ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ

Γλωσσάριο ορισμών και εννοιών

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 10.5€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 25,50 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18888
Βασιλοπούλου Ι., Βολάκη E., Κολοβέντζου Ε., Μιχαλακέα Α., Χατζηδάκης Μ.
Βασιλειάδης Δ., Δούση Ε.
Καρατσώλης Κ.
Τσακαλογιάννη Ι.
  • Έκδοση: 2023
  • Σχήμα: 14x21
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 208
  • ISBN: 978-618-08-0213-9

Βλέποντας τις επιπτώσεις των έντονων καιρικών φαινομένων, οι αναφορές σε νέες έννοιες και φράσεις όπως «κλιματική ουδετερότητα», «βιώσιμη κινητικότητα», «πράσινη μετάβαση» είναι όλο και συχνότερες στην καθημερινότητα του σύγχρονου πολίτη. Στα τέλη του 2019, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία με σκοπό την φιλοπεριβαλλοντική στροφή όλων των τομέων της οικονομίας (ενέργεια, κινητικότητα, βιομηχανία, γεωργία, κατασκευές, προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας), ενώ ο Ευρωπαϊκός «Νόμος για το Κλίμα» του 2021 έθεσε τον δεσμευτικό στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο επιστημονικός κόσμος, πέραν της έρευνας και καταγραφής, καλείται να υποβοηθήσει την προσπάθεια ενημέρωσης και αφύπνισης του Ευρωπαίου πολίτη, κωδικοποιώντας και επεξηγώντας έννοιες και όρους που δεν είναι εύκολα κατανοητοί. Στόχος λοιπόν του παρόντος έργου είναι η ανάδειξη και αποσαφήνιση των κυριότερων νέων αυτών ορισμών με καθαρή και συνεκτική ματιά, προς την ολιστική και ευκολότερη κατανόηση της αλλαγής που ήδη έχει αρχίσει να συντελείται – μια αλλαγή ουσιώδης και πολυδιάστατη σε ευρωπαϊκό, εθνικό αλλά και ατομικό επίπεδο, με επίκεντρο την έννοια της «Βιωσιμότητας».

Το έργο επιδιώκει να προσφέρει το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο για την έννοια της Βιωσιμότητας, απευθυνόμενο ταυτόχρονα όχι μόνο σε ειδικούς και νομικούς, αλλά σε κάθε πολίτη, με στόχο να εξοπλίσει τον αναγνώστη με την απαραίτητη γνώση της ορολογίας που θα διαμορφώσει νέες αξίες για τον άνθρωπο και την καθημερινή ζωή του τις επόμενες δεκαετίες.

Προλογος δ. βασιλειαδη VII

Προλογος ε. δουση XI

Προλογος επιμελητΗ εκδοσησ XIII

Α

Αέρια του θερμοκηπίου (ΑτΘ – Greenhouse Gases - GHGs) 1

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) 3

Aνθρακική ουδετερότητα (carbon neutrality) 4

Ανθρακικό αποτύπωμα (carbon footprint) 5

Απανθρακοποίηση (decarbonization) 7

Αποανάπτυξη ή απομεγέθυνση (degrowth) 7

Απολιγνιτοποίηση 10

Ατζέντα 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη 11

Αρχές βιώσιμης προστασίας ρεμάτων 11

α) Η αρχή της διατήρησης της φυσικής κατάστασης
των ρεμάτων 12

β) Η αρχή της αναγνώρισης των ρεμάτων ως φυσικών οικοσυστημάτων 13

γ) Η αρχή της προστασίας της ανεμπόδιστης φυσικής
λειτουργίας των ρεμάτων στην περίπτωση εκτέλεσης
έργων διευθέτησης 14

δ) Η αρχή της μη μεταβολής του προορισμού
των ρεμάτων 14

ε) H αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης στο πεδίο οριοθέτησης
των ρεμάτων 15

στ) Η αρχή της μη αποσπασματικής οριοθέτησης
των ρεμάτων μέσα από τη νομολογία του ΣτΕ 16

ζ) Η Αρχή της προφύλαξης κατά το Ενωσιακό Δίκαιο
στο πεδίο οριοθέτησης των ρεμάτων κατά
το Δίκαιο Περιβάλλοντος 16

η) Αρχή αναγκαιότητας εναλλακτικών λύσεων κατά τη Σ.Π.Ε. (Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση) στην περίπτωση οριοθέτησης ρέματος με έργα διευθέτησης) 17

Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» 18

Αρχής της δέουσας επιμέλειας (due diligence) 21

Αρχή της διαγενεακής ισότητας (Intergenerational equity) 22

Αρχή της ενδογενεακής ισότητας (Intragenerational equity) 23

Αρχή της επανόρθωσης των προσβολών του περιβάλλοντος
κατά προτεραιότητα στην πηγή 24

Αρχή της πρόληψης 25

Αρχή της προφύλαξης 26

Αρχή της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης
(do no significant harm) 29

Αρχή της φέρουσας ικανότητας 29

Β

Βιοκλιματικός σχεδιασμός ή βιοκλιματική αρχιτεκτονική 34

Βιοποικιλότητα 35

Βιώσιμη ανάπτυξη ή αειφόρος ανάπτυξη 36

Βιωσιμότητα (Sustainability) 38

Δ

Δείκτες E.S.G. 39

Δεξαμενές (υποδοχείς)/reservoirs/απορροφήσεις άνθρακα 42

Δέσμη μέτρων Fit for 55% 44

Διαδικαστικές αρχές του Διεθνούς Περιβαλλοντικού
Δικαίου 45

Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή - Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC) 48

