Ο ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΩΣ ΑΥΤΟΠΑΡΑΓΩΓΟΣ

Θεσμικές προεκτάσεις και λειτουργικά προβλήματα

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 12.6€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 30,60 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21245
Δαλακούρας Κ.
ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑ
Γώγος Κ., Ηλιάδου Α., Φορτσάκης Θ.
  • Έκδοση: 2025
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 224
  • ISBN: 978-618-08-0771-4

Η λειτουργία του σύγχρονου ενεργειακού συστήµατος είναι αρκετά σύνθετη και παρουσιάζει έντονο θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον. Ενόψει του στόχου της απανθρακοποίησης χάριν της προστασίας του κλίµατος, ειδικό ενδιαφέρον έχουν οι µηχανισµοί προώθησης των Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο στην παρούσα µελέτη εξετάζεται η έννοια του ενεργειακού καταναλωτή ως αυτοπαραγωγού. 

 

Κεντρική θέση στις αναλύσεις του βιβλίου κατέχουν:

 

  • η κατάδειξη της σηµασίας και εξέλιξης της έννοιας του αυτοπαραγωγού ενέργειας στο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο
  • η πρακτική διεύρυνση της έννοιας του αυτοπαραγωγού ενέργειας µέσα από την έννοια του Ενεργού Πελάτη
  •  η αναλυτική παρουσίαση των ειδικότερων κατηγοριών αυτοπαραγωγών ενέργειας (Ενεργειακές Κοινότητες, αυτοπαραγωγή µε εφαρµογές ενεργειακής απόδοσης, αυτοπαραγωγή µέσω προγραµµάτων ευελιξίας)
  •  η ανάλυση των οικονοµικών µοντέλων αυτοπαραγωγής και η δυναµική εξέλιξη της παρεχόµενης προστασίας στον τοµέα αυτοπαραγωγής από ΑΠΕ

 

Εν κατακλείδι, εξετάζονται οι προβαλλόµενες προοπτικές για την ολική απανθρακοποίηση της ενεργειακής οικονοµίας στην ενιαία αγορά ενέργειας της ΕΕ, µαζί µε τα συνακόλουθα λειτουργικά προβλήµατα που αναπόφευκτα τη συνοδεύουν.

Το έργο απευθύνεται σε όσους ενδιαφέρονται για το ενεργειακό ζήτηµα και πιο συγκεκριµένα τις Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας και τον αυτοπαραγωγό ενέργειας.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πίνακας Συντομογραφιών

Ι. Εισαγωγικές σκέψεις 1

ΙΙ. Πολιτική και Περιβαλλοντολογική Διάσταση 5

1. Πολιτική συγκυρία και διεθνής διάσταση 5

2. Το διακύβευμα της προστασίας του περιβάλλοντος 10

ΙΙΙ. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) 15

1. Η νομιμοποίηση των ΑΠΕ σε διεθνές επίπεδο 15

2. Είδη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) 20

Α. Η αιολική ενέργεια 21

Β. Η υδροηλεκτρική ενέργεια 25

Γ. Η ηλιακή ενέργεια 29

α. Η θερμική ενέργεια 29

β. Η ενέργεια μέσω φωτοβολταϊκών 30

Δ. Η γεωθερμική ενέργεια 32

Ε. Η βιοενέργεια 35

3. Μια πρώτη αποτίμηση της λειτουργίας των ΑΠΕ 39

ΙV. Η έννοια του καταναλωτή και του ενεργειακού
καταναλωτή στο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο 41

1. Η έννοια του καταναλωτή κατά το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο 41

2. Η έννοια του ενεργειακού καταναλωτή στο εθνικό
και ενωσιακό δίκαιο 46

V. Αυτοπαραγωγός ενέργειας,
μια πολύπλευρη έννοια με μακροχρόνια ανάπτυξη 51

1. Ορίζοντας τον αυτοπαραγωγό ενέργειας 51

2. Αυτοπαραγωγός και Ευρωπαϊκή Πολιτική Ενέργειας 56

3. Η έννοια του αυτοπαραγωγού και η εξέλιξή της στο εθνικό
και ενωσιακό δίκαιο 61

4. Ειδικότερα, η έννοια του αυτοπαραγωγού στη δέσμη
μέτρων «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους» (χειμερινό πακέτο) 78

Α. Ο αυτοπαραγωγός μέσα από την Οδηγία 2018/2001/ΕΕ 81

Β. Ο αυτοπαραγωγός μέσα από την Οδηγία 2019/944/ΕΕ 90

5. Ο αυτοπαραγωγός στους ενσωματώσαντες τις Οδηγίες 2018/2001/ΕΕ και 2019/944/ΕΕ Ν 4986/2022
και Ν 5037/2023 98

6. Η πρόσφατη Οδηγία 2023/2413 για τις ΑΠΕ 103

7. Η διεύρυνση της έννοιας του αυτοπαραγωγού μέσα από την έννοια του ενεργού πελάτη στην Οδηγία 2019/944 -
Οι ειδικότερες κατηγορίες αυτοπαραγωγών ενέργειας 105

Α. Εισαγωγικές καταγραφές 105

Β. Οι ειδικότερες εκφάνσεις αυτοπαραγωγών ενέργειας 105

α. Ενεργειακές Κοινότητες Πολιτών – Ενεργειακοί Συνεταιρισμοί 109

αα. Κοινότητα Ανανεώσιμης Ενέργειας (ΚΑΕ) 111

ββ. Ενεργειακή Κοινότητα Πολιτών (ΕΚΠ) 112

γγ. Ενεργειακές Κοινότητες του Ν 4513/2018 115

δδ. Ενδεικτικές καταγραφές εφαρμογής των Ενεργειακών
Κοινοτήτων και οφέλη τους 119

εε. Μια πρώτη αποτίμηση του νομικού πλαισίου των Ενεργειακών Κοινοτήτων και των θεσμικών προεκτάσεών του 124

β. Η αυτοπαραγωγή με εφαρμογές ενεργειακής απόδοσης 127

αα. Οι ρυθμίσεις για την Ενεργειακή Απόδοση
(Οδηγίες 2012/27, 2018/2002, 2019/944) 129

ββ. Συμβάσεις Ενεργειακής Απόδοσης 132

γ. Η αυτοπαραγωγή μέσω προγραμμάτων ευελιξίας 139

αα. Οι ρυθμίσεις για τα έξυπνα συστήματα μέτρησης 141

ββ. Οι ρυθμίσεις για την αποθήκευση ενέργειας 145

γγ. Η προώθηση προγραμμάτων ευελιξίας μέσω Σωρευτικής Εκπροσώπησης 153

ααα. Η έννοια και οι φορείς της Σωρευτικής Εκπροσώπησης
(aggregator) 153

βββ. Κατηγορίες Σωρευτικής Εκπροσώπησης 155

i. Σωρευτική Εκπροσώπηση στην αγοραπωλησία ενέργειας
από ΑΠΕ 156

ii. Σωρευτική Εκπροσώπηση στην Απόκριση Ζήτησης 156

iii. Φορέας Σωρευτικής Εκπροσώπησης Τελευταίου Καταφυγίου 158

VΙ. Είδη και Προγράμματα Αυτοπαραγωγής 159

1. Τα οικονομικά μοντέλα αυτοπαραγωγής 159

Α. Το μοντέλο του ενεργειακού συμψηφισμού (Net-Metering) 159

Β. Το μοντέλο του εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού
(Virtual Net Metering) 162

Γ. Το πρόγραμμα Net–Billing 164

Δ. Το πρόγραμμα Feed In Tariff (FIT) 166

Ε. Το πρόγραμμα Feed-in premium (FiP) 167

ΣΤ. Το πρόγραμμα Power Purchase Agreement (PPA) 168

2. Η δυναμική εξέλιξη της παρεχόμενης προστασίας στον τομέα αυτοπαραγωγής από ΑΠΕ - Από τον Ν 3468/2006 στον
Ν 4414/2016 και νυν στον Ν 5037/2023 170

