Καλοκαιρινές προσφορές έως -30% για λίγες ημέρες

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ


Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 11.5€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 35,00 € Ειδική Τιμή 29,75 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18566
Πόνη Χ.
Σεραφείμη Α.
  • Εκδοση: 2η 2022
  • Σχήμα: 17χ24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 248
  • ISBN: 978-960-654-660-0

Το βιβλίο «Στοιχεία Κοινωνικής Ασφάλισης» αποτελεί μία ενημερωμένη με τις πλέον πρόσφατες νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις περιληπτική απόδοση του συνόλου του Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλισης, το οποίο έχει καταστεί εξαιρετικά επίκαιρο, ωστόσο παραμένει, ως εκ του τεχνικού και αχανούς χαρακτήρα του, ανοίκειο και δυσνόητο για πολλούς εφαρμοστές του δικαίου.
Στο έργο παρουσιάζονται αρχικά όλες οι βασικές έννοιες του συγκεκριμένου κλάδου και οι αρχές που τον διέπουν, καθώς και η ιστορία της σταδιακής ενοποίησης των ασφαλιστικών ταμείων στην Ελλάδα μέχρι και τη δημιουργία του e-Ε.Φ.Κ.Α. Επίσης, περιλαμβάνεται επισκόπηση της πρόσφατης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων σχετικά με τα θεμελιώδη ζητήματα του Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλισης και βέβαια τις συνταξιοδοτικές περικοπές της τελευταίας δεκαετίας. Τέλος, παρατίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον των ασφαλιστικών οργάνων και οι δυνατότητες άμυνας του οφειλέτη κατά των πράξεων καταλογισμού των ασφαλιστικών οφειλών, με ειδική αναφορά στις δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις άσκησης των σχετικών ενδίκων βοηθημάτων και στην εν γένει παροχή δικαστικής προστασίας και στο μεταγενέστερο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του από το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.).
Σκοπός του βιβλίου είναι να διευκολύνει την κατανόηση του Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλισης και να παρουσιάσει με συνοπτικό και αποτελεσματικό τρόπο τις απαντήσεις στα σημαντικότερα πρακτικά ζητήματα που απασχολούν τον εφαρμοστή του δικαίου. Απευθύνεται σε κάθε ενδιαφερόμενο νομικό, δικηγόρο ή δικαστή που επιθυμεί να εξοικειωθεί και να εμβαθύνει στην εφαρμογή του Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλισης.

XI

 

 

 

Πρόλογος VII

Σημείωμα συγγραφέα IX

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Εισαγωγή στο Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης

1. Εννοιολογική προσέγγιση 1

2. Ιστορικό πλαίσιο 12

3. Υγεία 35

4. Πρόνοια 37

5. Συνταγματική κατοχύρωση 40

6. Πυλώνες ασφάλισης 49

7. Κοινοτικό δίκαιο 53

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Γενικές αρχές του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης

1. Εισαγωγή 61

2. Αρχή της ισότητας 62

3. Αρχή της χρηστής διοίκησης 66

4. Αρχή της τυπικής ασφάλισης 70

5. Αρχή της εύνοιας του ασφαλισμένου 71

6. Αρχή της ανταποδοτικότητας 74

7. Αρχή της αναλογικότητας 75

8. Αρχή της ενότητας της ασφαλιστικής περίπτωσης 76

 

XII

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Κύριοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι

1. Εισαγωγή 77

2. Υπαγωγή στην ασφάλιση

2.1. Μισθωτοί 79

2.2. Αυτοαπασχολούμενοι 84

2.3. Υγειονομικοί 88

2.4. Μηχανικοί 89

2.5. Νομικοί 90

2.6. Αγρότες 91

3. Ασφαλιστικός κίνδυνος γήρατος 94

4. Ασφαλιστικός κίνδυνος αναπηρίας 95

5. Εργατικό ατύχημα - Επαγγελματική ασθένεια 103

6. Ασθένεια 106

7. Θάνατος 113

8. Λοιποί κίνδυνοι 116

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Λοιπά είδη ασφάλισης

1. Επικουρική ασφάλιση 119

2. Διαδοχική ασφάλιση 122

3. Παράλληλη ασφάλιση 127

4. Απασχόληση συνταξιούχων 132

5. Προαιρετική ασφάλιση 133

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Υποχρεώσεις εργοδοτών και επιβολή κυρώσεων

1. Υποχρέωση καταβολής εισφορών και υποβολής Α.Π.Δ.

1.1. Καταβολή εισφορών και υποβολή Α.Π.Δ. 137

1.2. Επιβολή κυρώσεων 139

2. Iδιωτικά οικοδομικά έργα 143

3. Υποχρέωση καταχώρισης μισθωτού 145

XIII

4. Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού 149

5. Τήρηση μέτρων ασφαλείας εργαζομένων 152

6. Υποχρέωση αναγγελίας εργατικού ατυχήματος 154

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Διοικητική διαδικασία και άσκηση ενδικοφανών προσφυγών
και ενδίκων βοηθημάτων

1. Διοικητική διαδικασία 155

2. Τοπική διοικητική επιτροπή 156

3. Εκτελεστές διοικητικές πράξεις

3.1. Γνωματεύσεις υγειονομικών επιτροπών 162

3.2. Ειδοποιητήρια 164

3.3. Οριστικοποίηση πράξεων ασφαλιστικών οργανισμών 165

3.4. Άρνηση χορήγησης ασφαλιστικής ενημερότητας 168

4. Ένδικα βοηθήματα και προϋποθέσεις

4.1. Προσφυγή 169

4.2. Αγωγή 174

4.3. Δικαιοδοσία ελεγκτικού συνεδρίου 176

5. Ενδοστρεφής δίκη 178

6. Έκταση ελέγχου του δικαστηρίου 183

7. Αποδεικτικά μέσα 188

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Αναγκαστική εκτέλεση και παραγραφή

