ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ

Μετά τους νέους ΠΚ & ΚΠΔ (Ν 4637/2019)

από 31,54 € Κανονική Τιμή 37,10 €

Κανονική Τιμή 90,10 € Έως 73,94 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 13.94€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 37,10 € Ειδική Τιμή 31,54 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 17465
Τσιρίδης Π.
  • Έκδοση: 2020
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 336
  • ISBN: 978-960-622-979-4
  • Black friday εκδόσεις: 10%

Το έργο «Οι κίνδυνοι ποινικής εμπλοκής του δικηγόρου κατά την άσκηση της δικηγορίας» στοχεύει στην ανάδειξη των δυνητικών κινδύνων να εμπλακεί ο δικηγόρος σε ποινικές διαδικασίες κατά την άσκηση της δικηγορίας και σε όλο το φάσμα της (συμβουλευτική, δικαστηριακή, εξώδικη εκπροσώπηση). Φιλοδοξεί δε να επισημάνει ορισμένα σημεία που οφείλει ο δικηγόρος να προσέξει ώστε να αυτοπροστατευθεί αλλά και να διαφυλαχθεί από κακόβουλες ενέργειες τρίτων (περιλαμβανομένου και του εντολέα του), που στρέφονται εναντίον του, προκειμένου να τον κάμψουν, να τον πιέσουν ή και εμπλέξουν προσωπικά χάριν ποικίλων σκοπιμοτήτων. Όπως είναι αυτονόητο, αυτές οι επισημάνσεις δεν αφορούν τους δικηγόρους εκείνους που εκδηλώνουν δόλιες παραβατικές συμπεριφορές συνειδητά, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, και προσβάλλουν το κύρος και τις παραδόσεις του δικηγορικού σώματος.

Υπάρχουν εκτροπές του δικηγόρου οι οποίες κυμαίνονται από την αντιδεοντολογική συμπεριφορά, την πειθαρχικά ελεγκτέα, μέχρι και την ποινικά αξιόποινη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα όρια της διάκρισης δεν είναι ευκρινή, αλλά οριακά. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζονται νομολογιακές περιπτώσεις τέτοιων εκτροπών που αντιμετωπίστηκαν ως ποινικά αδικήματα και η ανάδειξη των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν την αξιόποινη συμπεριφορά του δικηγόρου, ως υποκειμένου τέλεσης ενός εγκλήματος (αυτουργικά ή συμμετοχικά). Πρόκειται συνεπώς για το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο της προσωπικής κατάστασης του δικηγόρου, ένα ποινικό δίκαιο ratione personae.

Παράλληλα, πέρα από το ούτως ειπείν (ουσιαστικό) δικηγορικό ποινικό δίκαιο, παρουσιάζεται σειρά δικονομικών ζητημάτων που σχετίζονται με ζητήματα του δικηγορικού απορρήτου και της άρσης αυτού, της συνδρομής των προϋποθέσεων έρευνας και κατάσχεσης σε γραφείο και οικία δικηγόρου, καθώς και θέματα σχετιζόμενα με τη συμπεριφορά του δικηγόρου κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, την παραβατική εκτροπή του στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του ως παρισταμένου δικηγόρου ενός των διαδίκων, ζητήματα δωσιδικίας κ.λπ.

Για την πληρότητα της παρουσίασης, αναπτύσσονται και τα ζητήματα της παράλληλης πειθαρχικής ευθύνης του δικηγόρου, καθώς και της ενδεχόμενης άσκησης σε βάρος του αγωγής κακοδικίας εκ μέρους του βλαπτομένου εντολέα του ή τρίτου, ως παράπλευρη συνέπεια μιας προηγηθείσας ποινικά αξιόλογης εμπλοκής του.