Α. Το καθεστώς απόλυτης προστασίας των επενδύσεων
αυτοπαραγωγής στον Ν 3468/2006 170

Β. Το πιο εναρμονισμένο με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς
σύστημα υποστήριξης των επενδύσεων αυτοπαραγωγής
στον Ν 4414/2016 172

Γ. Το προωθούμενο με την Οδηγία 2018/2001/ΕΕ μικτό σύστημα υποστήριξης των επενδύσεων αυτοπαραγωγής στον Ν 5037/2023 172

Δ. Οι Οδηγίες 2023/1791/ΕΕ και 2023/2413/ΕΕ ως πρόσθετη στόχευση 173

VΙΙ. Θεσμικές προεκτάσεις της στήριξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της αυτοπαραγωγής
στην ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ-Προοπτικές 177

1. Οι προκλήσεις της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής 177

2. Η προβληματική των περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων
από τη χρήση των ΑΠΕ 182

3. Η προβληματική της εξάρτησης της Ευρώπης από την Κίνα
και άλλες χώρες στην αλυσίδα εφοδιασμού των ΑΠΕ 187

4. Οι προτεραιότητες μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ενεργειακής
και κλιματικής πολιτικής για την ενεργειακή μετάβαση
με άξονα τις ΑΠΕ και την αυτοπαραγωγή 189

VΙΙΙ. Καταληκτικές σκέψεις 193

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 199

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 209

Σελ. 1

Ι.

Εισαγωγικές σκέψεις

Από την απαρχή του ανθρωπίνου πολιτισμού η ενέργεια αποτελεί έναν από τα κομβικότερους παράγοντες, καθώς η αναζήτηση της ενέργειας συνιστούσε πρόταγμα που σε πολλές περιπτώσεις μετουσιωνόταν σε πολέμους και μεταναστεύσεις.

Ως αγαθό ανελαστικό, η ενέργεια αποτελεί φυσική συνιστώσα που ασκεί τεράστιες πιέσεις στην παγκόσμια πολιτική, στην οικονομία και στην πλανητική ισορροπία. Άλλωστε, η ενέργεια ως έννοια παρεισφρέει σε όλους τους πυλώνες της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως στην οικονομία, στην πολιτική, στη διπλωματία και στην κοινωνική ευημερία. Στις κοινωνικές επιστήμες συναντάμε την ενεργειακή θεωρία της πολιτιστικής επανάστασης, με κύριο εκπρόσωπο τον Leslie White, η οποία συνοπτικά υπαγορεύει ότι οι κουλτούρες αναπτύσσονται ως συνέπεια της ικανότητάς τους να απορροφούν ενέργεια. Παράδειγμα που καθιστά την παραπάνω θεωρία σαφέστερη αποτελεί η ανάπτυξη του φυτού με το φως και το νερό, με βάση το οποίο αναδεικνύεται κατά τον White και τους σύγχρονους του η ενέργεια ως φωτοσύνθεση των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ανεξαρτήτως των ως άνω διαπιστώσεων, η ενέργεια αποτελεί και παράγοντα προβληματισμού καθώς αυτό καθ’ εαυτό το κυνήγι της ενέργειας, με σκοπό την συντήρηση των αέναων αναγκών των ανθρωπίνων κοινωνιών, φθείρει σταδιακά τον πλανήτη και τη σύσταση του και συνεπώς έμμεσα φθείρει τις συνθήκες ζωής μας και την ανθρώπινη επιβίωση.

Στις ερχόμενες δεκαετίες αναμένεται η κλιματική αλλαγή να αποτελέσει το κυριότερο πρόβλημα της ανθρωπότητας, πρόβλημα που ήδη είναι καθολικά αναγνωρισμένο, όμως η επίλυση του δεν είναι γραμμική και πιθανότατα περιλαμβάνει μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος απ’ όσο είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν οι αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη.

Σελ. 2

Εξάλλου, το ενεργειακό πρόβλημα είναι εκτός από οικολογικό και πολιτικό-οικονομικό.

Υπό το φως των αρχικών αυτών σκέψεων στρέφεται το ενδιαφέρον αφετηριακά στην παράθεση ορισμένων διαπιστώσεων για την πολιτική συγκυρία και το διεθνές πλαίσιο, στο οποίο διαμορφώνεται η σύγχρονη Ενεργειακή Πολιτική. Ειδική σημασία αποκτά εν προκειμένω το ερώτημα, πώς και με ποιες αναφορές προέκυψαν και εξελίχθηκαν ως προτεραιότητες της ενεργειακής πολιτικής η προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας και της πιο οργανωμένης προστασίας των οικονομιών από εξωτερικές εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα.

Στην ίδια κατεύθυνση τίθεται στη συνέχεια ως συγκεκριμένο ερευνητικό ζήτημα η αναγκαιότητα ή μη μιας ενιαίας πολιτικής στο πλαίσιο της προσπάθειας αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και γενικότερα της προστασίας του περιβάλλοντος. Ειδικότερο ερευνητικό πεδίο οφείλει να αποτελέσει η εξελικτική διαμόρφωση της νομοθεσίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, που εδράζεται στην ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και στην ειδικότερη αξίωση λήψης μέτρων αντιμετώπισης του ενεργειακού προβλήματος κατά τρόπο περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά επωφελή. Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται αναγκαία η παρουσίαση των ειδικότερων ειδών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (αιολικής, υδροηλεκτρικής, ηλιακής, γεωθερμικής ενέργειας, βιοενέργειας) με παράθεση του νομικού πλαισίου τους.

Επόμενο ερευνητικό πεδίο οφείλει να αποτελέσει η συγκριτική προσέγγιση των εννοιών του Καταναλωτή και του Ενεργειακού Καταναλωτή. Ως κεντρικά ερευνητικά σημεία αναδεικνύονται στη συνέχεια η κατάδειξη της σημασίας και εξέλιξης της έννοιας του αυτοπαραγωγού στο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, η πρακτική διεύρυνση της έννοιας του Αυτοπαραγωγού μέσα από την έννοια του Ενεργού Πελάτη στην Οδηγία 2019/944/ΕΕ, καθώς και η αναλυτική παρουσίαση των ειδικότερων κατηγοριών αυτοπαραγωγών ενέργειας. Στο προσκήνιο οφείλουν να τεθούν εν προκειμένω οι ειδικότερες εκφάνσεις αυτοπαραγωγών ενέργειας που περιλαμβάνουν τις Ενεργειακές Κοινότητες, την αυτοπαραγωγή με εφαρμογές ενεργειακής απόδοσης και την αυτοπαραγωγή μέσω προγραμμάτων ευελιξίας (έξυπνα συστήματα μέτρησης, αποθήκευση ενέργειας, σωρευτική εκπροσώπηση).

Σε αυτοτελές ερευνητικό αντικείμενο αναδεικνύεται στη συνέχεια η κριτική παράθεση μιας σειράς οικονομικών μοντέλων αυτοπαραγωγής που υπακούουν στον κοινό στόχο χορήγησης κινήτρων για τις επενδύσεις στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Στην κατεύθυνση αυτή παρουσιάζονται κριτικά τα οικονομικά μοντέλα αυτοπαραγωγής (Νet-Metering, Virtual Net-Metering, Net-Billing, Feed In Tariff, Feed in Premium, Power Purchase Agreement) και καταγράφεται η δυναμική εξέλιξη της παρεχόμενης προστασίας στον τομέα

Σελ. 3

αυτοπαραγωγής από ΑΠΕ. Μέρος της εξέλιξης αυτής αποτελούν και οι Οδηγίες 2023/1791/ΕΕ και 2023/2413/ΕΕ που εμφανίζονται ως πρόσθετη στόχευση.

