ΟΙ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ
από 27,75 €
Έως 64,75 €
- Έκδοση: 2η 2020
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 184
- ISBN: 978-960-654-207-7
- Black friday εκδόσεις: 10%
| Πρόλογος β΄ έκδοσης | Σελ. VII |
| Πρόλογος α΄ έκδοσης | Σελ. IX |
| Συντομογραφίες | Σελ. XXI |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ | Γενικές ρυθμίσεις περί των δικονομικών προθεσμιών | |
| Α. Διακρίσεις των προθεσμιών | Σελ. 1 |
| 1. Βάσει της διάρκειάς τους | Σελ. 1 |
| 2. Βάσει της λειτουργίας και των εννόμων αποτελεσμάτων τους | Σελ. 1 |
| 3. Βάσει του αποδέκτη τους | Σελ. 2 |
| 4. Βάσει της πρόβλεψής τους | Σελ. 2 |
| Β. Υπολογισμός των προθεσμιών | Σελ. 2 |
| 1. Έναρξη και λήξη των προθεσμιών | Σελ. 3 |
| α. Εφαρμοστέο νομικό καθεστώς | Σελ. 3 |
| β. Ο χρόνος της αφετηρίας και της λήξης | Σελ. 4 |
| γ. Αφετηριακά γεγονότα έναρξης της προθεσμίας προσβολής διοικητικών πράξεων | Σελ. 5 |
| Ι. Για τις δημοσιευτέες διοικητικές πράξεις | Σελ. 5 |
| ΙΙ. Για τις μη δημοσιευτέες διοικητικές πράξεις | Σελ. 8 |
| ΙΙΙ. Για τις ανυπόστατες διοικητικές πράξεις | Σελ. 10 |
| 2. Τα τεκμήρια της «πλήρους γνώσης» | Σελ. 10 |
| 3. Τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών | Σελ. 12 |
| α. Προθεσμίες σε έτη | Σελ. 13 |
| β. Προθεσμίες σε μήνες | Σελ. 13 |
| γ. Προθεσμίες σε εβδομάδες | Σελ. 13 |
| δ. Προθεσμίες μισού έτους και μισού μήνα | Σελ. 13 |
| ε. Προθεσμίες σε μήνες και ημέρες | Σελ. 14 |
| στ. Προθεσμίες σε ημέρες | Σελ. 14 |
| 4. Διακοπή των προθεσμιών | Σελ. 14 |
| α. Διακοπή δίκης | Σελ. 14 |
| β. Άσκηση διοικητικών προσφυγών (πλην της ενδικοφανούς προσφυγής) | Σελ. 15 |
| γ. Άσκηση «εποπτικών» διοικητικών προσφυγών κατά πράξεων των ΟΤΑ | Σελ. 19 |
| δ. Άσκηση της αίτησης αναστολής του άρθρου 372 του Ν 4412/2016 | Σελ. 20 |
| 5. Αναστολή των προθεσμιών | Σελ. 21 |
| α. Λόγω δικαστικών διακοπών | Σελ. 21 |
| β. Λόγω ανωτέρας βίας | Σελ. 23 |
| 6. Παράταση ή παρέκταση προθεσμιών από τον νόμο ή το δικαστήριο | Σελ. 24 |
| 7. Τήρηση προθεσμιών ουσιαστικού δικαίου πριν την έναρξη της προθεσμίας άσκησης ενδίκου βοηθήματος | Σελ. 25 |
| α. Ενδικοφανής προσφυγή | Σελ. 25 |
| β. Παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας | Σελ. 27 |
| Γ. Ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης των δικονομικών προθεσμιών | Σελ. 29 |
| Δ. Οι προθεσμίες ως μέσον εμπέδωσης της ασφάλειας δικαίου | Σελ. 30 |
| 1. Οι προθεσμίες ως προϋπόθεση του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων | Σελ. 30 |
| 2. Οι προθεσμίες ως έκφανση του τεκμηρίου νομιμότητας των διοικητικών πράξεων | Σελ. 32 |
| Ε. Η αίτηση δίκαιης ικανοποίησης λόγω υπέρβασης του ευλόγου χρόνου διάρκειας της διοικητικής δίκης | Σελ. 35 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ | Διαφορές ουσίας (Ν 2717/1999) | |
| Α. Προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων | Σελ. 37 |
| 1. Προθεσμίες ενδίκων βοηθημάτων | Σελ. 38 |
| α. Οι προθεσμίες της προσφυγής | Σελ. 38 |
| Ι. Γενικές ρυθμίσεις για την προθεσμία της προσφυγής | Σελ. 38 |
| i. Προθεσμία προσφυγής σε περίπτωση ρητής πράξης | Σελ. 38 |
| ii. Προθεσμία προσφυγής κατά παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας | Σελ. 39 |
| iii. Προθεσμία προσφυγής όταν προβλέπεται προηγούμενη άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής | Σελ. 40 |
| iv. Πρόωρη άσκηση προσφυγής πριν τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής | Σελ. 41 |
| v. Η εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης καθ΄ ο διάστημα εκκρεμεί η προθεσμία άσκησης της προσφυγής | Σελ. 41 |
| II. Ειδικότερες ρυθμίσεις για την προθεσμία της προσφυγής | Σελ. 42 |
| i. Προθεσμία προσφυγής στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές | Σελ. 42 |
| ii. Προθεσμία προσφυγής για πράξεις ανάκτησης κοινοτικής ενίσχυσης | Σελ. 43 |
| iii. Προθεσμία προσφυγής αν αποβιώσει ο νομιμοποιούμενος ή παύσει να υφίσταται το νομικό πρόσωπο | Σελ. 43 |
| iv. Προθεσμία προσφυγής αν ο νομιμοποιούμενος διαμένει στην αλλοδαπή | Σελ. 44 |
| ΙΙΙ. Προθεσμίες παρέμβασης και προσθέτων λόγων | Σελ. 44 |
| i. Προθεσμία πρόσθετης ή κύριας παρέμβασης | Σελ. 44 |
| ii. Προθεσμία προσθέτων λόγων προσφυγής | Σελ. 45 |
| β. Προθεσμίες για την επιδίωξη προσωρινής δικαστικής προστασίας | Σελ. 46 |
| I. Προθεσμία αίτησης αναστολής | Σελ. 46 |
| II. Προθεσμία για την έκδοση προσωρινής διαταγής | Σελ. 47 |
| III. Προθεσμία αίτησης προσωρινής επιδίκασης απαίτησης | Σελ. 48 |
| γ. Προθεσμίες διαδικασιών διοικητικής εκτέλεσης | Σελ. 48 |
| Ι. Προθεσμία ανακοπής | Σελ. 48 |
| ΙΙ. Προθεσμία αίτησης αναστολής | Σελ. 50 |
| δ. Προθεσμίες των εκλογικών διαφορών | Σελ. 51 |
| Ι. Προθεσμία ένστασης στην εκλογική διαδικασία ΟΤΑ | Σελ. 51 |
| II. Προθεσμία ένστασης στην εκλογική διαδικασία ΝΠΔΔ | Σελ. 52 |
| IIΙ. Προθεσμία αντένστασης στην εκλογική δίκη | Σελ. 52 |
| ε. Προθεσμία υπαλληλικής προσφυγής | Σελ. 52 |
| στ. Προθεσμίες για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων | Σελ. 54 |
| Ι. Προθεσμία αγωγής | Σελ. 54 |
| ζ. Προθεσμίες για την κατ’ εξαίρεση άσκηση «δεύτερης» προσφυγής, αγωγής και ανακοπής | Σελ. 55 |
| Ι. Προθεσμίες κατά τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής | Σελ. 57 |
| 2. Προθεσμίες ενδίκων μέσων | Σελ. 59 |
| α. Γενικές ρυθμίσεις για τις προθεσμίες των ενδίκων μέσων | Σελ. 59 |
| Ι. Προθεσμία άσκησης ενδίκου μέσου από διαμένοντες στην αλλοδαπή | Σελ. 60 |
| ΙΙ. Προθεσμία άσκησης ενδίκου μέσου αν προηγουμένως αποβιώσει ο νομιμοποιούμενος ή παύσει το νομικό πρόσωπο | Σελ. 60 |
| ΙΙΙ. Η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων – Η εξαίρεση του άρθρου 2 του Ν 3900/2010 | Σελ. 61 |
| IV. Μη ανασταλτικός χαρακτήρας της προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων | Σελ. 62 |
| β. Προθεσμίες άσκησης έφεσης και αντέφεσης | Σελ. 63 |
| γ. Προθεσμίες για τα λιγότερο συχνά ασκούμενα ένδικα μέσα | Σελ. 65 |
| Ι. Προθεσμία ανακοπής ερημοδικίας | Σελ. 65 |
| ΙΙ. Προθεσμία αίτησης αναθεώρησης | Σελ. 66 |
| ΙΙΙ. Προθεσμία αίτησης επανάληψης της διαδικασίας | Σελ. 67 |
| IV. Προθεσμία τριτανακοπής | Σελ. 68 |
| V. Προθεσμία αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας | Σελ. 68 |
