Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΝΕΓΓΥΟΥ ΠΙΣΤΩΤΗ ΣΤΗΝ ΠΤΩΧΕΥΣΗ


Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 10.5€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 30,00 € Ειδική Τιμή 25,50 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18716
Μαρκούλης Π.
Ελευθεριάδης Ν.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17Χ24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 136
  • ISBN: 978-960-654-907-6

Το ανά χείρας έργο "Η Θέση του Ενέγγυου Πιστωτή στην Πτώχευση" πραγματεύεται την έννομη κατάσταση του εμπραγμάτως ασφαλισμένου πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία, όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τον νέο Πτωχευτικό Κώδικα (Ν 4738/2020).

 

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου προσδιορίζεται η κομβική έννοια του ενέγγυου πιστωτή

 

Με δεδομένο ότι η εμπράγματη ασφάλεια αποτελεί τη συνηθέστερη μορφή ασφάλειας στις συναλλαγές, το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στους μηχανισμούς οριοθέτησης της σύστασης εμπραγμάτων ασφαλειών επί αντικειμένων της πτωχευτικής περιουσίας: στην πτωχευτική απαλλοτρίωση και την πτωχευτική ανάκληση.

 

Στο τρίτο κεφάλαιο εκτίθενται αναλυτικά οι δυνατότητες ικανοποίησης του ενέγγυου πιστωτή και, μέσω αυτής, αναδεικνύονται τα πλεονεκτήματα που ο ενέγγυος πιστωτής διαθέτει σε σχέση με τους ανέγγυους (ή εγχειρόγραφους πιστωτές). Ταυτόχρονα επισκοπούνται οι έννομες συνέπειες της κήρυξης της πτώχευσης επί των απαιτήσεων των ενέγγυων και ανέγγυων πιστωτών. 

 

Ακολουθεί, στο τέταρτο κεφάλαιο, η παρουσίαση των διατάξεων του νέου Πτωχευτικού Κώδικα σχετικά με τη γενική εκποίηση και εκποίηση κατ’ ιδίαν στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, με παράλληλη προσπάθεια αντιμετώπισης δυσχερών ερμηνευτικών προβλημάτων. 

 

Τέλος, στο πέμπτο κεφάλαιο, εξετάζεται το ζήτημα της κατάταξης των απαιτήσεων στη διανομή, ένα από τα πιο κομβικά προβλήματα στην πτωχευτική διαδικασία.

 

Πρόκειται για την πρώτη μονογραφία, τόσο υπό το ισχύον όσο και υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, που καταπιάνεται με συστηματικό τρόπο με το ειδικό ζήτημα της έννομης θέσης του ενέγγυου πιστωτή στην πτώχευση. Φιλοδοξεί, δε, να φωτίσει ορισμένα σκοτεινά σημεία, που αποτελούν συνέπεια του νεοπαγούς χαρακτήρα μερικών διατάξεων του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, προτείνοντας ερμηνευτικές λύσεις, με αναφορές στη γερμανική κυρίως βιβλιογραφία. Παράλληλα, εκτίθενται με τρόπο εύληπτο περίπλοκα ζητήματα, όπως για παράδειγμα τα σχετικά με την κατάταξη των απαιτήσεων.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ VII

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ IX

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XI

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

§1. Η εξασφάλιση του πιστωτή ως ανάγκη των συναλλαγών 1

§2. Θέση του προβλήματος - Πορεία της μελέτης 2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΝΕΓΓΥΟΥ ΠΙΣΤΩΤΗ

§1. Έννοια του πτωχευτικού πιστωτή – Διάκριση σε ανέγγυους
και ενέγγυους πιστωτές 3

Α. Η έννοια του πτωχευτικού πιστωτή 3

Β. Διάκριση των πτωχευτικών πιστωτών σε ανέγγυους και
ενέγγυους 7

§2. Οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές 8

Α. Ο ενεχυρούχος δανειστής 8

Ι. Κατηγορίες του ενεχύρου 8

ΙΙ. Αντικείμενο του ενεχύρου 9

1. Ενέχυρο πράγματος 9

2. Ενέχυρο δικαιώματος 12

3. Ενέχυρο σε αξιόγραφα 14

α. Ενέχυρο επί ανωνύμων τίτλων (ΑΚ 1244) 14

β. Ενέχυρο σε ονομαστικούς τίτλους 15

γ. Ενέχυρο σε τίτλους εις διαταγή (ΑΚ 1251) 16

ΙΙΙ. Συμβατικό και νόμιμο ενέχυρο 16

1. Συμβατικό ενέχυρο 16

2. Νόμιμο ενέχυρο 16

IV. Ειδικές μορφές ενεχύρων 18

1. Πλασματικό ενέχυρο (Ν. 2844/2000) 18

2. Ενέχυρο κατά τον Ν. 3301/2004 (χρηματοοικονομική
ασφάλεια) 20

3. Το κυμαινόμενο ενέχυρο (Ν. 2844/2000) 21

Β. Ο ενυπόθηκος δανειστής 22

Ι. Η υποθήκη 23

1. Σύσταση υποθήκης 23

2. Αντικείμενο της υποθήκης 25

ΙΙ. Η προσημείωση υποθήκης 25

1. Σύσταση προσημείωσης υποθήκης 26

2. Αντικείμενο της προσημείωσης 28

§3. Ειδικές κατηγορίες εμπραγμάτως ασφαλισμένων
πιστωτών 28

Α. Καταπιστευτική μεταβίβαση κυριότητας 28

Β. Πώληση κινητού με επιφύλαξη της κυριότητας 31

§4. Οι ειδικώς προνομιούχοι πιστωτές 33

Α. Τα ειδικά προνόμια του ΚΠολΔ 34

I. Απαιτήσεις από δαπάνες για τη διατήρηση του πράγματος 34

II. Απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει ενέχυρο 35

III. Απαιτήσεις που προέκυψαν από δαπάνες για την παραγωγή
και τη συγκομιδή καρπών 35

Β. Τα ειδικά προνόμια του ΚΙΝΔ 35

Γ. Τα ειδικά προνόμια του ΚΑΔ 38

Δ. Περιπτώσεις νόμιμων ενεχύρων 38

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

§1. Πτωχευτική απαλλοτρίωση (άρθρο 93 ΠτΚ) 39

Α. Γενικά 39

Β. Νομική φύση 40

Γ. Έκταση της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης 42

Δ. Η «ανενέργεια» των πράξεων του πτωχού και η έννοια της «σύμπραξης» του συνδίκου 43