1. Εισαγωγή. Διαδικασία συγκρότησης νόμιμου τίτλου 189

2. Υποχρέωση κοινοποίησης καταλογιστικής πράξης 192

3. Συνευθυνόμενοι

3.1. Προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς 195

3.2. Ισχύον νομοθετικό καθεστώς 198

3.3. Συνδυασμός της αλληλέγγυας ευθύνης με την πραγματική
άσκηση διοίκησης
201

3.4. Δυνατότητα άσκησης προσφυγής από τους αλληλέγγυως ευθυνόμενους 207

XIV

4. Κατάσχεση 213

5. Παραγραφή

5.1. Παραγραφή αξιώσεων των ασφαλιστικών φορέων και ήδη e-ΕΦΚΑ 219

5.2. Παραγραφή αξιώσεων κατά των ασφαλιστικών φορέων και ήδη e-ΕΦΚΑ 224

 

Αλφαβητικό ευρετήριο 229

1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

676392.jpg

1

Εισαγωγή στο Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης

1. Εννοιολογική προσέγγιση

Ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης διαφοροποιείται από τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλειας (social security), με τον οποίο το κράτος οργανώνει δημόσιες υπηρεσίες (υπό οργανική ή λειτουργική έννοια) που καλύπτουν υποχρεωτικά το σύνολο του πληθυσμού από προκαθορισμένους κινδύνους, ανεξαρτήτως εάν απασχολείται ή όχι, αφορά τη χορήγηση ελάχιστων παροχών που χρηματοδοτούνται πρωτίστως από τη φορολογία με στόχο την αξιοπρεπή διαβίωση όλων, συνδέεται με τις στοιχειώδεις ανάγκες του ανθρώπου και την προστασία της αξίας και αξιοπρέπειάς του και προάγει την εθνική κοινωνική αλληλεγγύη (μεταξύ των φορολογουμένων σε μια χώρα)[1]. Ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης (social insurance), αντίθετα, συνδέεται κυρίως με την επαγγελματική απασχόληση και στοχεύει στην εξασφάλιση με βάση την ασφαλιστική τεχνική όλων των προσώπων που ανήκουν σε ορισμένη επαγγελματική ομάδα ή κατηγορία του πληθυσμού από προκαθορισμένους κινδύνους με τη χορήγηση συγκεκριμένων παροχών που χρηματοδοτούνται καταρχήν από πολυάριθμες ατομικές εισφορές και στοχεύουν στην αναπλήρωση του εισοδήματος που είχε ο ασφαλισμένος πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, και προάγει την ασφαλιστική αλληλεγγύη (μεταξύ των ασφαλισμένων). Η εθνική αλληλεγγύη αναφέρεται στην αναδιανομή των εισοδημάτων που πραγματοποιείται στο σύνολο των πολιτών - νομίμων κατοίκων της χώρας μέσω της φορολογίας με κριτήριο τις ανάγκες που υπάρχουν, ενώ η ασφαλιστική αλληλεγγύη αφορά την, συμπληρωματικά με την εθνική κοινωνική αλληλεγγύη, περιορισμένη αναδιανομή εισοδημάτων μεταξύ των ασφαλισμένων. Διαφορετική επίσης είναι η έννοια του θεσμού της κοινωνικής πρόνοιας. Τα συστήματα πρόνοιας συνθέτουν ένα υποσύστημα κοινωνικής προστασίας, που σε αντίθεση με τα δημόσια συστήματα κοινωνικής ασφάλισης κατευθύνεται στην πρόληψη και αντιμετώπιση καταστάσεων ανάγκης με χορήγηση εισοδηματικών παροχών και παροχών σε είδος και κοινωνικών υπηρεσιών μέσω εξειδικευμένων φορέων σε άτο

2

μα που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης και αδυνατούν να την καλύψουν με τα δικά τους μέσα (ευπαθείς ομάδες), χωρίς οι παροχές να συνδέονται με την απασχόληση[2].

Για τη νομική φύση της κοινωνικής ασφάλισης έχουν υποστηριχθεί η ασφαλιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η κοινωνική ασφάλιση έχει τα ίδια γνωρίσματα με την ιδιωτική ασφάλιση και η σχέση μεταξύ των εισφορών και παροχών είναι σχέση παροχής και αντιπαροχής, και η θεωρία της δημόσιας αρωγής, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να απαιτούν κοινωνική ασφάλιση από το κράτος, που έχει υποχρέωση να τους την παρέχει, ενώ έχει δικαίωμα να επιβάλλει σε ορισμένα πρόσωπα την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, οπότε το δικαίωμα για κοινωνική ασφάλιση είναι ανεξάρτητο από την επιβολή των εισφορών, οι οποίες μπορεί και να καταργηθούν και να εισαχθεί άλλος τρόπος χρηματοδότησης.

