
του περιουσιακού ποινικού δικαίου από δίκαιο πρόληψης περιουσιακών
προσβολών σε δίκαιο διευθέτησης οικονομικών διαφορών; 46

III. Οι αλλαγές στην ποινική προστασία της περιουσίας έναντι άπιστων
διαχειριστικών πράξεων ως συνθετικό παράδειγμα των δικαιοπολιτικών
τομών του νέου ΠΚ στα περιουσιακά αδικήματα 59

Ε. Η προστασία της περιουσίας μέσω διατάξεων που στοχεύουν καταρχήν
στην προστασία άλλων εννόμων αγαθών και η οριοθέτηση
έναντι διατάξεων που τυποποιούν μη περιουσιακά εγκλήματα
με οικονομικό κίνητρο 69

§ 3 Η έννοια της περιουσίας στις ποινικές διατάξεις
που την προστατεύουν ως σύνολο αξίας 77

A. Τα δύο κεντρικά ερωτήματα ως προς την εννοιολόγηση της περιουσίας:
τι περιλαμβάνει η περιουσία ως σύνολο αξίας και τι συνιστά βλάβη αυτής; 77

B. Η προβληματική της ένταξης στην περιουσία ως συνόλου αξίας
(και) παράνομων στοιχείων 86

I. Ερμηνευτικά ζητήματα 86

II. Οι θέσεις της επιστήμης 87

III. Οι θέσεις της νομολογίας 92

IV. Ίδιες θέσεις 98

(1) Συνταγματικά προτάγματα και κατηγοριοποιήσεις 98

(2) Περιουσιακά στοιχεία με μόνιμο στίγμα παρανομίας 102

(3) Περιουσιακά στοιχεία με συγκυριακό στίγμα παρανομίας 103

(4) Συμπέρασμα 111

Γ. Η προβληματική της ένταξης στην περιουσία, ως συνόλου αξίας,
(και) πραγματικών καταστάσεων με δυναμική επαύξησης ή μείωσης
της αξίας της 111

I. Ερμηνευτικά ζητήματα 111

II. Οι θέσεις της επιστήμης 113

III. Οι θέσεις της νομολογίας 115

IV. Ίδιες θέσεις 122

Δ. Η προβληματική της ένταξης στην περιουσία, ως συνόλου αξίας,
(και) κρατικών αξιώσεων χρηματικού περιεχομένου που συνιστούν
έκφραση του κρατικού jus puniendi 126

Ε. Τελικά συμπεράσματα για την έννοια του εννόμου αγαθού της περιουσίας 129

§ 4 Η διάγνωση και η μέτρηση της βλάβης της περιουσίας
στις ποινικές διατάξεις που την προστατεύουν ως σύνολο αξίας 131

A. Εννοιολόγηση και διάγνωση της περιουσιακής βλάβης με αναγωγή
και στη χρηστική αξία των στοιχείων κάθε περιουσίας
για τον εκάστοτε φορέα της; 133

B. Διάγνωση και μέτρηση της περιουσιακής βλάβης με αντιπαραβολή της περιουσίας «πριν και μετά» ή «μετά και χωρίς» την πράξη προσβολής; 139

I. Η αμιγώς εμπειρική συγκριτική μέθοδος (: αντιπαραβολή «πριν και μετά») 139

II. Προβλήματα της αμιγώς εμπειρικής συγκριτικής μεθόδου 142

III. Η υβριδική μέθοδος (: αντιπαραβολή «μετά και χωρίς»)
ως δογματικά πληρέστερη λύση 144

Γ. Διάγνωση και μέτρηση της περιουσιακής βλάβης με αναγωγή
στο σύνολο της περιουσίας ή στα εκάστοτε εμπλεκόμενα
περιουσιακά στοιχεία (π.χ. παροχή-αντιπαροχή); 148

Δ. Ο χρονικός ορίζοντας αναφοράς για τη διάγνωση
και μέτρηση της περιουσιακής βλάβης 150

I. Ερμηνευτικά ζητήματα 150

II. Οι θέσεις της επιστήμης 155

III. Οι θέσεις της νομολογίας 157

IV. Ίδιες θέσεις 159

(1) Αποτίμηση της πραγματικής κατάστασης της περιουσίας αμέσως
μετά την περιουσιακή διάθεση με βάση το ομόχρονο ιστορικό
αξιολογικό πλαίσιο αναφοράς 159

(2) Διεύρυνση του χρονικού ορίζοντα αναφοράς για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων περιουσιακών διαθέσεων με εν μέρει αμφίσημη δυναμική 161

(3) Διεύρυνση του χρονικού ορίζοντα αναφοράς για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων περιουσιακών διαθέσεων με πρόδηλα αμφίσημη δυναμική 162

(4) Διεύρυνση του χρονικού ορίζοντα αναφοράς για τον συνυπολογισμό υστερόχρονων ζημιών, η δυναμική επέλευσης των οποίων θεμελιώνεται
άμεσα και μονοσήμαντα με την περιουσιακή διάθεση 163

(5) Η άθροιση βλαβών από περισσότερες περιουσιακές διαθέσεις ως διακριτή προβληματική έναντι αυτής του χρονικού ορίζοντα αναφοράς
για την αποτίμηση της βλάβης από συγκεκριμένη περιουσιακή διάθεση 164

Ε. Η αποτίμηση των εκάστοτε εμπλεκόμενων περιουσιακών στοιχείων:
γενικά ζητήματα 165

I. Ερμηνευτικά ζητήματα 165

II. Η αποτίμηση σε περιπτώσεις απόκλισης μεταξύ της μέσης αγοραίας αξίας
και της ελεύθερα προσδιορισμένης από τους εμπλεκόμενους (δράστη-θύμα) χρηματικής αξίας 170

(1) Οι θέσεις της επιστήμης 170

(2) Οι θέσεις της νομολογίας 172

(3) Ίδιες θέσεις 174

III. Λοιπές παράμετροι της αποτίμησης 178

ΣΤ. Η αποτίμηση των εκάστοτε εμπλεκόμενων περιουσιακών στοιχείων:
ειδικότερα ζητήματα σε σχέση με την αποτίμηση αντιπαροχών 180

I. Ερμηνευτικά ζητήματα 180

II. Εικονικές αντιπαροχές 182

III. «Αντιπαροχές» αποκαταστατικής-αποζημιωτικής φύσης 182

IV. Αντιπαροχές από λειτουργικά συνδεδεμένες συμβάσεις 186

V. Αντιπαροχές ισοδύναμης χρηματικής, αλλά ανύπαρκτης
ή μειωμένης χρηστικής αξίας για τον περιουσιακό φορέα 188

(1) Το ερμηνευτικό ζήτημα 188

(2) Οι θέσεις της επιστήμης 190

(3) Οι θέσεις της νομολογίας 191

(4) Ίδιες θέσεις 199

VI. Αντιπαροχές συνιστάμενες σε παράνομα περιουσιακά στοιχεία 203

(1) Το ερμηνευτικό ζήτημα 203

(2) Οι θέσεις της επιστήμης 204

(3) Οι θέσεις της νομολογίας 205

(4) Ίδιες θέσεις 210

VII. Αντιπαροχές στο πλαίσιο περιουσιακών εγκλημάτων βίας 215

VIII. Αντιπαροχές συνιστάμενες σε επιστροφή περιουσιακών στοιχείων
που έχουν προηγουμένως αφαιρεθεί παράνομα από την περιουσία
του νόμιμου φορέα 222

IX. Αντιπαροχές ιδεατές συνιστάμενες στην προαγωγή οικονομικών
ή κοινωνικοπολιτικών στόχων του περιουσιακού φορέα 223

(1) Ιδεατά ανταλλάγματα συνιστάμενα σε προαγωγή στόχων του περιουσιακού
φορέα ως μορφή ισοσταθμιστικής αντιπαροχής που αποκλείει
την ύπαρξη βλάβης επί χαριστικών περιουσιακών διαθέσεων 223

(2) Η θεωρία της ματαίωσης του κοινωνικού σκοπού της παροχής
ως εναλλακτική βάση για την ένταξη χαριστικών περιουσιακών
διαθέσεων στο πεδίο εφαρμογής του ά. 386 ΠΚ 227

X. Αντιπαροχές συνιστάμενες σε απόκτηση απαιτήσεων με μειωμένες
εγγυήσεις υλοποιησιμότητας 230

Ζ. Η οριοθέτηση της περιουσιακής βλάβης έναντι της περιουσιακής διακινδύνευσης 230

I. Τα αίτια της αξιολογικής σχετικότητας κατά την αποτίμηση
των περιουσιακών προσβολών 230

II. Το πρόβλημα της διάκρισης μεταξύ κινδύνου και βλάβης σε περιπτώσεις προσβολών με μονοσήμαντη δυναμική αρνητικής κλιμάκωσης
που στρέφονται κατά συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου 233

(1) Ερμηνευτικά ζητήματα 233

(2) Οι θέσεις της επιστήμης 238

(3) Οι θέσεις της νομολογίας 240

(4) Ίδιες θέσεις 250

III. Το πρόβλημα της διάκρισης μεταξύ κινδύνου και βλάβης σε περιπτώσεις
περιουσιακών διαθέσεων με αμφίσημη δυναμική κατά τον χρόνο
διενέργειάς τους 259

(1) Ερμηνευτικά ζητήματα 259

(2) Οι θέσεις της επιστήμης 261

(3) Οι θέσεις της νομολογίας 264

(4) Ίδιες θέσεις 267

Η. Η δυνατότητα συνάθροισης περισσότερων βλαβών του ίδιου
ή διαφορετικών φορέων περιουσίας ενόψει της εφαρμογής διατάξεων
που συναρτούν τη βαρύτητα της ευθύνης με την έκταση της βλάβης 274

I. Ερμηνευτικά ζητήματα 274

(1) Η προβληματική της συνάθροισης περισσότερων βλαβών σε βάρος
του ίδιου περιουσιακού φορέα 274

(2) Η ειδικότερη προβληματική της συνάθροισης περισσότερων βλαβών
σε βάρος του ίδιου περιουσιακού φορέα στο πλαίσιο διαρκών
εννόμων σχέσεων 277

(3) Η προβληματική της συνάθροισης περισσότερων βλαβών σε βάρος
διαφορετικών περιουσιακών φορέων 281

II. Οι θέσεις της επιστήμης 281

III. Οι θέσεις της νομολογίας 285

(1) Η διάκριση μεταξύ της συνάθροισης περισσότερων βλαβών στο πλαίσιο
του ίδιου αδικήματος (απάτης) και της συνάθροισης βλαβών
από διαφορετικά αδικήματα (απάτης) δυνάμει της παρ. 2 του ά. 98 ΠΚ 285

(2) Οι ειδικότερες προϋποθέσεις και οι πρακτικές συνέπειες της συνάθροισης
δυνάμει της παρ. 2 του ά. 98 ΠΚ 289

(3) H ποινική μεταχείριση περιπτώσεων καθίδρυσης διαρκών εργασιακών
σχέσεων με απάτη μέσω της υποβολής αναληθών τίτλων σπουδών 296