| δ. Προθεσμίες ενδίκων μέσων στη διαδικασία διοικητικής εκτέλεσης | Σελ. 69 |
| ε. Προθεσμίες ενδίκων μέσων στην εκλογική διαδικασία | Σελ. 70 |
| στ. Προθεσμίες αναίρεσης | Σελ. 71 |
| Ι. Προθεσμία αίτησης αναίρεσης | Σελ. 71 |
| ΙΙ. Προθεσμία αίτησης αναίρεσης υπέρ του νόμου | Σελ. 74 |
| ΙΙΙ. Προθεσμία αίτησης αναίρεσης στην εκλογική διαδικασία | Σελ. 74 |
| Β. Προθεσμίες που αφορούν την πρόοδο της δίκης | Σελ. 75 |
| 1. Προθεσμίες για αποκλεισμό - εξαίρεση - αποχή δικαστών | Σελ. 76 |
| α. Προθεσμία δήλωσης αποχής δικαστή | Σελ. 76 |
| β. Προθεσμία υποβολής αίτησης εξαίρεσης δικαστή ή ολόκληρου του δικαστηρίου | Σελ. 76 |
| 2. Προθεσμίες για τη θεμελίωση της δικολογικής ικανότητας | Σελ. 77 |
| α. Προθεσμία νομιμοποίησης δικαστικών πληρεξουσίων | Σελ. 77 |
| β. Προθεσμία συμπλήρωσης στοιχείων νομιμοποίησης | Σελ. 78 |
| γ. Χρόνος λήξης δικαστικής πληρεξουσιότητας | Σελ. 79 |
| 3. Προθεσμία εκπλήρωσης ορισμένων ειδικών υποχρεώσεων των διαδίκων | Σελ. 80 |
| α. Προθεσμία διορισμού αντικλήτου | Σελ. 80 |
| β. Προθεσμία ανακοίνωσης δίκης σε πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ασκήσουν παρέμβαση | Σελ. 80 |
| γ. Προθεσμία οικειοθελούς χωρισμού κοινού δικογράφου επί δυνητικής ομοδικίας | Σελ. 80 |
| δ. Προθεσμία χωρισμού δικογράφου σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας ή συνάφειας | Σελ. 81 |
| ε. Προθεσμία προσεπίκλησης αναγκαστικώς ομοδίκων | Σελ. 82 |
| 4. Προθεσμίες για ενέργειες που γίνονται με την επιμέλεια των δικαστηρίων | Σελ. 83 |
| α. Προθεσμία κοινοποίησης των δικογράφων και κλήτευσης των διαδίκων σε περίπτωση προσφυγής | Σελ. 83 |
| β. Προθεσμία κοινοποίησης των δικογράφων και κλήτευσης των διαδίκων σε περίπτωση υπαλληλικής προσφυγής | Σελ. 83 |
| γ. Προθεσμία κοινοποίησης των δικογράφων και κλήτευσης των διαδίκων σε περίπτωση αναίρεσης | Σελ. 84 |
| δ. Προθεσμία κοινοποίησης των δικογράφων και κλήτευσης των διαδίκων σε περίπτωση αναίρεσης σε εκλογικές διαφορές | Σελ. 85 |
| 5. Προθεσμίες της προδικασίας | Σελ. 85 |
| α. Προθεσμία υποβολής αίτησης για συζήτηση υπόθεσης στο ακροατήριο μετά από απορριπτική απόφαση που έχει ληφθεί σε συμβούλιο | Σελ. 85 |
| β. Χρόνος υποβολής αίτησης επιτάχυνσης – προτίμησης | Σελ. 86 |
| γ. Προθεσμία προσκόμισης απόψεων διοίκησης | Σελ. 86 |
| 6. Προθεσμίες κατά τη συζήτηση - διεξαγωγή - διακοπή - κατάργηση δίκης | Σελ. 87 |
| α. Χρόνος υποβολής δήλωσης παράστασης | Σελ. 87 |
| β. Προθεσμία υποβολής υπομνήματος | Σελ. 87 |
| γ. Προθεσμία αντίκρουσης υπομνήματος | Σελ. 88 |
| δ. Προθεσμία για την υποβολή αίτησης επανάληψης δίκης | Σελ. 88 |
| ε. Προθεσμία παραίτησης από ένδικο βοήθημα ή μέσο | Σελ. 89 |
| στ. Προθεσμία επίδοσης μη οριστικής απόφασης με την οποία ορίζεται νέα δικάσιμος | Σελ. 90 |
| 7. Προθεσμίες της αποδεικτικής διαδικασίας | Σελ. 90 |
| α. Προθεσμία κατάθεσης αποδεικτικών εγγράφων | Σελ. 91 |
| β. Προθεσμία διεξαγωγής συντηρητικής απόδειξης | Σελ. 91 |
| γ. Προθεσμία για την υποβολή αίτησης επίδειξης εγγράφων | Σελ. 92 |
| δ. Προθεσμία υποβολής αιτήματος για εξέταση μάρτυρα και κλήτευσή του | Σελ. 93 |
| ε. Προθεσμία κλήσης διαδίκων σε μαρτυρική κατάθεση | Σελ. 93 |
| 8. Προθεσμίες κατά την εκδίκαση διαφορών προσωρινής προστασίας | Σελ. 94 |
| α. Προθεσμία προσκόμισης απόψεων Διοίκησης και αποδεικτικών στοιχείων επί αίτησης αναστολής | Σελ. 94 |
| β. Προθεσμία για προσκόμιση απόψεων επί αιτήματος χορήγησης προσωρινής διαταγής και αίτησης ανάκλησής της | Σελ. 95 |
| 9. Προθεσμίες κατά την εκδίκαση των εκλογικών διαφορών | Σελ. 96 |
| α. Προθεσμία επίδοσης εκλογικής ένστασης | Σελ. 96 |
| β. Προθεσμία πρόσθετων λόγων εκλογικής ένστασης | Σελ. 96 |
| γ. Προθεσμία υποβολής υπομνήματος και αντίκρουσης σε εκλογική ένσταση | Σελ. 97 |
| δ. Προθεσμία άσκησης παρέμβασης σε εκλογική ένσταση | Σελ. 97 |
| ε. Προθεσμία προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων σε εκλογική ένσταση | Σελ. 98 |
| 10. Προθεσμία καταβολής χρηματικών δαπανημάτων | Σελ. 99 |
| α. Προθεσμία καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου | Σελ. 99 |
| β. Προθεσμία υποβολής αίτησης απαλλαγής από παράβολο και τέλος δικαστικού ενσήμου | Σελ. 99 |
| γ. Προθεσμία καταβολής παραβόλου | Σελ. 100 |
| δ. Προθεσμία καταβολής παραβόλου στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές διαφορές και προσκόμισης ειδικού σημειώματος της αρμόδιας διοικητικής αρχής | Σελ. 100 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ | Ακυρωτικές διαφορές (ΠΔ 18/1989) | |
| Α. Προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων | Σελ. 103 |
| 1. Προθεσμία αίτησης ακύρωσης | Σελ. 103 |
| 2. Προθεσμία τριτανακοπής | Σελ. 105 |
| 3. Προθεσμία έφεσης | Σελ. 105 |
| 4. Προθεσμία αίτησης επανασυζήτησης | Σελ. 108 |
| 5. Προθεσμία αίτησης αναστολής | Σελ. 110 |
| Β. Προθεσμίες που αφορούν την πρόοδο της δίκης | Σελ. 113 |
| 1. Προθεσμίες παρέμβασης και προσθέτων λόγων | Σελ. 113 |
| α. Προθεσμία προσθέτων λόγων | Σελ. 113 |
| β. Προθεσμία παρέμβασης | Σελ. 114 |
| 2. Προθεσμίες για τις διαδικαστικές ενέργειες των διαδίκων | Σελ. 115 |
| α. Προθεσμία κατάθεσης υπομνημάτων | Σελ. 115 |
| β. Προθεσμία νομιμοποίησης | Σελ. 116 |
| γ. Προθεσμία παραίτησης | Σελ. 117 |
| δ. Προθεσμία υποβολής αίτησης συνέχισης της δίκης μετά από θάνατο διαδίκου | Σελ. 118 |
| ε. Προθεσμία προβολής ιδιαίτερου εννόμου συμφέροντος και υποβολής υπομνήματος για μη κατάργηση της δίκης | Σελ. 120 |
| στ. Προθεσμία κάλυψης τυπικών παραλείψεων του διαδίκου | Σελ. 121 |
| ζ. Προθεσμία για υποβολή αίτησης επιτάχυνσης – προτίμησης | Σελ. 122 |
| η. Προθεσμία κάλυψης τυπικών παραλείψεων | Σελ. 122 |
| θ. Προθεσμία υποβολής δήλωσης συζήτησης | Σελ. 123 |
| ι. Προθεσμία υποβολής αίτησης για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο μετά από απορριπτική απόφαση που έχει ληφθεί σε συμβούλιο | Σελ. 123 |
| ια. Προθεσμία υποβολής αίτησης για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο μετά από εισαγωγή παραδεκτώς ασκηθέντος και προδήλως βάσιμου ενδίκου μέσου σε συμβούλιο | Σελ. 124 |
| Ιβ. Προθεσμία χωρισμού δικογράφου | Σελ. 125 |
| ιγ. Προθεσμία για την εκ των υστέρων θεραπεία πλημμελειών της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης | Σελ. 126 |