Τα ασφαλιστικά συστήματα διακρίνονται σε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης τύπου Bismarck, στα οποία υπάρχουν πολλαπλοί ασφαλιστικοί οργανισμοί ανά επαγγελματική κατηγορία και οι παροχές χρηματοδοτούνται κυρίως από εισφορές (χωρία να αποκλείεται η κρατική συμμετοχή) με σχέση παροχής και αντιπαροχής μεταξύ εισφορών και παροχών, και κοινωνικής ασφάλειας τύπου Beveridge, όπου η προστασία παρέχεται από έναν ενιαίο κρατικό ασφαλιστικό φορέα και είναι καθολική και ομοιόμορφη, δηλαδή ανεξάρτητη από το εισόδημα του ασφαλισμένου με σκοπό την κάλυψη ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Τα περισσότερα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης είναι μεικτά και συνδυάζουν χαρακτηριστικά των δύο βασικών, πλην διέπονται κατά βάση από ένα εξ αυτών[3]. Ως δημόσια ασφαλιστικά συστήματα νοούνται τα ασφαλιστικά σχήματα δημοσίου δικαίου, στα οποία η συμμετοχή είναι υποχρεωτική, ενώ η διαχείρισή τους γίνεται απευθείας από το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η δε χρηματοδότησή τους στηρίζεται εν μέρει στις εισφορές και εν μέρει στον κρατικό προϋπολογισμό. Επίσης, διακρίνονται: α) σε αναδιανεμητικά συστήματα[4], στα οποία οι εισφορές και το σύνολο των εισπραττομένων πόρων χρησιμοποιούνται για τη ρευστότητα του οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης και την πληρωμή των παροχών και των συντάξεων στους ήδη συνταξιούχους, ενώ το τυχόν θετικό υπόλοιπο παραμένει ως αποθεματικό, και λειτουργούν με βάση την αρχή της αλληλεγγύης των γενεών. Σκοπός τους είναι η ανακατανομή του πλούτου από τις ισχυρότερες προς τις ασθενέστερες οικονομικά ομάδες και από τους νεότερους στους γηραιότερους ώστε να εξασφαλίζεται ένα

3

επίπεδο διαβίωσης, που ανάλογα με το σύστημα (τύπου Beveridge ή Bismarck) κυμαίνεται από το ελάχιστο επιβίωσης έως την αναπλήρωση του εισοδήματος που απολάμβανε ο ασφαλισμένος όσο εργαζόταν. Βασικό μειονέκτημα είναι η αδυναμία λειτουργίας του σε περιπτώσεις μεταβολής των δημογραφικών δεδομένων (γήρανση του πληθυσμού), που έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες[5], η εισφοροδιαφυγή και ανασφάλιστη εργασίας, καθώς και η έλλειψη πλήρους ανταποδοτικότητας μεταξύ των εισφορών και των ασφαλιστικών παροχών, και β) σε κεφαλαιοποιητικά, στα οποία οι ασφαλιστικές εισφορές συγκεντρώνονται σε ατομικό ασφαλιστικό λογαριασμό, «κεφαλαιοποιούνται» και επενδύονται, με αντάλλαγμα τη χορήγηση μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ασφαλιστικών παροχών αντίστοιχου ύψους. Το σύστημα αυτό εμφανίζει απόλυτη ανταποδοτικότητα παροχής και αντιπαροχής και αποτρέπει την εισφοροδιαφυγή, πλην όμως ενέχει κινδύνους κυρίως ως προς τη διαχείριση και επένδυση των ως άνω κεφαλαίων από τον εκάστοτε ασφαλιστικό φορέα, η οποία χρήζει εποπτείας. Ο πρώτος τύπος συστήματος, εξάλλου, καλύπτει και ασθενέστερες ομάδες εργαζομένων, οι οποίοι δεν έχουμε μετάσχει για μεγάλα διαστήματα στον εργασιακό βίο, ενώ ο δεύτερος απευθύνεται κυρίως στους ισχυρότερους οικονομικά εργαζόμενους.

Το ελληνικό σύστημα λειτουργεί κατά βάση ως διανεμητικό με συγκερασμό των αρχών της ασφαλιστικής αλληλεγγύης και της ανταποδοτικότητας[6]. Επίσης, τα διανεμητικά συστήματα είναι κατά κανόνα οργανωμένα ως συστήματα «καθορισμένων παροχών», στα οποία το ύψος της συνταξιοδοτικής παροχής ως ποσοστό ενός μέσου όρου εισοδήματος (συνήθως ο τελευταίος μισθός, ή ο μέσος όρος μισθών ορισμένων ετών) είναι γνωστό και καθορισμένο εκ των προτέρων, ενώ τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα διαμορφώνονται ως συστήματα καθορισμένης εισφοράς, στα οποία το ποσό της εισφοράς είναι προκαθορισμένο και καταλείπει τον υπολογισμό της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέλλον, με κριτήριο την κατ’ εκείνο το χρόνο απόδοση των αποθεματικών. Τα συστήματα καθορισμένης παροχής έχουν την έννοια ότι σε περίπτωση μεταβολών το επενδυτικό ρίσκο φέρει ο υπεύθυνος χρηματοδότησης (π.χ. ο εργοδότης και ο ασφαλισμένος) και όχι ο δικαιούχος, ενώ στα συστήματα καθορισμένης εισφοράς τον αντίστοιχο κίνδυνο φέρει ο ασφαλισμένος/συνταξιούχος ή ο εγγυητής του συστήματος και όχι ο εργοδότης και δεν υπάρχει εγγύηση των τελικώς χορηγούμενων παροχών, διότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί απαλλάσσονται από το σχετικό βάρος εγγύησης, οπότε η διαχείριση των αποθεματικών των ταμείων είναι εξαιρετικά σημαντική και δεν επαφίεται στη διοίκησή τους αλλά σε εξειδικευμένους διαχειριστές κεφαλαίων[7]. Είναι συνεπώς ευνόητο ότι στα συστήματα καθορισμένης εισφοράς, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να υπολογίσει το ποσό της σύνταξης που θα λάβει παρά μόνο τον χρόνο της συνταξιοδότησης.

