Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΕΠΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ

Ενημέρωση μέχρι και τους Ν 5282/2026 και 5297/2026

από 33,00 €

Έως 66,00 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 12€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 33,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21346
Αθανασούλης Σ.
Πανταζόπουλος Σ.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Ορφανίδης Γ., Πανταζόπουλος Σ., Τσικρικάς Δ., Χριστακάκου-Φωτιάδη Κ.
  • Έκδοση: 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 208
  • ISBN: 978-618-08-0928-2

Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου κατέχει αναμφίβολα ιδιαίτερη θέση μεταξύ των μέσων εμμέσου εκτελέσεως και έχει απασχολήσει διαχρονικά την νομολογία και την θεωρία λόγω της εγγενούς πολυπλοκότητός της και της πρακτικής της σπουδαιότητος, αφού, ιδίως μετά την κατάργηση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων με το Ν 2915/2001, αποτελεί το πλέον σύνηθες καταφύγιο, στο οποίο προσφεύγουν οι εφοδιασμένοι με εκτελεστό τίτλο δανειστές για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεών τους.  Ιδίως δε με τις πρόσφατες διαδοχικές τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως με τους Ν 5221/2025, 5264/2025 και με τον Ν 5282/2026, με τον οποίο τροποποιήθηκε ριζικά ο τρόπος επιβολής, η δομή και η λειτουργία της εις χείρας τρίτου κατασχέσεώς, τα ζητήματα που πραγματεύεται η παρούσα μονογραφία καθίστανται ακόμη πιο επίκαιρα. Το παρόν έργο αντιμετωπίζει τα δογματικά και πρακτικά ζητήματα της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως από την σκοπιά του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη εστιάζοντας στα μέσα άμυνας και προστασίας του.  Ειδικότερα, αναλύονται διεξοδικά όλες οι επιμέρους πτυχές της κατ' άρθρον 933 ΚΠολΔ ανακοπής του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη κατά της εις χείρας τρίτου κατάσχεσης με έμφαση στις διαδικαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της, στους δυνάμενους να προβληθούν με αυτήν λόγους και στα ένδικα μέσα κατά της επί της ανακοπής απόφασης. Η ανά χείρας μονογραφία εμβαθύνει περαιτέρω και στα λοιπά μέσα προστασίας του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη εστιάζοντας στην αίτηση αναστολής της εκτελέσεως, την αποζημίωση για άδικη εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η προστασία του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη
κατά της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως

Ι. Εισαγωγή 1

ΙΙ. Το ένδικο βοήθημα της ανακοπής του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη
κατ’ άρθρον 933 ΚΠολΔ 3

1. Οι γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις 3

2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα 4

3. Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα 7

4. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση στην δίκη της ανακοπής 11

5. Προθεσμία προς άσκηση ανακοπής κατά της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως 20

6. Επαναπροσδιορισμός νέας δικασίμου των ανακοπών, των οποίων
η συζήτηση είχε προσδιορισθεί σε δικάσιμο μετά την 1η.
01.2026
και εντεύθεν 33

ΙΙΙ. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της εις χείρας τρίτου
κατασχέσεως ιδωμένη ως δίκη περί την εκτέλεση 41

IV. Οι λόγοι της ανακοπής του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη
κατά της κατασχέσεως 44

1. Λόγοι αφορώντες την εκτελουμένη αξίωση ή το κύρος και την ύπαρξη
του εκτελεστού τίτλου 45

2. Λόγοι αφορώντες αυτή καθ’ εαυτή την πράξη της κατάσχεσης 50

α. Ιδίως η επίδοση του κατασχετηρίου 50

β. Οι λοιποί λόγοι που αφορούν αυτή καθ’ εαυτή την πράξη της κατάσχεσης 71

3. Λόγοι μη δυνάμενοι να προβληθούν από τον καθ’ ου η εκτέλεση
με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της εις χείρας τρίτου
κατασχέσεως 87

V. Η επί της ανακοπής απόφαση και τα ένδικα μέσα κατ’ αυτής 89

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ειδικά ζητήματα

Ι. Αίτηση αναστολής της εκτελέσεως επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου 115

IΙ. Αποζημίωση του καθ’ ου η κατάσχεση οφειλέτη για την αδίκως επισπευσθείσα σε βάρος του εκτέλεση 136

ΙΙΙ. Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού 162

ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 171

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 179

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 189

Σελ. 1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η προστασία του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη
κατά της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως

Ι. Εισαγωγή

1 Προσωπικά δεν θα μπορούσα να σκεφθώ ωραιότερο και πιο εύστοχο αφετηριακό σημείο σκέψης σε κείμενο αφιερωμένο στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως από τον ορισμό που της αποδίδει ο αείμνηστος Καθηγητής Γεώργιος Ράμμος, κατά την προσφυή διατύπωση του οποίου: «Η αναγκαστική εκτέλεσις αποτελεί µίαν εκ των εκδηλώσεων ή µορφών, υπό τας οποίας παρέχεται και πραγµατοποιείται κατά συνταγµατικήν επιταγήν υπό της Πολιτείας, η έννοµος και δη δικαστική υπό την ευρυτέραν έννοιαν προστασία, η προβλεπόµενη και αναγνωριζόµενη υπό του (εκάστοτε) ισχύοντος ουσιαστικού κυρίως (ενίοτε όµως και δικονοµικού) δικαίου.». Κατά έναν κατά τι ειδικότερο ορισμό ως αναγκαστική εκτέλεση θα μπορούσε να αποδοθεί «η έννομα ρυθμισμένη διαδικασία δια της οποίας εκβιάζεται με τη βοήθεια των πολιτειακών οργάνων εκτελέσεως η συμμόρφωση του οφειλέτη προς το περιεχόμενο της υποχρεώσεώς του προς παροχή.». Όπως μάλιστα εύστοχα έχει επισημάνει ο Ομότιμος Καθηγητής Ν. Νίκας: «Δεν πρόκειται, επομένως, για χρήση ωμής βίας, αλλά για έννομα ρυθμιζόμενο καταναγκασμό, προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην ιδεατή (θεωρητική) και στην πραγματική απόλαυση του δικαιώματος, προκειμένου να βοηθηθεί απλώς ο ενάγων στην πραγματική ικανοποίηση του διαγνωσθέντος δικαιώματός του».