Διάσκεψη των μερών της UNFCCC
(Conference of the Parties – COP) 51

Δίκαιη Μετάβαση (Just Transition) 51

Δικαίωμα στην ανάπτυξη 58

Δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον 60

Ε

Εθνικές Καθορισμένες Συνεισφορές
(Nationally Determined Contributions – NDCs) 62

Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) 63

Εθνικός Κλιματικός Νόμος 65

Έξυπνη πόλη (Smart City) 67

Εμπόριο Εκπομπών 69

Ενεργειακές Κοινότητες 69

Ενεργειακή απόδοση 72

Ενεργειακή απόδοση κτηρίων 72

Ενεργειακή Ένδεια και Πολιτικές Αντιμετώπισης 75

Ενωσιακό Πρόγραμμα για το Περιβάλλον
(Environment Action Programme) 78

Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) 79

Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Πολιτική 79

Ευρωπαϊκός Κανονισμός 2020/852 σχετικά με τη θέσπιση
πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων
(Taxonomy Regulation): 83

Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα
(Social Climate Fund) 84

Ευρωπαϊκός Νόμος για το Κλίμα (European Climate Law) 85

Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (EU Green Deal) 86

Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Δάση για το 2030
(EU Forest Strategy for 2030) 87

Ευρωπαϊκή Στρατηγική Προσαρμογής
(EU Adaptation Strategy) 88

Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το κλίμα 88

Ευρωπαϊκό Σχέδιο – Στόχος για το κλίμα 2030
(2030 Climate Target Plan) 89

G

Greenwashing πολιτικές 91

Ζ

Ζώνες Μηδενικών Εκπομπών 95

Κ

Κλιματικές Προσφυγές 98

Κλιματικά ουδέτερες και έξυπνες πόλεις 100

Κλιματική αλλαγή 102

Κλιματική Δικαιοσύνη (Climate Justice) 106

Κλιματική Διπλωματία 109

Κλιματική θωράκιση υποδομών (climate proofing) 110

Κλιματική μεταβλητότητα (climate variability) 111

Κλιματική ουδετερότητα 113

Κλιματικό Σύμφωνο Πόλης (ΚΣΠ) 113

Κλιματικοί πρόσφυγες 114

Κοινές αλλά διαφοροποιημένες ευθύνες
(common but differentiated responsibilities) 116

Κυκλική Οικονομία και κλιματική αλλαγή 118

Κώδικας Βιωσιμότητας 126

Λ

Λύσεις που βασίζονται στη φύση –
Nature-based Solutions (NbS): 128

Μ

Μετριασμός (mitigation) 130

Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης
(Clean Development Mechanism) 130

Ν

Νέος Οικοδομικός Κανονισμός (NOK) και Βιωσιμότητα 131

Π

Παροπλισμός ενεργειακών υποδομών (decommissioning) 135

α) Βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου 135

β) Μονάδες καύσης ορυκτών καυσίμων 138

γ) Αιολικά πάρκα 139

Περιβάλλον 139

Περιβαλλοντικά βιώσιμη επένδυση 140

Περιβαλλοντική Συμμόρφωση 143

α) Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης 143

β) Πλάνο Διορθωτικών Ενεργειών (Π.Δ.Ε.) 143

Πόλεις των 15 λεπτών 144

Πολεοδομικό κεκτημένο 147

Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις 148

Προγράμματα Κοινής Εφαρμογής (Joint Implementation) 155

Προσαρμογή (adaptation) 155

Πρωτόκολλο του Κιότο (1997) 155

Σ

Στιβάδα - στρώμα του όζοντος 157

Στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ
(ΣΒΑ, Sustainable Development Goals – SDGs) 158

Στρατηγική Βιώσιμης και Έξυπνης Κινητικότητας 159

Στρατηγική για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030
(Biodiversity Strategy 2030) 160

Σύμβαση του Άαρχους (Aarhus) 161

Σύμβαση - Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την
Κλιματική Αλλαγή
(UNFCCC – 1992) 162

Συμφωνία των Παρισίων (2015) 165

Σύμφωνο των Δημάρχων για το Κλίμα και την Ενέργεια 166

Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ – ETS) 167

Συστήματα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης και Πιστοποίηση 169

α) Κοινοτικό Σύστημα Οικολογικής Διαχείρισης & Ελέγχου
(EMAS) 169

β) Οικολογικό Σήμα της ΕΕ (EU ECOLABEL) 171

γ) Green Key 173

δ) Πιστοποίηση ηλεκτρικών συσκευών 175

Σχέδια Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας (ΣΒΑΚ) 175

Σχέδιο Δράσης για την Κυκλική Οικονομία
(Circular Economy Action Plan) 179

Τ

Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας 180

Υ

Υπόθεση Notre Affaire à Tous και Άλλοι κατά Γαλλίας 183

Υπόθεση Shell 184

Υπόθεση Urgenda κατά Ολλανδίας 185

Σελ. 1

A

Αέρια του θερμοκηπίου (ΑτΘ – Greenhouse Gases - GHGs)

Τα αέρια στιδίου του άνθρακα, από 280 μέρη ανά εκατομμύριο το 1750 στα 415 μέρη ανά εκατομμύριο το 2019. Πρόκειται για την υψηλότερη συγκέντρωση αερίου του άνθρακα εδώ και πάνω από 3 εκατομμύρια χρόνια. Η αύξηση αυτή σημειώθηκε παρά την πρόσ-

Σελ. 2

ληψη περισσότερων από τις μισές εκπομπές από διάφορες φυσικές «δεξαμενές» που εμπλέκονται στο κύκλο του άνθρακα.