4

Η σχέση κοινωνικής ασφάλισης είναι είτε τριμερής, δηλαδή μεταξύ του εργοδότη, του εργαζόμενου και του ασφαλιστικού φορέα, όταν πρόκειται για απασχόληση μισθωτού[8], είτε διμερής, όταν πρόκειται για αυτοαπασχολούμενο, ο οποίος καταβάλλει ο ίδιος τις ασφαλιστικές εισφορές στον ασφαλιστικό του φορέα.

Βασικές έννοιες του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης είναι οι παρακάτω:

Αναπηρία: Από την άποψη του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης είναι η μείωση, λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, της ικανότητας προς εργασία και συνακόλουθα του βιοπορισμού του παθόντος. Η ιατρική ή ανατομοφυσιολογική αναπηρία αφορά το ποσοστό σωματικής ή πνευματικής βλάβης και προσδιορίζεται από ιατρικά όργανα, ενώ η ασφαλιστική αναπηρία αφορά την επιρροή της ιατρικής αναπηρίας στην ικανότητα του ασφαλισμένου να κερδίζει ορισμένο ποσοστό των αποδοχών υγιούς ασφαλισμένου στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και στην ίδια περιοχή[9].

Ασφαλιστικός Φορέας ή Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ασφαλιστικό Ταμείο: Πρόκειται για νομικά πρόσωπα δημοσίου και μόνο δικαίου, στα οποία καθιερώνεται η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και καταβάλλονται υποχρεωτικώς ασφαλιστικές εισφορές, ενώ υπέχουν υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών παροχών σε περίπτωση επέλευσης ασφαλιστικού κινδύνου.

Ασφαλιστικός κίνδυνος: Το τυχαίο γεγονός, η επέλευση του οποίου συνεπάγεται την οριστική ή προσωρινή διακοπή της επαγγελματικής απασχόλησης και τη μείωση των εισοδημάτων του ασφαλισμένου και συνιστά την προϋπόθεση για την υποχρέωση χορήγησης ασφαλιστικών παροχών από τον ασφαλιστικό φορέα. Ασφαλιστική περίπτωση είναι η επέλευση ενός από τους καλυπτόμενους ασφαλιστικούς κίνδυνους στο πρόσωπο του ασφαλισμένου και η συνακόλουθη αναζήτηση της συνδρομής του ασφαλιστικού φορέα για τη λήψη της αντίστοιχης παροχής. Οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται ενίοτε ως ταυτόσημοι[10].Οι συνήθεις ασφαλιστικοί κίνδυνοι είναι: ασθένεια, μητρότητα, αναπηρία,

5

επαγγελματικό ατύχημα, γήρας, θάνατος[11]. Βασικό περιεχόμενο της κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί η, έναντι καταβολής εισφοράς, προστασία του ασφαλισμένου από την επέλευση αυτών[12].

Ασφαλισμένος: Ο εργαζόμενος που καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές και έχει αξίωση για τη χορήγηση ασφαλιστικών παροχών. Οι ασφαλισμένοι διακρίνονται στους άμεσα ασφαλισμένους, των οποίων το δικαίωμα προς λήψη των ασφαλιστικών παροχών ερείδεται επί της εργασιακής τους σχέσης, και στους έμμεσα ασφαλισμένους (μέλη της οικογένειας), οι οποίοι έλκουν το αντίστοιχο δικαίωμά τους από τη σχέση τους με τον άμεσα ασφαλισμένο[13].

Ασφαλιστική ικανότητα: Το δικαίωμα πρόσβασης στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (πάροχοι υγείας, φαρμακεία, συμβεβλημένοι γιατροί με τον ΕΟΠΥΥ κτλ) μετά την κατάργηση των βιβλιαρίων ασθενείας με το άρθρο 67 του Ν 4603/2019 υπό τις εκάστοτε προβλεπόμενες προϋποθέσεις στο Ν 4387/2016 ή σε ειδικότερες διατάξεις.

Ασφαλιστική κλάση: Κατηγορία εργαζομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αναλόγως του τεκμαρτού ημερομισθίου που λάμβανε, διαχωρισμός που υπήρχε στο ΙΚΑ.

Ασφαλιστικές παροχές: Πρόκειται για τις παροχές που χορηγεί ο ασφαλιστικός φορέας στα πρόσωπα που υπάγονται σε αυτόν μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, εφόσον πληρούν τις κατά νόμο χρονικές και οικονομικές προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών είναι οι συντάξεις[14] και τα επιδόματα, μερίσματα ή βοηθήματα, που καταβάλλονται περιοδικώς, αλλά και οι εφάπαξ παροχές που χορηγούνται κατά την συνταξιοδότηση, οι οποίες, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, είναι δημοσίου δικαίου κοινωνικοασφαλιστικές

6

παροχές υπαγόμενες και αυτές στο καθεστώς προστασίας του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος[15].