IV. Ίδιες θέσεις 299

(1) Η διάκριση μεταξύ ζημιογόνων πολύπρακτων διαθέσεων που εντάσσονται
στην ίδια εγκληματική μονάδα και της κατ’ εξακολούθηση πρόκλησης ζημιών
με περισσότερες εγκληματικές πράξεις, με έμφαση στις περιπτώσεις
απάτης κατά την πρόσληψη μέσω της υποβολής αναληθών τίτλων σπουδών 299

(2) Η συνάθροιση ζημιών με βάση το ά. 98 παρ. 2 ΠΚ και η δογματική
ταυτότητα του έτσι προκύπτοντος οιονεί «ενιαίου» εγκλήματος 302

(3) Η απαξιολόγηση διαρκών εννόμων σχέσεων με αρνητική δυναμική
πριν την υλοποίηση της σχετικής δυναμικής 313

§ 5 Η έννοια και η μέτρηση του επιδιωκόμενου περιουσιακού
οφέλους στα εγκλήματα περιουσιακής μετατόπισης
με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση 315

A. Γενικές κατηγοριοποιήσεις 315

I. Περιουσιακά εγκλήματα με χαρακτηριστικά περιουσιακής μετατόπισης 315

II. Περιουσιακά εγκλήματα χωρίς χαρακτηριστικά περιουσιακής μετατόπισης 318

III. Εγκλήματα με στόχο την επίτευξη περιουσιακού οφέλους
χωρίς περιουσιακό χαρακτήρα 322

B. Κριτήρια διάκρισης των εγκλημάτων περιουσιακής μετατόπισης 323

I. Το στοιχείο της υλικής αντιστοιχίας και η πρακτική σημασία του 323

II. Οι θέσεις της επιστήμης 326

III. Οι θέσεις της νομολογίας 327

IV. Ίδιες θέσεις 330

Γ. Το ύψος του (επιδιωκόμενου) περιουσιακού οφέλους ως αυτοτελές
κριτήριο θεμελίωσης διακεκριμένων παραλλαγών εγκλημάτων
περιουσιακής μετατόπισης (;) 333

I. Ερμηνευτικά ζητήματα 333

II. Οι θέσεις της επιστήμης 340

III. Οι θέσεις της νομολογίας 342

IV. Ίδιες θέσεις 348

(1) Η έννοια και η μέτρηση του περιουσιακού οφέλους 348

(2) Δογματική και δικαιοπολιτική αποτίμηση του προγενέστερου δικαίου
και των οικείων νομολογιακών θέσεων 350

(3) Το ισχύον δίκαιο: το ύψος της ζημίας ως το μόνο αποδεκτό κριτήριο στοιχειοθέτησης διακεκριμένων παραλλαγών εγκλημάτων
περιουσιακής βλάβης 353

Δ. Το «παράνομο» του επιδιωκόμενου οφέλους ως πρόσθετο κριτήριο περιορισμού του αξιοποίνου εγκλημάτων περιουσιακής μετατόπισης 355

I. Η έννοια του «παρανόμου» γενικά στα εγκλήματα περιουσιακής
μετατόπισης 355

II. Η έννοια του «παρανόμου» ειδικά στο έγκλημα της εκβίασης 357

III. Συνεισφορά της προϋπόθεσης του «παρανόμου» στον περιορισμό
του αξιοποίνου 365

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

A. Ελληνική 367

Β. Ξενόγλωσση 378

ΛΗΜΜΑΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 381

Σελ. 1

§ 1

Μεθοδολογικά προλεγόμενα και στόχοι της μελέτης

Η περιουσία κάθε προσώπου (φυσικού ή νομικού), ως οικονομικό-κοινωνικό μέγεθος που συγκροτείται αφενός από τα οικονομικά αγαθά που του ανήκουν (: ενεργητικό), και αφετέρου από τα οικονομικά βάρη τα οποία αυτό φέρει (: παθητικό), αποτελεί παράγοντα που προσδιορίζει αποφασιστικά τον βαθμό ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών του, την κοινωνική θέση και ισχύ του καθώς και τις εν γένει δυνατότητες ανάπτυξης της προσωπικότητάς του και επίτευξης των στόχων του.

Ως οικονομικά αγαθά νοούνται εδώ όλα εκείνα τα μορφώματα, με ή χωρίς υλική υπόσταση, τα οποία μπορούν να ικανοποιούν, άμεσα ή έμμεσα, βιοτικές ανάγκες και, εξ αυτού του λόγου, έχουν και συναλλακτική αξία σε ένα οικονομικό σύστημα. Στην πρώτη κατηγορία, ήτοι αυτή των αγαθών που προσφέρονται για άμεση ικανοποίηση βιοτικών αναγκών, ανήκουν υλικά στοιχεία (: όπως π.χ. οι τροφές, τα ενδύματα, τα κτίρια, τα φάρμακα), ή άυλα στοιχεία (: όπως π.χ. η εργασιακή δύναμη, προϊόντα της ανθρώπινης διάνοιας ή απαιτήσεις έναντι τρίτων για λήψη από αυτούς υλικών στοιχείων ή υπηρεσιών), τα οποία μπορούν, αυτά καθαυτά, να ικανοποιούν μια υλική ή πνευματική βιοτική ανάγκη (: όπως π.χ. τροφής, ένδυσης, στέγασης, θεραπείας ασθενειών, μόρφωσης, ψυχαγωγίας). Στη δεύτερη κατηγορία, ήτοι αυτή των αγαθών που προσφέρονται για έμμεση ικανοποίηση βιοτικών αναγκών, ανήκουν υλικά ή άυλα στοιχεία, όπως π.χ. το φυσικό ή λογιστικό χρήμα καθώς και τα διάφορα εν γένει χρηματοπιστωτικά μέσα, η ικανότητα των οποίων για κάλυψη βιοτικών αναγκών απορρέει από το γεγονός ότι συνιστούν μέσα αποθήκευσης αξίας και γίνονται ευρέως αποδεκτά ως μέσα ανταλλαγής για την κτήση άλλων υλικών ή άυλων αγαθών, τα οποία προσφέρονται για άμεση ικανοποίηση αυτών των αναγκών. Το χρήμα κατά την ανωτέρω έννοια, ήτοι ως οικονομικό αγαθό, θα πρέπει να διακρίνεται από το χρήμα ως μέτρο αξίας, ήτοι υπό την έννοια του κοινά αποδεκτού μέτρου αποτίμησης της αξίας τόσο των οικονομικών αγαθών όσο και των οικονομικών βαρών (: χρηματική αξία). Ως οικονομικά βάρη νοούνται, εξάλλου, εδώ, οι κάθε είδους υποχρεώσεις ενός προσώπου προς παροχή υλικών ή άυλων οικονομικών αγαθών σε άλλους καθώς και οι κάθε είδους περιορισμοί σε ό,τι αφορά τη χρήση των δικών του οικονομικών αγαθών.

Ενόψει της ανωτέρω σημασίας της, όπως συμβαίνει και σε άλλες δικαιοταξίες, έτσι και στην ελληνική έννομη τάξη, η περιουσία κάθε δικαιικού υποκειμένου, όπως αυτή ορίζεται και οριοθετείται κάθε φορά από τους οικείους δικαιικούς κανόνες, ανάγεται σταθερά σε αντικείμενο προστασίας έναντι παράνομων προσβολών, δηλαδή παράνομων πράξεων δυνάμενων είτε να απομειώσουν τα οικονομικά αγαθά είτε να αυξήσουν τα οικονομικά βάρη του φορέα της, με όλα τα διαθέσιμα μέσα, ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και με τα μέσα του ποινικού δικαίου, όπως π.χ. τις διατάξεις των ά. 372 έως 405 ΠΚ. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ακριβώς λόγω της μεγάλης σημασίας της και για τη διαμόρφωση των ευρύτερων συσχετισμών δυνάμεων εντός της κοινωνίας, η περιουσία κάθε δικαιικού υποκειμένου ανάγεται από την έννομη τάξη και σε αντικείμενο διαρκούς ελέγχου, προκειμένου να αποτρέπο-

Σελ. 2

νται παράνομες προσαυξήσεις της, οι οποίες θα εξασφάλιζαν (κοινωνικοηθικά) ανομιμοποίητη οικονομική και κοινωνική ισχύ στον φορέα της. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται εντεινόμενη χρήση, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, και πάλι των μέσων του ποινικού δικαίου, όπως π.χ. των ποινικών διατάξεων για το ξέπλυμα χρήματος. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ατομική, όσο και την ευρύτερη κοινωνική και οικονομική σημασία της, η περιουσία επιλέγεται από την έννομη τάξη και ως αντικείμενο ποινικών κυρώσεων, είτε με τη μορφή κλασικών χρηματικών ποινών είτε με τη μορφή αποστερητικών κυρώσεων, όπως είναι π.χ. η δήμευση, όταν τίθεται ζήτημα απάντησης της πολιτείας στην τέλεση εγκλημάτων. Πιο συγκεκριμένα:

A. Η περιουσία ως αντικείμενο ποινικής προστασίας

Η περιουσία προστατεύεται στο ελληνικό ποινικό δίκαιο μέσω της θέσπισης πολλών σχετικών με αυτήν διατάξεων. Άλλες από αυτές εστιάζουν μόνο σε ειδικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, όπως π.χ. τα δικαιώματα κυριότητας ή πνευματικής ιδιοκτησίας, θέτοντας στο επίκεντρο αυτό καθαυτό το οικείο κάθε φορά δικαίωμα και τις προσβολές των εξουσιών που αυτό εμπεριέχει (π.χ. κλοπή, υπεξαίρεση, φθορά, ληστεία, κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας), και άλλες προστατεύουν την περιουσία ως σύνολο αξίας, εκπεφρασμένo στο κοινά αναγνωρισμένο μέσο αποτίμησης οικονομικών αγαθών και βαρών, ήτοι το χρήμα, καθιστώντας αξιόποινους συγκεκριμένους τύπους συμπεριφορών μόνο όταν αυτές την απομειώνουν ως σύνολο (π.χ. απάτη, απιστία, εκβίαση) ή δημιουργούν κινδύνους συνολικής απομείωσής της (π.χ. απόπειρα απάτης, απιστίας ή εκβίασης, κακουργηματική πλαστογραφία ή κακουργηματική ψευδής βεβαίωση). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπου η περιουσία, προκειμένου να διαγιγνώσκονται οι προσβολές της, αντιμετωπίζεται πλέον πρωτίστως ως ενιαίο αξιακό μέγεθος, εκπεφρασμένο σε χρηματικές μονάδες, που περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, εί-

Σελ. 3

ναι δόκιμη, προς αντιδιαστολή, η χρήση του όρου περιουσία ως σύνολο αξίας ή, άλλως, περιουσία ως αυτοτελές έννομο αγαθό.

