Η ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΣΤΟΛΩΝ
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 128
- ISBN: 978-618-08-0688-5
Το έργο απευθύνεται σε νομικούς, ερευνητές, στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων, φοιτητές, καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο για ζητήματα εργατικού, διοικητικού και συνταγματικού δικαίου. Προσφέρει μια επίκαιρη, τεκμηριωμένη και σφαιρική προσέγγιση ενός θεσμικά ευαίσθητου ζητήματος, συμβάλλοντας στον επιστημονικό και δημόσιο διάλογο για τα όρια και τις προοπτικές των συνδικαλιστικών ελευθεριών στο πλαίσιο της ένστολης υπηρεσίας.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ V
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ VII
ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XIII
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Α. Η έννοια της συνδικαλιστικής ελευθερίας 2
1. Ιστορική εξέλιξη 3
2. Η διάκρισή της από το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι 4
3. Νομικά χαρακτηριστικά και περιεχόμενο 5
(i) Η ατομική συνδικαλιστική ελευθερία 7
(ii) Η συλλογική συνδικαλιστική ελευθερία 8
4. Διεθνής νομική κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας 9
Β. Η συλλογική αυτονομία και το δικαίωμα απεργίας 11
1. Η κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας 11
2. Η προστασία του δικαιώματος απεργίας 13
Γ. Ενδιάμεσο συμπέρασμα 15
ΟΙ ΕΝΣΤΟΛΟΙ ΩΣ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Α. Η συνδικαλιστική ελευθερία των δημοσίων υπαλλήλων 16
Β. Ο ορισμός της έννοιας των ενστόλων και τα υπαγόμενα σε αυτήν πρόσωπα 18
Γ. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας 20
Δ. Ενδιάμεσο συμπέρασμα 24
Η ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΝΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΣΤΟΛΩΝ
Α. Το προηγούμενο καθεστώς 25
Β. Η πορεία προς την νομοθετική κατοχύρωση της ελευθερίας ίδρυσης συνδικαλιστικών ενώσεων των ενστόλων 27
1. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των αστυνομικών 31
(i) Οι τρεις βαθμοί συνδικαλιστικής οργάνωσης των αστυνομικών 31
(ii) Οι περιορισμοί της συνδικαλιστικής δράσης 34
(iii) Συμμετοχή σε ένστολες διαδηλώσεις 38
2. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών 40
3. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των στρατιωτικών 41
(i) Οι δύο βαθμοί συνδικαλιστικής οργάνωσης των στρατιωτικών 41
(ii) Οι περιορισμοί της συνδικαλιστικής δράσης 45
(iii) Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του πολιτικού προσωπικού της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) 46
4. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των λιμενικών 49
5. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των πυροσβεστών 49
Γ. Η συνδικαλιστική ελευθερία των ενστόλων υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ 50
Δ. Η συνδικαλιστική ελευθερία των ενστόλων υπό το πρίσμα του EKX 53
Ε. Η συνδικαλιστική ελευθερία των ενστόλων υπό το πρίσμα των ΔΣΕ 55
ΣΤ. Ενδιάμεσο συμπέρασμα 58
Η ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝΤΩΝ ΣΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Α. Η έννοια της απεργίας και η συμπερίληψη των άλλων μορφών εργασιακού αγώνα 60
Β. Το ιδιαίτερο καθεστώς των ενστόλων ως δικαιολογητικός λόγος απαγόρευσης του δικαιώματος απεργίας 64
Γ. Η σχέση του συνδικαλιστικού δικαιώματος των στρατιωτικών με το αδίκημα της ομαδικής απείθειας του Άρθρου 47 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα 69
Δ. Η περίπτωση των οπλιτών θητείας 70
Ε. Η περίπτωση των εκπληρωσάντων εναλλακτικής υπηρεσίας ως αντιρρησιών συνείδησης 72
ΣΤ. Ενδιάμεσο συμπέρασμα 74
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 76
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ 79
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ 93
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ 103
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 109
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Η συνδικαλιστική ελευθερία από την αρχή εμφάνισης και κατοχύρωσής της και για πολλά χρόνια ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα από τους οποίους άλλωστε και εκκίνησε. Τα στοιχεία της αναγνώρισης των κοινών συμφερόντων, της συνένωσης και της συλλογικής δράσης αποτέλεσαν τους θεμέλιους λίθους του συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης, η οποία συνειδητοποίησε ότι μόνο συλλογικά μπορεί να αντιταχθεί αποτελεσματικά στα εργοδοτικά συμφέροντα προωθώντας τα δικά της. Η συνδικαλιστική ελευθερία είναι θεμελιώδες δικαίωμα, διότι απορρέει ενδογενώς από τη διττή διάσταση του ανθρώπου ως ατόμου και μέλους του κοινωνικού συνόλου. Ξεκίνησε από τη μήτρα της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και στη συνέχεια αυτονομήθηκε και αναπτύχθηκε αυτοτελώς. Η συνδικαλιστική ελευθερία κατοχυρώθηκε και από κείμενα της διεθνούς έννομης τάξης, τονίζοντας τη σημασία της και την αναγκαιότητα να προστατευτεί περισσότερο και από τα κράτη. Λόγω της διαπίστωσης της ανάγκης προάσπισης των εργασιακών συμφερόντων όλων των εργαζομένων και όχι μόνο του ιδιωτικού τομέα, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση του δημοσίου τομέα, αναγνωρίστηκε συνταγματικά με νομοθετική επιφύλαξη υπέρ του νομοθέτη για την εισαγωγή περιορισμών η συνδικαλιστική ελευθερία των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι μέχρι τότε αποκλείονταν από τους φορείς της λόγω της ιδιότητάς τους. Ως ειδικότερη κατηγορία του δημοσίου, τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, για τα οποία υπάρχει συνταγματική απαγόρευση άσκησης του δικαιώματος απεργίας, ξεκίνησαν να διεκδικούν την ίδρυση συνδικαλιστικών ενώσεων για την προώθηση και των δικών τους συμφερόντων. Η νομοθετική αναγνώριση- γιατί ρητή συνταγματική απαγόρευση δεν υπήρχε- του συνδικαλιστικού δικαιώματος των αστυνομικών υπαλλήλων και πολύ αργότερα των στρατιωτικών έγινε με την παράλληλη θέσπιση ορισμένων περιορισμών και αποκλίσεων από τα ισχύοντα για τους λοιπούς εργαζομένους λόγω της ιδιαίτερης φύσης της αποστολής και οργάνωσης των σωμάτων αυτών.