2 Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη θέση μεταξύ των λοιπών μέσων εκτελέσεως κατέχει η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, η οποία, αποτελώντας ένα ιδιόμορφο συνταγματικώς κατοχυρωμένο είδος εμμέσου εκτελέσεως, έχει απασχολήσει διαχρονικά την

Σελ. 2

νομολογία και την θεωρία τόσο λόγω της εγγενούς πολυπλοκότητας της και των ποικίλων ερμηνευτικών ζητημάτων που αναφύονται κατά την λειτουργία της, όσο και λόγω της πρακτικής σπουδαιότητός της, αφού, ιδίως μετά την κατάργηση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων με τον ν. 2915/2001, αποτελεί το πλέον σύνηθες καταφύγιο, στο οποίο προστρέχουν οι εφοδιασμένοι με εκτελεστό τίτλο δανειστές για την αναγκαστική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Στα ζητήματα που σχετίζονται με τις προϋποθέσεις επιβολής και την λειτουργία του θεσμού της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως, την προστασία του επισπεύδοντος δανειστή με την ιδιόμορφη ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, αλλά και τις δυνάμενες να προβληθούν από τον τρίτο αντιρρήσεις κατ’ άρθρον 987 ΚΠολΔ έχουν αφιερωθεί πολλά και αξιοσημείωτα έργα στην ελληνική βιβλιογραφία.

3 Ένα όμως ίσως πιο περιθωριοποιημένο εξ επόψεως θεωρητικής ενασχόλησης, αλλά εξ ίσου σημαντικό ζήτημα αποτελεί η άμυνα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου. Ως εκ τούτου, επελέγη η παρούσα μελέτη να επικεντρωθεί στην συγκεκριμένη θεματική σε μία προσπάθεια να αναδειχθεί κατά το δυνατόν πληρέστερα και συστηματικά και η συγκεκριμένη πτυχή του δικαίου της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου. Όπως και σε κάθε εκτελεστική διαδικασία, έτσι και επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου πρωτεύουσα θέση μεταξύ των μέσων αμύνης του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη κατέχει η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της κατασχέσεως, με την οποία σκοπείται η ακύρωση της εν λόγω διαδικαστικής πράξης. Ενδεχομένως όμως αυτό καθ’ εαυτό το ένδικο βοήθημα της ανακοπής να μην επαρκεί για την εντελή ικανοποίηση του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη και την αποτελεσματική του προστασία. Ως εκ τούτου, στην δικονομική φαρέτρα του οφειλέτη εντάσσονται και η προβλεπόμενη κατά βάσιν στο άρθρο 940 ΚΠολΔ αξίωση αποζημίωσης για την άδικη εκτέλεση που υπέστη, αλλά και η αξίωση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, καθώς και η κατά τα άρθρα 904επ. ΑΚ αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να εξετάσει εγγύτερα το σύνολο των εν λόγω μέσων αμύνης του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, ώστε να δοθεί μία σαφής και πλήρης εικόνα της προστασίας του οφειλέτη, που αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της εν λόγω σύνθετης, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και δαιδαλώδους, εκτελεστικής διαδικασίας. Όπως δε καθίσταται ευχερώς αντιληπτό, η σύνθετη διάρθρωση του συγκεκριμένου είδους εκτελέσεως δικαιολογεί σημαντικές, και σε κάποια σημεία κεφαλαιώδεις αποκλίσεις, από τα γενικώς ισχύοντα επί αμύνης του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη στην αναγκαστική εκτέλεση, ενώ αναφύεται πλειάδα δυσχερών ερμηνευτικών ζητημάτων που μάλλον δικαιώνει την επιλογή αφιέρωσης της εν λόγω μονογραφίας στην συγκεκριμένη θεματική. Ιδίως μάλιστα με τις πρόσφατες διαδοχικές τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τους ν. 5221/2025 και 5264/2025, καθώς και

Σελ. 3

με τον ν. 5282/2026, με τον οποίο τροποποιήθηκε ριζικά ο τρόπος επιβολής, η δομή και η λειτουργία της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως, τα ζητήματα που πραγματεύεται η παρούσα μονογραφία καθίστανται ακόμη πιο επίκαιρα.

4 Η παρούσα μελέτη αντιμετωπίζει το σύνολο των πρακτικών και δογματικών ζητημάτων της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως από την σκοπιά του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη εστιάζοντας στα μέσα άμυνας και προστασίας του. Στο πρώτο μέρος του παρόντος έργου αναλύονται διεξοδικά οι επιμέρους πτυχές του ενδίκου βοηθήματος της κατ’ άρθρον 933 ΚΠολΔ ανακοπής του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη με έμφαση στις διαδικαστικές προϋποθέσεις άσκησής της και στους λόγους που μπορούν να προβληθούν, όταν με αυτήν προσβάλλεται η πράξη της κατάσχεσης. Αυτοτελές κεφάλαιο αφιερώνεται περαιτέρω στην εξέταση των επιμέρους ενδίκων μέσων που δύνανται να ασκηθούν κατά της επί της ανακοπής απόφασης. Στο δεύτερο μέρος του έργου εξετάζονται οι ιδιομορφίες που παρουσιάζουν τα λοιπά μέσα προστασίας του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη κατά της επιβαλλόμενης σε βάρος του εις χείρας τρίτου κατασχέσεως και συγκεκριμένα η αίτηση αναστολής της εκτελέσεως, η αξίωση αποζημίωσης του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη επί αδίκως επιβληθείσης σε βάρος του κατάσχεσης, η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού.

ΙΙ. Το ένδικο βοήθημα της ανακοπής του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη κατ’ άρθρον 933 ΚΠολΔ

1. Οι γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις

5 Αφ’ ης στιγμής στόχος της παρούσης μελέτης είναι η ανάδειξη των σημείων εκείνων που διαφοροποιούν την ανακοπή του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου σε σχέση με τα γενικώς ισχύοντα στην ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, παρέλκει η αναλυτική εξέταση των γενικών διαδικαστικών προϋποθέσεων της παραδεκτής υποβολής οιασδήποτε αιτήσεως δικαστικής προστασίας, όπως λ.χ. της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, της ικανότητας διαδίκου, της ικανό-

Σελ. 4

τητας δικαστικής παραστάσεως, της ικανότητας προς το δικολογείν κ.ο.κ., οι οποίες ισχύουν απαράλλακτα και στην στρεφόμενη κατά της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως ανακοπή χωρίς να παρουσιάζουν κάποια αξιοσημείωτη διαφοροποίηση.