Καταληκτικά, οφείλουν να εξετασθούν συγκεκριμένες θεσμικές προεκτάσεις της στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της αυτοπαραγωγής στην ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ, καθώς και οι προβαλλόμενες προοπτικές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής. Με αναφορά σε προβληματικές, όπως των περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων από τη χρήση των ΑΠΕ και της εξάρτησης της Ευρώπης από την Κίνα και άλλες χώρες στην αλυσίδα εφοδιασμού των ΑΠΕ, επιδιώκεται να εξαχθούν συγκεκριμένα συμπεράσματα για την αναγκαιότητα και τη δυναμική της ενεργειακής μετάβασης με άξονα τις ΑΠΕ και την αυτοπαραγωγή.

Συμπυκνώνοντας, μετά ταύτα, τα ειδικότερα ερευνητικά ερωτήματα που διατρέχουν το σύνολο των θεματικών της εργασίας, καταλήγει κανείς κατά σειρά αναφοράς στα εξής: Πρώτον, στο ερώτημα, ποιες είναι οι άμεσες επενέργειες της πολιτικής συγκυρίας στον ενεργειακό τομέα και πως αποτυπώνονται αυτές στο πλαίσιο του ενωσιακού και εθνικού δικαίου. Δεύτερον, στο ερώτημα, πώς ορίζεται η έννοια του αυτοπαραγωγού ενέργειας στο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο και ποια διακριτικά σημεία εξειδικεύουν τις διαδοχικές εννοιολογικές νομοθετικές τυποποιήσεις της. Τρίτον, στο ερώτημα ποιες ειδικότερες κατηγορίες αυτοπαραγωγής ενέργειας αναπτύχθηκαν σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο και κατά πόσο διεύρυναν αυτές ουσιαστικά την έννοια του αυτοπαραγωγού. Και τέταρτον στο ερώτημα ποια η σημασία της αυτοπαραγωγής ενέργειας και εν γένει των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην επίλυση του πολυσύνθετου (περιβαλλοντολογικού – οικονομικού – πολιτικού) ενεργειακού ζητήματος.

Σελ. 5

ΙΙ.

Πολιτική και Περιβαλλοντολογική Διάσταση

Η διαπίστωση για τη συνθετότητα του ενεργειακού προβλήματος, ενόψει της οικολογικής και πολιτικο-οικονομικής διάστασής του, συνιστά ταυτόχρονα αφετηρία για την ανάδειξη αφενός μεν της πολιτικής διάστασης του ζητήματος και αφετέρου της περιβαλλοντολογικής.

1. Πολιτική συγκυρία και διεθνής διάσταση

Οι άμεσες επενέργειες της πολιτικής συγκυρίας στον ενεργειακό τομέα αποτυπώνονται πλήρως και σκιαγραφούνται στο παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο παράδειγμα, δηλαδή, μιας από τις ισχυρότερες οικονομικές οντότητες στον κόσμο με σημαντικές ενεργειακές ανάγκες, στο πλαίσιο της οποίας συμπλέκονται οι διαφέρουσες ανάγκες για την συντήρηση της πολύ ισχυρής βιομηχανίας της, αλλά και για την επαύξηση της οργανωμένης υποδομής της για την εξυπηρέτηση των αναπτυγμένων και απαιτητικών κοινωνιών της και της ισχυρότατης εμπορικής δραστηριότητας των κρατών της.

Κοινό τόπο αποτελεί εν προκειμένω ότι οι ενεργειακές ανάγκες για τη συντήρηση των προαναφερόμενων παραγόντων είναι τεράστιες και είναι αδύνατον να εξυπηρετηθούν από το κατά το πλείστον πενιχρό υπέδαφος της ηπείρου. Συνέπεια αυτού αποτελεί η σημαντική εξάρτηση των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εδώ και πολλές δεκαετίες, από την μέχρι πρότινος ΕΣΣΔ και τη διάδοχό της Ρωσική Δημοκρατία, αλλά και από τα κράτη της Αραβικής Χερσονήσου. Η παραπάνω εξάρτηση δημιουργεί ένα σύνθετο πολιτικοοικονομικό σχήμα, στο οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι όμηρος των πλουσίων σε υδρογονάνθρακες κρατών σε υπερθετικό βαθμό που καταδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο στην υπάρχουσα σύρραξη της Ρωσίας - Ουκρανίας. Εκεί, δηλαδή, όπου μολονότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μποϊκοτάρει απόλυτα οικονομικά, ήτοι εμπο-

Σελ. 6

ρικά και συγκοινωνιακά, τη Ρωσία, παραδόξως και παρά τη σκληρή πολιτική της στάση εισάγει ακόμα υδρογονάνθρακες από αυτήν.

Άξιο μνείας είναι περαιτέρω ότι η Ευρωπαϊκή ήπειρος είχε ανέκαθεν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ενεργειακά παλίμψηστα, αφού το γεγονός ότι αυτή αποτέλεσε την απαρχή και το επίκεντρο της βιομηχανικής επανάστασης οδήγησε στην ταχεία εκμετάλλευσή των τότε διαθέσιμων μορφών ενέργειας. Τέτοια μορφή ενέργειας αποτέλεσε στην περίπτωση της βόρειας Ευρώπης το κάρβουνο που υπήρχε σε σημαντική ποσότητα φυσικά στη Βρετανία, την μήτρα της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και σε πλείστες άλλες Ευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες, όπως το Βέλγιο, η Γερμανία και η Γαλλία. Εξ’ αυτού του λόγου, άλλωστε, στο πρώτο στάδιο της βιομηχανικής επανάστασης τα εργοστάσια χτίζονταν σε μεγάλη εγγύτητα με τα ορυχεία κάρβουνου, έτσι ώστε να προμηθεύονται την ενέργεια με τον ευκολότερο τρόπο. Επίσης, με κάρβουνο λειτουργούσαν τα τρένα της εποχής που μετέφεραν τα βιομηχανικά προϊόντα στα αστικά κέντρα και λιμάνια για να καταναλωθούν.

Μέσα στο προαναφερόμενο πλαίσιο της βιομηχανοποίησης και της πλήρους εξάρτησης από τις μορφές ορυκτού άνθρακα δημιουργήθηκε, εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Πιο αναλυτικά, η δημιουργία της ΕΚΑΧ το 1951 συντελείται με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη του τομέα παραγωγής και εμπορίας άνθρακα και χάλυβα, αλλά́ και τη βελτίωση της απασχόλησης και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των απασχολούμενων σε αυτούς τους κλάδους. Τούτο αποτυπώνεται εύστοχα στη διακήρυξη του Ρομπέρ Σουμάν ότι «η από κοινού διαχείριση της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα θα εξασφαλίσει άμεσα την εγκατάσταση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης, πρώτου σταδίου της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας και θα αλλάξει την μοίρα περιοχών, οι οποίες από μακρού προορίζονται για την κατασκευή πολεμικών όπλων, υπήρξαν δε και τα πιο σταθερά θύματα των τελευταίων (...). Η αλληλεγγύη που θα δημιουργηθεί στην παραγωγή θα καταδείξει ότι κάθε πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας καθίσταται όχι μόνον αδιανόητος αλλά και υλικά αδύνατος”. Το γεγονός ότι η Ευρώπη βασίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό στον άνθρακα φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι η ΕΚΑΧ δεν κάνει μνεία σε καμία εξωτερική διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, επειδή αυτός είναι εξασφαλισμένος από το εσωτερικό της Ευρώπης.

Σελ. 7

Από ιστορική άποψη, όμως, το σκηνικό αρχίζει να αλλάζει στην Ευρωπαϊκή ήπειρο μετά τα μέσα του 20ου αιώνα, με τη σταδιακή παύση της χρήσης των σημαντικών (έως σήμερα) αποθεμάτων ορυκτού άνθρακα υπέρ άλλων μορφών ενέργειας. Ενδεικτική είναι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, επίσης γνωστή ως ΕΥΡΑΤΟΜ, που υπεγράφη στη Ρώμη το έτος 1957 με αντικείμενο την Πυρηνική Ενέργεια και πιο συγκεκριμένα την «ενίσχυση της προόδου στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας», στόχος που καταδεικνύει το ενδιαφέρον της Ευρώπης για την μετάβαση σε διαφορετικές μορφές ενέργειας.