Με βάση την ανωτέρω διάκριση, εφεξής, όπου χρησιμοποιούνται ο όροι «περιουσία υπό ευρεία έννοια» ή απλώς «περιουσία», ως αντικείμενο ποινικής προστασίας, υποδηλώνονται τόσο οι επιμέρους κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε μια περιουσία και ενδέχεται να προστατεύονται, ανά κατηγορία, και διακριτά, ως ξεχωριστά έννομα αγαθά, από ειδικές ποινικές διατάξεις (π.χ. δικαιώματα κυριότητας επί κινητών ή ακίνητων πραγμάτων, δικαιώματα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί άυλων δημιουργημάτων, φορολογικές αξιώσεις του Δημοσίου, χρηματικές αξιώσεις κοινωνικοασφαλιστικών φορέων, μισθολογικές αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών κ.ο.κ.), όσο και η περιουσία ως σύνολο αξίας εκπεφρασμένο σε χρηματικές μονάδες και αυτοτελές έννομο αγαθό. Αντίστοιχα, με τους όρους «περιουσιακά αδικήματα υπό ευρεία έννοια» ή απλώς «περιουσιακά αδικήματα» υποδηλώνονται τόσο τα αδικήματα που αφορούν προσβολές στρεφόμενες κατά ειδικών κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων (: ήτοι τυποποιούνται σε διατάξεις που έχουν ως στόχο την προστασία αυτών των ειδικών κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων, οπότε θα μπορούσε κατά περίπτωση να μιλά κανείς για ιδιοκτησιακά αδικήματα ή φορολογικά αδικήματα ή αδικήματα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας ή κοινωνικοασφαλιστικά αδικήματα ή εργατικά αδικήματα, ως επιμέρους υποκατηγορίες των περιουσιακών αδικημάτων υπό ευρεία έννοια) όσο και αυτά που αφορούν προσβολές της περιουσίας ως συνόλου αξίας (: ήτοι τυποποιούνται σε διατάξεις που έχουν ως στόχο την προστασία της συνολικής περιουσίας ως αυτοτελούς εννόμου αγαθού). Όπου υπάρχει ανάγκη, αντίθετα, να αναδειχθούν μόνο τα τελευταία αδικήματα, ήτοι αυτά που αφορούν προσβολές της περιουσίας ως συνόλου αξίας, χρησιμοποιούνται είτε η ως άνω πλήρης περιγραφή είτε ο όρος «περιουσιακά αδικήματα υπό στενή έννοια»

Περιουσία υπό ευρεία ποινική έννοια (περιουσία)

Κατηγορίες προστατευόμενων εννόμων αγαθών

ειδικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, όπως, π.χ. εμπράγματα δικαιώματα κυριότητας, φορολογικές αξιώσεις Δημοσίου, αξιώσεις φορέων κοινωνικής ασφάλισης, απαιτήσεις από επιταγή, δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, μισθολογικές απαιτήσεις

περιουσία ως σύνολο αξίας εκπεφρασμένο σε χρήμα και αυτοτελές έννομο αγαθό

Περιουσιακά αδικήματα υπό ευρεία ποινική έννοια (περιουσιακά αδικήματα)

Κατηγορίες περιουσιακών αδικημάτων

ιδιοκτησιακά αδικήματα (π.χ. κλοπή, υπεξαίρεση, φθορά, ληστεία), φορολογικά αδικήματα υπό ευρεία έννοια (π.χ. εγκλήματα φοροδιαφυγής, λαθρεμπορία, μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, διασυνοριακή απάτη στον ΦΠΑ), κοινωνικοασφαλιστικά αδικήματα (π.χ. μη απόδοση κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών), αδικήματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας (π.χ. προσβολή σήματος), εργατικά-μισθολογικά αδικήματα (π.χ. μη καταβολή μισθού)

περιουσιακά αδικήματα υπό στενή έννοια (π.χ. εκβίαση, απάτη, απιστία, τοκογλυφία)

Για την απαξιολόγηση των προσβολών της περιουσίας υπό ευρεία έννοια και τον προσδιορισμό της βαρύτητας των οικείων αδικημάτων χρησιμοποιούνται, εξάλλου, στο ελληνικό ποινικό δίκαιο διάφορα κριτήρια, όπως, είναι π.χ. το αν η περιουσία είναι ιδιωτική

Σελ. 4

ή δημόσια, το αν η προσβολή γίνεται από τρίτο πρόσωπο ή από πρόσωπο εμπιστευμένο με την προστασία της βαλλόμενης περιουσίας, το αν συμπροσβάλλονται και άλλα έννομα αγαθά πέραν της περιουσίας, το αν η προσβολή επιχειρείται άμεσα από τον δράστη ή με εργαλειοποίηση του ίδιου του θύματος ή τρίτου, καθώς και το ποια συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά (π.χ. αφαίρεση, παραπλάνηση, εξαναγκασμός, εκμετάλλευση ανάγκης) φέρει ο τρόπος προσβολής. Ένα από αυτά τα κριτήρια, που διατρέχει περισσότερες τυποποιήσεις, και θα μπορούσε εξ αυτού του λόγου να χαρακτηριστεί και ως το πλέον σημαντικό, είναι το κριτήριο της έκτασης της εκάστοτε περιουσιακής προσβολής. Η τυποποίηση αυτού του κριτηρίου γίνεται, πιο συγκεκριμένα, είτε μέσω της θέσπισης ρητών χρηματικών ορίων θεμελίωσης (π.χ. 50.000 ή 100.000 ευρώ) ή επαύξησης του αξιοποίνου (π.χ. 100.000, 120.000, 200.000 ή 150.000 ευρώ) είτε μέσω της χρήσης αξιολογικών όρων (π.χ. ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή μικρή αξία) που καλούνται ακριβώς να αποδώσουν την έκταση της προσβολής. Ενόψει της ευρείας χρήσης του ανωτέρω κριτηρίου, κατά την εφαρμογή των οικείων ποινικών διατάξεων που τυποποιούν περιουσιακά αδικήμα-

Σελ. 5

τα υπό ευρεία έννοια αποκτούν αυτονόητα μεγάλη σημασία, μεταξύ άλλων, και οι κανόνες με βάση τους οποίους θα πρέπει να γίνεται η διάγνωση και η μέτρηση της εκάστοτε βλάβης της περιουσίας υπό ευρεία έννοια. Τα ερωτήματα που αναφύονται σ’ αυτή τη νοηματική συνάρτηση είναι πολλά, τόσο στις περιπτώσεις όπου σε προστατευόμενο μέγεθος ανάγονται ειδικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων όσο και, ιδίως, στις περιπτώσεις διατάξεων που προστατεύουν την περιουσία ως σύνολο αξίας και αυτοτελές έννομο αγαθό.

Έτσι, π.χ., όπου ως προστατευόμενο μέγεθος προτάσσεται κυρίως το δικαίωμα κυριότητας επί πραγμάτων, όπως συμβαίνει π.χ. στα εγκλήματα της κλοπής, της υπεξαίρεσης, της ληστείας ή της φθοράς, ερωτάται ενδεικτικά: Ποια ένταση θα πρέπει να προσλαμβάνει η εκάστοτε προσβολή των εξουσιών που εμπεριέχονται σ’ αυτό το δικαίωμα, ώστε να στοιχειοθετείται π.χ. προσβολή του με τη μορφή της ιδιοποίησης; Και πώς θα πρέπει να αποτιμάται η αξία του εκάστοτε προσβαλλόμενου μεγέθους; Θα πρέπει ως σημείο αναφοράς να τίθενται πάντα χρηματικά κριτήρια, όπως π.χ. η αγοραία χρηματική αξία του πράγματος που αποτελεί αντικείμενο του προσβαλλόμενου δικαιώματος κυριότητας; Ή είναι επιτρεπτό, ιδίως εκεί όπου εισάγονται από τον νομοθέτη –ως παράγοντες μείωσης ή επαύξησης του αξιοποίνου– αξιολογικές έννοιες, όπως είναι αυτές της μικρής ή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του πράγματος, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα κριτήρια, όπως, ενδεικτικά οι ατομικές οικονομικές συνθήκες του εκάστοτε κυρίου, ήτοι π.χ. η συνολική περιουσιακή κατάστασή του και η σημασία του πράγματος γι’ αυτόν υπό το φως της εν λόγω κατάστασης, με συνέπεια το ίδιο ποσό φυσικού χρήματος να μπορεί να εκτιμάται ως πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όταν ως προσβαλλόμενος κύριος εμφανίζεται ένα φτωχός συνταξιούχος, ενώ να αδυνατεί να εκτιμηθεί ως τέτοιο, όταν ως προσβαλλόμενος κύριος εμφανίζεται μια πολυεθνική εταιρεία; Και αν τούτο κρινόταν ορθό, θα μπορούσε κανείς ενδεχομένως, με την ίδια προσωποκεντρική λογική, να συνεκτιμά ακόμη και την τυχόν ιδιαίτερη συναισθηματική σύνδεση του κυρίου με το πράγμα και τη χρηματική αξία που αυτός θα ήταν πρόθυμος να καταβάλλει για την απόκτηση ή διατήρηση του πράγματος, με συνέπεια, π.χ., να μπορεί να καθίσταται πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ακόμη και ένα οικογενειακό κειμήλιο, το οποίο έχει ελάχιστη αγοραία-αντικειμενική αξία, τεράστια όμως συναισθηματική αξία για τον κύριο του;

Αντίστοιχα, εκεί όπου ως προστατευόμενο μέγεθος εμφανίζεται η περιουσία ως σύνολο αξίας, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στα εγκλήματα της εκβίασης, της απάτης και της απιστίας, ερωτάται ενδεικτικά: Με βάση ποια κριτήρια θα πρέπει να διαπιστώνει και να μετρά κανείς την εκάστοτε τυποποιούμενη προσβολή του οικείου εννόμου αγαθού; Θα πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί αποκλειστικά το κριτήριο της μείωσης της χρηματικής αξίας

Σελ. 6

της περιουσίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι το χρήμα είναι καταρχήν και το κοινό μέτρο που χρησιμοποιείται δογματικά για την μέτρηση, ομογενοποίηση και ενοποίηση όλων των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων σε ένα ενιαίο σύνολο αξίας; Ή μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί, διαζευκτικά, και άλλα κριτήρια, όπως π.χ. (α) τη μείωση της χρησιμότητας της περιουσίας για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών και την υλοποίηση των επιδιώξεων του φορέα της ή ακόμη και (β) τη συντελούμενη χωρίς την ελεύθερη βούληση του φορέα της μεταβολή της σύνθεσής της (: υπό την έννοια ότι αυτός ουδέποτε θα συμφωνούσε στη συντελεσθείσα ανασύνθεση αν δεν ελάμβανε χώρα η πράξη παραπλάνησης ή εξαναγκασμού του); Είναι, έτσι, δυνατόν, ενδεικτικά, να καταφάσκεται προσβολή μιας περιουσίας ως συνόλου αξίας ακόμη και όταν αυξάνει η αγοραία χρηματική αξία της, π.χ. γιατί μειώθηκε η χρησιμότητά της για τον φορέα της (ή μεταβλήθηκε ως προς σύνθεση της ενάντια στη βούληση του φορέα της)· ή, αντίστροφα, να δέχεται κανείς ότι δεν υφίσταται προσβολή μια περιουσία, παρά τη μείωση της αγοραίας χρηματικής αξίας της, π.χ. γιατί αυξήθηκε η χρησιμότητά της για τον φορέα της;