2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα

6 Για τον καθορισμό του κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου να επιληφθεί της ανακοπής κατά της κατάσχεσης εις χείρας του τρίτου εφαρμογής τυγχάνει η γενική ρύθμιση του άρθρου 933 παρ. 3 ΚΠολΔ, χωρίς να παρουσιάζονται ιδιαίτερες ιδιομορφίες ή αποκλίσεις σε σχέση με τα γενικώς ισχύοντα. Ειδικότερα, όπως σαφώς προβλέπεται στην υπό εξέτασιν διάταξη, ως ισχύει τροποποιημένη με το άρθρο 104 του ν. 5221/2025: «Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584». Ως γνωστόν, ο τόπος εκτελέσεως αποτελεί αποκλειστική βάση δωσιδικίας, εξ ου και τυχόν συμφωνία παρεκτάσεως πρέπει να είναι ρητή και να καταλαμβάνει ειδικά τις περί την εκτέλεση δίκες κατά την σαφή πρόβλεψη του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. β΄

Σελ. 5

ΚΠολΔ. Τόπος της εκτέλεσης εν προκειμένω θεωρείτο υπό το προ του ν. 5282/2026 καθεστώς ο τόπος επιβολής της κατασχέσεως εις χείρας του τρίτου και συγκεκριμένα ο τόπος κατοικίας ή έδρας του τρίτου, όπου του επιδίδεται κατά τα άρθρα 983 και 124 παρ. 2 ΚΠολΔ το κατασχετήριο έγγραφο,. Στην δε περίπτωση που το κατασχετήριο έγγραφο έχει επιδοθεί κατ’ άρθρον 983 παρ. 4 ΚΠολΔ σε υποκατάστημα τραπέζης, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το υποκατάστημα, ανεξαρτήτως του υποκαταστήματος στο οποίο τηρείται ο κατεσχημένος λογαριασμός. Αντιστοίχως, στην περίπτωση που η επίδοση του

Σελ. 6

κατασχετηρίου λάβει χώρα στην έδρα της τράπεζας, δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί τοπική αρμοδιότητα δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου τυχόν διατηρεί υποκατάστημα η Τράπεζα, στο οποίο τηρείται ο κατασχεμένος λογαριασμός ή από το οποίο θα μπορούσε να αναλαμβάνει χρήματα ο ανακόπτων, εάν δεν είχε επιβληθεί η προσβαλλόμενη εις χείρας του κατάσχεση.

7 Η συγκεκριμένη θέση ερείδεται στο επιχείρημα ότι ο τόπος στον οποίο επιδίδεται στον τρίτο το κατασχετήριο αποτελεί τον τόπο όπου τελειούται η επιβολή της κατασχέσεως, υπό την έννοια ότι η συγκεκριμένη επίδοση ολοκληρώνει το υποστατό της κατασχέσεως. Παρά ταύτα, η εν λόγω παγίως υποστηριζόμενη θέση δεν μπορεί να γίνει αδιακρίτως δεκτή κατά την υποστηριζόμενη στην παρούσα μελέτη θέση. Ειδικότερα, όπως θα αναλυθεί εκτενώς και σε επόμενο σημείο της παρούσης μελέτης, έχει αναφυεί σε θεωρία και νομολογία διχοστασία σχετικά με τους όρους του υποστατού της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα σχετικά με την θεώρηση της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ως όρο του υποστατού ή απλώς του κύρους της κατασχέσεως. Κατά δε την ορθότερη άποψη, η κατάσχεση εις χείρας τρίτου δεν ολοκληρώνεται με την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο, αλλά προσαπαιτείται για την τελείωση αυτής ως συστατικό στοιχείο και η επίδοση στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη.

8 Κατά συνέπεια, αφ’ ης στιγμής η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ανάγεται σε όρο του υποστατού της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως, η διενέργειά της συμπροσδιορίζει τον τόπο επιβολής της κατασχέσεως. Επομένως, κατά την υποστηριζόμενη στην παρούσα μελέτη άποψη η νομολογιακή θέση ότι θεμελιώνεται αποκλειστική κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου της περιφέρειας της κατοικίας ή έδρας του τρίτου δεν είναι ακριβής, αφού βάσει

Σελ. 7

των ανωτέρω πρέπει να αναγνωρισθεί συντρέχουσα τοπική αρμοδιότητα και στο δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου κατοικίας του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη.

9 Βεβαίως, υπό το καθεστώς ισχύος του ν. 5282/2026, αφ’ ης στιγμής, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, με το άρθρο 40 του εν λόγω νομοθετήματος τροποποιείται το άρθρο 983 ΚΠολΔ και πλέον η κατάσχεση συντελείται με την σύνταξη κατασχετηρίου εκθέσεως από δικαστικό επιμελητή, οι επιδόσεις δεν αποτελούν όρους του υποστατού της κατάσχεσης και δεν συμπροσδιορίζουν επομένως πλέον το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την άσκηση της ανακοπής. Συνεπώς, υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς ως τόπος της κατάσχεσης θα πρέπει να θεωρηθεί αποκλειστικά ο τόπος επιβολής της κατασχέσεως εις χείρας του τρίτου με την σύνταξη της κατασχετήριας έκθεσης από τον δικαστικό επιμελητή. Ο τόπος δε σύνταξης της κατασχετηρίου εκθέσεως θα συμπίπτει υποχρεωτικά με τον τόπο κατοικίας, διαμονής ή έδρας του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, αφού κατά την ρητή πρόβλεψη του άρθρου 983 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αυτό ισχύει τροποποιημένο με το άρθρο 40 του ν. 5282/2026, η εις χείρας τρίτου κατάσχεση θα διενεργείται πλέον υποχρεωτικά από δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης την κατοικία, την διαμονή ή την έδρα του. Συνεπώς, αφ’ ης στιγμής ο τόπος της εκτέλεσης θα συμπίπτει με τον τόπο σύνταξης της κατασχετήριας έκθεσης, ο δε τελευταίος θα προσδιορίζεται υποχρεωτικά από τον τόπο κατοικίας, διαμονής ή έδρας του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, ο τελευταίος αυτός τόπος καθορίζει εκ των πραγμάτων το δικαστήριο που θα είναι αρμόδιο να επιληφθεί της κατ’ άρθρον 933 ΚΠολΔ ανακοπής του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη. Ίσως θα μπορούσε να διαπιστωθεί στο σημείο αυτό μία -ενδεχομένως ασυνείδητη- εκ πλαγίου καθιέρωση ενός forum actoris στην ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως.

3. Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα

10 Το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της ανακοπής του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη κατά της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου καθορίζεται κατά τις γενικές διατάξεις και συγκεκριμένα την ρύθμιση του άρθρου 933 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ. Όπως σαφώς προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη κατόπιν τροποποιήσεώς της με το άρθρο 43 του ν. 5134/2024: «Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο.». Σημειωτέον ότι με βάση την μεταβατική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 5108/2024, ως αυτή ισχύει τροποποιημένη με την ρύθμιση του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 5140/2024: «Έως την 15η.9.2026, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα των περιφερειακών εδρών των πρωτοδικεί-