Ως λόγοι για το εναρκτήριο λάκτισμα της απεξάρτησης από τον ορυκτό άνθρακα μπορούν να καταγραφούν, η υψηλότερη ενεργειακή αποδοτικότητα των υδρογονανθράκων, το σημαντικό κόστος εξόρυξης του ορυκτού άνθρακα ενισχυμένο και από τους παγιωμένους υψηλούς μισθούς στην βόρεια Ευρώπη λόγω των ισχυρών συνδικάτων σε αντιπαραβολή με την πολύ ευκολότερη εξόρυξη των υδρογονανθράκων που μπορούσαν να εξορυχτούν με τεχνολογικά μέσα και ελάχιστους εργαζόμενους. Επιπλέον, άλλοι παράγοντες που επηρέασαν την μεταστροφή ήταν, η βολικότερη μεταφορά των υδρογονανθράκων τόσο λόγω χαμηλότερου βάρους όσο και λόγω υγρής μορφής που μεταφέρεται μέσω αγωγών, όπως επίσης, η οδυνηρή μόλυνση στα Ευρωπαϊκά αστικά κέντρα με την όξινη βροχή και τα αστικά νέφη, η διεύρυνση της πυρηνικής τεχνολογίας, και τέλος η εύρεση φυσικού αεριού στη βόρεια θάλασσα.

Όμως, η παραπάνω αλλαγή, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, δεν ήταν μια διαδικαστική μετάβαση, αλλά αντίθετα αρκετά τολμηρή, καθώς οι Ευρωπαίοι επέλεξαν να αντικαταστήσουν έναν τύπο καυσίμου, στον οποίο υπήρχε σημαντική αυτάρκεια, με εναλλακτικούς τύπους που επί το πλείστον υποχρεωτικά έπρεπε να εισαχθούν από Χώρες εκτός Ευρώπης. Τρανή πρώιμη απόδειξη του προβλήματος αποτέλεσε η Πετρελαϊκή Κρίση του 1973, η οποία ξεκίνησε τον Οκτώβριο

Σελ. 8

του 1973, όταν το πετρέλαιο ως μορφή ενέργειας ήταν ήδη ιδιαίτερα διαδεδομένο και απαραίτητο σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο και φυσικά στην Ευρώπη. Όταν, λοιπόν, τα μέλη του Οργανισμού Αραβικών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (OAPEC) διακήρυξαν εμπάργκο πετρελαίου ως αντίποινα στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ, το εμπάργκο διατάραξε τη ροή του αργού πετρελαίου, προκαλώντας πλήγμα στην αγορά. Η τιμή του αργού πετρελαίου έφτασε στα 12 δολάρια το βαρέλι, από τα 2,5 δολάρια, μία αύξηση περίπου 300%. Η πραγματοποίηση αυτού του εμπάργκο είχε, μάλιστα, μεγαλύτερες επιπτώσεις στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία, οι οποίες εξαρτιούνταν κατά 75% και 80% αντίστοιχα από το Αραβικό πετρέλαιο.

Η Δεύτερη Πετρελαϊκή κρίση, έξι χρόνια μετά, το έτος 1979, ήταν αποτέλεσμα των ανακατατάξεων και ταραχών της επανάστασης στο Ιράν. Μέσα σε 2 μόλις χρόνια, δύο ιδιαίτερα σημαντικά γεγονότα πάλι στη Μέση Ανατολή δημιουργούν παγκόσμιες αναταραχές κυρίως στον εξαρτημένο από το πετρέλαιο δυτικό κόσμο. Καταρχάς, η Ιρανική επανάσταση ή αλλιώς γνωστή ως Ισλαμική επανάσταση, ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1978, με τις πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στην εξουσία του σάχη. Μετά από συνεχόμενες απεργίες και διαμαρτυρίες που παρέλυαν την οικονομία της χώρας, ο σάχης εγκατέλειψε το Ιράν τον Ιανουάριο του 1979, και ο Ayatollah Khomeini επέστρεψε στην Τεχεράνη από την εξορία. Την 1η Απριλίου του 1979, το Ιράν έγινε και επίσημα ισλαμική δημοκρατία. Η παραπάνω ακολουθία γεγονότων διατάραξε εύλογα την παραγωγή πετρελαίου μιας εκ των μεγαλύτερων πετρελαιοπαραγωγικών χωρών παγκοσμίως. Η τιμή του αργού πετρελαίου έφθασε στα 35-40 δολάρια το βαρέλι. Επιπλέον, η ακόλουθη κήρυξη του πολέμου Ιράν - Ιράκ τον Σεπτέμβρη του 1980 δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Οι κρίσεις αυτές οδήγησαν στην απότομη αύξηση της τιμής του πετρελαίου και προκάλεσαν ύφεση στην οικονομική δραστηριότητα σε όλο τον κόσμο και επηρέασαν πολύ και την Ευρώπη.

Οι παραπάνω κρίσεις αποδεικνύουν, αν μη τι άλλο, ότι η εξάρτηση από τρίτες χώρες ενός τόσο σημαντικού αγαθού, όπως η ενέργεια, είναι πιθανόν να αποδειχθεί ολέθρια για την οικονομία και τη βιομηχανία μιας χώρας. Επιπροσθέτως, οι πετρελαϊκές κρίσεις ξυπνούν από τον λήθαργο την Ευρωπαϊκή ήπειρο, αποδεικνύουν ότι η επιλογή της αντικατάστασης εγχώριου ορυκτού πλούτου με εισαγόμενο ορυκτό πλούτο για λόγους ορθολογισμού και ενεργειακής αποδοτικότητας είναι ιδιαίτερα κινδυνώδης. Υπό αυτό το πρίσμα εμφανίζεται ως εύστοχη η ρήση ότι “στην ενεργειακή πολιτική δεν υπάρχουν απλές λύσεις, δηλαδή

Σελ. 9

μία πηγή ενέργειας που θα μπορέσει να λύσει όλα τα προβλήματα και θα είναι ανεξάντλητη, δεν θα ρυπαίνει το περιβάλλον και θα έχει χαμηλό κόστος”.

Μετά τις παραπάνω ενεργειακές κρίσεις οι προτεραιότητες της ενεργειακής πολιτικής αρχίζουν να εξελίσσονται στην κατεύθυνση προώθησης της ενεργειακής ασφάλειας και της πιο οργανωμένης προστασίας των οικονομιών από εξωτερικές εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό αρχίζει να αποκτά πιο ενεργό ρόλο στον ενεργειακό τομέα αρχικά η Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια η διάδοχός της Ρωσία. Μολονότι δε αρχικά την δεκαετία του 1950 η σχέση Ευρώπης – ΕΣΣΔ καταγράφεται ως πιθανώς απειλητική από Αμερικάνους αναλυτές, η σχέση αυτή μεγιστοποιείται κατά τη δεκαετία του 1970, συνέπεια και της επιφυλακής προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής που έχασαν την εμπιστοσύνη του Δυτικού Κόσμου μετά τους οικονομικούς τριγμούς που προκάλεσαν παγκοσμίως. Συγκεκριμένα, η ΕΣΣΔ ξεκινάει ως εξαγωγέας αργού πετρελαίου με σημαντικές ποσότητες ήδη το 1960, εξίσου εντυπωσιακές είναι οι εξαγωγές Σοβιετικού αέριου που κερδίζουν σημαντικό έδαφος την δεκαετία του 1970, την περίοδο των πετρελαϊκών κρίσεων δηλαδή καθώς ο δυτικός κόσμος ψάχνει εναλλακτικές από το διογκωμένο τιμολογιακά πετρέλαιο και το αέριο αποτελεί μια ιδανική εναλλακτική, την οποία είναι σε θέση να υλοποιήσει η Σοβιετική Ένωση. Σε αυτή τη συγκυρία λαμβάνει χώρα το έτος 1973 η πολύ σημαντική συμφωνία στο Έσσεν της Γερμανίας μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Δυτικής Γερμανίας, τιτλοφορούμενη ως “Σωλήνες για αέριο”. Η Γερμανία αποτελεί το σημείο εισόδου για την Δύση του Σοβιετικού φυσικού αερίου και η Ευρωπαϊκή ενεργειακή εξάρτηση είναι προ των πυλών.

