ΣΥΡΡΟΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ

Συμβολή στην ερμηνεία των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ

από 29,75 €

Έως 64,75 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 11.75€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 29,75 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21186
Ρεντούλης Π.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Ορφανίδης Γ., Πανταζόπουλος Σ., Τσικρικάς Δ., Χριστακάκου-Φωτιάδη Κ.
  • Έκδοση: 2025
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 232
  • ISBN: 978-618-08-0657-1
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ραγδαία αύξηση των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και κατά συνέπεια των αναγκαστικών πλειστηριασμών και των συντασσόμενων πινάκων κατάταξης. Μετά τις συνεχείς τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κυρίως με τους Ν. 4335/2015, 4512/2018 και 4842/2021, τα ζητήματα του εάν οι απαιτήσεις που συμμετέχουν στην κατάταξη είναι εξοπλισμένες με κάποιο προνόμιο ή όχι ή εάν, αντιθέτως, είναι μη προνομιούχες, καθώς και το πώς διευθετείται η συρροή τους, παρουσιάζουν πρόσθετα δογματικά, ερμηνευτικά και πρακτικά ζητήματα, ιδίως με τη θέση σε ισχύ, μετά τις 17.1.2018, του άρθρου 977Α ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει παράλληλα με το άρθρο 977 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αντ’ αυτού για τη διευθέτηση της συρροής προνομιούχων ή/και μη προνομιούχων απαιτήσεων. Στο  έργο απαντώνται ερωτήματα όπως:
- Ποια η ειδική σχέση μεταξύ των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ;
- Πώς συμμετέχουν περισσότερες απαιτήσεις στη διανομή;
- Πώς κρίνεται η επάρκεια ή η ανεπάρκεια του προς διανομή ποσού;
- Ποιο το διαχρονικό δίκαιο των προνομίων;
- Πώς επηρεάζει η ελαττωματικότητα ή η απόσβεση των εμπραγμάτων ασφαλειών την εφαρμογή του ενός ή του άλλου άρθρου;
- Μπορεί να αναγγελθεί επικουρικά μια προνομιούχος απαίτηση ως μη προνομιούχος;
- Ποια η έκταση και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του υπερπρονομίου των μισθών;
 
Η εφαρμογή του άρθρου 977Α ΚΠολΔ και η σχέση του με το άρθρο 977 ΚΠολΔ αποτελούν ακόμη νομολογιακή terra incognita. Στο έργο "Συρροή απαιτήσεων στον πίνακα κατάταξης" επιχειρείται να αντιμετωπισθούν συγκεντρωμένα και ευσύνοπτα όλες οι δογματικές και πρακτικές πτυχές των παραπάνω ζητημάτων.

Πρόλογος Συγγραφέα

Συντομογραφίες

Εισαγωγή 1

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Οι κοινές προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων
977 και 977Α ΚΠολΔ

1. Νομοθετικό πλαίσιο και τελολογικές σταθμίσεις 3

2. Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων 7

3. Συμμετοχή περισσότερων απαιτήσεων 10

3.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 10

3.2. Η έννοια της «άλλης απαιτήσεως» 11

3.3. Η δυνατότητα και ο τρόπος συμμετοχής άλλων απαιτήσεων 17

3.3.1. Στην προσωπική κράτηση 17

3.3.2. Στην αναγκαστική διαχείριση 17

3.3.3. Στην κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη εις χείρας του 18

3.3.4. Στην κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη εις χείρας τρίτου 18

3.3.5. Στην κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων 21

3.4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις 23

4. Ανεπάρκεια του προς διανομή ποσού 24

4.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 24

4.2. Τα έξοδα εκτελέσεως και τα λοιπά προαφαιρούμενα κονδύλια 25

4.3. Οι συμμετέχουσες στη διανομή απαιτήσεις 34

4.3.1. Η δι’ αναγγελίας συμμετέχουσες απαιτήσεις 34

4.3.2. Η δια πολλαπλών κατασχέσεων της ίδιας απαιτήσεως εις χείρας τρίτου
συμμετέχουσες απαιτήσεις 44

4.3.2.1. Σε περίπτωση καταφατικής δηλώσεως 45

4.3.2.2. Σε περίπτωση ανακοπείσας ρητής ή πλασματικής αρνητικής δηλώσεως 52

4.4. Υποκειμενική ή / και αντικειμενική πλειονότητα στην διανομή
ή στην κατάταξη 54

4.5. Το υποκείμενο της κρίσεως περί επάρκειας ή ανεπάρκειας
του διανεμητέου ποσού και ο έλεγχός της 63

4.5.1. Διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης με στάδιο πλειστηριασμού 63

4.5.2. Διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης με στάδιο διαχειρίσεως 67

4.5.3. Διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης με πολλαπλές κατασχέσεις
της ίδιας απαιτήσεως εις χείρας τρίτου 69