Σελ. 8

ων Αθηνών και Πειραιώς καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14, το άρθρο 15, τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 683, το άρθρο 733, το άρθρο 740 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182) και κάθε ειδικότερη διάταξη νόμου για υποθέσεις που μέχρι τη 15η.9.2024 υπάγονταν στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου και δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ή κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος». Συνεπώς, ειδικά στην Περιφέρεια της Αττικής βάσει της εν λόγω μεταβατικής διατάξεως η αρμοδιότητα των περιφερειακών εδρών περιορίζεται μέχρι την 15.09.2026 στην εκδίκαση των υποθέσεων εκείνων, οι οποίες μέχρι την θέση σε ισχύ του ν. 5108/2024 υπήγοντο στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων. Παρατηρείται βεβαίως ότι στην εν λόγω ρύθμιση παραλείπεται η οποιαδήποτε αναφορά στο προϊσχύον άρθρο 933 ΚΠολΔ. Η σιωπή αυτή του δικονομικού νομοθέτη πρέπει κατά την ορθότερη θέση να αποδοθεί σε παραδρομή του και να μην θεωρηθεί ότι συνιστά συνειδητή νομοθετική επιλογή. Συνεπώς, μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι, μέχρι την άμβλυνση της προκείμενης αντινομίας με νομοθετική παρέμβαση, πρέπει κατά διασταλτική ερμηνεία της ως άνω διάταξης να θεωρηθεί ότι μεταξύ των λοιπών παρατιθέμενων ρυθμίσεων του προϊσχύσαντος δικαίου που οριοθετούσαν την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου συγκαταλέγεται και η διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον ν. 5108/2024. Εξάλλου, υπέρ της υποστηριζόμενης στην παρούσα μελέτη θέσης συνηγορεί και το γεγονός ότι υπό διαφορετική εκδοχή όσες δίκες περί την εκτέλεση δικάζονται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (όπως λ.χ. οι προβλεπόμενες στα άρθρα 954 παρ. 4, 973 παρ. 4-6 και 1000 ΚΠολΔ δίκες), καθώς και εκείνες που δικάζονται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (βλ. άρθρο 1023 ΚΠολΔ) θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της εξεταζόμενης μεταβατικής διατάξεως, ενώ όσες δικάζονταν με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, όπως η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου που ενδιαφέρει την παρούσα μελέτη, θα αποκλείονταν χωρίς αποχρώσα αιτία από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14.

Σελ. 9

11 Πλέον σύνθετα ερμηνευτικά ζητήματα δημιούργησε η νέα διατύπωση του άρθρου 933 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, ως αυτή εισήχθη με το άρθρο 43 του ν. 5134/2024, στο οποίο ρητώς ορίσθηκε ότι: «Η έφεση κατά της απόφασης επί της ανακοπής εισάγεται στο πολυμελές πρωτοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής για χρηματική απαίτηση ή απαίτηση αποτιμητή σε χρήμα, συνολικού κεφαλαίου έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, και στο μονομελές εφετείο σε κάθε άλλη περίπτωση.». Με την εν λόγω ρύθμιση εισήχθη διάσπαση της υλικής αρμοδιότητας στον δεύτερο βαθμό, με την αμφίβολης ορθότητος ιδιαιτερότητα ότι, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα σε αυτήν, η αρμοδιότητα εκδικάσεως των εφέσεων κατά αποφάσεων επί ανακοπών κατανέμεται μεταξύ του πολυμελούς πρωτοδικείου και του μονομελούς εφετείου με κριτήριο όχι μόνο την αξία του επιδίκου αντικειμένου, αλλά και το είδος του εκτελεστού τίτλου, βάσει του οποίου επεσπεύσθη αναγκαστική εκτέλεση. Καθίσταται επομένως ευχερώς αντιληπτό εκ των ανωτέρω ότι η ίδια απόφαση ενδέχεται να υπάγεται στην αρμοδιότητα διαφορετικού δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναλόγως της έκδοσής της στο πλαίσιο διαγνωστικής δίκης ή δίκης επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Εν τέλει όμως, η εν λόγω ρύθμιση, η οποία συνιστούσε αδικαιολόγητη διακριτή μεταχείριση των εκτελεστών τίτλων της δικαστικής απόφασης και της διαταγής πληρωμής από τους λοιπούς εκτελεστούς τίτλους του άρθρου 904 ΚΠολΔ, ορθώς καταργήθηκε με το άρθρο 104 του ν. 5221/2025, χωρίς να διαλαμβάνεται στην Αιτιολογική Έκθεση ειδική αιτιολογία, με αποτέλεσμα η καθ’ ύλην αρμοδιότητα για την έφεση κατά της επί της ανακοπής απόφασης να καθορίζεται πλέον από τις γενικές διατάξεις και συγκεκριμένα από τις ρυθμίσεις των άρθρων 18 ΚΠολΔ, ως ισχύει τροποποιημένο με το άρθρο 4 του ν. 5221/2025, και 19 ΚΠολΔ. Συνεπώς, πλέον υπό την ισχύ του ν. 5221/2025, εάν η απαίτηση (χρηματική ή αποτιμητή εις χρήμα) που ενσωματώνεται στον εκτελεστό τίτλο δεν υπερβαίνει τα 60.000 ευρώ, αρμόδιο καθ’ ύλην για την εκδίκαση της εφέσεως είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση απονέμεται καθ’ ύλην και λειτουργική αρμοδιότητα στο Μονομελές Εφετείο.

12 Παρά ταύτα, στο σημείο αυτό ανέκυψε περαιτέρω και το εξής ζήτημα: Ακριβώς επειδή υπό το διαμορφωμένο πλέον με τον ν. 5134/2024 νομοθετικό καθεστώς η αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν είναι μόνο λειτουργική, αλλά και υλική, καθοριζόμενη και από την αξία του επιδίκου αντικειμένου, ετέθη το ερώτημα πριν από την θέση σε ισχύ του ν. 5221/2025, ιδίως επί αντικειμένου δίκης αποτιμητού εις χρήμα, κατά πόσον οφείλει το πολυμελές πρωτοδικείο, εάν στο πλαί-