Και φυσικά, αυτή η αύξηση αποδίδεται στον άνθρωπο. Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC), «οι ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έχουν αυξηθεί σε σχέση με την εποχή προ βιομηχανικής επανάστασης, οφειλόμενες κατά μεγάλο ποσοστό στην οικονομική και πληθυσμιακή αύξηση. Αυτό έχει ακριβώς οδηγήσει σε ατμοσφαιρικές συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου που δεν έχουν προηγούμενο εδώ και τουλάχιστον 800.000 χρόνια. Οι επιπτώσεις αυτών, μαζί με άλλους ανθρωπογενείς παράγοντες, έχουν ανιχνευθεί στο κλιματικό σύστημα και είναι εξαιρετικά πιθανό να έχουν αποτελέσει τον κύριο λόγο της παρατηρούμενης θέρμανσης του πλανήτη από το 1950 και έπειτα

Με βάση τους τρέχοντες ρυθμούς εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την αλλαγή του κλίματος όρισε τους 2 βαθμούς Κελσίου ως το ανώτατο όριο για την αποφυγή «επικίνδυνων» επιπέδων, μέχρι το 2036. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα προέρχονται από καύση ορυκτών καυσίμων, κυρίως άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου, με πρόσθετες συνεισφορές που προέρχονται από την αποψίλωση των δασών και άλλες αλλαγές στη χρήση της γης.

Σελ. 3

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ)

Η ενέργεια, γενικά, ορίζεται ως η ποσότητα «έργου» που επιτελείται. Με άλλα λόγια μπορεί να λεχθεί ότι ενέργεια είναι η ιδιότητα της ύλης που μπορεί να μετατραπεί σε έργο, θερμότητα ή ακτινοβολία. Η πράσινη ενέργεια, άλλως η ενέργεια από ΑΠΕ, από την άλλη, θα μπορούσε να οριστεί ως η ενέργεια, η οποία δεν οδηγεί στην έκλυση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, δηλαδή στην χειροτέρευση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής ή κλιματικής κρίσης.

Πιο αναλυτικά, Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) είναι οι φυσικές πηγές, οι οποίες δεν ελαττώνονται ή δεν κινδυνεύουν να εξαντληθούν. Άμεση συνέπεια αυτού είναι η μη έκλυση, ή, στην χειρότερη των περιπτώσεων, μικρότερη έκλυση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα.

Στο πεδίο της νομοθεσίας, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) ή ήπιες μορφές ενέργειας ή νέες πηγές ενέργειας ή πράσινη ενέργεια είναι μορφές εκμεταλλεύσιμης ενέργειας που προέρχονται από διάφορες φυσικές διαδικασίες, όπως ο άνεμος, ο ήλιος, η γεωθερμία, η κυκλοφορία του νερού και άλλες. Η Οδηγία 2009/28/ΕΚ θέσπισε κανονιστικό πλαίσιο για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές το οποίο καθόρισε δεσμευτικούς εθνικούς στόχους προς επίτευξη έως το 2020 σχετικά με το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας στην κατανάλωση ενέργειας και τις μεταφορές και αναδιατυπώθηκε το 2018, με την ουσιώδη Οδηγία 2018/2001, η οποία ισχύει πλέον. Αντιστοίχως, σε εθνικό πλαίσιο, ισχύει ο Ν 3468/2006 καθώς και πλήθος σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων και Εγκυκλίων.

Σελ. 4

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Οδηγία 2018/2001/ΕE, ως ενέργεια από ανανεώσιμες μη ορυκτές πηγές θεωρείται η αιολική, ηλιακή, αεροθερμική, γεωθερμική, υδροθερμική και ενέργεια των ωκεανών, υδροηλεκτρική, από βιομάζα, από τα εκλυόμενα στους χώρους υγειονομικής ταφής αέρια, από αέρια μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και από βιοαέρια.

Ο χαρακτηρισμός «ανανεώσιμες» είναι καταχρηστικός, αφού ορισμένες από αυτές τις πηγές, όπως η γεωθερμική ενέργεια, δεν ανανεώνονται σε κλίμακα χιλιετιών. Σε κάθε περίπτωση οι ΑΠΕ έχουν μελετηθεί ως λύση στο πρόβλημα της αναμενόμενης εξάντλησης των (μη ανανεώσιμων) αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων. Τελευταία, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και από πολλά μεμονωμένα κράτη, υιοθετούνται νέες πολιτικές για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που προάγουν τέτοιες εσωτερικές πολιτικές και για τα κράτη μέλη. Οι ΑΠΕ αποτελούν τη βάση του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης της πράσινης οικονομίας και κεντρικό σημείο εστίασης της σχολής των οικολογικών οικονομικών, η οποία έχει κάποια επιρροή στο οικολογικό κίνημα.

Aνθρακική ουδετερότητα (carbon neutrality)

Πρόκειται για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των εκπομπών ΑτΘ και την απορρόφηση άνθρακα σε συλλέκτες διοξειδίου. Για να επιτευχθεί ο στόχος της καθαρής μηδενικής εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου, οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να αντισταθμιστούν από την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα. H ουδετερότητα του άνθρακα επιτυγχάνεται όταν απε-

Σελ. 5

λευθερώνεται στην ατμόσφαιρα η ίδια ποσότητα ΑτΘ που απομακρύνεται με διάφορα μέσα, αφήνοντας ένα μηδενικό ισοζύγιο, γνωστό και ως μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα – ήτοι, γίνεται λόγος για ουδετερότητα όταν η ποσότητα του παραγόμενου διοξειδίου του άνθρακα έχει μειωθεί στο μηδέν ή εξισορροπείται από δράσεις που προστατεύουν το περιβάλλον, π.χ. μέσω συλλεκτών άνθρακα. Συλλέκτης διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να είναι κάθε σύστημα που απορροφά περισσότερο άνθρακα απ’ ό,τι εκπέμπει. Κάποιοι από τους βασικότερους φυσικούς συλλέκτες είναι το χώμα, τα δάση και οι ωκεανοί. Ο άνθρακας που αποθηκεύεται σε φυσικούς συλλέκτες, όπως είναι τα δάση, απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα μέσω των πυρκαγιών, τις συχνές αλλαγές στη χρήση του εδάφους και της υλοτομίας.

