ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 14.7€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 35,70 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21055
Βάρκα - Αδάμη Α.
  • Έκδοση: 2η 2024
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 288
  • ISBN: 978-618-08-0437-9

Η πρώτη έκδοση του «Κληρονομητηρίου» έτυχε θερμής υποδοχής από τον νομικό κόσμο, λόγω δε των πρόσφατων εξελίξεων κατέστη αναγκαία η δεύτερη έκδοση. Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος αναπτύσσεται η διαχρονική νομοθετική εξέλιξη του θεσμού του κληρονομητηρίου από τη στιγμή που μεταφυτεύθηκε στο ελληνικό δίκαιο από τη γερμανική νομοθεσία, μέχρι και σήμερα. Ιδιαίτερη προσπάθεια καταβλήθηκε για να αποτυπωθούν οι εκάστοτε αντιτιθέμενες απόψεις τόσο της θεωρίας όσο και της νομολογίας. Επιχειρήθηκε επίσης μια συνοπτική κριτική της εφαρμογής στην πράξη των εκάστοτε νομοθετικών τροποποιήσεων. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου αναπτύσσονται, μεταξύ άλλων, οι ενότητες:

| κληρονομητήριο υπό την ισχύ του ΑΚ και του ΚΠολΔ, του Ν 4055/2012

και των τροποποιήσεων των Ν 5095/2024 και 5134/2024

| αξιολόγηση της εφαρμογής στην πράξη του Ν 4055/2012

| μια πρώιμη κριτική προσέγγιση των τροποποιήσεων των Ν 5095/2024 και 5134/2024

| Υποβολή αίτησης χορήγησης κληρονομητηρίου

| Προαποδεικτική διαδικασία έκδοσης κληρονομητηρίου

| Αυτεπάγγελτη έρευνα

| Έκδοση κληρονομητηρίου

| Αποδεικτική δύναμη κληρονομητηρίου

| Παύση της ισχύος του κληρονομητηρίου

| Ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων παροχής ή ανάκλησης του κληρονομητηρίου.

Στο δεύτερο μέρος αναπτύσσονται, με πλήρη θεωρητική και νομολογιακή τεκμηρίωση, οι σχετικές διατάξεις του ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου (Κανονισμός Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου 650/2012). Ακολουθούν σχετικά έντυπα αίτησης και έκδοσης ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου και ενδεικτική πλήρης αναφορά σχετικών αποφάσεων ελληνικών δικαστηρίων καθώς και αποφάσεων επί προδικαστικών προσφυγών του ΔΕΕ.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί τη μοναδική πλήρη επιστημονική μονογραφία σχετικά με το κληρονομητήριο και απευθύνεται κυρίως στους εφαρμοστές του δικαίου, δικαστές και δικηγόρους, αλλά και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές και ερευνητές των νομικών σχολών.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 2ης ΕΚΔΟΣΗΣ 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1ης ΕΚΔΟΣΗΣ 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Το ελληνικό κληρονομητήριο ως μέσο νομιμοποίησης
των επικαλούμενων δικαιώματα από εγχώρια κληρονομική διαδοχή

KΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ)

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

§ 1. Η νομιμοποίηση του κληρονόμου και η προστασία
των συναλλασσόμενων με αυτόν πριν από την ισχύ του ΑΚ 1

§ 2. Η νομιμοποίηση του κληρονόμου και η προστασία
των συναλλασόμενων με αυτόν υπό το κράτος του ΑΚ 4

§ 3. Η επίδραση του ΚΠολΔ στις περί κληρονομητηρίου διατάξεις του ΑΚ 6

§ 4. Οι τροποποιήσεις των περί κληρονομητηρίου διατάξεων του ΑΚ
και του ΚΠολΔ με το ν. 4055/2012 9

§ 5. Αξιολόγηση της εφαρμογής στην πράξη των περί
κληρονομητηρίου διατάξεων του ν. 4055/2012 11

§ 6. Οι τροποποιήσεις των περί κληρονομητηρίου διατάξεων του ΑΚ
και του ΚΠολΔ με το ν. 5095/2024 και οι σχετικές τροποποιήσεις
του ΚΠολΔ που επήλθαν με το ν. 5134/11.9.2024 13

§ 7. Προϋποθέσεις εγγραφής δικηγόρων στον ειδικό κατάλογο
της παρ. 2 του άρθρου 819 ΚΠολΔ 16

§ 8. Μια πρώιμη κριτική προσέγγιση του Ν. 5095/2924 18

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

§ 9. Έννοια και νομική φύση του κληρονομητηρίου 20

§ 10. Σκοπός του κληρονομητηρίου 26

§ 11. Το κληρονομητήριο είναι δυνητικός τρόπος νομιμοποίησης 28

§ 12. Είδη κληρονομητηρίων 29

KΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟΥ

§ 13. Πρόσωπα που νομιμοποιούνται να υποβάλλουν αίτηση
χορήγησης κληρονομητηρίου 32

I. Ο κληρονόμος γενικά 33

Α. Ο κληρονόμος ορισμένου αντικειμένου 35

Β. Ο μεριδούχος κληρονόμος 37

Γ. Ο κληρονόμος του άφαντου 39

Δ. Ο κληρονόμος αλλοδαπού κληρονομούμενου. Διεθνής δικαιοδοσία
των ελληνικών δικαστηρίων για έκδοση κληρονομητηρίου 39

Ε. Το Δημόσιο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος 41

Στ. Νομιμοποιούμενοι να υποβάλουν αίτηση εκδόσεως κληρονομητηρίου
στο όνομα του κληρονόμου 45

1. Οι πληρεξούσιοι ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι του κληρονόμου 45

2. Ο κληρονόμος του κληρονόμου 45

3. Οι δανειστές της κληρονομίας ή του κληρονόμου 46

ΙΙ. Ο καταπιστευματοδόχος 49

III. Ο κληροδόχος 50

IV. Ο εκτελεστής διαθήκης 52

§ 14. Πρόσωπα που δεν νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση
παροχής κληρονομητηρίου 53

§ 15. Αρμοδιότητα έκδοσης κληρονομητηρίου 54

§ 16. Περιεχόμενο της αιτήσεως παροχής κληρονομητηρίου 58

 

KΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤO

ΠΡΟΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟΥ

§ 17. Απόδειξη των στοιχείων της αιτήσεως. Βάρος αποδείξεως.
Αποδεικτικά μέσα 66

§ 18. Δημόσια έγγραφα νομιμοποίησης του αιτούντος την παροχή
κληρονομητηρίου 69

§ 19. Αδυναμία προσαγωγής δημοσίων εγγράφων για την απόδειξη
στοιχείων της αιτήσεως παροχής κληρονομητηρίου 73

KΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΡΕΥΝΑ (ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ)

§ 20. Γενικές παρατηρήσεις 76

§ 21. Εξέταση παρεμπιπτόντων ζητημάτων 78

§ 22. Η από το άρθρο 1959 ΑΚ ενδεικτική απαρίθμηση των αυτεπάγγελτων ενεργειών του αρμοδίου για την έκδοση του κληρονομητηρίου 82

§ 23. Η επίδραση της παρέμβασης τρίτων στην περί κληρονομητηρίου δίκη 84

§ 24. Η δέσμευση του δικηγόρου ή του δικαστή από την ύπαρξη
εκκρεμούς δίκης ή τελεσίδικης απόφασης των τακτικών
δικαστηρίων σχετικής με το υπό κρίση δικαίωμα 85

KΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

ΕΚΔΟΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟΥ

§ 25. Εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Έκδοση κληρονομητηρίου ή
απόρριψη της αιτήσεως 88

§ 26. Η μεταγραφή του κληρονομητηρίου 98

KΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Η ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟΥ

§ 27. Το τεκμήριο δικαιώματος που πηγάζει από το κληρονομητήριο 103

§ 28. Έναρξη και διάρκεια της ισχύος του τεκμηρίου 105

§ 29. Η σημασία του τεκμηρίου 107

 

KΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟΥ

§ 30. Ενίσχυση του από το κληρονομητήριο τεκμηρίου 109

§ 31. Προϋποθέσεις προστασίας των συναλλασσόμενων
με τον αναφερόμενο στο κληρονομητήριο δικαιούχο 111

§ 32. Ισχύς των δικαιοπραξιών και των δικαστικών πράξεων υπέρ του τρίτου 118

§ 33. Οι ουσιαστικού δικαίου συνέπειες των άρθρων 1963 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ 119

§ 34. Ταυτόχρονη κυκλοφορία αντιφατικών κληρονομητηρίων 121

KΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

ΠΑΥΣΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟΥ

§ 35. Τρόποι παύσης της ισχύος του κληρονομητηρίου 126

§ 36. Έννοια και περιπτώσεις ανακρίβειας του κληρονομητηρίου 129

§ 37. Αφαίρεση του κληρονομητηρίου 132

§ 38. Κήρυξη ως ανίσχυρου (ακύρωση) του κληρονομητηρίου 137

§ 39. Παράδοση του ανακριβούς κληρονομητηρίου στο δικαστήριο
της κληρονομίας 140

§ 40. Οι αξιώσεις του πραγματικού δικαιούχου έναντι
του αναφερόμενου στο κληρονομητήριο ψευδούς δικαιούχου 142

KΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

ΤΑ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΠΕΡΙ ΠΑΡΟΧΗΣ
Ή ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟΥ

§ 41. Τα επιτρεπτά ένδικα μέσα κατά των περί κληρονομητηρίου
πράξεων ή αποφάσεων προ και μετά τον ΚΠολΔ 145

§ 42. Η άσκηση ανακοπής κατά της πράξης δικηγόρου περί παροχής
ή μη κληρονομητηρίου 148

§ 43. Η έφεση κατά της περί παροχής κληρονομητηρίου αποφάσεως 149

§ 44. Η τριτανακοπή κατά της περί ανακλήσεως
του κληρονομητηρίου αποφάσεως 153

 

ΜΕΡΟΣ ΔEΥΤΕΡΟ

Το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο ως μέσο νομιμοποίησης
των επικαλούμενων δικαιώματα από διεθνή κληρονομική διαδοχή