Το έργο απευθύνεται ιδίως σε συναδέλφους δικηγόρους, νεότερους και λιγότερο έμπειρους, οι οποίοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στους επαγγελματικούς ποινικούς κινδύνους που αναλύονται. Εάν οι γραμμές που ακολουθούν αποτελέσουν την αφορμή για τη συνειδητοποίηση αυτών των κινδύνων και συμβάλουν στην επαγρύπνηση και τη λήψη μέτρων για την ελαχιστοποίησή τους, τότε το βιβλίο θα έχει επιτύχει τον στόχο του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Ο δικηγόρος ως υποκείμενο τέλεσης αδικήματος
1.1. ΑΠΙΣΤΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
1.1.1. Εισαγωγή Σελ. 1
1.1.2. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος Σελ. 3
1.2. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΣ
1.2.1. Εισαγωγή Σελ. 12
1.2.2. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος Σελ. 14
1.2.3. Λόγος άρσης του αδίκου Σελ. 14
1.3. ΥΠΟΘΑΛΨΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑ - ΠΑΡΑΣΙΩΠΗΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
1.3.1. Εισαγωγή Σελ. 15
1.3.2. Η υπόθαλψη εγκληματία από συνήγορο Σελ. 15
1.3.3. Παρασιώπηση εγκλήματος Σελ. 16
1.4. ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ Σελ. 17
1.5. ΨΕΥΔΗΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗ Σελ. 21
1.5.1. Ψευδής βεβαίωση και έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων Σελ. 23
1.5.2. Ψευδής βεβαίωση και μετάφραση εγγράφων Σελ. 24
1.5.3. Ψευδής βεβαίωση και βεβαίωση γνησίου της υπογραφής Σελ. 26
1.6. ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ - ΧΡΗΣΗ ΠΡΟΣΑΓΟΜΕΝΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ Σελ. 26
1.7. ΑΠΑΤΗ ΕΠΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Σελ. 30
1.8. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ Σελ. 37
1.9. ΑΝΤΙΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΗΣ Σελ. 40
1.10. ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ Σελ. 43
1.10.1. Εισαγωγή Σελ. 43
1.10.2. Νομολογιακά παραδείγματα Σελ. 46
1.10.3. Ειδικότερα η εξύβριση και δυσφήμηση δικαστή Σελ. 53
1.11. ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
1.11.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις Σελ. 63
1.11.2. Οι Δικηγόροι ως υπόχρεα πρόσωπα Σελ. 63
1.11.3. Η σχέση των δικηγόρων με τη νομιμοποίηση εσόδων Σελ. 71
1.11.4. Οι ευρωπαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες Σελ. 75
1.11.5. Οι αντιδράσεις των ευρωπαίων δικηγόρων κατά της Οδηγίας 2001/97/ΕΚ Σελ. 78
1.11.6. Οι θέσεις τoυ CCBE ενώπιον του ΔΕΚ Σελ. 81
1.11.7. Η Απόφαση του ΔΕΚ Σελ. 91
1.11.8. Οι αποφάσεις του Γαλλικού και Βελγικού Συνταγματικού Δικαστηρίου Σελ. 95
1.11.9. Η απόφαση του ΕΔΔΑ της 6/12/2012 στην υπόθεση Michaud κατά Γαλλίας Σελ. 100
1.11.10. Οι προσαρμογές του Έλληνα Νομοθέτη Σελ. 101
1.11.11. Οι υποχρεώσεις των Δικηγόρων, ως υποχρέων προσώπων Σελ. 103
1.11.11.1. Οι υποχρεώσεις Δικηγόρων, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο Σελ. 103
1.11.11.2. Οι υποχρεώσεις Δικηγόρων κατά τον Ν 3691/2008 Σελ. 105
1.11.11.3. Οι υποχρεώσεις των δικηγόρων κατά τον Ν 4557/2018 Σελ. 109
1.11.12. Η υποβολή αναφοράς υπόπτων συναλλαγών Σελ. 110
1.11.12.1. Η υποχρέωση υποβολής αναφοράς και το δικηγορικό απόρρητο Σελ. 115
1.11.12.2. Η εξαίρεση του Δικηγόρου από την υποχρέωση υποβολής αναφοράς Σελ. 118
1.11.12.3. Η έκταση της εισαγόμενης εξαίρεσης Σελ. 119
1.11.12.4. Η έννοια της «ύποπτης» και «ασυνήθους» συναλλαγής Σελ. 126
1.11.12.5. Η υποβολή αναφοράς Δικηγόρων σε Επιτροπή Σελ. 128
1.11.12.6. Η ποινική ευθύνη του Δικηγόρου για παραβίαση της υποχρέωσης αναφοράς υπόπτων συναλλαγών Σελ. 132
1.11.12.7. Η υποχρέωση παροχής στοιχείων και πληροφοριών προς τις αρμόδιες αρχές Σελ. 136
1.11.12.8. Η απαγόρευση γνωστοποίησης Σελ. 140
1.11.12.9. Η υποχρέωση αποφυγής διενέργειας συναλλαγών ή παροχής υπηρεσιών Σελ. 144
1.11.12.10. Η εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη Σελ. 145
1.11.12.10.1. Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας Σελ. 148
1.11.12.10.2. Μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας Σελ. 150
1.11.12.10.3. Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα Σελ. 153
1.11.13. Η φύλαξη αρχείων και στοιχείων Σελ. 155
1.11.14. Κριτική ως προς την επιβολή αυτών των υποχρεώσεων σε Δικηγόρους Σελ. 158
1.11.15. Η αντιμετώπιση από τον δικηγόρο ενδείξεων τέλεσης πράξης νομιμοποίησης εσόδων από τον πελάτη του. Σελ. 162
1.11.16. Ποινική ευθύνη των δικηγόρων, ως αυτουργών πράξεων νομιμοποίησης Σελ. 170
1.12. ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΣΥΝΔΙΚΟΥ Σελ. 174
1.13. ΛΟΙΠΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ Σελ. 176
2. Ο δικηγόρος ως συμμέτοχος σε αδίκημα του εντολέα του
2.1. ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ Σελ. 179
2.2. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΥΙΟΘΕΣΙΕΣ Σελ. 182
2.3. Η ΠΑΡΟΧΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΤΟΛΕΑ ΩΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ Σελ. 184
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
Δικηγορικό απόρρητο
3. Γενικά Σελ. 185
3.1. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ - ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ Σελ. 188
3.2. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ - ΚΑΜΨΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ Σελ. 189
3.2.1. Η νομοθεσία για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και το δικηγορικό απόρρητο Σελ. 190
3.2.2. «Πόθεν έσχες» και δικηγορικό απόρρητο Σελ. 193
3.2.3. Εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος και δικηγορικό απόρρητο Σελ. 196
3.2.4. Αδικήματα διαφθοράς και δικηγορικό απόρρητο Σελ. 204
3.2.5. Λοιπές περιπτώσεις άρσης του απορρήτου δικηγόρου Σελ. 207
4. Μαρτυρία δικηγόρου
4.1. Η απαγόρευση μαρτυρίας του δικηγόρου ως κανόνας Σελ. 211
4.2. Η υπ’ αριθ. 991/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου Σελ. 214
5. Έρευνες και κατασχέσεις σε σπίτι και γραφείο δικηγόρου
5.1. Έρευνες και κατασχέσεις σε σπίτι και γραφείο δικηγόρου Σελ. 223
5.2. Η απόφαση του ΔΕΕ C-305/2005 Σελ. 225
5.3. Η απόφαση του ΕΔΔΑ Michaud κατά Γαλλίας Σελ. 228
5.4. Η απόφαση του ΕΔΔΑ Λεωτσάκος κατά Ελλάδος Σελ. 229
6. Επικοινωνία δικηγόρου-πελάτη
6.1. Αλληλογραφία δικηγόρου-πελάτη Σελ. 234
6.2. Επικοινωνία δικηγόρου με κρατούμενο πελάτη Σελ. 239
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Δικονομικά ζητήματα
7.1. ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
7.1.1. Η διάταξη του α. 39 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων Σελ. 241
7.1.2. Η διάταξη του α. 116 ΚΠΔ Σελ. 243
7.1.3. Η διάταξη του α. 117 παρ. 2 ΚΠΔ Σελ. 243
7.2. ΑΥΤΟΦΩΡΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Σελ. 244
7.3. ΙΔΙΑΖΟΥΣΑ ΔΩΣΙΔΙΚΙΑ Σελ. 248
7.4. ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΟΣ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ
7.4.1. Γενικά περί αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου Σελ. 253
7.4.2. Προβλέψεις αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου κατά το ποινικό δικονομικό μας σύστημα Σελ. 257
7.4.3. Η παροχή νομικής βοήθειας σε ποινικές υποθέσεις Σελ. 264
7.5. ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ Σελ. 266
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
Παρεπόμενες συνέπειες της ποινικής εμπλοκής του δικηγόρου
8.1. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ Σελ. 275
8.2. ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ ΚΑΤΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ Σελ. 291

Σελ. 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Ο δικηγόρος ως υποκείμενο τέλεσης αδικήματος

1.1. ΑΠΙΣΤΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

1.1.1. Εισαγωγή

Η απιστία δικηγόρου συγκαταλέγεται στα εγκλήματα, για τα οποία ενδεχόμενη αμετάκλητη καταδίκη αποτελεί κώλυμα διορισμού ή επαναδιορισμού του δικηγόρου, σύμφωνα με το α. 6 παρ. 3 περ. β΄ του ΚΔ, ενώ αμετάκλητη καταδίκη για το αδίκημα αυτό επιφέρει αυτοδίκαιη απώλεια της δικηγορικής ιδιότητας και διαγραφή από τα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, κατά το α. 7 παρ. 1 περ. α΄ του ΚΔ.

Παρά τις βαρύτατες όμως, συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη για το έγκλημα της απιστίας δικηγόρου και μολονότι η ερμηνεία του αποτελεί ζωτικής σημασίας για αυτούς, είναι γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των δικηγόρων δεν είναι εξοικειωμένο με την ερμηνεία του συγκεκριμένου αδικήματος.

Στο παρόν επιχειρείται η ερμηνεία του εν λόγω αδικήματος, με γνώμονα τις θέσεις της νομολογίας και της θεωρίας, καθώς και αναφορά συγκεκριμένων περιπτώσεων, ώστε ο δικηγόρος να μπορεί να συνειδητοποιήσει τους κινδύνους που

Σελ. 2

συνεπάγονται ορισμένες επιλογές του, ενίοτε ληφθείσες υπό το πιεστικό βάρος του βιοπορισμού.

Σύμφωνα με τη διάταξη του α. 233 ΠΚ «1. Δικηγόρος που βλάπτει εν γνώσει τα συμφέροντα εκείνου του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, ή που στην ίδια ένδικη υπόθεση βοηθά με συμβουλές ή με παροχή υπηρεσίας και τους δύο διαδίκους, είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Αν όμως ενήργησε αφού συνεννοήθηκε με αυτούς που έχουν αντίθετα συμφέροντα ή επιδιώκοντας κέρδος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή». Το αδίκημα της απιστίας δικηγόρου συμπεριλαμβάνεται στο κεφάλαιο των εγκλημάτων περί την απονομή δικαιοσύνης και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος. Πρόκειται για έγκλημα μη γνήσιο πολύτροπο ή σωρευτικώς μικτό, που σημαίνει ότι οι δύο παραλλαγές της απιστίας δικηγόρου, όπως αυτές τυποποιούνται στη διάταξη του α. 233 ΠΚ (εκ προθέσεως βλάβη των συμφερόντων του εντολέα ή παροχή βοήθειας ή συμβουλής και στους δύο διαδίκους, στην ίδια ένδικη υπόθεση), συρρέουν αληθώς, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί έγκλημα ιδιαίτερο, αφού δράστης μπορεί να είναι μόνον όποιος φέρει την ιδιότητα του δικηγόρου ή άλλου νομικού παραστάτη.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο νέος ΠΚ, παρά το γεγονός ότι επανακαθόρισε χαμηλότερα πλαίσια ποινών, στην περίπτωση της παρ. 2 του α. 233 καθόρισε το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης ποινής σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, έναντι της προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης

Σελ. 3

τουλάχιστον τριών μηνών της καταργηθείσας διάταξης του εδ. β’ του α. 233 του προϊσχύσαντος ΠΚ.