| ιδ. Προθεσμία υποβολής υπομνήματος μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης | Σελ. 127 |
| ιε. Προθεσμία διαδίκου για την κοινοποίηση αίτησης αναστολής για την προσκόμιση φακέλου και απόψεων Διοίκησης | Σελ. 127 |
| 3. Προθεσμίες που ανάγονται στην επιμέλεια των δικαστηρίων | Σελ. 128 |
| α. Προθεσμία κοινοποίησης των δικογράφων και κλήτευσης των διαδίκων | Σελ. 128 |
| β. Προθεσμία δήλωσης εισηγητή δικαστή σχετικά με την ωριμότητα της υπόθεσης προς συζήτηση | Σελ. 128 |
| 4. Προθεσμίες κατά την αποδεικτική διαδικασία | Σελ. 129 |
| α. Προθεσμία προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων στην τακτική διαδικασία | Σελ. 129 |
| β. Προθεσμία προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων στην αίτηση αναστολής | Σελ. 129 |
| 5. Προθεσμίες καταβολής χρηματικών δαπανημάτων | Σελ. 130 |
| α. Προθεσμία καταβολής τελών εγγραφής στο πινάκιο των πρακτικών και της απόφασης | Σελ. 130 |
| β. Προθεσμία καταβολής τελών αναβολής | Σελ. 131 |
| γ. Προθεσμία καταβολής των τελών χαρτοσήμου της αίτησης αναστολής | Σελ. 131 |
| δ. Προθεσμία καταβολής παραβόλου | Σελ. 132 |
| ε. Προθεσμία καταβολής παραβόλου σε περίπτωση απόρριψης αίτησης απαλλαγής από τέλη και παράβολο | Σελ. 133 |
| Τελικές παρατηρήσεις | Σελ. 133 |
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι | Προθεσμίες του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999) | Σελ. 137 |
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IΙ | Προθεσμίες του ΠΔ 18/1989 | Σελ. 147 |
| Βιβλιογραφία - Αρθρογραφία | Σελ. 153 |
| Αλφαβητικό ευρετήριο | Σελ. 257 |
Σελ. 1
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Γενικές ρυθμίσεις περί των δικονομικών προθεσμιών
Στο Α΄ Κεφάλαιο αναλύονται οι γενικοί κανόνες που αφορούν τις προθεσμίες της διοικητικής δίκης, οι διακρίσεις τους με βάση τον σκοπό τους, ο τρόπος υπολογισμού τους, η έναρξή τους, η λήξη τους, οι λόγοι διακοπής τους, η αναστολή τους κ.λπ.. Η παράθεση των σχετικών ρυθμίσεων γίνεται συγκριτικά και παράλληλα, τόσο για τις διαφορές ουσίας, όσο και τις ακυρωτικές διαφορές, προκειμένου να καταδειχθούν οι ομοιότητες και οι αποκλίσεις των σχετικών με τις προθεσμίες ισχυουσών δικονομικών ρυθμίσεων.
Α. Διακρίσεις των προθεσμιών
Η κατηγοριοποίηση των προβλεπόμενων προθεσμιών, με βάση τη διάρκεια, τον σκοπό τους, τις έννομες συνέπειές τους κ.λπ., συμβάλλει στην κατανόηση της ratio του καθορισμού τους και της εν γένει λειτουργίας και του σκοπού τους στα πλαίσια της διοικητικής δίκης. Η θεωρία προβαίνει στην ακόλουθη κατηγοριοποίηση των δικονομικών προθεσμιών βάσει των κάτωθι τεσσάρων κριτηρίων.
1. Βάσει της διάρκειάς τους
Οι προθεσμίες, βάσει της διάρκειάς τους, διακρίνονται: α) σε κύριες ή διορίες όταν τάσσεται χρονικό διάστημα σε οποιοδήποτε σημείο του οποίου το υποκείμενο της διαδικασίας πρέπει να διενεργήσει τη διαδικαστική πράξη και β) σε τακτές ημέρες όταν η διαδικαστική πράξη μπορεί να επιχειρηθεί σε ακριβώς καθορισμένο χρονικό σημείο.
2. Βάσει της λειτουργίας και των εννόμων αποτελεσμάτων τους
Οι προθεσμίες, βάσει της λειτουργίας τους, διακρίνονται: α) σε αποκλειστικές (ανατρεπτικές), όταν προβλέπεται ότι μία διαδικαστική πράξη μπορεί να διενεργηθεί μόνον κατά τη διάρκεια διαδρομής της προθεσμίας, άλλως επέρχεται απώλεια του δικαιώματος διενέργειας της διαδικαστικής πράξης, β) σε αναβλητικές, όταν προβλέπεται ότι μία δια-
Σελ. 2
δικαστική πράξη μπορεί να διενεργηθεί μόνον κατά τη διάρκεια διαδρομής της προθεσμίας, άλλως αναβάλλεται η συζήτηση της υπόθεσης και ορίζεται νέα δικάσιμος, γ) σε προπαρασκευαστικές, όταν πρέπει να παρέλθουν συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή τη διεξαγωγή άλλης διαδικαστικής πράξης. Περαιτέρω, βάσει των εννόμων αποτελεσμάτων τους, οι προθεσμίες μπορεί να είναι α) ανατρεπτικές όταν η πάροδος της οριζόμενης προθεσμίας οδηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 5 ΚΔΔ, σε έκπτωση από το δικαίωμα τέλεσης των διαδικαστικών πράξεων τις οποίες αφορούν, β) αναβλητικές όταν η μη τήρηση της οριζόμενης προθεσμίας οδηγεί σε αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης ή την αναβολή της δίκης ή την αναβολή άλλης διαδικαστικής ενέργειας την οποία αφορούν.
3. Βάσει του αποδέκτη τους
Οι προθεσμίες, βάσει του αποδέκτη τους, μπορεί να είναι: α) γνήσιες, όταν η τήρησή τους, για τη διενέργεια ή την προετοιμασία διαδικαστικής πράξης, βαρύνει τους διαδίκους, β) μη γνήσιες ή καταχρηστικές, όταν οι προθεσμίες αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς είναι ανελαστικές, μη ούσες δεκτικές διακοπής, αναστολής ή παράτασης.
4. Βάσει της πρόβλεψής τους
Οι προθεσμίες, αναλόγως του αν προβλέπονται στον νόμο ή σε δικαστική απόφαση, διακρίνονται σε: α) νόμιμες, όταν καθορίζονται στον νόμο και β) σε δικαστικές, όταν καθορίζονται στη δικαστική απόφαση από τον δικαστή, ο οποίος έχει την ευχέρεια από τον νόμο να διαμορφώσει τη διάρκειά τους εντός συγκεκριμένων ορίων.
Β. Υπολογισμός των προθεσμιών
Ο ΚΔΔ, στα άρθρα 60 και 61, περιέχει αυτοτελείς ρυθμίσεις για μία σειρά γενικών ζητημάτων που αφορούν τις προθεσμίες, όπως την έναρξή τους, τη λήξη τους, τον υπολογισμό τους, τη διακοπή τους, την αναστολή τους, την παράτασή τους κ.λπ. Οι ρυθμίσεις αυτές εναρμονίζονται με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ΚΠολΔ, ενώ για όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται στον ΚΔΔ αναλογικώς εφαρμοστέες πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις του ΚΠολΔ.
Για τις ακυρωτικές διαφορές, όσον αφορά τις προθεσμίες, δεν υφίστανται αντίστοιχες γενικού χαρακτήρα ρυθμίσεις, αλλά στο άρθρο 40 του ΠΔ 18/1989 προβλέπεται ότι, για όσα διαδικαστικά ζητήματα δεν ρυθμίζει ειδικώς το εν λόγω ΠΔ, εφαρμόζονται αναλόγως
Σελ. 3
οι διατάξεις του ΚΠολΔ και του Οργανισμού των Δικαστηρίων. Από τη χρήση του όρου «ιδίως» συνάγεται ότι η παραπομπή στα παραπάνω νομοθετήματα για τα αναφερόμενα διαδικαστικά ζητήματα είναι ενδεικτική. Συνεπώς, η αναλογική εφαρμογή των παραπάνω νομοθετημάτων στις ακυρωτικές διαφορές πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά και το ζήτημα των προθεσμιών, εφόσον δεν υφίστανται ειδικές δικονομικές ρυθμίσεις στο ΠΔ 18/1989.