Αντίστοιχα, carbon negative («αρνητική ως προς τον άνθρακα») σημαίνει ότι μια δραστηριότητα υπερβαίνει την ουδετερότητα ως προς τον άνθρακα εξαλείφοντας περισσότερα ΑτΘ από ό,τι εκπέμπει. Αντιστρόφως, carbon positive («θετική ως προς τον άνθρακα») σημαίνει ότι μια δραστηριότητα απελευθερώνει περισσότερο άνθρακα στην ατμόσφαιρα από ό,τι αφαιρεί ή αντισταθμίζει.

Ανθρακικό αποτύπωμα (carbon footprint)

Το σύνολο των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που προκαλούνται από ένα άτομο, γεγονός, οργάνωση, υπηρεσία, τόπο ή προϊόν, εκφρασμένο ως ισοδύναμο διοξειδίου του άνθρακα. Μπορεί να γίνει εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου, συμπεριλαμβανομένου του διοξειδίου του άνθρακα και του μεθανίου, μέσω της καύσης

Σελ. 6

των ορυκτών καυσίμων, την εκκαθάριση της γης και την παραγωγή και κατανάλωση τροφίμων, μεταποιημένων αγαθών, υλικών, ξύλου, δρόμων, κτιρίων, μεταφορών και άλλων υπηρεσιών. Ο όρος διαδόθηκε από μια διαφημιστική εκστρατεία αξίας 250 εκατομμυρίων δολαρίων, που εκπόνησε η εταιρεία ΒΡ σε μια προσπάθεια να απομακρύνει τη προσοχή του κοινού από τον περιορισμό των δραστηριοτήτων των εταιρειών εξόρυξης ορυκτών καυσίμων με στόχο να στρέψει την προσοχή στην ατομική ευθύνη για την επίλυση της κλιματικής αλλαγής.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το συνολικό αποτύπωμα άνθρακα δεν μπορεί να υπολογιστεί ακριβώς λόγω της ανεπαρκούς γνώσης και δεδομένων σχετικά με τις πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διεργασιών που συμβάλλουν στην εκπομπή αερίων, συμπεριλαμβανομένης της επίδρασης φυσικών διεργασιών που αποθηκεύουν ή απελευθερώνουν διοξείδιο του άνθρακα. Για το λόγο αυτό οι Ράιτ, Κεμπ, Ουίλιαμς πρότειναν τον ακόλουθο ορισμό ενός αποτυπώματος άνθρακα:

«Μια μέτρηση της συνολικής ποσότητας του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και του μεθάνιου (CH4) που εκπέμπει ένα ορισμένο μέγεθος πληθυσμού, ένα σύστημα ή μια δραστηριότητα, εξετάζοντας όλες τις αξιόπιστες πηγές, δεξαμενές και χώρους αποθήκευσης εντός του χωρικού και χρονικού ορίου του πληθυσμού, συστήματος ή δραστηριότητας ενδιαφέροντος. Υπολογίζεται ως το ισοδύναμο με διοξείδιο του άνθρακα χρησιμοποιώντας το αξιόπιστο εκατονταετές δυναμικό παγκόσμιας υπερθέρμανσης (GWP100).»

Το παγκόσμιο μέσο ετήσιο αποτύπωμα άνθρακα ανά άτομο το 2020 ήταν περίπου 4.3 τόνοι CO2.

Σελ. 7

Απανθρακοποίηση (decarbonization)

Πρόκειται για την μειωμένη χρήση ή ακόμα και την αφαίρεση της καύσης του άνθρακα σε διαδικασίες όπως είναι η παραγωγή ενέργειας προϊόντων και λοιπές παραγωγικές δραστηριότητες. Ουσιαστικά αφορά την απαλλαγή της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές και περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες οι οποίες στοχεύουν στην μείωση των αερίων του θερμοκηπίου ή στην αντιστάθμισή τους με στόχο να επιτύχουν την ουδετερότητα άνθρακα.

Η απαλλαγή από τον άνθρακα έχει καταστεί παγκόσμια επιταγή και προτεραιότητα για τις κυβερνήσεις, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία γενικότερα, διότι διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Πολλές εταιρείες σε όλους τους κλάδους (π.χ. στην ενέργεια, τις μεταφορές, τα καταναλωτικά προϊόντα) έχουν δηλώσει δημοσίως την πρόθεσή τους να γίνουν ουδέτερες ως προς τον άνθρακα έως το 2050.

Αποανάπτυξη ή απομεγέθυνση (degrowth)

Η αποανάπτυξη είναι πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κίνημα το οποίο βασίζεται σε ιδέες που απορρέουν από τα Οικολογικά Οικονομικά και την Πολιτική Οικολογία, και συνδέεται με τη ριζοσπαστική οικολογία. Η αποανάπτυξη («décroissance» στα γαλλικά) ξεκίνησε στις αρχές του 21ου αιώνα σαν μια πρωτοβουλία για την εθελοντική συρρίκνωση της παραγω­γής και της κατανάλωσης με στόχο την κοινωνική και οικολογική βιωσιμότητα. Η αποανάπτυξη αποτελεί ένα παγκόσμιο κίνημα καθώς και ένα, σχετικά νέο, ακαδημαϊκό ερευνητικό πεδίο.

