ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
Σύγχρονες προκλήσεις για το κράτος δικαίου
από 29,75 €
Έως 64,75 €
- Έκδοση: 2024
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 288
- ISBN: 978-618-08-0397-6
Το έργο «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες – Σύγχρονες προκλήσεις για το κράτος δικαίου» περιλαμβάνει τα πρακτικά του συνεδρίου που διοργάνωσε το Εργαστήριο Μελέτης για τη Διαφάνεια, τη Διαφθορά και το Οικονομικό Έγκλημα της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων και το Εμπορικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο, στις 12 - 13 Απριλίου 2024 στη Θεσσαλονίκη. Οι επιμέρους θεματικές εστιάζουν στις σύγχρονες εξελίξεις στο διεθνές και ενωσιακό θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, στις βασικές εκφάνσεις του προληπτικού άξονα του εγκλήματος αυτού και την ποινική του αντιμετώπιση και στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και τα προβλεπόμενα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ IX
Μαρία Καϊάφα-Γκμπάντι
Ομ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ
Α΄ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Σύγχρονες εξελίξεις στο διεθνές
και ενωσιακό θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση
της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
Το σύγχρονο μοντέλο ποινικού ελέγχου της περιουσίας και αποστέρησης παράνοµων περιουσιακών στοιχείων µέσω των ρυθμίσεων για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη δήμευση 3
Θεόδωρος Παπακυριάκου
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Διευθυντής Εργαστηρίου Μελέτης για τη Διαφάνεια, τη Διαφθορά
και το Οικονομικό Έγκλημα
Οι πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες σε ευρωπαϊκό επίπεδο 39
Ιωάννης Ανδρουλάκης
Επίκ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Β΄ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Βασικές εκφάνσεις του προληπτικού
άξονα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες:
προκλήσεις και προβλήματα
Κανονιστική συµµόρφωση του χρηµατοπιστωτικού τοµέα για την πρόληψη της νοµιµοποίησης εσόδων από εγκληµατικές δραστηριότητες: προβλήµατα και αντιµετώπισή τους 53
Aνδρέας Αθανασόπουλος
Γενικός ∆ιευθυντής EUROBANK, Chief compliance officer, Πρόεδρος Συντονιστικής
Επιτροπής Ρυθµιστικών Θεµάτων ΕΕΤ
Λειτουργοί νομικών επαγγελμάτων ως υπόχρεα πρόσωπα για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες: προκλήσεις για το κράτος δικαίου 61
Απόστολος Κοπανίδης
Δικηγόρος, Μέλος ΔΣ ΔΣΘ
Ο νέος θεσμός του Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων
και η κομβική σημασία του στην πρόληψη της νομιμοποίησης
εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες 79
Αργύρη Αποστολίδου / Δήμητρα Λογοθέτη
Προϊσταμένη και Στέλεχος Τμήματος Δ΄ Συντονισμού για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες & της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Σύγχρονες τεχνικές νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και προβλήματα στην ανίχνευσή τους, με έμφαση στα κρυπτονομίσματα 91
Αναστάσιος Παπαθανασίου
Αστυνομικός Υποδιευθυντής, Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος/ΕΛ.ΑΣ.
Γ΄ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Η ποινικοποίηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες: βασικά προβλήματα για το κράτος δικαίου
Η τυπολογία των αξιόποινων πράξεων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες: ζητήματα ερμηνείας των επιμέρους μορφών του αδικήματος 111
Γιώργος Δημήτραινας
Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Η εξάρτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης από τη βασική εγκληματική δραστηριότητα: έκταση της εξάρτησης και ερμηνευτικά προβλήµατα 129
Γιάννης Ναζίρης
Επίκ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Το «αυτοξέπλυμα» ως αξιόποινη πράξη: ιδιαιτερότητα και ερμηνευτικά προβλήματα 165
Κωνσταντίνος Χατζηκώστας
Επίκ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Η ανάκτηση των εγκληματικών εσόδων στην Ελλάδα: πληθωρική ενσωμάτωση του διεθνούς πλαισίου με ανασφαλή και δικαιοκρατικά ελλιπή εφαρμογή 183
Νικόλαος Χατζηνικολάου
ΔΝ, Δικηγόρος
Δ΄ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές ∆ραστηριότητες και τα προβλεπόμενα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
Η Αρχή και ο ρόλος της στο σύγχρονο περιβάλλον 203
Ευστάθιος Τσίρμπας
Προϊστάµενος ∆/νσης Α΄ Μονάδας της Αρχής Καταπολέµησης της Νοµιµοποίησης
Εσόδων από Εγκληµατικές ∆ραστηριότητες
Δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο της πρόληψης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες 215
∆ημήτριος Αποστολάς
Επίκουρος Εισαγγελέας Οικονοµικού Εγκλήµατος, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών
Δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο της πρόληψης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες - Δικαιώματα ελεγχόμενων και τρίτων 231
Αθανάσιος Ζαχαριάδης
Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρος
Η ενίσχυση των εξουσιών της Αρχής μετά την ΟλΑΠ 1/2022 και το άρθρο 171 Ν. 4855/2021 241
Αριστομένης Τζαννετής,
Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών, Δικηγόρος
Η υπηρεσία ανάκτησης, διαχείρισης και διάθεσης των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων: η νέα πρόκληση στο πεδίο ανάκτησης των εγκληματικών εσόδων 255
Ηλίας Κωνσταντέας
Αν. Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ
Συμπεράσματα 261
Θεόδωρος Παπακυριάκου
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Διευθυντής Εργαστηρίου Μελέτης για τη Διαφάνεια,
τη Διαφθορά και το Οικονομικό Έγκλημα
Σελ. 1
Α΄ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ
Σύγχρονες εξελίξεις στο διεθνές και
ενωσιακό θεσμικό πλαίσιο για την
αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από
εγκληματικές δραστηριότητες
Προεδρία: Μ. Καϊάφα-Γκµπάντι
Οµ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Σελ. 3
Το σύγχρονο μοντέλο ποινικού ελέγχου της περιουσίας και αποστέρησης παράνοµων περιουσιακών στοιχείων µέσω των ρυθμίσεων για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη δήμευση
Θεόδωρος Παπακυριάκου
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Διευθυντής Εργαστηρίου Μελέτης για τη Διαφάνεια, τη Διαφθορά και το Οικονομικό Έγκλημα
Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Η περιουσία αποτελούσε παραδοσιακά, στην Ελλάδα τουλάχιστον, περισσότερο μέγεθος που το ποινικό δίκαιο επεδίωκε να προστατεύει έναντι παράνομων προσβολών, και λιγότερο μέγεθος που το ποινικό δίκαιο επιθυμούσε να ελέγχει ως προς τυχόν παράνομες προσαυξήσεις ή / και να πλήττει με αντίστοιχες αποστερητικές κυρώσεις. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισε, ωστόσο, να προωθείται και στην Ελλάδα, σε συνέχεια αντίστοιχων εξελίξεων σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, ένα νέο μοντέλο αντεγκληματικής πολιτικής, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται ο εκτεταμένος ποινικός έλεγχος της νομιμότητας της περιουσίας, με στόχο, μεταξύ άλλων, την ανίχνευση και αποστέρηση παράνομων περιουσιακών στοιχείων. Αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων ήταν η σταδιακή εμφάνιση και στην ελληνική έννομη τάξη πληθώρας νεοπαγών μορφωμάτων, όπως είναι ο μηχανισμός παρακολούθησης των συναλλαγών προς εντοπισμό παράνομων περιουσιακών στοιχείων με ενεργή συμμετοχή και οντοτήτων του ιδιωτικού τομέα, οι ευρύτατες ως προς το πεδίο εφαρμογής τους ποινικές διατάξεις για το αδίκημα του ξεπλύματος καθώς και διάφοροι καινοφανείς τύποι δήμευσης που παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις από την κλασική μορφή της.