1. Έναρξη και λήξη των προθεσμιών
α. Εφαρμοστέο νομικό καθεστώς
Σύμφωνα με το άρθρο 280 ΚΔΔ, ως προς το νομικό καθεστώς της αφετηρίας των προθεσμιών για τις διαφορές ουσίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο που συντελέστηκε το γεγονός που τις κίνησε. Συνεπώς, σε περίπτωση μεταβολής του νομικού καθεστώτος, τηρητέες πρέπει να θεωρηθούν οι προθεσμίες που ίσχυαν κατά τον χρόνο του αφετηριακού της προθεσμίας γεγονότος π.χ. επίδοση πρωτόδικης απόφασης, επίδοση πράξης κ.λπ.
Αντίστοιχη διάταξη περιέχει και το άρθρο 77 παρ. 5 του ΠΔ 18/1989 κατά την οποία το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της έκδοσης της διοικητικής πράξης ή της δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης.
Κατ΄ εξαίρεση του παραπάνω κανόνα, σε περίπτωση αλλαγής του νομικού καθεστώτος, είναι δυνατόν να καθορίζεται με μεταβατικές διατάξεις η εφαρμογή του νέου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, ήτοι και για τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου.
Σελ. 4
β. Ο χρόνος της αφετηρίας και της λήξης
Η αφετηρία μίας οριζόμενης προθεσμίας αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 ΚΔΔ, την επομένη ημέρα από εκείνη που συντελέστηκε το πραγματικό γεγονός ή διενεργήθηκε η διαδικαστική πράξη και λήγει στις επτά (7) το βράδυ της τελευταίας ημέρας. Αντίστοιχη είναι και η ρύθμιση του άρθρου 70 παρ. 1 ΠΔ 18/1989, κατά την οποία, αν αναφέρεται ως αφετηρία προθεσμίας η κοινοποίηση, η επίδοση, η δημοσίευση ή η σιωπηρή απόρριψη, νοείται η επόμενη ημέρα της κοινοποίησης, επίδοσης, δημοσίευσης ή σιωπηρής απόρριψης. Οι παραπάνω ρυθμίσεις του ΚΔΔ και του ΠΔ 18/1989 είναι εναρμονισμένες με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως σε περίπτωση κενού.
Επισημαίνεται ότι η προθεσμία αρχίζει ακόμη και αν η επόμενη ημέρα του αφετηριακού γεγονότος είναι αργία. Όταν το γεγονός έναρξης μίας προθεσμίας είναι η επίδοση εγγράφου, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 61 παρ. 1 ΚΔΔ και του άρθρου 144 ΚΠολΔ, η προθεσμία τρέχει και εναντίον εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση.
Αντίθετα, αν η τελευταία ημέρα λήξης της προθεσμίας (γνήσια ή καταχρηστική) είναι αργία, η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας. Οι παραπάνω διατάξεις πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπληρώνονται από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 1157/1981 όπου αναφέρονται οι γενικές αργίες. Το Σάββατο δεν είναι αργία, αλλά εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες. Ακόμη, στο άρθρο 25 Ν 1941/1991 προβλέπεται ως αργία των δικαστηρίων η 3η Οκτωβρίου ως ημέρα της Δικαιοσύνης. Επίσης, προβλέπονται τοπικές αργίες, οι οποίες έχουν δικονομική σημασία για τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια που εδρεύουν στην περιφέρεια που εορτάζει. Όσον αφορά τις ημιαργίες, όπου οι δημόσιες υπηρεσίες και τα δικαστήρια κλείνουν πριν την παρέλευση του συνήθους ωραρίου, τίθεται ζήτημα σε σχέση με την κατάθεση
Σελ. 5
δικογράφων, χωρίς όμως να γίνεται δεκτό ότι η ημιαργία μεταθέτει τη λήξη της προθεσμίας.
γ. Αφετηριακά γεγονότα έναρξης της προθεσμίας προσβολής διοικητικών πράξεων
Η θεμελιώδης δικαιοκρατική εγγύηση της απαγόρευσης του αιφνιδιασμού του πολίτη συνίσταται στον κανόνα ότι ένας επιμελής ιδιώτης θα πρέπει να γνωρίζει, ενόψει των ειδικών συνθηκών της υπόθεσης, το βλαπτικό γι’ αυτόν γεγονός, από το οποίο προσμετράται η προθεσμία του ενδίκου βοηθήματος, έτσι ώστε να έχει την πραγματική δυνατότητα νομότυπης τήρησής της.
Τα αφετηριακά γεγονότα έναρξης της προθεσμίας άσκησης ενδίκου βοηθήματος κατά διοικητικών πράξεων είναι η δημοσίευση, όταν προβλέπεται ειδικώς, η κοινοποίηση ή η γνώση της αμφισβητούμενης πράξης, η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής και η συντέλεση της παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας. Σε περίπτωση ενεργητικής δυνητικής ομοδικίας η εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου κρίνεται για κάθε ομόδικο αυτοτελώς.
Ι. Για τις δημοσιευτέες διοικητικές πράξεις
Εάν η πράξη είναι κανονιστική δημοσιευτέα, η 60ήμερη προθεσμία προσβολής της αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσής της, κατ΄ άρθρο 5 του Ν 3469/2006, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ή όπου αλλού ορίζεται, οπότε οι προθεσμίες εκκινούν όταν ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις δημοσίευσης, ανεξάρτητα του πότε πληροφορήθηκε ο ενδιαφερόμενος την έκδοσή της. Σε περίπτωση διόρθωσης γραφικών ή λογιστικών σφαλμάτων, η πράξη θεωρείται δημοσιευμένη και συνεπώς ισχύουσα, εξαρχής, με την ορθή μορφή της και δεν εκκινεί νέα προθεσμία. Αντίθετα, σε περίπτωση τροποποίησης με τον τύπο αυτό, τα παραπάνω δεν ισχύουν, διότι, κατά κανόνα, οι κανονιστικές πράξεις ισχύουν από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ η πράξη που περιέχει διόρθωση ημαρτημένων για ουσιώδη σημεία της κανονιστικής
Σελ. 6
πράξης, χωρίς τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας δημοσίευσης, είναι άκυρη. Ειδικώς στην περίπτωση της επανάληψης κανόνων με κανονιστική πράξη, που έχει το χαρακτήρα της κωδικοποίησης, ξεκινά νέα προθεσμία προσβολής της κωδικοποίησης από τη δημοσίευσή της.
Προϋποθέσεις για την έναρξη της προθεσμίας αυτής είναι αφενός η σαφήνεια της διατύπωσης της πράξης, ώστε να είναι κατανοητό το περιεχόμενό της και αφετέρου η πληρότητα της δημοσίευσης, υπό την έννοια ότι δημοσιεύεται τόσο η πράξη όσο και τα στοιχεία που κατά τον νόμο πρέπει να τη συνοδεύουν, όπως π.χ. τα τοπογραφικά διαγράμματα. Συνεπώς, εφόσον στη δημοσίευση δεν περιλαμβάνονται ουσιώδη στοιχεία της δημοσιευτέας πράξης, η πράξη στο σύνολό της είναι ανυπόστατη και ακυρωτέα, δυνάμενη να προσβληθεί χωρίς χρονικό περιορισμό.
Εάν η πράξη είναι ατομική δημοσιευτέα, η προθεσμία προσβολής της αρχίζει να κινείται από την κοινοποίησή της στον άμεσα ενδιαφερόμενο ή από τη στιγμή που αυτός έλαβε πλήρη γνώση αυτής εάν δεν προηγείται κοινοποίησή της. Κατ΄ εξαίρεση, η προθεσμία κινείται και για τους άμεσα ενδιαφερόμενους από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης στις περιπτώσεις της μη εντετοπισμένης τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου. Ομοίως, έχει κριθεί και για την προθεσμία προσβολής της πράξης κύρωσης δασικών χαρτών, η οποία εκκινεί και για τους άμεσα ενδιαφερομένους από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σελ. 7
Αντίθετα, για τους τρίτους, η προθεσμία εκκινεί όταν ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις δημοσίευσης, ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της. Η τελευταία αυτή ρύθμιση, όσον αφορά τους τρίτους έχει κριθεί ότι δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε, στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου, της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, δεδομένου ότι ο τρίτος έχοντας εύλογο ενδιαφέρον για την εξελισσόμενη διοικητική διαδικασία (π.χ. διαδικασία διορισμού από την οποία αποκλείστηκε ή δεν κρίθηκε διορισθείς), θα όφειλε να την παρακολουθεί στενά.