Σελ. 10

σιο αυτεπαγγέλτου ελέγχου της αρμοδιότητός του αποφανθεί κατ’ ελεύθερη κρίση ότι η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ αγόμενο κατά τούτο σε διαφορετικό συμπέρασμα σε σχέση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να παραπέμψει την έφεση στο μονομελές εφετείο κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 46 και 47 ΚΠολΔ ή να την απορρίψει ως απαράδεκτη. Σημειωτέον ότι, επί υιοθετήσεως της δεύτερης εκδοχής περί απόρριψης του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, ο εκκαλών δεν θα μπορούσε να επανέλθει με νεότερη έφεση λόγω της κατοχυρωμένης στο άρθρο 514 ΚΠολΔ αρχής της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων μέσων, αλλά και της πιθανότατης παρόδου στο μεσοδιάστημα της οριζόμενης στο άρθρο 518 ΚΠολΔ ανατρεπτικής γνήσιας ή καταχρηστικής προθεσμίας ενεργείας προς άσκησιν εφέσεως. Ως εκ τούτου, προκρίνεται ως ορθότερη κατά την γνώμη του γράφοντος η επιεικέστερη λύση της αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 46 και 47 ΚΠολΔ, ώστε να διασωθεί η αναρμοδίως ασκηθείσα έφεση και να μην στερηθεί ο εκκαλών του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του στην δευτεροβάθμια δίκη. Σημειωτέον δε, ότι σε μία τέτοια περίπτωση, εάν αρμόδιο τύγχανε το μονομελές εφετείο και το πολυμελές πρωτοδικείο απέρριπτε ως απαράδεκτη την ενώπιόν του ασκηθείσα έφεση, ο εκκαλών θα εστερείτο και της εξουσίας ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πολυμελούς πρωτοδικείου, αφού ο υπ’ αριθ. 3 λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται κατά την γραμματική διατύπωση της διατάξεως μόνο όταν το πολυμελές πρωτοδικείο κρίνει εσφαλμένα εαυτό ως καθ’ ύλην αρμόδιο και όχι στην αντίστροφη περίπτωση της εσφαλμένης κήρυξης από αυτό της καθ’ ύλην αναρμοδιότητός του.

13 Πλέον υπό την ισχύ του ν. 5221/2025 το εν λόγω ερμηνευτικό ζήτημα που ανέκυψε υπό το καθεστώς του ν. 5134/2024 φαίνεται να έχει επιλυθεί. Ειδικότερα, όπως ο δικονομικός νομοθέτης στο εν λόγω νομοθέτημα μερίμνησε να διασαφηνίσει στο άρθρο 7, με το οποίο προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 47 ΚΠολΔ, ότι δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο απόφαση δικαστηρίου για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην κατά τόπον αρμοδιότητα είτε της έδρας του Πρωτοδικείου είτε της παράλληλης ή περιφερειακής έδρας αυτού, έτσι όρισε περαιτέρω στο άρθρο 495 παρ.

Σελ. 11

5 ΚΠολΔ ότι: «Αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε σε λειτουργικά αναρμόδιο δικαστήριο, χωρεί και αυτεπαγγέλτως παραπομπή στο αρμόδιο.». Συνεπώς, στο ανωτέρω παράδειγμα, η τυχόν άσκηση της έφεσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καίτοι αυτό είναι λειτουργικά αναρμόδιο, δεν συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, αλλά χωρεί και αυτεπαγγέλτως παραπομπή στο αρμόδιο Μονομελές Εφετείο. Το γεγονός ότι η αρμοδιότητα πλέον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν είναι αμιγώς λειτουργική, αλλά και υλική, δεν αναιρεί την εφαρμογή εν προκειμένω της εν λόγω ρύθμισης του άρθρου 495 παρ. 5 ΚΠολΔ.

4. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση στην δίκη της ανακοπής

14 Στην δίκη της ανακοπής κατά της κατάσχεσης νομιμοποιείται ενεργητικά ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης και οι δανειστές του, εφόσον δικαιολογούν έννομο συμφέρον κατά την σαφή πρόβλεψη του άρθρου 933 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, στο οποίο ρητώς ορίζεται ότι: «Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο». Αντιθέτως, ο τρίτος εις χείρας του οποίου έχει επιβληθεί η κατάσχεση δεν νομιμοποιείται να ασκήσει κατ’ αυτής την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού δεν φέρει την ιδιότητα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, ούτε του χορηγείται κάποιο ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα, αλλά κατά πάγια νομολογία του χορηγείται η δυνατότητα ασκήσεως της γενικής

Σελ. 12

και απρόθεσμης ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, καθώς και της διεκδικητικής ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ, εφόσον διατείνεται ότι έχει επικρατέστερο δικαίωμα επί του κατασχεθέντος αντικειμένου. Βεβαίως, παραδεκτή είναι η άσκηση από τον τρίτο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ στο πλαίσιο της αυτοτελούς εκτελεστικής διαδικασίας που επισπεύδεται εις βάρος του με εκτελεστό τίτλο την θετική του δήλωση ή την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που κάνει δεκτή την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ (βλ. και άρθρα 989 και 990 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, σε αυτήν την περίπτωση ο τρίτος δικαιούται να ασκήσει αντιρρήσεις κατά της εκτέλε-

Σελ. 13

σης με την γενική ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, χωρίς να υφίσταται δέσμευση από το άρθρο 987 ΚΠολΔ, εκτός αν πρόκειται να κριθεί το κύρος της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Λόγου χάριν, η κατάσχεση, μεταξύ άλλων, ακατάσχετου είναι δικονομικώς άκυρη και δύναται να προσβληθεί από τον καθ` ου η εκτέλεση, αλλά υπό προϋποθέσεις και από τον τρίτο, με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ.

15 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παθητική νομιμοποίηση στην ανακοπή του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου. Η εν λόγω προβληματική δεν έχει απασχολήσει ιδιαιτέρως την βιβλιογραφία, μερίδα της οποίας κάπως αναιτιολόγητα δέχεται ότι στην δίκη της υπό εξέτασιν ανακοπής κατά της κατασχέσεως παθητικά νομιμοποιείται μόνο ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης. Στην πραγματικότητα βεβαίως αυτή η παραδοχή υποδηλώνει εμμονή στην αρχή της αυτοτέλειας των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία όμως παρίσταται αδικαιολόγητη ειδικά επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα μεταξύ της επιβολής της κατασχέσεως και της θετικής δηλώσεως του τρίτου. Σταθμό στην εξέλιξη της υπό κρίσιν προβληματικής απετέλεσε η υπ’ αριθ. 3292/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε επί λέξει ότι: «Ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης δικαιούται να προσβάλει τις πράξεις και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του με κατάσχεση στα χέρια τρίτου με την ανακοπή υπό τις ­προϋποθέσεις, τους περιορισμούς και τη διαδικασία των άρθρων 933επ. ΚΠολΔ, διότι η κατάσχεση στα χέρια τρίτου αποτελεί μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων. Η ισχύς της επί της ανακοπής εκδοθησόμενης απόφασης λόγω της διαπλαστικής της φύσης και της διαπλαστικής της ενέργειας που αναδίδει επεκτείνεται έναντι όλων των αναγκαίων ομοδίκων, δηλ. έναντι του κατασχόντος δανειστή και του τρίτου στα χέρια του οποίου κατασχέθηκε η απαίτηση, εφόσον βέβαια συνεναχθούν. Τουτέστιν δεν καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή νομιμοποίηση κατά το άρθρο 76 § 1 περ. 3 ΚΠολΔ μεταξύ του κατασχόντος δανειστού και του ως άνω οφειλέτου στην ανακοπή που ασκεί ο οφειλέτης, έτσι ώστε να προκύπτει απαράδεκτο αυτής εάν ασκηθεί μόνον κατά του ενός απ’ αυτούς. Εξ άλλου, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή φέρει συνέπειες απέναντι στον τρίτο και αποτελεί αναγκαίο, άμεσο, εξαρτών στοιχείο της επιγενόμενης και οφειλόμενης δήλωσης του τρίτου για το αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του