Σελ. 4
Τα σημαντικότερα ζητήματα σε σχέση με τις ελληνικές διατάξεις, οι οποίες έχουν μεταφέρει το ανωτέρω διεθνές μοντέλο αντεγκληματικής πολιτικής στην Ελλάδα, αποτελούν αντικείμενο των εισηγήσεων που θα ακολουθήσουν στη διάρκεια του Συνεδρίου. Η δική μου εισήγηση έχει, αντίθετα, ως στόχο να σκιαγραφήσει τη δομή και την ανέλιξη αυτού του ίδιου του διεθνούς μοντέλου, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη σύγχρονη εικόνα του.
Σελ. 5
Β. Οι στόχοι και οι τέσσερεις ρυθμιστικοί άξονες του μοντέλου
I. Η κεντρική ιδέα του μοντέλου
Θεμελιακή παραδοχή, πάνω στην οποία έχει στηριχθεί ο σχεδιασμός του μοντέλου, είναι η ορθή καταρχήν διαπίστωση ότι τα περισσότερα εγκλήματα έχουν ένα κοινό γνώρισμα: την επιδίωξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Τούτο μάλιστα ισχύει ανεξάρτητα από το έννομο αγαθό κατά του οποίου στρέφονται ή τον τρόπο της εκάστοτε νομοτυπικής περιγραφής τους. Παράνομο περιουσιακό όφελος, έτσι, δεν επιδιώκει κατά κανόνα μόνο αυτός που τελεί εγκλήματα κατά της περιουσίας υπό ευρεία έννοια (π.χ. κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, ληστεία) ή εγκλήματα τα οποία ενσωματώνουν ήδη στη νομοτυπική περιγραφή τους το στοιχείο τέτοιου οφέλους (π.χ. δωροληψία), αλλά και αυτός που τελεί εγκλήματα κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της προσωπικής ελευθερίας, της τιμής, της απονομής δικαιοσύνης, του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας, της δημόσιας τάξης κ.ο.κ., έστω και αν στη νομοτυπική περιγραφή αυτών δεν γίνεται αναφορά σε κάποιο περιουσιακό όφελος. Εδώ ανήκουν π.χ. o εκτελεστής συμβολαίων θανάτου, ο μπράβος που «πουλάει» υπηρεσίες εκφοβισμού τρίτων, ο σωματέμπορος, ο διακινητής ναρκωτικών ή όπλων, ο «εξαγορασμένος» ψευδομάρτυρας, ο «πληρωμένος» λιβελογράφος, ο επιχειρηματίας που δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας χάριν μεγιστοποίησης της κερδοφορίας του, αλλά και αυτός που μετέχει σε μια εγκληματική οργάνωση ή επιδίδεται σε κατ’ επάγγελμα τέλεση οποιουδήποτε εγκλήματος.
Το παράνομο περιουσιακό όφελος προσφέρεται, για τον παραπάνω λόγο, ως κομβικό σημείο αναφοράς για τη θέσπιση μέτρων πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας γενικά. Σε επίπεδο γενικής πρόληψης, καταρχάς, καθιστώντας κανείς σαφές εκ των προτέρων σε κάθε από οικονομικά κίνητρα παρορμούμενο επίδοξο δράστη ότι το προϊόν του εγκλήματός του θα αποτελεί αντικείμενο διαρκούς κρατικής αναζήτησης και ότι, όποτε και αν βρεθεί, θα του αφαιρεθεί, όποια μορφή και αν έχει αυτό προσλάβει, του αποδυναμώνει και το βασικό κίνητρο για τη διάπραξη εγκλημάτων. Παραπέρα, σε επίπεδο ειδικής πρόληψης, η αποστέρηση του παράνομου οφέλους εμποδίζει τον δράστη, σε κάθε περίπτωση, είτε να το χρησιμοποιήσει προς αναχρηματοδότηση της τέλεσης εγκλημάτων, είτε να το αξιοποιήσει προς απόκτηση αθέμιτης οικονομικής, κοινωνικής ή πολιτικής ισχύος. Από άποψη αποτελεσματικής καταστολής ήδη τελεσθέντων εγκλημάτων, τέλος, ρυθμίσεις που δίνουν έμφαση στην ανίχνευση του παράνομου οφέλους, μέσω της διερεύνησης ύποπτων χρηματικών ροών και αδικαιολόγητων περιουσιακών προσαυξήσεων, μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στον εντοπισμό τόσο του εγκλήματος που παρήγαγε αυτό το όφελος όσο και αυτού του ίδιου του δράστη.