§2. Πτωχευτική ανάκληση (άρθρα 116 επ. ΠτΚ) 46

Α. Γενικά 46

Β. Νομική φύση 47

Γ. Έκταση της πτωχευτικής ανάκλησης 47

Δ. Το «επιζήμιο» της πράξης 49

Ε. Ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου 51

ΣΤ. Η έννοια της «ομάδας των πιστωτών» 52

Ζ. Η σύσταση εμπράγματης ασφάλειας και παροχή ασφάλειας
ενοχικής φύσης ως πράξη υποχρεωτικής ανάκλησης 52

Η. Παρέκκλιση: οι ευνοϊκές διατάξεις του ΝΔ
της 17.07/13.08.1923 54

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΕΓΓΥΟΥ ΠΙΣΤΩΤΗ

§1. Προδιάθεση 59

§2. Η ενοχική αγωγή 60

Α. Έννοια 60

Β. Οι συνέπειες της πτώχευσης για τους πτωχευτικούς πιστωτές
ως προς τις ενοχικές αξιώσεις τους 60

Ι. Η αναστολή των ατομικών διώξεων και η διακοπή
των εκκρεμών δικών 60

ΙΙ. Παύση της τοκογονίας 62

ΙΙΙ. Πλασματική λήξη των απαιτήσεων 63

IV. Η παροχή τίτλου προς εγγραφή υποθήκης 63

§3. Η εμπράγματη αγωγή 64

Α. Έννοια 64

Β. Οι συνέπειες της πτώχευσης για τους ενέγγυους πιστωτές 65

Ι. Διατήρηση των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων 66

1. Η εξαίρεση των ενέγγυων πιστωτών από την αναστολή
των ατομικών διώξεων 66

2. Ο χρονικός περιορισμός της εξαίρεσης 68

3. Επάνοδος στον κανόνα: η αναστολή ειδικής φύσης λόγω
διαδικασίας εκποίησης συνόλου 69

4. Επάνοδος στην εξαίρεση: περάτωση της διαδικασίας εκποίησης 71

5. Ικανοποίηση από το υπέγγυο 71

α. Ολοσχερής ικανοποίηση από το υπέγγυο 71

β. Μερική ικανοποίηση από το υπέγγυο 71

6. Παραίτηση του ενέγγυου πιστωτή από τα δικαιώματά του 72

7. Τύχη της ασφάλειας επί εκποίησης του υπέγγυου
από τον σύνδικο 72

8. Κήρυξη της πτώχευσης εκκρεμούσης της ατομικής
αναγκαστικής εκτέλεσης 73

ΙΙ. Μη εφαρμογή της πλασματικής λήξης της εμπράγματης
αξίωσης 74

IΙΙ. Παύση της τοκογονίας της εμπράγματης αξίωσης 74

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ

§1. Χρόνος έναρξης της διαδικασίας ρευστοποίησης 77

§2. Τρόποι ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας 77

 

§3. Η γενική ρευστοποίηση 79

Α. Γενικά-Οι έννοιες της «επιχείρησης» και του «λειτουργικού
συνόλου» 79

Β. Διαδικασία 80

Γ. Αποτελέσματα 83

§4. Η εκποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων 84

Α. Γενικά 84

Β. Το προβάδισμα των ενέγγυων πιστωτών 85

Γ. Διαδικασία 85

Δ. Αποτελέσματα 87

Ε. Ένδικα βοηθήματα κατά των πράξεων εκποίησης; 88

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΕΓΓΥΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ

§1. Ο πίνακας διανομής 91

§2. Η κατάταξη των πιστωτών - Συρροή προνομίων 92

Α. Ποσό προς διανομή που δεν προέρχεται από την εκποίηση
υπέγγυων αντικειμένων 92

Ι. Προαφαίρεση διαδικαστικών δαπανών 92

ΙΙ. Γενικώς προνομιούχοι πιστωτές 93

ΙΙΙ. Εγχειρόγραφοι πιστωτές 94

ΙV. Πιστωτές τελευταίας τάξης (μειωμένης εξασφάλισης) 94

V. Περίσσευμα 95

B. Ποσό προς διανομή που προέρχεται από την εκποίηση υπέγγυων αντικειμένων 95

I. Όταν στην εκποίηση προέβη ο σύνδικος 95

1. Ενέγγυοι πιστωτές (: ειδικά προνομιούχοι πιστωτές) 95

2. Γενικώς προνομιούχοι πιστωτές του ΠτΚ 95

3. Οι προσημειούχοι πιστωτές 96

4. Εγχειρόγραφοι πιστωτές και πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης 96

II. Όταν στην εκποίηση προέβη ο ενέγγυος πιστωτής 96

1. Ενέγγυοι πιστωτές (: ειδικά προνομιούχοι πιστωτές) 96

2. Γενικώς προνομιούχοι πιστωτές 98

3. Οι προσημειούχοι πιστωτές 98

4. Εγχειρόγραφοι πιστωτές και πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης 98

5. Οι ομαδικοί πιστωτές 98

III. Ειδικές περιπτώσεις 99

1. Πιστωτές που οι απαιτήσεις τους προβλήθηκαν
ή αμφισβητήθηκαν με ανακοπή 99

α. Απαιτήσεις προβληθείσες με ανακοπή 99

β. Απαιτήσεις αμφισβητηθείσες με ανακοπή 99

2. Συμμετοχή ενέγγυων πιστωτών σε διανομές μη προερχόμενων
από εκποίηση υπέγγυων πραγμάτων 100

α. Εάν η διανομή από το υπέγγυο ακίνητο προηγείται ή γίνεται
ταυτόχρονα με τις άλλες διανομές (άρθρο 169 παρ. 1 ΠτΚ) 100

β. Εάν η διανομή από το υπέγγυο ακίνητο έπεται των λοιπών
διανομών (άρθρο 169 παρ. 2, 5 και 6 ΠτΚ) 101

γ. Σε κάθε περίπτωση διανομής από υπέγγυο ακίνητο, ασχέτως
του πότε γίνεται (άρθρο 169 παρ. 3 και 4 ΠτΚ) 102

3. Εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου ή επιμέρους
λειτουργικών συνόλων αυτής 102

4. Τυχαία κατατασσόμενες απαιτήσεις 103

§3. Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης 103

Α. Η ρύθμιση του νέου ΠτΚ 103

Β. Συγκριτικές παρατηρήσεις σε σχέση με την ανακοπή
του άρθρου 161 παρ. 1 πΠτΚ 105

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 107

ΠΙΝΑΚΑΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ 109

1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

§1. Η εξασφάλιση του πιστωτή ως ανάγκη των συναλλαγών

  1. 1

Στο Αστικό Δίκαιο η παροχή ασφαλειών για την ασφάλιση μίας απαίτησης στοχεύει στην εξασφάλιση του δανειστή από τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη[1]. Θεμέλιο της οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί η παροχή πιστώσεων για σκοπούς επενδυτικούς, παραγωγικούς και καταναλωτικούς. Όμως, η παροχή πιστώσεων ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο της μη είσπραξης του κεφαλαίου και των τόκων του, οι οποίοι αποτελούν το αντίτιμο που πληρώνει ο πιστούχος για τη χρήση ξένου κεφαλαίου. Έτσι, προκειμένου να προστατευθεί από τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη-πιστούχου, ο πιστοδότης εξαρτά συνήθως τη χορήγηση πίστης από την παροχή ασφαλειών.