Ως χρόνος δημοσίευσης των δημοσιευτέων πράξεων θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του ΚΔΔιαδ, η αναγραφόμενη ημέρα έκδοσης του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν είναι αμάχητο, όσον αφορά την προθεσμία άσκησης αίτησης ακύρωσης, και συνεπώς, εάν η αναγραφόμενη ημερομηνία δεν συμπίπτει με την ημέρα της πραγματικής κυκλοφορίας του ΦΕΚ, τότε λαμβάνεται υπόψη η ημέρα της πραγματικής κυκλοφορίας, η οποία πιστοποιείται με βεβαίωση από το Εθνικό Τυπογραφείο. Η επίκληση, όμως, της μεταγενέστερης αυτής ημερομηνίας θα πρέπει να γίνεται προαποδεικτικώς. Ωστόσο, σε περίπτωση διόρθωσης ουσιώδους στοιχείου του κειμένου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η προθεσμία εκκινεί από τον χρόνο που πραγματοποιείται η σχετική διόρθωση του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Η παραπάνω ρυθμίση πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπληρώνεται πλέον και από τη ρύθμιση του άρθρου 55 του Ν 4590/2019, με την οποία, κατά τροποποίηση του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν 3469/2006, ορίστηκε ότι «Έννομες συνέπειες επέρχονται από την καταχώριση των φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατή η καταχώριση στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου, για λόγους τεχνικούς ή ανωτέρας βίας, οι έννομες συνέπειες επέρχονται από τη δημοσίευση των φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως σε έντυπη μορφή».
Σελ. 8
ΙΙ. Για τις μη δημοσιευτέες διοικητικές πράξεις
Σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 ΚΔΔ, η προθεσμία του ενδίκου βοηθήματος αρχίζει για εκείνους τους οποίους αφορά από την κατά νόμο κοινοποίησή της σε αυτούς, με κάθε πρόσφορο τρόπο κατά την έννοια του άρθρου 19 ΚΔΔιαδ, ή σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 66 παρ. 1 περ. Α υποπερ. α του ΚΔΔ, προβλέπεται μεν ως αφετηρία της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, κατ’ αρχήν, η σύννομη κοινοποίηση της πράξης στον ενδιαφερόμενο, δεν αποκλείεται όμως η σχετική προθεσμία να αρχίζει από την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης πράξης σε περίπτωση που είτε δεν έγινε η προβλεπόμενη κοινοποίηση, είτε αυτή που έγινε δεν ήταν νόμιμη, ακόμη και αν πρόκειται για πράξη κοινοποιητέα σύμφωνα με τη σχετική ειδική νομοθεσία που την διέπει. Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, απαιτείται για την κίνηση της εν λόγω προθεσμίας αποδεδειγμένη και πλήρης γνώση της προσβαλλομένης πράξης, ως τέτοιας νοουμένης της γνώσης ολόκληρης της πράξης και των αιτιολογιών της, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί από τον ενδιαφερόμενο το νόμιμο ή μη της πράξης και συνεπώς η δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής προσφυγής. Θεωρείται, επίσης, ότι ο προσφεύγων έχει λάβει πλήρη γνώση του περιεχομένου της πράξης όχι μόνον όταν συνομολογεί την ύπαρξή της και το περιεχόμενό της, αλλά και όταν συνομολογεί ότι έγινε επίδοση της πράξης σ’ αυτόν σε συγκεκριμένο χρόνο χωρίς αμφισβήτηση του κύρους της επίδοσης .
Στις ακυρωτικές διαφορές, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 2 ΠΔ 18/1989, η πλήρης γνώση και η κοινοποίηση της πράξης αποτελούν ισοδύναμα γεγονότα, υπό την έννοια ότι η προθεσμία μπορεί να ξεκινά και σε χρόνο προγενέστερο της κοινοποίησης, εφόσον προκύπτει πλήρης γνώση της πράξης από τον ενδιαφερόμενο. Το ίδιο ισχύει και όταν η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης οπότε η προθεσμία αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος έλαβε πλήρη γνώση της πράξης. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης μπορεί να προκύπτει κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων κάθε υπόθεσης.
Σελ. 9
Η κοινοποίηση μπορεί να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 18 ΚΔΔιαδ, με οποιοδήποτε πρόσφορο τρόπο και πρέπει να αποδεικνύεται η περιέλευση του εγγράφου στον ενδιαφερόμενο από έγγραφο που έχει συνταχθεί από δημόσιο ή άλλο αρμόδιο όργανο, όπως η ταχυδρομική υπηρεσία. Στην τελευταία περίπτωση, η συντασσόμενη απλή απόδειξη παραλαβής (αποδεικτικό), για να είναι έγκυρη, ώστε να ξεκινήσει η προθεσμία, πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει ορισμένα ουσιώδη στοιχεία, όπως είναι ο αριθμός του επιδιδομένου εγγράφου, η ημερομηνία επίδοσης, καθώς και τα ονοματεπώνυμα και η υπογραφή του επιδίδοντος οργάνου και του παραλαμβάνοντος το έγγραφο.
Αντίθετα, για τους τρίτους, η προθεσμία προσβολής αρχίζει, εάν δεν προβλέπεται από τον νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησής της, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Τούτο δεν αναιρείται από το ενδεχόμενο οικειοθελούς δημοσίευσης της μη δημοσιευτέας πράξης, οπότε και σε αυτήν την περίπτωση, η προθεσμία προσβολής της πράξης που δημοσιεύτηκε, χωρίς να προβλέπεται η δημοσίευση ως συστατικός τύπος της, εκκινεί από την πλήρη γνώση της κατά τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, τα προεκτεθέντα ισχύουν όσον αφορά την πράξη με την οποία ολοκληρώνεται η εν λόγω ενέργεια, υπό την προϋπόθεση ότι στον ενδιαφερόμενο έχουν προηγουμένως κοινοποιηθεί ή έχει λάβει γνώση και άλλων τυχόν ενδιάμεσων πράξεων ή εγγράφων, στα οποία περιέχεται η αιτιολογία της.
Ειδικώς στην περίπτωση αναβίωσης μίας διοικητικής πράξης λόγω ακύρωσης άλλης πράξης, η οποία την είχε ανακαλέσει ή τροποποιήσει, η προθεσμία προσβολή της αρχίζει εκ νέου από τη δημοσίευση της απόφασης του δικαστηρίου που ακυρώνει ή τροποποιεί την ανακλητική πράξη.
Τέλος, εξαιρετική είναι η περίπτωση ρητών αποφάσεων που εκδίδονται μετά την παρέλευση της 15ήμερης προθεσμίας απόφανσης, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 5 του Ν 3886/2010 επί προδικαστικών προσφυγών, σχετικά με πράξεις του προσυμβατικού σταδίου σύναψης δημόσιας σύμβασης, οι οποίες δεν γίνεται δεκτό ότι προσβάλλονται αυτοτελώς, με εκκίνηση νέας προθεσμίας από την παραλαβή τους, αλλά θεωρούνται συμπροσβαλλόμενες
Σελ. 10
με την εμπρόθεσμη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που ασκήθηκε κατά της σιωπηρής απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής.
ΙΙΙ. Για τις ανυπόστατες διοικητικές πράξεις
Στις ανυπόστατες πράξεις, ατομικές ή κανονιστικές, όταν κρίνεται αναγκαία η παρέμβαση του ακυρωτικού δικαστή για λόγους ασφάλειας δικαίου, τότε παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν απαιτείται η τήρηση της 60ήμερης αποκλειστικής προθεσμίας άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, υπό την έννοια ότι, επί ανυπόστατης πράξης, δεν κινείται καθόλου η προθεσμία αυτή. Ο κανόνας ότι, επί ανυποστάτων πράξεων, δεν κινείται η προθεσμία για την άσκηση διαπλαστικών ενδίκων βοηθημάτων είναι εύλογος, δεδομένου ότι η ανυπόστατη πράξη δεν είναι ισχυρή και δεν καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται λόγος προστασίας των ανυπόστατων πράξεων με μία αποκλειστική προθεσμία προσβολής τους, δεδομένου ότι αυτές εξαρχής δεν παράγουν έννομες συνέπειες, η προσβολή τους είναι απρόθεσμη.
2. Τα τεκμήρια της «πλήρους γνώσης»
Στην περίπτωση της αίτησης ακύρωσης, η προθεσμία άσκησής της, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 του ΠΔ 18/1989, είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης πράξης ή της δημοσίευσής της, αν την τελευταία επιβάλλει ο νόμος ή διαφορετικά από τότε που ο αιτών έλαβε πλήρη γνώση της πράξης. Αντίστοιχες ρυθμίσεις προβλέπονται στο άρθρο 66 ΚΔΔ για το ένδικο βοήθημα της προσφυγής, όπου, επίσης, προβλέπεται προθεσμία εξήντα (60) ημερών για την άσκησή της.
Ωστόσο, η έννοια της «πλήρους γνώσης», ως αφετηριακού γεγονότος έναρξης των παραπάνω δικονομικών προθεσμιών, πρέπει να ερμηνεύεται in concreto, βάσει των πραγματικών περιστατικών που απορρέουν από τον φάκελο κάθε υπόθεσης. Η ανάρτηση στο διαδίκτυο που καθιερώνει ο N 3861/2010 δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο στοιχειοθέτησης του τεκμηρίου πλήρους γνώσης εκ μέρους του διοικουμένου - ενδιαφερομένου.
Σελ. 11
Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει διαπλάσει τεκμήρια πλήρους γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα, όπως η άσκηση διοικητικής προσφυγής κατά της ίδιας πράξης ή άλλες ενέργειες προς τις διοικητικές αρχές ή το εύλογο εν γένει ενδιαφέρον του αιτούντος για την έκβαση της υπόθεσής του, σε συνδυασμό, συνήθως, με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοσή της.