Μάλιστα, η κατάρρευση της της Σοβιετικής Ένωσης στις 26 Δεκεμβρίου του 1991, αν και κολοσσιαία πολιτική αλλαγή για τις παγκόσμιες ισορροπίες, δεν

Σελ. 10

επέφερε σημαντικές αλλαγές στις ενεργειακές σχέσεις της Ευρώπης με την πρώην Σοβιετική Ένωση. Συγκεκριμένα, η διάδοχος του Τεράστιου Σοβιετικού κράτους, η Ρωσία, υιοθέτησε όλες τις παλαιές κρατικές δομές με μεικτά αποτελέσματα, μεταξύ των οποίων ήταν και η πλέον κερδοφόρα βιομηχανία, η ενεργειακή. Σε ένα διάστημα 5-7 χρόνων μετά την κατάρρευση του καθεστώτος και μετά από μια σειρά μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων και σημαντικών τριβών, ο Ρωσικός κλάδος της ενέργειας εγκαθιδρύθηκε στη γνώριμή του θέση ως πολιτικό και οικονομικό βαρόμετρο του Ρωσικού κράτους και δη σε πιο ενισχυμένο βαθμό από την περίοδο της ΕΣΣΔ. Μια σειρά νέων συμφωνιών με Ευρωπαϊκές χώρες τα επόμενα χρόνια, μάλιστα, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την εξάρτηση κυρίως της Β. Ευρώπης που βασίστηκε σε σημείο καθησυχασμού στους οικονομικούς Ρωσικούς ορυκτούς πόρους. Συγκεκριμένα, το 2020 περισσότερα από τα μισά ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν Ρωσικής προέλευσης, ενώ συγκεκριμένα για το φυσικό αέριο το 43% του συνόλου προήλθε από την Ρωσία.

Την ευμεταβλητότητα στον τομέα της ενέργειας αποδεικνύει η σημερινή κατάσταση και εξέλιξη των σχέσεων Ευρώπης και Ρωσίας που υπό καθεστώς ρήξης προκαλεί προβληματισμό σε αμφότερα μεν τα μέρη, καθιστώντας ωστόσο τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης περισσότερο προβληματισμένα για την επόμενη μέρα.

2. Το διακύβευμα της προστασίας του περιβάλλοντος

Αφετηρία εν προκειμένω συνιστά η διαπίστωση ότι διαχρονικά το περιβάλλον είναι στενά συνδεδεμένο με το ενεργειακό ζήτημα. Πιστοποίηση της σχέσης αυτής αποτελεί η περιβαλλοντική ανησυχία που εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε παράλληλα με τις δυσοίωνες επιλογές των βιομηχανοποιημένων Χωρών τόσο της Ευρώπης όσο και της Αμερικής και Ασίας που υλοποιήθηκαν για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους. Ανησυχία, η οποία οδήγησε μετά από ένα χρονικό διάστημα στη δημιουργία οργανωτικών δομών και ομάδων αντίδρασης.

Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι, ακόμη και πριν τη δημιουργία της ΕΟΚ, υπήρχε πρόβλεψη στα συντάγματα πολλών Ευρωπαϊκών χωρών για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως λ.χ. σε αυτό της Ιταλίας το 1948 (άρθρ. 9 παρ. 2), της Γερ-

Σελ. 11

μανίας το 1949 (άρθρ. 75 παρ. 3-4) και της Γαλλίας το 1958. Όμως, αν και η μόλυνση και άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα ήταν γνωστά στην επιστημονική κοινότητα, οι θεσμικού χαρακτήρα αντιδράσεις στο όλο περιβαλλοντολογικό ζήτημα δεν υπήρξαν άμεσες και συνδέθηκαν περισσότερο με τις αυξανόμενες διαθέσεις αντίδρασης στη μόλυνση του περιβάλλοντος και στην ανυπαρξία ορατών και αποτελεσματικών μέτρων. Σημαντικές έρευνες, όπως η ακαδημαϊκή δημοσίευση του J. Murray Mitchell στις ΗΠΑ το 1963 που απέδειξε καθολική αύξηση της θερμοκρασίας σε 200 μετεωρολογικούς σταθμούς της χώρας των ΗΠΑ για το διάστημα 1880-1940 οδήγησαν στην συνειδητοποίηση της σημασίας του περιβαλλοντικού προβλήματος. Η περίοδος που ακολούθησε στα τέλη της δεκαετίας του 60 και την δεκαετία του ‘70 εμπεριείχε ενδυνάμωση της προσπάθειας επίλυσης του περιβαλλοντικού προβλήματος.

Πιο συγκεκριμένα, μετά από πρόταση της Σουηδικής κυβέρνησης στις 20 Μαΐου 1968, το Οικονομικό και Κοινωνικό συμβούλιο του ΟΗΕ αποφάσισε να θέσει το ζήτημα των “προβλημάτων του ανθρωπίνου περιβάλλοντος” στις συνεδριάσεις του 1968. Η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών με το παραπάνω θέμα έλαβε χώρα τελικά τον Ιούνιο του 1972 και αποτελεί την πρώτη μεγάλη αναγνώριση του περιβαλλοντικού προβλήματος από θεσμικό οργανισμό και σε αυτήν κατατέθηκαν 86 εθνικές αναφορές για περιβαλλοντικά προβλήματα. Επίσης, το 1970 το Αμερικάνικο Κογκρέσο ενέκρινε τις τροποποιήσεις του νόμου για τον καθαρό αέρα του 1970 και ίδρυσε την Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος, εξοπλίζοντας σημαντικά το Αμερικάνικο κράτος για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Έκτοτε, το ρεύμα του περιβαλλοντικού προβληματισμού, που αναδύθηκε ως οικολογικό κοινωνικό κίνημα με θεσμικές προεκτάσεις, άρχισε να μετουσιώνεται σε ποικίλες Εθνικές και Διεθνείς δράσεις. Ενδεικτικά αναφέρονται στην κατεύθυνση αυτή, η Συνθήκη του Παρισίου για την προστασία της παγκόσμιας Φυσικής και Πολιτιστικής Κληρονομίας το 1972 (UNESCO), η πρώτη διεθνής

Σελ. 12

Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τους Ανθρώπινους Οικισμούς το 1976 στο Βανκούβερ (Habitat I), η Σύμβαση αποφυγής οικολογικού πολέμου στην Γενεύη το 1977, η σύμβαση για την αλλαγή του κλίματος στην Νέα Υόρκη το 1992, και πολλές άλλες.

Οι πιο υποσχόμενες προσπάθειες έλαβαν χώρα, πάντως, στο πλαίσιο του ΟΗΕ με τις Διασκέψεις Κορυφής της Γης στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου και η προσπάθεια δημιουργίας ενός διεθνώς αναγνωρισμένου Καταστατικού Χάρτη της Γης, αλλά και με τη Διάσκεψη στο Κιότο της Ιαπωνίας, στο σχετικό πρωτόκολλο της οποίας το 1997 στη Σύμβαση - πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος προωθείται η υποχρέωση μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Ιδιαίτερης σημασίας είναι, τέλος, η συμφωνία που επιτεύχθηκε στην 21η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών της Σύμβασης – Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 2015, στην οποία τέθηκε ως στόχος ο περιορισμός της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε λιγότερο από 2ο C και εφόσον είναι εφικτό κάτω από 1,5ο C.