5. Η ύπαρξη προνομίου 70

5.1. Ο κανόνας της σύμμετρης ικανοποίησης 70

5.2. Νομική φύση και διακρίσεις 73

5.3. Διαχρονικό δίκαιο 78

5.4. Τα γενικά προνόμια 83

5.4.1. Η πρώτη τάξη των γενικών προνομίων 83

5.4.2. Η δεύτερη τάξη των γενικών προνομίων 84

5.4.3. Η τρίτη τάξη των γενικών προνομίων 84

5.4.4. Η τέταρτη τάξη των γενικών προνομίων 88

5.4.5. Η πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων 88

5.4.6. Η έκτη τάξη των γενικών προνομίων 89

5.5. Τα ειδικά προνόμια 89

5.5.1. Η πρώτη τάξη των ειδικών προνομίων 89

5.5.2. Η δεύτερη τάξη των ειδικών προνομίων 90

5.5.3. Η τρίτη τάξη των ειδικών προνομίων 98

5.6. Τα υπερπρονόμια 98

5.6.1. Υπερπρονόμια προβλεπόμενα στον ΚΠολΔ 99

5.6.2. Τα ναυτικά προνόμια 101

5.6.3. Τα αεροπορικά προνόμια 106

5.6.4. Τα υπερπρονόμια επί πτωχευτικής διαδικασίας 108

5.6.5. Τα υπερπρονόμια επί διαδικασίας ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως 109

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων
977 και 977Α ΚΠολΔ

1. Η σχέση μεταξύ των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ 111

2. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 977Α ΚΠολΔ 113

2.1. Απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις 114

2.2. Απαιτήσεις γεννημένες εξ ολοκλήρου μετά τις 17/01/2018 115

2.3. Απαιτήσεις εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια μετά
τις 17/01/2018 125

2.3.1. Ο χρόνος συστάσεως του ενεχύρου 125

2.3.2. Ο χρόνος συστάσεως της υποθήκης και της προσημειώσεως υποθήκης 141

2.3.3. Το μη βεβαρημένο του πράγματος πριν τις 17/01/2018 145

2.3.3.1. Η ελαττωματικότητα των συσταθεισών πριν τις 17/01/2018
εμπραγμάτων ασφαλειών 145

2.3.3.1.1. Ως προς το ενέχυρο 145

2.3.3.1.2. Ως προς την υποθήκη και την προσημείωση υποθήκης 148

2.3.3.1.3. Συνέπειες της ελαττωματικότητας ως προς το μη βεβαρημένο
του πράγματος 154

2.3.3.2. Η απόσβεση των συσταθεισών πριν τις 17/01/2018 εμπραγμάτων ασφαλειών 155

2.3.3.2.1. Ως προς το ενέχυρο 155

2.3.3.2.2. Ως προς την υποθήκη και την προσημείωση υποθήκης 156

2.3.3.2.3. Συνέπειες της απόσβεσης ως προς το μη βεβαρημένο του πράγματος 161

3. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 977 ΚΠολΔ 164

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η διευθέτηση της συρροής απαιτήσεων

1. Η διευθέτηση της συρροής με βάση το άρθρο 977 ΚΠολΔ 167

1.1. Συρροή περισσότερων γενικών ή ειδικών προνομίων μεταξύ τους 167

1.2. Συρροή μη προνομιούχων απαιτήσεων μεταξύ τους 169

1.3. Συρροή γενικών προνομίων με ειδικά προνόμια 169

1.4. Συρροή γενικών ή ειδικών προνομίων με μη προνομιούχες απαιτήσεις 172

1.5. Συρροή γενικών προνομίων, ειδικών προνομίων και
μη προνομιούχων απαιτήσεων 175

1.6. Κατάταξη προνομιούχων απαιτήσεων στο ποσοστό
των μη προνομιούχων 183

2. Η διευθέτηση της συρροής με βάση το άρθρο 977Α ΚΠολΔ 187

2.1. Οι υπερπρονομιούχες απαιτήσεις μισθών του άρθρου 977Α παρ. 2 ΚΠολΔ 189

2.2. Οι απαιτήσεις που είναι εξοπλισμένες με τα ειδικά προνόμια
του άρθρου 976 αριθ. 1 & 2 ΚΠολΔ 191

2.3. Οι απαιτήσεις που είναι εξοπλισμένες με γενικό προνόμιο
και οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθ. 3 ΚΠολΔ 191

2.4. Οι μη προνομιούχες απαιτήσεις 192

2.5. Ο επιμερισμός της επιβάρυνσης που προκαλείται από την κατά προτεραιότητα ικανοποίηση των υπερπρονομιούχων απαιτήσεων 194

2.5.1. Ο επιμερισμός της επιβάρυνσης σε περίπτωση ταυτόχρονων πλειστηριασμών 195

2.5.2. Ο επιμερισμός της επιβάρυνσης σε περίπτωση διαδοχικών πλειστηριασμών 197

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Συμπεράσματα

Βιβλιογραφία 209

Αλφαβητικό Ευρετήριο 213

Σελ. 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1 Η παρούσα μονογραφία έχει ως αντικείμενο τις προϋποθέσεις και τον τρόπο διευθέτησης της συρροής προνομιούχων ή / και μη προνομιούχων απαιτήσεων στον πίνακα κατάταξης μετά τις σημαντικές αλλαγές που επήλθαν στο άρθρο 977 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015, και μετά την προσθήκη στον ΚΠολΔ του άρθρου 977Α ΚΠολΔ, με το Ν. 4512/2018, όπως οι διατάξεις και των δύο αυτών άρθρων τροποποιήθηκαν από το Ν. 4842/2021.