Σελ. 8

Είναι δύσκολο να υπάρξει ένας στενός ορισμός της αποανάπτυξης, ωστόσο προς κατανόηση του όρου παρατίθενται οι ακόλουθοι δύο ορισμοί:

Αρχικά, παρατίθεται ο ορισμός της ακαδημαϊκής ένωσης Έρευνα & Αποανάπτυξη (Research & Degrowth):

«Η βιώσιμη αποανάπτυξη είναι η συρρίκνωση της παραγωγής και κατανάλωσης που αυξάνει την ανθρώπινη ευημερία και ενισχύει τις οικολογικές συνθήκες και την ισότητα στον πλανήτη. Απευθύνει έκκληση για ένα μέλλον όπου οι κοινωνίες θα ζουν μέσα στις οικολογικές τους δυνατότητες, με ανοικτές, τοπικοποιημένες οικονομίες και πιο ισομερώς κατανεμημένους πόρους, μέσα από νέες μορφές δημοκρατικών θεσμών. Τέτοιες κοινωνίες δεν θα χρειάζεται πλέον να «αναπτύσσονται ή να πεθαίνουν». Η υλική συσσώρευση δεν θα κατέχει προνομιακή θέση στο πολιτιστικό φαντασιακό του πληθυσμού. Η έμφαση στην αποδοτικότητα θα αντικατασταθεί από μια έμφαση στην επάρκεια, ενώ η καινοτομία δεν θα επικεντρώνεται πλέον στην τεχνολογία για χάρη της τεχνολογίας, αλλά σε νέες κοινωνικές και τεχνικές πρακτικές που θα μας επιτρέψουν να ζούμε λιτά και συμβιωτικά. Η αποανάπτυξη δεν αμφισβητεί μόνο τη κεντρικότητα της αύξησης του ΑΕΠ ως πρωταρχικού στόχου πολιτικής, αλλά προτείνει ένα πλαίσιο για τη μετάβαση σε ένα μικρότερο και περισσότερο βιώσιμο επίπεδο συστήματος που θα αφήσει χώρο για την ανθρώπινη συνεργασία και τα οικοσυστήματα

Κατόπιν, παρατίθεται ο ορισμός από την πλατφόρμα degrowth.info:

«Με το «αποανάπτυξη», εννοούμε μια μορφή της κοινωνίας και της οικονομίας που στοχεύει στην ευημερία όλων και διατηρεί τη φυσική βάση για τη ζωή. Για να επιτύχουμε την αποανάπτυξη, χρειαζόμαστε ένα θεμελιώδη μετασχηματισμό των ζωών μας και εκτεταμένη πολιτισμική αλλαγή. Το κυρίαρχο οικονομικό και κοινωνικό παράδειγμα είναι αυτό του «πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο μακριά». Είναι χτισμένο πάνω και παρακινεί τον ανταγωνισμό μεταξύ των ανθρώπων.

Σελ. 9

Αυτό προκαλεί επιτάχυνση, στρες και αποκλεισμό. Η οικονομία μας καταστρέφει τη φυσική βάση της ζωής. Είμαστε πεπεισμένοι ότι οι κοινές αξίες της κοινωνίας της αποανάπτυξης θα πρέπει να είναι η φροντίδα, η αλληλεγγύη και η συνεργασία. Η ανθρωπότητα πρέπει να εκλάβει τον εαυτό της ως μέρος του πλανητικού οικολογικού συστήματος. Μόνο με αυτό το τρόπο, μια αυτοπροσδιοριζόμενη ζωή με αξιοπρέπεια για όλους και όλες μπορεί να γίνει δυνατή.»

Επί της ουσίας, η αποανάπτυξη φιλοδοξεί να επαναπολιτικοποιήσει τη συζήτηση σχετικά με τον αναγκαίο κοινωνικό-οικολογικό μετασχηματισμό, ενώ αντιπαρατίθεται με τις ιδέες της «πράσινης ανάπτυξης» ή «πράσινης οικονομίας» και τις σχετικές πεποιθήσεις ότι η ανάπτυξη αποτελεί τον πλέον επιθυμητό δρόμο ανεξάρτητα πολιτικής και ιδεολογίας.

Στο κίνημα της αποανάπτυξης έχει ασκηθεί κριτική τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Το σημαντικότερο σημείο της κριτικής εστιάζει στο ότι αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει τις ποιοτικές έναντι των ποσοτικών πτυχών της οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίες παρουσιάζουν έντονα διαφοροποιημένες οικολογικές και υγειονομικές συνέπειες. Έχει επίσης επικριθεί για το ότι αγνοεί τον εξαιρετικά αντιφατικό χαρακτήρα της καθοδηγούμενης από τις επιχειρήσεις παγκοσμιοποίησης, αλλά και τις υλικές απαιτήσεις για μια υψηλή ποιότητα ζωής, ιδίως την ελάχιστη ενέργεια κατανάλωση ενέργειας κατά κεφαλήν -παραγνωρίζοντας την (ενεργειακή κι όχι μόνο) φτώχεια του Παγκόσμιου Νότου. Επισημαίνεται επίσης ως μεθοδολογικό σφάλμα το να προσεγγίζεται εξ’ ολοκλήρου η «ανάπτυξη» ως ένα ομοιογενές αποτέλεσμα της σωματικής και πολιτικής οικονομίας, χωρίς να απαντάται ποιου είδους ανάπτυξη είναι αναγκαία αλλά και βιώσιμη για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και της ανθρώπινης υγείας.

Σελ. 10

Απολιγνιτοποίηση

Ουσιαστικά πρόκειται για την προβλεπόμενη μείωση και τελικά παύση της χρήσης του λιγνίτη για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Στο σύνολο των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργούν σήμερα 152.000 MW τροφοδοτούμενα με λιθάνθρακα, φαιάνθρακα/λιγνίτη. Εξ αυτών, λιγότερο από το 4% αντιστοιχεί στα λιγνιτικά MW της ΔΕΗ, τα οποία είναι εγκατεστημένα κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και σε σημαντικά μικρότερο βαθμό στη Μεγαλόπολη.