Δικαιολογημένα προτάσσεται, μετά ταύτα, η ανάγκη διαμόρφωσης μιας «ενιαίας πολιτικής στο πλαίσιο της προσπάθειας αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και γενικότερα της προστασίας του περιβάλλοντος». Απόρροια της αξίωσης αυτής για διαμόρφωση μιας ενιαίας πολιτικής στο πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος αποτέλεσε ως πρώτο βήμα η νομοθεσία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, καθόσον η στόχευσή της αντανακλά και ενσωματώνει τον προβληματισμό για την άνοδο της θερμοκρασίας, στην καταστροφή του όζοντος και την αύξηση της εκπομπής των αερίων του θερμοκηπίου. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (ΡΙΟ 1992) προβάλει ως το πρώτο κείμενο διεθνούς δικαίου που προωθεί

Σελ. 13

τις ΑΠE και συνιστά την αρχή μιας ακολουθίας νομικών κειμένων, ολοένα δεσμευτικότερων και πιο φιλόδοξων, που στοχεύουν σε ριζοσπαστικές αλλαγές του παγκοσμίου ενεργειακού Status Quo. Ούτε είναι τυχαίο, επιπρόσθετα, ότι στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα οι παρενέργειες από τη χρήση των παραδοσιακών μορφών ενέργειας στο περιβάλλον και ειδικότερα στο κλίμα λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου είναι πιο ορατές από ποτέ, με αποτέλεσμα στο πλαίσιο των διεθνών συμφωνιών και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας να προωθείται πιο συντονισμένα αφενός πληρέστερη νομοθεσία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και αφετέρου να υιοθετούνται εξειδικευμένα μέτρα για την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της εξοικονόμησης ενέργειας.

Σελ. 15

ΙΙΙ.

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ)

Αφετηρία συνιστά εν προκειμένω η διαπιστωτική καταγραφή ότι «το ενδιαφέρον για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας συνδέεται με την ανάγκη διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού με μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και τη συνειδητοποίηση της σημαντικής συμβολής τους στην προστασία του περιβάλλοντος». Με βάση και αναφορά τη σύνδεση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) με την προστασία του περιβάλλοντος αναλύονται στο πλαίσιο του κεφαλαίου αυτού αφενός η διεθνής νομιμοποίηση των ΑΠΕ και αφετέρου τα είδη των ΑΠΕ, ενώ επιχειρείται και μια πρώτη αποτίμηση της λειτουργικής παρέμβασης των ΑΠΕ στο τομέα της Ενέργειας.

1. Η νομιμοποίηση των ΑΠΕ σε διεθνές επίπεδο

Καθώς η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας θεωρήθηκε εξαρχής ως βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του προβλήματος της κλιματικής αλλαγής και ευρύτερα για την υλοποίηση της προστασίας του περιβάλλοντος, δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη θέσπιση κανόνων διεθνούς δικαίου για την προώθηση των ΑΠΕ έγινε με τη «Σύμβαση -Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές» που έλαβε χώρα στο Ρίο της Βραζιλίας το 1992 (Ν. 2205/1994). Η νομιμοποίηση των ΑΠΕ σε διεθνές επίπεδο εδράζεται στην ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και στην ειδικότερη αξίωση λήψης μέτρων αντιμετώπισης του ενεργειακού προβλήματος κατά τρόπο περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά επωφελή. Στην κατεύθυνση αυτή η συνεισφορά των ΑΠΕ στον ενεργειακό τομέα ενσωματώνει την αγωνία της ανθρωπότητας για τη διατήρηση ενός βιώσιμου περιβάλλοντος, όπως εκφράζεται αυτή στο πλαίσιο των διεθνών διασκέψεων για την κλιματική αλλαγή.

Σελ. 16

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να υποστηρίξουν τη βιώσιμη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και να οδηγήσουν σε μια δυναμική «πράσινη οικονομία», αποτελούν πιθανώς την μοναδική λύση του γόρδιου δεσμού που συνεπάγεται την ανθρώπινη ανάπτυξη και ανάγκες με ρυθμική φθορά του περιβάλλοντος με απώτερη κατάληξη την μη βιώσιμη ατμόσφαιρα και την καταρράκωση της ποιότητας ζωής που θα συνόδευε μια δυστοπική κοινωνία, χωρίς τα βασικά αγαθά, όπως το οξυγόνο και το πόσιμο νερό.

Όπως προαναφέρθηκε, ως πρώτη νομική έκφραση νομιμοποίησης των ΑΠΕ εγγράφηκε η «Σύμβαση -Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές» του 1992 που κυρώθηκε από τη Χώρα μας με τον Ν 2205/1994. Ακολούθησαν το 1997 το Πρωτόκολλο του Κιότο στη «Σύμβαση -Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος» που κυρώθηκε από τη Χώρα μας με τον Ν 3017/2002, η παγκόσμια διάσκεψη του 2004 της Βόννης για τις ΑΠΕ και οι αντίστοιχες διασκέψεις του Πεκίνου το 2005 και της Ουάσιγκτον το 2008, η Διάσκεψη του 2008 στο Πόζναν της Πολωνίας, η Διάσκεψη του Durban της Νότιας Αφρικής το 2011 και εν κατακλείδι η 21η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών της Σύμβασης – Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 2015.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως πρώτη σημαντική προσπάθεια για την προώθηση των ΑΠΕ εγγράφηκε η έκδοση της Πράσινης Βίβλου για την “Ενέργεια και το Μέλλον: Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας” [COM (96) 576] το 1996 που έθεσε ένα πλάνο με στόχους και προβληματισμούς που σε μεγάλο βαθμό ακολουθήθηκε ως νοητή πορεία στην σχετική νομοθέτηση των ανανεώσιμων πηγών της Ένωσης. Είναι εμφανές, ότι επί πολλές δεκαετίες και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Ευρωπαϊκή δικαιοταξία απέφευγε να νομοθετήσει στον τομέα της ενέργειας μέτρα που θα προωθούσαν τη διαποίκιλση του ενεργειακού μείγματος και την ασφάλεια του ενεργειακού της εφοδιασμού. Τούτο δε μολονότι η πρώτη Ένωση και πρόγονος της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) δηλαδή, είχε κατά το ήμισυ αντικείμενο την ενέργεια. Η Ιδρυτική Συνθήκη δεν περιέλαβε στο ρυθμιστικό της πεδίο την ενέργεια. Στις τροποποιητικές Συνθήκες, που ακολούθησαν (ΕΕΠ, Μάαστριχτ, Άμστερνταμ και Νίκαια), παρά τις πετρελαϊκές κρίσεις μετά το ’70, δεν διευρύνθηκαν οι αρμοδιότητες της Κοινότητας προς την ενέργεια και δεν προβλέφθηκε μια κοινοτική πολιτική για την ενέρ-

-Σελ. 17

γεια. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις που επέφεραν αλλαγές αφορούσαν πάντοτε εμμέσως την ενέργεια ως αποτέλεσμα άλλου γενικότερου συχνά τομέα, όπως η προστασία του περιβάλλοντος και ο ανταγωνισμός.

Το Ψήφισμα του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου του 1986, σχετικά με τους νέους στόχους της ενεργειακής πολιτικής για το 1995 και τη σύγκλιση των πολιτικών των κρατών μελών, έθεσε ξεκάθαρα την προώθηση των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας μεταξύ των τομεακών στόχων που θα χρησιμοποιηθούν ως κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση της σύγκλισης και της συνοχής των ενεργειακών πολιτικών των κρατών μελών. Αυτός ο κεντρικός στόχος επικυρώθηκε από τη Σύσταση του Συμβουλίου στις 9 Ιουνίου 1988 σχετικά με την ανάπτυξη της εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με το πρόγραμμα ALTENER3, το Συμβούλιο για πρώτη φορά υιοθέτησε ένα συγκεκριμένο δημοσιονομικό μέσο για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στο παράρτημα της Απόφασης ALTENER, το Συμβούλιο καθορίζει ως στόχο την αύξηση στη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ώστε να καλύπτουν το 8% της συνολικής ζήτησης για την Ευρώπη των 12 μέχρι το 2005.