1.1.2. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος

Όπως προκύπτει από το γράμμα του νόμου, αλλά και γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου απαιτείται:

α. η ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου,

β. η ανάθεση σε αυτόν υπόθεσης, που μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη, με εντολή ή με έμμισθη εντολή, ακόμη και ενέργεια στο πλαίσιο της εντολής,

γ. η από πρόθεση πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα εκείνου του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, η οποία μπορεί να μην είναι αποκλειστικά περιουσιακή και

δ. ενέργεια στο πλαίσιο του επαγγέλματος του δικηγόρου και όχι άσχετη με αυτό, που μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη οφειλομένης θετικής πράξης, οπότε πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ά. 15 ΠΚ.

Ως δικηγόρος θεωρείται αυτός που έχει νόμιμα διοριστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και δεν έχει απωλέσει με οποιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα αυτή, ενώ ο ασκούμενος δικηγόρος δεν εμπίπτει στην έννοια του δικηγόρου.

Περαιτέρω, απαιτείται ανάθεση υπόθεσης στον δικηγόρο, με την έννοια της ανάληψης της νομικής προστασίας των συμφερόντων του πελάτη, ήτοι πρέπει η ανάθεση της υπόθεσης να γίνει αποδεκτή από το δικηγόρο ή το νομικό προστάτη και δεν αρκεί ο πελάτης να απευθυνθεί στον δικηγόρο απλώς και μόνον π.χ. προς μελέτη του φακέλου, ώστε να αποφασίσει αν θα αναλάβει την υπόθεση ή όχι.

Σελ. 4

Τέλος, προκειμένου να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου απαιτείται πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα του πελάτη. Η βλάβη δεν είναι απαραίτητο να είναι περιουσιακή, αρκεί η δια της ενέργειας ή παράλειψης του δικηγόρου, χειροτέρευση της θέσης του πελάτη (περιουσιακή, προσωπική ή δικονομική),.

1.1.3. Παρατίθενται, ενδεικτικά ορισμένα νομολογιακά παραδείγματα συγκρότησης του αδικήματος της απιστίας δικηγόρου, λόγω βλάβης συμφερόντων του εντολέα ή μη συγκρότησης του αδικήματος.

1.1.3.1. Έχει κριθεί ότι αποτελεί βλάβη των συμφερόντων του εντολέα:

Σελ. 5

– Η χορήγηση ψευδούς βεβαίωσης από τον δικηγόρο που διενήργησε έλεγχο τίτλων, στην οποία ψευδώς ανέφερε ότι οι τίτλοι ήταν εντάξει (ΑΠ 465/1968 σε ΠοινΧρ ΙΘ σελ. 93).

– Η παράλειψη οποιασδήποτε ενέργειας για τη δικαστική επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας, μολονότι ο δικηγόρος είχε αναλάβει σχετική προς τούτο εντολή προ δωδεκαετίας (ΑΠ 427/1977 σε ΠοινΧρ ΚΖ σελ. 769).

– Η μη παράσταση ενώπιον του Ειρηνοδικείου, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η μισθωτική αγωγή που εκκρεμούσε κατά της εντολέως και να αποβληθεί εκείνη από το μίσθιο (ΑΠ 1520/1996 σε ΠοινΧρ ΜΖ σελ. 853).

– Η παρακράτηση ποσού 220.000 δρχ. που είχε παραδοθεί από την εντολέα, προκειμένου να αποδοθεί στην αντίδικο ή στο δικηγόρο της, προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1520/1996 σε ΠοινΧρ ΜΖ σελ. 853)..

– Η αθέμιτη παρασιώπηση εκ μέρους του δικηγόρου, ότι ο αντισυμβαλλόμενος του εντολέα του δεν ήταν πραγματικός κύριος του ακινήτου που ενδιαφερόταν να αγοράσει, μολονότι γνώριζε την πραγματική νομική κατάσταση του ακινήτου (ΑΠ 244/1998 σε ΠοινΧρ ΜΗ σελ. 885).

– Ο ισχυρισμός δικηγόρου σε τηλεοπτική εκπομπή σε βάρος πρώην εντολέως του ότι είχε συστήσει “εγκληματική ομάδα” με θρησκευτική ιδεολογία και κοινοβιακή δομή όντας ο “εγκέφαλος” αυτής, ότι αυτός και τα μέλη της τελευταίας διέπρατταν πλήθος αξιοποίνων πράξεων (όπως κακουργηματικές απάτες, πλαστογραφίες, λαθρεμπορία, παράνομη κατοχή όπλων, σωματικές κακώσεις ανηλίκων κ.λπ.), ότι επαγγελλόταν τον ομοιοπαθητικό ιατρό κ.λπ., καθόσον ο κατηγορούμενος δικηγόρος υπήρξε μεν στο παρελθόν δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος με γενικό πληρεξούσιο, πλην όμως δεν υποχρεούται εις το διηνεκές να συγκαλύπτει κάθε εγκληματική δραστηριότητα του πάλαι ποτέ εντολέως του ή να χρησιμοποιεί κολακευτικές εκφράσεις γι’ αυτόν (ΑΠ 47/2001 σε ΠοινΧρ ΝΑ σελ. 687).

– Η παράλειψη κατάθεσης παραβόλων για άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου για λογαριασμό τους εντολέως, μολονότι είχε λάβει το ποσό των 8.262 ευρώ για τις ανάγκες κατάθεσης των παραβόλων, με αποτέλεσμα ο εντολέας να αναγκαστεί να το καταβάλει εκ νέου (ΑΠ 906/2010 σε ΝΟΜΟΣ).

– Η μη κατάθεση ποσού 3.000 ευρώ και 12.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για καταβολή των περιοριστικών όρων της εγγυοδοσίας που τέθηκαν από τις Ανακρίτριες και η ιδιοποίηση αυτών, με αποτέλεσμα ο εντολέας να αναγκαστεί να καταβάλει εκ νέου τα εν λόγω ποσά (ΑΠ 906/2010 σε ΝΟΜΟΣ).

Σελ. 6

– Η λήψη από τον εντολέα του ποσού 54.000 ευρώ προς εξόφληση οφειλόμενων μισθωμάτων και η μη καταβολή τους στην εκμισθώτρια, με αποτέλεσμα η εντολέας του να απειληθεί με αποβολή από το μίσθιο και να αναγκαστεί να τα καταβάλει εκ νέου (ΑΠ 1099/2010 σε ΝΟΜΟΣ).

– Η παραίτηση από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να έχει σχετική προς τούτο εντολή (ΑΠ 680/2014 σε ΝΟΜΟΣ).

– Η παράλειψη παράστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με αποτέλεσμα τη ματαίωση αυτής (ΑΠ 680/2014 σε ΝΟΜΟΣ).

– Η μη αποστολή εξώδικων δηλώσεων, ενώ ταυτόχρονα ο δικηγόρος παρουσίασε στους εντολείς πλαστές εκθέσεις επίδοσης, με αποτέλεσμα, όταν εκείνοι τις επικαλέστηκαν σε αστικό δικαστήριο, να γίνει δεκτή η ένσταση πλαστότητας των αντιδίκων (ΑΠ 680/2014 σε ΝΟΜΟΣ).

– Σε περίπτωση διεκπεραίωσης από νομικής απόψεως της εγκατάστασης και διαδοχής των κληρονόμων, και έχοντας αναλάβει την υποχρέωση στα πλαίσια της εντολής αυτής να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια και να παράσχει κάθε είδους νομική συμβουλή, ο δικηγόρος εμφάνισε ψευδή ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης ενώπιον δύο Δικαστηρίων, διά των οποίων αποφάσεων τούτων (δικαστηρίων) επέτυχε την αναγνώριση της πλαστής διαθήκης, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας τα ως άνω ακίνητα της κληρονομίας περιήρχοντο εις την κυριότητα της μητέρας του, και στη συνέχεια με βάση αυτές (αποφάσεις) συνήνεσε και προκάλεσε εγγραφές προσημειώσεων υποθήκης, δηλαδή ενήργησε όχι μόνο, αντίθετα προς τα συμφέροντα των παραπάνω εντολέων του, αλλά και προς απόκτηση και ίδιου κέρδους, το οποίο και τελικά επέτυχε (ΑΠ 1182/2004 σε ΝοΒ 2005 σελ. 326).