Σελ. 6
II. Επισκόπηση των τεσσάρων αξόνων του μοντέλου και των διεθνών νομικών μέσων προώθησής του
Οι παραπάνω σκέψεις παρέχουν ήδη και την κεντρική εξήγηση για το γεγονός ότι η διεθνής νομοθετική πρακτική άρχισε να εμφανίζει, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, στο πλαίσιο αναζήτησης πολιτικών για την καλύτερη καταπολέμηση διαφόρων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας, μια σαφή στροφή προς μέτρα που κατέτειναν στην αποτελεσματικότερη ανίχνευση και αποστέρηση, με τη μορφή κυρίως της δήμευσης, των εξ αυτών κτώμενων περιουσιακών ωφελημάτων. Προς την κατεύθυνση αυτή άρχισε να παρατηρείται, ειδικότερα, από το 1988, η προώθηση τεσσάρων ουσιωδώς αλληλοσυμπληρούμενων κατηγοριών ρυθμίσεων, δηλαδή τεσσάρων ρυθμιστικών αξόνων, οι οποίοι είχαν (και εξακολουθούν να έχουν) τα εξής αντικείμενα:
· πρώτον, την αναβάθμιση της δυναμικής της κύρωσης της δήμευσης, έτσι ώστε αυτή να μπορεί να χρησιμοποιείται αποτελεσματικότερα ως μέσο αποστέρησης παράνομων περιουσιακών στοιχείων·
· δεύτερον, την τυποποίηση ενός νέου αδικήματος, αυτού του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος, με στόχο, μεταξύ άλλων, την ανάσχεση συμπεριφορών που επιχειρούν να προσδώσουν νομιμοφάνεια στα παράνομα περιουσιακά στοιχεία, δυσχεραίνοντας έτσι και τη δήμευσή τους·
· τρίτον, την εγκαθίδρυση νέων ελεγκτικών μηχανισμών προς ανίχνευση των παράνομων περιουσιακών στοιχείων, με εκτεταμένη σύζευξη σ’ αυτούς και οντοτήτων του ιδιωτικού τομέα· και
· τέταρτον, τη δραστική βελτίωση των μέσων διεθνούς δικαστικής και διοικητικής συνδρομής, ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή των υπολοίπων ρυθμιστικών αξόνων από τις εθνικές διωκτικές αρχές σε υποθέσεις με διασυνοριακά χαρακτηριστικά.
Το παραπάνω μοντέλο προωθείται έκτοτε συστηματικά από πληθώρα διεθνών νομικών μέσων, κάποια εκ των οποίων έχουν στο μεταξύ καταργηθεί και αντικατασταθεί από νεότερα. Μεταξύ αυτών, ανά φορέα κανονιστικής πρωτοβουλίας, ξεχωρίζουν:
• τέσσερεις συμβάσεις του Ο.Η.Ε., από τα έτη 1988, 1999, 2000 και 2003, που προωθούν το μοντέλο, ως προς όλους τους άξονές του, για την καταπολέμηση τεσσάρων ιδιαίτερα σοβαρών μορφών εγκληματικότητας, και, ειδικότερα, αυ-
Σελ. 7
τών της διακίνησης ναρκωτικών (Σύμβαση Βιέννης, 1988), της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (1999), του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος (Σύμβαση Παλέρμο, 2000) και της διαφθοράς (2003)·
• οι συστάσεις της FATF, όπως διατυπώθηκαν αρχικά το 1990 και επικαιροποιούνται έκτοτε διαρκώς, οι οποίες θέτουν παγκόσμια πρότυπα για όλους τους άξονες του μοντέλου, χωρίς περιορισμό σε συγκεκριμένα είδη εγκλημάτων·
• δύο συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, αυτή του Στρασβούργου του 1990
Σελ. 8
και αυτή της Βαρσοβίας του 2005 (που αντικατέστησε την πρώτη), οι οποίες περιέχουν ομοίως αναλυτικές ρυθμίσεις για όλους τους άξονες του μοντέλου, χωρίς περιορισμό σε συγκεκριμένα εγκλήματα· και, τέλος,
• διάφορα νομικά μέσα, που υιοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως
• οι πέντε Οδηγίες για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για το ξέπλυμα χρήματος, που εντάσσονται στον τρίτο ρυθμιστικό άξονα, με τελευταία κατά σειρά την Οδηγία 2018/843/ΕΕ, ενώ επίκειται, σε συνέχεια σχετικών προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2021, η υιοθέτηση, σε αυτό το πεδίο, ενός ακόμη πιο συνεκτικού και εκσυγχρονισμένου θεσμικού πλαισίου, με τη σύσταση, μεταξύ άλλων, και μιας ενωσιακής Αρχής για την Καταπολέμηση του Ξεπλύματος Χρήματος και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας (Anti-Money Laundering Authority / AMLA),
Σελ. 9
• η (ποινική) Οδηγία (ΕΕ) 2018/1673 για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος μέσω του ποινικού δικαίου, που εντάσσεται στον δεύτερο ρυθμιστικό άξονα, και
• ενωσιακές πράξεις που αφορούν κυρίως τον πρώτο και τον τέταρτο ρυθμιστικό άξονα, δηλαδή τη δήμευση, τις δεσμεύσεις και τη διεθνή συνεργασία – εδώ ξεχωρίζουν σήμερα η Οδηγία 2014/42/EE για τη δήμευση και ο
Σελ. 10
Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1805 για την αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης, ενώ εκκρεμεί, σε συνέχεια σχετικής πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2022, η υιοθέτηση και μιας νέας Οδηγίας, που θα διευρύνει ακόμη περισσότερο το πεδίο εφαρμογής και τη δραστικότητα των ενωσιακών δημευτικών ρυθμίσεων.
Οι ανωτέρω τέσσερεις, διαρκώς εξελισσόμενοι άξονες του μοντέλου εμφανίζουν, αναλυτικότερα, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά.
III. Πρώτος ρυθμιστικός άξονας: Επανασχεδιασμός και αναβάθμιση της δυναμικής της κύρωσης της δήμευσης
Ο πρώτος ρυθμιστικός άξονας, ποινικής καταρχήν φύσης, έχει ως στόχο να διευκολύνει στο μέγιστο δυνατό βαθμό την αποστέρηση περιουσιακών στοιχείων που προκύπτουν από εγκλήματα, αφενός αίροντας ή μετριάζοντας ουσιαστικές ή δικονομικές προϋποθέσεις επιβολής της κλασικής μορφής δήμευσης, οι οποίες θεωρήθηκε ότι την καθιστούσαν δυσκίνητη και αναποτελεσματική, και αφετέρου δημιουργώντας νέα εργαλεία δικονομικού καταναγκασμού, προς διασφάλιση του status quo των εκάστοτε ύποπτων περιουσιακών στοιχείων μέχρι να κριθεί με κάποιον οριστικό δικαστικό τίτλο αν θα επιβληθεί δήμευση σε αυτά.