Επανερχόμενοι στην Πράσινη Βίβλο για την “Ενέργεια και το Μέλλον: Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας” του 1996, αξίζει να αναφερθεί ότι η Πράσινη Βίβλος αποτελεί την πρώτη φάση μιας προσέγγισης σε δυο στάδια για την ανάπτυξη μιας στρατηγικής που έχει ως στόχο να διασφαλίσει ευρύτερη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η προαναφερόμενη αναλύει εκτενώς την κατάσταση στον Ευρωπαϊκό χώρο της ενέργειας των μέσων της δεκαετίας του 90, ενώ επίσης παραθέτει τα πλεονεκτήματα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Πράσινη Βίβλος ενισχύει τον στρατηγικό στόχο για προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως αναπόσπαστο τμήμα της ενεργειακής πολιτικής που έπρεπε να εφαρμοστεί τόσο σε επίπεδο Κοινότητας όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, αναδεικνύοντας έτσι την σημασία των ΑΠΕ για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ. Ο αριθμητικός στόχος που είχε τεθεί ήταν ο διπλασιασμός της συμβολής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό́ ισοζύγιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι το 2010. Από αυτό το σημείο και έπειτα μπορούμε να κάνουμε λόγο για ύπαρξη στόχευσης στο να αναδειχθούν οι ΑΠΕ σε βασικό πυλώνα της ενεργειακής πολιτικής. Η έμφαση που δόθηκε στις ΑΠΕ είναι μάλλον απόρροια μιας προβληματισμένης ΕΕ.

Γενικότερα τη δεκαετία του 1990 μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια επιφυλακτική πρόοδο των Ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που εδράζεται μεταξύ άλλων στις ενωσιακές ρυθμίσεις απελευθέρωσης της αγοράς και ενίσχυσης του αντα-

Σελ. 18

γωνισμού. Καταρχάς, αφετηρία της πορείας απελευθέρωσης αποτελεί η πρώτη δέσμη οδηγιών κυρίως η Οδηγία 96/92/ΕΚ, καθώς η παράμετρος ότι η αγορά της ενέργειας παύει να αποτελεί φυσικό μονοπώλιο επενεργεί θετικά στις ΑΠΕ. Εν συνεχεία, καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των ήπιων μορφών ενέργειας επέφερε η έκδοση της Οδηγίας 2001/77/ΕΚ, με την οποία τέθηκε ως σκοπός “η προαγωγή της αύξησης της συμβολής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και η δημιουργία βάσης για ένα μελλοντικό κοινοτικό πλαίσιο στον εν λόγω τομέα.». Ακολούθησε η Οδηγία 2003/30/ΕΚ σχετικά «με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές» που έθεσε τα θεμέλια για την προώθηση των εναλλακτικών καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ παράλληλα, μέσω του προγράμματος δράσης «Ευφυής ενέργεια – Ευρώπη» (2007 – 2013) προωθήθηκε η καλύτερη διαχείριση της εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εισαγωγές ενέργειας.

Στην ίδια κατεύθυνση της περαιτέρω ανάπτυξης νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κινήθηκε και η Συνθήκη Λισσαβόνας (ΣΛΕΕ) του 2007, στο άρθρο 194 παράγραφος 1 της οποίας διαλαμβάνεται η προώθηση των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας ως ένας από τους στόχους της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης.

Περαιτέρω, με τη Οδηγία 2009/28/ΕΕ για τη χρήση ενέργειας από ΑΠΕ, τέθηκε νομικά δεσμευτικός στόχος 20% συμμετοχής των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση μέχρι το 2020, συμπεριλαμβανομένου ποσοστού 10% συμμετοχής των βιοκαυσίμων στον τομέα μεταφορών. Η Οδηγία έθεσε και επιβεβαίωσε υποχρεωτικούς εθνικούς στόχους, που συνάδουν με τον συνολικό στόχο της ΕΕ, και ζήτησε από τα κράτη μέλη να αναπτύξουν ενδεικτικές πορείες για την επίτευξη των στόχων τους, να υποβάλουν εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να δημοσιεύουν εθνικές εκθέσεις προόδου για τις ανανεώ-

Σελ. 19

σιμες πηγές ενέργειας ανά διετία. Έτι περαιτέρω με την αναθεωρημένη Οδηγία 2018/2001/ΕΕ «για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές» θεσπίστηκε ως νέος δεσμευτικός στόχος της ΕΕ «οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 32 % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2030» και ένας αυξημένος στόχος ποσοστού 14 % για το μερίδιο των ανανεώσιμων καυσίμων στις μεταφορές έως το 2030. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση επικαιροποιήθηκε η ως άνω αναθεωρημένη Οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413, με τρεις σημαντικές τροποποιήσεις: Αυτή του Ιουλίου 2021 με την αύξηση του δεσμευτικού στόχου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την ΕΕ στο 40% έως το 2030 και την προώθηση της χρήσης ανανεώσιμων καυσίμων, όπως το υδρογόνο, στη βιομηχανία και τις μεταφορές με πρόσθετους επιμέρους στόχους. Αυτή του Μαΐου 2022, στο πλαίσιο του σχεδίου REPowerEU μετά τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας, με την οποία αυξήθηκε ο δεσμευτικός στόχος για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την ΕΕ στο 45 % έως το 2030 με την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας, την αύξηση της ηλιακής φωτοβολταϊκής δυναμικότητας και την εισαγωγή ανανεώσιμου υδρογόνου και βιομεθανίου. Και αυτή του Νοεμβρίου 2022 (που εκδόθηκε ως κανονισμός του Συμβουλίου) με την οποία ορίστηκε για λόγους επιτάχυνσης της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ότι οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα θεωρείται ότι εξυπηρετούν υπερισχύον δημόσιο συμφέρον, γεγονός που θα επιτρέπει ταχύτερη έκδοση αδειών για έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθώς και ειδικές παρεκκλίσεις από την περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ. Τέλος, τον Οκτώβριο του 2023, με την πρόσθετη επικαιροποίηση της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (RED) αυξήθηκε ο στόχος για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για το 2030 στο 42,5 % έως το 2030, ενώ τα κράτη μέλη κατέβαλαν προσπάθειες για την επίτευξη του 45 %.

Σελ. 20

Υπό το φως των ανωτέρω δεν καταλείπεται αμφιβολία για τη σημαντική νομοθετική εξέλιξη στον τομέα της προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τόσο σε διεθνές όσο και ειδικότερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η εξέλιξη αυτή βρίσκει πεδίο αναφοράς και ενίσχυσης και σε εθνικό επίπεδο. Αφενός γιατί υφίστανται ως βάση σε συνταγματικό επίπεδο οι ρυθμίσεις του άρθρου 24 Σ. για την προστασία του περιβάλλοντος και αφετέρου του άρθρου 106 Σ. για την κρατική πρόνοια για τον εθνικό πλούτο. Και αφετέρου γιατί, όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατά την παράθεση του νομικού πλαισίου των καθ’ έκαστον μορφών ΑΠΕ, το γενικό εθνικό νομοθετικό πλαίσιο των ΑΠΕ περιλαμβάνει τόσο αρχικές προβλέψεις όπως του Ν 1475/1984 και του Ν 3175/2003 για την αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού όσο και διεξοδικότερες ρυθμίσεις όπως αυτές των Ν 2244/1994 για την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ ή αυτές του Ν 2773/1999 για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ή αυτές του Ν 2941/2001 για την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, καθώς και πιο εξειδικευμένες ρυθμίσεις όπως αυτές του Ν 3468/2006 για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή του Ν 3851/2010 για την επιτάχυνση των ανάπτυξης των ΑΠΕ ή του Ν 4414/2016 για τη στήριξη των σταθμών παραγωγής Η/Ε από ΑΠΕ, αλλά και μια σειρά άλλων διατάξεων νεότερων νόμων (λ.χ. Ν 4951/2022, Ν 4951/2023, Ν 5037/2023, Ν 5069/2023, Ν 5073/2023, Ν 5092/2024) που θα παρατεθούν στις οικείες θέσεις.