Σελ. 14

άλλη κατάσχεση κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ. Επομένως, η δήλωση του τρίτου δεν μπορεί να υπάρχει άνευ της προηγηθείσας κατάσχεσης και της επίδοσης σ’ αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου, ανάλογα δε με το θετικό ή το αρνητικό της περιεχόμενο προσδίδονται οι έννομες συνέπειες των άρθρων 988 και 989 ΚΠολΔ. Τούτο συνάγεται ευθέως από το ότι η κατάσχεση αποτελεί προϋπόθεση του πραγματικού του κανόνος δικαίου (π.χ. 985, 986, 987, 988 ΚΠολΔ), από το ότι δεν μπορεί να νοηθεί τελευταία πράξη εκτέλεσης στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου κατά την έννοια του άρθρου 934 ΚΠολΔ, από το ότι η υποχρέωση του τρίτου για την υποβολή δήλωσης του άρθρου 985 αποτελεί καθήκον του με μόνη την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια του και μόνον εάν αυτή είναι έγκυρη, διότι η κήρυξη της ακυρότητας της τελευταίας έχει ως συνέπεια να θεωρείται ότι η διαδικαστική πράξη της κατάσχεσης δεν έγινε [ΑΠ 612/1976, ΝοΒ 1977. 5, Μητσόπουλος, ΕλλΔνη 1984. 22, Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., σ. 791], καθώς επίσης από το ότι ο τρίτος μπορεί να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης κατά τους όρους του άρθρου 983 ΚΠολΔ, αλλά και από το ότι δεν μπορεί να νοηθεί κάποιος ίδιος λόγος που να προσήκει αποκλειστικά στη δήλωση του τρίτου προκειμένου αυτή να προσβληθεί αυτοτελώς ως πράξη εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η δε εκ του νόμου εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ και κατά τις εκεί διακρίσεις προϋποθέτει ότι νομίμως έχει λάβει χώρα κατάσχεση και όχι ότι εξακολουθεί να υπάρχει εκχώρηση της απαίτησης στον επισπεύδοντα δανειστή όταν έχει αυτή ακυρωθεί. Τούτο συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς και από τη δυνατότητα ελεύθερης ανάκλησης της δήλωσης του τρίτου, ανεξάρτητα από την ακύρωση ή μη της κατάσχεσης. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι όταν ασκείται ανακοπή κατά της διαδικασίας της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου και του κατασχετήριου από τον οφειλέτη καθ’ ου η εκτέλεση για παράβαση κάποιας δικονομικής διάταξης θεωρείται ότι έχει προσβληθεί με αυτήν και η στενά και άμεσα εξαρτώμενη απ’ αυτήν (κατάσχεση) επικείμενη θετική δήλωση του τρίτου, εφόσον ο ανακόπτων δεν σκοπεύει απλά και μόνον στην ακύρωση αυτής καθ’ αυτής της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αλλά και όλων των προσδιδόμενων σ’ αυτήν έννομων συνεπειών και της μετέπειτα διαδικασίας που επακολουθεί της κατάσχεσης. Τελείως διαφορετικό είναι το ζήτημα της αυτοτελούς προσβολής της δήλωσης του τρίτου από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή προκειμένου να ικανοποιήσει τελικώς την απαίτησή του, διότι εκεί ανακύπτει δίκη για το υπαρκτό της απαίτησης. Τούτο επιρρωνύεται από το ότι ο καθ’ ου η εκτέλεση με την ακύρωση της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με την ανακοπή θέλει ακριβώς να αναιρέσει την εκ του νόμου υποχρέωση του τρίτου για τη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, προκειμένου αυτός να την παραλείπει δίχως έννομες συνέπειες, εφόσον η παράλειψη της δήλωσης αυτής ισοδυναμεί με αρνητική δήλωση κατά της οποίας προστατεύεται ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής. Πέραν από τη μεθοδολογική και τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, στην ως άνω άποψη συ-

Σελ. 15

νάδει και η οικονομία δικαστικής ενέργειας, χρόνου και δαπάνης, εφόσον ο ανακόπτων με την αντίθετη άποψη θα ήταν υποχρεωμένος να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία, παρά το ότι ακυρούται με την εκδιδόμενη σ’ αυτήν απόφαση, θα ανάγκαζε αυτόν στη συνέχεια να ασκήσει νέα ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου, επικαλούμενος ότι έχει ήδη ακυρωθεί η κατάσχεση και ότι δεν ανακύπτει υποχρέωση του τρίτου να προβεί στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, προκειμένου να επιτύχει κάτι το αυτονόητο και επερχόμενο εκ του νόμου, δηλ. τη μη εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στον επισπεύδοντα δανειστή κατά το άρθρο 988 ΚΠολΔ. Η αρχή της αυτοτελούς προσβολής των διαδικαστικών πράξεων της εκτέλεσης με ανακοπή, η οποία αφορά τη διαδοχική εξέλιξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης εδώ δεν μπορεί να ισχύει, λαμβανομένης υπ’ όψη της στενής εξάρτησης της δήλωσης του τρίτου από την επιβληθείσα κατάσχεση στα χέρια του, η προσβολή της οποίας με ανακοπή από τον οφειλέτη αρκεί για να τον προστατεύσει.». Σημειωτέον ότι την εν λόγω πρωτοπόρο απόφαση που άλλαξε άρδην την εικόνα του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης και ανέτρεψε παγιωμένες αντιλήψεις σχετικά με την αυτοτέλεια των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης εξέδωσε ο τότε Πρόεδρος Πρωτοδικών και νυν Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Αρεοπαγίτης Σ.-Σ. Πανταζόπουλος. Στην υπό κρίσιν υπόθεση εκτελεστός τίτλος ήταν απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που διέτασσε την χορήγηση στην αιτούσα αντιγράφων των αναφερομένων στην αίτηση ασφαλιστικών εγγράφων με απαγγελία χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης στο περιεχόμενο της απόφασης (βλ. άρθρο 946 ΚΠολΔ). Λόγω μη συμμόρφωσης στο περιεχόμενο της απόφασης επεσπεύσθη εν τέλει αναγκαστική εκτέλεση με κατάσχεση εις χείρας του Ελληνικού Δημοσίου ως τρίτου. Η επιταγή προς εκτέλεση και το κατασχετήριο ακυρώθηκαν κατόπιν ασκήσεως ανακοπών. Εν τω μεταξύ το Δημόσιο προέβη σε θετική δήλωση. Σημειωτέον ότι ανεκλήθη και η απόφαση ασφαλιστικών που είχε αποτελέσει τον εκτελεστό τίτλο επίσπευσης της εν λόγω διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν εκρίθη με την εξεταζόμενη απόφαση ότι ο ανακόπτων στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την θετική δήλωση του τρίτου, αφ’ ης στιγμής έχει ακυρωθεί η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, με την ακύρωση της οποίας συνακυρώνεται και η θετική δήλωση του τρίτου, ώστε ουδόλως μεταβάλλεται επί τα βελτίω η έννομη θέση του ανακόπτοντος με την αυτοτελή προσβολή και ακύρωση της τελευταίας. Ως επάλληλη δε αιτιολογία της απόρριψης της ανακοπής ως απαράδεκτης διατυπώθηκε ότι: « Σε κάθε δε περίπτωση, με την ανάκληση της απόφασης που αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο με την προαναφερθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου έχει ήδη ακυρωθεί η ίδια η έννομη σχέση της εκτελεστότητας στον χώρο του δημοσίου δικαίου και η καθ’ ης δεν έχει