Η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να παρουσιάσει τα σημεία εκείνα που διαφοροποιούν τους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα
Σελ. 2
ασφαλείας από τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους και να εξετάσει εάν αυτά μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογητικούς λόγους για την επιβολή περιορισμών ή απαγορεύσεων στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα απεργίας. Αρχικά, θα γίνει μια σύντομη ανάλυση της έννοιας της συνδικαλιστικής ελευθερίας, της ιστορικής της εξέλιξης, των νομικών χαρακτηριστικών, της κατοχύρωσής της, αλλά και των συναφών με αυτήν δικαιωμάτων της συλλογικής αυτονομίας και απεργίας που διαθέτουν αυτοτελή συνταγματική κατοχύρωση. Έπειτα, θα αναλυθεί η έννοια των ενστόλων και θα διακριθεί από τις λοιπές κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, επισημαίνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τους περιορισμούς των ατομικών συνταγματικών δικαιωμάτων τους. Στη συνέχεια θα γίνει αναφορά στην πορεία μέχρι τη νομοθετική κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας των αστυνομικών υπαλλήλων και των στρατιωτικών και αναλυτικότερα στις ρυθμίσεις των άρθρων 30Α, 30Β και 30Γ Ν 1264/1982 και τις αποκλίσεις που έχουν εισαγάγει για τους ενστόλους και το πολιτικό προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) σε σχέση με τα ισχύοντα για τους υπόλοιπους εργαζομένους, ενώ παράλληλα θα παρουσιαστεί και η θέση τους στα διεθνή κείμενα αναφορικά με τις εγγυήσεις του συνδικαλιστικού δικαιώματος. Στην τελευταία ενότητα, θα εξεταστεί η συνταγματική απαγόρευση του δικαιώματος απεργίας για τους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας, εστιάζοντας στην έννοια της απεργίας και αναζητώντας τους δικαιολογητικούς λόγους της απαγόρευσης αλλά και τυχόν ενστάσεις προερχόμενες κυρίως από τη διεθνή έννομη τάξη. Κλείνοντας, αναλύονται κάποια επιμέρους ζητήματα που αφορούν τους στρατιωτικούς και τη σύνδεση του συνδικαλιστικού τους δικαιώματος με το αδίκημα της ομαδικής απείθειας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, το συνδικαλιστικό δικαίωμα των οπλιτών και αυτών που εκπληρώνουν εναλλακτική υπηρεσία ως αντιρρησίες συνείδησης, ενώ θα εξαχθούν και κάποιες συμπερασματικές παρατηρήσεις εφ’ όλης της εργασίας.
Α. Η έννοια της συνδικαλιστικής ελευθερίας
Η συνδικαλιστική ελευθερία συχνά αποκαλείται εναλλακτικώς και συνδικαλιστικό δικαίωμα χωρίς, ωστόσο, οι δύο διατυπώσεις να έχουν ακριβώς την ίδια σημασία. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ελευθερία συνιστά την ιδεολογική διακήρυξη από την οποία εκκινεί, αναπτύσσεται και εν τέλει προστατεύεται το συνδικαλιστικό δικαίωμα μέσω της αξίωσης για αναγνώριση και προστασία από την έννομη τάξη. Σε μια προσπάθεια ορισμού της έννοιας θα λέγαμε ότι η συνδικα-
Σελ. 3
λιστική ελευθερία, έχοντας ως ιδεολογική βάση τον συνδυασμό δυνάμεων και τη δημιουργία ενώσεων, εκφράζει το δικαίωμα των εργαζομένων να ιδρύουν οι ίδιοι και να οργανώνουν ή απλώς να προσχωρούν σε ήδη υπάρχουσες συνδικαλιστικές οργανώσεις με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων τους. Η συνδικαλιστική ελευθερία μολονότι ξεκίνησε από την επαγγελματική τάξη των μισθωτών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επεκτάθηκε από τον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, προστατεύοντας και τους δημόσιους υπαλλήλους, τους αστυνομικούς, αλλά και τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων.
1. Ιστορική εξέλιξη
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, εφαλτήριο της συνδικαλιστικής ελευθερίας υπήρξε η ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης των εργατών, οι οποίοι μετά τη βιομηχανική επανάσταση συσπειρώθηκαν από τις μέχρι τότε συντεχνίες σε επαγγελματικές πλέον ενώσεις, συνειδητοποιώντας ότι η διαπραγματευτική υπεροχή του εργοδότη μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο αν δρούσαν σαν ομάδα. Ιδιαίτερα σημαντικό, λοιπόν, εννοιολογικό στοιχείο της συνδικαλιστικής ελευθερίας υπήρξε και αυτό του ανταγωνισμού συμφερόντων μεταξύ των διαφορετικών επαγγελματικών ομάδων. Το στοιχείο αυτό του ανταγωνισμού οδήγησε και σε ταξικές αντιπαραθέσεις με αποτέλεσμα το συνδικαλιστικό-εργατικό κίνημα να αποκτήσει και έντονο ιδεολογικό περιεχόμενο. Η δημιουργία και η δράση των συνδικάτων αρχικά απαγορεύτηκε, ακολούθησαν αντιδράσεις και εν τέλει αναγνωρίστηκε και κατοχυρώθηκε η συνδικαλιστική
Σελ. 4
ελευθερία και συνταγματικά από χώρες της Δυτικής Ευρώπης μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στη χώρα μας το συνδικαλιστικό δικαίωμα αναγνωρίστηκε αυτοτελώς για πρώτη φορά με το Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 23). Μέχρι τότε θεωρούνταν ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. Το άρθρο 11 του Συντάγματος του 1911 που κατοχύρωνε την ελευθερία συνένωσης παρείχε προστασία και στις επαγγελματικές οργανώσεις των εργαζομένων, οι οποίες κατά βάση καλύπτονταν από διατάξεις που αφορούσαν και τα απλά σωματεία. Ήδη με το Σύνταγμα του 1952 και με θεμέλιο πάλι το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ίδρυσης, συμμετοχής και αποχώρησης από σωματείο, όπως και η αυτονομία διοίκησής του υπό την επιφύλαξη νομοθετικής ρύθμισης ορισμένων ζητημάτων. Ωστόσο η ιστορική εξέλιξη του συνδικαλιστικού δικαιώματος οδήγησε στην αυτοτελή συνταγματική κατοχύρωσή του με νομοθετική και πάλι επιφύλαξη, η οποία διατηρήθηκε, αλλά και στη γέννηση του «γνήσιου συνδικαλιστικού δικαίου».