2 Το πρώτο κεφάλαιο ασχολείται με το ζήτημα των κοινών προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ, Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζονται ως κοινές προϋποθέσεις που, εάν υπάρξουν, ενδέχεται να οδηγήσουν στη διαζευκτική εφαρμογή είτε του άρθρου 977 είτε του άρθρου 977Α ΚΠολΔ, α) η εκκίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, β) η συμμετοχή στη διαδικασία αυτή, πλην της εκτελούμενης, και άλλων χρηματικών απαιτήσεων που πρέπει να ικανοποιηθούν, γ) η ανεπάρκεια του προς διανομή ποσού για την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων και δ) ο εξοπλισμός έστω μίας εκ των απαιτήσεων αυτών με κάποιο προνόμιο.

3 Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζονται οι οριζόμενες στο νόμο ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ, οι οποίες τίθενται στο νόμο με τέτοιον τρόπο, ώστε η εφαρμογή του ενός άρθρου να αποκλείει την εφαρμογή του άλλου. Αναπόφευκτά, λοιπόν, ο καθορισμός των ιδιαίτερων προϋποθέσεων της διαζευκτικής εφαρμογής των δύο αυτών άρθρων συγκαθορίζει και την ειδικότερη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Ειδικότερα με βάση τις ειδικές αυτές προϋποθέσεις το άρθρο 977Α ΚΠολΔ εφαρμόζεται, αν μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά τις 17/01/20181, γεννηθούν εξ ολοκλήρου απαιτήσεις και συσταθεί για την εξασφάλισή τους ενέχυρο, υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης επί μη βεβαρημένου κατά την ανωτέρω ημερομηνία πράγματος. Από τις προϋποθέσεις αυτές συνάγονται αφαιρετικά οι μη οριζόμενες στο νόμο ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 977 ΚΠολΔ.

Σελ. 2

4 Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με τη διευθέτηση της συρροής προνομιούχων και μη προνομιούχων απαιτήσεων με βάση το άρθρο 977 ΚΠολΔ με κυριότερα θιγόμενα ζητήματα, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα ή μη επικουρικής αναγγελίας προνομιούχων απαιτήσεων που δεν ικανοποιήθηκαν εν όλω ή εν μέρει από το ποσοστό του πλειστηριάσματος (65%, 70% ή 90% κατά περίπτωση) που είχε δεσμευθεί γι’ αυτές ως μη προνομιούχων και τη συμμετοχή ή μη στο 10% ή στο 30% του πλειστηριάσματος που δεσμεύεται για τις μη προνομιούχες απαιτήσεις, ιδίως μετά την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ από το άρθρο 71 Ν. 4842/2021. Το ίδιο κεφάλαιο ασχολείται και με τη διευθέτηση της συρροής προνομιούχων και μη προνομιούχων απαιτήσεων με βάση το άρθρο 977Α ΚΠολΔ με κυριότερα θιγόμενα ζητήματα, μεταξύ άλλων, το λεγόμενο υπερπρονόμιο των μισθών, τον τρόπο της σύμμετρης ικανοποιήσεως των γενικών προνομίων με το ειδικό προνόμιο του άρθρου 976 αριθ. 3 ΚΠολΔ, καθώς και τον τρόπο και τις προϋποθέσεις της σύμμετρης επιβαρύνσεως με την ικανοποίηση των υπερπρονομιούχων απαιτήσεων των περισσότερων πλειστηριασμάτων που προκύπτουν από ταυτόχρονους ή διαδοχικούς πλειστηριασμούς κατά του ίδιου οφειλέτη που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 977Α παρ. 3 ΚΠολΔ.

5 Η διαπραγμάτευση των ανωτέρω ζητημάτων γίνεται αφενός μεν με ανάλυση και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ, αφετέρου δε με αναφορά και σχολιασμό, όπου χρειάζεται, της εν τω μεταξύ παραχθείσας νομολογίας, και εκ τρίτου με αναφορά συγκεκριμένων ανά περίπτωση παραδειγμάτων που αποσκοπούν στην απτότερη κατανόηση των προκαλούμενων από τις ως άνω διατάξεις δογματικών και πρακτικών ζητημάτων.

6 Η παρούσα μονογραφία ολοκληρώνεται με τα εξαγόμενα στο τελευταίο, τέταρτο κεφάλαιο, συμπεράσματα, όπου, μεταξύ άλλων, επιχειρείται η σύγκριση των διαφορετικών αποτελεσμάτων στα οποία οδηγεί η διευθέτηση της συρροής προνομιούχων ή / και μη προνομιούχων απαιτήσεων με βάση το ένα ή το άλλο εκ των προαναφερθέντων άρθρων.