Σελ. 16

κανένα δικαίωμα να προβεί στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθείσας υπ’ αριθ. 2991/2006 απόφασης.».

16 Από την εν λόγω ιδιαιτέρως ρηξικέλευθη απόφαση, η οποία άλλαξε ριζικά το τοπίο της αναγκαστικής εκτέλεσης και των περί την εκτέλεση δικών, συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα: Καταρχάς, εισάγεται στο πεδίο της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου κεφαλαιώδους σημασίας εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού με την άσκηση ανακοπής από τον καθ’ ου η εκτέλεση κατά της επιβληθείσης κατασχέσεως λογίζεται ως σιωπηρά συμπροσβληθείσα και η θετική δήλωση του τρίτου, ακόμη και αν δεν έχει προσβληθεί ρητώς με την ανακοπή. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται ότι είναι τόσο στενή και άμεση η εξάρτηση της θετικής δηλώσεως του τρίτου από την επιβληθείσα σε βάρος του οφειλέτη κατάσχεση, ώστε παρέλκει και απορρίπτεται ελλείψει εννόμου συμφέροντος η αυτοτελής προσβολή της με ανακοπή, εάν έχει ήδη προσβληθεί η κατάσχεση, αφού με την ακύρωση της τελευταίας ακυρώνεται και η θετική δήλωση του τρίτου. Εξάλλου, την ιδιαίτερη αυτή σύνδεση της θετικής δήλωσης του τρίτου με την επιβληθείσα σε βάρος του οφειλέτη κατάσχεση περιγράφει εναργώς και η ως άνω μνημονευθείσα απόφαση διαλαμβάνοντας προσφυώς στην μείζονα σκέψη της ότι: «… η κατάσχεση στα χέρια τρίτου για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή φέρει συνέπειες απέναντι στον τρίτο και αποτελεί αναγκαίο, άμεσο, εξαρτών στοιχείο της επιγενόμενης και οφειλόμενης δήλωσης του τρίτου για το αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ. Επομένως, η δήλωση του τρίτου δεν μπορεί να υπάρχει άνευ της προηγηθείσας κατάσχεσης και της επίδοσης σ’ αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου, ανάλογα δε με το θετικό ή το αρνητικό της περιεχόμενο προσδίδονται οι έννομες συνέπειες των άρθρων 988 και 989 ΚΠολΔ.». Εξάλλου, η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η επιβολή έγκυρης κατασχέσεως αποτελεί όρο του πραγματικού των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 985, 986, 987, 988 ΚΠολΔ, άνευ της οποίας δεν δύναται να επέλθει η προβλεπόμενη σε αυτές έννομη συνέπεια. Ως εκ τούτου, με την ακύρωση της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως, η οποία αποτελεί νόμιμο έρεισμα της δηλώσεως του τρίτου, συνακυρώνεται αυτοδικαίως η θετική δήλωση του τρίτου. Περαιτέρω, ο έντονος βαθμός εξάρτησης της θετικής δηλώσεως του τρίτου από την εις χείρας τρίτου κατάσχεση, που συνεπάγεται την άρση της αυτοτέλειας της πρώτης έναντι της τελευταίας, κα-

Σελ. 17

θίσταται σαφής και από τις προβλέψεις των άρθρων 985 και 987 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η υποχρέωση υποβολής δήλωσης από τον τρίτο γεννάται μόνο επί μη ακυρωθείσης κατασχέσεως από την επιβολή αυτής εις χείρας του τρίτου, ενώ από την ρύθμιση του άρθρου 987 ΚΠολΔ προκύπτει ότι και ο τρίτος νομιμοποιείται να προσβάλει την κατάσχεση για τους περιοριστικά αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, γεγονός που καταδεικνύει την συνάρτηση της δηλώσεως του τρίτου με το κύρος της κατάσχεσης, αφού σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή ο τρίτος υπεχρεούτο σε δήλωση ανεξαρτήτως του κύρους της κατάσχεσης, δεν θα δικαιολογούσε έννομο συμφέρον προσβολής της τελευταίας. Σημειωτέον ότι και λόγοι οικονομίας της δίκης συνηγορούν υπέρ της θέσης αυτής, ενώ άλλωστε, όπως ορθώς διαπιστώνει η εξεταζόμενη απόφαση, δεν νοείται λόγος ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ο οποίος να βάλλει αποκλειστικά κατά της δήλωσης του τρίτου, ώστε να υφίσταται οιαδήποτε τελολογική σκοπιμότητα διαχωρισμού της δήλωσης από την πράξη επιβολής της κατάσχεσης και αυτοτελούς διακριτής προσβολής της με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Καταληκτικά, όπως διαπιστώνει η εξεταζόμενη απόφαση: «Η εκ του νόμου εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ και κατά τις εκεί διακρίσεις προϋποθέτει ότι νομίμως έχει λάβει χώρα κατάσχεση και όχι ότι εξακολουθεί να υπάρχει εκχώρηση της απαίτησης στον επισπεύδοντα δανειστή όταν έχει αυτή ακυρωθεί. Τούτο συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς και από τη δυνατότητα ελεύθερης ανάκλησης της δήλωσης του τρίτου, ανεξάρτητα από την ακύρωση ή μη της κατάσχεσης.».