Βασική προτεραιότητα του ελληνικού κράτους αποτελεί η απεξάρτηση της οικονομίας από το ρυπογόνο καύσιμο του λιγνίτη. Η δε εθνική πολιτική αποτυπώθηκε στο Εθνικό Σχέδιο Ενέργειας και Κλίματος (ΕΣΕΚ), στο οποίο ενσωματώθηκε ο στόχος της πλήρους απολιγνιτοποίησης της χώρας έως το 2028.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στοχεύει στην απολιγνιτοποίηση, ώστε να γίνει η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος, συμβαδίζοντας πλήρως με τις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις αλλά και με τα οικονομικά δεδομένα, θεωρώντας την Ελλάδα ως ένα από τα βασικότερα κράτη μέλη που μπορούν να επιτύχουν αυτόν τον στόχο κατά της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής μετάβασης.

Σελ. 11

Ατζέντα 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη

Σχέδιο δράσης για τους Ανθρώπους, τον Πλανήτη και την Ευημερία, που υιοθετήθηκε κατά την 70η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (193 κράτη- μέλη) το Σεπτέμβριο του 2015. Ουσιαστικά περιλαμβάνει 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) και 169 συνδεόμενους με αυτούς υπο-στόχους, δίνοντας μία νέα διάσταση στις προσπάθειες σε παγκόσμιο επίπεδο προς την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης.

Η Ατζέντα 2030 προωθεί την ενσωμάτωση και των τριών διαστάσεων της βιώσιμης ανάπτυξης – κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική – σε όλες τις τομεακές πολιτικές, ενώ παράλληλα προάγει τη διασύνδεση και τη συνοχή των σχετικών με τους Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) πολιτικών και νομοθετικών πλαισίων.

Αρχές βιώσιμης προστασίας ρεμάτων

Τα υδατορέματα (ρέματα) αποτελούν ειδικότερο στοιχείο του υδάτινου περιβάλλοντος, το οποίο τυγχάνει ιδιαίτερης αντιμετώπισης τόσο εκ της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας όσο και εκ της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η προστασία των ρεμάτων παρουσιάζει έντονο τεχνικό αλλά και νομικό ενδιαφέρον λόγω των πολύ σοβαρών επιπτώσεων που αποφέρουν οι επεμβάσεις σε αυτό, με αποτέλεσμα η διαχείρισή τους να επιτάσσει την τήρηση συγκεκριμένων αρχών.

Σελ. 12

α) Η αρχή της διατήρησης της φυσικής κατάστασης των ρεμάτων

Τα ρέματα ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας, συνταγματικό σκοπό δε αποτελεί η διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και η διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων. Η εν λόγω προστασία, η οποία βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 24 Συντάγματος αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους καταστάσεως και στη διασφάλιση της επιτελουμένης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων. Στο πλαίσιο της μελέτης οριοθέτησης των ρεμάτων η τήρηση της αρχή της διατήρησης της φυσικής κατάστασης των ρεμάτων δύναται να εφαρμοσθεί με συγκεκριμένες μεθόδους.

Σελ. 13

β) Η αρχή της αναγνώρισης των ρεμάτων ως φυσικών οικοσυστημάτων

Κατά την κρίση του ΣτΕ τα ρέματα αποτελούν «ουσιώδες στοιχείο του υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος» και «πτυχώσεις της επιφανείας της γης, δια των οποίων συντελείται κυρίως η απορροή προς την θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς και αποτελούν «φυσικούς αεραγωγούς», συγκροτούν δε, μαζί με τη χλωρίδα και την πανίδα τους, «οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος» (ΣτΕ 2661/2001). Συμπληρωματικά ο ρόλος των ρεμάτων περιλαμβάνει και τη διατήρηση ζωνών για βλάστηση, αναψυχή και ανανέωση του αέρα στις δομημένες περιοχές. Τα ρέματα, λόγω ακριβώς της ιδιαίτερης αυτής φύσης τους, προστατεύονται αποτελεσματικά, με βάση την αρχή της (περιβαλλοντικής) αειφορίας (άρθρο 24 παρ. 1 εδ. β΄ Συντ.), μόνον εφόσον απαγορεύεται κάθε άλλη χρήση ή μεταβολή του χαρακτήρα τους. Βασικό, επομένως, περιεχόμενο της συνταγματικής προστασίας των ρεμάτων αποτελεί η αυστηρή απαγόρευση μεταβολής του χαρακτήρα τους. Η αρχή αυτή πρέπει να τηρείται ακόμη και στα περιορισμένου μήκους τμήματα των ρεμάτων στα οποία τυχόν προβλέπονται ήπια έργα διευθέτησης, υιοθετώντας ως κύρια μεθοδολογικά βήματα την αποκάλυψη (daylighting), την επαναφορά (rehabilitation) και την αποκατάσταση (restoration) των ρεμάτων.

Σελ. 14

γ) Η αρχή της προστασίας της ανεμπόδιστης φυσικής λειτουργίας των ρεμάτων στην περίπτωση εκτέλεσης έργων διευθέτησης

H εκτέλεση τεχνικών έργων – έργων διευθέτησης πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής αυτής λειτουργίας τους. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής του (ΣτΕ 1990/2007). Το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα ρέματα στην φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας αυτών ως οικοσυστημάτων.