– Η μη υποβολή έγκλησης για λογαριασμό του εντολέως, μολονότι ο δικηγόρος είχε λάβει σχετική προς τούτο εντολή και η επίδειξη σε αυτόν πλαστού εγγράφου εγκλήσεως, με ανύπαρκτο ΑΒΜ (ΑΠ 680/2014 σε ΝΟΜΟΣ).

– Η μη έγερση αγωγής αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα, μολονότι είχε λάβει σχετική εντολή και προκαταβολή (ΑΠ 1298/2016 σε ΠοινΔικ 2017, σελ. 937).

– Η ματαίωση από τον δικηγόρο της εκδίκασης αγωγής αποζημίωσης, χωρίς σχετική εντολή του πελάτη, χωρίς να τον ενημερώσει και χωρίς ποτέ να την επαναφέρει (ΑΠ 1298/2016 σε ΠοινΔικ 2017, σελ. 937).

– Η μη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης από τον δικηγόρο (ΣυμβΠλημΘεσ 380/1984 σε ΑΡΜ 1984, σελ. 656).

Σελ. 7

– Η παράλειψη επίδοσης αγωγής αποζημίωσης, με αποτέλεσμα αυτή να ματαιωθεί και η παράλειψη άσκησης νέας αγωγής, με αποτέλεσμα να επέλθει βλάβη αναφορικά με την απώλεια των τόκων υπερημερίας (ΠλημΘεσ 774/1993 σε ΑΡΜ 1993, σελ. 1156).

– Η παράλειψη κατάθεσης αγωγής για κατάπτωση ποινικής ρήτρας σε βάρος του εργολάβου, μολονότι είχε λάβει σχετική εντολή και αμοιβή και η ψευδής επί μακρόν διαβεβαίωση της εντολέως ότι έχει κατατεθεί η αγωγή και ότι εξεδόθη ευνοϊκή για αυτήν απόφαση (ΣυμβΠλημΛαμ 38/1999 σε ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ 1999, σελ. 695).

– Η παράλειψη κατάθεσης προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο για λογαριασμό 35 μελών του Ταμείου Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθήνας - κλάδος Θεσσαλονίκης και οι αλλεπάλληλες ψευδείς διαβεβαιώσεις ότι έχει κατατεθεί προσφυγή και η εκδίκαση αναβάλλεται (ΠλημΘεσ 1222/1999 σε ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ 2000, σελ. 594).

– Η μεταβίβαση ακινήτων της υπό πτώχευση εταιρίας από το δικηγόρο-εκκαθαριστή χωρίς να υπάρχει τη δεδομένη χρονική στιγμή ανάγκη ρευστοποίησης της περιουσίας της (ΣυμβΠλημΒέροιας 140/2002 σε ΠοινΔικ 2003, σελ. 904).

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως έχει κριθεί, τυχόν αμέλεια του δικηγόρου να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο που προβλέπεται, δεν συνιστά ανυπέρβλητο κώλυμα ή ανωτέρα βία, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή του, αφού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο διάδικος όφειλε να μεριμνήσει ο ίδιος για την παρακολούθηση της υπόθεσής του ή να προβεί σε όχληση του συνηγόρου του ή ακόμη και σε αναζήτηση άλλου δικηγόρου (ΑΠ 1959/2017 σε Πράξη & Λόγος του ΠΔ 2018, σελ. 299).

Συναφώς, την ερμηνεία της υπό κρίση διάταξης μπορεί να φωτίσει η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων επί του εκτάκτου ενδίκου βοηθήματος της επαναφοράς των πραγμάτων (α. 152 ΚΠολΔ) επί απώλειας προθεσμιών άσκησης ενδίκων μέσων. Έτσι, κατά την παρ. 2 του α. 152 ΚΠολΔ, «πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση», ενώ τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν μάλλον με αυστηρότητα την εφαρμογή της αρχής της ανωτέρας βίας, ιδίως επί κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου. Χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η ΟλΑΠ 29/1992, κατά την οποία ο νομιμοποιούμενος να εκκαλέσει και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του οφείλει να προβαίνει σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικώς, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετή και άκρως ακόμη επιμελή ενέργεια, ούτως ώστε να καταλείπεται μέχρι της λήξεως της δικονομικής προθεσμίας, χρόνος

Σελ. 8

επαρκής, αξιοποιήσιμος και, σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια και σύνεση, αλλά και τις αρχές της διαδικαστικής καλής πίστεως και της μη παρελκύσεως των δικών, αξιοποιητέος για τη διενέργεια της συγκεκριμένης διαδικαστικής ενέργειας.

1.1.3.2. Αντίθετα, έχει κριθεί ότι δεν προκάλεσε βλάβη των συμφερόντων του εντολέα:

– Η μη έγερση ένδικων διαδικασιών για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης εξαιτίας απαλλοτρίωσης, αφού και ο ίδιος ο εντολέας κατέθεσε ότι «δεν ζημιώθηκα, δεν πλήρωσα αμοιβή στον δικηγόρο» (ΑΠ 1575/2010 σε ΝΟΜΟΣ).

– Η προβολή αξιώσεων αποζημίωσης σε βάρος εταιρίας εκ μέρους της κατηγορουμένης-δικηγόρου (η οποία παρείχε υπηρεσίες στην εν λόγω εταιρία) για λογαριασμό του πατέρα της, καθώς η προβολή των αξιώσεων έγινε μετά την απόλυσή της (ΑΠ 2054/2004 σε ΠοινΛογ 2004, σελ. 2549).

– Η εγκατάλειψη του πολιτικώς ενάγοντος λίγο πριν την έναρξη της ποινικής δίκης, εξαιτίας της οποίας δεν επιδικάσθηκε σε αυτόν χρηματική ικανοποίηση πρωτοδίκως και απώλεσε το δικαίωμα παραστάσεως στην κατ’ έφεση δίκη, όπου αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, αφού δεν πιθανολογήθηκε άλλη έκβαση της δίκης, εάν ο κατηγορούμενος δικηγόρος παρίστατο ως πολιτικώς ενάγων, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος της συμπεριφοράς του προς το επελθόν αποτέλεσμα (ΠλημΒόλου 16/1974 σε ΠοινΧρ ΚΔ΄, σελ. 304)

– Επίσης, αναιρέθηκε λόγω έλλειψης αιτιολογίας η καταδικαστική για απιστία δικηγόρου απόφαση, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ζημιώθηκε ο εγκαλών επειδή ο δικηγόρος δεν υπέβαλε αίτηση πτώχευσης (ΑΠ 443/2017 σε ΑΡΜ 2017, σελ. 1017)

– Αναιρέθηκε λόγω έλλειψης αιτιολογίας η καταδικαστική για απιστία δικηγόρου απόφαση, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ζημιώθηκε ο εγκαλών επειδή ο δικηγόρος δεν παρέστη στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, οπότε και δικαζόταν για το αδίκημα της μη καταβολής Φ.Π.Α., αφού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο εγκαλών θα είχε καλύτερη ποινική μεταχείριση, αν είχε παραστεί ο δικηγόρος του (ΑΠ 443/2017 σε ΑΡΜ 2017, σελ. 1017)

Σελ. 9

– Επίσης, κρίθηκε ότι δεν διέπραξε απιστία δικηγόρου η κατηγορουμένη- διευθύντρια της νομικής υπηρεσίας του ΟΣΘ, η οποία εισηγήθηκε τη μη άσκηση ενδίκων μέσων κατά απόφασης με την οποία ο ΟΣΘ υποχρεώθηκε αφενός μεν να καταβάλει ποσό 7.681 δρχ. στον ενάγοντα και αφετέρου να δέχεται τη χρήση των λεωφορείων εκ μέρους της συζύγου του χωρίς καταβολή εισιτηρίου, διότι εισηγούμενη τη μη άσκηση ενδίκων μέσων εξέφρασε την καθαρά επιστημονική της άποψη, μη βλάπτοντας συνεπώς, εκ προθέσεως τα συμφέροντα του ΟΣΘ (ΑΠ 1027/1997 σε ΠοινΧρ ΜΗ σελ. 361). Πρόκειται για άκρως ενδιαφέρουσα απόφαση, από την οποία αντλείται το συμπέρασμα ότι η καλόπιστη νομική συμβουλή, ακόμη και εάν ενδέχεται να είναι εσφαλμένη, καλύπτεται από το συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία της γνώμης (α. 14 παρ. 1 Σ), και δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του α. 233 ΠΚ.