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚO ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤHΡΙΟ

Ι. Η πορεία προς την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου 157

ΙΙ. Το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο ως μέσο νομιμοποίησης
των επικαλούμενων κληρονομικά δικαιώματα από διεθνείς
κληρονομικές διαδοχές 164

1. Το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο ως δυνητικός τρόπος νομιμοποίησης 165

2. Αρμοδιότητα για την έκδοση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου.
Εφαρμοστέο δίκαιο 166

3. Δικαιούμενοι να υποβάλουν αίτηση εκδόσεως ευρωπαϊκού
κληρονομητηρίου 170

4. Περιεχόμενο της αιτήσεως εκδόσεως ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου 171

5. Αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου 172

6. Έκδοση του κληρονομητηρίου. Χορήγηση επικυρωμένων αντιγράφων 173

7. Περιεχόμενο ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου 175

8. Αποτελέσματα του ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου 176

9. Μεταγραφή του ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου 177

10. Διόρθωση, τροποποίηση ή ανάκληση του ευρωπαϊκού
κληρονομητηρίου 177

11. Αναστολή της ισχύος του ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου 178

12. Ένδικα μέσα 179

ΙΙΙ. Συμπεράσματα - Προτάσεις 180

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Οι σχετικές με το κληρονομητήριο διατάξεις
της ελληνικής νομοθεσίας

I. Οι σχετικές με το κληρονομητήριο διατάξεις του Αστικού Κώδικα,
όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 5095/2024 183

II. Οι σχετικές με το κληρονομητήριο διατάξεις του ΚΠολΔ όπως έχουν
τροποποιηθεί με τους ν. 5095/2024, 5108/2024 και 5134/2024 186

 

ΙIΙ. Οι σχετικές με το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο διατάξεις
του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 650/2012 του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 190

IV. Προδιατυπωμένα έντυπα που απαιτούνται κατά τη διαδικασία έκδοσης
ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου βάσει του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1329/2014 της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 2014

Αίτηση χορήγησης ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου 198

Ευρωπαϊκό κληρονομητήριο 205

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ

Ενδεικτική παράθεση νομολογίας
ελληνικού και ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου

1. ΔΕΕ C-354/21 213

2. ΔΕΕ C-301/20 227

3. ΕιρΑθ 1143/2023 240

4. ΕιρΧαν 170/2019 243

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 249

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 259

Σελ. 1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Το ελληνικό κληρονομητήριο ως μέσο νομιμοποίησης
των επικαλούμενων δικαιώματα από εγχώρια
κληρονομική διαδοχή

KΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ)

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

§ 1. Η νομιμοποίηση του κληρονόμου και η προστασία των συναλλασσόμενων με αυτόν πριν από την ισχύ του ΑΚ

Κατά το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι συναλλαγές με όσους επικαλούνταν κληρονομικά δικαιώματα ήταν δύσκολες και επικίνδυνες. Το τότε βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο δεν περιείχε ειδικές διατάξεις, οι οποίες να καθορίζουν έναν ορισμένο τρόπο απόδειξης του κληρονομικού δικαιώματος, ούτε και διατάξεις οι οποίες να προστατεύουν τους καλής πίστης τρίτους που συναλλάσσονταν με εμφανιζόμενους ως πραγματικούς κληρονόμους. Κατά συνέπεια οι τρίτοι έπρεπε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με δική τους πρωτοβουλία και ευθύνη να ερευνούν, για να εξακριβώσουν την ύπαρξη και την έκταση του κληρονομικού δικαιώματος εκείνου με τον οποίο ήθελαν να συναλλαγούν. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι φανερό πόσο μεγάλος ήταν ο κίνδυνος της δημιουργίας άκυρων δικαιοπραξιών, σε όσες περιπτώσεις αποδεικνυόταν εκ των υστέρων ότι ο εμφανιζόμενος ως κληρονόμος δεν ήταν ο πραγματικός κληρονόμος ή ότι η έκταση του κληρονομικού του δικαιώματος δεν ήταν αυτή που υπέθεταν οι τρίτοι που συναλλάσσονταν με αυτόν.

Η έλλειψη στο βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ειδικών διατάξεων νομιμοποίησης των επικαλούμενων κληρονομικά δικαιώματα και προστασίας των καλής πίστης τρίτων οφειλόταν αφενός μεν στο ότι το δίκαιο τούτο ακολουθούσε κυρίως την αρχή προστασίας του δικαιώματος του πραγματικού δικαιούχου, αφετέρου δε στην περιορισμένη κατά την εποχή εκείνη έκταση των συναλλαγών, λόγω της οποίας η Πολιτεία δεν βρέθηκε στην ανάγκη να πάρει ειδικά νομοθετικά μέτρα για την ασφάλεια και τη σταθερότητά τους.

Υπέρ των πραγματικών κληρονόμων το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο καθιέρωνε διάφορα ένδικα μέσα προστασίας. Συγκεκριμένα οι πραγματικοί κληρονόμοι μπορούσαν να εφοδιαστούν με βεβαιώσεις για την κληρονομική τους ιδιότητα και το κληρονομικό τους δικαίωμα, για να αποκτήσουν αμέσως τη μη κληρονομητή κατά το ρωμαϊκό δί-

Σελ. 2

καιο νομή από το δικαστήριο ή τη Διοικητική Αρχή (interdictum quorum bonnorum, interdictum legatorum, mission Adrianna).

Παράλληλα με τη βασική αρχή της προστασίας των πραγματικών κληρονόμων το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο περιείχε και ορισμένες διατάξεις για την προστασία των καλής πίστης νομέων της κληρονομίας. Βάσει των διατάξεων αυτών περιοριζόταν η ευθύνη των καλόπιστων νομέων κληρονομιαίων πραγμάτων και των τρίτων που απέκτησαν αυτά από αυτούς, ως προς την απόδοση αυτών και των καρπών τους απέναντι του πραγματικού κληρονόμου, ο οποίος διεκδικούσε την κληρονομία. Η προστασία όμως αυτή ήταν πολύ περιορισμένη και δεν εξασφάλιζε τα δικαιώματα εκείνων που τα απέκτησαν. Εξάλλου κατά το χρόνο που ίσχυε στη χώρα μας το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις και με ορισμένες προϋποθέσεις.

Για την αντιμετώπιση αυτών των ατελειών της νομοθεσίας καθιερώθηκε στη συναλλακτική πρακτική η συνήθεια της νομιμοποίησης των επικαλούμενων κληρονομικά δικαιώματα βάσει ορισμένων δημοσίων εγγράφων από τα οποία έμμεσα προέκυπτε η ύπαρξη και η έκταση του κληρονομικού δικαιώματος. Έτσι, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, προκειμένου να αποδείξουν στις συναλλαγές το κληρονομικό τους δικαίωμα, έπρεπε συνήθως να εφοδιαστούν με: α) Ληξιαρχική πράξη θανάτου του κληρονομούμενου, β) πιστοποιητικό του γραμματέως πρωτοδικών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και γ) πιστοποιητικό συγγένειας, εκδιδόμενο από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κληρονομούμενου βάσει ενόρκων καταθέσεων. Επίσης οι εκ διαθήκης κληρονόμοι για τη νομιμοποίησή τους στις συναλλαγές έπρεπε να εφοδιαστούν με: α) Ληξιαρχική πράξη θανάτου του κληρονομούμενου, β) αντίγραφο της διαθήκης που είχε δημοσιευθεί και σε περίπτωση υπάρξεως περισσότερων διαθηκών αντίγραφα όλων μέχρι και της τελευταίας, γ) πιστοποιητικό του γραμματέως πρωτοδικών περί μη προσβολής της διαθήκης και δ) πιστοποιητικό συγγένειας.

Είναι προφανές πόσο επικίνδυνος για την ασφάλεια των συναλλαγών ήταν αυτός ο τρόπος απόδειξης του κληρονομικού δικαιώματος, ο οποίος δε βασιζόταν σε μια εμπεριστατωμένη και αντικειμενική έρευνα των βεβαιούμενων, αλλά σε μαρτυρικές καταθέσεις πολλές φορές αμφίβολης αξίας. Εξάλλου υπήρχε πάντα ο κίνδυνος μετά την έκδοση των πιστοποιητικών περί μη υπάρξεως άλλης διαθήκης και περί μη προσβολής αυτής που είχε δημοσιευθεί να εκδοθεί νεότερη διαθήκη, που να ανατρέπει τις προηγούμενες ή αυτή που είχε δημοσιευθεί να προσβληθεί και να ακυρωθεί.

Σελ. 3

Βεβαίως οι επικαλούμενοι κληρονομικό δικαίωμα μπορούσαν να νομιμοποιηθούν στις συναλλαγές αποδεικνύοντας το δικαίωμά τους αυτό με κύρια αγωγή (περί κλήρου ή αναγνωριστική) ή και παρεμπιπτόντως σε κάποια άλλη δίκη, αλλά όμως το δεδικασμένο αυτών, αν και αμάχητο τεκμήριο μεταξύ των διαδίκων, δεν ήταν δυνατόν να προταθεί απέναντι των τρίτων. Κατά συνέπεια οι τρίτοι που συναλλάσσονταν με κληρονόμους, κληροδόχους κ.λπ., τα δικαιώματα των οποίων έστω ότι είχαν βεβαιωθεί με κάποια τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν ήταν σίγουρο ότι ήταν ασφαλείς.