  1. 2

Η σημασία της εξασφάλισης του πιστωτή φάνηκε ιδίως στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία σημαδεύτηκε από την αστραπιαία και ταυτόχρονη καθοδική πορεία πολυάριθμων επιχειρήσεων του πιστωτικού τομέα. Στην Ισλανδία το τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε μέσα σε μία εβδομάδα[2]. Σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης λήφθηκαν μέτρα για τη διάσωση των πιστωτικών ιδρυμάτων[3]. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όλες οι αμιγώς επενδυτικές τράπεζες, όπως η Lehman Brothers, η Bear Stearns και η Morgan Stanley βρέθηκαν σε κατάσταση υπαρξιακής κρίσης.

  1. 3

Η εξασφάλιση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη μπορεί να επιτευχθεί με την παροχή εμπράγματης ασφάλειας (ενέχυρο επί κινητού, υποθήκη και προσημείωση υποθήκης επί του δικαιώματος κυριότητας ακινήτου ή επί δικαιώματος επικαρπίας επί ακινήτου, καταπιστευτική μεταβίβαση κυριότητας κινητού) ή/και με την παροχή προσωπικής ή ενοχικής ασφάλειας, συνήθως εγγύησης (ΑΚ 847-870). Η εμπράγματη ασφάλεια, μολονότι δεν στερείται μειονεκτημάτων[4], προσφέρει στον δανειστή περισσότερα πλεονεκτήματα σε σχέση με την προσωπική: πρώτον, τα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας δεν θίγονται σε περίπτωση διάθεσης του βεβαρυμένου πράγματος, αλλά εξακολουθούν να βαρύνουν το πράγμα και δεσμεύουν τους διαδόχους. Δεύτερον,

2

ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος πιστωτής δεν καταλαμβάνεται από την αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων σε περίπτωση κήρυξης του οφειλέτη σε πτώχευση. Τρίτον, ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος πιστωτής, τόσο σε περίπτωση ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης όσο και στο πλαίσιο συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης (πτώχευση), ικανοποιείται προνομιακά από το εκποιούμενο πράγμα, επί του οποίου έχει δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας.

  1. 4

Πέραν των παραπάνω μορφών ασφάλειας, που συστήνονται με συμφωνία των μερών (δανειστή, οφειλέτη και, επί προσωπικών ασφαλειών, του εγγυητή) ο νόμος προβλέπει διάσπαρτα προνόμια για ορισμένες κατηγορίες πιστωτών, τα οποία επιτρέπουν την προνομιακή ικανοποίησή τους από την περιουσία του οφειλέτη. Οι λόγοι που επιτάσσουν τη νομοθετική πρόβλεψη αυτών των προνομίων είναι ποικίλοι και εξετάζονται επ’ ευκαιρία της ανάπτυξης του κυρίου θέματος της παρούσας.

§2. Θέση του προβλήματος - Πορεία της μελέτης

  1. 5

Υπό το φως των παραπάνω, η παρούσα εργασία εστιάζει και σκοπεί στην ανάλυση της έννομης θέσης του ενέγγυου πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία υπό τον νέο Πτωχευτικό Κώδικα (ΠτΚ), ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν. 4738/2020 και τροποποιήθηκε διαδοχικά μέχρι σήμερα (02.10.2022) με τους Ν. 4818/2021, Ν. 4820/2021, Ν. 4821/2021, Ν. 4842/2021, Ν. 4850/2021, Ν. 4876/2021, ΠΝΠ 28.01/29.01/2022, Ν. 4915/2022, Ν. 4916/2022, Ν. 4941/2022, Ν. 4949/2022, ΚΥΑ 122836 ΕΞ 2022 και Ν. 4972/2022.

  1. 6

Όπως αναλυτικά εκτίθεται στο πρώτο κεφάλαιο, ο όρος «ενέγγυος πιστωτής» έχει αυτοτελές περιεχόμενο στο πλαίσιο του ΠτΚ. Δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη στενή έννοια του εμπραγμάτως ασφαλισμένου πιστωτή ούτε και να συγχέεται με τη διευρυμένη έννοια του προνομιούχου πιστωτή. Με δεδομένο ότι η εμπράγματη ασφάλεια αποτελεί τη συνηθέστερη μορφή ασφάλειας στις συναλλαγές, το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στους μηχανισμούς οριοθέτησης της σύστασης εμπραγμάτων ασφαλειών επί αντικειμένων της πτωχευτικής περιουσίας: στην πτωχευτική απαλλοτρίωση και στην πτωχευτική ανάκληση. Στο τρίτο κεφάλαιο εκτίθενται αναλυτικά οι δυνατότητες ικανοποίησης του ενέγγυου πιστωτή και αναδεικνύονται τα πλεονεκτήματα που διαθέτει ο ενέγγυος πιστωτής σε σχέση με τους ανέγγυους (ή εγχειρόγραφους πιστωτές). Ταυτόχρονα επισκοπούνται οι έννομες συνέπειες της κήρυξης της πτώχευσης επί των απαιτήσεων των ενέγγυων και ανέγγυων πιστωτών. Ακολουθεί, στο τέταρτο κεφάλαιο, η παρουσίαση των διατάξεων του ΠτΚ σχετικά με τη γενική εκποίηση και την εκποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, με παράλληλη προσπάθεια αντιμετώπισης δυσχερών ερμηνευτικών προβλημάτων. Τέλος, στο πέμπτο κεφάλαιο, εξετάζεται το ζήτημα της κατάταξης των απαιτήσεων στη διανομή, ένα από τα πιο κομβικά προβλήματα στην πτωχευτική διαδικασία.

3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΝΕΓΓΥΟΥ ΠΙΣΤΩΤΗ

§1. Έννοια του πτωχευτικού πιστωτή – Διάκριση σε ανέγγυους και ενέγγυους πιστωτές

Α. Η έννοια του πτωχευτικού πιστωτή

  1. 7

Κατά τον αυθεντικό νομοθετικό ορισμό που δίδεται στο άρθρο 96 §1 ΠτΚ, πτωχευτικοί είναι οι πιστωτές οι οποίοι κατά την κήρυξη της πτώχευσης έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση[5]. Πρόκειται για τον εν δυνάμει (in abstracto) πτωχευτικό πιστωτή[6], ο οποίος διακρίνεται από τον in concreto πτωχευτικό πιστωτή, δηλαδή εκείνον που, έχοντας την ιδιότητα του in abstracto πτωχευτικού πιστωτή, ανήγγειλε την απαίτησή του και αυτή, τουλάχιστον, επαληθεύτηκε. Συνεπώς, ο πτωχευτικός πιστωτής προσδιορίζεται αντικειμενικά με βάση την απαίτηση που έχει κατά του οφειλέτη, το πτωχευτικό πίστωμα[7], ο προσδιορισμός του οποίου αποβαίνει κρίσιμος για την οριοθέτηση της έννοιας του πτωχευτικού πιστωτή.