Σελ. 3

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Οι κοινές προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων
977 και 977Α ΚΠολΔ

1. Νομοθετικό πλαίσιο και τελολογικές σταθμίσεις

7 Μέχρι τη θέση σε ισχύ του Ν. 4512/2018 το ζήτημα της διευθέτησης της συρροής προνομιούχων και μη προνομιούχων απαιτήσεων ρυθμιζόταν αποκλειστικά από τις διατάξεις του άρθρου 977 ΚΠολΔ. Το άρθρο αυτό, πριν την τροποποίησή του από το Ν. 4335/2015, προέβλεπε μόνο τη διευθέτηση της συρροής μεταξύ απαιτήσεων εξοπλισμένων με κάποιο γενικό ή / και ειδικό προνόμιο και ουδέν όριζε για την περίπτωση που προνομιούχες απαιτήσεις συνέρρεαν με μη προνομιούχες, οι οποίες ικανοποιούνταν συμμέτρως μόνο αν περίσσευε πλειστηρίασμα από την προηγούμενη ικανοποίηση των ειδικών και των γενικών προνομιούχων δανειστών. Παράλληλα, η διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, πριν την τροποποίησή της από το Ν. 4335/2015, καθιέρωνε το λεγόμενο υπερπρονόμιο των εξοπλισμένων με γενικό προνόμιο τρίτης τάξης απαιτήσεων, καθώς όριζε ότι η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, η οποία προβλεπόταν σε περίπτωση συρροής γενικών προνομίων με τα ειδικά προνόμια του άρθρου 976 αριθ. 1 και 2 ΚΠολΔ, έπρεπε να γίνει μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής.

8 Με το όγδοο άρθρο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, αφενός μεν η διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ προς την κατεύθυνση της απαλοιφής από την τρίτη τάξη των γενικών προνομίων των απαιτήσεων δασκάλων και αμειβομένων ανά υπόθεση δικηγόρων2, καθώς και της κατάργησης του ως άνω υπερπρονομίου των εξοπλισμένων με γενικό προνόμιο τρίτης τάξης απαιτήσεων, αφετέρου δε το άρθρο 977 ΚΠολΔ προς την κατεύθυνση της πρόβλεψης ενός συγκεκριμένου ποσοστού που δεσμεύεται εκ των προτέρων από το πλειστηρίασμα για την ικανοποίηση και των μη προνομιούχων απαιτήσεων, ώστε με τον τρόπο αυτόν να ενθαρρύνονται και οι εγχειρόγραφοι δανειστές να εκκινήσουν δι-

Σελ. 4

αδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ακόμη και εάν γνωρίζουν ότι υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές.

9 Η κατάργηση του υπερπρονομίου των εξοπλισμένων με γενικό προνόμιο τρίτης τάξεως απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και οι εργατικές απαιτήσεις, δηλαδή η κατάργηση της ικανοποιήσεως των απαιτήσεών αυτών προ της διασπάσεως του πλειστηριάσματος σε ποσοστό 1/3 για την ικανοποίηση των εξοπλισμένων με γενικό προνόμιο απαιτήσεων και σε ποσοστό 2/3 για την ικανοποίηση των απαιτήσεων που ήταν εξοπλισμένες με ειδικό προνόμιο των αριθ. 1 ή 2 του άρθρου 976 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στο άρθρο 977 παρ. 1 ΚΠολΔ υπό την προϊσχύουσα μορφή του, λειτούργησε, παρά την πρόβλεψη της δέσμευσης ενός ποσοστού του πλειστηριάσματος και για τους εγχειρόγραφους δανειστές, σε όφελος των ειδικών προνομιούχων δανειστών και κυρίως σε όφελος των ενεχυρούχων, προσημειωσιούχων και ενυπόθηκων δανειστών, και σε βάρος των γενικών προνομιούχων δανειστών τρίτης τάξης και κυρίως των εργατικών απαιτήσεων και των απαιτήσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, δεν υπάγονταν ούτως ή άλλως πριν το Ν. 4335/2015 στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων.

10 Η εκ των προτέρων δέσμευση ενός ποσοστού του πλειστηριάσματος και για τους εγχειρόγραφους δανειστές και η διάσπασή του σε ποσοστά που δεν είναι γνωστά από πριν, καθώς εξαρτώνται από το είδος των απαιτήσεων που θα συμμετάσχουν εν τέλει στη διανομή του, αλλά και η κατά τα άνω διευθέτηση της συρροής προνομιούχων και μη προνομιούχων απαιτήσεων σε όφελος των εξοπλισμένων με ενέχυρο, προσημείωση υποθήκης και υποθήκη απαιτήσεων και σε βάρος των εργατικών απαιτήσεων λόγω της κατάργησης με το Ν. 4335/2015 του ως άνω υπερπρονομίου, οδήγησε στην προσθήκη με το άρθρο176 παρ. 1 Ν. 4512/2018 ενός νέου άρθρου μετά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, του άρθρου 977Α ΚΠολΔ με τίτλο «Σειρά κατάταξης υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και μη» με βάση το οποίο η διευθέτηση της συρροής προνομιούχων και μη προνομιούχων απαιτήσεων δεν γίνεται στη λογική της εκ των προτέρων διάσπασης του πλειστηριάσματος σε ποσοστά ανάλογα με το είδος των συρρεουσών απαιτήσεων, αλλά με συγκεκριμένη σειρά που καθιερώνει το νέο αυτό άρθρο στη λογική του ότι για να ικανοποιηθούν απαιτήσεις που έπονται στη καθοριζόμενη από το άρθρο αυτό σειρά πρέπει να περισσέψει πλειστηρίασμα από την ικανοποίηση των απαιτήσεων που προηγούνται.