Η αποσαφήνιση των κριτηρίων διάγνωσης και μέτρησης των ποινικά αξιόλογων περιουσιακών προσβολών υπό ευρεία έννοια (π.χ. διαπίστωση και μέτρηση της βλάβης σε ένα αδίκημα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης ή απιστίας) συνδέεται φυσικά αδιάρρηκτα, καταρχάς, με το ερώτημα του τι ακριβώς προστατεύεται κάθε φορά από τη διάταξη που φέρεται να τυποποιεί ένα περιουσιακό αδίκημα υπό ευρεία έννοια. Κρίσιμο είναι εδώ, ειδικότερα, αν σε αντικείμενο προστασίας ανάγονται από την εκάστοτε εξεταζόμενη διάταξη επιμέρους ειδικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων (: εξειδικευμένη θεώρηση), όπως είναι π.χ. τα δικαιώματα κυριότητας επί κινητών πραγμάτων (: όπως συμβαίνει ενδεικτικά στις περιπτώσεις των ά. 372, 375 και 380 ΠΚ) ή αν η οικεία διάταξη προστατεύει την περιουσία ως ενιαίο σύνολο αξίας (: συνολική θεώρηση), οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρόκειται για τυποποίηση ενός περιουσιακού αδικήματος υπό στενή έννοια (: όπως συμβαίνει ενδεικτικά στις περιπτώσεις των ά. 385, 386 και 390 ΠΚ). Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα πρέπει προφανώς να δίνεται με βάση τη γραμματική διατύπωση, τη λογικο-συστηματική ανάλυση και την τελολογία κάθε επιμέρους διάταξης. Τα πλέον σύνθετα προβλήματα αναφύονται, βέβαια, στο πλαίσιο εκείνων των διατάξεων που προστατεύουν την περιουσία ως σύνολο αξίας (π.χ. εκβίαση, απάτη, απιστία). Σε όλες τις περιπτώσεις, πάντως, είτε προστατεύονται αυτοτελώς επιμέρους κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων είτε προστατεύεται η περιουσία ως σύνολο αξίας, φαίνεται να είναι εφικτή η διατύπωση κάποιων ελάχιστων γενικών κανόνων για τη διάγνωση και μέτρηση των τυποποιούμενων προσβολών.

Άπαξ και έχει κατατάξει κανείς, παραπέρα, μια διάταξη σε αυτές που προστατεύουν την περιουσία ως σύνολο αξίας, η αποσαφήνιση των κριτηρίων διάγνωσης και μέτρησης των εκεί τυποποιούμενων περιουσιακών προσβολών προϋποθέτει την απάντηση και σε μια σειρά θεμελιακών δογματικών ερωτημάτων, που συνέχονται με αυτή την ίδια τη συγκρότηση της έν-

Σελ. 7

νοιας της περιουσίας ως αυτοτελούς εννόμου αγαθού. Ειδικότερα, ενόψει της εδώ υιοθετούμενης συνολικής θεώρησης, θεμελιώδους σημασίας είναι, μεταξύ άλλων, η οριοθέτηση των στοιχείων (: υλικών ή άυλων αγαθών, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, πραγματικών καταστάσεων κ.λπ.) που θα πρέπει να εντάσσονται στην ανωτέρω έννοια. Στον βαθμό που ένα στοιχείο δεν μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτήν, οι μεταβολές ως προς αυτό δεν μπορούν, φυσικά, να λαμβάνονται υπόψη και κατά την αξιολόγηση της εκάστοτε περιουσιακής κατάστασης ενός προσώπου. Και εδώ τίθενται, ομοίως, πολλά ερωτήματα. Ενδεικτικά: Πρέπει να θεωρείται στοιχείο της περιουσίας ενός προσώπου το μεγάλης χρηματικής αξίας αντικείμενο επί του οποίου το συγκεκριμένο πρόσωπο απέκτησε κακόπιστη νομή με μια ληστεία ή το μεγάλο χρηματικό ποσό που αυτό εισέπραξε ως αμοιβή για την εκτέλεση μιας ανθρωποκτονίας; Θεωρείται, κατ’ επέκταση, ότι προσβάλλεται το έννομο αγαθό της περιουσίας του ανωτέρω προσώπου, αν τρίτος του αποστερήσει το ανωτέρω αντικείμενο ή ποσό (: χρηματική αξία) με μια άπιστη διαχειριστική πράξη ή με μια πράξη εξαπάτησης;

Το αυτό πρόβλημα μπορεί να τίθεται, κατά τα λοιπά, και σε εγκλήματα, όπως η κλοπή, η υπεξαίρεση ή η φθορά, που στρέφονται κατά κάποιας ειδικής κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων, όπως εν προκειμένω το δικαίωμα κυριότητας επί πραγμάτων, όταν ο φορέας του δικαιώματος κυριότητας έχει καταστεί κύριος του πράγματος με αξιόποινη πράξη (π.χ. έχοντας τελέσει προηγουμένως απάτη ή εκβίαση σε βάρος του δικαιοπαρόχου του, ο οποίος του μεταβίβασε κατά κυριότητα το πράγμα, ή έχοντας αποκτήσει αυτοδύναμα την κυριότητα με ένωση, σύμμειξη ή ειδοποιία). Αν και ο νέος κύριος εμφανίζεται εδώ «τυπικά» ως δικαιούχος της ποινικής προστασίας έναντι τρίτων που παρέχουν οι αντίστοιχες ποινικές διατάξεις των ά. 372, 375 ή 378 ΠΚ, αναφύεται το ερώτημα αν νομιμοποιείται ουσιαστικά η παροχή αυτής της προστασίας, ενόψει του αξιόποινου τρόπου με τον οποίον αποκτήθηκε το δικαίωμα κυριότητας. Η ίδια προβληματική διευρύνεται έτι περαιτέρω, αν ως αντικείμενο προστασίας κάποιων εκ των ανωτέρω ποινικών διατάξεων εκλάμβανε κανείς (όχι μόνο το δικαίωμα κυριότητας αλλά) και λιγότερο οριοθετημένες νομικές καταστάσεις, όπως π.χ. την κατοχή ή τη νομή, οπότε και θα ετίθετο ζήτημα αν μπορεί να προστατεύεται από αυτές τις διατάξεις και ο παράνομος κάτοχος ή ο κακόπιστος νομέας. Πάντως, εκεί όπου προστατεύονται ειδικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, ακριβώς γιατί ο νομοθέτης έχει προβεί κατά κανόνα προηγουμένως σε μεγαλύτερη εξειδίκευση αυτών, τα ζητήματα οριοθέτησης του εννόμου αγαθού εμφανίζουν μικρότερο δείκτη δυσκολίας.

Τέλος, η αποσαφήνιση των κριτηρίων διαπίστωσης και μέτρησης των προσβολών της περιουσίας ως συνόλου αξίας προϋποθέτει τη χάραξη καθαρών γραμμών έναντι άλλων αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων της εκάστοτε εξεταζόμενης ποινικής διάταξης, τα οποία συμπροσδιορίζουν την ποινική ευθύνη. Έτσι, π.χ., στην απάτη, ένα χαρακτηριστικό έγκλημα που στρέφεται κατά της περιουσίας ως συνόλου αξίας, μεγάλη σημασία αποκτούν, μεταξύ άλλων, η αντικειμενική γεγονοτική φύση των δεδομένων στα οποία αφορούν οι πράξεις παραπλάνησης, το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας, που πρέπει να συνδέει την περιουσιακή βλάβη με τις πράξεις της παραπλάνησης και της περιουσιακής διάθεσης, καθώς και το στοιχείο της υλικής αντιστοιχίας μεταξύ της προκαλούμενης περιουσιακής βλάβης και του επιδιωκόμενου από τον δράστη περιουσιακού οφέλους. Αντίστοιχα, στην απιστία, ένα επίσης χα-

Σελ. 8

ρακτηριστικό περιουσιακό αδίκημα υπό στενή έννοια, μεγάλη σημασία αποδίδεται σε ειδικά στοιχεία, όπως ο δικαιοπρακτικός-εξωτερικός χαρακτήρας των διαχειριστικών πράξεων που προκαλούν τη βλάβη, η αντίθεση αυτών προς κανόνες διαχειριστικής επιμέλειας καθώς και η αιτιακή σύνδεση της βλάβης με την παράβαση των εν λόγω κανόνων. Τέτοια ειδικά στοιχεία, που συναρτώνται με ιδιαιτερότητες του κάθε επιμέρους αδικήματος, είναι ορθό, μεθοδολογικά, να διαχωρίζονται από τα στοιχεία που αφορούν άμεσα την έννοια (και την αποτίμηση) της βλάβης της περιουσίας ως συνόλου αξίας (: στον βαθμό που η έλλειψή τους μπορεί να οδηγεί αυτοτελώς σε απαλλαγή του δράστη, παρά τη διαπίστωση βλάβης στην περιουσία του θύματος), έστω και αν διαπλέκονται με αυτά και, για τον λόγο αυτό, η επιστήμη και η νομολογία τα εξετάζουν κάποτε ενιαία. Μόνο μέσω του παραπάνω διαχωρισμού μπορεί κανείς να επιτύχει, εξάλλου, τη συγκρότηση μιας κοινής βάσης αναφοράς, κατά την ερμηνεία των διαφόρων διατάξεων, αλλά και να κατανοήσει ορθά τις διαφορές στον τρόπο με τον οποίο προστατεύεται η περιουσία έναντι συγκεκριμένων –και μόνο– τύπων προσβολής (π.χ. έναντι πράξεων βίας, παραπλάνησης, κατάχρησης διαχειριστικής εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ανάγκης ή άλλων προσωπικών μειονεκτημάτων του θύματος) στο πλαίσιο υλοποίησης, εκ μέρους του νομοθέτη, των αρχών της επικουρικότητας και αποσπασματικότητας του ποινικού δικαίου.

Β. Η περιουσία ως αντικείμενο ποινικού ελέγχου και ποινικών κυρώσεων

Η περιουσία, ως οικονομικό-κοινωνικό μέγεθος, δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο προστασίας από το ελληνικό ποινικό δίκαιο (: οπότε και παρέχει τη πραγματολογική βάση για την αναγνώριση επιμέρους εννόμων αγαθών είτε αυτά συνίσταται σε επιμέρους κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων είτε στην περιουσία ως σύνολο αξίας), αλλά και ατομικό αγαθό που η ελληνική πολιτεία επιδιώκει να πλήξει με την επιβολή κυρώσεων, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής ποινικών κυρωτικών διατάξεων. Η σχέση αυτή του ποινικού δικαίου με την περιουσία ως αντικειμένου κυρώσεων είναι τόσο παλιά όσο και η σχέση του ποινικού δικαίου με την περιουσία ως προστατευομένου μεγέθους, και είναι απολύτως λογική, ενόψει της ήδη μνημονευθείσας σημασίας της περιουσίας τόσο για τον φορέα της όσο και για τη διαμόρφωση των ευρύτερων συσχετισμών δυνάμεων εντός κάθε κοινωνίας.