2. Η διάκρισή της από το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι
Παρά την ομοιότητα που παρουσιάζουν τα δύο δικαιώματα ως προς το γεγονός ότι στηρίζονται στην ιδέα της αλληλεγγύης μεταξύ των μερών και της από κοινού προάσπισης των συμφερόντων τους, εμφανίζουν σημαντικές διαφορές ως προς τους φορείς άσκησής τους, τον ιδιαίτερο σκοπό που επιδιώκουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν.
Η συνδικαλιστική ελευθερία πέρα από το στοιχείο της συσσωμάτωσης των εργαζομένων διακρίνεται και για την στόχευσή της στην προάσπιση των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων τους, τα οποία βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση με τα συμφέροντα των εργοδοτών. Αντίθετα, ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι είναι γενικότερος, καθώς μπορεί να είναι οποιοσδήποτε μη κερδοσκοπικός.
Φορείς του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι είναι μόνο οι Έλληνες πολίτες σύμφωνα με το άρθρο 12 του Συντάγματος, ενώ φορείς της συνδικαλιστικής ελευθερίας μπορεί να Έλληνες αλλά και αλλοδαποί αδιακρίτως, διότι όλοι οι
Σελ. 5
εργαζόμενοι έχουν ανάγκη διαφύλαξης και προαγωγής των εργασιακών τους συμφερόντων. Συνεπώς, φορείς της συνδικαλιστικής ελευθερίας είναι όσοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι αυτοαπασχολούμενοι οι οποίοι εμφανίζουν όμως στοιχεία οικονομικής εξάρτησης και οι ίδιες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Επίσης, ως φορείς του δικαιώματος αναγνωρίζονται και οι εργοδότες που απασχολούν εργαζόμενους (εργοδοτικός συνδικαλισμός), πλην του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που δεν μπορούν να είναι φορείς ατομικών δικαιωμάτων.
Αναφορικά με τα μέσα επίτευξης του σκοπού της συνδικαλιστικής ελευθερίας, αυτά κατοχυρώνονται αυτοτελώς από το Σύνταγμα. Πρόκειται για τη συλλογική αυτονομία (άρθρο 22§2 Συντάγματος) και το δικαίωμα απεργίας (άρθρο 23§2) που αποτελούν τις εγγυήσεις της συνδικαλιστικής δράσης. Από την άλλη, η συλλογική δράση των σωματείων και των ενώσεων που προστατεύεται από το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι δεν περιφρουρείται από τις εγγυήσεις του δικαιώματος απεργίας και σύναψης συλλογικών συμβάσεων, ενώ μπορεί να αναπτύσσεται στον κοινωνικό, πολιτικό, επιστημονικό χώρο.
Αρκετοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι παρά την ανεξαρτητοποίηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας από το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, αυτό εξακολουθεί να διατηρεί επικουρικό ρόλο για την προστασία της συνδικαλιστικής ελευθερίας.
3. Νομικά χαρακτηριστικά και περιεχόμενο
Το συνδικαλιστικό δικαίωμα είναι διφυές, καθώς εμφανίζει δύο όψεις συμπληρωματικές μεταξύ τους. Αφενός πρόκειται για ατομικό δικαίωμα, το οποίο περιέχει αξίωση των ατόμων κατά του κράτους για αποχή από ενέργειες που εμποδίζουν την ανάπτυξη της συνδικαλιστικής ελευθερίας και θετική δράση,
Σελ. 6
δηλαδή λήψη μέτρων προς διευκόλυνση και προστασία της άσκησής της. Αφετέρου, είναι και συλλογικό δικαίωμα, καθώς ασκείται ταυτόχρονα και από κοινού από περισσότερα άτομα, τα οποία επιδιώκουν κάποιο συλλογικό συμφέρον. Η συμπληρωματικότητα των δύο αυτών όψεων έγκειται στο γεγονός ότι είναι εξίσου απαραίτητες για την ανάπτυξη της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Και η προστασία της ίδιας της συνδικαλιστικής οργάνωσης και της δράσης της, αλλά και των μελών της ατομικά. Επιπλέον, η συνδικαλιστική ελευθερία κατοχυρώνεται και ως θεσμική εγγύηση, καθώς υπάρχει υποχρέωση διαμόρφωσης από τον νομοθέτη του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος μέσω της ελεύθερης ίδρυσης και δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, της σύναψης συλλογικών συμβάσεων και της άσκησης απεργίας ως μέσου πίεσης. Με άλλα λόγια υπάρχει υποχρέωση διασφάλισης του ελεύθερου συνδικαλισμού.
Το συνδικαλιστικό δικαίωμα κατατάσσεται στα δικαιώματα μέσου, διότι εξυπηρετεί με την άσκησή του άλλα δικαιώματα που δεν ανήκουν στο περιεχόμενό του. Το συνδικαλιστικό δικαίωμα αποσκοπεί στην προάσπιση και προαγωγή επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων, ειδικότερα των όρων εργασίας αν μιλάμε για τους εργαζόμενους ως φορείς ή της επιχειρηματικής- οικονομικής ελευθερίας αν μιλάμε για τους εργοδότες. Τα δύο αυτά δικαιώματα (εργασίας και επιχειρηματικής ελευθερίας) ως σκοποί βρίσκονται έξωθεν του συνδικαλιστικού δικαιώματος. Ως αντεπιχείρημα σε αυτή τη θέση χρησιμοποιείται το δικαίωμα απεργίας, το οποίο ως εγγύηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας δεν μπορεί να αποσκοπεί στο δικαίωμα εργασίας, διότι με την άσκηση του απεργιακού δικαιώματος η εργασιακή σχέση αναστέλλεται για να ασκηθεί πίεση στον εργοδότη προς επιδίωξη κάποιου επαγγελματικού ή οικονομικού σκοπού.
Το συνδικαλιστικό δικαίωμα χαρακτηρίζεται και κοινωνικό, διότι με τη συμμετοχή των εργαζομένων στην κοινωνική και οικονομική ζωή προς αποκατάσταση της διαπραγματευτικής ισότητας με την εργοδοτική πλευρά υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη, βασική αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Το συνδικαλιστικό δικαίωμα από τη μία υποχρεώνει το κράτος να διασφαλίσει, λαμβάνοντας μέτρα, την ελεύθερη άσκησή του και από την άλλη δίνει τη δυνατότητα στους εργαζομένους μέσω της συνδικαλιστικής δράσης να κατακτήσουν την
Σελ. 7
κοινωνική ισότητα αυτοπεριοριζόμενοι, όμως, εντός των ορίων του νόμου. Η ανωτέρω επιταγή προς το κράτος για εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για όλους δεν υπηρετεί μόνο την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά ενισχύει ουσιαστικά και τη δημοκρατία.