Οι παροχές, που προβλέπονται με τις κοινές για όλους τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης διατάξεις των άρθρων 5 του ΑΝ 1846/1951, 1 του Ν 612/1977 και 42 του Ν 1140/1981, συναρτώνται προς την ύπαρξη κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης και την καταβολή εισφορών και χορηγούνται υπό προϋποθέσεις που προσιδιάζουν σε κοινωνικοασφαλιστική παροχή, όπως είναι η συμπλήρωση χρονικών προϋποθέσεων και η επέλευση του ασφαλιζόμενου ασφαλιστικού κινδύνου και ως εκ τούτου αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφάλισης και όχι μέτρα γενικότερης κοινωνικής πολιτικής. Ειδικότερα, η υποχρέωση χορήγησης συνταξιοδοτικών παροχών από ασφαλιστικά ταμεία αντίστοιχου ύψους με τα κατώτατα τα ποσά συντάξεων του ΙΚΑ (άρθρο 5 του ΑΝ 1846/1951), που αποσκοπεί στην εξάλειψη των ανισοτήτων μεταξύ των ασφαλισμένων όλων των ασφαλιστικών οργανισμών σε επίπεδο ελάχιστης ασφαλιστικής προστασίας, προϋποθέτει την ύπαρξη ασφαλιστικής σχέσης, την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και τη συμπλήρωση των χρονικών και άλλων νομίμων προϋποθέσεων, όχι όμως και την ένδεια του εκάστοτε δικαιούχου. Το ίδιο ισχύει και για την σύνταξη σε τυφλούς εξ αμφοτέρων των οφθαλμών (άρθρο 1 του Ν 612/1977), που συναρτάται με την ύπαρξη κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης και τη συμπλήρωση ειδικών χρονικών προϋποθέσεων, που δικαιολογούνται από την ιδιαιτερότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκονται τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα. Τέλος, και οι προβλεπόμενες στο άρθρο 42 του Ν 1140/1981 παροχές προϋποθέτουν την ύπαρξη ασφαλιστικής σχέσης, δεδομένου ότι το μεν εξωιδρυματικό επίδομα[16] χορηγείται σε πρόσωπα αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένα σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, η δε προσαύξηση λόγω απόλυτης αναπηρίας απονέμεται σε πρόσωπα που ήδη έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Ως εκ τούτου, οι ως άνω παροχές έχουν κοινωνικοασφαλιστικό και όχι προνοιακό χαρακτήρα. Τούτο δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις αναπηρίας (τυφλότητας, παραπληγίας, τετραπληγίας, νοητικής υστέρησης κ.λπ.), παράλληλα με τις παροχές αυτές προβλέπονται οικονομικές ενισχύσεις προνοιακού χαρακτήρα, που χορηγούνται με κριτήρια όπως η παντελής έλλειψη κοινωνικοασφαλιστικής κάλυψης των δικαιούχων, η μη χορήγηση σ' αυτούς για την ίδια αιτία κοινωνικοασφαλιστικών παροχών ίσων ή μεγαλύτερων των προνοιακών ή η δυσχερής οικονομική τους κατάσταση[17].

7

Από τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης διαφοροποιούνται οι παροχές πρόνοιας[18]. Διαφοροποιούνται επίσης οι παροχές υγείας ή ασθένειας, που διακρίνονται σε παροχές σε είδος και σε χρήμα. Οι παροχές υγείας σε είδος είναι η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, οι παρακλινικές εξετάσεις, φυσικοθεραπεία – εργοθεραπεία - λογοθεραπεία, φαρμακευτική ή νοσοκομειακή περίθαλψη, νοσηλεία στο εξωτερικό, χρήση αποκλειστικής νοσοκόμας, επίδομα τοκετού, λουτροθεραπείας και αεροθεραπείας και άλλες, για τις οποίες, όπως και για τις παροχές ασθένειας σε είδος, αρμόδιος είναι ο Εθνικός Οργανισμός Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)[19]. Οι παροχές υγείας σε χρήμα είναι το επίδομα ασθένειας και μητρότητας και τα έξοδα κηδείας[20], ενώ παροχή ασθένειας σε χρήμα αποτελεί το επίδομα εργατικού ατυχήματος[21]. Οι παροχές αυτές, για τις οποίες αρμόδιος είναι ο Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τις διατάξεις των ενταχθέντων σ’ αυτόν φορέων μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Ασφάλισης και Παροχών, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν 4387/2016.

Εισφορές: Το ποσό που καταβάλλεται παγίως και περιοδικώς λόγω της παροχής εργασίας είτε από τον εργοδότη υπέρ του εργαζομένου, οπότε το ύψος του εξαρτάται από κατ’ αρχήν από το ύψος του πράγματι καταβληθέντος μισθού, είτε από τον αυτοαπασχολούμενο προς σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου[22]. Σκοπός της ύπαρξης αυτοτελούς συστήματος κοινωνικής ασφάλισης είναι να λειτουργεί ανεξάρτητα από το κράτος με πόρους που προέρχονται αποκλειστικώς ή πρωτίστως από τις ασφαλιστικές εισφορές. Σε αντίθεση με τους κοινωνικούς πόρους, που συνιστούν οικονομική επιβάρυνση προσώπων άσχετων με τον ασφαλιστικό οργανισμό υπέρ του οποίου επιβάλλεται και εισπράττεται ο πόρος, οι εργοδοτικές εισφορές προορίζονται για τη χρηματοδότηση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης και βαρύνουν τους εργοδότες, καταβαλλόμενες ως αντάλλαγμα της εργασίας του ασφαλισμένου. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση παρακράτησης των εισφορών από το μισθό και καταβολής στο ΙΚΑ εντός ορισμένης προθεσμίας από το χρόνο παροχής της εργασίας, άλλως ενέχεται αυτός έναντι του ΙΚΑ[23].

8

Με τις αποφάσεις 1882 και 1888/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας διευκρινίστηκε η φύση της ασφαλιστικής εισφοράς[24] και ειδικότερα κρίθηκε ότι αυτή, ως υποχρεωτική χρηματική παροχή, είναι εγγενές στοιχείο της κοινωνικής ασφάλισης και στα διανεμητικά συστήματα χρηματοδότησης αυτής - είτε καθορισμένων παροχών είτε καθορισμένων εισφορών - λειτουργεί α) ως αναγκαίος όρος για την πρόσβαση στην ασφαλιστική κάλυψη, β) ως μέσο χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης και γ) ως εκδήλωση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Περαιτέρω, καθ’ όσον, ειδικότερα, αφορά την κοινωνική ασφάλιση της μισθωτής εργασίας, από τις απαρχές του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, η ασφαλιστική εισφορά δεν βαρύνει εξ ολοκλήρου τον απολαύοντα της ασφαλιστικής προστασίας μισθωτό αλλά μέρος αυτής επιβάλλεται εις βάρος του μη ωφελούμενου (αμέσως) εργοδότη του (εργοδοτική εισφορά). Οι διάφορες αυτές όψεις της ασφαλιστικής εισφοράς δεν επιτρέπουν την συναγωγή μιας ενιαίας νομικής φύσεως αυτής ως υποχρεωτικής χρηματικής παροχής, η οποία, πάντως, από οποιαδήποτε άποψη θεωρούμενη, δεν έχει τα χαρακτηριστικά φόρου[25]. Ως μέσο χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, ως εκδήλωση της κοινωνικής αλληλεγγύης και ως εργοδοτική εισφορά συνιστά δημόσιο βάρος προς αντιμετώπιση της δαπάνης για την κοινωνική ασφάλιση[26]. Ως αναγκαίος δε όρος για την πρόσβαση στην ασφαλιστική κάλυψη συνιστά ανταποδοτική παροχή για την απόλαυση κοινωνικού δικαιώματος. Τέλος, πρόσφατα κρίθηκε ότι έχει χαρακτήρα εργοδοτικής εισφοράς οικονομική επιβάρυνση επιχείρησης - εργοδότη, η οποία επιβάλλεται προς διατήρηση και ενίσχυση του ασφαλιστικού φορέα, στον οποίο υπάγονται εργαζόμενοι που απασχολούνται σε εργασία συναφή με το αντικείμενο της δραστηριότητας των βαρυνόμενων εργοδοτών, και υπολογίζεται με διαφορετικό από τον συνήθη τρόπο, όπως όταν η ένδικη εισφορά υπολογίζεται ως ποσοστό επί των ακαθάριστων εσόδων της εκμετάλλευσης ή επιχείρησης αμιγώς μέσων μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας[27].

9

Εργοδότης: Ως εργοδότης, κατά τη διάταξη του εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν 702/1977, η οποία αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον, νοείται όχι εκείνος ο οποίος δυνάμει ειδικής ρύθμισης του νόμου, είτε υποχρεούται να εισπράξει ή να παρακρατήσει από τις αποδοχές του μισθωτού τις οφειλόμενες από αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, είτε ευθύνεται «αλληλεγγύως και εις ολόκληρον» για τις εισφορές αυτές, αλλά εκείνος υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφαλιστέα σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης απασχόληση, ο οποίος, λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του αυτής, μετέχει στη σχέση της κοινωνικής ασφάλισης, υποχρεούμενος στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, το ποσό των οποίων εισπράττει από τον ασφαλισμένο ή παρακρατεί από τις αποδοχές του και, ως εκ τούτου, νομιμοποιείται να ασκήσει την προσφυγή που προβλέπει η διάταξη αυτή[28]. Ο εργοδότης είναι αυτός που απασχολεί τον μισθωτό και ωφελείται από την εργασία του, δηλαδή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για λογαριασμό του οποίου παρεσχέθη πράγματι από τον ασφαλισμένο εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής[29], [30]. Σε περίπτωση δανεισμού ο έμμεσος εργοδότης ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον άμεσο[31].

Εργαζόμενος: Ως εργαζόμενος νοείται αυτός που παρέχει την εργασία και υπάγεται στην ασφάλιση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Η έννοια του εργαζομένου στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος διαφοροποιείται από την ερμηνεία του όρου «εργαζόμενοι» στο άρθρο 22 παρ. 4, που αφορά στο κοινωνικό δικαίωμα εργασίας, καθόσον η τελευταία περιορίζεται στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες εργαζομένων[32].

Εργόσημο: Ειδικό διπλότυπο (είδος επιταγής) για την ασφάλιση των περιστασιακώς απασχολούμενων, που περιλαμβάνει την αμοιβή και τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και εξαργυρώνεται από αυτούς μετά την αφαίρεση των εισφορών[33].

10

Επικουρική ασφάλιση: Σύστημα παροχής ασφάλισης για ομοειδείς ομάδες ασφαλισμένων, επαγγέλματα και επιχειρήσεις, που ενισχύει το ποσοστό αναπλήρωσης της σύνταξης του ασφαλισμένου για την ίδια απασχόληση, ώστε να υπάρχει αναλογία με τις αποδοχές κατά το διάστημα της εργασίας του.

Εφ’ άπαξ παροχή: Αφορά τους συνταξιούχους του Δημοσίου και έχει χαρακτήρα έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης του ασφαλισμένου, η οποία καταβάλλεται άπαξ κατά την αποχώρησή του από την εργασία, με βάση κεφάλαιο που, κατ’ αρχήν, σχηματίζεται από κρατήσεις που επιβάλλονται καθ’ όλη την διάρκεια του εργασιακού βίου του. Προϋπόθεση δε καταβολής του είναι η προηγούμενη λήψη κύριας σύνταξης και η επί ορισμένο χρονικό διάστημα ασφάλιση στο Ταμείο ή τον κλάδο που χορηγεί το εν λόγω βοήθημα[34]. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 του Ν 4387/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν 4670/2020, «εφάπαξ παροχή είναι το ποσό που καταβάλλεται άπαξ στους συνταξιούχους μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό απασχόληση κατόπιν καταβολής ατομικών εισφορών πέραν των εισφορών κύριας και επικουρικής ασφάλισης».

Σύνταξη: Το ανά τακτά χρονικά διαστήματα καταβαλλόμενο ποσό από τον ασφαλιστικό φορέα στον συνταξιούχο κατόπιν της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Ειδικώς για τους δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς, η ισόβια περιοδική παροχή που καταβάλλεται αντί μισθού και ως συνέχεια αυτού, μετά την αποχώρηση τους από την ενεργό υπηρεσία, για τη δε απονομή της εφαρμόζονται ενιαίοι κανόνες, προσαρμοσμένοι στην ιδιομορφία της σχέσης δημοσίου δικαίου που τους συνδέει με την υπηρεσία. Το ύψος αυτής πρέπει να τελεί σε εύλογη αναλογία προς τις αποδοχές ενέργειας, αναλόγως των ιδιαίτερων υπηρεσιακών συνθηκών εκάστης κατηγορίας, εξασφαλίζοντας γι’ αυτούς αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, ανάλογες της θέσης, των καθηκόντων, του χρόνου υπηρεσίας και της υπηρεσιακής τους εξέλιξης[35].

Υγειονομική περίθαλψη: οι υπηρεσίες υγείας που παρέχονται σε ασθενείς με σκοπό την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία της νόσου και την αποκατάσταση της υγείας (άρθρο 2 του Κανονισμού Παροχών Υγείας του ΕΟΠΥΥ) ή με ευρύτερη έννοια την εκτίμηση, διατήρηση ή αποκατάσταση της υγείας τους, συμπεριλαμβανομένης της συνταγογράφησης,

11

της χορή­γησης και της προμήθειας φαρμάκων και ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων (Οδηγία 2011/24/ΕΕ). Διακρίνεται σε πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, που παρέχεται από τα κατά τόπους εξωτερικά ιατρεία και τους συμβεβλημένους ιατρούς (άρθρο 7 του Κανονισμού), τη φαρμακευτική και τη νοσοκομειακή περίθαλψη ή δευτεροβάθμια φροντίδα υγείας (άρθρο 10 του Κανονισμού).

Χρόνος ασφάλισης: Ο χρόνος που έχει διανυθεί στην υπηρεσία ή στην ασφάλιση ορίζεται ως «συντάξιμη υπηρεσία» για τους ασφαλισμένους στο Δημόσιο[36], ενώ στους ασφαλιστικούς φορείς ως «χρόνος ασφάλισης». Ο χρόνος που δύναται υπό τις εκάστοτε οριζόμενες προϋποθέσεις να προσμετρηθεί είτε για θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος είτε για προσαύξηση της σύνταξης που ήδη έχει απονεμηθεί ή εφόσον έχει ήδη θεμελιωθεί σχετικό δικαίωμα, χωρίς να αποτελεί χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας ή ασφάλισης, θεωρείται πλασματικός. Κρίσιμος είναι και στην περίπτωση αυτή ο χρόνος υποβολής της αίτησης προς αναγνώριση του χρόνου ασφάλισης[37]. Ως πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης αναγνωρίζονται[38] ο χρόνος στρατιωτικής θητείας[39], γονικής άδειας, εκπαιδευτικής άδειας, σπουδών, ανεργίας, απουσίας λόγω κύησης ή λοχείας, απεργίας, μαθητείας (έως ορισμένο χρόνο), καθώς και ο χρόνος προ εγγραφής στα πρώην ασφαλιστικά

12

ταμεία ΤΕΒΕ, ΤΑΕ ή ΤΣΑ. Τέτοιος είναι ο χρόνος αποδεδειγμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας που έπρεπε να είχε ασφαλιστεί πριν την εγγραφή του ασφαλισμένου στα μητρώα έως πέντε έτη, για τον οποίο δεν είχαν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές[40].

2. Ιστορικό πλαίσιο

Κατά το πρώτο διάστημα της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα δημιουργήθηκε πλήθος ασφαλιστικών φορέων, καθένας των οποίων ήταν αρμόδιος για κάθε επαγγελματική ομάδα και προέβλεπε διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, την ύπαρξη πολλών και ετερόκλητων κατηγοριών ασφαλισμένων με σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ τους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος χορήγησης των ασφαλιστικών παροχών μεταξύ τους, και την ιδιαίτερη δυσχέρεια ως προς την ανεύρεση του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, διότι οι σχετικές διατάξεις ήταν εγκατεσπαρμένες σε διάφορα και συνήθως άσχετα με το κύριο αντικείμενο της ρύθμισης νομοθετήματα. Παρότι ο κύριος όγκος των ασφαλισμένων ανήκε σε τρία ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ, ΤΕΒΕ και ΟΓΑ), καθώς και στο Δημόσιο, υπολογίζεται ότι υπήρχαν συνολικά περί τα 175 ασφαλιστικά ταμεία. Η πρώτη σημαντική αλλαγή επήλθε με το Ν 2094/1992, ο οποίος, χωρίς να διαφοροποιήσει τη μορφή των φορέων κοινωνικής ασφάλισης ή την υπαγωγή των ασφαλισμένων σε διάφορα ασφαλιστικά ταμεία: α) θέσπισε νέο νομοθετικό καθεστώς για όσους ασφαλίστηκαν υποχρεωτικά για πρώτη φορά σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, πλην Ο.Γ.Α., μετά την 1.1.1993 («νέοι ασφαλισμένοι»), με δυσμενέστερες ρυθμίσεις σε σχέση με όσους ασφαλίστηκαν πριν («παλαιοί ασφαλισμένοι»), β) ρύθμισε τη συγχώνευση ταμείων, κλάδων ή λογαριασμών επικουρικής ασφάλισης σε φορείς κύριας ασφάλισης, καθώς και τη συγχώνευση ομοειδών ταμείων επικουρικής ασφάλισης σε ενιαία μεγαλύτερα και γ) θέσπισε ενιαίους κανόνες για ορισμένα ζητήματα που αφορούν τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας των νέων ασφαλισμένων, ήτοι τις χρονικές προϋποθέσεις θεμελίωσης και τα είδη αναπηρίας, δια παραπομπής στη νομοθεσία του ΙΚΑ και συγκεκριμένα στις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 28 του ΑΝ 1846/1951, οι οποίες έτσι καθίστανται διατάξεις που εφαρμόζονται για τους νέους ασφαλισμένους όλων των ασφαλιστικών φορέων («οριζόντιες διατάξεις»)[41].