Ο νεότερος νομοθέτης, θέλοντας να καλύψει αυτά τα κενά του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, θέσπισε ειδικό νομοθέτημα το ν.δ. 17 Ιουλίου - 13 Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», το οποίο όριζε ότι οι εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμοι ή οι κληροδόχοι, προκειμένου να νομιμοποιηθούν απέναντι ορισμένων ανωνύμων εταιρειών (άρθρο 1), έπρεπε να προσκομίσουν τα ίδια περίπου έγγραφα που είχαν καθιερωθεί στην πρακτική υπό το κράτος του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και τα οποία ορίζονταν από το νομοθετικό αυτό διάταγμα «ως έγγραφα νομιμοποιήσεως» των εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμων και των κληροδόχων. Οι περί νομιμοποιήσεως αυτές διατάξεις ίσχυαν όμως μόνο για ορισμένες συναλλαγές (άρθρο 21) και συγκεκριμένα: α) για την κατόπιν αιτήσεως του κληρονόμου ή κληροδόχου τροπή ονομαστικής μετοχής της ανώνυμης εταιρείας στο όνομα αυτών ή σε ανώνυμη και β) για την από τον κληρονόμο ή κληροδόχο είσπραξη χρημάτων ή χρεωγράφων, τα οποία είχε καταθέσει στην ανώνυμη εταιρεία στο όνομά του ο κληρονομούμενος.

Η ανώνυμη εταιρεία, η οποία βάσει των ανωτέρω εγγράφων νομιμοποιήσεως μετέτρεπε ονομαστικές μετοχές ή απέδιδε στον αιτούντα κληρονόμο ή κληροδόχο τις καταθέσεις του κληρονομούμενου, απαλλασσόταν από κάθε ευθύνη απέναντι του πραγματικού κληρονόμου ή κληροδόχου, εάν στο διάστημα ενός έτους από το θάνατο του κληρονομούμενου δεν είχε ασκηθεί αγωγή ή δεν είχε υποβληθεί στην εταιρεία αίτηση με την οποία να αμφισβητείται το κληρονομικό δικαίωμα εκείνου, ο οποίος υπέβαλε τα έγγραφα νομιμοποιήσεως (άρθρο 19). Εάν περισσότεροι του ενός ζητούσαν την τροπή ονομαστικών μετοχών ή την απόδοση των καταθέσεων, το άρθρο 20 του ιδίου ν.δ. όριζε ότι γινόταν δίκη μεταξύ των αιτούντων και της εταιρείας, η οποία άρχιζε ένα χρόνο μετά το θάνατο του κληρονομούμενου. Στην περίπτωση αυτή η εταιρεία που εκτελούσε την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, απαλλασσόταν από κάθε ευθύνη απέναντι του πραγματικού κληρονόμου ή κληροδόχου και ουδέποτε καταδικαζόταν στη δικαστική δαπάνη ή σε αποζημίωση.

Σελ. 4

Η έκταση εφαρμογής του ανωτέρω ν.δ. ήταν πολύ περιορισμένη, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις του εφαρμόζονταν σε ορισμένες ανώνυμες εταιρείες κυρίως Τράπεζες και για ορισμένες μόνο συναλλαγές. Εξάλλου οι διατάξεις του ήταν και ατελείς, επειδή προστάτευαν τα συμφέροντα των ανωνύμων εταιρειών, όχι όμως και τα συμφέροντα των πραγματικών κληρονόμων ή κληροδόχων, οι οποίοι μετά την πάροδο των από το νομοθετικό αυτό διάταγμα προβλεπόμενων προθεσμιών δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους κατά της εταιρείας ή ακόμη κινδύνευαν να ζημιωθούν οικονομικά, διότι στην πράξη οι ανώνυμες εταιρείες ουδέποτε μετέτρεπαν τις ονομαστικές μετοχές ή απέδιδαν τις καταθέσεις πριν περάσει χρόνος από το θάνατο του κληρονομούμενου, για να είναι σίγουρη η απαλλαγή τους από κάθε ευθύνη.

Εκτός από το ανωτέρω ν.δ., κατά το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, δεν υπήρχαν άλλες νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες να αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της νομιμοποίησης των επικαλούμενων κληρονομικά δικαιώματα και της προστασίας των τρίτων που συναλλάσσονταν με αυτούς. Οι ατέλειες αυτές της νομοθεσίας είναι φανερό ότι στην πράξη δημιουργούσαν πολλές δυσκολίες, που παρεμπόδιζαν την ανάπτυξη και τη σταθερότητα των συναλλαγών. Με την πάροδο του χρόνου, την κοινωνικοοικονομική εξέλιξη και την αύξηση γενικά του όγκου των συναλλαγών έγινε επιτακτική η ανάγκη της λήψης νομοθετικών μέτρων για την κατά τον ασφαλέστερο για τις συναλλαγές τρόπο πλήρωση του νομοθετικού αυτού κενού. Για το σκοπό αυτό οι νομικοί κύκλοι της χώρας με την ευκαιρία της σύνταξης του ΑΚ, κατέφυγαν στην ξένη νομοθεσία και συγκεκριμένα στη γερμανική, η οποία καθιέρωνε έναν ορισμένο, γρήγορο και συνοπτικό τρόπο απόδειξης και πιστοποίησης του κληρονομικού δικαιώματος.

§ 2. Η νομιμοποίηση του κληρονόμου και η προστασία των συναλλασόμενων με αυτόν υπό το κράτος του ΑΚ

Για την αντιμετώπιση του νομοθετικού κενού της προηγούμενης νομοθεσίας, του σχετικού με τη νομιμοποίηση των εμφανιζόμενων ως κληρονόμων και την προστασία γενικά των συναλλαγών, καθιερώθηκε τελικά στον ΑΚ ο θεσμός του κληρονομητηρίου, δηλαδή η κατόπιν δικαστικής αποφάσεως πιστοποίηση της ύπαρξης και της έκτασης του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου εκείνου, ο οποίος ζητούσε αυτήν την πιστοποίηση.

Ο θεσμός του κληρονομητηρίου είχε αρχικά διαμορφωθεί στη γερμανική δικαστηριακή πρακτική και τελικά καθιερώθηκε στον γερμανικό ΑΚ, οι διατάξεις του οποίου αποτέλεσαν την πηγή για τη σύνταξη των αντίστοιχων διατάξεων του δικού μας ΑΚ.

Σελ. 5

Για τη χρησιμότητα του θεσμού του κληρονομητηρίου είχε σοβαρές επιφυλάξεις ο εισηγητής του κληρονομικού δικαίου Γ. Μπαλής, ο οποίος συγκεκριμένα ανέφερε προς την Αναθεωρητική Επιτροπή του Αστικού Κώδικα ότι: «η δύναμις αυτού του πιστοποιητικού είναι ότι αποτελεί τεκμήριον μαχητόν περί της κληρονομικής ιδιότητος και δυνάμει αυτού ο έχων τούτο δύναται ισχυρώς και εγκύρως να εισπράξη κληρονομικάς απαιτήσεις, ως επίσης και να προβή ισχυρώς εις εκποίησιν κληρονομιαίων πραγμάτων προς τρίτους...», ιδιαίτερα δε τόνιζε ότι: «...ενώ το κληρονομητήριον εκδίδεται κατόπιν αποφάσεως εκδοθείσης άνευ των εγγυήσεων της αντιδικίας, εν τούτοις απονέμεται εις αυτό ευρυτάτη δύναμις, αφού ο εφοδιασθείς με αυτό ημπορεί να εισπράττη και να πωλεί εκ της κληρονομίας». Στη συνέχεια χαρακτήριζε το θεσμό ως αντιφατικό, επειδή «...ο εφοδιασθείς με κληρονομητήριο... μολονότι δεν έχει ειμή εν μαχητόν τεκμήριον, εν τούτοις του παρέχεται εξουσία αληθούς κληρονόμου, αφού ημπορεί να εισπράξη και να πωλήση επί προφανεί κινδύνω του εμφανισθησόμενου κληρονόμου» και κατέληγε χαρακτηρίζοντας το θεσμό του κληρονομητηρίου «ως άσκοπο και άχρηστο».

Παρά τα ανωτέρω η Αναθεωρητική Επιτροπή τάχθηκε ομόφωνα υπέρ της καθιέρωσης του κληρονομητηρίου, κάνοντας όμως σύσταση προς τη Συντακτική Επιτροπή να διατυπώσει τις σχετικές διατάξεις με τρόπο που να εξασφαλίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο οι συναλλαγές.

Τελικά στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του κληρονομικού δικαίου του ΑΚ και με τον τίτλο «κληρονομητήριον» διατυπώθηκαν στα άρθρα 1956-1966 οι σχετικές διατάξεις του θεσμού, οι οποίες αποτελούν σχεδόν πιστή μετάφραση των αντίστοιχων διατάξεων του γερμανικού ΑΚ, με ορισμένες τροποποιήσεις, όχι όλες όσες επιβάλλονταν από τη διαφορετική γενικά δομή του κληρονομικού μας δικαίου. Σχετικές είναι και οι διατάξεις των άρθρων 1195 ΑΚ, 120 και 121 ΕισΝΑΚ. Επίσης με το άρθρο 41 του ΕισΝΑΚ καταργήθηκαν ρητά μετά την ισχύ του ΑΚ τα άρθρα 15, 16, 19-24 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», τα οποία ρύθμιζαν τη νομιμοποίηση των κληρονόμων ή κληροδόχων απέναντι ορισμένων ανωνύμων εταιρειών, η οποία πλέον θα έπρεπε να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1956-1966 ΑΚ.

Σελ. 6

Ο ν. 1329/83 δεν επέφερε τροποποιήσεις στις περί κληρονομητηρίου διατάξεις του ΑΚ, οι οποίες μεταγλωττίστηκαν, όπως και όλες οι διατάξεις του ΑΚ με το π.δ. 456/1984.