Προκειμένου ένας πιστωτής να χαρακτηρισθεί πτωχευτικός θα πρέπει να έχει (1) γεννημένη, (2) δικαστικά επιδιώξιμη (3) χρηματική απαίτηση κατά του πτωχού.

  1. 8

1. Γεννημένη είναι η απαίτηση[8], όταν έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις δημιουργίας της. Δηλαδή, θα πρέπει, πριν από τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης να υπάρχει τουλάχιστον η βασική ενοχική σχέση από την οποία πηγάζει

4

η απαίτηση[9]. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης πρέπει να πληρούται το πραγματικό που θεμελιώνει την απαίτηση, δηλαδή, να υφίσταται ο οργανισμός της ενοχής (Schuldrechtsorganismus), έστω και αν η απαίτηση ως υποχρέωση εμφανίζεται μετά την κήρυξη της πτώχευσης[10]. Η απαίτηση δεν πρέπει να πηγάζει απαραίτητα από ενοχικές σχέσεις, αλλά και από εμπράγματες[11], οικογενειακές και κληρονομικές έννομες σχέσεις[12]. Πτωχευτικά πιστώματα συνιστούν και οι απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία[13]. Όσον αφορά ειδικότερα στην αναγωγική αξίωση του συνοφειλέτη (ΑΚ 487) ή εγγυητή (ΑΚ 858) του πτωχού, αυτή αποτελεί πτωχευτικό πίστωμα υπό την αίρεση της καταβολής, εκ μέρους τους, του χρέους του οφειλέτη, πτωχού, στον δανειστή, ακόμα κι αν ο τελευταίος έχει αναγγείλει την απαίτησή του στην πτωχευτική διαδικασία (άρθρο 102 §3 ΠτΚ)[14]. Πτωχευτικός πιστωτής είναι και εκείνος που εξοφλεί πτωχευτικό χρέος και ανάγεται κατά του πτωχού βάσει της εσωτερικής σχέσης που τους συνδέει (σχέση αξίας, Valutaverhältnis)[15].

  1. 9

Όσον αφορά στις μελλοντικές απαιτήσεις, αυτές δεν αποτελούν πτωχευτικά πιστώματα και, εάν γεννηθούν, αποτελούν μεταπτωχευτικές αξιώσεις (πρβλ. όμως το «σκοτεινό» άρθρο 100 §2 ΠτΚ)[16]. Δεν αποτελούν, επίσης, πτωχευτικά

5

πιστώματα οι αξιώσεις των εταίρων κατά της πτωχευσάσης εταιρείας για επιστροφή των εισφορών τους. Τούτο, επειδή οι εισφορές (συν)αποτελούν την πτωχευτική περιουσία και ικανοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης της εταιρείας[17].

  1. 10

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ειδικό πρόβλημα, εάν οι πιστωτές του πτωχού, ο οποίος ευθύνεται βάσει της ΑΚ 479, αποτελούν ή όχι πτωχευτικούς πιστωτές. Η απάντηση εξαρτάται από τη θέση που λαμβάνει κανείς επί του ζητήματος της έκτασης της ευθύνης του αποκτήσαντος την επιχείρηση: κατά μία άποψη[18], ο αποκτήσας ευθύνεται μέχρι το χρηματικό ποσό, στο οποίο αποτιμάται η αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων (pro viribus, λογιστική ευθύνη). Υπό την άποψη αυτή, οι πιστωτές θα μετάσχουν κανονικά στην πτώχευση του αποκτήσαντος την περιουσία/επιχείρηση πτωχού και θα ικανοποιηθούν από το σύνολο της περιουσίας. Κατά άλλη άποψη, όμως, ο αποκτήσας ευθύνεται μόνο με τα ίδια τα μεταβιβασθέντα στοιχεία (cum viribus)[19]. Υπό την εκδοχή αυτή, εύστοχα παρατηρείται ότι θα ελλείπει και το έννομο συμφέρον των πιστωτών αυτών να ζητήσουν ακόμη και την κήρυξη της πτώχευσης[20].

  1. 11

2. Δικαστικώς επιδιώξιμη είναι η απαίτηση, όταν η δικαστική άσκησή της δεν εμποδίζεται από νομικούς λόγους[21] ή, κατ’ άλλη διατύπωση, όταν αυτή είναι εναγώγιμη[22]. Οι νομικοί λόγοι που εμποδίζουν τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης και, παραπέρα, την έναρξη της παραγραφής είναι δυνατό να ενταχθούν σε δύο κατηγορίες: στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ορισμένες αναβλητικές ενστάσεις που, όταν προταθούν, επιφέρουν ως έννομη συνέπεια τον αποκλεισμό, για ορισμένο χρονικό διάστημα, της δικαστικής επιδίωξης της αξίωσης. Εξαιρείται η ένσταση μη ληξιπροθέσμου της απαίτησης, λόγω της πλασματικής λήξης των απαιτήσεων με την κήρυξη της πτώχευσης (άρθρο 98 ΠτΚ). Επίσης, οι ενστάσεις επίσχεσης (ΑΚ 325), του μη εκπληρωθέντος / μη προσηκόντως

6

εκπληρωθέντος συναλλάγματος (ΑΚ 374) και της διζήσεως (ΑΚ 855) δεν εμποδίζουν τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν ορισμένοι λόγοι που ορίζονται ειδικά στον νόμο ως νομικά κωλύματα που εμποδίζουν τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (λ.χ. ΑΚ 1858)[23].

  1. 12

Ζήτημα ανακύπτει σχετικά με τις φυσικές (ατελείς) ενοχές. Υποστηρίζεται ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν αποκλείονται[24]. Κατ’ άλλη άποψη, οι ατελείς ενοχές αποκλείονται από την πτωχευτική διαδικασία, εκτός από την αξίωση που έχει υποκύψει σε παραγραφή, επειδή η παραγραφή μπορεί, απλώς, να προταθεί κατ’ ένσταση (ένσταση συνείδησης). Ορθότερη είναι η δεύτερη άποψη: δεδομένου ότι οι ατελείς ενοχές δεν μπορούν να αναγνωριστούν και να πραγματωθούν δια της δικαστικής οδού, θα ήταν συστηματικά άτοπο να μπορούν να υπαχθούν στην πτωχευτική διαδικασία, η οποία αποτελεί συλλογική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης[25].