Στόχος των εν λόγω τεκμηρίων φαίνεται να είναι η κινητοποίηση των ενδιαφερομένων να επιδεικνύουν επιμέλεια και να προσβάλλουν, κατά το δυνατόν, σε σύντομα χρονικά διαστήματα τις διοικητικές πράξεις, ώστε να ενισχύεται η ασφάλεια δικαίου και να μην ανατρέπονται τετελεσμένες καταστάσεις. Εάν, όμως, τα εν λόγω τεκμήρια εφαρμόζονται με άκαμπτο τρόπο ή χωρίς να συνάγονται με ασφάλεια από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης, τότε ενδέχεται να στερηθεί ο αιτών την εκδίκαση της υπόθεσής του στην ουσία της, ενώ, πράγματι, είχε λάβει γνώση της πράξης σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο. Στην υπόθεση «Καμβύσης κατά Ελλάδας», το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, εφόσον δεν προκύπτει με ασφάλεια το εάν ο αιτών πράγματι έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης πράξης, τότε δεν αρκεί η εικασία ότι συνάγεται τεκμήριο γνώσης λόγω του ευλόγου ενδιαφέροντός του για την πορεία της υπόθεσης. Ενδεικτικά παραδείγματα από τα οποία συνάγεται το τεκμήριο γνώσης είναι η άσκηση διοικητικής προσφυγής κατά της ίδιας πράξης, η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης κατόπιν ένστασης του αιτούντος για την απόφανση επί της οποίας ορίζεται κατά νόμο συγκεκριμένη προθεσμία, η κοινοποίηση πράξης που εκδόθηκε σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης κ.λπ. Τα παραπάνω αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συναγωγή του τεκμηρίου πλήρους γνώσης.
Σελ. 12
Αντίθετα, μόνη η πληροφόρηση του αιτούντος ότι πρόκειται αόριστα να εκδοθεί δυσμενής γι’ αυτόν πράξη δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο για την πλήρη γνώση του αιτούντος μέσα σε 2 περίπου μήνες από την έκδοση της πράξης, όσο ήταν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την επομένη της ημέρας έκδοσης έως το αργότερο χρονικό σημείο που τοποθέτησε το ΣτΕ την πλήρη γνώση, δηλαδή την 61η ημέρα πριν την άσκηση της αίτησης ακύρωσης. Συνεπώς, μετά την παραπάνω νομολογία του ΕΔΔΑ, το ΣτΕ, για την αποφυγή της άκαμπτης εφαρμογής του τεκμηρίου πλήρους γνώσης, διαμόρφωσε το τεκμήριο της εμπρόθεσμης άσκησης του ενδίκου βοηθήματος στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η πλήρης γνώση δεν στοιχειοθετείται με ασφάλεια.
Ωστόσο, ο εύλογος χρόνος δεν είναι απεριόριστης διάρκειας στις περιπτώσεις όπου ο ενδιαφερόμενος θα όφειλε να επιδείξει τη στοιχειώδη επιμέλεια, προκειμένου να πληροφορηθεί την πράξη που πρόκειται να εκδοθεί και τον αφορά. Τούτο μπορεί να υποστηριχθεί ότι ισχύει ιδίως όταν η πράξη αυτή εκδίδεται μετά από άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά τη συζήτηση της οποίας είχε παρασταθεί ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος, μάλιστα, είχε υποστηρίξει και προφορικώς τις απόψεις του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, με τη ΣτΕ (7μ) 1013/2015, κρίθηκε ότι ο εύλογος χρόνος δεν μπορεί να ξεπερνά το ένα (1) έτος και συνεπώς η αδράνεια του ενδιαφερομένου να πληροφορηθεί την πράξη που τον αφορούσε σε διάστημα ενός έτους κρίθηκε αδικαιολόγητη και κατά συνέπεια το ένδικο βοήθημα απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμο.
3. Τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών
Στο ΚΔΔ, όπως και στον ΚΠολΔ, ο οποίος εφαρμόζεται αναλόγως στις ακυρωτικές διαφορές δυνάμει του άρθρου 40 ΠΔ 18/1989, εφαρμόζεται ο πολιτικός τρόπος υπολογισμού του χρόνου κατά ημέρες, δηλαδή από μεσονυκτίου σε μεσονύκτιο. Έτσι, η ημέρα που συνέβη το γεγονός της δημοσίευσης ή κοινοποίησης ή γνώσης, δεν συνυπολογίζεται, αλλά η προθεσμία αρχίζει στις 00.00 ώρα της επόμενης ημέρας.
Τόσο στον ΚΔΔ όσο και στο ΠΔ 18/1989 υιοθετείται ο συναπτός υπολογισμός του χρόνου, ήτοι οι ενδιάμεσες ημέρες αργίας δεν αφαιρούνται από τον διανυθέντα χρόνο. Ενδεικτική του υιοθετούμενου συστήματος υπολογισμού των προθεσμιών είναι η διατύπωση πολλών δικονομικών διατάξεων για προθεσμία «πλήρων ημερών». Αντίθετος του συναπτού υπολογισμού είναι ο ωφέλιμος υπολογισμός του χρόνου, δηλαδή προθεσμία με βάση τις εργάσιμες ημέρες.
Σελ. 13
Κατ΄ εξαίρεση, αν και δεν υφίστανται στις οικείες δικονομικές διατάξεις προθεσμίες σε ώρες, εντούτοις, τέτοια προθεσμία μπορεί να ταχθεί από το δικαστήριο, οπότε, στην περίπτωση αυτή, υιοθετείται, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 145 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο ωφέλιμος τρόπος υπολογισμού του χρόνου. Έτσι, ενδιάμεσες αργίες δεν συνυπολογίζονται, δεδομένου ότι, υπό διαφορετική εκδοχή, η ταχθείσα προθεσμία σε ώρες θα εξανεμιζόταν. Ο ωφέλιμος τρόπος υπολογισμού υιοθετείται και όπου αλλού ορίζεται στις δικονομικές διατάξεις ότι η προθεσμία υπολογίζεται μόνο με βάση τις εργάσιμες ημέρες.
α. Προθεσμίες σε έτη
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 60 παρ. 2 ΚΔΔ, εάν η προθεσμία προσδιορίζεται σε έτη, λήγει όταν περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους. Αντίστοιχη ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 145 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως στις ακυρωτικές διαφορές.
β. Προθεσμίες σε μήνες
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 60 παρ. 3 ΚΔΔ, εάν η προθεσμία προσδιορίζεται σε μήνες, λήγει όταν περάσει η ημέρα του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα έναρξης, ενώ εάν δεν υπάρχει αντίστοιχη αριθμητικά ημέρα, ως τέτοια θεωρείται η τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα. Αντίστοιχη ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 145 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως στις ακυρωτικές διαφορές.
γ. Προθεσμίες σε εβδομάδες
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 60 παρ. 3 ΚΔΔ, εάν η προθεσμία προσδιορίζεται σε εβδομάδες λήγει όταν περάσει η αντίστοιχη ομώνυμη ημέρα της τελευταίας εβδομάδας. Για τον υπολογισμό προθεσμίας σε εβδομάδες κρίσιμη είναι κατά τα ανωτέρω η ημέρα και όχι η ημερομηνία έναρξής της. Ως πρώτη ημέρα της εβδομάδας λογίζεται η Κυριακή. Στον ΚΔΔ ή το ΠΔ 18/1989 δεν ορίζεται προθεσμία σε εβδομάδες, αλλά μπορεί να ορίζει τέτοια προθεσμία ο νόμος ή η δικαστική απόφαση.
δ. Προθεσμίες μισού έτους και μισού μήνα
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 60 παρ. 5 ΚΔΔ, εάν η προθεσμία ρυθμίζεται ως μισού έτους ισχύει ως προθεσμία έξι (6) μηνών, ενώ αν ρυθμίζεται ως προθεσμία μισού μήνα ισχύει ως προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Αντίστοιχη ρύθμιση προβλέπεται
Σελ. 14
στο άρθρο 145 παρ. 3 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως στις ακυρωτικές διαφορές.
ε. Προθεσμίες σε μήνες και ημέρες
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 60 παρ. 6 ΚΔΔ, εάν η προθεσμία που έχει προσδιοριστεί αποτελείται από μήνες και ημέρες, υπολογίζονται πρώτα οι μήνες και κατόπιν προστίθενται οι ημέρες. Αντίστοιχη ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 145 παρ. 5 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως στις ακυρωτικές διαφορές.
στ. Προθεσμίες σε ημέρες
Για τον υπολογισμό προθεσμίας σε ημέρες δεν προβλέπεται ακριβής κανόνας σε κανέναν κώδικα (ΚΔΔ, ΚΠολΔ, ΑΚ). Ωστόσο, τεκμαίρεται ότι η ημέρα αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από μεσονύχτιο σε μεσονύχτιο. Η εξηκονθήμερη προθεσμία δεν είναι ταυτόσημη με τη δίμηνη αφού οι μήνες έχουν διαφορετική διάρκεια.