§ 3. Η επίδραση του ΚΠολΔ στις περί κληρονομητηρίου διατάξεις του ΑΚ

Η εφαρμογή στην πράξη των περί κληρονομητηρίου διατάξεων του ΑΚ αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες, που οφείλονταν κυρίως στο ότι η διατύπωσή τους έγινε βάσει των αντίστοιχων διατάξεων του γερμΑΚ, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προβλήματα που αντιμετώπισε η εφαρμογή του θεσμού στη γερμανική δικαστηριακή πρακτική και κυρίως χωρίς να ληφθούν υπόψη οι παραλλαγές του δικονομικού και ουσιαστικού μας δικαίου. Έτσι π.χ χαρακτηρίστηκε το κληρονομητήριο ως πιστοποιητικό, κατ’ απόδοση των αντίστοιχων γερμανικών διατάξεων, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι οι ισχύουσες τότε δικονομικές διατάξεις δεν προέβλεπαν την έκδοση πιστοποιητικών από τα δικαστήρια των πρωτοδικών, ούτε και όριζαν τον τρόπο και τα αρμόδια όργανα που έπρεπε να τα εκδίδουν. Ή κατά τα άρθρα 1956 και 1961 παρ. 2 ΑΚ δόθηκε δικαίωμα παροχής κληρονομητηρίου μόνο στον κληρονόμο και καθορίστηκε το περιεχόμενο του πιστοποιητικού βάσει των αντίστοιχων διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι κατά το κληρονομικό μας δίκαιο οι κληροδόχοι μπορούν να αποκτήσουν απόλυτο δικαίωμα στο κληροδοτούμενο (άρθρο 1996 ΑΚ), ενώ κατά το γερμανικό κληρονομικό δίκαιο το δικαίωμα που πηγάζει από την κληροδοσία είναι πάντα μόνο ενοχικό (§ 2174 BGB), καθώς επίσης και το ότι κατά το κληρονομικό μας δίκαιο και τα δικαιώματα των καταπιστευματοδόχων ορίζονται κατά διαφορετικό τρόπο από ό,τι στο γερμανικό κληρονομικό δίκαιο κ.λπ.

Οι παραλείψεις αυτές, που ήταν η αιτία πολλών ερμηνευτικών προβλημάτων, ίσως να οφείλονταν και στο ότι ο εισηγητής του κληρονομικού μας δικαίου και συντάκτης του δεν πίστευε, όπως προαναφέρθηκε, στη χρησιμότητα του θεσμού του κληρονομητηρίου και ουσιαστικά περιορίστηκε στην απόδοση των αντίστοιχων διατάξεων του γερμΑΚ, χωρίς τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις, που θα εξασφάλιζαν την ομαλή και χωρίς κινδύνους για τις συναλλαγές εφαρμογή του θεσμού στην πράξη.

Τα πρακτικά προβλήματα του θεσμού, στα οποία έδινε διάφορες λύσεις η νομολογία, προσπάθησε, αλλά όχι με απόλυτη επιτυχία, να αντιμετωπίσει ο ΚΠολΔ (α.ν. 44/1967), όχι μόνο ρυθμίζοντας τα σχετικά με το κληρονομητήριο δικονομικά θέματα, αλλά και τροποποιώντας και συμπληρώνοντας τις ουσιαστικές σχετικές διατάξεις του ΑΚ. Οι τροποποιήσεις μάλιστα αυτές έγιναν σιωπηρά, χωρίς δηλαδή να γίνεται κάποια αναφορά ή συσχετισμός μεταξύ τροποποιούμενων και τροποποιητικών διατάξεων, λόγω

Σελ. 7

δε της διαχρονικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 εδ. ε΄ ΕισΝΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία καταργείτο «πάσα άλλη διάταξις αντικειμένη εις αυτόν ή αφορώσα τα υπό του εισαγομένου Κώδικος ρυθμιζόμενα θέματα, πλην αν εις τον παρόντα Νόμον ορίζεται άλλως», δημιουργήθηκε διχογνωμία ως προς την παράλληλη ή όχι ισχύ των περί κληρονομητηρίου διατάξεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ. Ορθά κατά τη γνώμη μας υποστηρίχθηκε η άποψη ότι από της ισχύος του ΚΠολΔ, καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1956-1966 ΑΚ και αντ’ αυτών ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 880-885 ΚΠολΔ, αφού με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 εδ. ε’ ΕισΝΚΠολΔ θεσπίστηκε η κατάργηση όχι μόνο των αντικειμένων στον ΚΠολΔ διατάξεων, αλλά και εκείνων που απλώς ανάγονταν σε θέματα ρυθμιζόμενα από αυτόν.

Με το ν.δ. 958/1971 «περί τροποποιήσεως του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου» τροποποιήθηκαν σε ορισμένα σημεία οι περί κληρονομητηρίου διατάξεις των άρθρων 880-885 του α.ν. 44/1967, τα οποία άρθρα, όπως τροποποιήθηκαν, πήραν με το β.δ. 657/1971 «περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του ΚΠολΔ και του Εισαγωγικού του Νόμου» τους αριθμούς 819-824. Παράλληλα τροποποιήθηκε και κατά την αιτιολογική έκθεση αντικαταστάθηκε αφότου ίσχυσε το άρθρο 1 ΕισΝΚΠολΔ, τα εδ. ε΄ και στ΄ του οποίου προβλέπουν πλέον ότι καταργείται «πάσα άλλη διάταξις αντικειμένη εις αυτόν και πάσα διάταξις αφορώσα τα υπό του εισαγομένου κώδικος ρυθμιζόμενα θέματα, εφ’ όσον δεν συμβιβάζεται προς τας διατάξεις του κώδικος τούτου και δεν ορίζεται άλλως εις τον παρόντα νόμον».

Στην αιτιολογική έκθεση της νέας αυτής διατύπωσης αναφέρεται η εξής σκέψη: «Διά της διατάξεως υπό στοιχείον ε’ του άρθρου 1 ως έχει, θεσπίζεται η κατάργησις ου μόνον των αντικειμένων διατάξεων, αλλά και πάσης τοιαύτης αναγομένης απλώς εις θέματα ρυθμιζόμενα υπό του ΚΠολΔ. Εντεύθεν υπεστηρίχθη ότι έπαυσεν η ισχύς διατάξεων, αίτινες συμβιβάζονται απολύτως προς τας επί των θεμάτων τούτων διατάξεις του ΚΠολΔ και δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής. Δια των υπό στοιχεία ε΄ και στ΄ διατάξεων, αίτινες προτείνονται εις αντικατάστασιν αρχήθεν του ως άνω στοιχείου, δίδεται η προσήκουσα λύσις εις το θέμα, ώστε του λοιπού θα ανήκει εις τον ερμηνευτήν να κρίνη αν διάταξίς της, είτε ουσιαστική, είτε δικονομική, συμβιβάζεται ή όχι με τις διατάξεις του κώδικος».

Μετά τη νέα αυτή διατύπωση των εδ. ε΄ και στ΄ του άρθρου 1 του ΕισΝΚΠολΔ ορθά υποστηρίχθηκε ότι επανήλθαν τυπικά σε ισχύ πολλές διατάξεις, οι οποίες είχαν κα-

Σελ. 8

ταργηθεί απλά και μόνον επειδή αφορούσαν θέματα ρυθμιζόμενα από τον ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και οι περί κληρονομητηρίου διατάξεις του ΑΚ. Οι τελευταίες πιστεύουμε ότι αφού δεν καταργήθηκαν ρητά ίσχυαν παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 819-824 ΚΠολΔ, ως συμβιβαζόμενες με αυτές. Όπως προκύπτει άλλωστε και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες, σκοπός της θέσπισης του άρθρου 819 ΚΠολΔ ήταν η επέκταση του δικαιώματος παροχής κληρονομητηρίου και σε άλλα πρόσωπα εκτός του κληρονόμου προς υποστήριξη των συμφερόντων τους, επομένως όχι η κατάργηση αλλά η συμπλήρωση του αντίστοιχου άρθρου 1956 ΑΚ. Τα άρθρα 820-823 ΚΠολΔ εναρμονιζόμενα με τις διατάξεις του άρθρου 819 συμπλήρωσαν επίσης τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ. Οι κατά τα ανωτέρω διατάξεις του ΚΠολΔ και του ΑΚ οι σχετικές με το κληρονομητήριο είναι διατάξεις δημόσιας τάξης.

Σχετικό με το κληρονομητήριο είναι επίσης το άρθρο 810 ΚΠολΔ, που ορίζει το δικαστήριο της κληρονομίας, καθώς και το άρθρο 739 ΚΠολΔ, από το οποίο προκύπτει ότι για την παροχή, αφαίρεση, ακύρωση, τροποποίηση ή ανάκληση του κληρονομητηρίου τηρείται η ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ.

Ατυχώς ο ΚΠολΔ, παρά τις τροποποιήσεις και τις συμπληρώσεις που επέφερε στις περί κληρονομητηρίου διατάξεις του ΑΚ, δεν κατάφερε να δώσει λύση σε όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο θεσμός στην πράξη. Αντίθετα θα λέγαμε ότι η παράλληλη ισχύς των διατάξεων του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου μάλλον νέα ερμηνευτικά προβλήματα δημιούργησε. Οι διάφορες δε ερμηνευτικές διχογνωμίες κάθε άλλο παρά εξυπηρετούσαν το σκοπό στον οποίο απέβλεπε ο νομοθέτης με τις τροποποιήσεις και συμπληρώσεις των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, στο να γίνει δη-

Σελ. 9

λαδή το κληρονομητήριο ακριβέστερο για την ασφάλεια των συναλλαγών. Εξάλλου πολλές από αυτές τις τροποποιήσεις και συμπληρώσεις ήταν μάλλον περιττές, αφού τα σχετικά θέματα είχαν κατά τον ίδιο τρόπο λυθεί πάγια από τη νομολογία, ενώ αντίθετα δεν αντιμετωπίστηκαν καθόλου ορισμένα σοβαρά προβλήματα, όπως το πρόβλημα της παράλληλης ύπαρξης αντιφατικών κληρονομητηρίων, που αποτελεί πραγματική παγίδα για την ασφάλεια των συναλλαγών.