11 Με βάση την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4512/2018, με το άρθρο 977Α ΚΠολΔ καθιερώνεται ένας νέος τρόπος κατάταξης των απαιτήσεων, ο οποίος τίθεται σε παράλλη-

Σελ. 5

λη ισχύ με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 977 ΚΠολΔ και έχει «αυστηρά οριοθετημένο και σαφέστατα διακριτό πεδίο εφαρμογής» από αυτό του άρθρου 977 ΚΠολΔ, η δε ανάγκη της νομοθέτησης αυτού του νέου τρόπου κατάταξης έγκειται στο να γνωρίζουν εκ των προτέρων οι ενεχυρούχοι, προσημειωσιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές το ποσό για το οποίο θα καταταχθούν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη τους, προηγούμενη γνώση που δεν εξασφαλίζεται, κατά τα προαναφερθέντα, από το άρθρο 977 ΚΠολΔ, καθώς με βάση το άρθρο αυτό το τελικό ποσό για το οποίο θα καταταχθεί κάθε δανειστής καθορίζεται από τα ποσοστά στα οποία διασπάται εκ των προτέρων το πλειστηρίασμα, τα οποία ποσοστά καθορίζονται με τη σειρά τους από το μείγμα των απαιτήσεων που θα συμμετάσχουν εν τέλει στη διανομή του πλειστηριάσματος, με αποτέλεσμα οι τυχόν χορηγούμενες πιστώσεις να υπολείπονται κατ’ αποτέλεσμα της αξίας του πράγματος επί του οποίου συστήνεται εμπράγματη ασφάλεια. Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω χρήσιμο είναι το παρακάτω παράδειγμα:

12 Παράδειγμα 1: Αν ένα πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να χορηγήσει δάνειο με εγγραφή α΄ σειράς προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του δανειολήπτη εμπορικής αξίας 100.000 €, δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων σε τι ποσό θα καταταχθεί σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης και διανομής του πλειστηριάσματος με βάση το άρθρο 977 ΚΠολΔ, καθώς, αν μαζί με τη δική του απαίτηση α) συμμετάσχουν στη διανομή του πλειστηριάσματος μόνο γενικά προνόμια, το πλειστηρίασμα θα διασπασθεί εκ των προτέρων σε 2/3 ή περίπου 66,66% για τους ειδικούς προνομιούχους και σε 1/3 ή περίπου 33,33% για τους γενικούς προνομιούχους δανειστές, β) αν συμμετάσχουν μόνο μη προνομιούχες απαιτήσεις το πλειστηρίασμα θα διασπασθεί εκ των προτέρων σε ποσοστό 90% για τους ειδικούς προνομιούχους και σε 10% για τους εγχειρόγραφους δανειστές, και γ) αν συμμετάσχουν και γενικά προνόμια και μη προνομιούχες απαιτήσεις, το πλειστηρίασμα θα διασπασθεί εκ των προτέρων σε ποσοστό 65% για τους ειδικούς προνομιούχους, 25% για τους γενικούς προνομιούχους και σε 10% για τους εγχειρόγραφους δανειστές. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, το πιστωτικό ίδρυμα κατά τη χορήγηση του δανείου θα συνεκτιμούσε για την εγγραφή της α΄ σειράς προσημειώσεως υποθήκης όχι το 100% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, αλλά το 65%, καθώς αυτό θα ήταν το κατώτερο ποσοστό που μετά βεβαιότητας θα δεσμευόταν για την απαίτηση εκ του χορηγηθέντος δανείου από το πλειστηρίασμα του προσημειωμένου ακινήτου σε περίπτωση διενέργειας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του δανειολήπτη.