17 Συνεπώς, αφ’ ης στιγμής θεωρείται ότι σιωπηρά συμπροσβάλλεται και η θετική δήλωση του τρίτου, όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης ασκεί ανακοπή κατά της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, εύλογο είναι ότι στην δίκη επί της εν λόγω ανακοπής νομιμοποιείται παθητικά όχι μόνο ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής, αλλά και ο τρίτος εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Επιπλέον, ο τρίτος με τον επισπεύδοντα συνδέονται κατ’ άρθρον 76 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠολΔ με δεσμό αναγκαίας ομοδικίας μεταξύ τους, αφού η διαπλαστική ενέργεια της δεχόμενης της ανακοπή απόφασης επεκτείνεται και στον τρίτο, ακόμη και αν δεν στραφεί και κατ’ αυτού η ανακοπή. Φυσικά, η αναγκαία ομοδικία δεν θεμελιώνεται στην περ. γ΄ του εν λόγω άρθρου, αφού δεν ορίζεται ρητώς σε νομοθετική διάταξη η υποχρέωση εναγωγής τόσο του επισπεύδοντος όσο και του τρίτου επί ποινή απαραδέκτου της ανακοπής. Συνεπώς, δεν αποβαίνει απαράδεκτη η ανακοπή, αν δεν στραφεί και κατά του τρίτου εις χείρας του οποίου επεβλήθη η κατάσχεση. Εάν όμως στραφεί και κατά του

Σελ. 18

τρίτου η ανακοπή, ιδρύεται μεταξύ αυτού και του επισπεύδοντος δεσμός αναγκαίας ομοδικίας. Στην δε περίπτωση που στραφεί μόνο κατά του επισπεύδοντος, ο τρίτος δύναται να παρέμβει προσθέτως υπέρ του οφειλέτη, η δε παρέμβασή του θα χαρακτηρισθεί κατ’ άρθρον 83 ΚΠολΔ ως αυτοτελής πρόσθετη λόγω της προαναφερθείσης επέκτασης της ισχύος της εκδοθησομένης απόφασης στην δίκη της ανακοπής μεταξύ επισπεύδοντος και καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη και στον ίδιο. Αυτονοήτως δε, ο τρίτος κατά του οποίου δεν εστράφη η ανακοπή, μπορεί να προσεπικληθεί ως αναγκαίος ομόδικος του επισπεύδοντος δανειστή τόσο από τον τελευταίο όσο και από τον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη.

18 Η θέση της ως άνω εκτεθείσης υπ’ αριθ. 3292/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που οδηγεί σε κάμψη της αρχής της αυτοτέλειας των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης υιοθετείται και από την πρόσφατη νομολογία, η οποία αποφαίνεται στερεότυπα ότι: «Με την ανακοπή του άρθ. 933 ΚΠολΔ, o καθ` ου η εκτέλεση, στρεφόμενος και κατά του τρίτου, μπορεί να προτείνει όλες τις ενστάσεις που έχει ο ίδιος κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης.». Περαιτέρω, και η θεωρία

Σελ. 19

έχει ενστερνιστεί αυτήν την θέση. Η μεμονωμένα εκφραζόμενη αντίθετη άποψη μέρους της θεωρίας περί μη συμπροσβολής της θετικής δήλωσης του τρίτου άμα τη ασκήσει της ανακοπής κατά της κατάσχεσης αποτελεί κατά την θέση του γράφοντος αδικαιολόγητη τυπολατρική εμμονή στην αρχή της αυτοτέλειας των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία όμως αντιστρατεύεται την οικονομία της δίκης και δεν συμπορεύεται με το πνεύμα των προπαρατεθεισών διατάξεων, η ορθή συνδυαστική τελολογική ερμηνεία των οποίων οδηγεί μονοσήμαντα στο συμπέρασμα ότι η θετική δήλωση του τρίτου συνέχεται τόσο άμεσα με την επιβληθείσα εις χείρας του κατάσχεση, ώστε δεν νοείται προσβολή με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μόνο της επιβληθείσης κατάσχεσης χωρίς να λογίζεται ως σιωπηρά συμπροσβαλλόμενη και η θετική δήλωση του τρίτου ούτε δικαιολογείται έννομο συμφέρον αυτοτελούς προσβολής της τελευταίας κατόπιν ακύρωσης της κατάσχεσης που αποτελεί νόμιμο έρεισμά της δήλωσης του τρίτου. Σημειωτέον ότι μερίδα της θεωρίας υποπίπτει και σε αντίφαση υποστηρίζοντας ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ο τρίτος στην εξεταζόμενη ανακοπή, αλλά δεχόμενη παρά ταύτα την έλλειψη αυτοτέλειας της θετικής δηλώσεως του τρίτου σε σχέση με την επιβληθείσα εις χείρας του κατάσχεση.

19 Μάλιστα, περαιτέρω επιχείρημα υπέρ της υποστηριχθείσης στην υπ’ αριθ. 3292/2008 απόφασης του ΜΠρΑθ δύναται να αλιευθεί και από την ρύθμιση του άρθρου 145 παρ.

Σελ. 20

5 του ν. 4270/2014, στο οποίο ρητώς διαλαμβάνεται ότι: «Επί άκυρης εις χείρας του κατάσχεσης, το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε καμία δήλωση.». Από την ρητή διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης καθίσταται εμφανής ο στενός βαθμός εξαρτήσεως της δηλώσεως του τρίτου από την εγκυρότητα της επιβληθείσης εις χείρας του κατασχέσεως, ώστε παρίσταται επιβεβλημένη η απαγκίστρωση από την αρχή της αυτοτέλειας των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως.

5. Προθεσμία προς άσκηση ανακοπής κατά της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως

20 Εξαιρετικής σημασίας και ταυτόχρονα ακανθώδες ζήτημα στην παρούσα προβληματική αποτελεί η προθεσμία προς άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Υπό το ισχύον προ του ν. 4335/2015 καθεστώς δεν προσδιοριζόταν με σαφήνεια στο άρθρο 934 ΚΠολΔ το εναρκτήριο χρονικό σημείο της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής κατά της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου για την προβολή ελαττωμάτων αφορώντων τον εκτελεστό τίτλο, την απαίτηση, την προδικασία ή αυτή καθ’ εαυτή την επιβολή της κατασχέσεως, με αποτέλεσμα να υποστηρίζεται ευρέως ότι η προβλεπόμενη στο τότε ισχύον άρθρο 934 παρ. 1 περ. α΄ και β΄ ΚΠολΔ προθεσμία για την προβολή των ως άνω λόγων αφετηριαζόταν με την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο, αφ’ ης στιγμής, όπως ανωτέρω εξετέθη, κατά την κρατούσα γνώμη η εν λόγω επίδοση σηματοδοτούσε την τελείωση της κατασχέσεως. Παρά ταύτα, και υπό το προγενέστερο καθεστώς, η υιοθέτηση της διεξοδικώς αναλυθείσης ανωτέρω ορθότερης άποψης, βάσει της οποίας συστατικό στοιχείο της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως αποτελεί και η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, επέβαλε την μετάθεση του χρόνου έναρξης της προθεσμίας προς άσκησιν της εξεταζόμενης ανακοπής στην επομένη της τελευταίας εκ των ως άνω δύο επιδόσεων.

Back to Top