§ 4. Οι τροποποιήσεις των περί κληρονομητηρίου διατάξεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ με το ν. 4055/2012

Με το ν. 4055/2012 «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής» επήλθαν σημαντικές αλλαγές στην πολιτική δίκη, με αποκλειστικό ή έστω κυρίαρχο σκοπό την περαιτέρω επιτάχυνση στην απονομή της πολιτικής δικαιοδοσίας. Με το νόμο αυτό, ο οποίος προβλέπετο να ισχύει από 2.4.2012 με πολλές όμως στις επί μέρους διατάξεις του διαφορετικές ημερομηνίες έναρξης ισχύος, επιχειρείτο κυρίως μια σημαντική μετατόπιση της ύλης της πολιτικής δίκης από τα ανώτερα στα κατώτερα δικαστήρια. Συγκεκριμένα όλες οι υποθέσεις που εκδικάζονταν κατά την εκούσια δικαιοδοσία με ελάχιστες εξαιρέσεις υπήχθησαν στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου ή του ειρηνοδίκη με αρχικό χρόνο έναρξης ισχύος των σχετικών διατάξεων την 16.9.2012. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις δικαστικές αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας αντικαταστάθηκαν από σχετικές πράξεις ή διατάξεις του ειρηνοδίκη. Σημειώνεται ότι σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις ήταν υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου σύμφωνα με την τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 94 ΚΠολΔ.

Μεταξύ των υποθέσεων που μεταφέρθηκαν στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη ή του ειρηνοδικείου ήταν και η παροχή κληρονομητηρίου, καθώς και η αφαίρεση, τροποποίηση, ακύρωση ή ανάκλησή του. Συγκεκριμένα το κληρονομητήριο δεν εκδίδετο πλέον από δικαστήριο, αλλά ύστερα από την υποβολή σχετικής αίτησης με διάταξη του ειρηνοδίκη. Καινοτομία αποτελούσε το ότι η αίτηση παροχής κληρονομητηρίου από τα ίδια, όπως και προ των τροποποιήσεων πρόσωπα έπρεπε να αναρτηθεί για δέκα (10) ημέρες σε ειδικό χώρο του ειρηνοδικείου, προφανώς προς γνώσιν των ενδιαφερόμενων. Αν μέσα σε αυτό το διάστημα ησκείτο παρέμβαση τρίτου, ο οποίος προφανώς είχε αντιρρήσεις επί της αιτήσεως χορήγησης κληρονομητηρίου, ο ειρηνοδίκης προσδιόριζε δικάσιμο κατά την οποία ενώπιον του δικαστηρίου της κληρονομίας, δηλαδή του αρμοδίου κατά τόπον ειρηνοδικείου συζητείτο η αίτηση και η παρέμβαση και εκδίδετο σχετική επ’ αυτών απόφαση.

Σελ. 10

Σκοπός του νομοθέτη εν προκειμένω, όπως αναφέρεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του ανωτέρω νόμου ήταν η επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης προς το συμφέρον των πολιτών, δεδομένου ότι μέχρι την ημέρα έκδοσης του εν λόγω νόμου, ο μέσος χρόνος έκδοσης απόφασης για το κληρονομητήριο και λήψης του πιστοποιητικού ήταν διάστημα μεγαλύτερο των δεκαοκτώ (18) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

Παρά τις προσδοκίες του νομοθέτη θεωρήσαμε αμφίβολο το αν ο χρόνος αυτός θα μειωθεί σημαντικά, δεδομένου του όγκου των υποθέσεων που μεταφέρονταν στον ειρηνοδίκη ή στα ειρηνοδικεία, της αύξησης της καθ ύλην αρμοδιότητάς του από 12.000 στις 20.000 ευρώ, των κενών οργανικών θέσεων και του τρόπου λειτουργίας των περιφερειακών ειρηνοδικείων, σε ορισμένα των οποίων δεν υπάρχουν γραμματείς, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι ειρηνοδίκες μέχρι σήμερα δεν έχουν εμπειρία στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στην πορεία αυτό έγινε αντιληπτό και για το λόγο αυτό εκδόθηκε ο ν. 4077/2012 «Μετάθεση χρόνου ισχύος διατάξεων του ν. 4055/2012 και άλλες διατάξεις» με το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 21 του άρθρου 110 του ν. 4055/2012 και ως χρόνος έναρξης της ισχύος των διατάξεων των άρθρων 1, 4, 5, 17 και 20 του ν. 4055/2012 ορίσθηκε η 1η Μαρτίου 2013, αντί της αρχικής 16 Σεπτεμβρίου 2012. Όπως δε αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4077/2012 η μετάθεση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου τα ειρηνοδικεία της Χώρας να προσαρμοστούν καταλλήλως ως προς τις υποδομές λειτουργίας τους και την επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού τους στις υποθέσεις της δικαστικής ύλης που μεταφέρθηκε, ώστε να ανταποκριθούν καταλλήλως.

Κατά την άποψή μας όμως, όπως αναφέραμε και στην προηγούμενη έκδοση του παρόντος, η έκδοση του κληρονομητηρίου ύστερα από δικαστική κρίση και απόφαση απέβλεπε στο να παρέχονται περισσότερα εχέγγυα για την αλήθεια των βεβαιούμενων με το πιστοποιητικό, με στόχο την ασφάλεια των συναλλαγών. Η έκδοση κληρονομητηρίου απλώς με διάταξη του ειρηνοδίκη δημιουργεί υπόνοιες ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το περιεχόμενο του κληρονομητηρίου θα είναι αντιγραφή των εγγράφων νομιμοποίησης της αίτησης με προφανείς κινδύνους για τους πραγματικούς δικαιούχους ή ότι οι δυσκολίες απόδειξης των ισχυρισμών του αιτούντος στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης έρευνας του ειρηνοδίκη, θα οδηγήσουν στην εύκολη λύση της απόρριψης της αιτήσεως.

Η διαδικασία που τηρείτο για την έκδοση κληρονομητηρίου, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα αυτού δεν είχαν τροποποιηθεί. Τροποποιήσεις όμως επήλθαν στα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων αποδοχής ή απόρριψης της αιτήσεως χορήγησης κλη-

Σελ. 11

ρονομητηρίου, καθώς και των αποφάσεων σχετικά με την ανισχυροποίησή του, λόγω της μεταφοράς της καθ’ ύλην αρμοδιότητας έκδοσης ή ανισχυροποίησής του.

Ειδικότερα, με τα άρθρα 5 και 17 παρ. 23-25 του ν. 4055/2012 τροποποιήθηκαν τα άρθρα 1956, 1958, 1960, 1961 ΑΚ και 819, 820, 823 παρ. 1 ΚΠολΔ αντίστοιχα, όπως αναλύθηκαν στην προηγούμενη έκδοση (2013) του παρόντος.

§ 5. Αξιολόγηση της εφαρμογής στην πράξη των περί κληρονομητηρίου διατάξεων του ν. 4055/2012

Παρά τη μετάθεση του χρόνου έναρξης της ισχύος του ν. 4055/2012, όπως προαναφέρθηκε, η πράξη απέδειξε ότι οι ειρηνοδίκες και οι γραμματείες των ειρηνοδικείων δε ήταν ακόμη πλήρως ενημερωμένοι για να αντιμετωπίσουν για πρώτη φορά την ογκώδη ύλη της εκούσιας δικαιοδοσίας και ειδικότερα την ασφαλή έκδοση και χορήγηση κληρονομητηρίων. Ως ένα βαθμό αυτό ήταν αναμενόμενο, δεδομένου ότι από την έναρξη της εφαρμογής του ο θεσμός του κληρονομητηρίου είχε προκαλέσει πολλές διχογνωμίες στη θεωρία και στην πράξη, όπως π.χ αν είναι θεσμός ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ή και τα δύο, ή αν κληρονομητήριο συνιστά αυτή καθαυτή η δικαστική απόφαση ή το πιστοποιητικό, που απαιτείται να εκδώσει και χορηγήσει στον αιτούντα η γραμματεία του δικαστηρίου, με περαιτέρω διχογνωμία το χρόνο έναρξης της ισχύος του εκ του κληρονομητηρίου τεκμηρίου. Τέλος στη διχογνωμία περί της νομικής φύσης του κληρονομητηρίου έθεσε το άρθρο 5 του ν. 4055/2012, το οποίο χαρακτηρίζει το κληρονομητήριο ως το πιστοποιητικό που συντάσσεται από τη γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας βάσει της διάταξης του ειρηνοδίκη. Παρά τη ρητή διατύπωση του νόμου τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία εξακολουθούσε να υπάρχει διχογνωμία ως προς τη νομική φύση του κληρονομητηρίου. Έτσι ορισμένοι ειρηνοδίκες τηρώντας το νόμο διέτασσαν με τη διάταξή τους τη γραμματεία για την έκδοση και χορήγηση πιστοποιητικού, με απόδειξη παραλαβής, ενώ άλλοι για λόγους περιορισμού της γραφειοκρατίας, ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και πρόληψης αποφυγής λαθών λόγω παρεμβολής τρίτων προσώπων, παρέδιδαν ένα επικυρωμένο αντίγραφο της διάταξης του ειρηνοδίκη, θεωρώντας ότι αυτή καθαυτή η διάταξη αποτελεί το αιτούμενο κληρονομητήριο. Στις περιπτώσεις αυτές ανέγραφαν στο διατακτικό της διάταξης ότι γίνεται δεκτή η αίτηση και πιστοποιείται π.χ ότι ο αιτών είναι κληρονόμος του τάδε κλπ. παραβλέποντας ότι το άρθρο 1956 ΑΚ και το

Σελ. 12

άρθρο 819 ΚΠολΔ όριζαν το μεν πρώτο ότι «παρέχει», το δε δεύτερο ότι «χορηγεί» πιστοποιητικό. Θεωρούμε ότι η χορήγηση μόνον της διάταξης του ειρηνοδίκη, με ό,τι αναφέρεται στο διατακτικό αυτής αλλοιώνει την ιστορική φύση της καταγωγής του θεσμού του κληρονομητηρίου ως πιστοποιητικού, δηλαδή ως πράγματος κινητού, μοναδικού και αναντικατάστατου, από το οποίο πηγάζει το τεκμήριο της δημόσιας πίστης αυτού και η κατάργηση ή αντικατάστασή του με διάταξη ή πράξη του εκάστοτε αρμοδίου οργάνου θα έχει ως συνέπεια την ανασφάλεια των συναλλαγών. Η καθιέρωση βιβλίου κληρονομητηρίων, που είχαμε προτείνει με την πρώτη έκδοση του παρόντος (1984) στη σημερινή εποχή της τεχνολογίας είναι εύκολο να αντικατασταθεί με μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, όπου θα αναφέρονται τα εν ισχύι κληρονομητήρια και οι επ’ αυτών τροποποιήσεις ή διαγραφές αυτών.