13 Από το γράμμα, αλλά και από την ως άνω τελολογική διάσταση της νέας διάταξης του άρθρου 977Α ΚΠολΔ που τίθεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4512/2018,

Σελ. 6

συνάγεται ότι ο νέος τρόπος κατάταξης των απαιτήσεων που εισάγεται με το άρθρο αυτό λειτουργεί αποκλειστικά σε όφελος των ενεχυρούχων, προσημειωσιούχων και ενυπόθηκων δανειστών, καθώς η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους προηγείται, όπως θα αναλυθεί ειδικότερα παρακάτω, έναντι όλων των υπολοίπων. Για το λόγο αυτό, αφενός μεν προβλέφθηκε στο άρθρο 977Α ΚΠολΔ ως αντίβαρο στην κατά προτεραιότητα ικανοποίηση των εξασφαλισμένων με ενέχυρο, προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη απαιτήσεων η προηγούμενη υπερπρονομιακή ικανοποίηση απαιτήσεων μισθών μέχρι ενός συγκεκριμένου ποσού ανά εργαζόμενο, αφετέρου δε θεσπίσθηκε στο άρθρο αυτό για την περίπτωση πλειστηριασμού περισσότερων πραγμάτων του ίδιου οφειλέτη ένας συγκεκριμένος μηχανισμός σύμμετρου επιμερισμού στα περισσότερα προκύπτοντα πλειστηριάσματα της επιβάρυνσης των ενεχυρούχων, προσημειωσιούχων και ενυπόθηκων δανειστών από την προηγούμενη ικανοποίηση των ως άνω υπερπρονομιούχων απαιτήσεων μισθών.

14

Η κατά τα άνω προσθήκη του άρθρου 977Α ΚΠολΔ και η παράλληλη διατήρηση του άρθρου 977 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το Ν 4335/2015, έχει, όμως, ως αποτέλεσμα να ισχύουν ταυτόχρονα δύο διαφορετικά συστήματα που ρυθμίζουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο το ίδιο ζήτημα, την περίπτωση συρροής στον πίνακα κατάταξης προνομιούχων απαιτήσεων είτε μεταξύ τους είτε με μη προνομιούχες απαιτήσεις. Η παράλληλη ισχύς των δύο αυτών άρθρων, όμως, δεν συνεπάγεται και την παράλληλη εφαρμογή τους. Αντιθέτως, όπως συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4512/2018, η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του ενός αποκλείει την εφαρμογή του άλλου. Αυτό σημαίνει ότι ο πίνακας κατάταξης θα συντάσσεται κάθε φορά είτε με βάση το άρθρο 977 ΚΠολΔ είτε με βάση το άρθρο 977Α ΚΠολΔ, αποκλειομένης της συνεφαρμογής τους, η οποία, όπως θα καταστεί εναργέστερο και στα επόμενα κεφάλαια, δεν θα ήταν, ούτως ή άλλως, δυνατή και για λόγους αντικειμενικούς.

15 Παρά το γεγονός ότι οι διατάξεις των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ εφαρμόζονται διαζευκτικά, για να εφαρμοσθεί είτε το ένα είτε το άλλο άρθρο θα πρέπει εξ αντικει-

Σελ. 7

μένου αφενός μεν η εκτελούμενη απαίτηση να είναι χρηματική (ενότ. 2), διότι μόνο τότε προκύπτει ζήτημα καταβολής κάποιου χρηματικού ποσού προς κάποιους δανειστές, αφετέρου δε να συμμετέχουν στην ίδια διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, πλην της εκτελούμενης, και άλλες απαιτήσεις, ανεξάρτητα από το εάν αυτές ανήκουν σε τρίτους δανειστές ή στον επισπεύδοντα, (ενότ. 3), διότι μόνο τότε τίθεται ζήτημα διανομής του ποσού που προέκυψε από τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και καταλογισμού του στις περισσότερες απαιτήσεις που συμμετέχουν σε αυτήν, εκ τρίτου το προς διανομή ποσό να μην επαρκεί μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης και των λοιπών προαφαιρούμενων κονδυλίων για την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων που συμμετέχουν στη διανομή (ενότ. 4) και, τέλος, μία τουλάχιστον εξ αυτών να είναι εξοπλισμένη με κάποιου είδους προνόμιο, διότι μόνο τότε τίθεται ζήτημα κατάταξής τους, στην οποία θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν και τα τυχόν προνόμια τους και συνεπώς μόνο τότε τίθεται ζήτημα διευθέτησης της συρροής προνομιούχων ή/και μη προνομιούχων απαιτήσεων (ενότ. 5).

2. Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων

16

Η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να έχει ως αντικείμενο την παράδοση ή απόδοση πράγματος (941-944 ΚΠολΔ), την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξεως (945-947 ΚΠολΔ), την επιχείρηση νομικής πράξεως (949 ΚΠολΔ), την παράδοση ή απόδοση τέκνου (950 ΚΠολΔ) και τέλος τη ρευστοποίηση ή τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (951 επ. ΚΠολΔ).