Στο άρθρο 23§1 του Συντάγματος υπάρχει ρήτρα επιφύλαξης για τον νομοθέτη, ο οποίος μπορεί να επιβάλει περιορισμούς στη συνδικαλιστική ελευθερία. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να αναιρέσουν τον πυρήνα της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Η εν λόγω επιφύλαξη υλοποιείται σήμερα από τον Ν 1264/1982, ο οποίος κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και ρυθμίζει την δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Παραδείγματος χάριν, ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η δημοκρατική λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων προκειμένου να ασκείται αποτελεσματικά η συνδικαλιστική ελευθερία και γι’ αυτόν τον λόγο τίθενται από τον νομοθέτη ορισμένοι κανόνες δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων χωρίς να θεωρείται ότι περιορίζεται με αυτό τον τρόπο υπέρμετρα η εσωτερική τους αυτονομία.
(i) Η ατομική συνδικαλιστική ελευθερία
Όσον αφορά την ατομική συνδικαλιστική ελευθερία αυτή διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Η θετική συνδικαλιστική ελευθερία περιλαμβάνει το δικαίωμα του ατόμου να ιδρύει συνδικαλιστικές οργανώσεις, να επιλέγει και να προσχωρεί σε κάποια ήδη συσταθείσα, να παραμένει μέλος της και να συμμετέχει στην δράση της. Έτσι η ίδρυση μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης δεν επιτρέπεται να τίθεται στη διακριτική ευχέρεια μιας δημόσιας αρχής ή να επιβάλλονται υπέρμετροι περιορισμοί οι οποίοι δεν δικαιολογούνται από τον σκοπό της συνδικαλιστικής ελευθερίας.
Η αρνητική συνδικαλιστική ελευθερία είναι το δικαίωμα του ατόμου να μην ασκεί συνδικαλιστική δράση, δηλαδή να μη γίνεται μέλος καμίας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή να αποχωρεί από κάποια που μέχρι προηγουμένως ήταν μέ-
Σελ. 8
λος, επειδή δεν επιθυμεί πλέον να συνδικαλίζεται. Για την αρνητική συνδικαλιστική ελευθερία έχει υποστηριχθεί ότι συνιστά την ακριβώς αντίθετη όψη της θετικής και ως τέτοια προστατεύεται. Άλλη άποψη τη θεωρεί άξια προστασίας ως τμήμα της ελεύθερης ανάπτυξης προσωπικότητας (άρθρο 5§1 Συντάγματος). Αμφότερες οι προαναφερθείσες απόψεις έχουν την αφετηρία τους στη γερμανική θεωρία. Όσον αφορά την πρώτη, έχει επικριθεί ως ασυνεπής, διότι δεν μπορεί το δικαίωμα ίδρυσης ή προσχώρησης και συμμετοχής στην δράση μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης να είναι ισοδύναμο και να προστατεύεται το ίδιο με το δικαίωμα του μη συνδικαλίζεσθαι, διότι με αυτόν το τρόπο το ένα δικαίωμα καταργεί το άλλο. Δεν μπορεί, λοιπόν, η συνδικαλιστική συσπείρωση και δράση του ατόμου, η οποία κατοχυρώνεται και από το Σύνταγμα, να προστατεύεται το ίδιο με την αποχή του. Η αρνητική συνδικαλιστική ελευθερία, ωστόσο, κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ μάλιστα έχει παραλείψει να αποφανθεί αν συνιστά ισότιμο δικαίωμα με το θετικό. Η δεύτερη άποψη περί θεμελίωσης της αρνητικής συνδικαλιστικής ελευθερίας στο δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης προσωπικότητας κρίνεται από την ελληνική θεωρία ορθότερη και υιοθετείται παγίως και από την ελληνική νομολογία.
Η ατομική συνδικαλιστική ελευθερία με τις δύο όψεις της, στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως, δημιουργεί αξίωση προστασίας κατά απειλών που προέρχονται από την κρατική εξουσία, τον εργοδότη ή οποιονδήποτε τρίτο εμποδίζει την άσκησή της, αλλά και από άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Η κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας από το Σύνταγμα «εναντίον κάθε προσβολής» υποδηλώνει ότι αυτή αναπτύσσει άμεση τριτενέργεια.
(ii) Η συλλογική συνδικαλιστική ελευθερία
Φορέας της συλλογικής συνδικαλιστικής ελευθερίας είναι η ίδια η συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς το συνδικαλιστικό δικαίωμα πραγματοποιείται πα-
Σελ. 9
ράλληλα και με κοινή δράση περισσοτέρων. Από την συλλογική διάσταση της συνδικαλιστικής ελευθερίας προστατεύεται η ελευθερία σύστασης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, η υπόσταση, η δράση, η ελεύθερη λειτουργία και η εσωτερική αυτονομία της. Η συνδικαλιστική οργάνωση καθορίζει ελεύθερα την εσωτερική της οργάνωση και τους κανόνες λειτουργίας της χωρίς να επιτρέπονται επεμβάσεις του κράτους, του εργοδότη ή τρίτων, εκλέγει μόνη της τους εκπροσώπους της. Ακόμη, ισχύει η προτεραιότητα των καταστατικών διατάξεων για εσωτερικά θέματα της συνδικαλιστικής οργάνωσης απέναντι σε νομοθετικές διατάξεις. Έχει δικαίωμα συνένωσης και σχηματισμού ομοσπονδιών ή συνομοσπονδιών. Η συνδικαλιστική δράση, η οποία στηρίζεται στη συλλογική δράση των μελών της οργάνωσης για την προαγωγή των συμφερόντων τους προστατεύεται οποιαδήποτε μορφή κι αν λαμβάνει, πλην των παρανόμων. Κορυφαίες μορφές της συνιστούν η συλλογική αυτονομία και η απεργία που κατοχυρώνονται και ως αυτοτελή δικαιώματα. Η συλλογική διάσταση της συνδικαλιστικής ελευθερίας εκφράζει τη συμμετοχικότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς προάγει την από κοινού προώθηση των εργασιακών συμφερόντων ακόμη και απέναντι στις κρατικές εξουσίες.