Σελ. 11
Η κλασική δήμευση, ειδικότερα, εμφανιζόμενη ως μέρος της ποινής σε βάρος ενός προσώπου για την τέλεση από αυτό συγκεκριμένου εγκλήματος, προϋπέθετε αφενός την έκδοση καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του συγκεκριμένου προσώπου-δράστη (: αυτουργού ή συμμετόχου) για το συγκεκριμένο έγκλημα και αφετέρου διπλή σύνδεση του δημευτέου περιουσιακού στοιχείου τόσο με το συγκεκριμένο έγκλημα (: αιτιακή-αντικειμενική σύνδεση του περιουσιακού στοιχείου με το έγκλημα, υπό την έννοια π.χ. είτε της αποδεδειγμένης προέλευσής του από αυτό είτε της αποδεδειγμένης χρησιμοποίησής του για την τέλεση αυτού) όσο και με τον δράστη του εγκλήματος (: προσωπική σύνδεση του περιουσιακού στοιχείου με τον δράστη, υπό την έννοια π.χ. ότι τούτο ανήκει σ’ αυτόν κατά τον χρόνο επιβολής της δήμευσης). Οι ανωτέρω προϋποθέσεις, εξάλλου, έπρεπε να αποδεικνύονται με βάση τους αποδεικτικούς κανόνες της ποινικής δίκης, ήτοι π.χ. με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης ή την αρχή του σχηματισμού πεποίθησης πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, ανάλογα με το αποδεικτικό μέτρο που υιοθετείτο από κάθε εθνική ποινική δικονομία. Παραπέρα, οι ίδιες προϋποθέσεις προσδιόριζαν έμμεσα και τη δυνατότητα λήψης μέτρων δικονομικού καταναγκασμού προς αποτροπή π.χ. του κινδύνου εξαφάνισης ύποπτων περιουσιακών στοιχείων μέχρι τη δικαστική κρίση περί της τύχης αυτών (: έστω και αν εδώ αρκούσαν απλές ενδείξεις), ενώ και αυτά τα ίδια τα μέτρα καταναγκασμού δεν ήταν πάντα δεδομένο ότι μπορούσαν να ανταποκρίνονται στα προβλήματα που θέτουν νέες μορφές άυλων περιουσιακών στοιχείων.
Έχοντας ως αφετηρία την ανωτέρω κατάσταση, και λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις αυξημένες δυνατότητες που παρέχουν το σύγχρονο δίκαιο και η σύγχρονη οικονομία στον δράστη κάθε εγκλήματος να μεταλλάσσει διαρκώς και με μεγάλη ταχύτητα τη θέση, τη φύση ή / και τον τυπικό φορέα των περιουσιακών στοιχείων που αυτός αποκτά (π.χ. με τη λογιστικοποίηση του ενσώματου χρήματος και τις κινήσεις μεγάλων ποσών μέσω τραπεζικών λογαριασμών, με διαρκείς επανεπενδύσεις σε υλικά ή άυλα αγαθά ή με τη θέση των περιουσιακών στοιχείων υπό τον μανδύα ελεγχόμενων νομικών προσώπων ή παρένθετων φυσικών προσώπων), κρίθηκε ότι απαιτούνταν ο επανασχεδιασμός της κύρωσης της δήμευσης, αν στόχος ήταν πράγματι να αναλάβει αυτή έναν ενεργό ρόλο ως εργαλείο αντεγκληματικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκαν σταδιακά, σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, θεσμικά πρότυπα νέων μορφών δήμευσης, τα οποία:
Σελ. 12
(α) διευρύνουν τον κύκλο των δυνάμενων να δημεύονται περιουσιακών στοιχείων, εντάσσοντας π.χ. εδώ «κάθε οικονομικό πλεονέκτημα» που προέρχεται από το έγκλημα, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους απώτερων και απώτατων υποκαταστάτων του άμεσου προϊόντος και των καρπών αυτών, ή –επί αδυναμίας δήμευσης των ανωτέρω– και κάθε νόμιμο περιουσιακό στοιχείο του δράστη του εγκλήματος ίσης αξίας (: διεύρυνση αντικειμενικών ορίων δήμευσης), (β) καθιστούν εφικτή την επιβολή δήμευσης ακόμη και σε περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν καταρχήν εμπλοκή στην τέλεση του αδικήματος συσχέτισης του παράνομου περιουσιακού στοιχείου (: διεύρυνση υποκειμενικών ορίων δήμευσης), (γ) επιδιώκουν να διευκολύνουν την απόδειξη της ιδιότητας περιουσιακών στοιχείων ως εγκληματικών προϊόντων, εισάγοντας
Σελ. 13
π.χ. μαχητά τεκμήρια εγκληματικής προέλευσής τους εφόσον συντρέχουν άλλα αντικειμενικά στοιχεία–ενδείξεις, όπως η δυσαναλογία της αξίας τους προς τα νόμιμα εισοδήματα του φορέα τους-δράστη του εγκλήματος, ή αλλάζοντας το σύνηθες μέτρο απόδειξης της ποινικής δίκης (: τροποποίηση ποινικών αποδεικτικών κανόνων με εισαγωγή μαχητών τεκμηρίων ή αλλαγή του μέτρου απόδειξης), (δ) επιτρέπουν την επιβολή δήμευσης ακόμη και χωρίς έκδοση καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του φορέα του περιουσιακού στοιχείου για κάποιο έγκλημα, όταν αυτή δεν καθίσταται δυνατή για διάφορους λόγους, όπως είναι π.χ. ο θάνατος ή η φυγοδικία (: τροποποίηση διαδικαστικών προϋποθέσεων για την επιβολή της κύρωσης) και (ε) προβλέπουν μέτρα εξασφαλιστικά της κατάστασης ύποπτων περιουσιακών στοιχείων (π.χ. «πάγωμα» τραπεζικών λογαριασμών, κατάσχεση ακινήτων), προκειμένου αυτά να μην κινδυνεύουν να «εξαφανιστούν», μέχρι να μπορέσει να κριθεί οριστικά αν ανήκουν στον κύκλο των δημευτέων και να εκδοθεί, έτσι, ο σχετικός εκτελεστός αποστερητικός τίτλος (: υποστήριξη της κύρωσης της δήμευσης με νέα μέσα δικονομικού καταναγκασμού).