Δεδομένου ότι το άρθρο 819 εδ. 2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε, έδινε τη δυνατότητα παρέμβασης τρίτου, οπότε ο ειρηνοδίκης εισήγαγε την υπόθεση (αίτηση και παρέμβαση) προσδιορίζοντας δικάσιμο στο ακροατήριο, ενώ αν δεν ασκείτο παρέμβαση χορηγούσε το κληρονομητήριο, δημιουργήθηκε στη νομολογία η άποψη ότι επρόκειτο περί απλής περίπτωσης, η οποία δε χρήζει αυτεπάγγελτης έρευνας και χορηγείτο το αιτούμενο κληρονομητήριο. Αντίθετα υπήρχαν ειρηνοδίκες που αμφισβητούσαν την ύπαρξη και την έκταση του κληρονομικού δικαιώματος του αιτούντος, οπότε απέρριπταν την αίτηση σημειώνοντας επ΄ αυτής ότι δεν απεδείχθη το κληρονομικό δικαίωμα χωρίς περαιτέρω αιτιολογία. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις, όπου στη διάταξή του ο ειρηνοδίκης ανέλυε και τους λόγους απόρριψης της αιτήσεως. Στην πράξη σε περιπτώσεις μη άσκησης παρέμβασης, αλλά απόρριψης της αίτησης, οι αιτούντες υπέβαλαν εκ νέου αίτηση με τα ίδια έγγραφα με την ελπίδα να βρεθεί ένας ειρηνοδίκης, ο οποίος θα διατάξει την έκδοση του πιστοποιητικού, μη γνωρίζοντας την προηγούμενη βάσει των ιδίων εγγράφων απόρριψη της αιτήσεως.

Η εύκολη λύση της απόρριψης της αίτησης που ακολουθούσαν ορισμένοι ειρηνοδίκες στην περίπτωση αμφιβολίας ή αβεβαιότητας για την ύπαρξη του αιτούμενου κληρονομικού δικαιώματος δεν ήταν ορθή, ως αντιτιθέμενη με τις ισχύουσες και μετά το ν. 4055/2012 διατάξεις του ΑΚ (1959) και του ΚΠολΔ (744 και 759 παρ.3)που δίνουν στον ειρηνοδίκη τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης έρευνας των ισχυρισμών του αιτούντος. Ο ειρηνοδίκης ως ανεξάρτητος δικαστικός λειτουργός όφειλε να ερευνήσει με κάθε πρόσφορο μέσο, προκειμένου να εξακριβώσει όλα εκείνα τα στοιχεία, που είναι απαραίτητα για την ακριβή πιστοποίηση του δικαιώματος του αιτούντος το κληρονομητήριο. Για

Σελ. 13

τους λόγους αυτούς δικαιούτο να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, έστω και αν δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου, χωρίς να δεσμεύεται από τις σχετικές με την απόδειξη κοινές δικονομικές διατάξεις εξετάζοντας και παρεμπίπτοντα ακόμη ζητήματα, που υπάγονται στη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας π.χ το κύρος του γάμου ή την εγκυρότητα της διαθήκης κλπ. χωρίς όμως να δημιουργήσει δεδικασμένο για αυτά, μπορούσε μόνον να αναβάλλει την έκδοση του κληρονομητηρίου μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της υπόθεσης (άρθρα 249 ΚΠολΔ και 741 ΚΠολΔ).

Δυστυχώς η πράξη επιβεβαίωσε τις επιφυλάξεις που είχαμε εκφράσει στην προηγούμενη έκδοση (2013), οι οποίες αναφέρονται και στην παρ. 4 του παρόντος για την επιτυχή εφαρμογή του ν. 4055/2012. Οι διχογνωμίες που από την αρχή καθιέρωσης του θεσμού του κληρονομητηρίου υπήρχαν, εξακολουθούσαν να διχάζουν και τους ειρηνοδίκες, προσθέτοντας και νεότερες, όπως αν χρειάζεται έκδοση πιστοποιητικού ή αρκεί η διάταξη του ειρηνοδίκη, παρά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1956 ΑΚ που χαρακτηρίζει ρητά το κληρονομητήριο ως πιστοποιητικό. Το βασικότερο πρόβλημα ήταν η διάκριση των αιτήσεων έκδοσης κληρονομητηρίου σε απλές και σε περίπλοκες, όπου εξαρτάτο από τη βούληση του συγκεκριμένου ειρηνοδίκη ο βαθμός του ουσιαστικού ελέγχου του στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας που έπρεπε να διεξάγει, προκειμένου να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ύπαρξη και πιστοποίηση του αιτούμενου δικαιώματος, ενώ υπήρχε και η ευκολότερη λύση της απόρριψης της αιτήσεως.

§ 6. Οι τροποποιήσεις των περί κληρονομητηρίου διατάξεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ με το ν. 5095/2024 και οι σχετικές τροποποιήσεις του ΚΠολΔ που επήλθαν με το ν. 5134/11.9.2024

Η ανάγκη αποφόρτισης των δικαστηρίων και έτι περαιτέρω επιτάχυνσης της δικαιοσύνης, καθώς και η εκκαθάριση και πληρωμή των αποζημιώσεων νομικής βοήθειας στους δικηγόρους ανάγκασε το νομοθέτη στην έκδοση του πρόσφατου ν. 5095/2024, αντικείμενο του οποίου είναι η μεταφορά ύλης από τα δικαστήρια στους δικηγόρους, με στοχευμένες παρεμβάσεις στον ΑΚ και στον ΚΠολΔ.

Σελ. 14

Μεταξύ της μεταφερόμενης ύλης από τους ειρηνοδίκες στους δικηγόρους ήταν και οι περί κληρονομητηρίου διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ. Οι τροποποιήσεις που επέφερε ο ανωτέρω νόμος, ο οποίος έχει αρχίσει να ισχύει από 1/6/2024, καθώς και οι σύγχρονες απόψεις της θεωρίας και της νομολογίας για το θεσμό του κληρονομητηρίου αποτέλεσαν το έναυσμα για την έκδοση του παρόντος. Οι παρεμβάσεις που επήλθαν στον ΚΠολΔ με το ν. 5134/2024 επηρέασαν και τις σχετικές με το κληρονομητήριο δικονομικές διατάξεις, με τις οποίες εναρμονίστηκε και η παρούσα έκδοση. Θεωρήθηκε σκόπιμο και σε αυτήν την έκδοση να συμπεριληφθεί συνοπτικά το νομοθετικό ιστορικό της καθιέρωσης του θεσμού του κληρονομητηρίου, ώστε ο εφαρμοστής του δικαίου να έχει πλήρη και σφαιρική επ’ αυτού γνώση.

Με το άρθρο 3 του ν. 5095/2024 αντικαταστάθηκε το άρθρο 819 ΚΠολΔ, το οποίο, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 54 του ν. 5108/2024 και το άρθρο 36 του ν. 5134/­2024 έχει ως εξής:

Άρθρο 819

Έκδοση του κληρονομητηρίου

1. Το πιστοποιητικό για το κληρονομικό δικαίωμα (κληρονομητήριο) χορηγείται μετά από πράξη δικηγόρου, μέλους του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του πρωτοδικείου του δικαστηρίου της κληρονομιάς, κατόπιν αίτησης, η οποία κατατίθεται στο δικαστήριο της κληρονομίας από τον κληρονόμο ή τον καταπιστευματοδόχο ή τον κληροδόχο ή τον εκτελεστή διαθήκης και η οποία αναρτάται σε ειδικό χώρο του καταστήματος του δικαστηρίου για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών. Η αίτηση του πρώτου εδαφίου υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνοδεύεται από το σχετικό γραμμάτιο προείσπραξης, καθώς και από ειδικό γραμμάτιο προκαταβολής της αποζημίωσης του δικηγόρου του πρώτου εδαφίου, που εκδίδει ο δικηγορικός σύλλογος του οποίου μέλος είναι ο ανωτέρω δικηγόρος. Όταν το Δημόσιο, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης ή λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποβάλλουν την αίτηση του πρώτου εδαφίου καταβάλλουν το ήμισυ της προβλεπόμενης αποζημίωσης για τον δικηγόρο του πρώτου εδαφίου που εκδίδει την πράξη.

2. Ο δικηγόρος ορίζεται από κατάλογο, που καταρτίζει και διαβιβάζει, πριν από την έναρξη κάθε δικαστικού έτους, στη γραμματεία του δικαστηρίου ο δικηγορικός σύλλογος, και ορίζεται, τηρουμένης της σειράς του καταλόγου, από τον γραμματέα του δικαστηρίου στην πράξη κατάθεσης της σχετικής αίτησης. Ο δικηγόρος ενημερώνεται

Σελ. 15

από τη γραμματεία του δικαστηρίου με μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, παραλαμβάνει, έγχαρτα ή ηλεκτρονικά, την αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα μετά από την πάροδο του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και με την επιφύλαξη του τέταρτου εδαφίου της παρούσας, επί των οποίων δύναται να ζητεί διευκρινίσεις και συμπληρώσεις. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 1956 περί της έννοιας του κληρονομητηρίου, 1957 περί του περιεχομένου της αίτησης κληρονομητηρίου, 1958, 1959, 1960 περί περισσότερων κληρονόμων και 1961 περί περιεχομένου του κληρονομητηρίου του Αστικού Κώδικα ο δικηγόρος εκδίδει σχετική απορριπτική πράξη. Αν ο δικηγόρος που ορίστηκε αρνείται ή κωλύεται για οποιονδήποτε λόγο να αναλάβει την έκδοση της πράξης ή αν αποβιώσει ή αν δεν εκδώσει την πράξη εντός τριάντα (30) ημερών από την επομένη της ημέρας που ειδοποιείται από τη γραμματεία να παραλάβει την αίτηση και τα έγγραφα, αντικαθίσταται και καταλαμβάνει τη θέση του ο επόμενος κατά σειρά στον κατάλογο δικηγόρος.