17 Ειδικά για τις περιπτώσεις των άρθρων 941-944 ΚΠολΔ γίνεται λόγος για άμεση αναγκαστική εκτέλεση, διότι η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται κατ’ ευθείαν και κατά τρόπο φυσικό και άμεσο, π.χ. με την αφαίρεση από τα χέρια του οφειλέτη κινητού πράγματος, εάν έχει καταδικαστεί για την παράδοση ή απόδοσή του, με την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο σε εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την απόδοση του μισθίου στον μισθωτή κ.ά., ενώ η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων χαρακτηρίζεται ως έμμεση, καθώς η ικανοποίηση του δανειστή δεν γίνεται άμεσα, αλλά με τα μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 951 ΚΠολΔ, ήτοι με προσωπική κράτηση του καθ’ ου η εκτέλεση, όταν η εκτελούμενη απαίτηση προέρχεται από αδικοπραξία και είναι ανώτερη των 30.000 € (1047-1054 ΚΠολΔ), με αναγκαστική διαχείριση ακινήτου ή επιχείρησής του (1034-1046 ΚΠολΔ), και κυριότερα με την κατάσχεση περιουσιακών του στοιχείων, όπως α) με την κατάσχεση κινητών, ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών του οφειλέτη (953-981 & 992- 1021 ΚΠολΔ), β) την κατάσχεση εις χείρας τρίτου κινητών ή απαιτήσεων του οφειλέτη (982-991Β ΚΠολΔ) και γ) την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων (1022-1033 ΚΠολΔ).

Σελ. 8

18 Ενώ, όμως, η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων είναι πάντα έμμεση, δεν ισχύει, ωστόσο, και το αντίστροφο, καθώς έμμεση εκτελεστική διαδικασία μπορεί να διενεργηθεί και για την ικανοποίηση μη χρηματικών απαιτήσεων στις περιπτώσεις των άρθρων 946, 947 και 950 ΚΠολΔ, όταν για την εκτέλεση απαιτήσεων που συνίστανται σε ενέργεια που μπορεί να γινεί μόνον αυτοπροσώπως από τον καθ’ ου ή σε παράλειψη ή σε ανοχή πράξεως ή σε παράδοση ή απόδοση τέκνου ή σε μη παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο, ενεργοποιούνται από τον επισπεύδοντα δανειστή η προσωπική κράτηση ή / και η χρηματική ποινή κατά τη διαδικασία που προβλέπεται κατά περίπτωση από τις διατάξεις των ως άνω άρθρων.

19 Η έννοια της χρηματικής απαιτήσεως δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται και στο πεδίο της αναγκαστικής εκτελέσεως με την έννοια του ενοχικού δικαιώματος το οποίο υποχρεώνει τον οφειλέτη σε χρηματική παροχή (287 ΑΚ) ανεξάρτητα του εάν γεννήθηκε από σύμβαση ή απευθείας από το νόμο, καθώς, όταν προσβάλλεται το ενοχικό δικαίωμα, ο δανειστής έχει αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα, να ζητήσει από τον προσβολέα οφειλέτη συμμόρφωση ή αποκατάσταση. Η χρηματική απαίτηση δεν έχει το νόημα ότι οφείλεται πράγμα, έστω κατά γένος ορισμένο, αλλά μία λογιστική ποσότητα που έχει ορισμένη αξία ανεξάρτητα του εάν αυτή έχει ενσωματωθεί σε πράγμα (νόμισμα) ή όχι (λογιστικό χρήμα). Υπό την έννοια αυτή η χρηματική απαίτηση υποχρεώνει τον οφειλέτη να παράσχει στο δανειστή την εξουσία διάθεσης ορισμένου χρηματικού ποσού και όχι ορισμένου πράγματος και έτσι η χρηματική ενοχή διαφοροποιείται από την ενοχή γένους στο ότι συνιστά οφειλή αξίας και όχι οφειλή πράγματος.

20 Έτσι, δεν πρόκειται για χρηματική απαίτηση, όταν η αξίωση του δανειστή έχει ως αντικείμενο ατομικώς προσδιορισμένα νομίσματα ή νομίσματα που δεν κυκλοφορούν ως χρήμα, όπως λ.χ. η απαίτηση για την αυτούσια απόδοση χρυσών λιρών ή συλλεκτικών νομισμάτων. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, δεν πρόκειται για γνήσιες χρηματικές απαιτήσεις, αλλά για απαιτήσεις προς απόδοση κινητού πράγματος κατ’ είδος ή κατά γένος ορισμένου12 που εκτελούνται με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 941 και 942 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

21 Στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ειδικότερα, χρηματικές είναι οι απαιτήσεις που κατευθύνονται είτε εξαρχής είτε κατά μετατροπή στην παροχή της αξίας ορι-

Σελ. 9

σμένης χρηματικής ποσότητας, η οποία εκφράζεται σε νομίμως κυκλοφορούν ημεδαπό νόμισμα, καθώς εάν η εκτελούμενη απαίτηση έχει εκφρασθεί σε αλλοδαπό νόμισμα, τότε εφαρμόζεται η άμεση εκτελεστική διαδικασία του άρθρου 942 ΚΠολΔ για την παροχή ορισμένης ποσότητας αντικαταστατών πραγμάτων, δηλαδή στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης η εκφρασμένη σε αλλοδαπό νόμισμα χρηματική απαίτηση αντιμετωπίζεται ως απαίτηση για την απόδοση κινητών πραγμάτων κατά γένος ορισμένων. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης με αντικείμενο αλλοδαπό πλοίο ή αεροσκάφος ή με αντικείμενο ελληνικό πλοίο ή αεροσκάφος βεβαρημένο με υποθήκη σε αλλοδαπό νόμισμα, η επιταγή προς πληρωμή, η εκτίμηση του κατεσχεμένου, η κατασχετήρια έκθεση, ο αναγκαστικός πλειστηριασμός και η κατάταξη των δανειστών γίνονται σε αλλοδαπό νόμισμα που ορίζεται από τον επισπεύδοντα.