Στο παραδοσιακό ποινικό δίκαιο, ωστόσο, οι ποινικές κυρώσεις κατά της περιουσίας δεν βρίσκονταν στο επίκεντρο του ποινικού κατασταλτικού ενδιαφέροντος, ούτε ετίθεντο, θεσμικά, σε ευθεία εξάρτηση από τη μέτρηση τυχόν συνδεόμενων με το έγκλημα περιουσιακών μεταβολών. Οι περιουσιακές ποινικές κυρώσεις, ειδικότερα, είχαν ως στόχο κυρίως να πλήξουν τον δράστη σε ένα ακόμη σημαντικό από κοινωνική άποψη αγαθό του, πέραν αυτών της ελευθερίας και της τιμής του, και όχι να του αφαιρέσουν τον τυχόν πλουτισμό του εκ του εγκλήματος –και την αντίστοιχη αθέμιτη οικονομική και κοινωνική ισχύ που θα μπορούσε αυτός να του εξασφαλίσει. Έτσι, π.χ., η χρηματική ποινή, ως κύρια ποι-

Σελ. 9

νή δυνάμενη να επιβάλλεται σωρευτικά προς την ποινή στέρησης της ελευθερίας ή εναλλακτικά προς αυτήν, δεν προϋπέθετε –και εξακολουθεί να μην προϋποθέτει– θεσμικά οποιαδήποτε επαύξηση της περιουσίας του δράστη. Το κίνητρο, βέβαια, του δράστη για επαύξηση της περιουσίας του μέσω της τέλεσης του εγκλήματος μπορούσε να λαμβάνεται υπόψη κατά την ποινική του μεταχείριση και να οδηγεί στην επιβολή και χρηματικής ποινής σε αυτόν, π.χ. μέσω της διάταξης του ά. 81 πΠΚ («έγκλημα από φιλοκέρδεια»). Ωστόσο, δεν υπήρχε διάταξη που να συσχετίζει ρητά τις πραγματικές εγκληματικές προσόδους με το ύψος της χρηματικής ποινής. Παραπέρα, η κλασική ποινή της δήμευσης, όπως αυτή τυποποιείτο στο ΓΜ του ΠΚ μέχρι και το 2017, δεν είχε ως αντικείμενό της τις εν γένει περιουσιακές μεταβολές και προσαυξήσεις που συνδέονται με το έγκλημα, αλλά αφορούσε, κατά την μάλλον κρατούσα άποψη, αποκλειστικά –πέραν των μέσων τέλεσης (: όργανα) – τα προϊόντα του εγκλήματος υπό στενή έννοια, δηλαδή, καταρχάς, τα υλικά αντικείμενα που παράγονταν άμεσα κατά τη φυσική υπόστασή τους από την εγκληματική δραστηριότητα (π.χ. παραχαραγμένα νομίσματα ή πλαστά έγγραφα), το τίμημα αυτών και τα άμεσα υποκατάστατα των ανωτέρω, χωρίς να καταλαμβάνει παραπέρα προσαυξήσεις της περιουσίας του δράστη. Τέλος, δεν υπήρχαν ειδικές ποινικές διατάξεις που να δυσχεραίνουν σημαντικά την εκμετάλλευση και διακίνηση του παράνομου πλουτισμού, απαγορεύοντας σε τρίτους να παράσχουν οποιαδήποτε συνδρομή προς αυτή την κατεύθυνση στον κάτοχό του, πλην ενδεχομένως των διατάξεων για την αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (ά. 394 ΠΚ) και την υπόθαλψη εγκληματία (ά. 231 ΠΚ), οι οποίες ωστόσο είτε είχαν ένα σχετικά στενό πεδίο εφαρμογής (: οι διατάξεις για την αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, π.χ., αφορούσαν μόνο προϊόντα περιουσιακών αδικημάτων υπό ευρεία έννοια και όχι άλλα εγκλήματα με τα οποία επιδιώκετο ο παράνομος πλουτισμός του δράστη) είτε / και χαρακτηρίζονταν από μια ευρύτερη δικαιοπολιτική ratio (: οι διατάξεις για την υπόθαλψη εγκληματία π.χ. αφορούσαν γενικότερα τη ματαίωση της δυνατότητας αποτελεσματικής επιβολής ποινικών κυρώσεων από τον μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης και όχι την ματαίωση ειδικά της δήμευσης ή άλλων περιουσιακών κυρώσεων).

Στο πλαίσιο του νέου μοντέλου αντεγκληματικής πολιτικής, που προωθείται συστηματικά τις 3 τελευταίες δεκαετίες αφενός μέσω της διάδοσης νέων δημευτικών μορφωμάτων και αφετέρου μέσω της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες –ή, με άλλη ορολογία, της νομοθεσίας για το ξέπλυμα χρήματος–, οι ποινικές κυρώσεις σε βάρος της περιουσίας έχουν μετατοπιστεί, πλέον, στο επίκεντρο του θεσμικού ενδιαφέροντος, επιδιώκοντας να καταλάβουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με την τέλεση ενός εγκλήματος: δεδηλωμένος στόχος της πολιτείας καθίσταται, έτσι, μεταξύ άλλων, η αποστέρηση του δράστη από κάθε περιουσιακό στοιχείο που προέρχεται από την τέλεση ενός εγκλήματος ή, έστω, η συναλλακτική «αχρήστευση» αυτού του περιουσιακού στοιχείου, προκειμένου η διάπραξη του εγκλήματος να εμφανίζεται γενικότερα ως μια δραστηριότητα που δεν αξίζει. Για την επίτευξη αυτού του στόχου χρησιμοποιούνται, κατεξοχήν, δύο εργαλεία: αφενός (α) η κύρωση της δήμευσης, με την οποία επιδιώκεται η οριστική αποστέρηση από τους δράστες των περιουσιακών στοιχείων εγκλη-

Σελ. 10

ματικής προέλευσης ή χρήσης, και αφετέρου (β) η ποινική τυποποίηση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (: ή, με εναλλακτική ορολογία, η ποινική τυποποίηση του αδικήματος του ξεπλύματος), με την οποία επιδιώκεται τόσο η ανάσχεση (: δια της απειλής ποινών) οποιασδήποτε προσπάθειας, είτε του δράστη είτε τρίτων, προς συγκάλυψη της εγκληματικής προέλευσης και, κατ’ επέκταση, προς δυσχέρανση της δήμευσης των παράνομων περιουσιακών στοιχείων, όσο και η πρόσδοση θεσμικού στίγματος στα περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης έτσι ώστε να συρρικνώνονται de facto και οι δυνατότητες συναλλακτικής εκμετάλλευσής τους. Με τον τρόπο αυτό, παραδοσιακά εργαλεία ποινικού ελέγχου διευρύνονται εντυπωσιακά ως προς το πεδίο εφαρμογής τους, μεταλλάσσονται ως προς τη φιλοσοφία και τις δικαιοπολιτικές στοχεύσεις τους και ανάγονται σε κυρίαρχα εργαλεία αντεγκληματικής πολιτικής.

Η κύρωση της δήμευσης (ή κάθε άλλη προσομοιάζουσα προς αυτήν αποστερητική περιουσιακή κύρωση) δεν καταλαμβάνει πλέον μόνο (τα όργανα και τα) προϊόντα του εγκλήματος υπό στενή έννοια (: ήτοι όσα έχουν μορφοποιηθεί δια του εγκλήματος), αλλά και κάθε περιουσιακό στοιχείο που συνδέεται με το έγκλημα, ήτοι αποκτάται μέσω ή χάριν της τέλεσης αυτού, οποιαδήποτε (μεταλλαγμένη) μορφή και αν έχει προσλάβει αυτό εντός της περιουσίας του δράστη κατά τον χρόνο επιβολής της κύρωσης. Συμπληρωματικοί θεσμοί, όπως π.χ. η αναπληρωματική δήμευση και η αναπληρωματική χρηματική ποινή, μετατρέπουν, εξάλλου, ουσιαστικά τη δήμευση, από κύρωση στρεφόμενη κατά συγκεκριμένου, παρανόμως κτηθέντος πράγματος ή των υποκαταστάτων του, σε κύρωση στρεφόμενη κατά της περιουσίας του δράστη γενικότερα (δήμευση αξίας). Αναζητείται έτσι –προκειμένου να περάσει στα χέρια της διώκουσας πολιτείας– όχι μόνο ο αρχικός παράνομος πλουτισμός και τα υποκατάστατα ή οι καρποί του, αλλά, επί ανάλωσης ή αδυναμίας ανεύρεσης αυτών, κάθε ισάξιο περιουσιακό στοιχείο, έστω και αν αυτό δεν αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού πλουτισμού, αλλά προϋφίστατο αυτού και προέρχεται από νόμιμες πηγές. Σε αντίθεση με τον «στενό ορίζοντα» των παλιών διατάξεων για τη δήμευση, η εφαρμογή των οποίων εξαρτιόταν από την ανεύρεση του υλικού προϊόντος (υπό στενή έννοια) του εγκλήματος ή του (άμεσου) υποκαταστάτου αυτού, οι νεότερες ρυθμίσεις καθιστούν, έτσι, υπέγγυο για την ικανοποίηση της αποστερητικής ποινικής αξίωσης της πολιτείας το σύνολο της περιουσίας του δράστη. Αποδέκτης των αποστερητικών κυρώσεων μπορεί να καθίσταται, μάλιστα, όχι μόνο (α) αυτός που τέλεσε το αρχικό έγκλημα (: βασικό αδίκημα), εκ του οποίου προήλθε το παράνομο περιουσιακό στοιχείο, αλλά και (β) κάθε άλλο πρόσωπο, που τελεί κάποιο έγκλημα συνάφειας, όπως αυτό του ξεπλύματος, αποδεχόμενος στην κατοχή του το παράνομο περιουσιακό στοιχείο ή, ενίοτε, υπό όρους, και (γ) κάθε τρίτος, στον οποίο περιέρχεται το παράνομο περιουσιακό στοιχείο χωρίς να διαπιστώνεται στο πρόσωπό του αυτοτελώς η τέλεση κάποιου εγκλήματος (δήμευση τρίτου).