4. Διεθνής νομική κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας
Η συνδικαλιστική ελευθερία κατοχυρώνεται και από Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας (ΔΣΕ) της ΔΟΕ, η οποία τη θεωρεί βασική προϋπόθεση για την προάσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων. Η ΔΟΕ ιδρύθηκε στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών μετά το πέρας του πρώτου παγκοσμίου πολέμου «ως μόνιμη οργάνωση για την προστασία και τη βελτίωση της κατάστασης των εργατών σε παγκόσμιο επίπεδο» και συνέχισε τη λειτουργία της παρά τη διάλυση της Κοινωνίας των Εθνών. Η συνδικαλιστική ελευθερία διασφαλίστηκε αρχικά με τη ΔΣΕ 87/1948 περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος. Έπειτα ακολούθησαν η ΔΣΕ 98/1949 περί του δικαι-
Σελ. 10
ώματος οργάνωσης και συλλογικής διαπραγμάτευσης, η ΔΣΕ 135/1971 για την προστασία των αντιπροσώπων των εργαζομένων στην επιχείρηση, η ΔΣΕ 151/1978 για την προστασία του συνδικαλιστικού δικαιώματος και της διαδικασίας καθορισμού των όρων απασχόλησης στο δημόσιο και η ΔΣΕ 154/1981 για την προαγωγή της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Οι συμβάσεις αυτές που έχουν κυρωθεί από την χώρα μας αναπτύσσουν υπερνομοθετική ισχύ χωρίς να υπερισχύουν των συνταγματικών μας διατάξεων, όμως πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία και εφαρμογή τους. Η ΔΟΕ δεν αρκείται στην ψήφιση των ΔΣΕ, αλλά ασκεί και έλεγχο για την τήρησή τους. Μάλιστα πέρα από τη γενική διαδικασία ελέγχου με τις ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής Ειδικών, έχουν θεσπιστεί ειδικά όργανα για τον έλεγχο τήρησης των ΔΣΕ που προστατεύουν τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Πρόκειται για την Επιτροπή Έρευνας και Συμφιλίωσης που εξετάζει προσφυγές κυβερνήσεων ή εργατικών ή εργοδοτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και την Επιτροπή Συνδικαλιστικής Ελευθερίας που πλέον εξετάζει κι αυτή προσφυγές και υποβάλλει εισηγήσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΟΕ.
Όσον αφορά διεθνείς πράξεις για την προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων αξίζει να αναφερθεί ότι η Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου (1948) περιλαμβάνει στο άρθρο 23§4 διάταξη για την προστασία της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Ακόμη, το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα (1966) στο άρθρο 8 αναφέρεται στα δικαιώματα που είναι συναφή με τη συνδικαλιστική ελευθερία και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (1996) στο άρθρο 22 αναγνωρίζει το γενικότερο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και ειδικότερα το δικαίωμα σύστασης συνδικαλιστικών οργανώσεων και συμμετοχής σε αυτές.
Στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Σύμβαση δικαιωμάτων του ανθρώπου και θεμελιωδών ελευθεριών της Ρώμης (1950) αναφέρεται ρητά στο άρθρο 11 στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και ειδικότερα στη συνδικαλιστική ελευθερία. Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης (ΕΚΧ) που αποτελεί συμπλήρωση της Σύμβασης της Ρώμης για τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, κα-
Σελ. 11
τοχυρώνει στα άρθρα 5 και 6 του μέρους ΙΙ το συνδικαλιστικό δικαίωμα και το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης αντίστοιχα. Η χώρα μας, μολονότι κύρωσε τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, έθεσε επιφυλάξεις ως προς τα άρθρα 5 και 6, ενώ μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου ΕΚΧ διατήρησε την επιφύλαξή της μόνο για το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία και την απαγόρευση ανταπεργίας. Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, στο άρθρο 12§1 κατοχυρώνει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και στο άρθρο 28 το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων και δράσης, στο οποίο περιλαμβάνεται και η απεργία.
Σε ορισμένα από τα παραπάνω διεθνή κείμενα τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων και της αστυνομίας συνιστούν κατηγορία για την οποία τίθενται υποκειμενικοί περιορισμοί, οι οποίοι παραπέμπουν στην εσωτερική νομοθεσία των κρατών-μελών, τα οποία θεωρούνται αρμόδια να κρίνουν εάν και σε ποια έκταση θα απονεμηθούν σε αυτούς συνδικαλιστικά δικαιώματα. Στα κείμενα αυτά που θέτουν επιφυλάξεις για τα εν λόγω πρόσωπα θα γίνει αναφορά στη συνέχεια αναλυτικά.
Β. Η συλλογική αυτονομία και το δικαίωμα απεργίας
Από τη συνταγματική κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας προκύπτει η διασφάλιση και «των συναφών μ’ αυτή δικαιωμάτων», στα οποία αναμφίβολα περιλαμβάνονται η συλλογική αυτονομία και το δικαίωμα απεργίας ως εγγυήσεις της που εξασφαλίζουν την επίτευξη των σκοπών της. Τα δύο αυτά δικαιώματα αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας ως περιεχόμενο της ίδιας της συνδικαλιστικής δράσης, στην οποία το Σύνταγμά μας έχει μετασχηματίσει άλλωστε το περιεχόμενο της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται και αυτοτελώς συνταγματικά παρά το γεγονός ότι την προστασία τους εγγυάται και το άρθρο 23§1 του Συντάγματος.
1. Η κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας
Η συλλογική αυτονομία είναι το δικαίωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων και των εργοδοτών ή μεμονωμένων εργοδοτών να ρυθμίζουν με συλλογικές συμβάσεις εργασίας τους όρους εργασίας και τα μεταξύ τους δικαιώματα και υποχρεώσεις. Επισημαίνεται ότι η ρύθμιση αυτή είναι ελεύθερη από παρεμβάσεις τρίτων. Κατοχυρώνεται στο άρθρο 22§2 του Συντάγματος. Η συλ-
Σελ. 12
λογική αυτονομία έχει το τεκμήριο αρμοδιότητας στη ρύθμιση ζητημάτων εργασιακών σχέσεων, ενώ το κράτος έχει επικουρικό ρόλο. Μολονότι η συνταγματική ρύθμιση δεν είναι απόλυτα σαφής, διότι αναφέρει ότι οι γενικοί όροι εργασίας καθορίζονται με νόμο, γίνεται δεκτό από τη θεωρία ότι έχει την έννοια της θέσπισης από τον νομοθέτη γενικών και αφηρημένων κανόνων σε μια προσπάθεια οριοθέτησης της νομοθετικής αρμοδιότητας με τη συλλογική αυτονομία. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία που θα έδινε στη συλλογική αυτονομία συμπληρωματικό ρόλο δίπλα σε αυτόν του νομοθέτη θα ερχόταν σε αντίθεση με την κατοχυρωμένη στο άρθρο 23§1 συνδικαλιστική ελευθερία, σύμφωνα με το οποίο δίνεται προβάδισμα στις επαγγελματικές οργανώσεις για τη ρύθμιση των όρων εργασίας τους. Η κρατική ρύθμιση των όρων εργασίας κατ’ αποκλειστικό τρόπο είναι επιτρεπτή μόνο όταν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου συμφέροντος και δε θίγει τον πυρήνα της συλλογικής αυτονομίας, ενώ παράλληλα είναι σε συμφωνία και με την αρχή της αναλογικότητας. Στο δικαίωμα συλλογικής αυτόνομης ρύθμισης που θεμελιώνεται στο άρθρο 22§2 του Συντάγματος περιλαμβάνεται και το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες οδηγούν σε σύναψη συλλογικών συμβάσεων. Στο ίδιο άρθρο περιλαμβάνεται και ο θεσμός της διαιτησίας ως μέσο ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και επίλυσης της συλλογικής διαφοράς που προκύπτει αν αποτύχουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Η συλλογική αυτονομία είναι συλλογικό δικαίωμα, το οποίο ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών ή και μεμονωμένων εργοδοτών σε επίπεδο επιχείρησης. Εκφράζει συλλογικά συμφέροντα των μερών και μάλιστα εργασιακά. Τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της συλλογικής αυτονομίας πρέπει να αναφέρονται στις σχέσεις εργαζομένων και εργοδοτών ή να ασκούν άμεση επιρροή σε αυτές.