1.1.4. Αναφορικά με τον δεύτερο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, ήτοι την παροχή βοήθειας που μπορεί να γίνει με συμβουλές ή υπηρεσίες και στους δύο διαδίκους για την αυτή ένδικη υπόθεση, λεκτέα τα εξής:

Ως ένδικη θεωρείται κάθε υπόθεση που κρίνεται με νομικές διατάξεις και στην ουσία συμμετέχουν δύο ή περισσότερα πρόσωπα με αντιτιθέμενα συμφέροντα και η οποία δεν απαιτείται όπως εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων, αλλά ένδικη μπορεί να είναι και κάθε υπόθεση για την οποία, λόγω της αμφισβήτησης του δικαίου και της έριδας που αναφύεται από την αμφισβήτηση αυτή μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, επικαλούνται εκείνοι που ερίζουν τη συνδρομή δικηγόρων για την καθοδήγησή τους, είτε με την παροχή εννόμου προστασίας ενώπιον δικαστηρίων, είτε προς εξώδικη εξασφάλιση και κατοχύρωσή τους.

Αντίστοιχα και ο όρος διάδικοι ερμηνεύεται με ευρεία έννοια και περιλαμβάνει όλους εκείνους που συνδέονται με αντιμαχόμενα συμφέροντα, για τα οποία ερίζουν. Αντιμαχόμενα συμφέροντα υπάρχουν όταν η ελάφρυνση της θέσης του ενός διαδίκου, συνεπάγεται αντίστοιχα, επιβάρυνση της θέσης του άλλου.

Σελ. 10

Με τον όρο ίδια υπόθεση δηλώνεται η ύπαρξη ταυτότητας του αντικειμένου για το οποίο παρασχέθηκε συγχρόνως ή διαδοχικά νομική βοήθεια. Όπως δε γίνεται δεκτό, για την ταυτότητα της ένδικης υπόθεσης δεν απαιτείται ταυτότητα δίκης διαδίκων, αλλά ο δικηγόρος που παρέσχε τη νομική του συνδρομή σε κάποια υπόθεση, δεν μπορεί να παράσχει μεταγενεστέρως σε άλλον βοήθεια που στρέφεται κατά των συμφερόντων του πρώτου εντολέα του, σε υπόθεση που να σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με εκείνη που αρχικά τού είχε ανατεθεί, έστω και αν η παροχή της συνδρομής στην αντίθετη πλευρά γίνεται μετά την κατά οποιονδήποτε τρόπο παύση της αρχικής εντολής. Και τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που γνωρίζει σε βάρος του αρχικού του πελάτη, στην προστασία του οποίου απέβλεψε ο νομοθέτης με την καθιέρωση του αδικήματος της απιστίας δικηγόρου. Συναφή ratio έχει και η διάταξη του α. 36 παρ. 3 εδ. στ΄ του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος, σύμφωνα με την οποία «όταν ο Δικηγόρος αναλαμβάνει υπόθεση εναντίον παλαιού πελάτη του, που τον υπερασπίζεται άλλος Δικηγόρος, δεν έχει δικαίωμα ν’ αποκαλύψει στον εντολέα του επαγγελματικά απόρρητα που του είχε εμπιστευθεί ο παλαιός πελάτης του, ούτε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον του με οποιονδήποτε τρόπο στη δίκη».

1.1.4.1. Με βάση τα ανωτέρω, έχει κριθεί ότι διαπράττει απιστία δικηγόρου:

– Ο δικηγόρος, ο οποίος μετά από ανάκληση της πληρεξουσιότητας εκ μέρους των εντολέων του, παραστάθηκε σε δικαστήριό τους (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων), εκπροσωπώντας τους αντιδίκους τους (ΑΠ 1004/1986 σε ΝοΒ 1986, σελ. 916).

– Ο δικηγόρος, ο οποίος ενώ ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος εταιρίας και είχε συντάξει για λογαριασμό της σχέδιο αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (ως πωλήτριας), άσκησε στη συνέχεια αγωγή και παρέστη στο δικαστήριο για λογαριασμό της αγοράστριας με αντικείμενο την παράβαση όρων της πώλησης από την εταιρία (ΑΠ 1390/2004 σε ΠοινΛογ 2004, σελ. 1561).

– Ο δικηγόρος, ο οποίος συνέταξε απολογητικό υπόμνημα για λογαριασμό εντολέως του και ο οποίος, στη συνέχεια, όταν παραπέμφθηκε ο εντολέας του, παρέστη στο δικαστήριο ως συνήγορος του πολιτικώς ενάγοντος. Μάλιστα, στην εν λόγω υπόθεση επισημάνθηκε ότι δεν απαιτείται, εν προκειμένω, επέλευση βλάβης στα συμφέροντα του πρώην εντολέως, αλλά

Σελ. 11

αρκεί η παροχή βοήθειας στον άλλο διάδικο, μέσω συμβουλών ή υπηρεσίας (ΑΠ 737/1988 σε ΠοινΧρ ΛΗ, σελ. 862).

– Ο δικηγόρος, ο οποίος συνέταξε έγκληση εναντίον κάποιου, κατ’ εντολή του πελάτη του (ανεξάρτητα από το εάν την εγχείρησε ο ίδιος ενώπιον του Εισαγγελέως και ανεξάρτητα από το εάν είχε αναλάβει και την υπεράσπισή του ως πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο) και που, μετά από σιωπηρή ή ρητή άρση της εντολής, υποστήριξε στο δικαστήριο, στην αυτή ένδικη υπόθεση, τον αντίδικο του εντολέα του (ΠλημΜεσολ 21/1991 σε ΠοινΧρ ΜΑ, σελ. 599).

1.1.4.2. Αντίθετα, κρίθηκε ότι δεν τελεί απιστία δικηγόρου:

– Ο ορισθείς διαιτητής δικηγόρος, ο οποίος εξέδωσε διαιτητική απόφαση σε μισθωτική διαφορά, επί υποθέσεως στην οποία είχε συντάξει εκείνος το μισθωτήριο συμφωνητικό για λογαριασμό του εκμισθωτή, καθώς δεν αποδείχθηκε μεροληπτική του στάση (ΑΠ 1128/2004 σε ΝοΒ 2005, σελ. 151).

– Ο δικηγόρος που εκπροσώπησε και τους δύο διαδίκους σε δίκη στην οποία δεν υπήρχε πραγματική, αλλά μόνο τυπική αντίθεση συμφερόντων (ΑΠ 77/1989 σε ΠοινΧρ ΛΘ, σελ. 716).

– Ο δικηγόρος, ο οποίος προσπάθησε να εξεύρει συμβιβαστική λύση στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των διαδίκων (ΑΠ 542/1989 σε ΠοινΧρ Μ, σελ. 36, ΠλημΜεσολ 21/1991 σε ΠοινΧρ ΜΑ, σελ. 599, ΔιατΕισΠλημΑμαλ 9/2003 σε ΠοινΛογ 2003, σελ. 392). Eξάλλου, ο δικηγόρος έχει εκ του α. 37 παρ. 3 περ. β΄ του Κώδικα Δικηγόρων την υποχρέωση να επιχειρεί τη συναινετική επίλυση της διαφοράς, για όσες υποθέσεις είναι εκ της φύσεώς τους δεκτικές συμβιβασμού, οπότε τυχόν ποινικοποίηση των προσπαθειών του για μια τέτοια εξωδικαστική διευθέτηση των διαφορών θα παρίστατο αξιολογικά άτοπη.

– Ο δικηγόρος, ο οποίος ενήργησε αρχικά για λογαριασμό του εργολάβου- οικοδόμου κατά του εργοδότη και στη συνέχεια, για λογαριασμό του εργοδότη κατά του πολιτικού μηχανικού (ΑΠ 1715/1997 σε ΠοινΧρ ΜΗ, σελ. 574).

1.1.5. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι ανεξάρτητα από τη στοιχειοθέτηση ή μη του αδικήματος της απιστίας δικηγόρου, για την κατάφαση του οποίου πρέπει, εκτός των άλλων, να συντρέχει και το υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι ο δόλος (αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου), δεν αποκλείεται

Σελ. 12

πειθαρχική ευθύνη του δικηγόρου, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν στοιχειοθετείται, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, το αδίκημα του α. 233 ΠΚ.

1.2. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΣ

1.2.1. Εισαγωγή

Η τήρηση της επαγγελματικής εχεμύθειας, δηλαδή η μη αποκάλυψη μυστικού ή απορρήτου που του εμπιστεύθηκε ο εντολέας του, αποτελεί βασική και θεμελιώδη υποχρέωση του δικηγόρου, προβλέπεται δε τόσο από τον Κώδικα Δικηγόρων (α. 38), όσο και από τον Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος (α. 36). Η υποχρέωση αυτή δημιουργεί εξαίρεση του δικηγόρου από την υποχρέωση μαρτυρίας σε κάθε δίκη, τυχόν δε παραβίασή της ενδεχομένως να οδηγήσει σε πειθαρχική ή ποινική δίωξη του δικηγόρου

Σελ. 13

και σε καταδίκη αυτού, ενώ δεν αποκλείεται και άσκηση εναντίον του αγωγής κακοδικίας. Ειδικότερα και ανεξάρτητα αν άσκησε το λειτούργημά του κατ’ αποκοπή ή στο πλαίσιο έμμισθης εντολής, ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί απαραβίαστη εχεμύθεια απέναντι στον εντολέα του για όλα όσα αυτός τού εμπιστεύθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ενώ για όσα περιήλθαν σε γνώση του στο πλαίσιο άσκησης του λειτουργήματός του, ο ίδιος κρίνει κατά συνείδηση αν και σε ποιο μέτρο μπορεί να ανακοινώσει και μόνον καλούμενος ως μάρτυρας.

Η ποινική ευθύνη του δικηγόρου που παραβιάζει την εν λόγω υποχρέωση προβλέπεται στη διάταξη του α. 371 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία «1. Κληρικοί, δικηγόροι και κάθε είδους νομικοί παραστάτες, συμβολαιογράφοι, γιατροί, μαίες, νοσοκόμοι, φαρμακοποιοί και άλλοι λειτουργοί ή επαγγελματίες, στους οποίους κάποιοι εμπιστεύονται συνήθως λόγω του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους ιδιωτικά απόρρητα, καθώς και οι βοηθοί των προσώπων αυτών, οι οποίοι φανερώνουν ιδιωτικά απόρρητα, που τους τα εμπιστεύτηκαν ή που τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους, τιμωρούνται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, λόγω του θανάτου κάποιου από τα πρόσωπα της πρώτης παραγράφου, γίνεται κάτοχος εγγράφων ή σημειώσεών του σχετικών με την άσκηση του επαγγέλματος ή του λειτουργήματός του και φανερώνει από αυτά ιδιωτικά απόρρητα. 3. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση. 4. Η πράξη δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντος ή στη διαφύλαξη δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος, δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά». Το αδίκημα της παραβίασης επαγγελματικής εχεμύθειας περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο των εγκλημάτων παραβίασης απορρήτων, είναι δε κατ’ έγκληση διωκόμενο πλημμέλημα. Πρόκειται για γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα (το ενεργητικό του υποκείμενο μπορεί να είναι μόνον κάποιο από τα ανωτέρω πρόσωπα), ενώ προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το ιδιωτικό απόρρητο, το οποίο ο κάτοχος το εμπιστεύθηκε σε

Σελ. 14

ορισμένα πρόσωπα, τα οποία εν συνεχεία έλαβαν γνώση των απορρήτων αυτών λόγω του επαγγέλματος ή της ιδιότητάς τους. Προστατεύεται όμως, δευτερευόντως και η τήρηση του καθήκοντος σιγής ορισμένων λειτουργημάτων και επαγγελμάτων.

1.2.2. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος

Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της παραβίασης επαγγελματικής εχεμύθειας απαιτείται αποκάλυψη ιδιωτικών απορρήτων από κάποιο από τα (ενδεικτικώς) αναφερόμενα στο α. 371 ΠΚ πρόσωπα, τα οποία (απόρρητα) τούς τα εμπιστεύθηκαν ή τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματος ή της ιδιότητάς τους.

Η έννοια του ιδιωτικού απορρήτου δεν ορίζεται στον ΠΚ, πλην όμως γίνεται δεκτό ότι ιδιωτικά απόρρητα είναι περιστατικά γνωστά μόνο σε περιορισμένο κύκλο προσώπων και τα οποία το πρόσωπο υπέρ του οποίου πρέπει να διασφαλιστεί το απόρρητο δεν επιθυμεί να τα καταστήσει περαιτέρω γνωστά.

Αποκάλυψη είναι κάθε γνωστοποίηση του απορρήτου σε τρίτο που δεν το γνωρίζει και δεν δικαιούται να το γνωρίζει. Η φανέρωση μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη π.χ. εγκατάλειψη φακέλου ανοιχτού πάνω σε γραφείο χωρίς προφύλαξη, με αποτέλεσμα το περιεχόμενο του φακέλου να γίνει γνωστό σε τρίτα πρόσωπα.

1.2.3. Λόγος άρσης του αδίκου

Σύμφωνα με την παρ. 4 του α. 371 ΠΚ αίρεται το άδικο και η πράξη μένει ατιμώρητη, αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντος ή στη διαφύλαξη έννομου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος δημοσίου ή του ιδίου ή κάποιου άλλου που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά.

Το καθήκον μπορεί να είναι νομικό, ήτοι να προβλέπεται εκ του νόμου ή ηθικό, το οποίο υπάρχει όταν δια της παραβίασης του απορρήτου, πρόκειται να διαφυλαχθεί αγαθό μείζον του απορρήτου.

Είναι γεγονός ότι η σχετική νομολογία επί του αδικήματος του α. 371 ΠΚ είναι εξαιρετικά φτωχή έως και ανύπαρκτη, γεγονός που καταδεικνύει, προφανώς, ότι η επίκληση ενός από τους παραπάνω λόγους για άρση του αδίκου οδηγεί

Σελ. 15

σχεδόν πάντοτε όχι μόνον σε απαλλακτική κρίση, αλλά ενδεχομένως και σε μη άσκηση ποινικής δίωξης.

1.3. ΥΠΟΘΑΛΨΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑ - ΠΑΡΑΣΙΩΠΗΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

1.3.1. Εισαγωγή

Σύμφωνα με το α. 231 ΠΚ «1. Όποιος εν γνώσει ματαιώνει τη δίωξη άλλου για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Η υπόθαλψη μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος την τέλεσε υπέρ κάποιου οικείου του».

Προϋποθέσεις για την τιμώρηση κάποιου για υπόθαλψη εγκληματία είναι: .

α. η τέλεση από τον υποθαλπόμενο κακουργήματος ή πλημμελήματος, με δόλο ή αμέλεια. Ο υποθαλπόμενος πρέπει να είναι τρίτος, διότι δεν είναι νοητή η αυτοϋπόθαλψη, ή συμμέτοχος και

β. η ματαίωση της δίωξης ή της εκτέλεσης της ποινής.

1.3.2. Η υπόθαλψη εγκληματία από συνήγορο

Όπως γίνεται δεκτό, η υπόθαλψη εγκληματία είναι δυνατόν να τελεστεί και από το συνήγορο του υποθαλπόμενου. Ειδικότερα, ο συνήγορος έχει μεν δικαίωμα (και υποχρέωση) να χρησιμοποιεί υπέρ του πελάτη του όλα τα επιτρεπτά μέσα που του παρέχει το δίκαιο για την ουσιαστική και αποτελεσματική εκπροσώπησή του, π.χ. να τον συμβουλεύσει πώς να αντιμετωπίσει την κατηγορία, να τον συμβουλεύσει σε μη αυτοενοχοποίηση, να επιδιώκει την απαλλαγή, ακόμη και αν γνωρίζει την ενοχή του πελάτη του. Είναι γεγονός ότι τα όρια ανάμεσα στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και στην ποινικά κολάσιμη υπόθαλψη εγκληματία είναι ρευστά, μπορεί όμως να υποστηριχθεί ότι ο συνήγορος δεν έχει το δικαίωμα να συμβουλεύει στη δημιουργία ή στη χρήση πλαστών εγγράφων ή ψευδών καταθέσεων ή να ασκεί επίδραση κατά τρόπο που συνειδητά παραποιεί την αλήθεια, ή να βοηθάει τον κατηγορούμενο να εξαφανίσει τα ίχνη και αποδεικτικά μέσα της πράξης ή να κρύβει τον καταδικασθέντα που δραπέτευσε. Γενικότερα, ο δικηγόρος είναι δυνατόν να τιμωρηθεί για υπόθαλψη εγκληματία, όταν εκτρέπεται των ορίων του λειτουργήματός του.

Σελ. 16

Προς αυτήν την κατεύθυνση, έχει κριθεί ότι διαπράττει υπόθαλψη εγκληματία δικηγόρος, ο οποίος κρύβει τον καταδικασθέντα, μετά την απόδρασή του από τις φυλακές (ΔιατΕισΕφ 434/1978 σε ΠοινΧρ σελ. 650). Βεβαίως, η υπό έλεγχο συμπεριφορά του δικηγόρου, προκειμένου να νοηθεί ως απόκρυψη, θα πρέπει να έχει μία διάρκεια. Έτσι, ασφαλώς και δεν τελεί το αδίκημα ο δικηγόρος που απλώς συναντά το φυγόδικο εντολέα του, προς παροχή νομικής συνδρομής εντός των ορίων του δικηγορικού λειτουργήματος.

1.3.3. Παρασιώπηση εγκλήματος

Σύμφωνα με τη διάταξη του α. 232 ΠΚ «1. Όποιος, ενώ έμαθε με τρόπο αξιόπιστο ότι μελετάται κακούργημα ή ότι άρχισε ήδη η εκτέλεσή του, και σε χρόνο τέτοιον ώστε να μπορεί ακόμη να προληφθεί η τέλεση ή το αποτέλεσμά του παραλείπει να το αναγγείλει εγκαίρως στην αρχή, τιμωρείται, αν το κακούργημα τελέστηκε ή έγινε απόπειρά του, με φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Η παράλειψη αυτή μένει ατιμώρητη αν η αναγγελία στην αρχή θα αφορούσε πρόσωπο οικείο εκείνου που την παρέλειψε».

1.3.4. Προκειμένου να τελείται το αδίκημα της παρασιώπησης εγκλήματος, πρέπει:

α. ο δράστης να πληροφορήθηκε κατά τρόπο αξιόπιστο ότι μελετάται κακούργημα ή άρχισε η εκτέλεσή του, δηλαδή αρκεί η απλή σχεδίαση του κακουργήματος, αν έχουν προσδιοριστεί τα βασικά του χαρακτηριστικά και οι μελετώμενες συνθήκες τέλεσης,

β. η πληροφορία να περιήλθε σε αυτόν σε χρόνο που μπορεί ακόμη να προληφθεί η τέλεση του κακουργήματος ή να αποτραπεί το αποτέλεσμά του και

γ. υπαίτιος να παραλείψει να το αναγγείλει εγκαίρως στην αρχή.

Σύμφωνα δε, με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω α. 232 ΠΚ «Η παράλειψη αυτή μένει ατιμώρητη αν η αναγγελία στην αρχή θα αφορούσε πρόσωπο οικείο εκείνου που την παρέλειψε». Όπως δε γινόταν παγίως δεκτό, οι δικηγόροι δεν απαλλάσσονταν από την υποχρέωση αναγγελίας κατά το παρόν άρθρο, διότι ο νόμος εξαιρεί μόνον τους οικείους.

Σελ. 17

1.3.5. Η διάταξη αυτή του α. 232 ΠΚ, αποτελούσε τη μοναδική κάμψη του δικηγορικού απορρήτου στον ελληνικό ποινικό χώρο, πριν από την προσαρμογή της νομοθεσίας μας στις σχετικές Κοινοτικές Οδηγίες που ενέταξαν τους δικηγόρους στα υπόχρεα πρόσωπα αναφοράς ύποπτων συναλλαγών και παροχής στοιχείων για πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Ν 3424/2005, Ν 3691/2008, Ν 4557/2018). Ο νομοθέτης δηλαδή, είχε επιλέξει η σύγκρουση μεταξύ επαγγελματικής εχεμύθειας και αναγγελίας, να αρθεί υπέρ της αναγγελίας. Πράγματι, η υποχρέωση (και) του δικηγόρου, να αναγγείλει στις αρχές, κατ’ α. 232 ΠΚ, ότι μελετάται και σχεδιάζεται η διάπραξη κακουργήματος, του οποίου την τέλεση μπορεί να εμποδίσει, αν το καταγγείλει, ήταν απολύτως δικαιολογημένη, πληρούσα τους όρους της αρχής της αναλογικότητας, αφού το διακυβευόμενο έννομο αγαθό είναι η αποτροπή της τέλεσης ενός κακουργήματος, το οποίο δικαιολογεί την κάμψη της επαγγελματικής εχεμύθειας, δεδομένου ότι μεταξύ των δύο αυτών εννόμων αγαθών, προέχει η αποτροπή της τέλεσης ενός κακουργήματος.

1.4. ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ

Ο δικηγόρος, εκπροσωπώντας τον πελάτη του και ενεργώντας κατ’ εντολή και για λογαριασμό του, εισπράττει διάφορα ποσά, προερχόμενα από την επιδίκαση αξιώσεων, τη συμβιβαστική επίλυση διαφορών, τη λήψη προκαταβολής για έξοδα και δαπάνες για ενέργειες εξωδικαστικές ή δικαστικές για λογαριασμό του εντολέα του και για διάφορες συναφείς αιτίες. Στις περιπτώσεις αυτές, όπου τα εισπραττόμενα από το δικηγόρο ποσά περιέχονται στην κατοχή του καθ’ οιονδήποτε τρόπο, όχι κατά κυριότητα (οπότε δεν συντρέχει περίπτωση υπεξαίρεσης), αλλά τα αποδέχεται κατ’ εντολή και για λογαριασμό του εντολέα του, οφείλει να τα αποδώσει σε αυτόν. Έτσι, εάν τα παρακρατήσει και δεν τα αποδώσει στον δικαιούχο αυτών εντολέα του με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, διαπράττει υπεξαίρεση. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της υπεξαίρεσης (διαβάθμιση πλημμεληματικής και κακουργηματικής μορφής του α. 375 ΠΚ).

Αν συντρέχει περίπτωση ο δικηγόρος να ενεργήσει ως διαχειριστής της περιουσίας του εντολέα του και εισέπραξε ποσά υπό την ιδιότητά του αυτή και δεν τα απέδωσε, συντρέχει η επιβαρυντική πλημμεληματική περίσταση του εδ. β’ της παρ. 1 του α. 375 ΠΚ.

Υπό το προγενέστερο καθεστώς ισχύος του καταργηθέντος άρθρου 375 ΠΚ., η συνδρομή των ιδιοτήτων του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, μεσεγγυούχου ή διαχειριστή, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης ήτο

Σελ. 18

ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αποτελούσε κακουργηματική μορφή τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης, τιμωρούμενη κατά τη διάταξη του α. 375 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΠΚ.

Υπό την ισχύ του νέου Π.Κ. συντρέχει κακουργηματική περίσταση με αμιγώς ποσοτικό κριτήριο, ήτοι εάν η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (α. 375 παρ. 2 Π.Κ.).

Αν η μη απόδοση ληφθέντων ποσών του εντολέα οφείλεται σε νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος (π.χ. δικαίωμα επίσχεσης, κατ’ α. 325 ΑΚ), λόγω μη καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής, δεν συντρέχει το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης και δεν συγκροτείται το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ’αρχάς αντικειμενικά (αλλά και υποκειμενικά). Σε κάθε περίπτωση, η ενάσκηση αυτή του νόμιμου δικαιώματος πρέπει να αποδεικνύεται από το δικηγόρο π.χ. με προσκόμιση κατατεθειμένων δικογράφων κ.λπ.

Πρόκειται για συνήθεις περιπτώσεις αμφισβητήσεων μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του για ζητήματα σχετικά με τη συμφωνηθείσα ή οφειλόμενη αμοιβή του για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες.

Τη νομολογία έχουν απασχολήσει αρκετές περιπτώσεις υπεξαίρεσης από δικηγόρο, είτε με την έννοια της τέλεσης του αδικήματος από τον εντολοδόχο-δικηγόρο, είτε με την έννοια της δικαιολογημένης άρνησης εκ μέρους του δικηγόρου, ο οποίος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής του, να αποδώσει χρήματα π.χ. αποζημίωση που έχει εισπράξει για λογαριασμό του πελάτη του.

Παρατίθενται ορισμένα ενδεικτικά νομολογιακά παραδείγματα της μίας ή της άλλης περίπτωσης:

Έχει κριθεί ότι τελεί υπεξαίρεση ο δικηγόρος:

– Στον οποίο είχε ανατεθεί η διαχείριση κληρονομιαίας περιουσίας και ο οποίος παρακράτησε ποσό 8.983 DM, το οποίο είχε εισπράξει για λογαριασμό του πελάτη του (κληρονόμου). Μάλιστα, στην προκείμενη περίπτωση θεωρήθηκε ότι η πρόθεση ιδιοποίησης συνάγεται από τη μη ενημέρωση του μηνυτή για την είσπραξη του εν λόγω ποσού, τη μη απόδοσή του επί τέσσερα και πλέον έτη και την καταβολή του μετά από έντονες οχλήσεις, την απειλή αναφοράς του στο ΔΣΑ και την παρέμβαση του Προέδρου του ΔΣΑ. (ΑΠ 1665/1994 σε ΠοινΧρ ΜΔ σελ. 1415)

– Ο οποίος απέσπασε από τον εντολέα του χρηματικά ποσά προκειμένου να πραγματοποιήσει την πώληση αγροτεμαχίου, ενεργώντας ως πληρεξούσιος του ιδιοκτήτη του και ο οποίος, στη συνέχεια, όταν ο εντολέας του ζήτησε τα παραδοθέντα σε αυτόν ποσά, καθώς ο τελευταίος κατά τον έλεγχο των τίτλων διαπίστωσε ότι το ως άνω αγροτεμάχιο διεκδικείται από το

Σελ. 19

ελληνικό Δημόσιο ως δασική έκταση, λόγος για τον οποίον ματαιώθηκε η εν λόγω πώληση, αρνήθηκε την επιστροφή των χρηματικών αυτών ποσών (ΑΠ 1466/2000 σε ΠοινΔικ 2001 σελ. 317).

– Ο οποίος εισέπραξε για λογαριασμό της εντολέως του εταιρίας ποσό 13.789.478 δρχ. σε εξόφληση ακάλυπτων επιταγών οφειλέτη της εντολέως του και το οποίο ουδέποτε παρέδωσε στην εντολέα του, αλλά το ιδιοποιήθηκε. Μάλιστα, στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος δικηγόρος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η παρακράτηση αυτή έγινε επειδή είχε δικαίωμα επίσχεσης, για αμοιβή, δαπάνες κ. λπ., κατά την εκτέλεση της έμμισθης εντολής. Όμως, κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε, αφού ο εμπλακείς δικηγόρος δεν εξειδίκευσε τις δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του, ούτε και προσκόμισε κάποια απόδειξη π.χ. δικαστικά ή εξώδικα δικόγραφα (ΑΠ 711/2003 σε ΠοινΛογ 2003 σελ. 727).

– Που εισέπραξε για λογαριασμό των εντολέων της το ποσό που επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εκ του θανάτου της θυγατέρας τους σε αυτοκινητικό ατύχημα και δεν το απέδωσε σε αυτούς (ΑΠ 2108/2005 σε ΠοιΛογ 2006 σελ. 1938. Όμοιες και οι ΑΠ 1336/2005 σε ΠοινΛογ 2005 σελ. 1254, ΑΠ 1573/2007 σε ΠοινΔικ 2008 σελ. 492, ΑΠ 1711/2008 σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1140/2009 σε ΝΟΜΟΣ, η περίπτωση είναι ιδιαίτερα συνήθης στην πράξη).

– Που εισέπραξε διάφορα ποσά από οφειλέτες της εντολέως του εταιρίας και δεν τα παρέδωσε σε αυτήν, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Μάλιστα, κρίθηκε εν προκειμένω, ότι η πρόθεση ιδιοποίησης εξωτερικεύθηκε, καθώς ο κατηγορούμενος δικηγόρος απέκρυπτε το γεγονός της λήψης των εν λόγω χρημάτων και δήλωνε ψευδώς στους εκπροσώπους της εντολέως του, ότι συνέχιζε, τάχα, τις δικονομικές ενέργειες, για ικανοποίηση των απαιτήσεών τους (ΑΠ 94/2006 σε ΝΟΜΟΣ)

– Που εισέπραξε από τον εντολέα του το ποσό των 15.000.000 δρχ. προς τακτοποίηση φορολογικής εκκρεμότητας του εντολέα του, πλην όμως, δεν προέβη σε ουδεμία ενέργεια (άσκηση προσφυγής ή εξωδικαστικό συμβιβασμό και καταβολή), αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα (ΑΠ 1105/2008 σε ΝΟΜΟΣ).

– Που παρακράτησε χρήματα που του είχαν παραδώσει οι εντολείς του προς εξόφληση οφειλόμενων από αυτούς μισθωμάτων και τα οποία δεν παρέδωσε

Σελ. 20

στην εκμισθώτρια εταιρία, αλλά τα ιδιοποιήθηκε (ΑΠ 1099/2010 σε ΝΟΜΟΣ).

– Που εισέπραξε το ποσό του εξωδικαστικού συμβιβασμού ως εντολοδόχος του πελάτη του και δεν του το απέδωσε (ΑΠ 215/2018 σε ΠοινΔικ 2019 σελ. 403)

Αντίθετα, έχει κριθεί ότι δεν τελεί υπεξαίρεση ο δικηγόρος, ο οποίος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση έναντι του εντολέα του για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων του και ο οποίος δικαιούται να αρνηθεί την απόδοσης στον εντολέα του των ποσών που εισέπραξε κατά την εκτέλεση της εντολής, για λογαριασμό του, ωσότου ο εντολέας του ικανοποιήσει την ως άνω αξίωσή του (βλ. ενδεικτικά από την πάγια επί του θέματος νομολογία ΑΠ 207/1966 σε ΠοινΧρ ΙΣΤ σελ. 406, ΑΠ 1319/1980 σε ΠοινΧρ ΛΑ σελ. 325, ΑΠ 263/1988 σε ΠοινΧρ ΛΗ σελ. 519, ΑΠ 2507/2003 σε ΠοινΛογ 2003 σελ. 2663, ΑΠ 916/2011 (πολιτική) σε ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ 2364/1958 σε ΠοινΧρ Θ σελ. 104, ΠλημΜεσολογγίου 54/1959 σε ΠοινΧρ Θ σελ. 280, ΣυμβΠλημΑθ 5805/1998 σε ΠοιΧρ ΠοινΧρ ΜΘ σελ. 958). Σε αυτές τις περιπτώσεις θεωρείται ότι ελλείπει το αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της υπεξαίρεσης υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι ο δόλος του δράστη, για παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων που έλαβε στην κατοχή του.

Πράγματι, σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δικηγόρος κάνει χρήση του δικαιώματος επίσχεσης, το οποίο προβλέπεται, κατ’ αρχάς, στο α. 325 ΑΚ και σύμφωνα με το οποίο, αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση, συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. 

Back to Top