Δυνάμει των ως άνω νέων θεσμικών προτύπων, για τη διάκριση των οποίων έναντι της κλασσικής δήμευσης επικράτησαν σύντομα και νεοπαγείς όροι, η κύρωση της δήμευσης μπορεί πλέον να επιβάλλεται σε κάθε περιουσιακό στοιχείο που αποκτά ο δράστης μέσω του εγκλήματός του, όποια μεταλλαγμένη μορφή και αν έχει προσλάβει αυτό κατά τον χρόνο επιβολής της κύρωσης (: δήμευση όχι μόνο των άμεσων, αλλά και των έμμεσων προϊόντων, ήτοι των κάθε είδους υποκαταστάτων των άμεσων προϊόντων, αλλά και των καρπών των άμεσων προϊόντων ή των υποκαταστάτων τους), χωρίς να παίζει ρόλο, μάλιστα, αν ο δράστης έχει πεθάνει ή αν το έγκλημα έχει παραγραφεί ή αν για κάποιο άλλο λόγο γενικότερα,
Σελ. 14
όπως είναι π.χ. η φυγοδικία, δεν είναι εφικτή η διεξαγωγή της δίκης και, έτσι, δεν είναι δυνατή ούτε η έκδοση καταδικαστικής απόφασης (: δήμευση χωρίς καταδίκη). Υπό προϋποθέσεις, επίσης, η δήμευση μπορεί να καταλαμβάνει και περιουσιακά στοιχεία ενός προσώπου που πιθανολογείται ότι προήλθαν από άλλα αδικήματα, σε σχέση με αυτό για το οποίο το συγκεκριμένο πρόσωπο καταδικάζεται (: εκτεταμένη δήμευση), ή τα οποία ανήκουν σε τρίτο πρόσωπο, σε σχέση με αυτό που καταδικάζεται, το οποίο δεν φέρει ευθύνη για κάποιο ποινικό αδίκημα (: δήμευση σε βάρος τρίτου). Βάσει συμπληρωματικών δημευτικών τύπων, εξάλλου, όπως η αναπληρωματική δήμευση ή η αναπληρωματική χρηματική ποινή, η κύρωση της δήμευσης μπορεί να έχει ως αντικείμενο ακόμη και νόμιμα περιουσιακά στοιχεία ισοδύναμης αξίας με αυτή των (άμεσων ή έμμεσων) προϊόντων, όταν τα τελευταία έχουν μεταβιβαστεί ή αναλωθεί ή δεν μπορούν να βρεθούν, γεγονός που μετατρέπει τελικά τη δήμευση, από κύρωση στρεφόμενη κατά συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων (άμεσης ή έμμεσης) εγκληματικής προέλευσης, σε κύρωση στρεφόμενη κατά της περιουσίας γενικά ως συνόλου αξίας, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν σώζεται ακόμη στα χέρια του δράστη η αρχικώς κτηθείσα παράνομη ωφέλεια (: δήμευση αξίας).
Παράλληλα, προς διασφάλιση του κρατικού ελέγχου επί των ύποπτων κάθε φορά περιουσιακών στοιχείων, μέχρι την οριστική κρίση με εκτελεστό τίτλο της τύχης αυτών, και κατ’ αντιστοιχία τόσο προς τους νέους τύπους δήμευσης, που μπορούν να πλήττουν π.χ. ακόμη και άυλα ή νόμιμα περιουσιακά στοιχεία, όσο και προς τους αυξημένους κινδύνους μετακίνησης αυτών των στοιχείων στη σύγχρονη οικονομία, δημιουργήθηκαν σε επίπεδο διεθνούς δικαίου και θεσμικά πρότυπα νέων εργαλείων δικονομικού καταναγκασμού (π.χ. δυνατότητα για άμεσο πάγωμα λογαριασμών με διάταξη εισαγγελικών ή διοικητικών αρχών πριν την έκδοση κανονικής απόφασης δέσμευσης αυτών) ή / και διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής ή / και ελαττώθηκαν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης προϋφιστάμενων κλασικών εργαλείων, όπως αυτών της δέσμευσης ή της κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων (π.χ. δυνατότητα δέσμευσης και νόμιμων περιουσιακών στοιχείων ενόψει της δυνατότητας επιβολής εν συνεχεία αναπληρωματικής δήμευσης, δυνατότητα λήψης των μέτρων με πιο χαλαρές αποδεικτικές προϋποθέσεις). Με τον τρόπο αυτό ενισχύθηκε έτι περαιτέρω η πρακτική αποτελεσματικότητα των δημευτικών ρυθμίσεων, και, κυρίως, ακόμη και αν κρινόταν ότι αυτές εισάγουν σε κάποιες περιπτώσεις μορφώματα με προεχόντως προληπτικές ή αποκαταστατικές στοχεύσεις, φέροντας αντίστοιχα προεχόντως αστική φύση, τούτες θωρακίστηκαν, σε κάθε περίπτωση, στο πεδίο εφαρμογής τους, με μέτρα δικονομικού καταναγκασμού υπέρτερης δραστικότητας σε σύγκριση με αυτά που διαθέτει το αστικό δίκαιο.
Σελ. 15
IV. Δεύτερος ρυθμιστικός άξονας: Ποινικοποίηση πράξεων πρόσδοσης νομιμοφάνειας σε περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης καθώς και πράξεων κτήσης/κατοχής τους (η τυποποίηση του αδικήματος του ξεπλύματος)
Ο δεύτερος ρυθμιστικός άξονας, αμιγώς ποινικής φύσης, αποβλέπει, κάνοντας χρήση του ποινικού δικαίου, στην ανάσχεση συμπεριφορών, είτε του δράστη είτε τρίτων, που στοχεύουν στην πρόσδοση νομιμοφάνειας στα περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης. Η διαδικασία αυτή, γνωστή ως «ξέπλυμα χρήματος», μπορεί, προφανώς, να υπονομεύει τόσο την κρατική προσπάθεια δήμευσης των παράνομων περιουσιακών στοιχείων (: στο μέτρο που συγκαλύπτει την ταυτότητά τους) όσο και την κρατική προσπάθεια εντοπισμού και τιμώρησης του δράστη (: στο μέτρο που απαλείφει τα ίχνη που οδηγούν σ’ αυτόν). Προκειμένου να την ανασχέσει, η διεθνής νομοθετική πρακτική επέλεξε, πρωταρχικά, τη θέσπιση ποινικών διατάξεων που καθιστούν αξιόποινη τη συμπεριφορά όσων μετέχουν σ’ αυτήν την διαδικασία με οποιονδήποτε τρόπο, προβαίνοντας έτσι στην τυποποίηση του εγκλήματος του ξεπλύματος χρήματος.
Με την τυποποίηση του συγκεκριμένου εγκλήματος συνάφειας –στην περιγραφή του οποίου εντάχθηκαν μάλιστα εξαρχής, χάριν εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων, όχι μόνο πράξεις που κατατείνουν στην πρόσδοση νομιμοφάνειας σε περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης («γνήσιο ξέπλυμα»), αλλά και πράξεις απλής απόκτησης, κατοχής ή χρήσης τέτοιων περιουσιακών στοιχείων («μη γνήσιο ξέπλυμα»)– και τη συσχέτιση αυτού με όσο το δυνατόν περισσότερα «βασικά» αδικήματα, ήτοι αδικήματα παραγωγής παράνομων περιουσιακών στοιχείων, δημιουργήθηκε, παράλληλα, και μια νέα νομική βάση, η οποία μπορεί να λειτουργεί ως αυτοτελές έρεισμα ποινικής ευθύνης, συμπληρωματικά προς το έρεισμα που παρέχουν ήδη τα βασικά αδικήματα, τόσο για τη δίωξη του δράστη του βασικού αδικήματος (: στον βαθμό που ποινικοποιείται και το αυτοξέπλυμα και, μάλιστα, κατά περίπτωση, με χαρακτηριστικά διαρκούς εγκλήματος), όσο και για τη δέσμευση και τη δήμευση των προϊόντων των βασικών αδικημάτων (: κατά τον βαθμό που αυτά φέρονται πλέον, εφόσον μεσολαβήσουν πράξεις ξεπλύματος, και ως προϊόντα ενός νέου εγκλήματος, αυτού του ξεπλύματος, ή κατά τον βαθμό που αυτά υπάγονται πλέον στις δημευτικές ρυθμίσεις και με την ιδιότητα του υλικού αντικειμένου του εγκλήματος του ξεπλύματος). Έτσι επιτυγχάνεται, ουσιαστικά, και η υπέρβαση εμποδίων στη δίωξη που μπορούν να θέτουν οι κανόνες για την παραγραφή (: εφόσον δεν έχουν αναγνωριστεί στην οικεία κάθε φορά έννομη τάξη διατάξεις που να επιτρέπουν π.χ. και δήμευση χωρίς καταδί-
Σελ. 16
κη) ή την αδυναμία πλήρους συγκεκριμενοποίησης και απόδειξης του εκάστοτε βασικού αδικήματος.