Η συλλογική αυτονομία αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα και από το ενωσιακό δίκαιο. Πιο συγκεκριμένα, με το άρθρο 28 ΧΘΔΕΕ θεμελιώνεται το δι-
Σελ. 13
καίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων και σύναψης συλλογικών συμβάσεων και το δικαίωμα απεργίας. Ο ΧΘΔΕΕ τα αναγνωρίζει ως ατομικά και συλλογικά δικαιώματα ταυτόχρονα. Ακόμη, στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ για την ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι το ΕΔΔΑ πέρα από το συνδικαλιστικό δικαίωμα εντάσσει και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και το απεργιακό δικαίωμα. Το Άρθρο 6 του Μέρους ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη κατοχυρώνει ως ατομικά δικαιώματα το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων και το δικαίωμα απεργίας. Προσπάθεια προστασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας έγινε και με το άρθρο 4 της ΔΣΕ 98, το οποίο με δυνητική διατύπωση ώθησε τα κράτη στην προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
2. Η προστασία του δικαιώματος απεργίας
Βασική μορφή της συνδικαλιστικής δράσης συνιστά η απεργία, η οποία λειτουργεί ως μέσο πίεσης στην εργοδοτική πλευρά και εξασφαλίζει την αποτελεσματική άσκηση της συλλογικής αυτονομίας. Η απεργία ωστόσο είναι και αυτοτελές συνταγματικό δικαίωμα κατοχυρωμένο στο άρθρο 23§2 εδ. α’. Βασικά της χαρακτηριστικά είναι ότι εκδηλώνεται συλλογικά με τη μορφή ομαδικής δράσης και στοχεύει στην υπεράσπιση κοινών συμφερόντων των εργαζομένων. Απεργία συνιστά η συλλογική αποχή των εργαζομένων από την εργασία τους για την προάσπιση ή διεκδίκηση συλλογικών τους συμφερόντων. Η αυτοτελής της κατοχύρωση για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων υποδηλώνει ότι δεν προστατεύεται μόνο ως μέσο εξασφάλισης της συλλογικής αυτονομίας και ότι δεν μπορεί να περιοριστεί με τυπικό νόμο ξεπερνώντας τα όρια του Συντάγματος. Πρόκειται για ατομικό και συλλογικό δικαίωμα, καθώς φορείς του είναι τόσο η ίδια η συνδικαλιστική οργάνωση όσο και ο κάθε εργαζόμενος.
Όσον αφορά την κατοχύρωση του δικαιώματος απεργίας σε διεθνές επίπεδο, αυτή συνάγεται με έμμεσο τρόπο από το άρθρο 2 της ΔΣΕ 87 και από το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ ως ειδικότερη εκδήλωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Επιπλέον, το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα (1966) στο άρθρο 8 προστατεύει και το δικαίωμα απεργίας μαζί με τη συνδι
Σελ. 14
καλιστική ελευθερία και τη συνδικαλιστική δράση υπό τη γενική επιφύλαξη του νόμου. Στο άρθρο 6§4 του ΕΚΧ κατοχυρώνεται ρητά το δικαίωμα απεργίας το οποίο καλύπτει και την εργοδοτική πλευρά. Ωστόσο, η χώρα μας με την κύρωση του Αναθεωρημένου Χάρτη διατύπωσε επιφύλαξη ως προς το άρθρο 6 για να διασφαλιστούν η απαγόρευση ανταπεργίας και η υποχρεωτική διαιτησία. Ο ΧΘΔΕΕ προστατεύει το δικαίωμα απεργίας στο άρθρο 28 ως εκδήλωση του δικαιώματος συλλογικής δράσης και όχι απλά ως μέσο εξασφάλισης της συλλογικής αυτονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 28 το δικαίωμα απεργίας προστατεύεται εφόσον υπηρετεί την επίλυση σύγκρουσης συλλογικών συμφερόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 153§5 ΣΛΕΕ εξαιρούνται από τη ρυθμιστική αρμοδιότητα της Ένωσης το συνδικαλιστικό δικαίωμα και το δικαίωμα απεργίας. Τα ζητήματα αυτά ρυθμίζονται από τα κράτη μέλη. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 153§1στ’ ΣΛΕΕ ο τομέας εκπροσώπησης και συλλογικής υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων και εργοδοτών ανήκει στις αρμοδιότητες της Ένωσης. Ακόμη, κατά την άσκηση του δικαιώματος απεργίας τα κράτη εξακολουθούν να δεσμεύονται για την τήρηση των απορρεουσών από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεών τους.
Το ΔΕΕ παρά την αναγνώριση του δικαιώματος συλλογικής δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος απεργίας ως θεμελιώδους δικαιώματος, στην περίπτωση σύγκρουσής του με τις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες της Ένωσης έκρινε τις δεύτερες ως ιεραρχικά ανώτερες. Το Δικαστήριο αναγνώρισε το δικαίωμα συλλογικής δράσης με σκοπό την προστασία των εργαζομένων ως επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος που μπορεί να θέσει περιορισμό στις θεμελιώδεις ελευθερίες, όμως θεώρησε ότι πέρα από τον έλεγχο αναλογικότητας των απεργιακών αιτημάτων σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό πρέπει να συντρέχει πάντα κι ένας λόγος δικαιολόγησης του περιορισμού, μετατρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το δι-
Σελ. 15
καίωμα απεργίας σε μια εξαιρετική περίπτωση που συνήθως υποχωρεί ενώπιον μιας οικονομικής ελευθερίας. Επίσης, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι αυτές που επωμίζονται το βάρος απόδειξης της συνδρομής του δικαιολογητικού λόγου περιορισμού μιας οικονομικής ελευθερίας, ο οποίος μάλιστα πρέπει να πληροί και την αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, υποστηρίχθηκε και η θέση ότι το ΔΕΕ δεν προέβαλε την υποταγή του δικαιώματος απεργίας στις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες της Ένωσης, αλλά αντίθετα το αναγνώρισε ως θεμελιώδες δικαίωμα που μπορεί να περιορίσει την ελευθερία εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών εφόσον, όμως, πληρούται η αρχή της αναλογικότητας.