δ) Η αρχή της μη μεταβολής του προορισμού των ρεμάτων

Ο προορισμός των ρεμάτων έγκειται στην ελεύθερη ροή των υδάτων και στη λειτουργία τους ως φυσικών οικοσυστημάτων. Η αρχή

Σελ. 15

της μη μεταβολής του προορισμού των ρεμάτων θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ερευνάται σε αρμονία και επικουρικά της αρχής της προστασίας της ανεμπόδιστης φυσικής λειτουργίας των ρεμάτων στην περίπτωση εκτέλεσης έργων διευθέτησης. Η προστασία των ρεμάτων υπό το πρίσμα της εν λόγω αρχής μπορεί να θεωρηθεί, κατά μία έννοια, απόλυτη. Από μια σκοπιά δε κρίνεται και αυστηρότερη σε σχέση με εκείνη των δασών και των δασικών εκτάσεων, εφόσον για τα τελευταία είναι δυνατή, αν και με όρους, η μεταβολή του προορισμού τους (άρθρο 24 παρ. 1 εδ. ε΄ Συντ.), ενώ η μεταβολή του προορισμού των ρεμάτων δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατή η μεταβολή της φυσικής τους κατάστασης και της βασικής τους λειτουργίας, της απορροής, δηλαδή, των υδάτων.

ε) H αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης στο πεδίο οριοθέτησης των ρεμάτων

Η βιώσιμη ανάπτυξη εγκλείει, εξ ορισμού, στο νοηματικό της περιεχόμενο μία θεμελιώδη σύνθεση μεταξύ τριών παραμέτρων: την οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική. Σε εφαρμογή της ως άνω αρχής, στην μελέτη οριοθέτησης των ρεμάτων χρειάζεται να εφαρμόζεται και να υιοθετείται μία σειρά από κανόνες οριοθέτησης, συμβατούς με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Για παράδειγμα, όπου κρίνεται επιστημονικά απαραίτητο προτείνονται υβριδικές προσεγγίσεις που πλησιάζουν κατά το δυνατόν την ιστορική κοίτη, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τις περιπτώσεις που λόγω της ιστορικής κοίτης αναγνωρίζονται στοιχεία φυσικού οικοσυστήματος και αφετέρου το στόχο να περιοριστούν κατά το δυνατόν οι υπέρμετρες αρνητικές οικονομικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις.

Σελ. 16

στ) Η αρχή της μη αποσπασματικής οριοθέτησης των ρεμάτων μέσα από τη νομολογία του ΣτΕ

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και κατά τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 24 Σ, το κράτος έχει υποχρέωση για ολοκληρωμένο πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό στο πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος, φυσικού και οικιστικού. Μεταξύ των ουσιωδών στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, συμπεριλαμβάνονται τα ρέματα, το Κράτος δε, υποχρεούται να μεριμνά για τη διατήρηση των πάσης φύσεως υδατορεμάτων στη φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων. Συνάγεται συνεπώς ότι και η προστασία των ρεμάτων, είτε κατά το στάδιο οριοθέτησης είτε διευθέτησης, θα πρέπει να λαμβάνει χώρα έπειτα από ολοκληρωμένο σχεδιασμό, λαμβάνοντας δε υπόψη και την κλιματική αλλαγή. Υπό το πρίσμα αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει θέσει το ζήτημα απαίτησης τεκμηρίωσης της οριοθέτησης στο σύνολο του ρέματος προκειμένου να διασφαλίζεται η ακώλυτη λειτουργία του ως οικοσυστήματος.

ζ) Η Αρχή της προφύλαξης κατά το Ενωσιακό Δίκαιο στο πεδίο οριοθέτησης των ρεμάτων κατά το Δίκαιο Περιβάλλοντος

Στην περίπτωση προστασίας των ρεμάτων ως φυσικών οικοσυστημάτων και συμφώνως προς την αρχή της προφύλαξης θα πρέ-

Σελ. 17

πει το κράτος να λάβει τα απαραίτητα μέτρα αν κρίνει ακόμα και χωρίς βεβαιότητα ότι μια δραστηριότητα ή ένα έργο θα έχουν επιβλαβείς συνέπειες στην φύση του ρέματος. Όσον αφορά δε το ζήτημα της μελλοντικής στρατηγικής για την αποφυγή των φυσικών καταστροφών πρέπει «να επικεντρωθούμε στην προφύλαξη», δηλαδή να αποφύγουμε όσο το δυνατόν την τρωτότητα και εν συνεχεία εκεί που υπάρχει η ελάχιστη δυνατή, να σταματήσουμε να αποδεχόμαστε τα τετελεσμένα γεγονότα.

η) Αρχή αναγκαιότητας εναλλακτικών λύσεων κατά τη Σ.Π.Ε. (Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση) στην περίπτωση οριοθέτησης ρέματος με έργα διευθέτησης)

Η εν λόγω αρχή έχει προκύψει ως απόρροια της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας στην περίπτωση οριοθέτησης υδατορεμάτων με προηγούμενη έγκριση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, κατά την οποία θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις για την οριοθέτηση και διευθέτηση των ρεμάτων.

Χαρακτηριστική απόφαση εφαρμογής της εν λόγω αρχής συνιστά η απόφαση 2165/2019 του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία ακυρώθηκε Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας των εναλλακτικών τεχνικών λύσεων για την οριοθέτηση του ρέματος «Ποδονίφτη» που αναφέρονταν στη οικεία Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

Σελ. 18

Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»