Η ποινική τυποποίηση του αδικήματος του ξεπλύματος, εξάλλου, ως μεταλλαγμένη μετεξέλιξη της τυποποίησης των παραδοσιακών αδικημάτων της αποδοχής προϊόντων εγκλή-

Σελ. 11

ματος και της υπόθαλψης εγκληματία, καθιστά αξιόποινες όχι μόνο πράξεις αυτού του ίδιου του δράστη ή τρίτων, οι οποίες κατατείνουν στην πρόσδοση νομιμοφάνειας σε περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης (γνήσιο ξέπλυμα), αλλά και κάθε πράξη απλής κτήσης, κατοχής και χρήσης τέτοιων στοιχείων (μη γνήσιο ξέπλυμα). Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο διευκολύνεται η δήμευση αυτών των στοιχείων, στον βαθμό που η απειλή ποινής αποθαρρύνει κατά κανόνα πράξεις διακινδύνευσης της επιβολής της, όπως π.χ. πράξεις συγκάλυψης της εγκληματικής προέλευσης των στοιχείων, αλλά συρρικνώνονται δραστικά και οι δυνατότητες εκμετάλλευσης αυτών των στοιχείων (: οι συναλλασσόμενοι δεν τα θέλουν, γιατί συνδέονται με τον κίνδυνο γέννησης ποινικής ευθύνης τους), γεγονός που επιδρά αρνητικά και στην αγοραία αξία τους. Παράλληλα δημιουργείται μια νέα βάση ποινικής ευθύνης (: ένα νέο έγκλημα, με δικά του μέσα, αντικείμενα και προϊόντα), η οποία μπορεί να λειτουργεί και ως αυτοτελές νέο νομικό έρεισμα τόσο για διενέργεια πράξεων δικονομικού καταναγκασμού, όσο αναζητούνται τα περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης, όσο και για την επιβολή της αποστερητικής κύρωσης της δήμευσης σε αυτά.

Το νέο ως άνω μοντέλο, μάλιστα, διευρύνεται διαρκώς έτι περαιτέρω και προς την κατεύθυνση του ελέγχου και της αποστέρησης ακόμη και περιουσιακών στοιχείων νόμιμης προέλευσης, όχι μόνο όταν αυτά καλούνται να υποκαταστήσουν, για τις ανάγκες επιβολής της δήμευσης, τα τυχόν ελλείποντα ή μη ευρεθέντα περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης, αλλά και όταν αυτά φέρονται να διατίθενται από τον φορέα τους για την τέλεση εγκλημάτων, όπως χαρακτηριστικά του εγκλήματος της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται βέβαια να στηρίζεται σε μια προϋφιστάμενη παραδοχή, ήδη στο πλαίσιο του παραδοσιακού ποινικού δικαίου, ότι η δήμευση μπορεί σε κάθε περίπτωση να καταλαμβάνει και αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για την τέλεση ενός εγκλήματος (: όργανα). Χαρακτηριστικό είναι όμως εν προκειμένω το γεγονός ότι η ανωτέρω παραδοχή συνδυάζεται με την τυποποίηση νέων εγκλημάτων αφηρημένης διακινδύνευσης, τα οποία συνεπιφέρουν αναγκαία μια εκτεταμένη διεύρυνση της έννοιας του «οργάνου», ενώ παράλληλα τίθενται σε κίνηση νέοι μηχανισμοί για την ανίχνευση και την αποστέρηση αυτών.

Κατ’ αποτέλεσμα υπεισέρχονται στην εμβέλεια του ποινικού κυρωτικού συστήματος μέσω του νέου μοντέλου αντεγκληματικής πολιτικής όλα τα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να συνδεθούν καθοιονδήποτε τρόπο με κάποιο έγκλημα, είτε με την έννοια ότι προέρχονται από αυτό, είτε με την έννοια ότι προορίζονται για την τέλεσή του, είτε με την έννοια ότι έχουν χρησιμοποιηθεί γι’ αυτή, ενώ την ίδια στιγμή διευρύνονται διαρκώς οι έννοιες της προέλευσης και του προορισμού μέσω νεότερων νομοθετικών κατασκευών.

Εντός αυτού του νέου θεσμικού περιβάλλοντος, όπου το ποινικό δίκαιο αναλαμβάνει λειτουργίες αποστέρησης / ανάκτησης όλων των παράνομων περιουσιακών στοιχείων που φέρουν την ιδιότητα του οργάνου ή προϊόντος εγκλήματος, με τη νέα, εξαιρετικά διευρυμένη έννοια με την οποία χρησιμοποιούνται πλέον αυτοί οι όροι, και με όλους τους κινδύνους

Σελ. 12

γέννησης νέας ποινικής ευθύνης δυνάμει της ποινικής τυποποίησης του αδικήματος του ξεπλύματος, καθίσταται όλο και περισσότερο αναγκαία η αποσαφήνιση των κριτηρίων αξιολόγησης της περιουσίας κάθε δικαιικού υποκειμένου για τις ανάγκες εφαρμογής των σχετικών διατάξεων. Τα ερωτήματα που τίθενται σ’ αυτήν τη νοηματική συνάρτηση είναι πολλά. Ενδεικτικά: Ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία μπορούν να θεωρούνται ως εγκληματικής προέλευσης (: προϊόντα εγκλήματος), ενεργοποιώντας έτσι τις συναφείς δημευτικές διατάξεις; Θα πρέπει γι’ αυτήν την αξιολόγηση να λαμβάνονται υπόψη μόνο αντικειμενικά δεδομένα, συναρτώμενα με τον τρόπο παραγωγής των στοιχείων, η είναι αναγκαίο να συναξιολογούνται και υποκειμενικά δεδομένα σχετιζόμενα με τον εκάστοτε φορέα των στοιχείων; Ανήκουν, εξάλλου, εδώ, από αντικειμενική άποψη, ακόμη και παράνομα περιουσιακά οφέλη που συνίστανται π.χ. στην de jure ή de facto παράνομη απαλλαγή από μια υποχρέωση ή στην παράνομη χρήση ενός ξένου πράγματος; Αν ναι, πως θα πρέπει να γίνεται η μέτρηση και ταυτοποίηση τέτοιων στοιχείων εντός της ελεγχόμενης περιουσίας; Θα πρέπει, παραπέρα, η ενεργοποίηση των δημευτικών διατάξεων να τίθεται σε εξάρτηση από την κατάφαση πλουτισμού ενός περιουσιακού φορέα, ήτοι αύξησης της περιουσίας του ως συνόλου αξίας λόγω του εγκλήματος; Ή θα πρέπει να θεωρείται επαρκής για την ενεργοποίηση των οικείων διατάξεων η απόκτηση ή η κατοχή οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου εγκληματικής προέλευσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να συνεξετάζεται και το κριτήριο της περιουσιακής επαύξησης; Επιβάλλεται, εξάλλου, η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα, που συνέχονται καταρχήν με την εφαρμογή των δημευτικών διατάξεων, να συνιστά παράλληλα και απάντηση στο ερώτημα ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογούνται ως στιγματισμένα και, κατ’ επέκταση, ως πρόσφορα αντικείμενα του αδικήματος του ξεπλύματος ή θα πρέπει οι δύο ως άνω ομάδες ερωτημάτων και συναφών νομικών ζητημάτων να αντιμετωπίζονται δυνάμει διαφορετικών κανόνων; Σε ποια περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει έτσι τελικά να αποδίδεται το ποινικό στίγμα της «βρόμικης» περιουσίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, και για πόσο χρόνο θα πρέπει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία να διατηρούν το οικείο στίγμα, άπαξ και το αποκτήσουν, δυνάμενα έτσι να δημιουργούν ποινική ευθύνη τόσο γι’ αυτόν που τα κατέχει όσο και γι’ αυτόν στον οποίο τυχόν μεταβιβάζονται; Και σε ποιον βαθμό ήδη στιγματισμένα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να οδηγούν σε επιμόλυνση άλλων προϋφιστάμενων νόμιμων στοιχείων, διαχέοντας έτσι το στίγμα, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται τόσο από την πλευρά εφαρμογής των δημευτικών διατάξεων όσο και από την πλευρά της εφαρμογής της ποινικής τυποποίησης για το ξέπλυμα;

Στην περίπτωση π.χ. ενός δράστη εγκλημάτων σωματεμπορίας ή διακίνησης ναρκωτικών ο οποίος βρίσκεται ακόμη στα πρώτα βήματα δόμησης της «επιχείρησής του» και, ως εκ τούτου, έχει καταβάλει για την «προμήθεια» των θυμάτων που θέλει να εκμεταλλευτεί ή των ουσιών που σκοπεύει να μεταπωλήσει περισσότερα χρήματα από αυτά που έχει εισπράξει, με αποτέλεσμα η συνολική εγκληματική δραστηριότητά του να εμφανίζεται ακόμη ως «ζημιογόνα» από λογιστική άποψη, μπορούν να δημεύονται τα όποια χρήματα αυτός έχει εισπράξει από τις μέχρι τώρα πράξεις γενετήσιας εκμετάλλευσης ή διακίνησης, ακόμη και αν τελικά η περιουσία του ως σύνολο αξίας εμφανίζεται μειωμένη; Στην περίπτωση, παραπέρα, του ηθικού αυτουργού ενός εγκλήματος απιστίας και παράλληλα αυτουργού δωροδοκίας, ο οποίος έχει καταφέρει να εξασφαλίσει, μέσω της καταβολής σημαντικών ποσών στους καθ’ ύλη αρμόδιους δημοσίους υπαλλήλους, ένα μεγάλο κατασκευαστικό δημόσιο έργο, το οποίο εκτελεί στη συνέχεια με επιτυχία, μπορεί να δημεύεται το σύνολο της αμοιβής που του καταβάλλεται βάσει της σύμβασης για την κατασκευή του έργου ή θα πρέπει

Σελ. 13

να αφαιρούνται, κατ’ ελάχιστο, οι νόμιμες δαπάνες στις οποίες προέβη για την αγορά υλικών και την κατασκευή ή, επιπρόσθετα, ακόμη και τα ποσά των δωροδοκιών, χωρίς τα οποία δεν θα εξασφαλιζόταν η ανάθεση του έργου; Και ανεξαρτήτως των απαντήσεων στα ανωτέρω ερωτήματα, ποια περιουσιακά στοιχεία, που σχετίζονται με τα ανωτέρω εγκλήματα, θα πρέπει να αξιολογούνται ως εγκληματικής προέλευσης, υπό την έννοια της ποινικής τυποποίησης του αδικήματος του ξεπλύματος, δυνάμενα έτσι να γεννούν ποινική ευθύνη για όποιον διενεργεί πράξεις ξεπλύματος επ’ αυτών; Και σε ποιο βαθμό δύνανται τα ίδια στοιχεία, όπως και αν οριοθετηθούν αυτά, να επιμολύνουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία, νόμιμης καταρχήν προέλευσης, του ίδιου του δράστη ή τρίτων, διαχέοντας έτσι το ποινικό στίγμα, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την εφαρμογή των δημευτικών διατάξεων ή / και της ποινικής τυποποίησης του αδικήματος του ξεπλύματος;

Γ. Οφέλη από τη συνθετική θεώρηση της περιουσίας τόσο ως αντικειμένου ποινικής προστασίας όσο και ως αντικειμένου ποινικού ελέγχου και ποινικών κυρώσεων

Η παράλληλη εξέταση της περιουσίας τόσο ως ποινικά προστατευόμενου μεγέθους όσο και ως αντικειμένου ποινικού ελέγχου και επιβολής αποστερητικών ποινικών κυρώσεων, διανοίγει δυνατότητες όχι μόνο για την καλύτερη κατανόηση των επιμέρους όψεων της έννοιας της περιουσίας στα διάφορα πεδία ποινικής χρήσης της, αλλά και για τη διερεύνηση της ουσιαστικής συγγένειας ή της διαφορετικότητας των ερμηνευτικών προβλημάτων που αναφύονται σ’ αυτά τα πεδία, συχνά με αναφορά στον κοινά χρησιμοποιούμενο όρο της περιουσίας. Έτσι καθίσταται τελικά δυνατή και η διατύπωση πιο σταθμισμένων λύσεων στα ανωτέρω προβλήματα, είτε προς την ίδια κατεύθυνση, όταν αυτά εμφανίζουν πράγματι λειτουργική συγγένεια και τίθεται ζήτημα διαφύλαξης της αξιολογικής συνοχής της έννομης τάξης, είτε προς διαφορετικές κατευθύνσεις, όταν αποκαλύπτεται ότι υφίσταται μόνο τυπική-ορολογική, αλλά όχι και ουσιαστική-λειτουργική σύνδεση μεταξύ αυτών.

Αρκεί, π.χ., να ανατρέξει κανείς στην ευρεία συζήτηση που διεξάγεται εδώ και δεκαετίες αναφορικά με τον ορθότερο τρόπο οριοθέτησης της περιουσίας ως αυτοτελούς εννόμου αγαθού, ήτοι αν αυτή θα πρέπει να εννοιολογείται με βάση τα προτάγματα της νομικής, της οικονομικής ή της νομικο-οικονομικής θεωρίας. Η μάλλον κρατούσα (ακόμη) γνώμη στην επιστήμη και τη νομολογία, υιοθετώντας την οικονομική θεωρία, αποδέχεται τη δυνατότητα να ανάγονται σε αντικείμενο προστασίας και να προστατεύονται ως περιουσία του θύματος ακόμη και περιουσιακά στοιχεία που αυτό απέκτησε με παράνομο/εγκληματικό τρόπο. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι τούτο αποτελεί τελικά και ένα αίτημα ανυποχώρητης πρακτικής αναγκαιότητας, αφού είναι εξαιρετικά δυσχερές να απομονώνει κανείς από το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων ενός προσώπου εκείνα που αποκτήθηκαν με παράνομο/εγκληματικό τρόπο και στη βάση αυτής της διάκρισης να εντοπίζει το έννομο αγαθό που προστατεύεται ποινικά. Μετατοπίζοντας κανείς ωστόσο το βλέμμα του στον χώρο των δημευτικών διατάξεων και της νομοθεσίας για το ξέπλυμα χρήματος παρατηρεί ότι εκεί ο νομοθέτης επιδιώκει ακριβώς να στιγματίσει τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία και να τα αποστερήσει οριστικά από τον φορέα τους. Τίθεται έτσι το ερώτημα: είναι δυνατόν οι

Σελ. 14

διατάξεις του ΠΚ για τα περιουσιακά εγκλήματα υπό στενή έννοια να προστατεύουν ως περιουσία επιμέρους περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης, όταν ο Ν. 4557/2018 καθιδρύει ποινική ευθύνη για την κατοχή ή παραπέρα μεταβίβαση αυτών, ενώ παράλληλα αυτά μπορεί να αποτελούν και αντικείμενα δήμευσης, είτε με τον Ν. 4557/2018 είτε με το ά. 68 ΠΚ; Είναι δυνατόν, δηλαδή, η κατοχή ενός περιουσιακού στοιχείου να προστατεύεται (: ως τμήμα της περιουσίας ενός δράστη) και, ταυτόχρονα, να διώκεται ποινικά (: λόγω της «εγκληματικής» προέλευσης του περιουσιακού στοιχείου); Και θα μπορούσαν, υπό το φως μιας τυχόν αρνητικής απάντησης στο ανωτέρω ερώτημα, οι δημευτικές ρυθμίσεις και οι διατάξεις για το ξέπλυμα χρήματος, ως συνθετικό πλέγμα ρυθμίσεων που κατατείνουν στην οριοθέτηση των παράνομων περιουσιακών στοιχείων κάθε δικαιικού υποκειμένου, να λειτουργούν, αντίστροφα, ως δείκτης οριοθέτησης της ποινικά προστατευόμενης περιουσίας του, όταν το ίδιο υποκείμενο καθίσταται θύμα περιουσιακών αδικημάτων; Ανεξάρτητα από την προδιάθεση θετικής ή αρνητικής απάντησης που δημιουργούν τα ανωτέρω ερωτήματα, εξαιτίας ενδεχομένως και του τρόπου διατύπωσής τους, η αλήθεια είναι πως αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν τεκμηριωμένα, αν κανείς δεν έχει εμβαθύνει προηγουμένως στις λειτουργίες που καλούνται να υπηρετήσουν οι διάφορες όψεις της έννοιας της περιουσίας στο εκάστοτε πεδίο εφαρμογής τους.

Δ. Αρνητική οριοθέτηση του αντικειμένου της μελέτης

Τα δογματικά και ερμηνευτικά ζητήματα που καθίστανται αντικείμενο διερεύνησης στην παρούσα εργασία απασχολούν και άλλους κλάδους του δικαίου, αφού η ανάγκη οριοθέτησης της έννοιας της περιουσίας και της μέτρησης της έκτασης των προσβολών αυτής, η ανάγκη κατάλληλης αντιμετώπισης των οικείων προσβολών καθώς και η ανάγκη ρύθμισης μη νόμιμων περιουσιακών μετατοπίσεων εμφανίζονται και σ’ αυτούς τους κλάδους, ανάλογα με τους γενικότερους στόχους και λειτουργίες που επιτελεί ο καθένας τους. Ενόψει της ποινικής φύσης της παρούσας εργασίας, πάντως, οι θέσεις των άλλων δικαιικών κλάδων δεν ανάγονται σε αντικείμενο ισότιμης έρευνας, αλλά απλώς εξετάζονται συγκριτικά, όπου και στον βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο ή σκόπιμο για την επίλυση των ζητημάτων που βρίσκονται στο επίκεντρο της εργασίας. Έτσι, πιο συγκεκριμένα:

Δεν ενδιαφέρει, καταρχάς, στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, μια εμβάθυνση στην έννοια της περιουσίας όπως αυτή νοηματοδοτείται σε άλλους κλάδους του δικαίου (π.χ. αστικό, εμπορικό, φορολογικό δίκαιο) για την εξυπηρέτηση δικών τους εξειδικευμένων αναγκών, όπως, ενδεικτικά, προκειμένου να απαντηθεί (α) το ερώτημα, αν είναι δυνατή η δογματική σύλληψη της περιουσίας ως ενός ενιαίου νομικού μεγέθους, προκειμένου να καθίσταται δυνατή και η ενιαία συμβατική μεταβίβασή της (: κάτι π.χ. που θα έπρεπε να γίνεται δεκτό, αν αναγνωριζόταν στο αστικό δίκαιο ένα αυτοτελές δικαίωμα στην περιουσία ως σύνολο αξίας), ή (β) το ερώτημα, αν και πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται από φορολογική άποψη περιουσιακές προσαυξήσεις παράνομης προέλευσης. Οι διατάξεις των οικεί-

Σελ. 15

ων κλάδων που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις σύστασης, αλλοίωσης ή κατάργησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή συναφών πραγματικών καταστάσεων με οικονομική αξία λαμβάνονται, ωστόσο, αυτονόητα υπόψη, όταν και στον βαθμό που αυτό απαιτείται από τις ερμηνευόμενες κάθε φορά ποινικές διατάξεις.

Δεν ενδιαφέρει, παραπέρα, στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, μια εμβάθυνση στην έννοια της περιουσιακής βλάβης, όπως αυτή νοηματοδοτείται σε άλλους κλάδους του δικαίου, όπως π.χ. στο αστικό δίκαιο, όπου η έννοια της περιουσιακής ζημίας χρησιμοποιείται ευρέως ως κριτήριο για τη θεμελίωση και οριοθέτηση της συμβατικής ή αδικοπρακτικής αποζημιωτικής ευθύνης, καθώς οι στόχοι και οι λειτουργίες αυτών των κλάδων είναι καταρχήν διαφορετικοί. Έτσι, π.χ., οι οικείες αστικές διατάξεις μπορεί να ενδιαφέρονται κατά περίπτωση, ενόψει της αποκαταστατικής λειτουργικής στόχευσής τους, για τη συνολική περιουσιακή ζημία ενός θύματος, ακόμη και την έμμεση, υποκειμενική ή μελλοντική ζημία ή την ζημία που συνδέεται με την προσβολή και προσωπικών εννόμων αγαθών του, και όχι μόνο για την άμεση-αντικειμενική βλάβη που υφίσταται το προστατευόμενο από ορισμένη ποινική διάταξη έννομο αγαθό της περιουσίας του θύματος, στην οποία όμως και μόνο επιτρέπεται να εστιάζει η εν λόγω ποινική διάταξη για τη θεμελίωση και την οριοθέτηση του αξιοποίνου. Οι οικείες θέσεις του αστικού δικαίου λαμβάνονται, πάντως, υπόψη συγκριτικά κατά την οριοθέτηση της αντίστοιχης έννοιας του ποινικού δικαίου, με απώτερο στόχο την καλύτερη κατανόηση και των τυχόν διαφορετικών αξιολογήσεων.

Δεν ενδιαφέρει, τέλος, η εμβάθυνση στην έννοια του αδικαιολογήτως κτηθέντος πλουτισμού, όπως αυτή χρησιμοποιείται π.χ. στο αστικό δίκαιο, ως κριτήριο για την αναστροφή αδικαιολόγητων περιουσιακών μετατοπίσεων μέσω της εκ του νόμου θεμελίωσης συναφών ιδιωτικών αξιώσεων κατά αυτού που κατέστη πλουσιότερος σε βάρος άλλου, καθώς και εδώ δεν υφίσταται καταρχήν ταύτιση στόχων μεταξύ των ανωτέρω αστικών διατάξεων και των προς διερεύνηση ποινικών διατάξεων για το ξέπλυμα χρήματος και την αποστέρηση παράνομων περιουσιακών στοιχείων (: οι πρώτες αφορούν σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μεταξύ περιουσιακών φορέων ενώ οι δεύτερες σχέσεις μεταξύ του ασκούντος την ποινική εξουσία κράτους και των πολιτών). Οι συναφείς θέσεις του αστικού δικαίου λαμβάνονται, ωστόσο, σε σημαντικό βαθμό υπόψη, τόσο de lege lata όσο και de lege ferenda, καθώς δεν αποκλείεται η ανίχνευση κοινών δικαιοφιλοσοφικών θεμελίων και συγκλινουσών δικαιοπολιτικών επιδιώξεων μεταξύ του κλασικού αστικοδικαιικού θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού και των νεότερων ποινικοδικαιικών δημευτικών μορφωμάτων, παρά την τοποθέτηση αυτών από τον νομοθέτη σε διαφορετικούς δικαιικούς κλάδους και διαφορετικά διαδικαστικά πλαίσια εφαρμογής.

Σελ. 17

§ 2

Οι δύο διαφορετικές μέθοδοι ποινικής προστασίας της περιουσίας και οι δογματικές συνέπειές τους

Το ελληνικό ποινικό δίκαιο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διατάξεών του, χρησιμοποιεί δύο μεθόδους για την προστασία της περιουσίας, εστιάζοντας άλλοτε σε επιμέρους ειδικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων (: π.χ. δικαιώματα κυριότητας επί υλικών αντικειμένων, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί προϊόντων της διάνοιας, απαιτήσεις απορρέουσες από συγκεκριμένες ενοχικές συμβάσεις όπως π.χ. μισθολογικές απαιτήσεις από σύμβαση εργασίας, φορολογικές αξιώσεις του Δημοσίου, χρηματικές αξιώσεις κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, απαιτήσεις ενσωματωμένες σε αξιόγραφα όπως π.χ. μια επιταγή), και άλλοτε στην περιουσία ως το (εκπεφρασμένο σε χρήμα) σύνολο αξίας που προκύπτει από τον συνυπολογισμό των χρηματικά αποτιμητών οικονομικών αγαθών και βαρών ορισμένου δικαιικού υποκειμένου.

Κάνοντας χρήση και των δύο ως άνω μεθόδων προστασίας, το ελληνικό ποινικό δίκαιο υπερβαίνει, έτσι, τελικά με συνθετικό τρόπο το κλασικό δικαιοπολιτικό ερώτημα, αν η περιουσία θα πρέπει να προστατεύεται (α) ως ένα άθροισμα επιμέρους διακριτών στοιχείων αξίας (π.χ. δικαιωμάτων και υποχρεώσεων), τα οποία, ακόμη και αν εμφανίζονται να ανήκουν σε κάποιο σύνολο λόγω της σύνδεσής τους με συγκεκριμένο φορέα, πρέπει να εξετάζονται πάντως (και) αυτοτελώς κάθε φορά ως προς το αν υπέστησαν βλάβη, ή, αντίθετα, αν θα πρέπει να νοείται και να προστατεύεται (β) ως ένα ενιαίο σύνολο αξίας στο πλαίσιο του οποίου οφείλει να υποχωρεί η μοναδικότητα των επιμέρους στοιχείων της και να λαμβάνει χώρα μια ολιστική αποτίμηση κατά την κρίση ως προς το αν έχει υπάρξει βλάβη. Εκεί όπου γίνεται χρήση της πρώτης μεθόδου (: προστασία ειδικών κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων), είναι προφανές ότι προβάδισμα δίνεται στην πρώτη εννοιολογική θεώρηση, ενώ εκεί όπου γίνεται χρήση της δεύτερης μεθόδου (: προστασία της περιουσίας ως συνόλου αξίας), προβάδισμα έχει προφανώς, τουλάχιστον με βάση την κρατούσα σήμερα άποψη, η δεύτερη εννοιολογική θεώρηση. Η θεώρηση που θα προταχθεί, εξάλλου, επηρεάζει

Σελ. 18

περισσότερα ζητήματα, όπως π.χ. αν η προσβολή συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ενεργητικού (π.χ. η προσβολή ενός δικαιώματος κυριότητας που πραγματοποιείται δια της αποστέρησης του κυρίου από τις φυσικές εξουσίες επί ενός πράγματος) μπορεί να κρίνεται ως αποφασιστικός παράγοντας για τη διάγνωση προσβολής του εννόμου αγαθού, ανεξαρτήτως της αντιστάθμισης αυτής της προσβολής από την εισροή άλλων στοιχείων ενεργητικού ή την απόσβεση στοιχείων παθητικού του περιουσιακού φορέα (π.χ. την καταβολή χρηματικού ποσού προς τον κύριο ή την άφεση χρέους αυτού ίσης αξίας με το αφαιρεθέν πράγμα): Όπου η περιουσία προστατεύεται ως ένα ενιαίο σύνολο αξίας, τότε, σύμφωνα με τις σήμερα τουλάχιστον υποστηριζόμενες απόψεις, ενδεχόμενα αντισταθμιστικά ωφελήματα πρέπει καταρχήν να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον συνδέονται λειτουργικά άρρηκτα με την πράξη που οδηγεί σε απώλεια αξίας. Όπου αντίθετα η περιουσία προστατεύεται ως ένα άθροισμα επιμέρους αυτοτελών ως προς την αξία και τη σημασία τους στοιχείων (π.χ. μέσω ειδικών διατάξεων που προστατεύουν απόλυτα δικαιώματα), τότε το κάθε ένα από αυτά διεκδικεί λογικά τη μοναδικότητά του και στο πλαίσιο της τελικής αξιολόγησης μιας προσβολής, οπότε και διανοίγεται ο δρόμος για τη μείωση έως πλήρη ακύρωση της σημασίας ενδεχόμενων αντισταθμιστικών ωφελημάτων, αφού αυτά μπορεί να υποκαθιστούν την απώλεια αξίας, δεν αλλάζουν όμως τίποτα στην ήδη τελεσθείσα προσβολή σε σχέση με το απολεσθέν μοναδικό στοιχείο.

Στο παρόν κεφάλαιο (§2) εκτίθενται διεξοδικότερα τα χαρακτηριστικά των δύο ως άνω μεθόδων προστασίας (ενότητες Α και Β) και οι δογματικές συνέπειες που προκύπτουν από αυτές τις μεθόδους για την ερμηνεία των διατάξεων που τις υιοθετούν (ενότητα Γ). Παραπέρα, διερευνώνται οι πιθανές επιδράσεις του νέου ΠΚ τόσο στη διακριτότητα των δύο ως άνω μεθόδων (: ιδίως ενόψει της συγχώνευσης του 23ου και του 24ου κεφαλαίου του παλαιού ΠΚ σε ένα ενιαίο κεφάλαιο), όσο και σε άλλες συνιστώσες της ποινικής προστασίας της περιουσίας (: π.χ. στις διαφοροποιήσεις μεταξύ προστασίας ιδιωτικής και κρατικής περιουσίας ή στην αναγνώριση θεσμών αποκαταστατικής δικαιοσύνης ως λόγων απαλλαγής από την ποινική ευθύνη), που είναι καταρχήν λειτουργικά ανεξάρτητες των δύο ανωτέρω μεθόδων, η σφαιρική κατανόησή τους, ωστόσο, βοηθά στην καλύτερη αντίληψη του γενικότερου τρόπου με τον οποίο το ελληνικό ποινικό δίκαιο προστατεύει την περιουσία και διαβαθμίζει ποινικά τις προσβολές της (ενότητα Δ). Τέλος, εξετάζεται η δυνατότητα μεταφοράς αρχών που συνδέονται με την ερμηνεία των διατάξεων για τα περιουσιακά εγκλήματα σε διατάξεις οι οποίες είτε ανάγουν την περιουσία μόνο δευτερευόντως σε προστατευόμενο μέγεθος, συνήθως με τη μορφή κάποιας διακεκριμένης παραλλαγής του βασικού εγκλήματος, προτάσσοντας έτσι καταρχάς την προστασία κάποιου άλλου διαμεσολαβητικού εννόμου αγαθού, π.χ. του υπομνήματος ή της δημόσιας υπηρεσίας, είτε εμφανίζουν άλλα σημεία τομής με τα περιουσιακά εγκλήματα, π.χ. κατατείνουν ομοίως στην κτήση παράνομου οφέλους, όπως τα εγκλήματα περιουσιακής μετατόπισης, χωρίς όμως να συνιστούν τέτοια, π.χ. γιατί δεν προϋποθέτουν προσβολή περιουσίας άλλου στο πλαίσιο της επιδίωξης του δράστη για κτήση παράνομου περιουσιακού οφέλους (ενότητα Ε).

Σελ. 19

A. Η προστασία ειδικών κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων

Στο πλαίσιο της πρώτης μεθόδου προστασίας που χρησιμοποιεί το ελληνικό δίκαιο, πιο συγκεκριμένα, θεσπίζονται διατάξεις που εστιάζουν σε συγκεκριμένη κάθε φορά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, τα οποία εμφανίζονται με τη μορφή δικαιωμάτων ή άλλων αναγνωριζόμενων δικαιικά εξουσιαστικών σχέσεων ενός προσώπου είτε άμεσα με υλικά ή άυλα αντικείμενα είτε με πρόσωπα που υποχρεούνται να παράσχουν συγκεκριμένα υλικά ή άυλα αντικείμενα (κινητά ή ακίνητα πράγματα, υπηρεσίες κ.ο.κ.). Τα εν λόγω δικαιώματα μπορεί να είναι, ανάλογα με την οντολογία της σχέσης, εμπράγματης φύσης, όπως π.χ. το δικαίωμα κυριότητας, ή άλλης μορφής, όπως π.χ. το δικαίωμα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας, το δικαίωμα εξ επιταγής ή το ενοχικό δικαίωμα επί δεδουλευμένου μισθού, ενώ, κατά περίπτωση, μπορεί να πρόκειται και για δικαιώματα, ως φορέας των οποίων εμφανίζεται μόνο το κράτος, όπως π.χ. οι φορολογικές αξιώσεις. Ενόψει του γεγονότος ότι η ποινική προστασία παρέχεται εδώ καταρχήν στο εκάστοτε δικαίωμα και στις δικαιικά αναγνωρισμένες εξουσίες που αυτό περιλαμβάνει, το ερώτημα, αν το συγκεκριμένο κάθε φορά αντικείμενο, που αποτελεί σημείο αναφοράς του δικαιώματος, έχει και συναλλακτική-χρηματική αξία, προσλαμβάνει δευτερεύουσα σημασία. Στην πραγματικότητα, πάντως, τα εν λόγω δικαιώματα έχουν σχεδόν πάντα χρηματική αξία, ενίοτε και εξ ορισμού (: π.χ. αξίωση εξ επιταγής, αξίωση επί του μισθού, φορολογική αξίωση) και, υπό αυτή την έννοια, αποτελούν τμήμα της περιουσίας. Ποινικές διατάξεις, οι οποίες κάνουν χρήση αυτής της μεθόδου, είναι αυτές που τυποποιούν π.χ. τα αδικήματα της κλοπής, της υπεξαίρεσης, της ληστείας και της φθοράς (: κυρίως προστατευόμενο δικαίωμα, εδώ, είναι αυτό της κυριότητας), της «κλοπής» πνευματικής ιδιοκτησίας (: προστατευόμενο δι-

Σελ. 20

καίωμα εδώ είναι αυτό της πνευματικής ιδιοκτησίας), της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (: προστατευόμενο δικαίωμα εδώ είναι η εξ επιταγής απαίτηση για καταβολή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού), της μη καταβολής δεδουλευμένων μισθών (: προστατευόμενο δικαίωμα εδώ είναι η ενοχική απαίτηση επί του μισθού δυνάμει της σύμβασης εργασίας), της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας (: προστατευόμενα δικαιώματα εδώ είναι οι κατά περίπτωση στις οικείες διατάξεις αναφερόμενες κατηγορίες φορολογικών αξιώσεων του ελληνικού Δημοσίου ή της ΕΕ).

Στις διατάξεις που χρησιμοποιούν την ανωτέρω πρώτη μέθοδο προστασίας, τα τιθέμενα ερμηνευτικά ζητήματα ως προς την ταυτότητα του προστατευόμενου μεγέθους και τη διάγνωση-μέτρηση των προσβολών του είναι συνήθως απλούστερα.

Back to Top