Η επόμενη μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση έγινε με το Ν 3655/2008, με τον οποίο, μεταξύ άλλων: α) εντάχθηκαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ τα Ταμεία Συντάξεων Προσωπικού ΗΣΑΠ, Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Τραπέζης της Ελλάδος, Ασφαλιστικής Εταιρείας «Η ΕΘΝΙΚΗ», ΟΤΕ, ΕΤΒΑ και ΔΕΗ, και ιδρύθηκε (άρθρο 70) το Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας (ΤΑΥΤΕΚΩ), στο οποίο ενοποιήθηκαν είκοσι ανεξάρτητα ταμεία (όπως ΤΑΠ-ΟΤΕ, ΤΑΠ-ΗΣΑΠ, ΤΑΠ-ΗΛΠΑΠ, ΤΑΠΑΕ ΕΘΝΙΚΗ, Κλάδος

13

Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ κ.α.), β) εντάχθηκαν στον ΕΤΑΑ τα ταμεία των μηχανικών, ιατρών και νομικών (ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ, ΤΝ), και γ) εντάχθηκε στον ΟΑΕΕ το Ταμείο Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων (ΤΑΝΠΥ) και στον ΟΠΑΔ (Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου) το Ταμείο Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΤΥΔΚΥ). Στη συνέχεια, συστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν 3918/2011 ο ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας), ο οποίος συνιστά φορέα κοινωνικής ασφάλισης με σκοπό την παροχή αποκλειστικά υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των μεταφερομένων σε αυτόν φορέων[42]. Στον φορέα αυτόν ενοποιήθηκαν και εντάχθηκαν σε οι Κλάδοι Υγείας όλων των λοιπών ασφαλιστικών φορέων, δηλαδή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), ως προς τις παροχές σε είδος, καθώς και του Οίκου Ναύτου, του Ταμείου Ασφάλι­σης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.) και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. και τέλος του Ε.Τ.Α.Α. (άρθρο 42 του Ν 4075/2012)[43].

Στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και της υπογραφής του πρώτου Μνημονίου, με τον Ν 3863/2010 επήλθε σημαντική νομοθετική μεταβολή που αφορούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις απονομής σύνταξης και ειδικότερα σταδιακή αύξηση, με πρόβλεψη μεταβατικού διαστήματος έως την ολοκλήρωση της μεταβολής, των ορίων ηλικίας χορήγησης σύνταξης στα 60 έτη και του χρόνου ασφάλισης στα 40 έτη για τους εργαζόμενους του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, καθώς και την επίσης σταδιακή κατάργηση ευνοϊκότερων διατάξεων απονομής σύνταξης (όπως μητέρων τρίτεκνων και ανήλικών τέκνων, δυνατότητα προσμέτρησης πλασματικού χρόνου ασφάλισης κ.λπ.)[44]. Ο απώτερος σκοπός

14

ήταν η ενοποίηση των ορίων ηλικίας και ετών ασφάλισης για όλους τους ασφαλισμένους, ανεξαρτήτως ασφαλιστικού φορέα, καθώς και ο ενιαίος τρόπος υπολογισμού της σύνταξης, καθώς, πέραν όλων των λοιπών προβλημάτων, κατέστη σαφές ότι το δημογραφικό πρόβλημα σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής απειλούσε σοβαρά τη βιωσιμότητα όλων των αναδιανεμητικών συστημάτων, λόγω της φύσεως αυτών[45]. Κυρίως, όμως, προβλέφθηκε για πρώτη φορά ότι η σύνταξη γήρατος θα αποτελούνταν από δύο διακριτά μέρη: την βασική σύνταξη προνοιακού χαρακτήρα για όλους τους ασφαλισμένους (όλων των φορέων και του Δημοσίου) πλην ΟΓΑ, χορηγούμενη με εισοδηματικά κριτήρια (άρθρο 1), και την κύρια ή αναλογική ή ανταποδοτική σύνταξη (άρθρο 2), που προϋποθέτει συμπλήρωση των εκάστοτε οριζόμενων ορίων ως προς την ηλικία ή το χρόνο ασφάλισης, με σταδιακή αύξηση των ορίων ηλικίας (άρθρο 10 του Ν 3863/2010 και περ. 1 α της υποπαρ. Ε3 της παρ. Ε του άρθρου 2 του Ν 4336/2015)[46]. Έτσι ο θεσμός κοινωνικής ασφάλισης αποκτά για πρώτη φορά στοιχεία ανταποδοτικότητας (μέσω της ενίσχυσης της σύνδεσης μεταξύ εισφορών και παροχών) προσιδιάζουσας σε διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών, στο πλαίσιο του οποίου τον κίνδυνο αναλαμβάνουν οι ασφαλισμένοι. Ειδικότερα, όπως προβλέπεται τελικά στο άρθρο 2 του Ν 4387/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 22 του Ν 4670/2020, «Κύρια σύνταξη» είναι το ποσό που καταβάλλεται μηνιαίως στους συνταξιούχους ως αναπλήρωση του εισοδήματος μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό απασχόληση και αποτελείται από το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης.

15

Back to Top