  1. 13

3. Η αξίωση πρέπει να είναι χρηματική. Τούτο επιτάσσει η ισχύουσα στο πτωχευτικό δίκαιο αρχή της χρηματικής εκκαθάρισης (Geldliquidation) σε αντιδιαστολή με την αρχή της φυσικής (in natura) αποκατάστασης. Υποστηρίζεται ότι δεν αρκεί η απαίτηση να είναι αποτιμητή σε χρήμα, αλλά πρέπει να είναι εν στενή εννοία χρηματική[26]. Κρατούσα είναι, όμως, η αντίθετη άποψη, κατά την οποία αρκεί η απαίτηση να είναι αποτιμητή σε χρήμα[27]. Στη Γερμανία, η αντίστοιχη διάταξη της InsO (§38) αναφέρεται σε περιουσιακή αξίωση (Vermögensanspruch), οπότε οι πιστωτές αναγγέλλονται για τη χρηματική αξία της αξίωσης (§45 InsO).

  1. 14

Να επισημανθεί ότι ως χρηματική λογίζεται και η αξίωση η οποία, ενώ in obligatione έδιδε δικαίωμα σε παροχή μη χρηματική, in solutione δίδει δικαίωμα σε χρηματική παροχή. Κρίσιμο είναι, όμως, το χρονικό σημείο κατά το οποίο η μη χρηματική παροχή αλλοιώθηκε σε χρηματική: πρέπει η εν λόγω (αντικειμενική) αλλοίωση να έλαβε χώρα πριν την κήρυξη της πτώχευσης ή αρκεί να συνέβη και μετά την κήρυξή της; Επί του θέματος παρατηρείται διχοστασία, η οποία δεν έχει προσεχθεί. Κατά μία άποψη, οι μη χρηματικές απαιτήσεις πρέπει να τράπηκαν σε απαιτήσεις αποζημίωσης πριν την κήρυξη της πτώχευσης[28]. Υποστηρίζεται, όμως, ότι η αλλοίωση του αντικειμένου της παροχής μπορεί να επέλθει και μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ως συνέπεια της λύσης της σύμβασης λόγω της κήρυξης του ενός συμβαλλομένου σε πτώχευση

7

(άρθρο 103 ΠτΚ) ή της ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης (άρθρο 125 §2 ΠτΚ)[29].

  1. 15

4. Η διάταξη του άρθρου 96 §1 ΠτΚ αποσαφηνίζει ότι η απαίτηση του πτωχευτικού πιστωτή πρέπει να είναι ενοχική. Παρατηρείται ότι η αναφορά σε ενοχική απαίτηση είναι πλεοναστική[30]. Ωστόσο, καθίσταται σαφές, μέσω αυτής της αποσαφήνισης του νομοθέτη, ότι οι εμπράγματες αξιώσεις (όχι οι ενοχικές αξιώσεις από εμπράγματο δικαίωμα[31]) δεν είναι πτωχευτικές.

  1. 16

Τέλος, είναι αδιάφορος ο νομικός λόγος της απαίτησης. Μπορεί να προέρχεται από την ιδιωτική ή την επιχειρηματική δράση του οφειλέτη[32].

Β. Διάκριση των πτωχευτικών πιστωτών σε ανέγγυους και ενέγγυους

  1. 17

Οι πτωχευτικοί πιστωτές ανάλογα με τον νομικό εξοπλισμό της απαίτησής τους διακρίνονται σε ανέγγυους (ή εγχειρόγραφους) και σε ενέγγυους.

  1. 18

Ανέγγυοιεγχειρόγραφοι, κατά την παραδοσιακή ορολογία)[33] ονομάζονται οι πτωχευτικοί πιστωτές, όταν οι απαιτήσεις τους δεν είναι ασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια (ενέχυρο ή υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης) ή εξοπλισμένες με κάποιο άλλο (ειδικό) προνόμιο (άρθρο 96 παρ. 1 περ. α’ ΠτΚ), ανεξάρτητα από την περαιτέρω δυνατότητα να ανήκουν και στις κατηγορίες των πιστωτών με γενικό προνόμιο[34] ή τελευταίας τάξης[35]. Αυτό σημαίνει ότι στην κατηγορία των ανέγγυων πιστωτών ανήκουν και οι πιστωτές που έχουν γενικό προνόμιο ή είναι τελευταίας τάξης. Απλώς, ανάλογα με την ειδικότερη (υπο)κατηγορία στην οποία υπάγονται διαφοροποιείται η σειρά ικανοποίησής τους.

8

  1. 19

Ενέγγυοι ονομάζονται οι πτωχευτικοί πιστωτές, όταν οι απαιτήσεις τους είναι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή με άλλο ειδικό προνόμιο επί συγκεκριμένου αντικειμένου της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 96 παρ. 1 περ. γ’ ΠτΚ)[36]. Οι επιμέρους κατηγορίες των ενέγγυων πιστωτών εξετάζονται αμέσως παρακάτω.

§2. Οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές

  1. 20

Στην κατηγορία των ενέγγυων πιστωτών ανήκουν καταρχάς εκείνοι οι δανειστές του πτωχού, των οποίων η απαίτηση είναι εξοπλισμένη με μία εμπράγματη ασφάλεια, δηλαδή με ενέχυρο (Α) ή υποθήκη (Β).

Α. Ο ενεχυρούχος δανειστής

  1. 21

Οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση είναι εξοπλισμένη με ενέχυρο συσταθέν επί πράγματος που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία ικανοποιούνται προνομιακά[37]. Το ενέχυρο μπορεί να έχει συσταθεί συμβατικά ή με βάση τον νόμο[38].

Ι. Κατηγορίες του ενεχύρου

  1. 22

Ανάλογα με τον τρόπο σύστασής του το ενέχυρο διακρίνεται σε συμβατικό (άρθρα 1209 επ. ΑΚ) και νόμιμο (άρθρο 1246 ΑΚ), ενώ με αναφορά στο αντικείμενο του ενεχύρου γίνεται διάκριση σε ενέχυρο κινητού πράγματος (άρθρο 1209 ΑΚ· πρβλ. §§1204 ff. BGB) και ενέχυρο δικαιώματος (άρθρα 1247, 1248 επ. και 1256 ΑΚ· πρβλ. §§1273 ff. BGB). Ειδική κατηγορία ενεχύρου -με κριτήριο το αντικείμενό του- αποτελεί το ενέχυρο αξιογράφων (άρθρα 1251, 1255 ΑΚ).

Με κριτήριο τον τρόπο σύστασής του, ιδιαίτερη κατηγορία ενεχύρου αποτελεί το πλασματικό ενέχυρο, το οποίο συστήνεται χωρίς να απαιτείται παράδοση του πράγματος στον δανειστή ή σε τρίτο (άρθρα 1211, 1212 ΑΚ). Η ελλείπουσα (λόγω μη παράδοσης του κινητού) δημοσιότητα επιτυγχάνεται μέσω

9

της τήρησης ειδικών δημόσιων βιβλίων (άρθρο 1214 ΑΚ) ή μέσω άλλων διαδικασιών και διατυπώσεων κατά την εκάστοτε ειδική νομοθετική ρύθμιση. Η έννοια του πλασματικού ενεχύρου δεν πρέπει να συγχέεται με εκείνη του νομίμου ενεχύρου, καθώς είναι νοητή και η συμβατική σύσταση πλασματικού ενεχύρου.

ΙΙ. Αντικείμενο του ενεχύρου

Το ενέχυρο μπορεί να συσταθεί είτε επί κινητού πράγματος είτε επί δικαιώματος. Ειδική κατηγορία ενεχύρου αποτελεί το ενέχυρο επί αξιογράφου.

1. Ενέχυρο πράγματος

  1. 23

Μοναδικό αντικείμενο ενεχύρου είναι ξένο κινητό πράγμα ή ακριβέστερα το δικαίωμα κυριότητας πάνω στο κινητό, αφού μόνο τα δικαιώματα εκποιούνται[39].

Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί επί κάθε κινητού πράγματος, δηλαδή αντικειμένου το οποίο πληροί τους όρους της ΑΚ 947, το οποίο είναι ατομικά ορισμένο. Ακατάσχετα κατά την έννοια της ΚΠολΔ 953 μπορούν να ενεχυραστούν, αν ο οφειλέτης/ενεχυραστής παραιτηθεί από το ακατάσχετο, αφού η απαγόρευση κατάσχεσης έχει ταχθεί προς το συμφέρον του κυρίου του πράγματος, ο οποίος το ενεχυράζει[40].

Το ενέχυρο αποτελεί δικαίωμα αξίας (dingliches Verwertungsrecht). Τούτο σημαίνει ότι μόνο κινητά πράγματα που έχουν περιουσιακή αξία μπορούν να ενεχυραστούν. Εάν δοθούν ως ενέχυρο πράγματα τα οποία δεν έχουν περιουσιακή αξία το ενέχυρο είναι άκυρο, μπορεί όμως κατά μετατροπή (ΑΚ 182) να ισχύσει ως σύσταση άλλου δικαιώματος[41]. Ιδίως, όσον αφορά στην ενεχύραση εγγράφων που δεν είναι αξιόγραφα αλλά απλώς νομιμοποιητικά (λ.χ. βιβλιάρια καταθέσεων[42]) ή αποδεικτικά (λ.χ. ασφαλιστήρια συμβόλαια, χρεωστικά

10

ομόλογα), το ενέχυρο, ως τέτοιο, είναι άκυρο, αλλά μπορεί κατά μετατροπή να ισχύσει ως ενέχυρο απαίτησης ή να συνιστά εξουσιοδότηση του δανειστή για την είσπραξη της απαίτησης, όταν λήξει το ασφαλιζόμενο χρέος[43].

Αντικείμενο ενεχύρου μπορεί να αποτελέσει και το χρήμα ως κινητό πράγμα, αν τα τραπεζογραμμάτια παραδόθηκαν εξατομικευμένα (λ.χ. σε σφραγισμένο φάκελο) και αποδοτέα αυτούσια, οπότε αν λήξει το χρέος ο δανειστής δικαιούται σε αυτοκαταβολή[44]. Γενικότερα, τα αναλωτά πράγματα είναι δυνητικά αντικείμενο ενεχύρου[45]. Εάν το ενέχυρο δοθεί με τη συμφωνία ότι ο δανειστής δικαιούται να αναλώσει τα πράγματα, τότε αυτός, μετά την εξόφληση του ασφαλιζόμενου χρέους, οφείλει να αποδώσει ίση ποσότητα. Στην περίπτωση αυτή, η σύσταση του ενεχύρου ισοδυναμεί με μεταβίβαση των αναλωτών κατά κυριότητα, για αυτό διδάσκεται ότι πρόκειται για ανώμαλο ενέχυρο[46].

  1. 24

Κατά κυριολεξία, αντικείμενο του ενεχύρου δεν είναι το κινητό πράγμα (ΑΚ 947), αλλά το δικαίωμα κυριότητας επί του κινητού πράγματος ή η ιδανική μερίδα σε αυτό[47]. Ενώ, όταν ομιλούμε περί ενεχύρου επί δικαιώματος, τούτο σημαίνει ότι το δικαίωμα δεν ενσωματώνεται σε κάποιο πράγμα κατά την έννοια της ΑΚ 947. Επομένως, κατά κυριολεξία, το ενέχυρο πάντοτε συστήνεται επί δικαιώματος, όταν όμως συστήνεται επί του δικαιώματος κυριότητας ή επί ιδανικής μερίδας του συγκύριου επάνω στο πράγμα, τότε γίνεται λόγος για ενέχυρο επί πράγματος. Αυτή τη συστηματική διάκριση ακολουθεί και ο ΑΚ.

Ενόψει της παραπάνω διάκρισης, γίνεται δεκτό ότι αντικείμενο ενεχύρου μπορεί να αποτελέσει και το δικαίωμα προσδοκίας κυριότητας (ΑΚ 532), το οποίο αποτελεί περίπτωση κυριότητας υπό αναβλητική αίρεση. Εάν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση, τότε το ενέχυρο εκτείνεται επί του πλήρους δικαιώματος κυριότητας, ενώ, εάν η αίρεση ματαιωθεί, αποσβένεται και το ενέχυρο[48].

11

  1. 25

Αντικείμενο, λοιπόν, ενεχύρου μπορεί να είναι η κυριότητα επί κινητού πράγματος, όταν είναι πλήρης ή ψιλή ή περιορισμένη ή υπό αίρεση (ή προθεσμία) αναβλητική ή διαλυτική[49]. Στην τελευταία περίπτωση, όπου η κυριότητα τελεί υπο διαλυτική αίρεση (ή προθεσμία), είναι, δηλαδή, μετακλητή, μετακλητό είναι και το ενέχυρο. Αν η αίρεση πληρωθεί, το δικαίωμα του ενεχύρου αποσβένεται. Ενώ, αν η αίρεση ματαιωθεί, το δικαίωμα του ενεχύρου καθίσταται πλήρες. Όταν η κυριότητα είναι ψιλή ή περιορισμένη, το εμπράγματο βάρος προηγείται του ενεχύρου, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 1036. Εάν το εμπράγματο βάρος αποσβεσθεί, το ενέχυρο εκτείνεται επί της πλήρους κυριότητας. Αντικείμενο ενεχύρου μπορεί να αποτελεί και το δικαίωμα επικαρπίας (ΑΚ 1247). Αν συντρέχουν περισσότερα ενέχυρα επί του ιδίου δικαιώματος επικαρπίας, το μεταγενέστερο έπεται του προγενέστερου.

  1. 26

Ζήτημα ανακύπτει σχετικά με το αν το πλοίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου. Υποστηρίζεται ότι το πλοίο (κατά την έννοια του άρθρου 1 ΚΙΝΔ) δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρασης, επειδή ο ΚΙΝΔ προβλέπει ως αποκλειστικά μέσα για την εξυπηρέτηση της ναυτικής πίστης τη ναυτική, απλή και προτιμώμενη, υποθήκη (ΚΙΝΔ 195 επ. και ΝΔ 3899/1958) και την καταπιστευτική μεταβίβαση της κυριότητας επί του πλοίου (ΚΙΝΔ 190 επ.)[50]. Συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, το πλοίο χαρακτηρίζεται ως sui generis κινητό, διότι, μολονότι αποτελεί κινητό πράγμα κατά την έννοια της ΑΚ 947, ο ΚΙΝΔ ρυθμίζει ορισμένες έννομες σχέσεις που αφορούν στο πλοίο κατά τρόπο ανάλογο προς αντίστοιχες των διατάξεων του ΑΚ για τα ακίνητα. Άλλωστε, παρατηρείται ότι η ενεχύραση του πλοίου είναι πρακτικά ανέφικτη και δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, αφού απαιτείται παράδοση του πλοίου στον δανειστή[51]. Υποστηρίζεται, όμως, και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία, το πλοίο, όπως κάθε κινητό, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου[52]. Κατά τη γνώμη αυτή, η αποδοχή της θέσης ότι το πλοίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου αποκτά πρακτική σημασία στις περιπτώσεις που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ΚΙΝΔ ή/και του ΝΔ 3899/1958, ιδίως οι προϋποθέσεις σχετικά με τη χωρητικότητα του πλοίου. Ορθότερη είναι, κατά τη γνώμη μου, η θέση ότι δεν είναι δυνατή η σύσταση ενεχύρου επί του πλοίου κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΙΝΔ. Εάν, όμως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό του πλωτού ναυπηγήματος ως πλοίου

12

(οπότε δεν θα πληρούνται, κατά λογική αναγκαιότητα, και οι προϋποθέσεις του ΝΔ 3899/1958), τότε είναι επιτρεπτή η σύσταση ενεχύρου επί αυτού[53].

  1. 27

Το ενέχυρο εκτείνεται και επί των παραρτημάτων, εάν δεν ορίζεται άλλως (πρβλ. §314 BGB). Περιλαμβάνει, δε, τα κατά τις ΑΚ 953, 955 συστατικά. Όσον αφορά στο επουσιώδες συστατικό, το ζήτημα στασιάζεται: ορθότερη είναι η άποψη που δέχεται τη δυνατότητα σύστασης ενεχύρου επί του επουσιώδους συστατικού, καθώς τούτο αποτελεί αυτοτελές πράγμα[54].

  1. 28

Αντικείμενο ενεχύρου δεν μπορεί να αποτελέσει πράγμα μέλλον να κατασκευασθεί, διότι δεν είναι εφικτή η τήρηση του παραδοτικού τύπου της ΑΚ 1211. Όμως, εάν συναφθεί η ενεχυρική συμφωνία της ΑΚ 1211, τότε το ενέχυρο συστήνεται τη στιγμή της παράδοσης του κινητού πράγματος στον δανειστή ή στον ενεχυροφύλακα[55].

2. Ενέχυρο δικαιώματος

  1. 29

Κατά την ΑΚ 1247 και το δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η συγκεκριμένη διάταξη. Ιδίως, πρέπει το δικαίωμα να είναι περιουσιακό[56] και να είναι μεταβιβάσιμο. Επομένως, δεν μπορούν να ενεχυρασθούν δικαιώματα επί των οποίων ο οφειλέτης (ή ο τρίτος) δεν έχει δικαίωμα διάθεσης (ΑΚ 175, 176, 464, 1166). Επίσης, αν πρόκειται για εμπράγματο δικαίωμα, προκειμένου αυτό να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, θα πρέπει, κατά την κρατούσα άποψη, να αφορά σε κινητό πράγμα. Έτσι, δεν επιτρέπεται η ενεχυρίαση του δικαιώματος επικαρπίας επί ακινήτου, διότι τούτο θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη σύσταση ενεχύρου επί ακινήτου[57].

  1. 30

Δικαίωμα υπό αίρεση ή μελλοντικό (επαρκώς, όμως, προσδιοριζόμενο στη σύμβαση ενεχύρασης) μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου[58].

  1. 31

Η ΑΚ 1248 (πρβλ. BGB § 1273 Abs. 1) αναφέρεται στο ενέχυρο επί απαίτησης. Ειδικές διατάξεις για το ενέχυρο απαίτησης περιέχονται στις ΑΚ 1248, 1249, 1250, 1252 και 1253-1254, ενώ στα άρθρα 35 επ. του ΝΔ 17.7.1923 διαλαμβάνονται ιδιαίτερες ρυθμίσεις για το ενέχυρο υπέρ ανωνύμων εταιρειών και πιστωτικών

13

ιδρυμάτων[59]. Στο ενέχυρο επί απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο επί πράγματος, εφόσον οι παραπάνω διατάξεις του ΑΚ αφήνουν κενό[60]. Στην πράξη, αντί της ενεχύρασης της απαίτησης, χρησιμοποιείται ως ευχερέστερη η καταπιστευτική εκχώρηση απαίτησης[61].

  1. 32

Η απαίτηση πρέπει να είναι μεταβιβάσιμη (πρβλ. BGB § 1274 Abs. 2). Άρα, αποκλείονται όσες απαιτήσεις είναι ανεκχώρητες, ακατάσχετες[62] (ΑΚ 464, ΚΠολΔ 958) ή προσωποπαγείς (λ.χ. ΑΚ 933, εκτός αν αναγνωρίστηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε για αυτήν αγωγή).

  1. 33

Η απαίτηση, κατ’ αντιστοιχία με τις γενικές προϋποθέσεις ενεχύρασης κάθε δικαιώματος, πρέπει να είναι περιουσιακής φύσης, να είναι μεταβιβάσιμη και, κατά την κρατούσα γνώμη[63], αν η παροχή συνίσταται σε πράγμα, αυτό να είναι κινητό.

  1. 34

Μελλοντική απαίτηση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου. Θα πρέπει, όμως, να προσδιορίζεται επαρκώς, τουλάχιστον ως προς τη σχέση από την οποία απορρέει, διότι τούτο επιτάσσει η αρχή της ειδικότητας[64]. Δεν χρειάζεται, όμως, ο δικαιοπαραγωγικός λόγος της απαίτησης να υφίσταται κατά τον χρόνο της ενεχύρασης[65].