V. Τρίτος ρυθμιστικός άξονας: Δημιουργία νέων κρατικών ελεγκτικών αρχών και ανάθεση αστυνομικών κατ’ ουσία καθηκόντων σε οντότητες του ιδιωτικού τομέα με στόχο την αποτελεσματικότερη ανίχνευση παράνομων περιουσιακών στοιχείων και την ανάσχεση πράξεων συγκάλυψής τους
Ο τρίτος ρυθμιστικός άξονας, που συγκροτείται κυρίως από διατάξεις διοικητικού δικαίου, στοχεύει στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των εθνικών μηχανισμών ανίχνευσης των παράνομων περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανόμενης και της προληπτικής ανάσχεσης κάθε προσπάθειας πρόσδοσης νομιμοφάνειας σ’ αυτά. Εδώ ανήκουν καταρχάς ρυθμίσεις που καθιδρύουν νέες κρατικές ελεγκτικές αρχές ή αναβαθμίζουν ήδη υφιστάμενες. Εδώ ανήκουν, όμως, παραπέρα, κατεξοχήν, ρυθμίσεις που υιοθετούν ένα νέο πρότυπο διεύρυνσης των εθνικών ελεγκτικών μηχανισμών, προάγοντας την σύζευξη σε αυτούς και ιδιωτών. Ειδικότερα, αναγνωρίζοντας τις πεπερασμένες ελεγκτικές δυνατότητες των παραδοσιακών κρατικών οργάνων, και παράλληλα με την αναδιοργάνωση και ενίσχυση αυτών, μέσω της πρόβλεψης για τη δημιουργία και νέων εξειδικευμένων ως προς τους στόχους τους αρχών, η σύγχρονη διεθνής πρακτική στράφηκε και προς νέες κατευθύνσεις με την υποχρεωτική ανάθεση κατ’ ουσία ελεγκτικών-αστυνομικών αρμοδιοτήτων σε εκείνες τις οντότητες του ιδιωτικού τομέα τις οποίες αναμένεται συνήθως να προσεγγίζουν οι δράστες αδικημάτων, όταν επιδιώκουν να προσδώσουν νομιμοφάνεια ή να αξιοποιήσουν το προϊόν των εγκλημάτων τους. Έτσι, προωθήθηκε θεσμικά η δημιουργία ενός διευρυμένου μηχανισμού παρακολούθησης των συναλλαγών με συμμετοχή ιδιωτών, που έχει ως στόχο του να εντοπίζει περιουσιακά στοιχεία εγκληματικής προέλευσης, να σταματά κάθε προσπάθεια νομιμοποίησής τους και να «καταδίδει» τον κάτοχό τους (μέσω της υποβολής συναφών αναφορών) στις αρμόδιες κρατικές διωκτικές αρχές. Οι ρυθμίσεις που διέπουν τον ανωτέρω συγκροτούμενο και από ιδιώτες ελεγκτικό μηχανισμό, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις που αφορούν τις νέες κρατικές ελεγκτικές αρχές, συγκροτούν τον λεγόμενο προληπτικό-διοικητικού δικαίου άξονα του νέου μοντέλου, ο οποίος αντιδιαστέλλεται συνήθως προς τους δύο προαναφερθέντες κατασταλτικούς-ποινικοδικαιικούς άξονες, που δομούνται γύρω από την κύρωση της δήμευσης και την τυποποίηση του αδικήματος του ξεπλύματος.
Ο τρίτος ρυθμιστικός άξονας βρίσκει έτσι έκφραση, καταρχάς, σε μια σειρά διατάξεων των διεθνών κειμένων, οι οποίες προβλέπουν την καθίδρυση ειδικών κρατικών αρχών με αυξημένες αρμοδιότητες και εξουσίες. Ειδικότερα, συμπληρωματικά προς τις ήδη τυχόν υφιστάμενες εθνικές αρχές, προάγεται π.χ. η δημι-
Σελ. 17
ουργία και νέων εξειδικευμένων ως προς τους στόχους τους κεντρικών εθνικών αρχών, φερόμενων υπό την διεθνή ονομασία «Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών» (ΜΧΠ - Financial Intelligence Units / FIUs), που πρέπει να εξοπλίζονται με βελτιωμένα επιχειρησιακά εργαλεία και ευρύτερο φάσμα εξουσιών και χρήσης τεχνικών προς ανίχνευση των εγκληματικών προϊόντων και παρεμπόδιση των διαδικασιών νομιμοποίησής τους εντός κάθε εθνικής έννομης τάξης, φέροντας, φυσικά, στο πλαίσιό της την ονομασία που κάθε φορά επιθυμούν (π.χ., με αναφορά στην ελληνική έννομη τάξη, Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες). Παραπέρα, προβλέπεται η δημιουργία και ειδικών εθνικών αρχών με αρμοδιότητα είτε εν γένει την ανάκτηση των παράνομων περιουσιακών στοιχείων (Υπηρεσίες Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων - Asset Recovery Offices / AROs) είτε, ειδικότερα, τη διαχείριση αυτών, τόσο κατά το στάδιο που μεσολαβεί μεταξύ της δέσμευσης και της δήμευσής τους όσο κατά το στάδιο που έπεται της δήμευσής τους και αφορά την τελική αξιοποίησή τους (Υπηρεσίες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων - Asset Management Offices / AMOs). Στόχος, εν προκειμένω, είναι και η διασφάλιση της διεθνούς συνεργασίας στα ανωτέρω ζητήματα μέσω της άμεσης επικοινωνίας των οικείων αρχών, που καλούνται να λειτουργούν και ως εθνικά σημεία επαφής μεταξύ των κρατών.
Ο τρίτος άξονας βρίσκει όμως έκφραση, κατεξοχήν, και σε μια σειρά ρυθμίσεων οι οποίες αναθέτουν ελεγκτικά-αστυνομικά κατ’ ουσίαν καθήκοντα σε ιδιώτες-επαγγελματίες (: υπόχρεα πρόσωπα) στους οποίους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσφεύγουν οι κάτοχοι παράνομων περιουσιακών στοιχείων όταν θέλουν να τα εκμεταλλευτούν. Σε αποδέκτες των εν λόγω ρυθμίσεων ανάγονται αφενός όλοι οι πάροχοι χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και αφετέρου επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες εκτός του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που προσφέρουν στην αγορά άλλα ελκυστικά αγαθά και υπηρεσίες για τους σκοπούς του ξεπλύματος (π.χ. κτηματομεσίτες, έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας, δικηγόροι και συμβολαιογράφοι, φορολογικοί σύμβουλοι). Τα παραπάνω πρόσωπα επιφορτίζονται, μεταξύ άλλων, με τις υποχρεώσεις να εξακριβώνουν την ταυτότητα των εκάστοτε πελατών τους, να κρατούν αρχεία με τα στοιχεία αυτά, να θεσπίζουν εσωτερικές διαδικασίες για την κατάρτιση του προσωπικού τους ως προς την πρόληψη πράξεων ξεπλύματος και, κυρίως, να προβαίνουν σε αναφορές προς τις αρμόδιες κρατικές αρχές και σε «πάγωμα» συναλλαγών, όταν πιθανολογείται ότι μ’ αυτές επιδιώκεται ξέπλυμα χρήματος. Ο έτσι (: ήτοι με τη συμμετοχή ιδιωτών) συγκροτούμενος μηχανισμός, τίθεται, εξάλλου, προκειμένου να λειτουργεί πειθαρχημένα, υπό την εποπτεία και τον συντονισμό διάφορων κρα-
Σελ. 18
τικών φορέων, ανάλογα με το είδος δραστηριότητας των υπόχρεων προσώπων ενώ την ίδια στιγμή προβλέπεται η διασύνδεση όλου του μηχανισμού και των πληροφοριών που αυτός συγκεντρώνει τόσο με τις νέες εξειδικευμένες κρατικές αρχές (π.χ. τις Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών) όσο και με τα όργανα του εκάστοτε εθνικού ποινικού δικαιοδοτικού συστήματος (π.χ. τις εισαγγελίες).
VI. Τέταρτος Άξονας: Βελτιστοποίηση των εργαλείων διεθνούς συνεργασίας στα θεματικά αντικείμενα των άλλων τριών αξόνων
Ο τέταρτος ρυθμιστικός άξονας, τέλος, τέμνει οριζόντια τους τρεις προηγούμενους, έχοντας ως στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των εθνικών κρατικών φορέων σε ό,τι αφορά την ανίχνευση και δήμευση παράνομων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και την πρόληψη και δίωξη του ξεπλύματος χρήματος και των υποκείμενων βασικών αδικημάτων, σε υποθέσεις με διασυνοριακότητα, όταν δηλαδή προκύπτει η ανάγκη διεθνούς συνεργασίας. Ο ως άνω άξονας αποτυπώνεται, έτσι, σήμερα σε σειρά ρυθμίσεων των διεθνών και ενωσιακών κειμένων, οι οποίες, σε συνέχεια των ρυθμίσεων που επιδιώκουν την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στους τρεις πρώτους άξονες σε καίρια ζητήματα του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι προϋποθέσεις δήμευσης και δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων εγκληματικής προέλευσης ή η ειδική υπόσταση του αδικήματος του ξεπλύματος, θεσπίζουν, παραπέρα, υποχρεώσεις συμμετοχής στην εγκαθίδρυση και λειτουργία ευρέων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών ή/και ευέλικτων διαδικασιών παροχής διοικητικής και δικαστικής συνδρομής τόσο σε ό,τι αφορά τη δίωξη των (βασικών) αδικημάτων που παράγουν το παράνομο περιουσιακό όφελος ή του αδικήματος του ξεπλύματος όσο και σε ό,τι σχετίζεται με την επιβολή δεσμεύσεων και δήμευσης στην περιουσία εγκληματικής προέλευσης. Με τον τρόπο αυτό, ήτοι μέσω της βελτίωσης των εργαλείων διοικητικής και δικαστικής συνδρομής, προάγεται η προληπτική και διωκτική αποτελεσματικότητα όλων των εθνικών δικαιοδοτικών μηχανισμών σε όλα τα επιμέρους αντικείμενα των 3 πρώτων αξόνων (: ανίχνευση παράνομων περιουσιακών στοιχείων, δίωξη ξεπλύματος χρήματος, δήμευση).
Σελ. 19
VII. Ο κομβικός ρόλος της τυποποίησης του αδικήματος του ξεπλύματος (2ος άξονας) για την προώθηση σε διεθνές επίπεδο και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του συνολικού μοντέλου
Αξιοσημείωτο είναι ότι το μοντέλο, κατά την πορεία διεθνοποίησής του, παρότι είχε ως κυρίαρχο στόχο του την καταπολέμηση της εγκληματικότητας εν γένει, μέσω, κατεξοχήν, της δήμευσης των προϊόντων της, πρόβαλε εξαρχής προς τα έξω, ως κυρίαρχο στόχο του, την καταπολέμηση του εγκλήματος του ξεπλύματος. Η επιλογή αυτή δεν οφειλόταν σε κάποια αξιολογική προαντίληψη ότι το συγκεκριμένο έγκλημα υπερείχε σε απαξία των υπολοίπων, συνιστώντας τρόπον τινά ένα «υπερέγκλημα», που προσέβαλλε νέα και απολύτως διακριτά έννομα αγαθά έναντι εκείνων των βασικών εγκλημάτων, άλλα σε πρακτικές κυρίως αιτίες, σχετιζόμενες με την προσφορότητα της ποινικής τυποποίησης του ξεπλύματος να προάγει διεθνώς, σε νομοτεχνικό και συμβολικό επίπεδο, τους άλλους άξονες του μοντέλου, και, ιδίως, αυτόν της δήμευσης (συμπεριλαμβανομένων των συναφών μέτρων δικονομικού καταναγκασμού) και αυτόν του συγκροτούμενου από ιδιώτες μηχανισμού παρακολούθησης των συναλλαγών.
Ειδικότερα, οι πολλές, ετερόκλιτες και διεθνώς μη εναρμονισμένες ειδικές υποστάσεις των (βασικών) αδικημάτων, τα προϊόντα των οποίων επεδίωκε κανείς να ανιχνεύει και να δημεύει, δημιουργούσαν πρόβλημα τόσο σε συμβολικό-πολιτικό όσο και σε νομοτεχνικό επίπεδο, αφού δεν προσέφεραν ένα ενιαίο σημείο αναφοράς για την πολιτική προώθηση του μοντέλου ή για τη νομοτεχνική σύνδεση των επιμέρους αξόνων και πεδίων εφαρμογής του. Αντίθετα, με «σημαία» το διεθνώς εναρμονισμένο έγκλημα του ξεπλύματος και την ανάγκη καταπολέμησής του, όχι μόνο μπορούσε κανείς να προωθεί έμμεσα τα δραστικά μέτρα του μοντέλου σε σχέση με όλα τα (διαφορετικής απαξίας και διεθνώς πιθανώς μη εναρμονισμένα) εγκλήματα που συγκροτούν τον ευρύ κατάλογο των βασικών αδικημάτων, αλλά πετύχαινε να μειώνει σημαντικά και τη νομοτεχνική πολυπλοκότητα κατά τη διατύπωση των επιμέρους ρυθμίσεων του μοντέλου. Μπορούσε, έτσι, π.χ. να δομεί κανείς το σύνθετο σύστημα παρακολούθησης των συναλλαγών ή το αντίστοιχο σύστημα διεθνούς συνεργασίας σε ζητήματα διώξεων, δεσμεύσεων και δημεύσεων, με κεντρικό νομοτεχνικό σημείο αναφοράς καταρχήν το εναρμονισμένο έγκλημα του ξεπλύματος, το οποίο, ως έγκλημα συνάφειας, επιτυγχάνει έμμεσα την επέκταση της εμβέλειας των υποχρεώσεων και σε όλα τα βασικά αδικήματα, χωρίς αυτά να χρειάζεται να κατονομάζονται ρητά, ή, ενίοτε, και χωρίς να χρειάζεται καν να προσδιορίζονται με γενικά κριτήρια, όταν π.χ. υιοθετείται από τα κράτη ένα «all-crimes-approach» σε σχέση με τον ορισμό της έννοιας των βασικών αδικημάτων.
Η ως άνω πολιτική-συμβολική και νομοτεχνική προσφορότητα της ποινικής τυποποίησης του ξεπλύματος για την προώθηση και των υπολοίπων αξόνων του μο-
Σελ. 20
ντέλου είχε ως συνέπεια, μάλιστα, να αναπαραχθεί η ανωτέρω επιλογή και σε κάποιες εθνικές έννομες τάξεις, όπως η ελληνική, όπου η στοχευμένη εργαλειοποίηση αποστερητικών κυρώσεων για την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Σε τέτοιες έννομες τάξεις, το μοντέλο ενσωματώθηκε, κατ’ επέκταση, με διατάξεις που φαίνονταν να μην θέτουν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους την καταπολέμηση της συνολικής εγκληματικότητας μέσω της ανίχνευσης και δήμευσης των προϊόντων της, αλλά πρότασσαν την καταπολέμηση του αδικήματος του ξεπλύματος μέσω της οικείας ποινικής τυποποίησης, ενώ διαμόρφωναν τους άλλους άξονες του μοντέλου, ήτοι αυτούς της ανίχνευσης και δήμευσης των εγκληματικών προϊόντων ή της συναφούς διεθνούς συνεργασίας, κατ’ αναστροφή της πραγματικής σχέσης μεταξύ των αξόνων του μοντέλου, συνήθως ως δορυφόρους αυτής της τυποποίησης. Αντίθετα, σε άλλες έννομες τάξεις, όπως είναι π.χ. η γερμανική, που διέθεταν ήδη ένα επεξεργασμένο εργαλειοστάσιο αποστερητικών κυρώσεων, η διείσδυση του νέου μοντέλου είχε ως συνέπεια ότι ο προϋφιστάμενος άξονας της δήμευσης επεκτάθηκε παράλληλα μεν, σχετικά αυτόνομα όμως, έναντι των αξόνων της ποινικής τυποποίησης του ξεπλύματος και του συστήματος παρακολούθησης των συναλλαγών.
Σελ. 21
Γ. Η διαρκής διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής και της δραστικότητας των αξόνων του μοντέλου
I. Η αρχική σύνδεση του μοντέλου αποκλειστικά με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος ενόψει των προβλημάτων συμβατότητάς του με τα θεμελιώδη δικαιώματα
Η προσδοκώμενη αντεγκληματική αποτελεσματικότητα του μοντέλου δεν μπορούσε βέβαια να συγκαλύψει το γεγονός ότι τούτο ήταν σε θέση να πετύχει όσα επιδιώκει μόνο με ένα βαρύ τίμημα σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα, αφού η εφαρμογή του απαιτούσε εξ ορισμού σημαντικούς περιορισμούς σ’ αυτά. Η ενίσχυση έτσι, π.χ., της δραστικότητας της κύρωσης της δήμευσης, ιδίως μέσω των μορφών της δήμευσης τρίτου, της εκτεταμένης δήμευσης και της δήμευσης χωρίς καταδίκη, δεν ήταν δυνατή χωρίς την εισαγωγή σημαντικών περιορισμών στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία ή σε επιμέρους εγγυητικές αρχές του ποινικού δικαίου. Η τυποποίηση του αδικήματος του ξεπλύματος, παραπέρα, ιδίως στο βαθμό που αυτή επεκτάθηκε εξαρχής, για λόγους επαύξησης της διωκτικής και πρακτικής αποτελεσματικότητάς της, και σε πράξεις απλής απόκτησης, κατοχής ή χρήσης περιουσιακών στοιχείων εγκληματικής προέλευσης, συνεπαγόταν, εκ των πραγμάτων, σημαντικούς περιορισμούς για την ελευθερία και την ασφάλεια των συναλλαγών, αφού κάθε πολίτης κινδυνεύει να βρεθεί οποιοδήποτε στιγμή αντιμέτωπος με την κατηγορία της κατοχής «στιγματισμένων» περιουσιακών στοιχείων, τα οποία του μεταβιβάστηκαν από άλλους. Η «στρατολόγηση» ολοένα και περισσότερων κατηγοριών ιδιωτών και η ανάθεση κυρωτικά εξοπλισμένων, αστυνομικών κατ’ ουσία καθηκόντων σ’ αυτούς σήμαινε, ομοίως, σημαντικούς περιορισμούς για την προσωπική και επαγγελματική ελευθερία αυτών.
Οι παραπάνω εκτεταμένες αρνητικές συνέπειες για τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν προφανώς και τον σημαντικότερο λόγο για τον οποίο το μοντέλο παρουσιάστηκε αρχικά, στη Σύμβαση της Βιέννης, ως μέσο για την αντιμετώπιση μόνο συγκεκριμένων εξαιρετικά σοβαρών εγκλημάτων, όπως π.χ. αυτών της διακίνησης ναρκωτικών, που τελούνται συνήθως από εγκληματικές οργανώσεις.