O δικηγόρος οφείλει να ενεργεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208). Αν καθ’ υποτροπήν δεν εκδίδει την πράξη εμπροθέσμως, υποβάλλεται από τη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου στο πειθαρχικό όργανο του οικείου δικηγορικού συλλόγου ενημέρωση για τη μη άσκηση των καθηκόντων του και εφαρμόζονται τα άρθρα 146 έως 159 του Κώδικα Δικηγόρων. Στην περίπτωση του πέμπτου εδαφίου, ο δικηγόρος δύναται να αποκλείεται έως και ένα (1) έτος από την εγγραφή στον κατάλογο του δευτέρου εδαφίου.

3. Αν εντός του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 ασκηθεί παρέμβαση τρίτου, προσδιορίζεται δικάσιμος για τη συζήτησή της, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επ’ αυτής. Η άσκηση της παρέμβασης του πρώτου εδαφίου αναστέλλει την ισχύ της πράξης και την έκδοση του πιστοποιητικού.

4. Το πιστοποιητικό (κληρονομητήριο) εκδίδεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου στο οποίο κατατέθηκε η αίτηση και παραδίδεται σε αυτόν που αιτήθηκε την έκδοσή του με απόδειξη παραλαβής, η οποία φυλάσσεται στο αρχείο του δικαστηρίου. Αν την έκδοση του πιστοποιητικού διατάζει το δικαστήριο που δίκασε ύστερα από έφεση, το πιστοποιητικό εκδίδεται από τον γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στον οποίο αποστέλλεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αντίγραφο της απόφασης.

(Όπως προστέθηκε τίτλος και το άρθρο, το οποίο είχε τροποποιηθεί από το άρθρο 17 παρ. 23 του Ν 4055/2012, ισχύς από 1.3.2013 -άρθρο 1α΄ του Ν 4077/2012, από το άρθρο 3 του Ν 5095/2024, ΦΕΚ Α΄ 40/15.3.2024, ισχύς από 1.6.2024 - άρθρο 32 παρ. 2 Ν 5095/2024, το άρθρο 54 του Ν 5108/2024, ΦΕΚ Α΄ 65/2.5.2024, τροποποιήθηκε εκ νέου από το άρθρο 36 του Ν 5134/2024, ΦΕΚ Α΄ 146/11.9.2024 -έναρξη ισχύος 16.9.2024, άρθρο 120 παρ. 1 Ν 5134/2024.)

Η αντικατάσταση του άρθρου 819 ΚΠολΔ επέφερε, ως ήταν επόμενο ορισμένες ελάχιστες μεν αλλά αναγκαίες τροποποιήσεις στις περί κληρονομητηρίου διατάξεις του ΑΚ

Σελ. 16

(άρθρα 1956, 1958, 1959, 1960, 1961) και του ΚΠολΔ (άρθρα 820, 824), τα οποία θα αναλυθούν στα επόμενα κεφάλαια του παρόντος.

§ 7. Προϋποθέσεις εγγραφής δικηγόρων στον ειδικό κατάλογο της παρ. 2 του άρθρου 819 ΚΠολΔ

Για την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου εκδόθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 27 του ν. 5095/2024 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία καθορίζει τις προϋποθέσεις εγγραφής των δικηγόρων στον προβλεπόμενο από αυτήν κατάλογο, το ύψος της αποζημίωσης, τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο καταβολή της και άλλες λεπτομέρειες.

Αναλυτικά η απόφαση αναφέρει: Δικαίωμα εγγραφής στον προβλεπόμενο από την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου έχουν δικηγόροι που πληρούν τις εξής προϋποθέσεις: (α) είναι μέλη του οικείου δικηγορικού συλλόγου, (β) έχουν τακτοποιήσει το σύνολο των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς τον Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκουν, (γ) δεν τους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή εκτός από την ποινή της επίπληξης, έχουν συμπληρώσει τρία έτη δικηγορικής υπηρεσίας κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, έχουν πιστοποιητικό πραγματικής παρακολούθησης των ειδικών σεμιναρίων επιμόρφωσης, δεν έχουν λόγω υποτροπής και μη έκδοσης της πράξης ή μη επεξεργασίας του φακέλου εντός των νομίμων προθεσμιών, ούτε έχουν διαγραφεί από αυτόν, ούτε από τους άλλους δύο ειδικούς καταλόγους του εβδόμου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 208, και της παρ. 1 του άρθρου 787 του ΚΠολΔ. Ο αρμόδιος δικηγορικός σύλλογος ελέγχει αυτεπαγγέλτως την συνδρομή των απαιτούμενων προϋποθέσεων. Κάθε δικηγόρος δικαιούται να υποβάλλει αίτηση εγγραφής και στους τρεις ανωτέρω καταλόγους. Το πιστοποιητικό παρακολούθησης του ειδικού σεμιναρίου συνυποβάλλεται με την αίτηση εγγραφής του δικηγόρου στον αρμόδιο κατάλογο. Τα σεμινάρια επιμόρφωσης διοργανώνονται κάθε έτος από τον υπουργό Δικαιοσύνης και την ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, διαφέρει δε ο χρόνος διάρκειάς τους κατά περίπτωση. Ειδικά για την επεξεργασία φακέλου εκδόσεως κληρονομητηρίου απαιτείται παρακολούθηση ειδικού σεμιναρίου διάρκειας 24 ωρών.

Με τη ως άνω απόφαση συστήθηκε τριμελής επιτροπή οργάνωσης των ειδικών σεμιναρίων επιμόρφωσης απαρτιζόμενη από τον αρχαιότερο Πρόεδρο Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου Αθηνών ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, τον Πρόεδρο της Ολομέλειας των Προέδρων των δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας ή τον νόμιμο αναπληρωτή του

Σελ. 17

και τον Γενικό Διευθυντή Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή τον νόμιμο αναπληρωτή του. Η επιτροπή αποφασίζει το περιεχόμενο των σεμιναρίων, ορίζει τους εισηγητές, καθορίζει τη χρονική διάρκεια κάθε επιμέρους συνεδρίας του σεμιναρίου και αποφασίζει για κάθε ειδικό ζήτημα που σχετίζεται με τον τρόπο διεξαγωγής των σεμιναρίων, συνεπικουρούμενη από υπαλλήλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και κάθε άλλο πρόσωπο που εκείνη ορίσει. Τα σεμινάρια, η παρακολούθηση των οποίων μπορεί να γίνεται και εξ αποστάσεως, ψηφιακά, διεξάγονται χωρίς οικονομική επιβάρυνση των επιμορφούμενων. Το κόστος διεξαγωγής των σεμιναρίων συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης των εισηγητών βαρύνει τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας. Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων αποφασίζει το ύψος της αποζημίωσης των εισηγητών και την αναλογία επιβάρυνσης ενός εκάστου Δικηγορικού Συλλόγου στην συνολική δαπάνη. Tους αποστέλλουν στον Προϊστάμενο του Δικαστηρίου, που κατά τον νόμο έχει την ευθύνη της τήρησής τους. Κάθε δικηγορικός σύλλογος αποστέλλει τους εν λόγω καταλόγους που έχει καταρτίσει ε τα ονόματα των δικηγόρων που πληρούν τα προσόντα στον Προϊστάμενο της Γραμματείας του αρμοδίου Δικαστηρίου, ο οποίος φέρει και την ευθύνη τήρησής του.

Σε περίπτωση Πρωτοδικείου όπου ο Δικηγορικός Σύλλογος δεν έχει καταρτίσει έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω καταλόγους με πράξη του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου ορίζεται ο κατάλογος ή οι κατάλογοι όμορου Πρωτοδικείου, από τον οποίο θα ορίζονται οι δικηγόροι που είναι αρμόδιοι για την έκδοση πράξεων ή έλεγχο φακέλων της τοπικής αρμοδιότητάς του. Στην περίπτωση αυτή, ο ορισμός θα γίνεται από την Γραμματεία του Δικαστηρίου, στον οποίο θα τηρείται ο κατάλογος. Σημειωτέον ότι οι κατάλογοι θα τηρούνται ηλεκτρονικά με αλφαβητική σειρά. Κάθε δικηγόρος με τη σειρά του καταλόγου θα αναλαμβάνει την επεξεργασία ενός φακέλου ή και περισσότερων, όταν πρόκειται για μεγάλα Πρωτοδικεία.

Το ύψος της αποζημίωσης για τη επεξεργασία φακέλου που αφορά κληρονομητήριο ανέρχεται στα 200 ευρώ και καταβάλλεται από το Δικηγορικό Σύλλογο αμέσως μετά την ολοκλήρωση της πράξης ή της επεξεργασίας του φακέλου με την προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου της πράξης ή σχετικής βεβαίωσης από την Γραμματεία του Δικαστηρίου. Η αποζημίωση απαλλάσσεται φορολογικών κρατήσεων και δεν επιβαρύνεται με Φ.Π.Α.

Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου οι κατάλογοι έπρεπε να είχαν αποσταλεί μέχρι 31.5.2024 (άρθρο 32 παρ. 2 ν. 5095/2024) και θα ισχύουν μέχρι 15 Σεπτεμβρίου 2025. Από τις 16 Σεπτεμβρίου και εφεξής αυτοί πρέπει να αποστέλλονται μέχρι την προτεραία έναρξης του κάθε επόμενου δικαστικού έτους και θα περιλαμβάνουν τους ήδη εγγεγραμμένους δικηγόρους, εφόσον εξακολουθούν να πληρούν τις παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις καθώς και τους νέους δικηγόρους που επίσης υποβάλλουν αίτηση και πληρούν τα απαραίτητα προσόντα.