2. Είδη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ)

Ως καταγεγραμμένα είδη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) εγγράφονται η αιολική ενέργεια, η υδροηλεκτρική ενέργεια, η ηλιακή ενέργεια, η γεωθερμική ενέργεια και η βιοενέργεια. Σε επίπεδο αυθεντικών ορισμών ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 5037/2023 με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία (EΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 «για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές» (L 328), ως ενέργεια από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας «η ενέργεια από ανανεώσιμες μη ορυκτές πηγές, ήτοι αιολική, ηλιακή (ηλιακή θερμική και ηλιακή φωτοβολταϊκή) και γεωθερμική ενέργεια, ενέργεια του περιβάλλοντος, παλιρροϊκή, κυματική και

Σελ. 21

λοιπές μορφές ενέργειας των ωκεανών, υδροηλεκτρική, από βιομάζα, ενέργεια από τα εκλυόμενα στους χώρους υγειονομικής ταφής αέρια, από τα αέρια που παράγονται σε σταθμούς επεξεργασίας λυμάτων και από τα βιοαέρια». Ειδικότερα, μάλιστα, εξειδικεύεται: α) Ως αεροθερμική ενέργεια, η ενέργεια που είναι αποθηκευμένη υπό μορφή θερμότητας στον αέρα, β) ως γεωθερμική ενέργεια, η ενέργεια που είναι αποθηκευμένη υπό μορφή θερμότητας κάτω από τη στερεή επιφάνεια της γης, γ) ως υδροθερμική ενέργεια, η ενέργεια που είναι αποθηκευμένη υπό μορφή θερμότητας στα επιφανειακά ύδατα, και δ) ως ενέργεια του περιβάλλοντος, η φυσική θερμική και συσσωρευθείσα στο περιβάλλον ενέργεια, με συγκεκριμένα όρια, που μπορεί να αποθηκεύεται στον αέρα του περιβάλλοντος, εκτός του απορριπτόμενου αέρα, ή στα επιφανειακά ύδατα ή στα ύδατα αποχέτευσης.

Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις των καθ’ έκαστον ειδών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σε σχέση με το νομικό πλαίσιό τους, την έκταση εφαρμογής τους και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά τους, είναι κοινό γνώρισμα όλων των εν λόγω ειδών ότι προωθούν τον ταυτόσημο σκοπό της εμπέδωσης χρήσεων πηγών ενέργειας φιλικών προς το περιβάλλον.

Α. Η αιολική ενέργεια

Από τον πρωτεργάτη της αιολικής ηλεκτρικής ενέργειας Poul La Cour στη Δανέζικη επαρχία που κατάφερε μόλις το 1891 να προμηθεύσει με φως το χωριό Askov μέχρι τις τεράστιες ανεμογεννήτριες της Σοβιετικής Ένωσης το 1931, που είχαν μεγάλη παραγωγική επιτυχία, η αιολική ενέργεια εξελίχθηκε συν τω χρόνω στην Ευρωπαϊκή ήπειρο σε ιδιαίτερα σημαντικό μέσο παραγωγής ηλεκτρισμού, επιτυγχάνοντας τη μεγιστοποίηση της χρηστικότητας της εν λόγω φιλικής προς το περιβάλλον πηγής ενέργειας.

Η εκμετάλλευση της κινητικής ενέργειας του ανέμου γίνεται μέσω ανεμοκινητήρων, οι οποίοι τη μετατρέπουν σε ωφέλιμη μηχανική ενέργεια, αλλά και μέσω ανεμογεννητριών, οι οποίες τη μετατρέπουν απευθείας σε ηλεκτρική ενέργεια. Για τη μεγιστοποίηση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργούνται συγκροτήματα από πολλές ανεμογεννήτριες μαζί, τα λεγόμενα αιολικά πάρκα. Οι ανεμογεννήτριες διακρίνονται σε μικρές μεσαίες η μεγάλες ανάλογα με την ισχύ που αποδίδουν.

Σελ. 22

Στα πλεονεκτήματα της αιολικής ενέργειας συμπεριλαμβάνονται ο περιορισμένος χώρος που απαιτείται για να εγκατασταθεί η υποδομή (ειδικά σε σύγκρισή με τις άλλες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) και η δυνατότητα παράλληλης χρήσης της περιοχής εγκατάστασης με δραστηριότητες, όπως λόγου χάριν της κτηνοτροφίας και αποθήκευσης υλικών. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η αιολική ενέργεια συνδέεται με ένα μεγάλο φάσμα εφαρμογών. Έτσι, η μηχανική ενέργεια χρησιμοποιείται για τη λειτουργία αντλιών νερού στην ύδρευση και άρδευση περιοχών, για θέρμανση αγροτικών μονάδων και κατοικιών, για τη λειτουργία εγκαταστάσεων αφαλάτωσης νερού σε συνδυασμό με άλλες πηγές ενέργειας κ.ά., ενώ η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να τροφοδοτεί το ηλεκτρικό δίκτυο. Το μεγαλύτερο ωστόσο πλεονέκτημα της αιολικής ενέργειας είναι ότι μπορεί, μέσω των ανεμογεννητριών, να μετατρέπεται απευθείας σε ηλεκτρική, ενώ αντίθετα, τα μειονεκτήματά της εντοπίζονται α) στη διακύμανση που παρουσιάζει ως προς την απόδοση ισχύος, διακύμανση που οφείλεται στη μεταβαλλόμενη (κατά τη διάρκεια της ημέρας, του μήνα και του έτους) ένταση του ανέμου, β) στη χαμηλή πυκνότητα που παρουσιάζει ως μορφή ενέργειας με συνέπεια να απαιτούνται πολλές ανεμογεννήτριες για την παραγωγή αξιόλογης ισχύος, γ) στο χρόνο που απαιτείται για την 9 έρευνα και τη χαρτογράφηση του αιολικού δυναμικού μεγάλων περιοχών, ώστε να εντοπιστούν τα ευνοϊκά σημεία, δ) στο σχετικά υψηλό κόστος έρευνας και εγκατάστασης των αιολικών συστημάτων και ε) στις επιπτώσεις που έχουν για το περιβάλλον (κυρίως αλλοίωση τοπίου, ηχορύπανση), οι οποίες, όμως, συγκρινόμενες με τις αντίστοιχες των συμβατικών πηγών ενέργειας, θεωρούνται δευτερεύουσας σημασίας.

Τα τελευταία 20 χρόνια υπάρχει μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη που στοχεύει στην ανάπτυξη νέων υλικών, στη βελτίωση της αεροδυναμικής των πτερύγιων, ώστε να επιτυγχάνονται καλύτεροι βαθμοί απόδοσης και στη μείωση των θορύβων. Ειδικά ο θόρυβος που προκαλούν οι ανεμογεννήτριες έχει ελαττωθεί δραστικά. Σε απόσταση 500 μέτρων που είναι η ελάχιστη επιτρεπτή απόσταση από κατοικημένες περιοχές ο θόρυβος δε γίνεται καν αντιληπτός και αυτό χάρις τη βελτίωση του μηχανολογικού τους εξοπλισμού που δίνει έμφαση στην αποφυγή κραδασμών.

Back to Top