Γ. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
Η συνδικαλιστική ελευθερία δεν είναι μόνο μια γενική αρχή, αλλά ένα δικαίωμα που κατοχυρώνεται τόσο από το ελληνικό Σύνταγμα όσο και από διεθνείς συμβάσεις, διασφαλίζοντας την προστασία των εργαζομένων και τη συλλογική τους δράση. Η διάκριση μεταξύ συνδικαλιστικής ελευθερίας και συνδικαλιστικού δικαιώματος είναι ουσιώδης, καθώς η πρώτη αφορά τη δυνατότητα ίδρυσης και συμμετοχής σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώ το δεύτερο σχετίζεται με τις νομικές ρυθμίσεις που καθορίζουν τη λειτουργία και τις αρμοδιότητές τους. Η σχέση της συνδικαλιστικής ελευθερίας με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι δείχνει ότι, αν και έχουν κοινές ρίζες, διαφοροποιούνται ως προς το σκοπό και τα μέσα δράσης. Η συνδικαλιστική ελευθερία αναγνωρίζεται τόσο ως ατομικό όσο και ως συλλογικό δικαίωμα, αναδεικνύοντας τη σημασία τόσο της ατομικής επιλογής συμμετοχής όσο και της συλλογικής έκφρασης μέσω των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ παράλληλα ενσωματώνει και κοινωνικές διαστάσεις, προωθώντας την κοινωνική δικαιοσύνη. Παρά τη νομική της κατοχύρωση, η συνδικαλιστική ελευθερία υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι, αν και επιτρεπτοί υπό προϋποθέσεις, δεν πρέπει να αναιρούν τον πυρήνα του δικαιώματος. Οι περιορισμοί αυτοί συνδέονται με την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ της προστασίας των εργαζομένων και των ευρύτερων κοινωνικών και οικονομικών αναγκών. Συμπερασματικά, η συνδικαλιστική ελευθερία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δημοκρατικής οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων, συμβάλλοντας στην προάσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, γι’ αυτό και επεκτάθηκε από τον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα. Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί, στη συνέχεια, είναι οι αποκλίσεις που ισχύουν για τα μέλη του δημοσίου τομέα και ειδικότερα για τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας που διαφοροποιούνται από τα πρώτα λόγω της φύσης της αποστολής και του τρόπου οργάνωσής τους.
Σελ. 16
ΙΙ

ΟΙ ΕΝΣΤΟΛΟΙ ΩΣ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Α. Η συνδικαλιστική ελευθερία των δημοσίων υπαλλήλων
Η συνδικαλιστική ελευθερία αναπτύχθηκε στον ιδιωτικό τομέα και αναγνωρίστηκε αρχικά για τους εργαζόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, η συνδικαλιστική δράση των δημοσίων υπαλλήλων απαγορευόταν και αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία, η οποία στηριζόταν αφενός στην αντίληψη ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι εκφράζουν την βούληση του κράτους και φυσικά δεν μπορούν να εναντιώνονται σε αυτήν και αφετέρου στον φόβο δημιουργίας ενός τόσο ισχυρού κινήματος που θα διέφευγε του κρατικού ελέγχου. Η δημοσιοϋπαλληλική σχέση άλλωστε διαφέρει σε πολλά σημεία από την σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αρχικά, ιδρύεται με έκφραση βούλησης από την πλευρά του υπαλλήλου και ο μισθός δεν συνιστά αντιπαροχή προς την παροχή των υπηρεσιών του στο κράτος. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης είναι το στοιχείο της ιεραρχικής εξάρτησης των υπαλλήλων από τους προϊσταμένους τους. Οι δημόσιοι υπάλληλοι εκτελούν τη βούληση του κράτους, υπηρετούν τα συμφέροντα του λαού και καταλαμβάνονται από την υποχρέωση πίστεως στο Σύνταγμα και την αρχή της αμεροληψίας. Ακόμη, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών κατοχυρώνεται συνταγματικά ο θεσμός της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 103§4 εδ. α’ Συντάγματος) που περιορίζει τις πολιτικές παρεμβάσεις στο εσωτερικό της διοίκησης. Η απόλαυση του εν λόγω προνομίου θεωρήθηκε ως το αντιστάθμισμα για την επιβολή περιορισμών των ελευθεριών τους.
Σελ. 17
Έπειτα, ακολούθησε μια τάση ιδιωτικοποίησης του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και των κρατικών υπαλλήλων ειδικότερα, οι οποίοι άρχισαν να απολαμβάνουν δικαιώματα που προηγουμένως αναγνωρίζονταν στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Κάνοντας μνεία με χρονολογική σειρά των διεθνών κειμένων που αναγνώρισαν το συνδικαλιστικό δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να γίνει αναφορά στη ΔΣΕ 87, η οποία αδιακρίτως κατοχυρώνει τις εγγυήσεις της και για τους δημοσίους υπαλλήλους, το άρθρο 11 της Σύμβασης της Ρώμης και το άρθρο 5 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Η ΔΣΕ 151 που αφορά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις στη δημόσια υπηρεσία και η ΔΣΕ 154 που αφορά τις καλόπιστες συλλογικές διαπραγματεύσεις για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα αλλά και τους δημόσιους υπαλλήλους κυρώθηκαν από τη χώρα μας και αποτέλεσαν τα θεμέλια αναγνώρισης της συλλογικής αυτονομίας και στον δημόσιο τομέα. Το Σύνταγμα του 1975, μολονότι κατοχύρωσε το συνδικαλιστικό δικαίωμα και το δικαίωμα απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων, δεν αναγνώριζε το δικαίωμα σύναψης συλλογικών συμβάσεων για ρύθμιση των όρων εργασίας τους.