4. Διακοπή των προθεσμιών
Επί διακοπής της προθεσμίας ο χρόνος που πέρασε μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υπολογίζεται και ο υπολογισμός της προθεσμίας ξεκινάει από την αρχή.
α. Διακοπή δίκης
Σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 3 του ΚΠολΔ η διακοπή της δίκης που επέρχεται κατά τη διάρκεια κάποιας προθεσμίας είτε λόγω θανάτου (οπότε η διακοπή επέρχεται αυτοδικαίως) είτε για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 286 ΚΠολΔ (οπότε για την επέλευση της διακοπής απαιτείται η γνωστοποίηση του άρθρου 287 ΚΠολΔ) διακόπτει την προθεσμία και η προθεσμία αρχίζει με την επανάληψη της δίκης. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση διακοπής είναι η πρόβλεψη του άρθρου 146 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι αν κάποιος διάδικος πεθάνει, ενώ διαρκεί η προθεσμία, αυτή διακόπτεται.
Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνει και η παρ. 3 του άρθρου 61 ΚΔΔ κατά την οποία η διακοπή της δίκης συνεπάγεται και διακοπή των προθεσμιών που δεν έχουν εκπνεύσει, οι
Σελ. 15
οποίες αρχίζουν εκ νέου από την επανάληψη της δίκης. Χαρακτηριστική περίπτωση διακοπής δίκης προβλέπεται στο άρθρο 140 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΔΔ στο οποίο προβλέπεται ότι η δίκη διακόπτεται αν κατά τη διάρκειά της και πριν από την τελευταία συζήτηση αποβιώσει διάδικος ή νόμιμος αντιπρόσωπός του ή επέλθει στο πρόσωπό τους μεταβολή που να επηρεάζει την ικανότητά τους προς διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Η προθεσμία αρχίζει εκ νέου αυτομάτως από την επανάληψη της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 141 ΚΔΔ, εκτός αν εκκρεμεί η αποδοχή της κληρονομίας, οπότε η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την αποδοχή της.
β. Άσκηση διοικητικών προσφυγών (πλην της ενδικοφανούς προσφυγής)
Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής και αίτησης ακύρωσης διακόπτεται για μία φορά, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 67 παρ. 1 και 2 ΚΔΔ και 46 παρ. 2 ΠΔ 18/1989 αντίστοιχα, εφόσον ασκηθεί εντός της προθεσμίας του ενδίκου βοηθήματος οποιαδήποτε διοικητική προσφυγή (απλές προσφυγές κατ΄ άρθρο 24 ΚΔΔιαδ και ειδική προσφυγή κατ΄ άρθρο 25 ΚΔΔιαδ) πλην της ενδικοφανούς προσφυγής κατά ατομικής διοικητικής πράξης. Η προθεσμία, η οποία διακόπηκε, κινείται εξαρχής από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για απάντηση, αλλιώς από την πάροδο άπρακτων τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης ή από την τυχόν κοινοποίηση, πριν περάσουν οι προηγούμενες προθεσμίες, της απάντησης
Σελ. 16
για την απλή ή την ειδική διοικητική προσφυγή, εκτός εάν εκδοθεί και κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο απορριπτική απόφαση επί της προσφυγής ή εάν ο ενδιαφερόμενος λάβει γνώση της απορριπτικής απόφασης πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας, η προσφυγή τεκμαίρεται απορριφθείσα σιωπηρώς και αρχίζει η 60νθήμερη προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος τόσο κατά της αρχικής πράξης όσο και κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της προσφυγής. Σε περίπτωση δε σιωπής του οργάνου ή κοινοποίησης στον ενδιαφερόμενο ή γνώσης εκ μέρους του της απορριπτικής της προσφυγής του απόφασης σε χρόνο μεταγενέστερο της ανατρεπτικής προθεσμίας απόφανσης, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά της σιωπηρής απόρριψης της προσφυγής και κατά της αρχικής πράξης αρχίζει από την επομένη της συμπλήρωσης της πιο πάνω ανατρεπτικής προθεσμίας. Έχει κριθεί ότι ο κατά τον τρόπο αυτόν υπολογισμός της προθεσμίας άσκησης της αίτησης ακύρωσης και ειδικότερα, η έναρξη της προθεσμίας αυτής όχι από την τυχόν μεταγενέστερη της ανατρεπτικής προθεσμίας απόφανσης κοινοποίηση στον προσφεύγοντα της απορριπτικής επί της προσφυγής του απόφασης δεν παραβιάζει τα άρθρα 10 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, διότι αποβλέπει στην ύπαρξη σταθερών και ευχερώς προσδιοριζομένων χρονικών σημείων υπολογισμού της προθεσμίας, μη συναρτωμένων με αβέβαια περιστατικά και τούτο για τη διευκόλυνση της παροχής εννόμου προστασίας, αλλά και για λόγους ασφαλείας του δικαίου.
Σε όσες περιπτώσεις η σχετική διοικητική προσφυγή, εκτός της ενδικοφανούς προσφυγής, προβλέπεται και ρυθμίζεται ειδικώς από τον νόμο, μόνον η άσκηση αυτής ενώπιον του αρμοδίου οργάνου διακόπτει την προθεσμία για άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, τυχόν δε άσκηση αντ’ αυτής απλής αίτησης θεραπείας, ενώπιον του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, δεν διακόπτει την σχετική προθεσμία. Ειδικώς, όταν η ειδική προσφυγή δεν κατατίθεται απευθείας στο αρμόδιο όργανο και δεν προκύπτει ασφαλής γνώση του προσφεύγοντος ως προς το χρόνο περιέλευσής της στο αρμόδιο όργανο, η προθεσμία προσβολής της απορριπτικής απόφασης και της αρχικής απόφασης για την οποία είχε διακοπεί η προθεσμία αρχίζει από την κοινοποίηση ή την κατά οποιοδήποτε τρόπο γνώση της απόρριψης της προσφυγής. Στην τελευταία περίπτωση, η πάροδος
Σελ. 17
ευλόγου χρόνου από την κατάθεση της προσφυγής, σε συνδυασμό με το εύλογο ενδιαφέρον του προσφεύγοντος, μπορεί να δημιουργήσει τεκμήριο γνώσης και πριν από την κοινοποίηση ή την κατ’ άλλο τρόπο γνώση της ρητής ή σιωπηρής απόρριψης, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι συντελέσθηκε στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα η απόρριψη, ρητή ή σιωπηρή, λόγω παρόδου εξηκονθημέρου από την περιέλευση της προσφυγής στο αρμόδιο διοικητικό όργανο.
Εξάλλου στην περίπτωση που η διοικητική προσφυγή είναι δυνατό να ασκηθεί, λόγω της φύσης της υπόθεσης, από πλείονες ενδιαφερόμενους, η άσκηση από μερικούς εξ αυτών διοικητικής προσφυγής, δεν διακόπτει και για τους μη ασκήσαντες διοικητική προσφυγή την προθεσμία άσκησης ενδίκου βοηθήματος. Αντιστοίχως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο μη ασκήσας διοικητική προσφυγή στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος να ασκήσει ένδικο βοήθημα κατά της απόφασης που εξεδόθη κατόπιν διοικητικής προσφυγής τρίτου. Κατ΄ εξαίρεση, δεν επέρχεται διακοπή της προθεσμίας εκ της υποβολής αίτησης θεραπείας ή ιεραρχικής προσφυγής σε περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη είναι ανέκκλητη, μη επιδεχόμενη ανάκλησης, καθώς και όταν οι ανωτέρω (άτυπες) προσφυγές ασκήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου βοηθήματος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η τυχόν εκδοθείσα πράξη απόρριψής τους είναι προσβλητή εντός νέας προθεσμίας μόνον εάν η Διοίκηση προχώρησε σε εκ νέου ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.
Επίσης, δεν επέρχεται διακοπή της προθεσμίας του ενδίκου βοηθήματος, υπό την ανωτέρω έννοια, για εκείνον που άσκησε την ενδικοφανή προσφυγή, εκ της υποβολής απ΄ αυτόν αίτησης θεραπείας ή ιεραρχικής προσφυγής κατά της πράξης με την οποία απορρίφθηκε η ενδικοφανής προσφυγή. Από μερίδα της νομολογίας του ΣτΕ έχει κριθεί ότι αν η αίτηση θεραπείας ασκείται από τρίτο πρόσωπο που δεν είχε συμμετάσχει στην έκδοση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής, οπότε η απόφαση αυτή είναι η «πρώτη» που εκδίδεται από τη Διοίκηση για τον συγκεκριμένο «τρίτο», τότε, όχι μόνον είναι επιτρεπτή η αίτηση θεραπείας, αλλά επιφέρει και τη διακοπή της προθεσμίας άσκησης
Σελ. 18
ενδίκου βοηθήματος που μπορεί να ασκηθεί από τον τρίτο. Ομοίως, αν ασκηθεί άλλη διοικητική προσφυγή και όχι η προβλεπόμενη ενδικοφανής, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί η κατά τα ανωτέρω προσήκουσα ενημέρωση, τότε η άσκηση της άλλης διοικητικής προσφυγής δεν επιφέρει διακοπή της προθεσμίας του ενδίκου βοηθήματος.