  1. 35

Ο Ν. 2844/2000 προβλέπει ειδικές ρυθμίσεις για τη σύσταση ενεχύρου επί επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η προσφυγή στις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου είναι δυνητική, υπό την έννοια ότι επί επιχειρηματικής απαίτησης επιτρέπεται να συσταθεί και το κοινό ενέχυρο του ΑΚ. Βασική καινοτομία του Ν. 2844/2000 αποτέλεσε η πρόβλεψη (άρθρα 11-15) του θεσμού της προαιρετικής εγγραφής των επιχειρηματικών απαιτήσεων σε δημόσια βιβλία, η οποία εξυπηρετεί την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών και την ανάγκη βεβαιότητας δικαίου, ιδιαίτερα στην περίπτωση της πολλαπλής ενεχύρασης των

14

ίδιων απαιτήσεων[66]. Όπως παρατηρείται[67], η αναγγελία της ενεχύρασης της απαίτησης προς τον οφειλέτη δεν εξυπηρετεί εξίσου τους ίδιους σκοπούς.

3. Ενέχυρο σε αξιόγραφα

  1. 36

Η ενεχύραση του αξιογράφου αποτελεί ειδικότερη μορφή ενεχύρασης δικαιώματος, καθώς αντικείμενο του ενεχύρου αποτελεί το δικαίωμα που ενσωματώνεται (εγχαρτώνεται) στο αξιόγραφο και όχι το χαρτί. Ωστόσο, επειδή ο ΑΚ περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με το ενέχυρο επί αξιογράφων (AK 1251, 1255· πρβλ. BGB §§ 1292, 1293), η ενεχύραση αξιογράφου συνηθίζεται να εξετάζεται ξεχωριστά στα συστηματικά έργα του εμπραγμάτου δικαίου.

  1. 37

Με βάση τη θεμελιώδη διάκριση των αξιογράφων σε ανώνυμα αξιόγραφα, ονομαστικά αξιόγραφα και αξιόγραφα σε διαταγή, διακρίνουμε αντίστοιχα και το ενέχυρο σε αξιόγραφα[68].

α. Ενέχυρο επί ανωνύμων τίτλων (ΑΚ 1244)

  1. 38

Ανώνυμοι τίτλοι, κατά την έννοια της ΑΚ 1244 §1, είναι τα αξιόγραφα, στα οποία ως φορέας του ενσωματωμένου δικαιώματος αναγνωρίζεται ο νόμιμος κάτοχος του χαρτιού. Περιεχόμενο του ενσωματωμένου στον τίτλο δικαιώματος μπορεί να είναι είτε υπόσχεση παροχής στον κομιστή (ανώνυμο χρεόγραφο, ΑΚ 888) είτε διαταγή στον κομιστή είτε σύνθετο δικαίωμα (λ.χ. τα προσωπικά και διοικητικά δικαιώματα που απορρέουν από τη μετοχική σχέση με την ΑΕ)[69]. Κατά την ΑΚ 1244 εδ. α’, στο ενέχυρο ανώνυμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο κινητών (πρβλ. BGB § 1293). Δηλαδή, η σύσταση του ενεχύρου, η ενεχυρική σχέση, η εκποίηση του ενεχυράσματος και η απόσβεση του ενεχύρου ρυθμίζονται από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για το ενέχυρο πράγματος, εκτός αν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση (π.χ. ΑΚ 1244 εδ. β’, 1245)[70].

  1. 39

Το ενέχυρο επί ανωνύμου τίτλου καταλαμβάνει και τα προσαρτημένα τοκομερίδια και μερισματόγραφα (ΑΚ 1244 εδ. β’· πρβλ. BGB § 1296), τα οποία αποτελούν

15

(ηρτημένους) πολιτικούς καρπούς του οικείου αξιογράφου[71], υπό την προϋπόθεση ότι ο ανώνυμος τίτλος παραδόθηκε στον δανειστή. Εάν, όμως, το ενεχυρασθέν αξιόγραφο παραδόθηκε σε τρίτον, το ενέχυρο δεν επεκτείνεται, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας[72], και στα μερισματόγραφα και τα τοκομερίδια. Εάν εκδοθούν νέα τοκομερίδια ή μερισματόγραφα κατά τη διάρκεια του ενεχύρου, το ενέχυρο επεκτείνεται και σε αυτά, εφόσον ο ενεχυρούχος δανειστής είχε δικαίωμα ενεχύρου κατά την ΑΚ 1244 §2 και κατέχει και το στέλεχος ανανέωσης (πρβλ. ΑΚ 899)[73].

  1. 40

Η σύσταση ενεχύρου επί μετοχών ανώνυμης εταιρείας δεν επεκτείνεται και στο δικαίωμα προτίμησης του μετόχου μετά από πραγματική αύξηση του κεφαλαίου, διότι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφέλημα κατά την έννοια της ΑΚ 1221 εδ. 1. Αν, όμως, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου έγινε «άνευ πληρωμής», δηλαδή είτε δια κεφαλαιοποίησης των κερδών ή των αποθεματικών είτε δια αναπροσαρμογής των παγίων στοιχείων της εταιρείας και κεφαλαιοποίησης της υπεραξίας τους, το δικαίωμα ενεχύρου επί των μετοχών επεκτείνεται αυτοδίκαια και στις νέες μετοχές που θα εκδοθούν[74].

β. Ενέχυρο σε ονομαστικούς τίτλους

  1. 41

Ονομαστικοί τίτλοι ή ονομαστικά αξιόγραφα είναι εκείνα, στα οποία ως φορέας του ενσωματωμένου δικαιώματος αναγνωρίζεται αποκλειστικά το πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται στον τίτλο. Παραδείγματα τέτοιων αξιογράφων αποτελούν η ονομαστική μετοχή της ανώνυμης εταιρείας, η φορτωτική που αναγράφει ορισμένο παραλήπτη, το έγγραφο της έκταξης (ΑΚ 876) κ.λπ.

  1. 42

Ο ΑΚ, σε αντίθεση με τους ανώνυμους τίτλους, δεν διαλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις για τους ονομαστικούς τίτλους. Γίνεται δεκτό ότι επί των ονομαστικών τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο δικαιώματος και για το ενέχυρο πράγματος, κατάλληλα προσαρμοζόμενες[75]. Επίσης, με ειδικές διατάξεις ρυθμίζεται το ενέχυρο σε διάφορες μορφές ονομαστικών τίτλων, όπως π.χ. το ενέχυρο σε μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας (άρθρο 3 ΑΝ 1818/1951)[76].

Back to Top