Με την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 και την κατάργηση της §4 από το άρθρο 12, το οποίο επέτρεπε να τεθούν περιορισμοί με νόμο στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι αλλά και στο συνδικαλιστικό δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων, απλώς και μόνο λόγω αυτής της ιδιότητάς τους, ουσιαστικά απορρίφθηκε η θεωρία της ειδικής σχέσης εξουσίας, σύμφωνα με την οποία είναι δικαιολογημένοι περιορισμοί στα συνταγματικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων από την ίδια τη φύση της υπαλληλικής σχέσης. Η κατάργηση αυτή σε συνδυασμό με την προσθήκη της §3 στο άρθρο 22 που θεμελιώνει ρητά τη συλλογική αυτονομία των δημοσίων υπαλλήλων εκφράζουν την εξομοίωση των δημοσίων υπαλλήλων με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Περιορι-
Σελ. 18
σμοί στην συνδικαλιστική ελευθερία των δημοσίων υπαλλήλων μπορούν να τεθούν μόνο λόγω συγκεκριμένων αναγκών της υπηρεσίας.
Β. Ο ορισμός της έννοιας των ενστόλων και τα υπαγόμενα σε αυτήν πρόσωπα
Οι δημόσιοι υπάλληλοι διακρίνονται σε πολιτικούς ή διοικητικούς και στρατιωτικούς. Οι στρατιωτικοί δημόσιοι υπάλληλοι είναι οι μόνιμοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί των τριών κλάδων των ενόπλων δυνάμεων (Στρατός Ξηράς, Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία), του Λιμενικού Σώματος και των σωμάτων ασφαλείας, ήτοι της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος. Επισημαίνεται ότι οι υπηρετούντες στο Πυροσβεστικό Σώμα έχουν την ιδιότητα του πολιτικού υπαλλήλου. Στο ένστολο προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ ανήκουν οι αστυνομικοί, οι Ειδικοί Φρουροί, οι Συνοριακοί Φύλακες και οι συνοριακοί φύλακες ορισμένου χρόνου. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) αν και πολιτική δημόσια υπηρεσία εντάσσεται κι αυτή στα σώματα ασφαλείας. Οι μη στρατιωτικοί υπάλληλοι των στρατιωτικών υπηρεσιών και των σωμάτων ασφαλείας είναι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι και υπάγονται στον Υπαλληλικό Κώδικα.
Σελ. 19
Με την έννοια των ενστόλων εννοούνται όσοι υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας και οι οποίοι φέρουν στολή. Από άποψη δημοσίου δικαίου υπάγονται στην κατηγορία των στρατιωτικών δημοσίων υπαλλήλων και σε κάθε περίπτωση διαφέρουν από τους πολιτικούς υπαλλήλους, καθώς δεν εφαρμόζεται σε αυτούς η συνταγματική αρχή της μονιμότητας μολονότι κατέχουν οργανικές θέσεις και μάλιστα στον σκληρό πυρήνα του κράτους, η κατάργηση των οποίων είναι ανεπίτρεπτη. Οι υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις διαφέρουν από τους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας κυρίως ως προς την αποστολή και το αντικείμενο δράσης τους, όμως ο χαρακτήρας της αποστολής, ο τρόπος οργάνωσης και η ιεραρχία τους εμφανίζουν κοινά σημεία. Ειδικότερα, η Ελληνική Αστυνομία είναι ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας που διέπεται από ειδικούς οργανικούς νόμους και παρουσιάζει ιεραρχία και πειθαρχία αντίστοιχες της στρατιωτικής. Υπάγεται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Έχει ως αποστολή της, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν 2800/2000, την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, αλλά και την αντιμετώπιση κάθε έκτακτης ανάγκης που προκύπτει από θεομηνίες και ατυχήματα ή άλλες καταστροφές σε περίοδο ειρήνης ή πολέμου, σε συνεργασία με τις συναρμόδιες αρχές και Υπηρεσίες, καθώς και στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας, σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις. Το Λιμενικό Σώμα είναι επίσης ένοπλο Σώμα με στρατιωτική οργάνωση και αρμοδιότητες την ασφάλεια και την υποστήριξη της ναυτιλίας. Το προσωπικό του έχει την ιδιότητα του στρατιωτικού. Υπάγεται στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας αποτελεί και το Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και έχει ιδιαίτερη ιεραρχία και κανόνες πειθαρχίας, αντίστοιχους της στρατιωτικής.
Ορίζοντας την έννοια του σώματος ασφαλείας πρέπει να σημειωθεί ότι βασικά πρόκειται για αυτοτελές οργανικό σύνολο με ξεχωριστή διοίκηση. Η λέξη «ασφάλεια» αφορά στον επιδιωκόμενο από το σώμα σκοπό, δηλαδή αυτόν της προστασίας της συνολικής δημόσιας ασφάλειας του κράτους. Πρόκειται, συ-
Σελ. 20
νεπώς, για συγκερασμό ενός τυπικού κι ενός ουσιαστικού κριτηρίου. Το τυπικό κριτήριο είναι να υφίσταται ως σώμα μια αυτοτελώς οργανωμένη υπηρεσία και το ουσιαστικό να παρέχει υπηρεσία ασφαλείας για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης.
Οι ένοπλες δυνάμεις έχουν ως αποστολή τους τη διασφάλιση της εθνικής άμυνας, τη διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας, την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και των Ελλήνων πολιτών έναντι εξωτερικών απειλών και επιθέσεων. Η αρχηγία τους ανατίθεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ η διοίκησή τους ασκείται από την κυβέρνηση (άρθρο 45 Συντάγματος).
Γ. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας
Για τους στρατιωτικούς αλλά και τα στρατιωτικώς οργανωμένα σώματα ισχύει η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης, η οποία έχει θεμελιωθεί νομολογιακά στα άρθρα 45, 23§2 και 29§3 του Συντάγματος. Οι στρατιωτικοί υπάλληλοι λόγω της ιδιαίτερης αποστολής τους και της σημασίας της για το κράτος, των σκοπών που υπηρετούν, της επικινδυνότητας του επαγγέλματός τους και των ιδιαίτερων συνθηκών άσκησής του αντιμετωπίζονται ευνοϊκότερα από τον νομοθέτη κατά τη διαμόρφωση του μισθολογίου τους συγκριτικά με άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων. Η αρχή αυτή ως θεσμική εγγύηση εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του στρατιωτικού προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και λειτουργεί αντισταθμιστικά των συνθηκών εκτέλεσης των καθηκόντων τους, οι οποίες εγκυμονούν αυξημένους κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική τους ακεραιότητα. Ακόμη, αποτελεί αντιστάθμισμα και των απαγορεύσεων και περιορισμών στους οποίους αυτοί υπάγονται ως ανήκοντες στον σκληρό πυρήνα του κράτους και ενσαρκώνοντας βασικές κρατικές λειτουργίες.