Ειδικώς, όσον αφορά την περίπτωση της αναρμοδίως υποβληθείσας διοικητικής προσφυγής, η παλαιότερη νομολογία του ΣτΕ είχε αποφανθεί ότι η υποβολή της δεν διέκοπτε την προθεσμία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος. Ωστόσο, με τη ΣτΕ 2378/2010 κρίθηκε ότι, δυνάμει της σχετικής ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 3 του ΚΔΔ, κατά την οποία, επί κατάθεσης προσφυγής σε αναρμόδια διοικητική Αρχή, η προσφυγή διαβιβάζεται εντός 5ημέρου στο αρμόδιο όργανο, η σχετική προθεσμία απάντησης αρχίζει από την περιέλευση της προσφυγής στην αρμόδια αρχή. Έτσι, η διακοπή της προθεσμίας φαίνεται δυνατή και επί αναρμοδίως υποβληθείσας διοικητικής προσφυγής. Όμως, πρέπει να επισημανθεί ότι η τελευταία αυτή εκδοχή εγείρει επιφυλάξεις, καθόσον θα μπορούσε να καταστρατηγηθεί η προθεσμία άσκησης ενός ενδίκου βοηθήματος, εφόσον προηγηθεί η σκόπιμη εκ μέρους του διοικουμένου υποβολή της διοικητικής προσφυγή σε αναρμόδιο διοικητικό όργανο.
Ζήτημα τίθεται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας σε περίπτωση που η προσφυγή δεν κατατίθεται στο όργανο που είναι αρμόδιο να την εξετάσει, αλλά στο όργανο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη. Το ζήτημα αυτό τέθηκε κυρίως με την προσφυγή νομιμότητας του άρθρου 8 του Ν 3200/1955, η οποία σήμερα ασκείται κατ’ αποφάσεων του συντονιστή αποκεντρωμένης διοίκησης ενώπιον του αρμόδιου υπουργού. Ειδικότερα κρίθηκε ότι, όταν η προσφυγή υποβάλλεται απευθείας στο υπουργείο, η προθεσμία άσκησης της αίτησης ακύρωσης κατά της τυχόν απορριπτικής (ρητής ή σιωπηρής) υπουργικής απόφασης και της απόφασης του συντονιστή αρχίζει το βραδύτερο την επομένη της συμπλήρωσης της εξηκονθήμερης ανατρεπτικής προθεσμίας, εντός της οποίας εξαντλείται η κατά χρόνον αρμοδιότητα του υπουργού. Όταν όμως η προσφυγή κατατίθεται στην αποκεντρωμένη διοίκηση και δεν προκύπτει ασφαλής γνώση του προσφεύγοντος, ως προς το χρόνο περιέλευσης της προσφυγής στο υπουργείο, η προθεσμία
Σελ. 19
προσβολής της υπουργικής απορριπτικής απόφασης και της απόφασης του συντονιστή αρχίζει από την κοινοποίησή της ή την κατά οιοδήποτε τρόπο γνώση της απόρριψης της προσφυγής. Αλλά στην τελευταία περίπτωση η πάροδος ευλόγου χρόνου από την κατάθεση της προσφυγής στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση της οποίας η ημερομηνία είναι φυσικά γνωστή στον προσφεύγοντα, σε συνδυασμό με το εύλογο ενδιαφέρον του, δύναται να δημιουργήσει τεκμήριο γνώσης και πριν από την κοινοποίηση ή την κατ’ άλλο τρόπο γνώση της ρητής ή σιωπηρής απόρριψης, υπό την αυτονόητη βεβαίως προϋπόθεση ότι συντελέσθηκε στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα η απόρριψη λόγω παρόδου 60νθημέρου από την περιέλευση της προσφυγής στον αρμόδιο υπουργό.
γ. Άσκηση «εποπτικών» διοικητικών προσφυγών κατά πράξεων των ΟΤΑ
Με τις διατάξεις των άρθρων 226 επ. του Ν 3852/2010, των άρθρων 151, 152 του Ν 3463/2006 (πρώην Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) και του άρθρου 69 του ΠΔ 30/1996 (πρώην Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης), θεσπίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον εκ μέρους του συντονιστή αποκεντρωμένης διοίκησης αρχικά και της ειδικής επιτροπής του άρθρου 152 του Ν 3463/2006 (αν πρόκειται για πράξεις δημοτικών αρχών) ή της επιτροπής του άρθρου 69 ΠΔ 30/1996 (αν πρόκειται για πράξεις περιφερειακών αρχών) στη συνέχεια, έλεγχο των αποφάσεων των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων ή των περιφερειών από άποψη νομιμότητας και μόνον, κατόπιν άσκησης προσφυγής από τον διοικούμενο.
Η εμπρόθεσμη άσκηση των εν λόγω «εποπτικών» διοικητικών προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν ενδικοφανή χαρακτήρα, κατά της απόφασης δημοτικού οργάνου ή περιφερειακού οργάνου ενώπιον του συντονιστή της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης και, στη συνέχεια, κατά της επ’ αυτής απόφασης του τελευταίου ενώπιον της ειδικής επιτροπής του άρθρου 152 του Ν 3463/2006 ή του άρθρου 69 του ΠΔ 30/1996 διακόπτει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989, την προθεσμία άσκησης ενδίκου βοηθήματος.
Η προθεσμία αυτή, επί προσφυγής ασκουμένης με κατάθεση στις ως άνω ειδικές επιτροπές εποπτείας, αρχίζει εκ νέου μετά την πάροδο της τασσόμενης από τις οικείες διατάξεις προθεσμίας απόφανσης των επιτροπών, εκτός εάν εκδοθεί και κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο απορριπτική απόφαση της ειδικής επιτροπής επί της προσφυγής ή εάν ο ενδιαφερόμενος λάβει γνώση της απορριπτικής απόφασης πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής.
Σελ. 20
Σε περίπτωση σιωπής της ειδικής επιτροπής ή κοινοποίησης στον ενδιαφερόμενο ή γνώσης εκ μέρους του της απόφασής της απορριπτικής της προσφυγής, σε χρόνο μεταγενέστερο της προθεσμίας, εντός της οποίας εξαντλείται η κατά χρόνον αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής να αποφανθεί επί της προσφυγής, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά της σιωπηρής απόρριψης της προσφυγής, ή της, απορριπτικής αυτής, απόφασης της ειδικής επιτροπής, καθώς και κατά της απόφασης του συντονιστή αποκεντρωμένης διοίκησης και της απόφασης δημοτικού ή περιφερειακού οργάνου, αρχίζει από την επομένη της συμπλήρωσης της σχετικής προθεσμίας απόφανσης.
Σημειώνεται ότι διακοπή των προθεσμιών άσκησης ενδίκων βοηθημάτων επέρχεται μόνο για όσους συμμετείχαν στην προεκτεθείσα διαδικασία ελέγχου, ασκώντας διαδοχικώς τις ανωτέρω «εποπτικές» προσφυγές. Αντιθέτως, για τρίτα πρόσωπα που δεν άσκησαν «εποπτική» προσφυγή, δεν επέρχεται διακοπή της προθεσμίας του ενδίκου βοηθήματος ούτε υφίσταται έννομο συμφέρον προσβολής κάποιας εκ των πράξεων που θα εκδοθούν επί των «εποπτικών» προσφυγών.
Εξ άλλου, η προθεσμία που τάσσεται για να εξετασθεί η διοικητική προσφυγή από τις ειδικές επιτροπές εποπτείας είναι αποκλειστική, αρχίζει δε από τη λήψη της πράξης και των στοιχείων που προβλέπονται από τον νόμο για την έκδοσή της και είναι κρίσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης.
Εκ των ανωτέρω παρατηρούμε ότι, ειδικώς στις προσφυγές εποπτείας των ΟΤΑ, η προθεσμία του ενδίκου βοηθήματος διακόπτεται δύο φορές και όχι, άπαξ, όπως συμβαίνει στις λοιπές περιπτώσεις και προβλέπουν ρητώς οι οικείες δικονομικές διατάξεις.
δ. Άσκηση της αίτησης αναστολής του άρθρου 372 του Ν 4412/2016
Ειδική περίπτωση διακοπής της προθεσμίας για την άσκηση αίτησης ακύρωσης προβλέπεται στο άρθρο 372 παρ. 4 του Ν 4412/2016, για την προσβολή των αποφάσεων της ΑΕΠΠ που εκδίδονται μετά από άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά πράξεων αναθετουσών αρχών που εκδίδονται κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης δημόσιας σύμβασης, στο οποίο ορίζεται ότι «Με την κατάθεση της αιτήσεως αναστολής η προθεσμία άσκησης της αίτησης ακύρωσης διακόπτεται και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης».