-
Αγοράζονται συχνά μαζί
Συνδυαστική Προσφορά
X1ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - Βιβλίο (έντυπο)+Βιντεοσκοπημένα (Εκπαίδευση/Εκδηλώσεις)Τιμή 130,00 €X1Ο ΝΕΟΣ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ (Ν 4738/2020) – 4ο ΤΜΗΜΑ - (ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ)=Σύνολο:από 220,00 €
149,00 €
έκπτωση 32.27%
ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
- Έκδοση: 4η 2021
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 640
- ISBN: 978-960-654-365-4
- Black friday εκδόσεις: 10%
Η 4η έκδοση του βιβλίου Πτωχευτικό Δίκαιο» κατέστη αναγκαία, ενόψει του ότι ο Ν 4738/2020 (Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίες και άλλες διατάξεις»), τον οποίον ο συγγραφέας για λόγους που εξηγούνται στο βιβλίο επιλέγει να αποκαλεί Κώδικα Αφερεγγυότητας» (ΚΑφ»), όπως ισχύει μετά τον Ν 4818/2021, τροποποίησε σε μεγάλη έκταση το ελληνικό δίκαιο των συλλογικών διαδικασιών. Πρόκειται για πολλές ποσοτικές και ποιοτικές μεταβολές.
Το εγχειρίδιο αναλύει όλες τις νέες ρυθμίσεις σχετικά με:
• Την πτώχευση
• Τη διαδικασία εξυγίανσης
• Τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων
• Την απαλλαγή
• Τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου
• Τους διαχειριστές αφερεγγυότητας
• Τα εξωπτωχευτικά μέτρα μη εξυπηρετούμενων δανείων
• Τους ευάλωτους οφειλέτες (προστασία κύριας κατοικίας)
• Το διεθνές πτωχευτικό δίκαιο
Το έργο αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για τον νομικό της πράξης και πολύτιμο βοήθημα για τον φοιτητή.
| ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ | |
| ΠΡΟΛΟΓΟΣ 4ης ΕΚΔΟΣΗΣ | Σελ. IX |
| ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ | Σελ. XXI |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΤΑ γενικΑ ζητΗματα του δικαΙου ΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ | |
| § 1. Ο «μελαγχολικός» κλάδος του εμπορικού δικαίου – «Πτώχευση» και «συλλογικές διαδικασίες» – Οι αισιόδοξες πλευρές του ΠτΔ | Σελ. 1 |
| § 2. Η «πρώτη γενιά» των πτωχευτικών νομοθεσιών: Κύρωση και εκκαθάριση – Κριτική | Σελ. 7 |
| § 3. Η «δεύτερη γενιά» των πτωχευτικών νομοθεσιών: Η στροφή προς την εξυγίανση | Σελ. 12 |
| A. Η διεθνής νομοθετική κίνηση προς τη διατήρηση και διάσωση της επιχείρησης | Σελ. 12 |
| B. Η ελληνική εξυγιαντική νομοθεσία του 1983 | Σελ. 14 |
| § 4. Η «τρίτη γενιά» του πτωχευτικού δικαίου: Η κριτική της εξυγίανσης και η επιστροφή στην προστασία των πιστωτών | Σελ. 14 |
| § 5. Ο Πτωχευτικός Κώδικας του 2007 και η προστασία των πιστωτών | Σελ. 18 |
| § 6. Ο νέος Κώδικας Αφερεγγυότητας του 2020 (ν. 4738/2020) | Σελ. 24 |
| § 7. Ορισμένα αλλοδαπά δίκαια | Σελ. 26 |
| Α. Το γαλλικό δίκαιο | Σελ. 26 |
| Β. Το γερμανικό και το αυστριακό δίκαιο | Σελ. 27 |
| Γ. Το ιταλικό δίκαιο | Σελ. 29 |
| Δ. Το ελβετικό δίκαιο | Σελ. 30 |
| Ε. Το ισπανικό και το πορτογαλικό δίκαιο | Σελ. 31 |
| ΣΤ. Το αγγλικό και το κυπριακό δίκαιο | Σελ. 31 |
| Ζ. Το αμερικανικό δίκαιο | Σελ. 33 |
| Η. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης | Σελ. 34 |
| § 8. Η θέση του ΠτΔ στο δίκαιο – Ιδίως η σχέση του με την πολιτική δικονομία | Σελ. 34 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ Η ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ | |
| § 9. Η πρόληψη της πτώχευσης και η διάγνωση της αφερεγγυότητας | Σελ. 39 |
| § 10. Εξωπτωχευτικές συμφωνίες για την αποτροπή της πτώχευσης | Σελ. 42 |
| § 11. Προπτωχευτικοί συμβιβασμοί | Σελ. 45 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΟΙ ΠΡΟΠΤΩΧΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΟΥ Ν. 4738/2020 | |
| § 12. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης των οφειλών (άρθρα 5 επ.) | Σελ. 47 |
| Α. Γενικά – πεδίο εφαρμογής | Σελ. 48 |
| Β. Η πρώτη φάση της διαδικασίας: Η αίτηση | Σελ. 51 |
| Γ. Η δεύτερη φάση της διαδικασίας: Η διαπραγμάτευση της σύμβασης αναδιάρθρωσης | Σελ. 54 |
| Δ. Η τρίτη φάση της διαδικασίας: Οι τρόποι σύναψης της σύμβασης αναδιάρθρωσης | Σελ. 54 |
| Ε. Σύμβαση αναδιάρθρωσης με το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (άρθρα 21 έως 23) | Σελ. 57 |
| ΣΤ. Περιεχόμενο και αποτελέσματα της σύμβασης αναδιάρθρωσης | Σελ. 61 |
| Ζ. Τήρηση ή αθέτηση της σύμβασης αναδιάρθρωσης | Σελ. 64 |
| Η. Φορολογικές, διοικητικές κλπ. διευκολύνσεις (άρθρα 170 και 171 § 1) | Σελ. 65 |
| Θ. Τελικές παρατηρήσεις | Σελ. 65 |
| § 13. Η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης (άρθρα 31 επ.) | Σελ. 66 |
| A. Γενικά | Σελ. 68 |
| Β. Τα όργανα της διαδικασίας | Σελ. 71 |
| Γ. Προϋποθέσεις της διαδικασίας – Η αίτηση επικύρωσης | Σελ. 73 |
| Δ. Η «αυτοδίκαιη» αναστολή της εκτέλεσης και τα άλλα προληπτικά μέτρα (άρθρο 50) | Σελ. 80 |
| Ε. Τα δικαστικά προληπτικά μέτρα και ο διορισμός ειδικού εντολοδόχου (άρθρα 50 § 4 και 51) | Σελ. 83 |
| ΣΤ. Προληπτικά μέτρα πριν από την κατάθεση της αίτησης για επικύρωση της συμφωνίας (άρθρο 53) - Ανάκληση ή μεταρρύθμιση των προληπτικών μέτρων (άρθρο 52 § 1) | Σελ. 84 |
| Ζ. Η συμφωνία εξυγίανσης – Το περιεχόμενό της – Η νομική φύση | Σελ. 85 |
| Η. Η σύναψη της συμφωνίας | Σελ. 92 |
| Θ. Η θέση των μετόχων – Η μετοχική κωλυσιεργία και το άρθρο 35 | Σελ. 96 |
| Ι. H δικαστική επικύρωση της συμφωνίας (άρθρο 54) | Σελ. 103 |
| ΙΑ. Αποτελέσματα της επικύρωσης (άρθρο 60 επ.) | Σελ. 108 |
| ΙΒ. Ειδικά: Η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη (άρθρο 64) | Σελ. 111 |
| ΙΓ. Τροποποίηση της επικυρωθείσας συμφωνίας (άρθρο 59) | Σελ. 114 |
| ΙΔ. Ανατροπή της συμφωνίας εξυγίανσης μετά την επικύρωση και δικαιώματα των πιστωτών (άρθρο 63) | Σελ. 115 |
| ΙΕ. Φορολογικές, διοικητικές κλπ. διευκολύνσεις | Σελ. 116 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤηΣ πτωχευσηΣ κατA τΟ νEο (2020) ΚΩΔΙΚΑ αφερεγγυOτητας (ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ) | |
| § 14. Η νέα νομοθεσία για την πτώχευση (άρθρα 75 επ. ΚΑφ) | Σελ. 117 |
| Α. Το άρθρο 75 ΚΑφ | Σελ. 117 |
| Β. Το συμφέρον των πιστωτών ως βασική παράμετρος του νέου δικαίου της πτώχευσης | Σελ. 119 |
| Γ. Άλλα συμφέροντα | Σελ. 121 |
| Δ. Ορισμένα σημαντικά χαρακτηριστικά της πτώχευσης κατά τον ΚΑφ | Σελ. 121 |
| Ε. Οι νέες διαστάσεις του δικαίου της πτώχευσης | Σελ. 124 |
| Ζ. Μεταβατικό δίκαιο | Σελ. 127 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ | |
| § 15. Υποκειμενική προϋπόθεση: Πτωχευτική ικανότητα φυσικών και νομικών προσώπων | Σελ. 130 |
| § 16. Αντικειμενικές προϋποθέσεις: Λόγοι κήρυξης της πτώχευσης και επάρκεια ενεργητικού | Σελ. 137 |
| A. Γενικά: Αίτια και συμπτώματα της κρίσης | Σελ. 137 |
| Πίνακας Ι: Αίτια της κρίσης | Σελ. 138 |
| Πίνακας ΙΙ: Συμπτώματα της κρίσης | Σελ. 139 |
| B. Η «παύση πληρωμών» (άρθρο 77 §§ 1 και 2) | Σελ. 144 |
| Γ. Η «επαπειλούμενη» αδυναμία εκπλήρωσης (άρθρο 77 § 3) | Σελ. 152 |
| Δ. Η (καταργηθείσα) «πιθανότητα αφερεγγυότητας» | Σελ. 155 |
| Ε. Η ύπαρξη ικανού ενεργητικού (άρθρο 77 § 4) | Σελ. 155 |
| § 17. Ποιος μπορεί να ζητήσει την κήρυξη της πτώχευσης – Η αίτηση πτώχευσης (άρθρο 79) | Σελ. 159 |
| A. Οι πιστωτές με έννομο συμφέρον | Σελ. 160 |
| B. Ο οφειλέτης | Σελ. 165 |
| Γ. Ο εισαγγελέας πρωτοδικών για λόγους δημόσιου συμφέροντος | Σελ. 167 |
| Δ. Άλλα πρόσωπα | Σελ. 169 |
| Ε. Περιεχόμενο και κοινοποίηση της αίτησης πτώχευσης (άρθρο 79) | Σελ. 169 |
| § 18. Τα προπτωχευτικά «προληπτικά» μέτρα του άρθρου 86 | Σελ. 175 |
| § 19. Ποιος κηρύσσει την πτώχευση – Το «κέντρο των κύριων συμφερόντων» (ή η κατοικία) του οφειλέτη (άρθρο 78) | Σελ. 180 |
| § 20. Η απόρριψη της αίτησης πτώχευσης | Σελ. 185 |
| A. Καταχρηστική αίτηση πτώχευσης (άρθρο 80 § 2) | Σελ. 185 |
| Β. Άλλοι λόγοι απόρριψης της αίτησης πτώχευσης | Σελ. 188 |
| § 21. Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση (άρθρο 81) | Σελ. 189 |
| § 22. Η δημοσιότητα της πτωχευτικής απόφασης (και άλλων πράξεων) και οι αντίκλητοι | Σελ. 192 |
| § 23. Ένδικα μέσα και βοηθήματα | Σελ. 194 |
| A. Τα ένδικα μέσα | Σελ. 195 |
| Β. Πτωχευτική ανακοπή (άρθρο 82) | Σελ. 195 |
| Γ. Αίτηση ανάκλησης (άρθρο 83) | Σελ. 196 |
| § 24. Η κήρυξη της πτώχευσης «μικρού αντικειμένου» (ισχύς από 1.6.2021) | Σελ. 199 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’ DRAMATIS PERSONAE (ΤΑ «ΟΡΓΑΝΑ» ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ) | |
| § 25. Γενικά | Σελ. 205 |
| § 26. Το πτωχευτικό δικαστήριο | Σελ. 206 |
| A. Γενικά | Σελ. 206 |
| B. Οι ειδικότερες αρμοδιότητες του πτωχευτικού δικαστηρίου | Σελ. 207 |
| Γ. Οι «πτωχευτικές δίκες» | Σελ. 207 |
| Δ. Η (μη επαναληφθείσα στον ΚΑφ) «vis attractiva concursus» | Σελ. 209 |
| § 27. Ο εισηγητής δικαστής | Σελ. 211 |
| Α. Διορισμός και αντικατάσταση του εισηγητή δικαστή | Σελ. 211 |
| Β. Αρμοδιότητες και καθήκοντα | Σελ. 212 |
| § 28. Ο σύνδικος | Σελ. 214 |
| A. Γενικά: Το «δημόσιο λειτούργημα» του συνδίκου | Σελ. 215 |
| B. Ο διορισμός του συνδίκου – Ποιος ορίζεται σύνδικος – Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας – Βοηθητικά πρόσωπα | Σελ. 217 |
| Γ. Αντικατάσταση συνδίκου – Λήξη της συνδικίας | Σελ. 223 |
| Δ. Καθήκοντα (και δικαιώματα) του συνδίκου | Σελ. 224 |
| Ε. Ευθύνη του συνδίκου | Σελ. 228 |
| ΣΤ. Λογοδοσία και αμοιβή του συνδίκου | Σελ. 236 |
| § 29. Η συνέλευση των πιστωτών | Σελ. 238 |
| § 30. Το φάντασμα της πτωχευτικής διαδικασίας: Η «ομάδα των πιστωτών» | Σελ. 241 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ | |
| § 31. Γενικά | Σελ. 245 |
| § 32. Συνέπειες ως προς τον οφειλέτη | Σελ. 247 |
| A. Γενικά | Σελ. 247 |
| B. Προσωπικές συνέπειες, στερήσεις του οφειλέτη και υποχρέωση εμφάνισης και συνεργασίας του (άρθρο 91) | Σελ. 248 |
| Γ. Περιουσιακές συνέπειες: Η πτωχευτική απαλλοτρίωση (άρθρο 93) | Σελ. 255 |
| Δ. Η ανάθεση της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας στον οφειλέτη (άρθρο 94) | Σελ. 262 |
| Ε. Ποινική ευθύνη του οφειλέτη που πτώχευσε | Σελ. 265 |
| § 33. Συνέπειες ως προς τους πιστωτές: Τα είδη των πιστωτών | Σελ. 266 |
| Α. Πτωχευτικοί, μεταπτωχευτικοί, εξωπτωχευτικοί, ομαδικοί πιστωτές | Σελ. 266 |
| Β. Ειδικά για τους πτωχευτικούς πιστωτές | Σελ. 267 |
| Γ. Οι ανέγγυοι (εγχειρόγραφοι) πιστωτές | Σελ. 272 |
| Δ. Οι γενικοί προνομιούχοι πιστωτές | Σελ. 272 |
| E. Οι ασφαλισμένοι με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια («ενέγγυοι») πιστωτές | Σελ. 275 |
| ΣΤ. Οι πιστωτές «τελευταίας σειράς» | Σελ. 278 |
| Ζ. Η ισότιμη μεταχείριση των πτωχευτικών πιστωτών («par condicio creditorum») | Σελ. 280 |
| Η. Οι ομαδικοί πιστωτές (ή πιστωτές της ομάδας) | Σελ. 284 |
| § 34. Οι κατ’ ιδίαν συνέπειες ως προς τους πτωχευτικούς πιστωτές | Σελ. 288 |
| A. Η αναστολή των ατομικών διώξεων (άρθρο 100) | Σελ. 288 |
| B. Το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων (άρθρο 98) | Σελ. 297 |
| Γ. Η παύση της τοκογονίας (άρθρο 99) | Σελ. 298 |
| Δ. Η εγγραφή υποθήκης (άρθρο 139 § 2) | Σελ. 299 |
| § 35. Συνέπειες επί των εις ολόκληρον συνοφειλετών και εγγυητών (άρθρο 102) | Σελ. 300 |
| § 36. Συνέπειες επί των εταιριών | Σελ. 303 |
| § 37. Συνέπειες επί του συζύγου και των τέκνων | Σελ. 303 |
| § 38. Συνέπειες ως προς τους εργαζομένους | Σελ. 304 |
| § 39. Ορισμένες πρόσθετες παρατηρήσεις για τις συνέπειες της πτώχευσης | Σελ. 305 |
| A. Αυτοματισμός των συνεπειών | Σελ. 305 |
| B. Συνέπειες της πτώχευσης ή πτωχευτικές συνέπειες; | Σελ. 306 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’ ΤΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ | |
| § 40. H πτωχευτική περιουσία | Σελ. 309 |
| Α. Η έννοια της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 92 § 1) | Σελ. 310 |
| Β. Το «μέρος του ετήσιου εισοδήματος» του φυσικού προσώπου (άρθρο 92 §§ 2 και 3) | Σελ. 312 |
| Γ. Μεταπτωχευτική περιουσία (άρθρο 92 § 8) | Σελ. 315 |
| Δ. Ειδικά ζητήματα | Σελ. 319 |
| § 41. «Αποχωρισμός» και «πτωχευτική διεκδίκηση» | Σελ. 326 |
| A. Τα ζητήματα | Σελ. 326 |
| B. Ο αποχωρισμός (άρθρο 112) | Σελ. 326 |
| Γ. Η πτωχευτική διεκδίκηση (άρθρα 113 επ.) | Σελ. 332 |
| § 42. Η πτωχευτική ανάκληση (άρθρα 116 επ.) | Σελ. 338 |
| A. Το ζήτημα | Σελ. 338 |
| B. Γενικές προϋποθέσεις της ανάκλησης | Σελ. 341 |
| Γ. Μη ανακλητές πράξεις και ειδικές ρυθμίσεις (άρθρα 120 και 121) | Σελ. 348 |
| Δ. «Πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης» (άρθρο 117) | Σελ. 351 |
| E. «Πράξεις δυνητικής ανάκλησης» (άρθρο 118) | Σελ. 356 |
| ΣΤ. Η ανάκληση λόγω «δόλιας βλάβης των πιστωτών» (άρθρο 119 § 1) | Σελ. 360 |
| Ζ. Η ανακλητική αγωγή – Δικονομικά ζητήματα – Παραγραφή | Σελ. 362 |
| H. Αποτελέσματα της ανάκλησης (άρθρα 124, 125) | Σελ. 366 |
| Θ. Ποινικές διατάξεις | Σελ. 369 |
| § 43. Οι συμβάσεις στην πτώχευση (άρθρα 103 επ., όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4818/2021) | Σελ. 370 |
| Α. Το ζήτημα | Σελ. 370 |
| Β. Οι «εκκρεμείς και διαρκείς» συμβάσεις | Σελ. 372 |
| Γ. Οι «εκκρεμείς και διαρκείς» συμβάσεις σε περίπτωση χωριστής εκποίησης | Σελ. 374 |
| Δ. Οι «εκκρεμείς και διαρκείς» συμβάσεις σε περίπτωση συνολικής εκποίησης | Σελ. 375 |
| E. Παρεκλίνουσες ρυθμίσεις | Σελ. 379 |
| ΣΤ. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας (άρθρο 109) | Σελ. 384 |
| Ζ. Η μεταβίβαση της συμβατικής σχέσης (άρθρο 108) | Σελ. 387 |
| Η. Συμβάσεις που συνάπτονται από το σύνδικο (άρθρο 105) | Σελ. 389 |
| Θ. Η επιφύλαξη της κυριότητας (άρθρο 110) | Σελ. 389 |
| Ι. Το ζήτημα του συμψηφισμού (άρθρο 111) | Σελ. 391 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’ Η ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗ | |
| § 44. Γενικά: Πτωχευτικό και εταιρικό δίκαιο | Σελ. 397 |
| § 45. Ζητήματα που αφορούν την υπόσταση και τη λειτουργία του νομικού προσώπου που έχει πτωχεύσει | Σελ. 403 |
| § 46. Η (καταργηθείσα) συμπτώχευση των ομόρρυθμων εταίρων – ατομική πτώχευση εταίρου προσωπικής εταιρίας – αφανής εταιρία | Σελ. 408 |
| § 47. Οι ευθύνες των διοικούντων – Γενικά: Τα μοντέλα ευθύνης | Σελ. 410 |
| § 48. Οι μορφές ευθύνης των διοικούντων κατά τον ΚΑφ | Σελ. 414 |
| A. Γενικά για το ζήτημα – Το άρθρο 127 (τέως άρθρο 98 ΠτΚ) | Σελ. 414 |
| B. Η παρέλκυση της πτώχευσης (άρθρο 127 § 1) | Σελ. 417 |
| Γ. Η πρόκληση της παύσης πληρωμών (άρθρο 127 § 4) | Σελ. 425 |
| § 49. Ποινικά πτωχευτικά αδικήματα και δημοσίου δικαίου υποχρεώσεις των μελών της εταιρικής διοίκησης | Σελ. 430 |
| § 50. Η πτώχευση των ομίλων επιχειρήσεων | Σελ. 430 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ | |
| § 51. Εισαγωγικά | Σελ. 435 |
| § 52. Οι πρώτες εργασίες της πτώχευσης – Ιδίως η σφράγιση της περιουσίας του οφειλέτη | Σελ. 436 |
| § 53. Η αποσφράγιση και η απογραφή του ενεργητικού (άρθρο 141) | Σελ. 438 |
| § 54. Η παραλαβή, διαφύλαξη και διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας από το σύνδικο – Χρηματική διαχείριση – Συμβιβασμός – Λήψη χρηματοδότησης – Άλλες συμβάσεις | Σελ. 439 |
| § 55. Η απογραφή του παθητικού: Η «εξέλεγξη των πιστώσεων» (άρθρα 152 επ.) | Σελ. 444 |
| A. Γενικά | Σελ. 444 |
| B. Η αναγγελία των πιστώσεων (άρθρα 152-154) | Σελ. 445 |
| Γ. Η επαλήθευση των πιστώσεων (άρθρα 155-156) | Σελ. 449 |
| Δ. Οι αναγγελίες και επαληθεύσεις στις πτωχεύσεις «μικρού αντικειμένου» (άρθρα 78 § 2, 172 επ.) | Σελ. 451 |
| § 56. Εξυγίανση της επιχείρησης του οφειλέτη, όχι – συντήρηση, ναι | Σελ. 452 |
| § 57. Οι εκθέσεις του συνδίκου και η απόφαση των πιστωτών; | Σελ. 454 |
| § 58. Εκποιήσεις | Σελ. 454 |
| § 59. Τα επόμενα στάδια της διαδικασίας – Η κατάργηση της αναδιοργάνωσης | Σελ. 455 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’ Η ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΤΩΝ ΕΚΠΟΙΗΣΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ | |
| § 60. Πότε αρχίζει η ρευστοποίηση της περιουσίας | Σελ. 458 |
| § 61. Οι δύο τρόποι ρευστοποίησης της περιουσίας | Σελ. 458 |
| § 62. Η γενική ρευστοποίηση (εκποίηση του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου ή κατά λειτουργικά σύνολα) | Σελ. 459 |
| A. Το πρόδρομο νομοθέτημα: Τα άρθρα 68 έως 77 ν. 4307/2014 (διαδικασία ειδικής διαχείρισης) | Σελ. 460 |
| B. Η συνολική εκποίηση του ενεργητικού της επιχείρησης ή των λειτουργικών συνόλων της (άρθρα 158-161) | Σελ. 465 |
| Γ. Φορολογικές, διοικητικές κλπ. διευκολύνσεις (άρθρα 170 και 171 § 1) | Σελ. 474 |
| § 63. Η εκποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων της περιουσίας του οφειλέτη | Σελ. 475 |
| Α. Γενικά | Σελ. 475 |
| Β. Τα προκαταρκτικά του πλειστηριασμού | Σελ. 478 |
| Γ. Η διαδικασία του πλειστηριασμού (άρθρο 163 §§ 4 έως 19) | Σελ. 480 |
| Δ. Επανάληψη πλειστηριασμού | Σελ. 484 |
| Ε. Διαδικασία εκποίησης κινητών μικρής αξίας | Σελ. 485 |
| ΣΤ. Καταθέσεις στο λογαριασμό | Σελ. 485 |
| § 64. Η φύση των πράξεων εκποίησης – Ανακοπές; | Σελ. 486 |
| § 65. Οι διανομές (άρθρα 167 επ.) | Σελ. 486 |
| A. Γενικά – Ο πίνακας διανομής | Σελ. 487 |
| B. Τα ομαδικά πιστώματα | Σελ. 489 |
| Γ. Τα γενικά προνόμια (άρθρο 975 ΚΠολΔ) | Σελ. 490 |
| Δ. Ενέγγυοι πιστωτές (με ειδικά προνόμια και εμπράγματες ασφάλειες) | Σελ. 493 |
| Ε. Κατάταξη επί συρροής προνομιούχων και μη (άρθρα 977 και 977Α ΚΠολΔ) | Σελ. 494 |
| ΣΤ. Άλλες ρυθμίσεις για την κατάταξη των απαιτήσεων (άρθρο 169) | Σελ. 496 |
| Ζ. Ανέγγυοι πιστωτές – πιστωτές τελευταίας σειράς – περίσσευμα | Σελ. 497 |
| Η. Τυχαία κατάταξη και παρακράτηση ποσών (άρθρο 978 ΚΠολΔ) | Σελ. 497 |
| § 66. Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης κλπ. (άρθρο 168) | Σελ. 499 |
| § 67. Πληρωμές στους πιστωτές (άρθρο 168 § 3) | Σελ. 501 |
| § 68. Πλειστηριασμός διενεργούμενος με βάση ατομική αναγκαστική εκτέλεση | Σελ. 501 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’ H ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΚΑΙ H ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ | |
| § 69. Οι περιπτώσεις περάτωσης της πτώχευσης | Σελ. 503 |
| § 70. Η παύση των εργασιών της πτώχευσης ως λόγος περάτωσης | Σελ. 505 |
| Α. Γενικά | Σελ. 505 |
| Β. Η παλιά «παύση των εργασιών» (ΕμπΝ 637) | Σελ. 505 |
| Γ. Η σύγχρονη «παύση των εργασιών» (ΠτΚ 166, ΚΑφ 191) | Σελ. 506 |
| Δ. Αποτελέσματα της παύσης των εργασιών | Σελ. 508 |
| § 71. Η πάροδος 5ετίας, αλλά με δυνατότητα παράτασης (άρθρο 191 § 3) | Σελ. 509 |
| § 72. Τα αποτελέσματα της περάτωσης και τα τελικά βήματα της πτώχευσης | Σελ. 510 |
| Α. Τα αποτελέσματα της περάτωσης | Σελ. 510 |
| Β. Η λογοδοσία του συνδίκου (άρθρο 190) | Σελ. 511 |
| § 73. Η δυνατότητα δεύτερης πτώχευσης πριν από την περάτωση της πρώτης – «Συντρέχουσες πτωχεύσεις» | Σελ. 511 |
| § 74. Η απαλλαγή («discharge») του οφειλέτη-φυσικού προσώπου από τα χρέη (άρθρα 192 έως 196) | Σελ. 512 |
| Α. Ιστορικά | Σελ. 513 |
| B. Η απαλλαγή των φυσικών προσώπων | Σελ. 516 |
| Γ. Η απαλλαγή εκπροσώπων νομικού προσώπου | Σελ. 523 |
| Δ. Οι προδιαγραφές της Τράπεζας της Ελλάδος | Σελ. 524 |
| Ε. Φορολογικές διευκολύνσεις | Σελ. 524 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’ ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ «ΜΙΚΡΟΥ» ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ – ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΑΛΩΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ – ΤΑ ΜΗ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΑ ΔΑΝΕΙΑ (ΜΕΔ) | |
| § 75. Η απλοποιημένη διαδικασία «πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου» | Σελ. 525 |
| § 76. Οι ρυθμίσεις για την κύρια κατοικία | Σελ. 527 |
| Α. Τα πρόδρομα νομοθετήματα: Ο ν. 3869/2010 (νόμος «Κατσέλη») και ο ν. 4605/2019 | Σελ. 528 |
| B. Οι ρυθμίσεις για την κύρια κατοικία των ευάλωτων οφειλετών (άρθρα 217 έως 224) | Σελ. 532 |
| § 77. Eξωπτωχευτικά μέτρα για τα μη εξυπηρετούμενα («κόκκινα») δάνεια (ΜΕΔ) – Ο ν. 4354/2015 και ο «Κώδικας Δεοντολογίας» | Σελ. 538 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ’ ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ | |
| § 78. Το ποινικό δίκαιο της πτώχευσης | Σελ. 547 |
| ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ’ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ | |
| § 79. Βασικές πηγές και αρχές του Διεθνούς Πτωχευτικού Δικαίου | Σελ. 551 |
| Α. Τα μεγάλα ζητήματα του διεθνούς πτωχευτικού δικαίου και οι βασικές μέθοδοι επίλυσής τους | Σελ. 552 |
| Β. Το ελληνικό ιδιωτικό και δικονομικό διεθνές δίκαιο στα παραπάνω ζητήματα | Σελ. 554 |
| § 80. Το ενωσιακό δίκαιο της αφερεγγυότητας | Σελ. 556 |
| Α. Ο αρχικός κανονισμός (Καν. 1346/2000) της ΕΕ και ο διάδοχός του (Καν. 2015/848) περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας | Σελ. 556 |
| Β. «Κλαδικές» ενωσιακές ρυθμίσεις | Σελ. 575 |
| Γ. Άλλες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις για το δίκαιο της αφερεγγυότητας | Σελ. 576 |
| § 81. Η Uncitral | Σελ. 578 |
| Α. Ο Πρότυπος Νόμος (Model Law) της Uncitral του 1997 για τη διασυνοριακή πτώχευση – Ο ν. 3858/2010 | Σελ. 578 |
| Β. Παραπέρα εργασίες της Uncitral | Σελ. 583 |
| § 82. Η κρατική αφερεγγυότητα | Σελ. 584 |
| ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ | Σελ. 587 |
| ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ | Σελ. 597 |
Σελ. 1
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ
Διάγραμμα
§ 1. Ο «μελαγχολικός» κλάδος § 5.Ο Πτωχευτικός Κώδικας του 2007 του εμπορικού δικαίου – «Πτώχευση» και η προστασία των πιστωτών και «συλλογικές διαδικασίες» –
Οι αισιόδοξες πλευρές του ΠτΔ § 6. Ο νέος Κώδικας Αφερεγγυότητας
του 2020 (ν. 4738/2020)
§ 2. Η «πρώτη γενιά» των πτωχευτικών
νομοθεσιών: Κύρωση και εκκαθάριση – § 7. Ορισμένα αλλοδαπά δίκαια
Κριτική Α. Το γαλλικό δίκαιο
§ 3. Η «δεύτερη γενιά» των πτωχευτικών Β. Το γερμανικό και το αυστριακό δίκαιο
νομοθεσιών: Η στροφή προς Γ. Το ιταλικό δίκαιο
την εξυγίανση Δ. Το ελβετικό δίκαιο
A. Η διεθνής νομοθετική κίνηση Ε. Το ισπανικό και το πορτογαλικό δίκαιο προς τη διατήρηση και διάσωση ΣΤ. Το αγγλικό και το κυπριακό δίκαιο
της επιχείρησης Ζ. Το αμερικανικό δίκαιο
B. Η ελληνική εξυγιαντική νομοθεσία Η. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
του 1983
§ 4. Η «τρίτη γενιά» του πτωχευτικού δικαίου: § 8. Η θέση του ΠτΔ στο δίκαιο – Ιδίως
Η κριτική της εξυγίανσης και η επιστροφή η σχέση του με την πολιτική δικονομία
στην προστασία των πιστωτών
§ 1. Ο «μελαγχολικός» κλάδος του εμπορικού δικαίου –
«Πτώχευση» και «συλλογικές διαδικασίες» –
Οι αισιόδοξες πλευρές του ΠτΔ
Από πάνω τους ήτανε κρεμασμένα κάτι παλιά κάντρα κιτρινισμένα από την πολυκαιρία. «Ο πωλών τοις μετρητοίς και ο πωλών επί πιστώσει», που παριστάνανε από τη μια μεριά τον έναν έμπορα καλοφαγωμένον και καλοπιωμένον, με καλά ρούχα και με ναργιλέ στο χέρι, ενώ από την άλλη μεριά ήτανε παραστημένος ο καημένος ο έμπορας που χρεωκόπησε, και καθότανε κλαμένος, με τα χέρια σφιγμένα από την απελπισία, με κουρελιασμένη βράκα, κοκκαλιάρης, κι από την ανοιχτή την κάσα του είχε βγάλει ένα σωρό χαρτιά ομόλογα, σκόρπια στο σάπιο πάτωμα, και τα τρώγανε τα ποντίκια.
Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, Εκδ.Άγκυρα, 1962
Και το πτωχεύειν θέλει την τέχνην του.
Ανδρέας Συγγρός, Απομνημονεύματα, Γ’
Savoir organiser son insolvabilité, c’est un art pour l’individu sans scrupules, l’art de ne pas payer ses dettes.
Ripert, Aspects juridiques du capitalisme moderne, 2ème éd., 1951, σ. 156.
Σελ. 2
Όποιος ξοδεύγει δεκοχτώ τσε δεν σοδεύγει (=δεν έχει έσοδα) τριάντα,
Στη φυλατσή τον βάζουνε, τσαι δεν ηξέρει γιάντα.
Παροιμία Άνδρου
Ποιος είδε κράτος λιγοστό, σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει, και πενήντα να μαζεύει;
Γ. Σουρής
Ι. Ο λόγος του πτωχευτικού δικαίου (ή δικαίου της αφερεγγυότητας). Το πτωχευτικό δίκαιο (ΠτΔ) ή, γενικότερα, δίκαιο της αφερεγγυότητας, αποτελεί ένα κλάδο δικαίου, που ενεργοποιείται όταν ο οφειλέτης βρίσκεται σε τόσο κρίσιμη οικονομική κατάσταση, ώστε να μην είναι πια σε θέση να εξοφλήσει τα χρέη του. Μολονότι δεν πρόκειται για ασυνήθιστο πρόβλημα (ιδίως μάλιστα σε περίοδο οικονομικής κρίσης), οι νομικές, αλλά και οι ψυχολογικές, ατομικές και κοινωνικές συνέπειές του είναι σημαντικές. Η ουσία της παρέμβασης του ΠτΔ συνίσταται καταρχήν στη μετατροπή ενός διμερούς προβλήματος χρέους (οφειλέτης-καθένας από τους δανειστές) σε συλλογικό (οφειλέτης-όλοι οι δανειστές).
1. Η μη πληρωμή ενός χρέους αναγκάζει το δανειστή (ή «πιστωτή» – οι όροι είναι εναλλάξιμοι) να καταφύγει στα μέσα ατομικής δίωξης και ενδεχομένως αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη του. Όμως η οικονομική κατάρρευση του τελευταίου και η γενική μη πληρωμή οδηγούν μοιραία σε πολλές παράλληλες (ανταγωνιστικές όμως μεταξύ τους) ατομικές διώξεις. Δημιουργείται τότε μια σύνθετη και επικίνδυνη κατάσταση, όπου ο ίδιος ο οφειλέτης χάνει τον έλεγχο, οι δε πιστωτές του ρέπουν προς τον πανικό, με διάθεση να «συλλάβουν» όποιο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη μπορέσουν να εντοπίσουν, πριν προλάβουν οι άλλοι να κάνουν το ίδιο. Η συρροή των ατομικών διώξεων («concursus creditorum») καταλήγει σε πόλεμο πάντων κατά πάντων, απομείωση της αξίας ή και καταστροφή της επιχείρησης, αυξημένα κόστη διαδικασίας και τελικά μικρότερη συνολική ικανοποίηση των πιστωτών. Το πρόβλημα επιτείνουν τα διαφοροποιημένα συμφέροντα των πιστωτών, που δημιουργούν αποκλίνοντες στόχους: Άλλοι πιστωτές επιθυμούν να εισπράξουν όσα μπορούν αμέσως και να απεμπλακούν από τη σχέση τους με τον οφειλέτη – με ευχή να μην τον συναντήσουν ποτέ εκ νέου. Άλλοι προτιμούν να συνεχίσουν να συναλλάσσονται μ’ αυτόν και την επιχείρησή του, έστω κι αν δεν καταφέρουν να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους. Άλλοι επιμένουν μεν στη είσπραξη, πιστεύουν όμως ότι αυτό θα συμβεί μόνο αν ορθοποδήσει η επιχείρηση. Η νομική θέση των πιστωτών μπορεί επίσης να είναι ποικίλη. Άλλοι πιστωτές έχουν ήδη στα χέρια τους εκτελεστό τίτλο, άλλοι όχι. Ορισμένοι έχουν ξεκινήσει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ άλλοι δεν έχουν ακόμη προσφύγει στα δικαστήρια, με την ελπίδα ότι ο οφειλέτης θα μπορέσει να τους πληρώσει. Ορισμένοι πιστωτές έχουν απαιτήσεις, που δεν έχουν ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμες. Άλλοι έχουν ασφάλειες και άλλοι όχι. Η ποικιλία των συμφερόντων και της νομικής
Σελ. 3
θέσης των πιστωτών και η αναρχία των ατομικών διώξεων αναδεικνύουν την αδυναμία των μέσων που προσφέρει το δίκαιο της ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης για αποτελεσματική και δίκαιη μεταχείριση των πιστωτών.
2. Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στους πιστωτές. Ο ίδιος ο οφειλέτης βιώνει τις δυσμενείς συνέπειες (νομικές, οικονομικές, κοινωνικές) της αδυναμίας του να σταθεί στην αγορά ή, αν δεν είναι επιχειρηματίας, στην κοινωνία. Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, εξωθείται συχνά σε δόλιες μεθοδεύσεις: Ριψοκίνδυνη διαχείριση των περιουσιακών του δοσοληψιών, απόκρυψη ή μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων στους οικείους του, ικανοποίηση των πιεστικότερων πιστωτών του, εξαφάνιση εγγράφων και βιβλίων, φυγή σε άλλη χώρα. Δραματικές μπορεί να είναι οι επιπτώσεις της αφερεγγυότητας και σε τρίτους μη πιστωτές, όπως είναι οι εργαζόμενοι, οι πελάτες, οι προμηθευτές, τα μέλη του δικτύου διανομής, γενικά δε η οικονομία και το Δημόσιο. Ο σύζυγος και οι συγγενείς βιώνουν και αυτοί το δράμα. Σοβαρός είναι εξάλλου ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης σε άλλους οφειλέτες, αφού η μη πληρωμή ενός χρέους οδηγεί συχνά σε αδυναμία του δανειστή να είναι ενήμερος στις δικές του υποχρεώσεις. Ένα αποτέλεσμα «ντόμινο» (domino effect) μπορεί να πλήξει μια σειρά επιχειρήσεων, έναν ολόκληρο κλάδο, μια περιφέρεια ή και μια ολόκληρη οικονομία («συστημικός κίνδυνος»).
3. Έτσι, η γενική αδυναμία πληρωμής των χρεών από πρόβλημα ατομικό γίνεται πλέον συλλογικό και σε μεγάλο βαθμό κοινωνικό. Αποστολή του ΠτΔ είναι να παρέμβει στο σημείο αυτό και να επιδιώξει την ενιαία σύλληψη και αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας. Η παρέμβαση αυτή «διαταράσσει τη νομική οικολογία», τον κανόνα δηλ. της ατομικής επιδίωξης των απαιτήσεων, και εισάγει ειδικούς κανόνες και μεθόδους, που συγκροτούν την «πτώχευση».
ΙΙ. Η μέθοδος του ΠτΔ. Σε γενικές γραμμές το ΠτΔ λειτουργεί ως εξής: Όταν η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη καταστεί κρίσιμη και η πληρωμή των χρεών του προβληματική, υπάρχει η δυνατότητα να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση η πτώχευσή του. Με την κήρυξη της πτώχευσης οι διώξεις εναντίον του οφειλέτη «παγώνουν» και ο ίδιος υφίσταται ορισμένους περιορισμούς: Κυρίως δεν μπορεί πλέον να διαχειρισθεί ή να διαθέσει την περιουσία του, ούτε να προβεί σε καταβολές χρεών. Οι εξουσίες αυτές μεταβαίνουν σε κάποιο ειδικό όργανο που διορίζεται από το δικαστήριο, το «σύνδικο». Βασικές αρχές (ή μέθοδοι) της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η αρχή της καθολικότητας και η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των πιστωτών («par condicio creditorum»). H πρώτη έχει δύο όψεις: Από πλευράς μεν ενεργητικού σημαίνει ότι αντικείμενο της διαδικασίας είναι όλη η περιουσία του οφειλέτη (βλ. παρακάτω, § 40). Από πλευράς δε παθητικού ότι στη διαδικασία μετέχουν όλοι οι πιστωτές, αποτελώντας «κοινωνία ζημίας» (βλ. παρακάτω, § 30). Η δεύτερη αρχή σημαίνει ότι οι πιστωτές συμμετέχουν με ίσους όρους στη διαδικασία (βλ. παρακάτω, § 33 Ζ). Στη βάση αυτών των αρχών (ή μεθόδων) επιδιώκεται η ανεύρεση ενιαίας λύσης στο πρόβλημα της αφερεγγυότητας. Συνηθισμένη λύση είναι η εκποίηση («εκκαθάριση», «ρευστοποίηση») ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη και η διανομή του προϊόντος
Σελ. 4
της εκποίησης στους πιστωτές. Μια άλλη λύση είναι η διευθέτηση των χρεών του οφειλέτη με μορφή συμβιβασμού ή σχεδίου εξυγίανσης. Δεν αποκλείονται όμως μηχανισμοί και για την πρόληψη της πτώχευσης, όπως είναι π.χ. ο «προληπτικός» συμβιβασμός.
ΙΙΙ. Οι «συλλογικές διαδικασίες». Πτωχευτικό δίκαιο (και γενικά δίκαιο της αφερεγγυότητας) υπάρχει σε όλα τα κράτη, όπου λειτουργεί σύστημα ελεύθερης αγοράς. Οι διαφορές όμως μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών είναι μεγάλες. Ποικίλες λύσεις δίδονται σε πολλά ζητήματα, όπως π.χ. το αν πτωχεύουν μόνο έμποροι, επιχειρηματίες ή και άλλοι, ποιος είναι ο καταλληλότερος χρόνος για να κηρυχθεί η πτώχευση, αν στην πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη πρέπει να προστεθούν και όσα αποκτώνται μετά την πτώχευση, πώς θα εξελιχθεί και θα περατωθεί η διαδικασία, ποια είναι τα όργανα της διαδικασίας, αν θα υπάρχει μόνο ρευστοποίηση της περιουσίας για την ικανοποίηση των πιστωτών ή και μηχανισμός εξυγίανσης της επιχείρησης, ποιες θα είναι οι συνέπειες της πτώχευσης στις συμβατικές σχέσεις του οφειλέτη ή στις σχέσεις τους με τους εγγυητές, τους εργαζομένους, και την οικογένεια, αν θα πρέπει να υπάρχει ενιαίο πτωχευτικό σύστημα ή διασπασμένο σε επιμέρους διαδικασίες (εκκαθαριστικές και εξυγιαντικές), αν θα πρέπει να προβλέπονται προληπτικά μέτρα κλπ. Για να καλυφθούν όλες αυτές οι παραλλαγές, δόκιμος (και ευρέως χρησιμοποιούμενος διεθνώς) είναι ο όρος «συλλογικές διαδικασίες» (ή – με μικρότερη ακρίβεια – διαδικασίες «συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης»), όρος που τονίζει το στοιχείο της καθολικής συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία, χωρίς όμως να προδικάζει το ακριβές περιεχόμενο καθεμιάς. Λόγω της γενικότητας και περιεκτικότητάς του, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται συχνά από κείμενα, που ρυθμίζουν τις διεθνείς διαστάσεις της πτώχευσης. Δεν θα πρέπει πάντως να διαφεύγει ότι οι συλλογικές διαδικασίες και οι παραλλαγές τους (καθώς και η δοσολογία της καθολικότητας ή και της ίσης μεταχείρισης) είναι δημιουργήματα του νόμου και δεν υπάρχουν διαδικασίες που είναι a priori συλλογικές, ούτε καθορίζεται προδικαιικά το περιεχόμενό τους.
IV. Το ΠτΔ στηρίζεται στο «μη ΠτΔ». Για να κατανοηθεί η παρέμβαση του ΠτΔ, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι το ΠτΔ χειρίζεται απαιτήσεις και έννομες σχέσεις, όπως αυτές έχουν ήδη διαμορφωθεί από
Σελ. 5
το «μη πτωχευτικό» δίκαιο. Αυτό σημαίνει ότι τα δικαιώματα των πιστωτών και οι υποχρεώσεις του οφειλέτη δεν δημιουργούνται και δεν καθορίζονται από τους πτωχευτικούς κανόνες, αλλά λαμβάνονται υπόψη στην πτώχευση ως δεδομένα. Π.χ. μια απαίτηση που αναγγέλλεται στην πτώχευση θα επαληθευθεί μεν και θα αποδειχθεί με βάση τις διαδικασίες του πτωχευτικού δικαίου, το αν όμως η απαίτηση αυτή υπάρχει ή όχι, αν είναι έγκυρη, άκυρη ή ακυρώσιμη, αν έχει εξοφληθεί ή έχει υποκύψει σε παραγραφή κλπ. θα κριθεί με βάση τους εξωπτωχευτικούς κανόνες, π.χ. αν είναι δάνειο με βάση τις περί δανείου διατάξεις του ΑΚ, αν είναι μισθοί με βάση το εργατικό δίκαιο, αν είναι αξίωση αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις ΑΚ 914 επ. ή εκείνες για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, την προστασία των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας κλπ. Το αν υπάρχει δικαίωμα «αποχωρισμού» κάποιου αντικειμένου από την περιουσία του οφειλέτη (κατά το άρθρο 112 του νέου «Κώδικα Αφερεγγυότητας» - «ΚΑφ») θα εξαρτηθεί από το είδος του δικαιώματος, όπως διαμορφώνεται π.χ. από τους κανόνες για την κυριότητα. Ακόμη, η τύχη μιας αμφοτεροβαρούς σύμβασης στην πτώχευση (αν θα μπορέσει να συνεχισθεί στην πτώχευση, αν θα μπορέσει να καταγγελθεί κλπ.), προϋποθέτει εξακρίβωση του νομικού καθεστώτος της με βάση τις διατάξεις για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις ή άλλες διατάξεις του ειδικού ενοχικού δικαίου. Το νομικά εξαναγκαστό μιας επιστολής προθέσεων (letter of intent) θα κριθεί με βάση επίσης το ενοχικό δίκαιο. Κατά το κοινό δίκαιο θα κριθεί και το αν ένα περιουσιακό στοιχείο ή ένα χρέος του οφειλέτη ανήκει στο πτωχευτικό ή το μεταπτωχευτικό ενεργητικό ή παθητικό. Βέβαια τα χρέη του οφειλέτη από τη στιγμή που κηρυχθεί η πτώχευση και αναγγελθούν στην πτωχευτική διαδικασία μπορεί για τους σκοπούς της πτώχευσης να υποστούν ορισμένες αλλοιώσεις, π.χ. να γίνουν ληξιπρόθεσμα ή να σταματήσει η τοκοφορία τους, να μεταβληθεί το τυχόν προνόμιο που έχουν σε σύγκριση με τη σειρά που θα είχαν σε ατομική αναγκαστική εκτέλεση, να ανακληθούν με τις διατάξεις για την πτωχευτική ανάκληση, να αντικατασταθούν («ανανεωθούν») με νέα ενοχή στο πλαίσιο σχεδίου εξυγίανσης, να υποστούν «κούρεμα» (ή, κατ’ ευφημισμό, «reprofiling») κλπ. Όμως η πτωχευτική αναμόρφωση κάθε σχέσης προϋποθέτει γνώση της ακριβούς αρχικής μορφής και των ιδιοτήτων, τις οποίες είχε, σύμφωνα με το μη πτωχευτικό δίκαιο, και πάντως δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου.
Τα παραπάνω συντελούν στην κατανόηση του περιεχομένου του γνωστικού αντικειμένου του ΠτΔ, αλλά και των ορίων ενός βιβλίου γι’ αυτό: Το περιεχόμενο αυτό αφορά τον πτωχευτικό μηχανισμό και μόνο και όχι τη διαμόρφωση των επιμέρους εννόμων σχέσεων. Διαφορετικά τα όρια του δικαίου της πτώχευσης θα ήταν αδύνατο να προσδιορισθούν.
V. H φοβία μπροστά στο ΠτΔ αλλά και οι αισιόδοξες πλευρές του. 1. Με δεδομένο ότι η αφερεγγυότητα δεν είναι ποτέ ευχάριστη, το ΠτΔ δεν εμφανίζεται ως ένας ευχάριστος κλάδος δικαίου. Προϋποθέτει χρέη και – στην παραδοσιακή τουλάχιστον μορφή του, που όμως ολοένα υποχωρεί – έχει ως αποτέλεσμα μειώσεις, στερήσεις, ενδεχομένως δε την ατομική απαξίωση και την κοινωνική ταπείνωση του επιχειρηματία (το «στίγμα» της πτώχευσης). Το ΠτΔ είναι για το εμπορικό δίκαιο ό,τι είναι το κληρονομικό για το αστικό:
Σελ. 6
Και τα δύο χειρίζονται κάποιο «τέλος», και μάλιστα δυσάρεστο. Έτσι, η «φοβία» μπροστά στο ΠτΔ είναι διαχρονικό φαινόμενο, που προκαλεί την αποστροφή προς αυτό, αλλά και την προσπάθεια απόκρυψης των οικονομικών δυσκολιών και την αναβολή (ή την αποφυγή) της πτώχευσης.
2. Η αρνητική αυτή όψη του ΠτΔ δεν πρέπει να κρύβει το προφανές: Σε μια οικονομία αγοράς, η επιχειρηματική αποτυχία αποτελεί ένα φυσιολογικό ενδεχόμενο. Η έξοδος επιχειρήσεων και η είσοδος νέων είναι μέρος μιας αέναης «βιολογικής» διαδικασίας, που μάλιστα – σε κάποιο βαθμό – είναι ζητούμενη στο πλαίσιο της ανανέωσης των παραγωγικών δυνάμεων. Παρόμοια συμβαίνουν και στον οφειλέτη χωρίς επιχείρηση: Οποιοσδήποτε μπορεί να ατυχήσει, ανάλογα με τις προσωπικές του επιδιώξεις, το επάγγελμά του, το περιβάλλον του, οικογενειακό και μη, η συγκυρία και τα ατυχήματα. Η πραγματικότητα αυτή έχει επιτρέψει στο ΠτΔ να διευρύνει τους στόχους του: Όχι απλώς να βάλει σε τάξη το χάος των ατομικών διώξεων και τον πανικό των πιστωτών, οργανώνοντας τη συλλογική αναγκαστική εκτέλεση και την έξοδο της επιχείρησης από την αγορά, αλλά και να δράσει πιο θετικά (ως ανανέωση ή «δημιουργική καταστροφή», κατά τον όρο του Schumpeter). Εξελισσόμενο στο χρόνο, το ΠτΔ έχει προσθέσει στις φιλοδοξίες του την αναδιάταξη των παραγωγικών δυνάμεων, τον περιορισμό του οικονομικού και κοινωνικού κόστους που προκαλεί η αφερεγγυότητα, τους τρόπους αποδέσμευσης πόρων εγκλωβισμένων στην πάσχουσα επιχείρηση («την επιστροφή παραγωγικών μέσων σε δυνητικά παραγωγικές χρήσης το συντομότερο δυνατό», όπως ορίζει το άρθρο 75 του ΚΑφ), καθώς και την εξυγίανση της επιχείρησης που πάσχει. Παράλληλα, όλο και περισσότερα δίκαια προβλέπουν την απαλλαγή του οφειλέτη, που έχει διαβεί το «καθαρτήριο» της πτωχευτικής διαδικασίας, από τα χρέη του που δεν ικανοποιήθηκαν (“discharge”). Έτσι το ΠτΔ φιλοδοξεί να επιτελέσει και λειτουργία αποκαταστατική και θεραπευτική, ώστε η πάσχουσα επιχείρηση να εξυγιανθεί και να επανενταχθεί στην αγορά ή ο οφειλέτης χωρίς επιχείρηση, κυρίως αν δεν βαρύνεται με υπαιτότητα, να μπορέσει να ορθοποδήσει και να επανέλθει στην κοινωνία χωρίς τα βάρη της υπερχρέωσής του (“δεύτερη ευκαιρία”, “fresh start”). Η αναδιοργάνωση της επιχείρησης (ή της θέσης του μη επιχειρηματία), ως έργο του ΠτΔ, συνιστά παρέμβαση που δικαιώνει τη δημιουργική και αισιόδοξη αποστολή του. Τέλος, το
Σελ. 7
ΠτΔ μπορεί να επιτελέσει και προληπτική λειτουργία για την αποτροπή της αφερεγγυότητας των επιχειρήσεων ή των φυσικών προσώπων. (βλ. π.χ. άρθρα 1-4 του ΚΑφ.
§ 2. Η «πρώτη γενιά» των πτωχευτικών νομοθεσιών: Κύρωση
και εκκαθάριση – Κριτική
Βιβλιογραφία: Μεντή, Άμυνα και ελευθέρωση του υπερχρεωμένου οφειλέτη, 2012, σ. 10 επ. (για τη δουλεία λόγω χρεών), Dalhuisen, on International Insolvency and Bankruptcy, Matthew Bender, New York, vol.1-2, 1986-, Gratzer/Steifel, History of Insolvency and Bankruptcy from an International Perspective, Huddinge (Σουηδία) 2008, Hanisch, Bemerkungen zur Geschichte des internationalen Insolvenzrechts, τιμ.τόμ. Franz Merz, 1992, σ. 159, Santarelli, Per la storia del fallimento nelle legislazioni italiane dell’età intermedia, Padova 1964, Uhlenbruck, Zur Geschichte des Konkurses, DZWIR 2007, 1, Zipperer, Die Insolvenz – historische, literarische und philosophische Aspekte des wirtschaftlichen Scheiterns, NJW 2016, 750.
Για να κατανοηθεί το σημερινό ΠτΔ, πρέπει να σκιαγραφηθούν με συντομία ορισμένα στάδια, από τα οποία έχει περάσει. Βέβαια, η τήρηση του λόγου και συνεπώς η ακριβόχρονη πληρωμή των χρεών είναι ένα γενικό και πανάρχαιο αίτημα, οι τρόποι όμως με τους οποίους εξαναγκάζεται ο οφειλέτης σε πληρωμή, ιδιαίτερα δε η αντιμετώπιση της γενικής αδυναμίας του να αντεπεξέλθει στις οφειλές του, ποικίλλει έντονα στο χρόνο και κατά τόπους.
I. Ρωμαϊκό δίκαιο. Το Ρωμαϊκό δίκαιο επιφύλασσε ιδιαίτερα αυστηρή μεταχείριση στον οφειλέτη, που βρισκόταν σε τέτοια αδυναμία. Η manus iniectio είχε σαφή ποινικό και άρα προσωπικό χαρακτήρα, που έφθανε μέχρι τη θανάτωση ή την πώληση του οφειλέτη πέραν του Τίβερη («venditio trans Tiberim»), με ενδεχόμενο τεμαχισμό του και διανομή των μερών του μεταξύ των πιστωτών («partis secanto»), όπως φαίνεται να υπονοεί η Δωδεκάδελτος (tab. VII). Σε μεταγενέστερο στάδιο αναγκαστική εκτέλεση μπορούσε να γίνει με τη μορφή της missio in bona και στη συνέχεια της venditio bonorum, διαδικασίες που οδηγούσαν σε συνολική εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη και επέφεραν ατιμία (infamia), στόχευαν όμως πλέον στην περιουσία και όχι στο πρόσωπο του οφειλέτη. Μια άλλη διαδικασία ήταν η distractio bonorum, όπου όμως τα κατ’ ιδίαν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη επωλούντο χωριστά. Εξάλλου επί Αυγούστου εισήχθη η cessio bonorum, η δυνατότητα δηλ. του οφειλέτη να εκχωρήσει τα υπάρχοντά του στους δανειστές, με αποτέλεσμα την άρση των ατιμωτικών συνεπειών αλλά και τη χορήγηση σ’ αυτόν ευεργετήματος απορίας. Η cessio bonorum υπήρξε η πρώτη μορφή εναλλακτικής αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας. Τέλος, η actio pauliana επέτρεπε στους δανειστές την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, που ο οφειλέτης είχε εκποιήσει προς βλάβη τους.
II. Η Δυτική Ευρώπη. Όπως παρατηρήθηκε, το σύνδεσμο μεταξύ του ρωμαϊκού κόσμου και της σύγχρονης εποχής αποτελεί η νομοθεσία των θεσμίων των ιταλικών πόλεων. Στις πόλεις αυτές (Φλωρεντία,
Σελ. 8
Γένοβα, Βενετία, Μιλάνο, κ.ά.) το εμπόριο ανθούσε και, όπως ήταν φυσικό, είχαν εισαχθεί νόμοι για την περίπτωση αδυναμίας πληρωμής των χρεών. Οι νομοθεσίες των πόλεων αυτών συγκρότησαν ένα ομοιογενές σύνολο κανόνων, όπου προείχε η τιμωρία του οφειλέτη, θεωρουμένου δόλιου και κακόπιστου. Λέγεται ότι στη Φλωρεντία ο έμπορος που πτώχευε συρόταν στις Logge del Mercato Nuovo, και εκεί, γυμνωμένος και δεμένος με σκοινί, υψωνόταν πάνω από μια αιχμηρή πέτρα, πάνω στην οποία τον άφηναν να πέσει τόσες φορές, όσες αναλογούσαν στη σοβαρότητα των χρεών του. Επίσης οι αρχές κατέστρεφαν τον «πάγκο» του εμπόρου («banca rotta»). Από την άλλη μεριά, δεν έλειπαν οι δυνατότητες συμβιβασμού με τους πιστωτές, για τις οποίες μάλιστα παρείχετο στον οφειλέτη ελευθερία μετακίνησης (salvocondotto), προκειμένου να έλθει σε επαφή μαζί τους. Αναστολή των πτωχευτικών διώξεων αναφέρεται επίσης κατά τη διάρκεια των πανηγύρεων (foires), για την ενίσχυση των τελευταίων.
Κανόνες για την πτώχευση υπήρχαν και πέρα από την Ιταλία. Οι χανσεατικές πόλεις του Βορρά είχαν και αυτές κανόνες για την πτώχευση. Στη Λυών είδε το φως ο πρώτος γαλλικός πτωχευτικός νόμος (1667), επηρεασμένος από τα ιταλικά θέσμια, τον οποίο ακολούθησε το Διάταγμα περί εμπορίου 1673 (Ordonnance du Commerce), που ενοποίησε το ΠτΔ της Γαλλίας, απειλώντας με θανατική ποινή τους δόλιους χρεοκόπους. Στην Ισπανία ιδιαίτερη απήχηση είχε το βιβλίο του Salgado de Somoza, «Labyrinthus creditorum concurrentium ad litem per debitorem communem inter illos causatam» (1646), που υπήρξε το πρώτο σύγγραμμα ΠτΔ και επηρέασε έντονα τα γερμανικά δίκαια. Εν τω μεταξύ στην Αγγλία η Bankrupts Act (1542) είχε προβλέψει την ισότιμη μεταχείριση των πιστωτών «according to the quantity of their debts».
III. Ο γαλλικός Code de Commerce. Ο ναπολεόντειος Εμπορικός Κώδικας του 1807 περιείχε αυτοτελές (τρίτο) βιβλίο για την πτώχευση και τη χρεωκοπία. Βασικός προσανατολισμός του δικαίου αυτού ήταν η πτώχευση του εμπόρου. Ο Ναπολέων θεωρούσε ότι ο έμπορος ευθύνεται για την εμπορία του όπως ο καπετάνιος για το πλοίο του, και ότι αν η εμπορία αυτή βυθίζεται, θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για το ναυάγιο. Γι’ αυτό θέλησε τις διατάξεις του Κώδικα αυστηρές. Ήταν δε τόσο αυστηρές, που προκαλούσαν τη φυγή των οφειλετών, ώστε, όπως λέγεται, οι σύνδικοι να έχουν δυσκολίες συλλογής πληροφοριών για την περιουσία τους. Κριτική επίσης ασκήθηκε στον Κώδικα για τις ανέντιμες πρακτικές (δημιουργία εικονικών δανειστών, δωροδοκία μεγαλοδανειστών για να συναινέσουν στους όρους του συμβιβασμού, αδράνεια των πτωχευτικών οργάνων), που ο Κώδικας δεν αντιμετώπιζε με αποτελεσματικότητα. Γενικά όμως ο Code de Commerce εισήγαγε μια πιο εξελιγμένη και καλύτερα ρυθμισμένη μορφή πτωχευτικού δικαίου, με αυτή δε τη μορφή εισήχθη στην Ελλάδα.
IV. O ελληνικός Εμπορικός Νόμος. Οι διατάξεις του τρίτου βιβλίου του Code de Commerce, ως τμήμα του Εμπορικού Νόμου (ΕμπΝ), υπήρξαν το δίκαιο που κυρίως ρύθμιζε την πτωχευτική διαδικασία
Σελ. 9
μετά την ελληνική ανεξαρτησία και μέχρι την πρόσφατη (2007) αντικατάσταση του βιβλίου αυτού από τον Πτωχευτικό Κώδικα. Βέβαια, οι διατάξεις του ΕμπΝ υπέστησαν εν τω μεταξύ τροποποιήσεις, ιδιαίτερα με το ν. ΨΛΣΤ’/1878 «περί πτωχεύσεως και χρεωκοπίας», που είχε ως πρότυπο την τότε ισχύουσα ιταλική και βελγική νομοθεσία. Ο νόμος αυτός αντικατέστησε μεν ολόκληρο το τρίτο βιβλίο του ΕμπΝ, δεν επέφερε όμως ουσιώδεις αλλαγές στην πτωχευτική διαδικασία. Υπήρξαν και άλλες τροποποιήσεις, κυρίως με τους νόμους ΓΦΟΔ’/1910, α.ν. 635/1937, ν. 1189/1938 και ν. 2479/1997, γενικά όμως η φυσιογνωμία του πτωχευτικού δικαίου δεν απομακρύνθηκε πολύ από τα πρότυπα του Code de Commerce.
V. Το ΠτΔ (και η βασική ορολογία του) υπό τον ΕμπΝ. Υπό το καθεστώς του ΕμπΝ σε πτώχευση μπορούσε να κηρυχθεί μόνο ο έμπορος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αν έπαυε τις πληρωμές του. Ως παύση πληρωμών εθεωρείτο η μόνιμη και γενική αδυναμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του οφειλέτη από εμπορική αιτία. Η κήρυξη της πτώχευσης γινόταν με δικαστική απόφαση μετά από αίτηση δανειστή, του ίδιου του οφειλέτη, ή (σπανιότατα) και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Το δικαστήριο διόριζε «σύνδικο», που υπό την εποπτεία μέλους του δικαστηρίου (του «εισηγητή δικαστή») διαχειριζόταν την πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη (του «πτωχεύσαντος» ή «πτωχού»), και ενδεχομένως την εκποιούσε για την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών. Ως «πτωχευτική περιουσία» εθεωρείτο η περιουσία που διέθετε ο οφειλέτης τη στιγμή της πτώχευσής του, που μπορούσε να αυξηθεί με την «πτωχευτική ανάκληση», την ακύρωση δηλ. προγενέστερων πράξεων του οφειλέτη, που έβλαπταν τους πιστωτές του, ή την «πτωχευτική διεκδίκηση», την αφαίρεση δηλ. από την πτωχευτική περιουσία πραγμάτων τρίτων. Αντίστοιχα, «πτωχευτικοί πιστωτές» ήσαν εκείνοι που είχαν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη τη στιγμή της πτώχευσης. Με την κήρυξη της πτώχευσης ο οφειλέτης έχανε το δικαίωμα της διοίκησης της περιουσίας του («πτωχευτική απαλλοτρίωση»), ενώ οι πτωχευτικοί πιστωτές (όχι όμως και εκείνοι με εμπράγματη ασφάλεια) έχαναν το δικαίωμα άσκησης των ατομικών διώξεων εναντίον του («αναστολή των ατομικών διώξεων»). Ο σύνδικος είχε καθήκον να καταγράψει αφενός μεν την περιουσία του οφειλέτη (μέσω «απογραφής»), αφετέρου δε το παθητικό του (μέσω «επαλήθευσης» των απαιτήσεων που οι πιστωτές είχαν αναγγείλει). Ένα στάδιο από το οποίο έπρεπε να διέλθει η διαδικασία ήταν εκείνο του «πτωχευτικού συμβιβασμού». Πτωχευτικός συμβιβασμός ήταν συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και της πλειοψηφίας των πιστωτών του, με την οποία ο οφειλέτης επιτύγχανε μείωση των απαιτήσεων, παροχή προθεσμίας κ.ά. Αν το δικαστήριο επικύρωνε τη συμφωνία αυτή, οι όροι της δέσμευαν και τους πιστωτές της μειοψηφίας και η πτώχευση περατωνόταν. Αν συμβιβασμός δεν επιτυγχανόταν, η διαδικασία κατέληγε στην «ένωση των πιστωτών», μια φάση όπου ο σύνδικος είχε πλέον καθήκον να εκποιήσει την περιουσία του οφειλέτη και να διανείμει το προϊόν της εκποίησης στους πιστωτές. Γενικά ο ΕμπΝ έδινε έμφαση στην εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη-εμπόρου, χωρίς να μεριμνά για την ενδεχόμενη διάλυση της επιχείρησης, και προέβλεπε σοβαρές εκπτώσεις και μειώσεις για τον πτωχεύσαντα οφειλέτη.
VI. Η εξέλιξη του ΠτΔ στην Ευρώπη. Η ρύθμιση του γαλλικού Code de Commerce (και άρα και του ΕμπΝ) μπορεί να θεωρηθεί ως πρότυπο ευρωπαϊκής πτωχευτικής νομοθεσίας του 19ου αιώνα και του πρώτου ημίσεος του 20ού, με έμφαση στην εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη, την ικανοποίηση των πιστωτών από το τίμημα της πώλησης και την επιβολή κυρώσεων κατά του οφειλέτη. Ο Code de Commerce είχε επιρροή και σε άλλες νομοθεσίες, όπως π.χ. στον ιταλικό εμπορικό κώδικα του 1865. Το επόμενο σημαντικό
Σελ. 10
νομοθέτημα, στο ίδιο πνεύμα, ήταν ο γερμανικός πτωχευτικός νόμος (Konkursordnung) του 1877, αλλά και άλλες νομοθεσίες.
VII. Η κριτική που ασκήθηκε στο παραδοσιακό ΠτΔ. Η παραδοσιακή αυτή δομή και ιδεολογία του ΠτΔ (“pay what you owe”) αποτέλεσαν αντικείμενο κριτικής. Η κριτική αυτή ασκήθηκε ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 1929 και κορυφώθηκε κατά τις δεκαετίες ’60-’80. Ιδιαίτερα επικρίθηκε ο κυρωτικός χαρακτήρας του πτωχευτικού συστήματος, η αποδόμηση αν όχι η καταστροφή της επιχείρησης, γενικότερα δε η αναποτελεσματικότητα του κλασικού εκκαθαριστικού μοντέλου.
1. Ο κυρωτικός χαρακτήρας της πτώχευσης βασιζόταν στην παραδοσιακή αντίληψη, ότι ο πτωχεύσας οφειλέτης είναι δόλιος («fallitus ergo fraudator»), ότι κατασπατάλησε τα χρήματα που έλαβε από τους πιστωτές του και ότι όχι μόνο δεν δικαιούται να συνεχίζει την εμπορία του (θα πρέπει μάλλον να εξοβελισθεί από την αγορά!), αλλά και αξίζει να υποστεί κυρώσεις, μειώσεις και στερήσεις. Ο ίδιος ο όρος «πτώχευση» (fallimento, bankruptcy), ως όρος απαξίας και αποτυχίας, βάρυνε αρνητικά τον οφειλέτη («stigma of bankruptcy»). Με την ασκηθείσα κριτική όμως τονίστηκε ότι και ο εντιμότερος και ικανότερος έμπορος μπορεί να περιέλθει σε δυσκολίες, να βρεθεί σε αδυναμία να αντεπεξέλθει στα χρέη του και να πτωχεύσει, ιδιαίτερα μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Θεωρήθηκε συνεπώς ότι ένα σύγχρονο ΠτΔ οφείλει να είναι επιεικές απέναντι στον οφειλέτη που απέτυχε, οι μειώσεις να είναι μετρημένες και να προσαρμόζονται στο βαθμό υπαιτιότητάς του, να του δίδεται «δεύτερη» ευκαιρία, αν δεν είναι δόλιος, ώστε όχι μόνο να αρχίσει νέα εμπορία, αλλά και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας να συνεχίσει να διαχειρίζεται ο ίδιος την επιχείρησή του («debtor in possession»).
2. Κυρίως όμως παρατηρήθηκε ότι η κλασική πτωχευτική διαδικασία, που επιφύλασσε την πτώχευση σε εμπόρους, οδηγούσε σε καταστροφή της επιχείρησης. Ο πτωχευτικός συμβιβασμός σκοπό είχε την ικανοποίηση των πιστωτών και όχι την επιβίωση της επιχείρησης. Αν δε η διαδικασία κατέληγε στο εκκαθαριστικό στάδιο της ένωσης των πιστωτών, η καταστροφή της επιχείρησης ήταν οριστική, ως αποτέλεσμα του διαμελισμού της και της εκποίησης των περιουσιακών της στοιχείων. Και πράγματι, υπό το δίκαιο του ΕμπΝ, τεχνική δυνατότητα εκποίησης της επιχείρησης ως συνόλου δεν υπήρχε. Τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία έπρεπε να εκποιηθούν χωριστά, αποδομώντας το σύνολο. Ο ρόλος του ΠτΔ ως «καταστροφέα αξιών» επισημάνθηκε πολλές φορές, στο πλαίσιο μιας προτεινόμενης αλλαγής της πτωχευτικής ιδεολογίας. Παρατηρήθηκε ότι η επιχείρηση ανήκει μεν στον επιχειρηματία, περιέχει όμως παραγωγικούς πόρους (ανθρώπινους και μη), που υφίστανται τις δυσμενείς συνέπειες της αφερεγγυότητας, η διατήρησή της δε είναι υπόθεση
Σελ. 11
όχι μόνο του οφειλέτη και των πιστωτών του, αλλά και του κοινωνικού συνόλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η έμφαση στην καταστροφή της επιχείρησης, εξαιτίας του προβαδίσματος του συμφέροντος των πιστωτών, δόθηκε κυρίως από εκείνους που θεωρούσαν (αντίστοιχα σε επίπεδο εταιρικού δικαίου), ότι το εταιρικό συμφέρον περικλείει όχι μόνο τα δικαιώματα των μετόχων, αλλά και εκείνα των εργαζομένων, των προμηθευτών, των πελατών, των καταναλωτών, της κοινωνίας γενικότερα.
3. Πέραν αυτών αμφισβητήθηκε και η αποτελεσματικότητα ενός πτωχευτικού μοντέλου, που μεριμνά αποκλειστικά για την ικανοποίηση των πιστωτών μέσω της περιουσίας του οφειλέτη, που συχνότατα είναι ανύπαρκτη. Αλλά και αν υπάρχει, η σύγχρονη κινητικότητα των κεφαλαίων επιτρέπει την απόκρυψή τους σε άλλους τόπους και «φορολογικούς παραδείσους» ή μέσω εταιριών. Έτσι, η προσδοκία ικανοποίησης των πιστωτών από την πτωχευτική περιουσία αποβαίνει πολλές φορές ουτοπική (χαρακτηριστική υπήρξε η συνθηματική έκφραση «πτώχευση της πτώχευσης», ενδεικτική της αποτυχίας της τελευταίας). Ζητούμενο επομένως ήταν να υπάρξουν μέθοδοι ανάκτησης ή επαύξησης του ενεργητικού, διεθνής ρύθμιση της πτώχευσης, αλλά και εναλλακτικοί τρόποι ικανοποίησης των πιστωτών, πέραν από τη ρευστοποίηση ή το διαμελισμό της περιουσίας του οφειλέτη (π.χ. μέσω ασφάλισης, μελλοντικών εισοδημάτων του οφειλέτη, κρατικής επιδότησης των δανειστών κλπ.).
4. Αντικείμενο κριτικής αποτέλεσε τέλος και το «εμπορικό μονοπώλιο» της πτώχευσης. Συνειδητοποιήθηκε βαθμιαία ότι η ανάγκη του πτωχευτικού δικαίου, ως ρυθμιστικού πλαισίου αναδιάταξης και ικανοποίησης των χρεών, δεν μπορεί να αφορά μόνο τις επιχειρήσεις (τους εμπόρους), αλλά (έστω και με διαφορετική μεθοδολογία) και τα φυσικά πρόσωπα (τα «νοικοκυριά»), που σε περιόδους οικονομικής κρίσης υποφέρουν εξίσου με τις επιχειρήσεις. Σε χώρες, ιδίως του αγγλοσαξωνικού χώρου, αλλά και στη Γερμανία, η υπαγωγή στο πτωχευτικό δίκαιο της υπερχρέωσης των καταναλωτών ή η θέσπιση ειδικής πτωχευτικής διαδικασίας γι’ αυτούς υπήρξε αυτονόητη. Ο ΚΑφ ακολούθησε την τάση αυτή προσδίδοντας πτωχευτική ικανότητα σε όλα τα φυσικά πρόσωπα.
Σελ. 12
§ 3. Η «δεύτερη γενιά» των πτωχευτικών νομοθεσιών: Η στροφή προς την εξυγίανση
Βιβλιογραφία: Αυγητίδη, Εξυγίανση επιχειρήσεων μέσω προπτωχευτικών συμφωνιών, 2011, Λιακόπουλου, Δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης επιχειρήσεων, 1994, σ. 50, του ιδίου, Συλλογικές διαδικασίες ικανοποίησης των πιστωτών και εξυγίανση των επιχειρήσεων, ΕΕμπΔ 1983, 185, Κοτσίρη, Πτώχευση – σκέψεις για την πορεία της, εις: Σύγχρονα προβλήματα του ΠτΔ & προτάσεις νομοθετικής ρύθμισης, 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελλήνων Εμπορικολόγων, 1998, σ. 11, Κοτσίρη/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, Δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης προβληματικών επιχειρήσεων, 3η έκδ. 2006, Μιχαλόπουλου, Η προληπτική και η θεραπευτική ενέργεια των μέτρων για την εξυγίανση των επιχειρήσεων, ΕΕμπΔ 1985, 37, του ιδίου, Επαναξιολόγηση των προτεραιοτήτων στο ΠτΔ, ΕΕμπΔ 1985, 553, Περάκη, Εισαγωγή στο δίκαιο της εξυγίανσης των επιχειρήσεων, 1987, Χριστοπούλου, Η διαδικασία εξυγίανσης ως διαχρονικός θεσμός του ελληνικού δικαίου, 2016.
A. Η διεθνής νομοθετική κίνηση προς τη διατήρηση και διάσωση της επιχείρησης
Ι. Η αλλαγή πλεύσης: Προς την εξυγίανση και την κοινωνική αποκατάσταση. Ήδη από τη δεκαετία του ’60, και ως απόρροια της παραπάνω κριτικής, διαμορφώθηκε μια κίνηση αναθεώρησης των πτωχευτικών νομοθεσιών, προς την κατεύθυνση της απομείωσης της κυρωτικής λειτουργίας του ΠτΔ και προώθησης της διατήρησης και διάσωσης (εξυγίανσης) της επιχείρησης. Η διάσωση βρέθηκε στην ημερήσια διάταξη, ως προσπάθεια αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και μάλιστα είτε στα χέρια του οφειλέτη (εξυγίανση του οφειλέτη-φορέα της) είτε και μέσω μεταβίβασής της σε τρίτους (εξυγίανση της επιχείρησης, «μεταβιβαστική εξυγίανση»). H νέα αντίληψη αξιοποιεί την επιχείρηση αποτρέποντας τη διάλυσή της προς το καλό όλων: Του οφειλέτη, που δεν οδηγείται σε καταστροφή· των εργαζομένων, που δεν χάνουν την εργασία τους· της οικονομίας, που δεν χάνει μια παραγωγική μονάδα· αλλά και των ίδιων των πιστωτών, που με την επιχείρηση να λειτουργεί ενδέχεται να ικανοποιηθούν σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι μέσω πώλησης του ενεργητικού του οφειλέτη. Για τους μη εμπόρους η ιδέα της εξυγίανσης αντιστοιχεί στην ιδέα της κοινωνικής αποκατάστασης και ενδεχομένως της (υπό προϋποθέσεις) απαλλαγής από τα χρέη.
ΙΙ. Αλλοδαπά δίκαια. 1. Η γαλλική πτωχευτική νομοθεσία του 1967 εισήγαγε πρώτη την αντίληψη ότι άλλο είναι η επιχείρηση και άλλο ο επιχειρηματίας: Η μεταχείριση της πρώτης πρέπει να γίνεται με την ιδέα ότι πρέπει να διασωθεί και να συνεχισθεί. Η μεταχείριση του επιχειρηματία πρέπει να είναι χωριστή, και να συνεπάγεται ενδεχομένως κυρώσεις, ανάλογα με το αν ο επιχειρηματίας ήταν δόλιος και συντέλεσε στην αφερεγγυότητά του και τη βλάβη των δανειστών του. Η νεότερη γαλλική
Σελ. 13
νομοθεσία (εισήχθη το 1985, ενσωματώθηκε στον «νέο» γαλλικό Εμπορικό Κώδικα του 2000 και αναμορφώθηκε επανειλημμένα), εκτός από την ικανοποίηση των πιστωτών και τη διατήρηση της επιχείρησης πρόσθεσε και ένα ειδικότερο στόχο: Τη διατήρηση της απασχόλησης. Η τελολογία αυτή φαίνεται με σαφήνεια στις τρεις βασικές συλλογικές διαδικασίες, που γνωρίζει σήμερα το γαλλικό δίκαιο, δηλ. τη διαδικασία διάσωσης («sauvegarde» – εισήχθη το 2005), τη δικαστική αναδιοργάνωση («redressement judiciaire») και τη δικαστική εκκαθάριση («liquidation judiciaire»). Στις δύο πρώτες περιπτώσεις σκοπός της διαδικασίας είναι – και μάλιστα με ιεραρχική σειρά – η συνέχιση της επιχείρησης, η διατήρηση της απασχόλησης και η εκκαθάριση του παθητικού (το «apurement du passif»). Η τρίτη έχει σκοπό τη διακοπή της επιχείρησης ή τη μεταβίβασή της. Η γαλλική νομοθεσία είναι κατ’ εξοχήν εκείνη που έχει εισαγάγει στην πτώχευση την κοινωνική μέριμνα, εκδηλούμενη με την προσπάθεια αποφυγής απολύσεων.
2. Ένα σημαντικό νομοθέτημα, που άσκησε επιρροή και στον Έλληνα νομοθέτη (βλ. το ν. 1386/1983, παρακάτω υπό Β), υπήρξε ο ιταλικός νόμος του 1979 («amministrazione straordinaria delle grandi imprese in crisi» – «Legge Prodi»), που έχει έκτοτε αντικατασταθεί με όμοια νομοθεσία) και που εισήγαγε, κατ’ απόκλιση των ισχυουσών πτωχευτικών ρυθμίσεων, την έκτακτη διαχείριση μεγάλων επιχειρήσεων σε κρίση. Η νομοθεσία αυτή, κατά σημαντικό μέρος διοικητική και όχι δικαστική, προέβλεψε την εκπόνηση σχεδίου εξυγίανσης, που θα στόχευε στη διάσωση των επιχειρήσεων αυτών. Εξάλλου, σημαντικές υπήρξαν στη Γερμανία οι αποφάσεις του 54ου (1982) Deutscher Juristentag υπέρ της εισαγωγής διαδικασίας αναδιοργάνωσης των πασχουσών επιχειρήσεων.
3. Ιδιαίτερα τα ευρωπαϊκά δίκαια επηρεάσθηκαν και από την αμερικανική νομοθεσία, που δεν έδειξε ποτέ σκληρότητα στους οφειλέτες (επιχειρηματίες και μη), προσφέροντάς τους, εκτός από την εκκαθάριση (liquidation), και δυνατότητα αναδιοργάνωσης (reorganization, το περίφημο «κεφάλαιο 11» του πτωχευτικού νόμου των ΗΠΑ του 1978). Οι απαρχές της νομοθεσίας αυτής ανάγονται στο 19ο αιώνα, όταν πολλές σιδηροδρομικές εταιρίες πτώχευσαν. Οι δικαστές ανέπτυξαν τότε μια μέθοδο (“equity receivership”), που συνίστατο σε συνέχιση της επιχείρησης (του μεταφορικού έργου των σιδηροδρόμων), τη διαχείρισή της από τον ίδιο τον οφειλέτη (debtor in possession) και τη δυνατότητα τούτου να υποβάλει σχέδιο εξυγίανσης. Η νέα αυτή νοοτροπία (rescue culture) αποδίδεται από ορισμένους στη θρησκευτική/πουριτανική αντίληψη της συγγνώμης, επανένταξης και παροχής νέας ευκαιρίας στον αποτυχημένο έμπορο, που επικρατούσε την εποχή εκείνη στην Αμερική, ενώ στην Ευρώπη υπερτερούσαν λαϊκές αντιλήψεις, με εμμονή στον κυρωτικό χαρακτήρα της πτώχευσης.
Σελ. 14
B. Η ελληνική εξυγιαντική νομοθεσία του 1983
Η επιρροή των αντιλήψεων για την αξία της εξυγίανσης σε σύγκριση με την πτώχευση του οφειλέτη και τη διάλυση της επιχείρησής του υπήρξε έκδηλη στον ελληνικό νόμο 1386/1983 για τις προβληματικές επιχειρήσεις (πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ). Επρόκειτο για νόμο που ίσχυσε παράλληλα με τις διατάξεις του ΕμπΝ, συνεπώς δεν φιλοδόξησε να υποκαταστήσει την πτωχευτική διαδικασία. Ο νόμος αυτός, επηρεασμένος από την ιταλική «amministrazione straordinaria delle grandi imprese in crisi» του 1979 («νόμος Prodi») και προσανατολισμένος στη διάσωση των επιχειρήσεων και όχι πρωτευόντως στην ικανοποίηση των πιστωτών, προέβλεψε μια (κατά μέγα μέρος διοικητική) διαδικασία εξυγίανσης των προβληματικών επιχειρήσεων με κρατική πρωτοβουλία. Βασική επιλογή ήταν η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της επιχείρησης και των πιστωτών της, ενώ σε αρνητική περίπτωση το δικαστήριο αποφάσιζε την υπαγωγή της επιχείρησης σε «ειδική εκκαθάριση». Η εκκαθάριση αυτή λάμβανε χώρα με βάση τις διατάξεις των άρθρων 17 επ. του ν.δ. 3562/1956, ενός προγενέστερου νομοθετήματος που χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα και που απέβλεπε – την εποχή εκείνη – στην ταχεία εκκαθάριση του ενεργητικού μιας πάσχουσας επιχείρησης, που δεν μπορεί να έλθει σε συνεννόηση με τους πιστωτές της (νομοθεσία «παγωμένων πιστώσεων»). Μάλιστα το ν.δ. 3562/1956 (και άρα ο ν. 1386/1983) προέβλεψαν τη δυνατότητα εκποίησης της επιχείρησης ως συνόλου, ώστε να αποφευχθεί η διάλυσή της, μια δυνατότητα που το ΠτΔ του ΕμπΝ δεν γνώριζε (γνωρίζει όμως σήμερα ο ΚΑφ). Μια άλλη δυνατότητα ήταν η κεφαλαιοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών με διοικητικά αποφασιζόμενη αύξηση κεφαλαίου και με παράλληλη κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετόχων. Ο ν. 1386/1982 χρησιμοποιήθηκε για την εξυγίανση πολλών και μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων, οι αντιδράσεις όμως των μετόχων, που θεώρησαν αντισυνταγματική και αντίθετη στο δίκαιο της ΕΕ την (εν πολλοίς διοικητική) παρέμβαση, καθώς και οι έντονες δικαστικές αμφισβητήσεις που δημιουργήθηκαν, δυσχέραναν ή και ματαίωσαν σε μεγάλο βαθμό την εφαρμογή του νόμου.
§ 4. Η «τρίτη γενιά» του πτωχευτικού δικαίου: Η κριτική της εξυγίανσης
και η επιστροφή στην προστασία των πιστωτών
I. Νεότερη αλλαγή πλεύσης: Η κριτική της εξυγίανσης. 1. Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συνειδητοποιήθηκε ότι η επιδίωξη της εξυγίανσης κύριο κίνητρο είχε κυρίως την αποφυγή των απολύσεων και του πολιτικού κόστους. Όμως η προσπάθεια όχι μόνο δεν έφερε
Σελ. 15
πάντοτε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αλλά και είχε υψηλό κοινωνικοοικονομικό κόστος. Οι νομοθετικές προδιαγραφές για ανάκαμψη των προβληματικών επιχειρήσεων αποδείχθηκαν συχνά ακατάλληλες, όχι μόνο διότι κάθε αφερεγγυότητα έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, που υπερβαίνουν γενικές «συνταγές», αλλά κυρίως διότι η υιοθέτηση λύσεων με στοιχεία κρατισμού και «τεχνητές αναπνοές» δεν μπορούσε να διακρίνεται από αποτελεσματικότητα. Πολλές αποτυχημένες εξυγιάνσεις άφησαν πίσω τους επιχειρήσεις «μούμιες» ή επιχειρήσεις «ζόμπι», που κατέρρευσαν λίγο μετά την ολοκλήρωση της «θεραπείας». Επιπλέον, το κόστος της εξυγίανσης δεν ήταν μικρό, αφού συχνά το κράτος – και άρα ο φορολογούμενος – ερχόταν αρωγός και επιδοτούσε την εξυγίανση με δάνεια, εγγυήσεις, κεφαλαιοποίηση οφειλομένων χρεών κλπ. Η αντίδραση των πιστωτών ήταν ένα άλλο χαρακτηριστικό, στο μέτρο που θεωρούσαν ότι ήσαν τα θύματα της προσπάθειας εξυγίανσης του οφειλέτη, με αναγκαστική χρηματοδότηση της επιχείρησης ή μετατροπή των απαιτήσεών τους σε κεφάλαιο. Αντίδραση όμως υπήρξε και από πλευράς ανταγωνιστών, σε βάρος των οποίων λειτουργούσε η ενίσχυση της προβληματικής επιχείρησης. Παρατηρήθηκε ότι η τελευταία μπορούσε με κεφάλαια τρίτων ή του κράτους να ανταγωνίζεται άλλες επιχειρήσεις, που δεν είχαν τα πλεονεκτήματα της διαδικασίας, κάτι που νόθευε τον ανταγωνισμό και τελικά συντελούσε στη μετάδοση της προβληματικότητας. Τέλος, η εξυγίανση θεωρήθηκε από πολλούς ως επιβράβευση μιας προηγούμενης κακής διαχείρισης. Με τέτοια επιχειρήματα, που διατυπώθηκαν τόσο στην Ελλάδα, όσο και αλλού, η «εξυγιαντική ευφορία» («Sanierungseuphorie») και η «θεραπευτική μανία» («acharnement thérapeuthique») κόπασαν, τουλάχιστον στο μέτρο που υιοθετούσαν βεβιασμένα και αδιάκριτα μέτρα διατήρησης κάθε πάσχουσας επιχείρησης. Και πέραν αυτών όμως παρατηρήθηκε ότι το ΠτΔ τέθηκε στην υπηρεσία άλλων (καταρχήν άσχετων) σκοπών, όπως η κρατικοποίηση ή η ιδιωτικοποίηση.
2. Αλλά και σε επίπεδο αστικής (μη εμπορικής) αφερεγγυότητας, το πτωχευτικό σύστημα υπέστη κριτική, στο μέτρο που με διαδικασία δικαστική (στην Ελλάδα το ν. 3869/2010 για τα «υπερχρεωμένα νοικοκυριά» ή «νόμο Κατσέλη») καθιστούσε δυνατή τη μείωση και την παράταση της εξόφλησης χρεών. Ιδιαίτερα η αδυναμία εξόφλησης τραπεζικών δανείων, με προεξάρχουσα μορφή τα στεγαστικά δάνεια, δημιούργησε τεράστια προβλήματα
Σελ. 16
στις τράπεζες και προκάλεσε γενιές «κόκκινων δανείων», που επηρέασαν αρνητικά τη τραπεζική φερεγγυότητα. Η κριτική επικεντρώθηκε στο ότι οι ρυθμίσεις του ενθάρρυναν τη νοοτροπία της μη πληρωμής, τη δημιουργία γενιάς κακοπληρωτών (και μάλιστα «στρατηγικών»), τη ραγδαία αύξηση των κόκκινων δανείων (για τα οποία βλ. παρακάτω, § 77) και την ανάγκη διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών.
II. Η οικονομική ανάλυση του δικαίου. Σε γενικότερο επίπεδο, η κριτική της εξυγίανσης ενισχύθηκε από την (αμερικανογενή) οικονομική ανάλυση του δικαίου. Ενώ η επικρατούσα στις ΗΠΑ αντίληψη γενικά ευνοούσε την εξυγίανση, όπως προεκτέθηκε, η οικονομική ανάλυση (ιδίως Jackson και Baird), ανέδειξε το βασικό στόχο ενός «αποτελεσματικού» πτωχευτικού δικαίου: Τη μεγιστοποίηση της ικανοποίησης των πιστωτών (creditor wealth maximization). Το ΠτΔ αποτελεί μηχανισμό διαχείρισης ενός συνόλου περιουσίας για χάρη ενός συνόλου απαιτήσεων («pool problem»), αποδίδει δε το περιεχόμενο μιας υποτιθέμενης εκ των προτέρων διαπραγμάτευσης μεταξύ των πιστωτών («creditors bargain theory»), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα πολυμερές «δίλημμα φυλακισμένου». Κατά την αντίληψη αυτή, αν οι πιστωτές δεν ενεργούσαν ατομικά, αλλά μπορούσαν να συμφωνήσουν πάνω στο τι τους συμφέρει να συμβεί σε περίπτωση αφερεγγυότητας του κοινού οφειλέτη, θα συμφωνούσαν σε μια διαδικασία «παγώματος» των ατομικών διώξεων και επιλογή συλλογικής και αναλογικής ικανοποίησης. Μια διαδικασία δηλ., που θα εξασφάλιζε κάποια (μειωμένη έστω) ικανοποίηση, αλλά με μείωση των εξόδων, διατήρηση της αξίας του ενεργητικού του οφειλέτη, που δεν θα διαμελισθεί με τις ατομικές διώξεις, και αύξηση της αποτελεσματικότητας της συνολικής διαχείρισης της αφερεγγυότητας. Με την αντίληψη δε ότι ο νόμος πρέπει να μιμείται το περιεχόμενο της συμφωνίας («contractarianism»), το ΠτΔ πρέπει να επιλέγει τις λύσεις εκείνες, που θα επέλεγαν οι ίδιοι πιστωτές. Η πτώχευση είναι μηχανισμός διακανονισμού χρεών (και μόνο), ο βασικός της δε μηχανισμός είναι η ουσιαστική ανάληψη της εξουσίας στην επιχείρηση από τους πιστωτές. Άλλα συμφέροντα, όπως των εργαζομένων, των διοικούντων την εταιρία,
Σελ. 17
ή και το κοινωνικό συμφέρον, βρίσκονται εκτός ΠτΔ. Κατά την οικονομική ανάλυση η ίδια η επιχείρηση και η διατήρησή της ή η εξυγίανσή της δεν αποτελούν σκοπούς του ΠτΔ.
III. Η επιστροφή στην προστασία των πιστωτών. Η κριτική της εξυγίανσης αλλά και οι αντιλήψεις της οικονομικής ανάλυσης συντέλεσαν στον αναπροσανατολισμό του πτωχευτικού δικαίου προς την προστασία των πιστωτών, αν και σε παραλλάσσοντα βαθμό κατά κράτη. Το κρατικά επιδοτούμενο εξυγιαντικό μοντέλο περίπου εγκαταλείφθηκε, εξίσου όμως εγκαταλείφθηκε (και κατά τα φαινόμενα οριστικά) και η θεώρηση του ΠτΔ ως κυρωτικού δικαίου. Η σύνθεση θεωρείται εφικτή με διατήρηση του βασικού στόχου της ικανοποίησης των πιστωτών, παράλληλα όμως – κατά παραχώρηση προς την ιδέα της εξυγίανσης – με παροχή δυνατότητας διατήρησης της επιχείρησης, αν με τον τρόπο αυτό η αξία της επιχείρησης μπορεί να αυξηθεί και ο βασικός στόχος της ικανοποίησης των πιστωτών να εξυπηρετηθεί καλύτερα. Η σημερινή τάση είναι να συντονίζονται οι κανόνες του ΠτΔ με τους κανόνες της αγοράς (market conformity, Marktkonformität), με την έννοια ότι η πτώχευση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες αυτούς, να μη θίγει χωρίς λόγο τις υφιστάμενες νομικές θέσεις και σχέσεις, όπως έχουν διαμορφωθεί από το ουσιαστικό δίκαιο, και να δίνει στους πιστωτές και τον οφειλέτη τη δυνατότητα να ρυθμίζουν κατά το δυνατόν οι ίδιοι τον τρόπο ικανοποίησης των πρώτων μέσω σχεδίου αναδιοργάνωσης. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα, η εξυγίανση δικαιολογείται μόνο αν η αξία της επιχείρησης που εξυγιάνθηκε υπερβαίνει την αξία εκκαθάρισης των περιουσιακών της στοιχείων. Έτσι το ΠτΔ αποτελεί τελικά «φίλτρο» στην υπηρεσία του υγιούς ανταγωνισμού, αφού οι άλλες επιχειρήσεις δεν υφίστανται τη ζημία που προέρχεται από μια επιδοτούμενη αφερέγγυα επιχείρηση.
IV. Ο ν. 1892/1990. Ήδη το 1990 η ελληνική νομοθεσία φάνηκε να αλλάζει πορεία. Η αποτυχία του ν. 1386/1983 οδήγησε στην εισαγωγή νέων «παραπτωχευτικών» συλλογικών διαδικασιών που, και πάλι χωρίς να αντικαταστήσουν το δίκαιο του ΕμπΝ, επιχείρησαν να συλλάβουν την αφερεγγυότητα χωρίς όμως διοικητικές διαδικασίες και χωρίς αποκλειστικά εξυγιαντικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να σημειωθεί γενικά ότι οι παραπτωχευτικές διαδικασίες διαδραματίζουν τεράστιο ρόλο και διεκδικούν σημαντικό μερίδιο του συνολικού αριθμού των διαδικασιών αφερεγγυότητας που ανοίγουν.
Με τα άρθρα 44 και 45 του ν. 1892/1990 προβλέφθηκε η δυνατότητα συμφωνίας της επιχείρησης με τους πιστωτές της, η οποία, επικυρούμενη από το δικαστήριο, θα δέσμευε και τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές. Με τα άρθρα 46 επ. δε προβλέφθηκε η «ειδική» εκκαθάριση των επιχειρήσεων, με έμφαση στην εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου. Οι «παραπτωχευτικές» αυτές διαδικασίες αποτέλεσαν ενδιάμεσες μορφές, μεταξύ των εξυγιαντικών διαδικασιών του ν. 1386/1983 και των νέων
Σελ. 18
διαδικασιών, που εισήγαγε ο Πτωχευτικός Κώδικας του 2007 στα πρότυπα της νέας γερμανικής νομοθεσίας.
V. Η γερμανική Insolvenzordnung (1994). Η εμμονή στην προστασία των πιστωτών εκδηλώθηκε κατ’ εξοχήν στο νέο γερμανικό πτωχευτικό κώδικα. Ο νόμος αυτός (Insolvenzordnung – «InsO») υιοθετήθηκε το 1994 και τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1999 (βλ. παρακάτω, § 7 Β 1). Η αρχική του διάταξη (§ 1 Ι) είναι χαρακτηριστική, αν συγκριθεί με το γαλλικό δίκαιο, που, υπενθυμίζεται, στοχεύει στη διατήρηση της επιχείρησης, την προστασία της απασχόλησης και (σε τελευταίο βαθμό) την εκκαθάριση του παθητικού. Κατά την § 1 InsO: «Η πτωχευτική διαδικασία στοχεύει στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη, μέσω εκκαθάρισης της περιουσίας τούτου και διανομής του προϊόντος της, εκτός αν υιοθετηθεί παρεκκλίνουσα ρύθμιση μέσω πτωχευτικού σχεδίου, ιδίως για τη διατήρηση της επιχείρησης». Η διάταξη τονίζει την προτεραιότητα της ικανοποίησης των πιστωτών, δεν αποκλείει όμως στο πλαίσιο της αυτορρύθμισης των πιστωτών, ο στόχος αυτός να επιδιωχθεί όχι με την εκκαθάριση της επιχείρησης, αλλά με τη διατήρησή της, προβλεπόμενη σε κάποιο «σχέδιο» (Plan). Εννοείται ότι η διατήρηση της επιχείρησης δεν είναι υποχρεωτικό στοιχείο του σχεδίου («ιδίως»), αφού μπορούν να γίνουν με αυτό άλλες ρυθμίσεις, όπως ένας απλός πτωχευτικός συμβιβασμός ή ένας άλλος τρόπος εκποίησης της επιχείρησης («μεταβιβαστική» εξυγίανση) ή και εκμίσθωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι και άλλες χώρες (π.χ. η Ισπανία και η Ιταλία) έχουν αναμορφώσει τις νομοθεσίες τους, εισάγοντας το μοντέλο αυτό. Ακόμη και στη Γαλλία, όπου εξακολουθεί η εξυγιαντική νοοτροπία, επιδιώκεται με νεότερες τροποποιήσεις η μη έναρξη ή μη συνέχιση διαδικασιών, που δεν αναμένεται να αποδώσουν. Η εκκαθάριση δεν θεωρείται πλέον «επικουρική» διαδικασία.
§ 5. Ο Πτωχευτικός Κώδικας του 2007 και η προστασία των πιστωτών
Ι. Οι προσπάθειες εκπόνησης ενός νέου ελληνικού πτωχευτικού κώδικα. Η παλαιότητα του ελληνικού ΠτΔ, που απηχούσε το γαλλικό Εμπορικό Κώδικα, αλλά και οι εξελίξεις στον δικαιικό αυτό κλάδο, είχαν από καιρού δημιουργήσει την ανάγκη εκπόνησης ενός νέου νομοθετήματος, που θα αντικαθιστούσε το τρίτο βιβλίο του ΕμπΝ. Δύο προσπάθειες,
Σελ. 19
εκ των οποίων η μία του 1924 και η άλλη του 1970 δεν ευοδώθηκαν, μολονότι η ανακαίνιση είχε γίνει πλέον πιεστική. Η ιδέα επανήλθε επί Υπουργού Δικαιοσύνης Καθηγητή Μ.Σταθόπουλου. Με το έργο ασχολήθηκαν δύο διαδοχικές επιτροπές (υπό την προεδρία των Γ.Βελλή, επ. αντιπροέδρου του ΑΠ, και Μ.Μαργαρίτη, αρεοπαγίτη ε.τ., αντίστοιχα), που συνέταξαν το σχέδιο του ΠτΚ. Η δεύτερη επιτροπή κατέληξε στο οριστικό σχέδιο, το οποίο υιοθετήθηκε με το ν. 3855/2007. Συνέταξε επίσης μακροσκελή Έκθεση («Έκθεση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής», αναφερόμενη στο παρόν βιβλίο ως «ΕΝΕ/2007»), που αποτελεί ιδιαίτερα διαφωτιστικό βοήθημα, ακόμη και για τον νέο Κώδικα Αφερεγγυότητας του 2020. Ο ΠτΚ τέθηκε σε ισχύ την 16.9.2007 (ΠτΚ 180), το παλιό όμως δίκαιο εξακολούθησε (και εξακολουθεί) να διέπει τις «εκκρεμείς διαδικασίες».
ΙΙ. Οι στόχοι του ΠτΚ. Κατά την αιτιολογική του έκθεση, ο ΠτΚ επιδίωξε: «α) τη μεγιστοποίηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ιδίως με τη συνέχιση ή την αναδιοργάνωση της επιχείρησης, όταν αυτό είναι επωφελές για τους πιστωτές. β) την εξισορρόπηση μεταξύ εκκαθάρισης της πτωχευτικής περιουσίας και αναδιοργάνωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. γ) την ισότιμη μεταχείριση των πιστωτών που έχουν την ίδια θέση. δ) την έγκαιρη, αποτελεσματική και αμερόληπτη διαδικασία και την εξέλιξή της. ε) την πρόληψη της πτώχευσης και του πρώιμου διαμελισμού του ενεργητικού του οφειλέτη. στ) τη θέσπιση διαδικασίας προβλέψιμης και διαφανούς. ζ) την αποτροπή των καταχρήσεων του θεσμού της πτώχευσης μέσω κακόπιστων χειρισμών. η) το νομικό πλαίσιο της διασυνοριακής πτώχευσης».
ΙΙΙ. Σκοπός της πτώχευσης κατά τον ΠτΚ: Ο ΠτΚ είχε κατά βάση την ιδεολογία της γερμανικής Insolvenzordnung. Κρίσιμης σημασίας ήταν το άρθρο 1 του ΠτΚ, που αναπαρήγε την § 1 InsΟ (βλ. § 4 V). Κατά το άρθρο 1: «Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρησής του». Επομένως το ελληνικό πτωχευτικό δίκαιο, ακολουθώντας το γερμανικό, επανήλθε στο στόχο της ικανοποίησης των πιστωτών με ρευστοποίηση της περιουσίας, παρείχε όμως τη δυνατότητα στους πιστωτές να ακολουθήσουν άλλη οδό,
Σελ. 20
συγκεκριμένα δε να προβλέψουν με σχέδιο αναδιοργάνωσης άλλους τρόπους ικανοποίησης, ιδίως με τη «διατήρηση» της επιχείρησης. Η διατήρηση της επιχείρησης δηλ. δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά ένας «άλλος τρόπος» ικανοποίησης των πιστωτών. Κατά τη διατύπωση της ΕΝΕ/2007 (υπό 1): «Πρώτιστος σκοπός του θεσμού της πτωχευτικής διαδικασίας, σύμφωνα και με τις σύγχρονες τάσεις, είναι η προστασία των πιστωτών και η ικανοποίησή τους με εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας. Η αναδιοργάνωση της επιχείρησης δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέσο ενδεχόμενης καλύτερης ικανοποίησης των πιστωτών και, συγχρόνως, διάσωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. Η πτώχευση έτσι ενσωματώνει την ιδέα μιας οικονομικής λογικής μορφής πραγμάτωσης ευθύνης που μπορεί να περιλαμβάνει και την οικονομική διάσωση του οφειλέτη. Ο τρόπος συμπλοκής των σκοπών της πτώχευσης αποδίδει την οικονομική λειτουργία της για βέλτιστη χρησιμοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη με σκοπό την ικανοποίηση των πιστωτών». Επομένως ούτε η εξυγίανση της επιχείρησης ούτε η διατήρηση θέσεων εργασίας ήταν πρώτος σκοπός της πτώχευσης, ενώ για την αναδιοργάνωση απαραίτητη ήταν η συγκατάθεση των πιστωτών. Αντίστοιχη ιδεολογία αποπνέει και η νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ.
ΙV. Μεταγενέστερη νομοθεσία. Όπως έχει παρατηρηθεί το ΠτΔ είναι ένας εξαιρετικά «ανήσυχος» κλάδος δικαίου, επιρρεπής σε συχνές αναθεωρήσεις. Αυτό ισχύει και στην Ελλάδα, όπου ο νομοθέτης δεν έμεινε αδρανής μετά τον ΠτΚ. Ειδικότερα:
1. Εισήχθη νέα συλλογική διαδικασία με το άρθρο 14α του ν. 3429/2005, προστεθέν με το ν. 3710/2008 και τροποποιηθέν επανειλημμένα, που αφορά την ειδική εκκαθάριση δημόσιων επιχειρήσεων «κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα». Στη διαδικασία αυτή, που ακολουθεί το πρότυπο της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α ν. 1892/1990, έχουν υπαχθεί ιδίως οι εταιρίες του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας και η ΕΛΒΟ. Η διαδικασία αυτή δεν καταργήθηκε από τον ΚΑφ.
2. Με το ν. 3858/2010 υιοθετήθηκε ο πρότυπος νόμος (ΠΝ) για τη «Διασυνοριακή πτώχευση» της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο» (Uncitral, 1997).
3. Με το ν. 3869/2010 (όπως τροποποιήθηκε), εισήχθη ο θεσμός της πτώχευσης υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, προορισμένος για μη εμπόρους. Με το άρθρο 265 § 2 ΚΑφ (όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4818/2021), ο θεσμός αυτός δεν καταργήθηκε, έπαυσε όμως η δυνατότητα υποβολής νέων αιτήσεων υπαγωγής στις διατάξεις του νόμου αυτού.