Σελ. 18

Οι δικηγόροι μπορούν να διαγραφούν από τον κατάλογο με αίτησή τους ή και αυτεπαγγέλτως με απόφαση του οικείου δικηγορικού συλλόγου, σε περίπτωση έκλειψης κάποιας από τις κατά τον νόμο ουσιαστικές προϋποθέσεις. Σε περίπτωση δικηγόρου, που καθ’ υποτροπήν δεν εκδίδει την πράξη ή δεν επεξεργάζεται το φάκελο εντός των νομίμων προθεσμιών, ο δικηγόρος διαγράφεται άμεσα από τον κατάλογο του τρέχοντος δικαστικού έτους και εκπίπτει για ένα (1) έτος από το δικαίωμα υποβολής αίτησης εγγραφής στον οικείο κατάλογο του επόμενου δικαστικού έτους. Στην τελευταία αυτή περίπτωση για να μπορέσει να επανεγγραφεί απαιτείται να παρακολουθήσει εξ νέου το ειδικό σεμινάριο.

Σε περίπτωση άρνησης, κωλύματος, θανάτου και μη έκδοσης της πράξης ή μη επεξεργασίας του φακέλου εντός των νομίμων προθεσμιών, γίνεται ανάθεση της υπόθεσης ή του συνόλου των υποθέσεων στον επόμενο κατ΄αλφαβητική σειρά δικηγόρο. Αν ο δικηγόρος έχει περισσότερες από μια υποθέσεις και αρνείται ή κωλύεται να επεξεργαστεί μία ο φάκελος αυτής δίνεται στον επόμενο κατ’ αλφαβητική σειρά δικηγόρο.

Η ανωτέρω απόφαση είναι εξαιρετικά σαφής και λεπτομερειακή τόσο ως προς τα προσόντα που απαιτούνται για την υποβολή αιτήσεως επεξεργασίας συγκεκριμένου φακέλου από τους δικηγόρους όσο και ως προς την δίκαιη επιλογή αυτών, καθορίζοντας (α) τις προϋποθέσεις εγγραφής στους οικείους καταλόγους και διαγραφής από αυτούς (β) τον τρόπο πραγματοποίησης των Ειδικών Σεμιναρίων Επιμόρφωσης (γ) τις λεπτομέρειες του (ηλεκτρονικού) τρόπου λειτουργίας των καταλόγων (δ) το ύψος των αποζημιώσεων, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο καταβολής τους στους δικηγόρους. Επίσης εξασφαλίζει με αποφασιστικό τρόπο τον επιτρεπτό χρόνο επεξεργασίας της υπόθεσης και έκδοσης της σχετικής πράξης, προς όφελος των αιτούντων την έκδοση αυτής.

§ 8. Μια πρώιμη κριτική προσέγγιση του Ν. 5095/2924

Αν και νωρίς, ήδη στο διαδίκτυο έχουν αναφερθεί αρνητικές αλλά και θετικές κριτικές γενικά για τη μεταφορά ύλης από τους δικαστές στους δικηγόρους με διάφορα επιχειρήματα. Ήδη έχουν αναφερθεί απόψεις περί ιδιωτικοποίησης της δικαιοσύνης, που απαγορεύεται από το Σύνταγμα, ή ότι η ανάληψη δικαστικών καθηκόντων από τους δικηγόρους αλλοιώνει την ιδιότητά τους ως υπερασπιστές των δικαιωμάτων των πολιτών, ότι η αποφόρτιση της δικαιοσύνης δε θα είναι σημαντική, ότι το όλο εγχείρημα αποτελεί απλώς το αντιστάθμισμα στον τρόπο φορολόγησης των δικηγόρων και στις αλλαγές του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι όχι μόνο δεν αποφορτίζει, αντίθετα επιτείνει το φόρτο των γραμματειών κλπ. Ως προς το θέμα της αντισυνταγματικότητας του νόμου θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 Σ είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική η ανάθεση υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας στα πολιτικά δικαστήρια, ενώ είναι επιτακτική η ανάγκη επιτάχυνσης

Σελ. 19

της δικαιοσύνης (άρθρο 20 παρ. 1 Σ). Αντίθετα από τη θετική πλευρά αξίζει να αναφέρουμε ότι ο πολιτικός κόσμος και η πλειονότητα των δικηγόρων δέχθηκε ευμενώς τη νέα ρύθμιση ως ένα πρώτο μεγάλο βήμα για την αποφόρτιση των δικαστηρίων και την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, ότι ενισχύεται το κύρος του δικηγόρου ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης, καθώς και ότι ενισχύονται οικονομικά οι δικηγόροι. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το ότι ήδη με τη έναρξη του νόμου υποβλήθηκαν αιτήσεις εγγραφής στους κατά περίπτωση ειδικούς καταλόγους που ξεπέρασαν τις 30.000, με αυξητικές τάσεις λόγω των ειδικών επιμορφωτικών σεμιναρίων που θα διεξάγονται κατ’ έτος.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι και η σχετική νομοθεσία άλλων ευρωπαϊκών χωρών έχει αναθέσει την έκδοση κληρονομητηρίου σε εξωδικαστικά όργανα. Για παράδειγμα στη Γαλλία, Ολλανδία, Ιταλία αρμόδιος για την έκδοση κληρονομητηρίου είναι ο συμβολαιογράφος, με αποκλίσεις βέβαια ανά χώρα ως προς τον τρόπο απόδειξης των βεβαιούμενων. Ακόμη και στο γερμανικό δίκαιο, από το οποίο ελήφθη αυτούσιος ο θεσμός του κληρονομητηρίου στον ελληνικό ΑΚ, υπάρχουν περιπτώσεις, κυρίως της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στις οποίες το κληρονομητήριο παρέχεται από τον δικαστικό επιμελητή (Rechtspfleger).

Παρά τα ανωτέρω θεωρούμε ότι ο χρόνος των τριάντα (30) ημερών που έχει ταχθεί από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης και έκδοσης της πράξης του δικηγόρου είναι ιδιαίτερα μικρός, ιδίως στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος θα πρέπει να προβεί σε αυτεπάγγελτη έρευνα προκειμένου να εκδώσει θετική πράξη για τη χορήγηση του αιτούμενου κληρονομητηρίου, πράγμα που σημαίνει επιμήκυνση του χρόνου εργασίας και κυρίως εξειδικευμένες γνώσεις επί θεμάτων που απαιτούν ερμηνεία κυρίως όταν πρόκειται για τις εκ διαθήκης κληρονομικές υποθέσεις.

Σίγουρα θα υπάρχουν θετικές πράξεις που θα βασίζονται στα όσα πιστοποιούνται με τα προσκομιζόμενα έγγραφα και αρνητικές πράξεις σε περίπτωση αμφιβολίας ή αδυναμίας αυτεπάγγελτης έρευνας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι αιτήσεις παροχής κληρονομητηρίου πάλι θα διακριθούν στις εύκολες και στις δύσκολες κατά την άποψη του δικηγόρου ο οποίος θα επεξεργαστεί την αίτηση, προκειμένου να καταρτίσει την πράξη. Αν επικρατήσουν οι δεύτερες είναι σίγουρο ότι η αποφόρτιση των δικαστηρίων δε θα είναι η αναμενόμενη. Πάντα δε, θα ελλοχεύει ο κίνδυνος της ασφάλειας των συναλλαγών, που ανέκαθεν ήταν ο πρωταρχικός στόχος της καθιέρωσης του θεσμού του κληρονομητηρίου.

Βεβαίως η πράξη είναι εκείνη, που θα αποδείξει την επιτυχία ή μη του όλου εγχειρήματος.

Σελ. 20

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

§ 9. Έννοια και νομική φύση του κληρονομητηρίου

Από τα πρώτα βήματα εφαρμογής των σχετικών με το κληρονομητήριο διατάξεων του ΑΚ σοβαρές αμφιβολίες δημιουργήθηκαν στη θεωρία και στη νομολογία ως προς την ακριβή έννοια και τη νομική φύση του θεσμού. Σχετικά με το θέμα αυτό δύο απόψεις υποστηρίχθηκαν με δικαιολογημένα υπέρ της κάθε μιας επιχειρήματα. Κατά την πρώτη άποψη ως κληρονομητήριο εθεωρείτο το πιστοποιητικό, το οποίο έπρεπε να εκδώσει το δικαστήριο της κληρονομίας βάσει της περί παροχής αυτού αποφάσεως. Κατά τη δεύτερη άποψη ως κληρονομητήριο εθεωρείτο αυτή η ίδια η απόφαση, που το δικαστήριο της κληρονομίας εξέδιδε κατά την «επ’ αναφορά» διαδικασία των άρθρων 641 επ. της τότε Πολιτικής Δικονομίας.

Βασικό επιχείρημα της πρώτης άποψης ήταν η σαφής διατύπωση των άρθρων 1956 επ. ΑΚ, των οποίων οι διατάξεις διαφορετικά θα ήταν ακατανόητες και ανεφάρμοστες. Πράγματι το άρθρο 1956 ΑΚ με τον παράτιτλο «κληρονομητήριον» όριζε ότι, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου το δικαστήριο της κληρονομίας του παρέχει «πιστοποιητικό για το κληρονομικό του δικαίωμα και για τη μερίδα που του αναλογεί (κληρονομητήριο)». Το άρθρο 1960 ΑΚ προέβλεπε την περίπτωση παροχής κοινού κληρονομητηρίου. Το άρθρο 1964 ΑΚ προέβλεπε την περίπτωση παράδοσης του ανακριβούς κληρονομητηρίου από τον κάτοχό του στο δικαστήριο της κληρονομίας, ύστερα από αξίωση του πραγματικού κληρονόμου ή του εκτελεστή διαθήκης. Τέλος, το άρθρο 1965 ΑΚ προέβλεπε την περίπτωση της αφαίρεσης του ανακριβούς κληρονομητηρίου και αν η αφαίρεση δεν ήταν δυνατή την από το δικαστήριο ακύρωσή του. Από τις διατάξεις αυτές προέκυπτε ότι ο νομοθέτης όρισε ρητά και θέλησε πράγματι το κληρονομητήριο πιστοποιητικό, ατομικά ορισμένο, δεκτικό αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι μόνον έτσι ήταν δυνατές οι έννοιες της παροχής, κατοχής, παράδοσης και αφαίρεσης του κληρονομητηρίου.

Back to Top