Πρόκειται για θεμελιώδη αρχή του Δικαίου Περιβάλλοντος. Βάσει αυτής, ένας φορέας που προκαλεί περιβαλλοντική ζημία ευθύνεται για αυτήν και πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα πρόληψης ή αποκατάστασης και να επωμιστεί όλες τις σχετικές δαπάνες. Με άλλα λόγια, οι ρυπαίνοντες επιβαρύνονται με το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος των ενεργειών τους. Πριν από την αναγνώριση και την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, οι αέριοι και υδάτινοι πόροι χρησιμοποιούνταν ως «καταβόθρες» ρύπανσης, με την κοινωνία να πληρώνει τις ζημίες στην ανθρώπινη υγεία και την περιουσία αντί για τον ρυπαίνοντα. Το δυσανάλογο κοινωνικό και ιδιωτικό κόστος της ρύπανσης «μετακυλίετο» από τον ρυπαίνοντα στην ευρύτερη κοινωνία. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» αποσκοπεί στο να ξεπεραστούν αυτές οι αδυναμίες, απαιτώντας από τους ρυπαίνοντες να ενσωματώνουν το κόστος της πιθανής ρύπανσης στη διαδικασία παραγωγής (ενσωματωμένο κόστος), αντί να επιβαρύνουν κατόπιν την κοινωνία με κόστος. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η αρμόδια αρχή αυτενεργεί ή επεμβαίνει µέσω τρίτων αντί του φορέα εκμετάλλευσης, η αρχή αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι το κόστος που προκύπτει γι’ αυτή θα ανακτάται από τον φορέα εκμετάλλευσης. Κρίνεται επίσης σκόπιμο οι φορείς εκμετάλλευσης να επωμίζονται τελικά το κόστος της εκτίμησης περιβαλλοντικής ζημίας και, κατά περίπτωση, την αξιολόγηση του άμεσου κινδύνου πρόκλησης τέτοιας ζημίας.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/35/ΕΚ σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας, της οποίας στόχος η διαμόρφωση πλαισίου για την περιβαλλοντική ευθύνη βάσει της νομικής αρχής

Σελ. 19

«ο ρυπαίνων πληρώνει», ως ζημία θεωρείται η μετρήσιμη δυσμενής μεταβολή φυσικού πόρου ή η μετρήσιμη υποβάθμιση υπηρεσίας συνδεδεμένης µε φυσικό πόρο που μπορεί να συμβεί άμεσα ή έμμεσα.

Συγκεκριμένα, ως περιβαλλοντική ζημία νοείται:

• Ζημία προστατευόμενων ειδών και φυσικών οικοτόπων, ήτοι οποιαδήποτε ζημία έχει σημαντικά δυσμενείς συνέπειες για την επίτευξη ή τη συντήρηση της ευνοϊκής κατάστασης διατήρησης αυτών των οικοτόπων ή ειδών,

• Ζημία των υδάτων, ήτοι οιαδήποτε ζημία επηρεάζει δυσμενώς, σε σημαντικό βαθμό, την οικολογική, χημική ή/και ποσοτική κατάσταση, ή/και το οικολογικό δυναμικό, όπως ορίζει η οδηγία 2000/60/ΕΚ, των υδάτων,

• Ζημία του εδάφους, ήτοι οιαδήποτε ρύπανση του εδάφους η οποία δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο δυσμενών συνεπειών για την ανθρώπινη υγεία, ως αποτέλεσμα της άμεσης ή έμμεσης εισαγωγής εντός του εδάφους, επί του εδάφους ή στο υπέδαφος, ουσιών, παρασκευασμάτων, οργανισμών ή µμικροοργανισμών.

Συνεπώς, οι κύριες υποχρεώσεις του φορέα (συνεπώς δεσμεύεται για την τήρησή τους) βάσει της αρχής είναι δύο:

Α) Πρόληψη: Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει ακόμη συμβεί περιβαλλοντική ζημία αλλά υπάρχει επικείμενη απειλή να προκληθεί τέτοια ζημία, ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει αμέσως

Σελ. 20

τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα. Ως τέτοια νοούνται οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται για την αντιμετώπιση γεγονότος, πράξεως ή παραλείψεως που προκαλεί επικείμενη απειλή περιβαλλοντικής ζημίας, ούτως ώστε να προληφθεί ή να ελαχιστοποιηθεί η εν λόγω ζημία. Παράλληλα προβλέπεται καθήκον άμεσης ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής, όταν η επικείμενη απειλή περιβαλλοντικής ζημίας δεν εξαλείφεται παρά τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνει ο φορέας εκμετάλλευσης.

Η αρμόδια αρχή μπορεί, ανά πάσα στιγμή:

α) να απαιτήσει από τον φορέα εκμετάλλευσης την παροχή πληροφοριών για τυχόν επικείμενη απειλή περιβαλλοντικής ζημίας ή για περιπτώσεις που υπάρχουν υποψίες για τέτοια επικείμενη απειλή,

β) να απαιτήσει από τον φορέα εκμετάλλευσης να λάβει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα,

γ) να δώσει εντολές στον φορέα εκμετάλλευσης, οι οποίες πρέπει να τηρηθούν για τα αναγκαία προληπτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, ή δ) να λάβει η ίδια τα αναγκαία προληπτικά μέτρα.

Β) Αποκατάσταση: Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει συμβεί περιβαλλοντική ζημία, ο φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή αμέσως για όλες τις σχετικές πτυχές της κατάστασης και λαμβάνει: α) όλα τα εφικτά μέτρα για τον άμεσο έλεγχο, περιορισμό, απομάκρυνση ή άλλου είδους διαχείριση των συγκεκριμένων ρύπων ή/και άλλων ζημιογόνων παραγόντων προκειμένου να περιορισθεί ή να προληφθεί η περαιτέρω περιβαλλοντική ζημία και οι δυσμενείς συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία, ή η περαιτέρω υποβάθμιση των υπηρεσιών, και β) τα αναγκαία μέτρα αποκατάστασης. Ως μέτρο αποκατάστασης νοείται οποιαδήποτε δράση, ή συνδυασµός δράσεων, συµπεριλαµβανοµένων των ελαφρυντικών ή προσωρινών μέτρων, για την αποκατάσταση, την επανόρθωση ή την αντικατάσταση των φυσικών πόρων ή/και υπηρεσιών που υπέστησαν ζημία ή την εξασφάλιση εναλλακτικών δυνατοτήτων ισοδύναμων προς τους εν λόγω πόρους ή υπηρεσίες.

Back to Top