Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ


Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: 98,00 €

Βιβλίο (έντυπο)   + 98,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18682
Φιοράκης Ι.
Γεωργιάδου Μ., Μπόζνου Μ., Πολυμεροπούλου Α., Σιαχάμη Β., Τζιώτης Γ.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
  • Σελίδες: 1000
  • ISBN: 978-960-654-871-0

Τα δικαιώματα που πηγάζουν από το Εμπράγματο Δίκαιο, πέραν εκείνων που παρέχουν εξουσία άμεση και εναντίον όλων πάνω στο πράγμα, επεκτείνονται σε ένα ευρύτερο πεδίο που υπερβαίνει τα όρια του Αστικού Κώδικα. Την ένδικη προστασία όλων αυτών των δικαιωμάτων πραγματεύεται το παρόν συλλογικό έργο, παρέχοντας στον ερευνητή την υπάρχουσα θεωρητική και νομολογιακή προσέγγιση καθ΄έκαστο γνωστικό αντικείμενο.
Το έργο «Η προστασία των δικαιωμάτων στο Εμπράγματο Δίκαιο» αναλύει ενδελεχώς πλήθος ζητημάτων, όπως:
• κυριότητα • νομή • γειτονικό δίκαιο • αγωγή διανομής • οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία • κοινόχρηστοι χώροι • δουλείες • ενέχυρο • υποθήκη • αγωγή περί κλήρου • κτηματολόγιο • αναγκαστική απαλλοτρίωση • πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής • δικαίωμα επιφάνειας • δάση • εκκλησία • παραμεθόριες περιοχές • τοπικά δίκαια και πολλά άλλα.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή του έργου στην με απλό και κατανοητό τρόπο προσέγγιση δυσχερών ζητημάτων, όπως η αναγνώριση δικαιούχου αποζημίωσης στην αναγκαστική απαλλοτρίωση, το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δημόσια έκταση, η χρησικτησία επί αστικών ακινήτων του Δημοσίου, η αγροτική αποκατάσταση, τα ζητήματα του κτηματολογίου κ.ά.
Ευσύνοπτα και συστηματικά το βιβλίο απαντά σε όλες τις δικονομικές και άλλες απορίες του μελετητή του Εμπραγμάτου Δικαίου, όσων αφορά την προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων.

1

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 1-15

ΙΙ. Η αγωγή αποβολής από τη νοµή 16-67

Α. Τα στοιχεία της αγωγής 19-27

Β. Εννοιολογική προσέγγιση των επιµέρους στοιχείων της αγωγής 28-47

1. Ύπαρξη νοµής 28-30

2. Περιγραφή του επιδίκου
αντικειµένου 31-33

3. Αποβολή από τη νοµή παράνοµα
και χωρίς τη θέληση του νοµέα 34-40

4. Επιλήψιµη νοµή 41-42

5. Αίτηµα της αγωγής 43-47

Γ. Διάδικοι 48-60

1. Ενάγων 48-56

2. Εναγόµενος 57-60

Δ. Αντικειµενική σώρευση αγωγών 61-67

III. Η αγωγή διατάραξης της νοµής 68-104

Α. Τα στοιχεία της αγωγής 72-79

Β. Εννοιολογική προσέγγιση των επιµέρους στοιχείων της αγωγής 80-92

1. Ύπαρξη νοµής 80

2. Διατάραξη της νοµής παράνοµα
και χωρίς τη θέληση του νοµέα 81-87

3. Αίτηµα της αγωγής 88-91

4. Αξία της νομής 92

Γ. Διάδικοι 93-100

1. Ενάγων 93-96

2. Εναγόµενος 97-100

Δ. Σώρευση αγωγών 101-104

IV. Δικονοµικά ζητήµατα επί των αγωγών
από την προσβολή νοµής 105-129

Α. Αρµοδιότητα 105-107

1. Καθ’ ύλην αρµοδιότητα 105

2. Κατά τόπον αρµοδιότητα 106-107

Β. Διαδικασία 108-109

Γ. Δικαστικό ένσηµο - Εγγραφή των αγωγών
στα βιβλία διεκδικήσεων/κτηµατολογικά
φύλλα - Πιστοποιητικό καταβολής
ΕΝ.Φ.Ι.Α. 110-117

Δ. Απόδειξη της νοµής 118-120

Ε. Η απόφαση και η εκτέλεσή της 121-126

1. Επί της αγωγής αποβολής από
τη νοµή 121-123

2. Επί της αγωγής διατάραξης
της νοµής 124-126

ΣΤ. Δεδικασµένο 127-129

V. Άµυνα εναγοµένου 130-156

Α. Άρνηση της αγωγής 131-133

Β. Ενστάσεις 134-155

1. Η ένσταση επιλήψιµης νοµής 135-138

2. Η ένσταση ιδίου δικαιώµατος 139-143

3. Η ένσταση παραγραφής 144-149

4. Η ένσταση επίσχεσης 150-153

5. Η ένσταση κατάχρησης
δικαιώµατος 154-155

Γ. Ανταγωγή 156

VI. Άλλες αγωγές του νοµέα 157-192

Α. Η αγωγή αδικαιολόγητου
πλουτισµού 157-171

Β. Η αγωγή αποζηµίωσης 172-181

Γ. Η αναγνωριστική αγωγή 182-187

Δ. Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής
εκτέλεσης 188-190

Ε. Η προστασία νοµής του Δηµοσίου 191-192

1. Προσωρινή ρύθµιση της νοµής
από τον Εισαγγελέα 192

VII. Ασφαλιστικά µέτρα νοµής 193-217

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

1


[1] ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 1-15

ΙΙ. Η αγωγή αποβολής από τη νοµή 16-67

Α. Τα στοιχεία της αγωγής 19-27

Β. Εννοιολογική προσέγγιση των επιµέρους στοιχείων της αγωγής 28-47

1. Ύπαρξη νοµής 28-30

2. Περιγραφή του επιδίκου
αντικειµένου 31-33

3. Αποβολή από τη νοµή παράνοµα
και χωρίς τη θέληση του νοµέα 34-40

4. Επιλήψιµη νοµή 41-42

5. Αίτηµα της αγωγής 43-47

Γ. Διάδικοι 48-60

1. Ενάγων 48-56

2. Εναγόµενος 57-60

Δ. Αντικειµενική σώρευση αγωγών 61-67

III. Η αγωγή διατάραξης της νοµής 68-104

Α. Τα στοιχεία της αγωγής 72-79

Β. Εννοιολογική προσέγγιση των επιµέρους στοιχείων της αγωγής 80-92

1. Ύπαρξη νοµής 80

2. Διατάραξη της νοµής παράνοµα
και χωρίς τη θέληση του νοµέα 81-87

3. Αίτηµα της αγωγής 88-91

4. Αξία της νομής 92

Γ. Διάδικοι 93-100

1. Ενάγων 93-96

2. Εναγόµενος 97-100

Δ. Σώρευση αγωγών 101-104

IV. Δικονοµικά ζητήµατα επί των αγωγών
από την προσβολή νοµής 105-129

Α. Αρµοδιότητα 105-107

1. Καθ’ ύλην αρµοδιότητα 105

2. Κατά τόπον αρµοδιότητα 106-107

Β. Διαδικασία 108-109

Γ. Δικαστικό ένσηµο - Εγγραφή των αγωγών
στα βιβλία διεκδικήσεων/κτηµατολογικά
φύλλα - Πιστοποιητικό καταβολής
ΕΝ.Φ.Ι.Α. 110-117

Δ. Απόδειξη της νοµής 118-120

Ε. Η απόφαση και η εκτέλεσή της 121-126

1. Επί της αγωγής αποβολής από
τη νοµή 121-123

2. Επί της αγωγής διατάραξης
της νοµής 124-126

ΣΤ. Δεδικασµένο 127-129

V. Άµυνα εναγοµένου 130-156

Α. Άρνηση της αγωγής 131-133

Β. Ενστάσεις 134-155

1. Η ένσταση επιλήψιµης νοµής 135-138

2. Η ένσταση ιδίου δικαιώµατος 139-143

3. Η ένσταση παραγραφής 144-149

4. Η ένσταση επίσχεσης 150-153

5. Η ένσταση κατάχρησης
δικαιώµατος 154-155

Γ. Ανταγωγή 156

VI. Άλλες αγωγές του νοµέα 157-192

Α. Η αγωγή αδικαιολόγητου
πλουτισµού 157-171

Β. Η αγωγή αποζηµίωσης 172-181

Γ. Η αναγνωριστική αγωγή 182-187

Δ. Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής
εκτέλεσης 188-190

Ε. Η προστασία νοµής του Δηµοσίου 191-192

1. Προσωρινή ρύθµιση της νοµής
από τον Εισαγγελέα 192

VII. Ασφαλιστικά µέτρα νοµής 193-217

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Βαβούσκος Κ., Εµπράγματο Δίκαιο, στ’ εκδ., 1986. – Βαθρακοκοίλης Β., ΕρµΑΚ, τ. β’, έκδ. γ’, 1994. Ο ίδιος, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος Δ’, ημίτομος Α’, 2007. Βασιλείου Χ., Αι περί νοµής αγωγαί µετά την λήξιν της µισθώσεως, ΕΕΝ 19, 865. – Βλαστός, Έφεση στα ασφαλιστικά µέτρα νοµής ή κατοχής, Δ 9, 520. – Γεωργιάδης Απ., σε Γεωργιάδη Απ./Σταθόπουλο Μ., ΕρµΑΚ, Αστικός Κώδιξ, τ.

2

V, Εµπράγµατο Δίκαιο, άρθρα 984 επ. – Ο ίδιος, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, ΣΕΑΚ, τ. ΙΙ, 2013. – Ο ίδιος, Εµπράγµατο Δίκαιο, έκδ. β’, 2010. – Γεωργιάδου Μ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου. Νομή-Κυριότητα-Δουλείες, 2015. – Η ίδια, σε Καστρήσιο Ελ., Ενστάσεις κατά τον Αστικό Κώδικα, 2η εκδ., 2019. – Γεωργίου Κ., Προσωρινή δικαστική προστασία επί ταυτόχρονης προσβολής της νοµής και της κυριότητας, ΑρχΝ 1997, 289. – Ο ίδιος, Συνέπειες της προσβολής της φυσικής εξουσίας επί του πράγµατος (προσωρινή δικαστική προστασία της νοµής και της κυριότητας), ΕλλΔνη 1993, 1429. – Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι., Αστικός Κώδικας, Ερµηνεία - Σχόλια - Νοµολογία, Εµπράγµατο, τ. 7Α, άρθρα 984 επ., σελ. 187 επ. – Γκαµέρας Κ., Προσωρινή ρύθµιση νοµής – κατοχής, 1967. – Δασκαρόλης Γ., Διακοπή της παραγραφής δι’ αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών µέτρων εις τας περί νοµής διαφοράς, ΕΕΝ 36, 603. – Δηµοσθένους Π., Η παρά των δικαιοπρακτικώς ανικάνων αυτοπρόσωπος κτήση της νοµής και της κυριότητος και η ιδιότης αυτών ως εναγοµένων εν τη περί αποβολής αγωγή, ΑρχΝ 13, 603. – Ο ίδιος, Παραδεκτή η σώρευση αιτήµατος του ενάγοντος για απαγόρευση µελλοντικής διατάραξης της κυριότητας, νοµής ή κατοχής του, µετά την απόκτηση τούτων απ’ αυτόν, Δ 17, 829. – Ο ίδιος, Η κληρονοµική διαδοχή εν τη νοµή και η παραγραφή της συνεπεία αποβολής εξ αυτής αγωγής, ΕΕΝ 29, 958. – Διαµαντάκος, Η αυτοπροστασία του νοµέως εν τη νοµή του, ΕΕΝ 33, 620. – Ζύγουρας Α., Η ποινική πρόβλεψις υπό των διαδίκων παραβιάσεως των αποφάσεων των διατασσουσών ασφαλιστικά µέτρα διά την προσωρινήν ρύθµισιν της νοµής ή της κατοχής, Αρµ 50, 654. – Ηλιόπουλος Χ., Αγωγαί περί διαταράξεως ή αποβολής εκ της νοµής µετά την λήξιν του χρόνου ή λύσιν της συµβατικής σχέσεως, ΕΕΝ 21, 1196. – Θηβαίος Χρ., Το δίκαιον της νοµής, τ. Γ’, 1957. – Ο ίδιος, Περί προσωρινών µέτρων εν διαφοραίς διακατοχής, 1953. – Καλαβρός Αλ., σε Λεοντή Ν., Ερμηνεία Αστικού Κώδικα & Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ, τόμος 2, 2020. – Καπουλέας, Η απόδειξις εις δίκας προσωρινών µέτρων νοµής. – Καραµανλή - Μπαρουτάκη Α., Το δίκαιο της νοµής, 1997. – Κατράς Ι., Αγωγές Αιτήσεις & Ενστάσεις Εμπραγμάτου Δικαίου Αστικού Κώδικα, εκδ. 2021. – Κιουσόπουλος Σ., Επί του άρθρου 991 ΑΚ, ΑρχΝ 26, 375. – Κιτσαράς Λ., Η νοµή ως αντικείµενο της αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισµού (απαίτηση νοµής, condictio possessionis), ΧρΙΔ 2013, 641. – Κιτσοπάνος Δ., Περί του εναγοµένου εν τη περί διαταράξεως ή αποβολής εκ της νοµής δίκη και των επί τούτου προβλητέων ενστάσεων βάσει του άρθρου 991 ΑΚ, Θεµ. ΝΘ’, 117. Κόντης Α., σε Μουχίμογλου Δ., Αρμοδιότητες Ειρηνοδικείων, 2022. – Κουµουτζής Ν., Condictio possessionis µετά την παραγραφή της αξίωσης λόγω αποβολής από τη νοµή, ΧρΙΔ 2013, 145. – Κωστάρας, Ο χρόνος ενάρξεως της εκ του άρθρου 922 παραγραφής εν περιπτώσει αντιποιήσεως της νοµής ακινήτου υπό του κατόχου αυτού, ΕΕΝ 51, 314. – Λεµπέσης, Αρµοδιότης ασφαλιστικών µέτρων επί νοµής και κατοχής, ΝοΒ 1968, 1102. – Μάζης Κ., Διακοπή παραγραφής άρθρου 992 ΑΚ µε αίτηση ασφαλιστικών µέτρων νοµής κ.λπ., Αρµ 2005, 1529. – Μάζης Π., Αγωγή για απόδοση οιονεί νοµής δουλειών διόδου και αγωγού ύδατος, ΧρΙΔ 2011, 472. – Μακρίδου Κ., Ζητήµατα από την επιβολή αιτήσεως ασφαλιστικών µέτρων νοµής µετά την εκτέλεση συµβολαιογραφικού εγγράφου και την αποβολή του αιτούντος από το ακίνητο και άδειας πλειστηριασµού κινητών (άρθρο 943 παρ. 3 ΚΠολΔ), Αρµ 2006, 346. – Μητσόπουλος Γ., Η πιθανολόγησις εις τας δίκας νοµής, ΕΕΝ 18, 81. – Ο ίδιος, Τριτανακοπή εν δίκη προσωρινών µέτρων νοµής ή κατοχής, ΝΔίκ 10, 677. – Μουσάς, Η αυτοψία ως αποδεικτικόν µέσον εις δίκας περί νοµής, ΑρχΝ 14, 518, ΕΕΝ 18, 81. – Μπαλής Γ., Εµπράγματο Δίκαιο, 1951. – Μπαλογιάννη Ε., σε Απαλαγάκη Χ., Κώδικας Πολιτικής Δικονοµίας, Ερµηνεία κατ’ άρθρο, έκδ. γ΄, 2013.
– Μπέης Κ., Εµπράγµατες αγωγές (Παρέµβαση στο 23ο Ετήσιο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δικονοµολόγων), Δ 28, 1235. – Μπλάτσιος Α., Παραγραφή των αξιώσεων από τη νοµή και ασφαλιστικά µέτρα Δ 1990, 273. – Μπόσδας Δ., Προστασία της νοµής, ΕλλΔνη 6, 185. – Ο ίδιος, Περί επιληψίµου νοµής, ΕλλΔνη 11, 257. Ο ίδιος, Περί παρανόµου νοµής, ΝΔικ 17, 260. – Ο ίδιος, Η νοµή ως αντικείµενον αδικαιολόγητου πλουτισµού, ΝΔίκ 27, 237. – Ο ίδιος, Περί αντιποιήσεως της νοµής υπό του κατόχου, ΑρχΝ 14, 241. – Μπρακατσούλας Β., Η νοµή και η προστασία της, 2003. – Νικόπουλος,

3

Η κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ανακοπή του νοµέως, Δ 4, 53. – Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εµπράγµατου Δικαίου, τ. Ι, 1989. – Παπάκος Β., Ο προσδιορισµός της αξίας του δικαιώµατος της οιονεί νοµής δουλείας κατά το άρθρο 11 του ΚΠολΔ, για την εξεύρεση της καθ’ ύλη αρµοδιότητας, ΑρχΝ 43, 300. – Παπαστερίου Δ., Εµπράγµατο Δίκαιο, τ. Ι, Εµπράγµατη σχέση - Πράγµα - Κατοχή - Νοµή, 2008. – Παπαχρήστου Γ., Προστασία του νοµέα που ανεγείρει κτίσµα σε ξένο ακίνητο, ΕφΑΔ 2010, 1166. – Σακελλαριάδης, Η νοµή και η προστασία αυτής, Αρµ 2, 145. – Σιάµκουρης Γ., Η προσωρινή ρύθµισις καταστάσεως κατά τα άρθρα 731 και 734 ΚΠολΔ και η µεταξύ αυτών διαφορά, Αρµ 1985, 438. – Σπυριδάκης Ι., Η αγωγή διαταράξεως της νοµής, 1997. – Ο ίδιος, Η αγωγή αποβολής από τη νοµή, 1997. – Ο ίδιος, Ένδικη προστασία της νομής, β’ εκδ., 2019. – Ο ίδιος, Εμπράγματο Δίκαιο, β’ εκδ., 2021. – Ταµπάκης, Κοινή νοµή και προστασία αυτής, ΝοΒ 8, 1025.
– Τζίφρας Π., Ασφαλιστικά µέτρα νοµής ως ήδη ισχύουν, ΝοΒ 19, 1189. – Ο ίδιος, Τα ασφαλιστικά µέτρα εις τας παντός είδους περί νοµής ή κατοχής υποθέσεις, ΑρχΝ 1968, 761. – Ο ίδιος, Αµφισβήτησις νοµής ή κατοχής επί κτηµάτων. – Τούσης Α., Εµπράγματο Δίκαιο, 1988. – Τσάκος, Η προστασία του κληρούχου – νοµέα κατά το άρθρο 79 παρ. 2 ΑγρΚ, Αρµ 41, 374. – Χατζηανδρέου, Αναστολή της εκτελεστότητας αποφάσεως προσωρινής ρυθµίσεως της νοµής και προσωρινή διαταγή, Αρµ 1980, 610. – Χελιδόνης, Condictio possessionis και υπέρ του κακόπιστου νοµέα, ΝοΒ 48, 1439.
– Χιονίδης, Η ετήσια παραγραφή για τα ασφαλιστικά µέτρα νοµής και η αναστολή της (άρθρα 992 και 261 ΑΚ), ΝοΒ 34, 291, Δ 1986, 816. – Χριστοδούλου Κ., Ασφαλιστικά µέτρα προστασίας της νοµής κατά συγκληρονόµου, ΕΕΝ 53, 199. – Ψαρράκης Π., Η άµυνα εις την αυτοδύναµον προστασίαν της νοµής, ΕλλΔνη 1979, 222.

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

  1. 1

Έννοια νομής και κατοχής. Κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί αυτή με διάνοια κυρίου.

  1. 2

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 993 ΑΚ, για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν, βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα[1] ως κύριος (animus domini)[2], αφετέρου δε, φυσική εξουσίαση στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη, κατά κανόνα, συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του μη εμπραγμάτου δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα, κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού[3], χωρίς να απαιτείται απαραίτητα

4

η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννοµη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγµα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (opinion domini). Η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ’ αυτού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Οι νομικές πράξεις δεν αποτελούν πράξεις νομής, εάν δεν συνδυάζονται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση), υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσης ισχυρής ή όχι, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο κ.λπ.[4]

  1. 3

Φύση νομής. Είναι ιδιόμορφο δικαίωμα, διάφορο των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 973 ΑΚ εμπραγμάτων δικαιωμάτων, γι’ αυτό δεν υπόκειται ως προς τη σύσταση, μετάθεση ή αλλοίωσή της, δια συμβάσεως, στους κανόνες των άρθρων 369 και 1033 ΑΚ, περί συμβολαιογραφικού τύπου και μεταγραφής[5].

  1. 4

Πλασματική νομή. Λόγος για πλασματική νομή γίνεται στις περιπτώσεις όπου ο νόμος θεωρεί ένα πρόσωπο νομέα, χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν συντρέχουν πράγματι οι προϋποθέσεις της νομής, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ΑΚ 974. Τέτοια περίπτωση πλασματικής νομής είναι π.χ. η ρύθμιση της ΑΚ 983. Ο κληρονόμος του νομέα και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, δίχως να απαιτείται μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς[6].

  1. 5

Οιονεί νοµή. Οιονεί νομή ή νομή δικαιώματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 975 ΑΚ, είναι η ασκούμενη φυσική εξουσίαση σε ξένο πράγμα ως προς ορισμένες μόνο χρησιμότητες αυτού με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή, με τη θέληση να έχει ο δικαιούχος τη φυσική εξουσία ως ασκών ίδιο δικαίωμα. Έτσι, στοιχεία της οιονεί νομής είναι η ύπαρξη μερικής φυσικής εξουσίασης στο ξένο πράγμα και η θέληση του οιονεί νομέως να ασκεί τη φυσική εξουσίαση με διάνοια δικαιούχου - δικαιώματος ενεχύρου ή δουλείας, όπως είναι και της πραγματικής δουλείας οδού, χωρίς να απαιτείται και πεποίθηση τούτου ότι ασκεί δουλεία νομίμως συσταθείσα[7]. Η οιονεί νομή ασκείται με διάνοια δικαιούχου περιορισμένου δικαιώματος και συγκεκριμένα, εκείνου του περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος που θα υπήρχε αν η φυσική εξουσία αποτελούσε άσκηση εμπράγματου δικαιώματος. Διάνοια δικαιούχου, όμως, δεν

5

υπάρχει, όταν κάποιος ασκεί δικαιωματικές πράξεις πάνω σε ξένο πράγμα με την ανοχή του ιδιοκτήτη του[8].

  1. 6

Συννομή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 984 επ. και 994 ΑΚ συνάγεται ότι ο συννομέας ή οι συννομείς, αν κατέχουν ολόκληρο το κοινό, θεωρούνται κατέχοντες τούτο και επ’ ονόματι των λοιπών και δεν μπορούν να επικαλεστούν απέναντι στους λοιπούς συννομείς κτήση κυριότητας του κοινού με χρησικτησία πριν από τη γνωστοποίηση σ’ αυτούς της απόφασής τους να νέμονται το κοινό αποκλειστικά στο όνομά τους (ΟλΑΠ 485/1982 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν οι λοιποί, μη ευρισκόμενοι στην κατοχή του κοινού, συννομείς εκδήλωσαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη βούληση να μην είναι νομείς (συννομείς), πράγμα το οποίο συμβαίνει και επί εκούσιας αποξένωσής τους από το κοινό[9].

  1. 7

Άσκηση νομής. Κατά το άρθρο 980 §1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Κατά τη διάταξη αυτή, αυτοπρόσωπη άσκηση της νομής υπάρχει, όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, δεν έχει, δηλαδή, παραχωρήσει την κατοχή σε άλλον, με βάση κάποια έννομη σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο κ.λπ). Ο τρίτος που ασκεί τη νομή, ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου κ.λπ.). Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης (ΑΚ 982). Ως αντιποίηση της νομής νοείται η μεταστροφή της βούλησης του αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής, ώστε να το εξουσιάζει ως κύριος. Η γνωστοποίηση δε της αντιποίησης από τον κάτοχο στον νομέα μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο[10].

  1. 8

Κτήση νομής. Η νομή αποκτάται πρωτοτύπως, είτε με μονομερή πράξη (κατάληψη-occupatio), είτε σύμφωνα με το νόμο (απευθείας βάσει συγκεκριμένου κανόνα) και παραγώγως, είτε με μονομερή δικαιοπραξία (διαθήκη), είτε με σύμβαση[11].

  1. 9

Κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α΄ του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβίβασης νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ’ αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή,
β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή, και εκείνου που μεταβιβάζει τη νομή. Το στοιχείο αυτό της θέλησης του μεταβιβάζοντος

6

νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν. Η συμφωνία αυτή, μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, αποτελεί αφηρημένη δικαιοπραξία και είναι αδιάφορο, αν γι’ αυτήν τηρείται ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή γίνεται ατύπως[12].

  1. 10

Η ΑΚ 977 εισάγει δύο (2) εξαιρέσεις στον καθιερούμενο με την ΑΚ 976 εδ. α΄ κανόνα της μεταβίβασης της νομής με υλική παράδοση του πράγματος. Η πρώτη αφορά στη μεταβίβαση της νομής με αντιφώνηση και η δεύτερη στη μεταβίβαση της νομής με έκταξη. Ειδικότερα:

  1. 11

Αντιφώνηση της νομής. Υπάρχει όταν συμφωνείται ότι ο μέχρι τώρα νομέας θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση, μίσθωση, παρακαταθήκη, εντολή κ.λπ.[13] Ο αγοραστής διαμερίσματος συμφωνεί με τον πωλητή, ο τελευταίος να παραμένει στο διαμέρισμα ως μισθωτής. Ο αγοραστής γραμματίου λαχείου καθίσταται κύριος αυτού διά της σχετικής μετά του πωλητή σύμβασης με καταβολή ή πίστωση του τιμήματος και χωρίς παραλαβή του γραμματίου, εφόσον συμφωνήθηκε να παραμείνει τούτο στον πωλητή προς φύλαξη. Η έννομη σχέση μπορεί να είναι εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα. Ακόμη και τέτοιο που απορρέει από τον νόμο[14]. Για την εφαρμογή της διάταξης απαιτείται: α) Ο μεταβιβάζων να είναι νομέας, εκτός αν η συμφωνία συναφθεί προκαταβολικά, οπότε γίνεται λόγος για «προαντιφώνηση της νομής»[15]. Προαντιφώνηση της νομής υπάρχει π.χ. στην περίπτωση όπου ο συμβαλλόμενος ως αγοραστής σε προσύμφωνο αγοράς ακινήτου μεταβιβάζει την κυριότητα αυτού στον τρίτο, υπό την αίρεση ότι θα αποκτήσει την κυριότητα επί του εν λόγω ακινήτου και με τη συμφωνία ότι θα παρακρατήσει την κατοχή λόγω μίσθωσης. β) Να γίνει συνομολόγηση ορισμένης έννομης σχέσης. Δεν αρκεί απλή συμφωνία για παραμονή του μεταβιβάζοντος στην κατοχή του πράγματος[16].

  1. 12

Έκταξη νομής. Υπάρχει όταν συμφωνηθεί ανάμεσα στον αποκτώντα και στον έως τώρα νομέα ότι τρίτος θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση[17]. Για την εφαρμογή της διάταξης απαιτείται: α) ο μεταβιβάζων να είναι νομέας, β) το πράγμα να βρίσκεται στην κατοχή του τρίτου δυνάμει ορισμένης σχέσης, γ) συμφωνία αποκτώντος και μεταβιβάζοντος ότι ο τρίτος θα ασκεί την κατοχή στο όνομα του πρώτου, δ) γνωστοποίηση της μεταβίβασης στον τρίτο. Έναντι του τρίτου η νομή στον αποκτώντα μεταβιβάζεται, αφότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα. Αν δεν λάβει χώρα τέτοια γνωστοποίηση, ο αποκτών δεν μπορεί να αντιτάξει τη νομή έναντι του τρίτου[18]. Αν στην κατοχή του

7

κινητού πράγματος βρίσκεται τρίτο πρόσωπο δυνάμει ισχύουσας έννομης σχέσης, η μεταβίβαση της νομής γίνεται με έκταξη[19].

  1. 13

Προσβολή νοµής. Ως προσβολή της νοµής, κατ’ άρθρο 984 §1 ΑΚ[20], νοείται κάθε αποβολή ή διατάραξη της νοµής, η οποία λαµβάνει χώρα παράνοµα µε πράξη[21] ή παράλειψη οποιουδήποτε ικανού ή ανίκανου προς δικαιοπραξία και γίνεται χωρίς τη θέληση του νοµέα[22]. Συγκεκριµένα, οι γενικοί όροι που θέτει η ως άνω διάταξη, για να στοιχειοθετηθεί προσβολή της νοµής[23] που χρήζει έννοµης προστασίας[24], είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνοµη· παράνοµο της προσβολής[25] συντρέχει, όταν ο νόµος είτε δεν την επιτρέπει είτε την επιτρέπει µε συνδροµή ορισµένων όρων ή µε την τήρηση ορισµένων προϋποθέσεων, οι οποίες, όµως, δεν υπάρχουν κατά τον χρόνο της προσβολής[26], [27], καθώς και όταν ο προσβάλλων ενεργεί χωρίς δικαίωµα[28], γ) υλοποίηση της προσβολής χωρίς τη θέληση του νοµέα[29]. Ωστόσο, έχει γίνει δεκτό ότι, κατά τον νόµο, περίπτωση επιτρεπόµενης προσβολής δεν υφίσταται από το ότι ο προσβολέας είχε κατά του νοµέα δικαίωµα να απαιτήσει τη νοµή. Η προσβολή δε χωρίς τη θέληση

8

του νοµέα γίνεται, όταν δεν υπάρχει συναίνεση τούτου[30]. Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, ο νόµος δεν θέτει άλλους όρους για την παροχή προστασίας επί προσβολής της νοµής, όπως είναι η διάρκεια της προσβολής, η περιουσιακή ζηµία του νοµέα, η χρήση βίας, η γνώση ή η άγνοια, η υπαιτιότητα ή η κακή πίστη από µέρους του προσβολέα[31]. Συνεπώς, το παράνοµο της νοµής κρίνεται αντικειµενικά[32]. Η ζηµία και η υπαιτιότητα λαµβάνονται υπόψη µόνο για τη θεµελίωση της αξίωσης του νοµέα προς αποζηµίωση[33].

  1. 14

Προσβολή οιονεί νοµής. Η οιονεί νοµή προστατεύεται σε περίπτωση προσβολής της, όπως και η καθολική νοµή[34], αδιάφορα αν η προσβολή προέρχεται από τον καθολικό νοµέα ή τρίτο. Εποµένως, ο δικαιούχος δουλείας διόδου µέσα από γειτονικό ακίνητο, αν αποβληθεί ή παρακωλυθεί στην άσκηση της δουλείας του, είτε από τον καθολικό νοµέα είτε από τρίτο, προστατεύεται µε τις περί προστασίας της νοµής αγωγές. Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, ο εναγόµενος για αποβολή ή διατάραξη νοµής δεν µπορεί να επικαλεσθεί ίδιο δικαίωµα (κυριότητα ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα), µε βάση το οποίο προέβη στην αποβολή ή διατάραξη, διότι ο Αστικός Κώδικας προστατεύει τη νοµή καθεαυτή, ώστε να αποκλείεται κάθε προσβολή της, ανεξάρτητα αν ο προσβολέας επικαλείται δικαίωµα, το οποίο προτίθεται να αποδείξει και τούτο διότι σε αντίθετη περίπτωση θα είχαμε περαίωση της δίκης περί νοµής έως ότου αποδειχθεί το προσβαλλόµενο ίδιο δικαίωµα. Το αντίθετο ισχύει µόνο αν η προσβολή έγινε βάσει αποδεδειγµένου µε τελεσίδικη δικαστική απόφαση δικαιώµατος, διότι τότε ελλείπει το στοιχείο του παρανόµου και δεν στοιχειοθετείται η έννοια της προσβολής[35].

  1. 15

Προσβολή συννοµής. Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 994,789, 790, 282 και 284 ΑΚ συνάγεται ότι η νοµή µπορεί να ανήκει κατά το περιεχόµενό της σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, οπότε υπάρχει κοινωνία κατ’ ιδανικά µέρη, δηλαδή συννοµή, η οποία, αν προσβάλλεται παράνοµα από τρίτο πρόσωπο, οι συννοµείς έχουν πλήρη την προστασία από τη νοµή, εάν δε η συννοµή προσβάλλεται από συννοµέα, τότε, εάν η έριδα στρέφεται περί την ύπαρξη της συννοµής του συννοµέα, αυτός έχει πλήρη την προστασία της νοµής, όπως, όταν η νοµή προσβάλλεται από τρίτο (δικαστική και αυτοδύναµη), χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η άσκηση της απλής αναγνωριστικής αγωγής σε περίπτωση απλής αµφισβήτησης της συννοµής, που είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής των αγωγών περί νοµής λόγω αποβολής ή διατάραξης[36].

 

9


ΙΙ. Η αγωγή αποβολής από τη νοµή

  1. 16

Γενικά περί της αγωγής. Με την αγωγή ζητείται η παροχή έννοµης προστασίας[37] επί προσβολής δικαιώµατος. Η άσκηση της αγωγής χαρακτηρίζεται ως σύνθετη διαδικαστική πράξη[38], καθώς γι’ αυτήν απαιτείται, κατ’ αρχήν, η ενέργεια δύο διαδικαστικών πράξεων: α) η κατάθεση του σχετικού δικογράφου (πρωτοτύπου) στη γραµµατεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και β) η επίδοση αντιγράφου της στον εναγόµενο[39].

  1. 17

Η αγωγή αποβολής από τη νοµή[40]. Εκείνος που αποβλήθηκε από τη νοµή (ή από την οιονεί νοµή[41] ή από τη συννοµή[42]) προστατεύεται αυτοτελώς, δηλαδή, ανεξάρτητα από το αν η νοµή του στηριζόταν σε δικαίωµα, η δε αγωγή περί αποβολής από τη νοµή δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να αποκρουστεί µε την ένσταση του εναγοµένου ότι η προσβολή έγινε δυνάµει εµπραγµάτου ή ενοχικού δικαιώµατος επί του επιδίκου πράγµατος, δυνάµει των οποίων ο εναγόµενος θα µπορούσε να αξιώσει την παράδοση του πράγµατος ή την παραχώρηση της χρήσης του σ’ αυτόν, εκτός αν το δικαίωµα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάµεσα σ’ αυτόν και τον ενάγοντα[43]. Σύµφωνα µε την αρχή της οικονοµίας στην έννοµη τάξη, ορθό είναι να γίνει δεκτό ότι ειδικότερα, η περίπτωση, κατά την οποία επίκειται αποβολή από τη νοµή, µπορεί (και πρέπει) να αντιµετωπιστεί όχι µόνο µε ασφαλιστικά µέτρα νοµής, αλλά και µε την προληπτική αγωγή παράλειψης της διατάραξης ή αποβολής από τη νοµή, αρκεί στην αγωγή (προληπτική) διατάραξης της νοµής, να αναφέρονται ο κίνδυνος διατάραξης κατά τη συνήθη πορεία των πραγµάτων και τα µέτρα που πρέπει να ληφθούν, ώστε να αποτραπεί η απειλούµενη διατάραξη, στη δε αγωγή (προληπτική) αποβολής από τη νοµή, ο κίνδυνος αποβολής κατά τη συνήθη πορεία των πραγµάτων[44].

  1. 18

Νοµοθετική ρύθµιση της αγωγής αποβολής. Η διάταξη της ΑΚ 987 ορίζει σχετικά µε την αγωγή αποβολής από τη νοµή ότι «ο νοµέας που αποβλήθηκε παράνοµα από τη νοµή έχει δικαίωµα να αξιώσει την απόδοσή της απ’ αυτόν που νέµεται επιλήψιµα απέναντί του. Αξίωση αποζηµίωσης σύµφωνα µε τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασµό µε τις διατάξεις των άρθρων 984, 989 και 993 του ΑΚ, προκύπτει ότι η

10

προσβολή της νοµής, αν είναι παράνοµη και γίνεται χωρίς τη θέληση του νοµέα, παρέχει στον τελευταίο την προβλεπόµενη από το ανωτέρω άρθρο 987 ΑΚ αγωγή, µε την οποία αξιώνει την απόδοση της νοµής από αυτόν που νέµεται επιλήψιµα απέναντί του[45].

Α. Τα στοιχεία της αγωγής[46]

  1. 19

Στοιχεία ορισµένου της αγωγής. Η αγωγή αποβολής από τη νοµή, για να είναι ορισµένη (ΚΠολΔ 118 αρ. 4, 216), θα πρέπει να περιέχει τα εξής αναγκαία στοιχεία:

  1. 20

1) Νομή του ενάγοντος κατά τον χρόνο της αποβολής του από τον εναγόμενο[47].

  1. 21

2) Περιγραφή του επίδικου αντικειμένου (κινητού ή ακινήτου) και αν είναι ακίνητο, ακριβής περιγραφή του κατ’ είδος, έκταση, θέση και όρια[48].

  1. 22

3) Αποβολή από τη νοµή παράνοµα και χωρίς τη θέληση του νοµέα[49].

  1. 23

4) Επιλήψιµη νοµή του προσβολέα.

  1. 24

5) Αίτηµα της αγωγής.

  1. 25

6) Αξία της νομής[50].

  1. 26

Αοριστία αγωγής. Αν λείπει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία ή αυτά περιέχονται ασαφώς ή ελλιπώς, η αγωγή αποβολής απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία δεν µπορεί να θεραπευθεί ούτε µε τις προτάσεις, ούτε µε την παραποµπή σε άλλα έγγραφα ή από την εκτίµηση των αποδείξεων. Το απαράδεκτο αυτό ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως αναγόµενο στην προδικασία και αφορούν στη δηµόσια τάξη[51].

11

  1. 27

Στοιχεία µη κρινόµενα ως απαραίτητα για το ορισµένο της αγωγής. Αντίθετα, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της ίδιας αγωγής, η χρονική διάρκεια που είχε ο ενάγων στη νοµή του το ακίνητο, ούτε αν ο ίδιος έγινε νοµέας ανεξάρτητα από τη βούληση του τυχόν προηγούµενου νοµέα (εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρµογής της διάταξης του άρθρου 988 ΑΚ), δηλαδή επιλήψιµα ή κατόπιν ειδικής συµφωνίας µε τον προηγούµενο νοµέα[52]. Επίσης, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής ο χρόνος αποβολής, ο οποίος µπορεί να αποτελέσει στοιχείο ένστασης παραγραφής του εναγοµένου.[53]

Β. Εννοιολογική προσέγγιση των επιµέρους στοιχείων της αγωγής

1. Ύπαρξη νοµής

  1. 28

Νοµή κατά τον χρόνο της αποβολής. Κρίσιµο στοιχείο για τη θεµελίωση της αγωγής αποβολής είναι η ύπαρξη νοµής του ενάγοντος κατά τον χρόνο της αποβολής[54]. Θα πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σε αυτή ότι ο ενάγων απέκτησε και εξουσίαζε µε διάνοια κυρίου το επίδικο πράγµα κατά τον χρόνο της αποβολής, διότι διαφορετικά δεν νοείται προστασία προσώπου που δεν είναι φορέας της νοµής. Ο επικαλούµενος τη νοµή ενάγων πρέπει να αναφέρει στην αγωγή τις µερικότερες διακατοχικές πράξεις, από τις οποίες συνάγεται η άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγµα και η πραγµάτωση της θέλησής του να το εξουσιάζει µε διάνοια κυρίου. Εφόσον οι πράξεις αυτές αµφισβητούνται, πρέπει να αποδεικνύονται από αυτόν και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεµόταν το ακίνητο, χωρίς αναφορά στις υλικές πράξεις νοµής που ενήργησε πάνω σ’ αυτό και µε τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νοµέα να το έχει για δικό του, η µη αναφορά δε αυτών των πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη[55]. Είναι αδιάφορο πόσο χρόνο πριν ο ενάγων νεµόταν το επίδικο ακίνητο και πότε άρχισε να το νέµεται[56]. Δεν ενδιαφέρει επίσης η καλή πίστη του ενάγοντος νοµέα, ούτε αν απέκτησε τη νοµή επιλήψιµα από κάποιον τρίτο[57]. Ωστόσο, όπως ορίζει το άρθρο 988 ΑΚ, «η αγωγή αποβολής είναι απαράδεκτη, αν εκείνος που αποβλήθηκε είχε αποκτήσει τη νοµή επιλήψιµα απέναντι στον τωρινό νοµέα ή στους δικαιοπαρόχους του µέσα στο τελευταίο έτος πριν από την αποβολή του».

  1. 29

Τρόπος κτήσης της νοµής. Η κτήση της νοµής ακινήτου και η άσκησή της επ’ αυτού µπορεί να γίνει µε οποιαδήποτε ενέργεια που µαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και µε διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Ωστόσο, η νοµή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από τον νοµέα και χωρίς τη διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νοµέας να διατελεί διαρκώς σε σωµατική επαφή προς το πράγµα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόµενη

12

τη διάνοια κυρίου προς αυτό[58]. Εάν το ακίνητο πράγµα καταλήφθηκε εν αγνοία του νοµέα, η νοµή δεν χάνεται πριν πληροφορηθεί την κατάληψη ο νοµέας[59]. Είναι αδιάφορος ο χρόνος που ο ενάγων νεµόταν το ακίνητο, ενώ επιπλέον δεν ενδιαφέρει ο τρόπος κτήσης της νοµής[60].

  1. 30

Η σύμβαση για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη και αν αφορά σε ακίνητο, μη υποκείμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή κατά τα άρθρα 1033 και 1198 ΑΚ και αναιτιώδης, γι’ αυτό επιφέρει το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι υποκείμενη αιτία και αν αυτή είναι ή όχι έγκυρη. Επομένως, με τη σωματική παράδοση του πράγματος, ο αποκτών γίνεται νομέας, έστω και αν η υποκείμενη σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Έτσι και ο αγοραστής ακινήτου, στην περίπτωση που η μεταβίβαση της κυριότητας σ’ αυτόν είναι για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο άκυρη, εφόσον έχει τη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, είναι νομέας αυτού[61].

2. Περιγραφή του επιδίκου αντικειµένου

  1. 31

Περιγραφή του ακινήτου. Στην αγωγή αποβολής από τη νοµή ακινήτου πρέπει να περιγράφεται το επίδικο πράγµα από το οποίο έγινε η αποβολή λεπτοµερώς (είδος, έκταση, θέση όρια), έτσι ώστε να µην καταλείπεται οποιαδήποτε αµφιβολία ως προς την ταυτότητά του[62]. Όταν πρόκειται για ακίνητο, τούτο µπορεί να γίνεται και µε την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραµµα υπό κλίµακα, από το οποίο να προκύπτει, πλην του σχήµατος των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισµός του και το εµβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό αυτό διάγραµµα ενσωµατώνεται στο δικόγραφο της αγωγής[63]. Δεν είναι πάντως αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισµός των πλευρικών του διαστάσεων, ούτε η αναφορά των όμορων ιδιοκτητών, του σχήματος και του ακριβούς προσανατολισμού του ακινήτου, ούτε και είναι υποχρεωτικό να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν δηµιουργείται αµφιβολία ως προς την ταυτότητά του[64].

  1. 32

Περιγραφή του ακινήτου επί προσβολής της νοµής τµήµατος µεγαλύτερου ακινήτου. Σε περιπτώσεις προσβολής της νοµής τµήµατος µεγαλύτερου ακινήτου, είναι απαραίτητη η όσο το δυνατό πληρέστερη και λεπτοµερέστερη περιγραφή τόσο του όλου ακινήτου όσο και του τµήµατος, του οποίου η νοµή προσβλήθηκε. Έτσι πρέπει να προσδιορίζονται και τα δύο (το

13

όλο και το τµήµα εντός αυτού), κατά θέση, έκταση, ιδιότητα (αγρός, οικόπεδο, κτίριο κ.λπ.) και όρια και µάλιστα τόσο λεπτοµερώς, ώστε να µην υπάρχει αµφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, συνακόλουθα δε, να καταστεί δυνατή η έκδοση σαφούς και συγκεκριµένης απόφασης, καθώς και η εκτέλεσή της. Και αυτό γιατί η εκτέλεση της σχετικής απόφασης πραγµατοποιείται µε αποβολή του καθ’ ου από το επίδικο ακίνητο ή τµήµα του τελευταίου και εγκατάσταση σ’ αυτό του αιτούντος, άµεση εκτέλεση, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 943 §1 ΚΠολΔ. Συγκεκριµένα, όταν το επίδικο είναι τµήµα ενός µεγαλύτερου ακινήτου, ο αιτών έχει υποχρέωση να περιγράψει λεπτοµερώς, εκτός από τη θέση, την έκταση του επιδίκου, το σχήµα και τα όρια, τον προσανατολισµό, την πρόσοψη και τις πλευρικές διαστάσεις, όταν δηµιουργείται αµφιβολία από τις ελλείψεις αυτές, τόσο αυτού του τµήµατος, όσο και του όλου ακινήτου, προσδιορίζοντας και εξατοµικεύοντας επακριβώς τη θέση του τελευταίου (επιδίκου) µέσα στο µεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατόν στον καθ’ου να αντιτάξει άµυνα περί συγκεκριµένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειµένου. Για τον προσδιορισµό αυτό δεν απαιτείται να γίνει παραποµπή σε σχεδιάγραµµα, εκτός αν αυτό ενσωµατώνεται στο δικόγραφο[65].

  1. 33

Περιγραφή κινητών πραγμάτων. Όταν το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς είναι κινητά πράγματα, ο ενάγων πρέπει στο αγωγικό δικόγραφο να αναφέρει το είδος του κινητού πράγματος, τα διάφορα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού, τον τόπο κατασκευής του κ.λπ.[66]

3. Αποβολή από τη νοµή παράνοµα και χωρίς τη θέληση του νοµέα

  1. 34

Έννοια αποβολής. Αποβολή από τη νοµή αποτελεί κάθε πράξη που συνεπάγεται για τον νοµέα ολική ή µερική απώλεια της νοµής του, αποτελώντας έτσι καθολική προσβολή της νοµής[67]. Χαρακτηριστικό της αποβολής είναι ότι ο µέχρι τώρα νοµέας χάνει πλήρως τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγµα ή σε µέρος αυτού. Η αιτία της αποβολής µπορεί να συνίσταται είτε σε αφαίρεση του πράγµατος από την κατοχή του νοµέα, όταν πρόκειται για κινητό (π.χ. κλοπή) είτε σε κατάληψη του πράγµατος όταν είναι ακίνητο (π.χ. βίαιη ή λαθραία κατάληψη, κατάληψη µέρους του γειτονικού ακινήτου µε µετάθεση των ορίων[68], µερική ανοικοδόµηση στο γειτονικό ακίνητο, κατάληψη μέρους οικοπέδου και εναπόθεση σ’ αυτό διαφόρων αντικειμένων[69])[70].

  1. 35

Κριτήριο για την κατάφαση αποβολής. Περιπτώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση αποβολής από τη νοµή κριτήριο αποτελούν οι αντιλήψεις των συναλλαγών λαµβανοµένων υπόψη και των περιστάσεων της συγκεκριµένης περίπτωσης[71]. Έτσι, έχει κριθεί ότι συνιστούν αποβολή η αντιποίηση

14

της νοµής[72], η άρνηση απόδοσης του ακινήτου µετά τη λήξη της σύµβασης[73], η άρνηση του µισθωτή να αποδώσει το µίσθιο, το οποίο κατέχει δυνάµει άκυρης σύµβασης µίσθωσης[74], η παρεµπόδιση του νοµέα να εισέλθει στο κτήµα του ή στην οικοδομή του ή στο διαμέρισμά του με το κλείδωμα της πόρτας εισόδου του ακινήτου του[75], η περίφραξη αλλότριου οικοπέδου[76], η κατάληψη και εγκατάσταση προσώπων σε ακίνητο, έχοντας προβεί σε μεταρρυθμίσεις, για να αποτελέσει κατοικία τους[77]. Αποβολή από τη νοµή µπορεί να επέλθει και µε πράξη της δηµόσιας Αρχής, όταν η πράξη αυτή ή η εκτελεστική διαδικασία είναι άκυρες ή µε άκυρη αναγκαστική εκτέλεση ή µε απόφαση ασφαλιστικών µέτρων, υπό τον όρο ότι η σχετική αφαίρεση του πράγµατος ήταν παράνοµη ή µε δικαστική απόφαση µη εκτελεστή εναντίον εκείνου που εκτελέσθηκε[78]. Πάντως απαιτείται εκείνος που ενήργησε την αφαίρεση, να απέκτησε διαρκή εξουσία πάνω στο πράγμα, διότι διαφορετικά πρόκειται για διατάραξη της νοµής[79].

  1. 36

Ειδικότερα περί της αφαίρεσης του πράγµατος. Η αφαίρεση προϋποθέτει την πλήρη και διαρκή εξουσίαση του πράγµατος από εκείνον που την ενήργησε, διότι διαφορετικά πρόκειται για διατάραξη της νοµής[80]. Αφαίρεση του πράγµατος που στοιχειοθετεί αποβολή από τη νοµή, συντρέχει και όταν αυτό αφαιρείται από την κατοχή του βοηθού νοµής ή όταν υφίσταται συγκατάθεση του κατόχου, η οποία όµως είναι παράνοµη ή υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του[81].

  1. 37

Ειδικότερα περί της αντιποίησης της νοµής. Ως αποβολή από τη νοµή νοείται και η παράλειψη απόδοσης του πράγµατος µετά τη λήξη συµβατικής σχέσης, όπως π.χ. της σχέσης της µίσθωσης, της σχέσης του χρησιδανείου ή της παρακαταθήκης κ.λπ., εφόσον βέβαια στην τελευταία αυτή περίπτωση η άρνηση απόδοσης, ούσα µη ευλογοφανής και καταφανώς αβάσιµη, συναρτάται µε βούληση αντιποίησης της νοµής, αντιποίηση, η οποία βέβαια µπορεί να εκδηλωθεί και στη διάρκεια της ισχύος της συµβατικής σχέσης, εάν ο κάτοχος σε κάποιο δεδοµένο χρονικό σηµείο εκφράσει µε σαφή, άµεσο ή έµµεσο, τρόπο προς τον νοµέα του πράγµατος τη θέλησή του να νέµεται στο εξής το όλο ή µέρος του πράγµατος για ίδιο λογαριασµό και µε διάνοια κυρίου ως νοµέας τούτου[82]. Δεν υπάρχουν οι όροι της αποβολής, όταν ο κάτοχος µε ενοχική σχέση αρνείται την απόδοση, όχι αντιποιούµενος δική του νοµή, αλλά ισχυριζόµενος ότι

15

συνεχίζει να έχει δικαίωµα κατοχής λόγω ενοχικής σχέσης. Το δικαστήριο δικαιούται να κρίνει εάν ο ισχυρισµός συνιστά συγκαλυµµένη αντιποίηση νοµής[83]. Επί αντιποιήσεως της νοµής από τον µισθωτή, όταν δηλαδή ο µισθωτής αρνείται να αποδώσει το µίσθιο µετά τη λήξη της µισθωτικής σχέσης, για την απόδοση του µισθίου ο εκµισθωτής δικαιούται να ασκήσει την αγωγή από τη σύµβαση (ΑΚ 599), ασκώντας παράλληλα και την αγωγή αποβολής από τη νοµή (ΑΚ 982 σε συνδυασµό µε ΑΚ 987)[84]. Σύµφωνα µε τη γνώµη που επικρατεί, δεν συντρέχει περίπτωση αποβολής από τη νοµή και δεν χωρεί η αγωγή του άρθρου 987 του ΑΚ ούτε αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών µέτρων νοµής (κατ’ άρθρο 733 του ΚΠολΔ) κατά του κατόχου µισθωτή, όταν αυτός αρνείται την απόδοση, χωρίς όµως η άρνησή του αυτή να συνιστά αντιποίηση της νοµής του αντιπροσωπευόµενου νοµέα (εκµισθωτή)[85].

  1. 38

Έννοια παράνοµης αποβολής. Ως παράνοµη χαρακτηρίζεται η αποβολή, η οποία αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόµου[86]. Για την παραδεκτή έγερση της αγωγής αποβολής από τη νοµή θα πρέπει να γίνεται σε αυτήν επίκληση ότι ο ενάγων νοµέας αποβλήθηκε από τη νοµή χωρίς δικαίωµα (εµπράγµατο ή ενοχικό) του εναγοµένου ή µε δικαίωµα καθ’ υπέρβαση του περιεχοµένου του[87]. Παράνοµη αποβολή του νοµέα υφίσταται και στην περίπτωση που αυτή πραγµατοποιήθηκε µετά από την εκτέλεση απόφασης Ειρηνοδικείου, που διέταξε ασφαλιστικά µέτρα[88]. Επίσης έχει κριθεί ότι παράνοµη αποβολή είναι η κατάληψη ακινήτου από όργανα του Δηµοσίου, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης[89]. Αντίθετα, έχει γίνει δεκτό ότι δεν συντρέχει παράνοµη αποβολή, όταν αυτή γίνεται σε εκτέλεση πράξης εφαρµογής του πολεοδοµικού σχεδίου[90]. Περαιτέρω, δεν µπορεί να γίνει λόγος για παρανοµία όταν ο εναγόµενος νέµεται το επίδικο αντικείµενο, έχοντας τη βούληση να γίνει κύριός του µε χρησικτησία[91]. Επίσης, όσο ισχύει η ρύθµιση της οικογενειακής στέγης, δεν υφίσταται προσβολή της νοµής, δηλαδή αποβολή ή διατάραξη από τον σύζυγο υπέρ του οποίου η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης (άρθρο 1393 ΑΚ), γιατί δεν υφίσταται το στοιχείο της παρανοµίας. Μόνο αν εκδοθεί αµετάκλητη απόφαση διαζυγίου, παύει η ρύθµιση της ΑΚ 1393 και ισχύουν πλέον οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και εµπράγµατου δικαίου[92].

Back to Top