22 Η έμμεση εκτελεστική διαδικασία για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων ενεργοποιείται, λοιπόν, και τίθενται στη διάθεση του επισπεύδοντος δανειστή όλα τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 951 ΚΠολΔ, στις εξής περιπτώσεις:

23 α) όταν η εκτελούμενη απαίτηση είναι εξαρχής χρηματική, προβλεπόμενη ως τέτοια στον εκτελεστό τίτλο, περίπτωση στην οποία υπάγεται και η αναπληρωματική εκτέλεση κατ’ άρθρον 948 ΚΠολΔ, αφού και στην περίπτωση αυτή απαιτείται προηγουμένως η διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης με αντικείμενο την αδυναμία παροχής ή την έλλειψη συμφέροντος του δανειστή προς εκπλήρωση της παροχής κατά τα άρθρα 941-947 ΚΠολΔ και η έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης που να καταδικάζει τον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη σε αποζημίωση,

24 β) στην ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 942 ΚΠολΔ, όταν η άμεση εκτελεστική διαδικασία της παροχής ορισμένης ποσότητας αντικαταστατών πραγμάτων ή ανώνυμων χρεογράφων καθίσταται αδύνατη και γίνεται αναπληρωματική εκτέλεση όχι με την εξαρχής κίνηση νέας διαγνωστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη, αλλά με προσδιορισμό της αξίας των προς παροχή πραγμάτων με βάση το άρθρο 917 ΚΠολΔ17, οπότε στην περίπτωση αυτή η έμμεση εκτελεστική διαδικασία επισπεύ-

Σελ. 10

δεται με εκτελεστό τίτλο την απόφαση για τον προσδιορισμό της χρηματικής αξίας των πραγμάτων αυτών σε συνδυασμό με τον αρχικό τίτλο για την παροχή τους και

25 γ) όταν επιχειρείται εκτέλεση των χρηματικών ποινών που προβλέπονται στα άρθρα 946, 947 και 950 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που ο καθ’ ου η εκτέλεση δεν προβαίνει, στην ενέργεια που αναντικατάστατα μόνο από τον ίδιο μπορεί να γίνει ή σε παράλειψη ή σε ανοχή πράξεως ή όταν δεν προβαίνει στην παράδοση ή απόδοση τέκνου ή παρεμποδίζει το δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο, αντίστοιχα.

3. Συμμετοχή περισσότερων απαιτήσεων

3.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

26 Για τη διαζευκτική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 977 ή 977Α ΚΠολΔ δεν προϋποτίθεται μόνο η εκτελούμενη απαίτηση να είναι κατά τα προδιαληφθέντα χρηματική, αλλά θα πρέπει επιπροσθέτως να συμμετέχουν στη συγκεκριμένη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και άλλες απαιτήσεις, πλην της εκτελούμενης, ανεξαρτήτως του εάν ανήκουν σε τρίτους δανειστές ή στον επισπεύδοντα δανειστή19, καθώς αντικείμενο της κατατάξεως είναι αντικειμενικά οι απαιτήσεις που συμμετέχουν στη διανομή και όχι υποκειμενικά οι δανειστές ως φορείς των απαιτήσεων αυτών20. Τούτο διότι στην περίπτωση που δεν συμμετέχει σε αυτήν άλλη απαίτηση, πλην της εκτελούμενης, αν μεν το ποσό, που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, επαρκεί για να καλύψει την εκτελούμενη απαίτηση, τότε ο επισπεύδων δανειστής θα εξοφληθεί πλήρως και το τυχόν εναπομείναν ποσό θα αποδοθεί στον καθ’ ου η εκτέλεση ή στον τρίτο κύριο ή νομέα του ενυπόθηκου ακινήτου (1295 εδ. β΄ ΑΚ), αν δε δεν επαρκεί θα καταβληθεί ολόκληρο στον επισπεύδοντα δανειστή και κατά το υπόλοιπο μέρος η εκτελούμενη απαίτησή του θα μείνει ανεξόφλητη, χωρίς σε αμφότερες τις περιπτώσεις να τίθεται ζήτημα κατάταξής της.

27 Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που η διάταξη του άρθρου 970 ΚΠολΔ επιτρέπει στον επισπεύδοντα δανειστή, που συγχρόνως αναδείχθηκε και υπερθεματιστής και του κατακυρώθηκε το κατασχεθέν και πλειστηριασθέν πράγμα, να καταβάλει συμψηφιστικά στον υπάλληλο του πλειστηριασμού όχι το σύνολο του πλειστηριάσματος, αλλά το υπόλοιπο που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης και του ποσού της εκτελούμενης απαιτήσεώς του, εφόσον δεν αναγγέλθηκαν στη συ-

Σελ. 11

γκεκριμένη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης άλλοι δανειστές, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του επισπεύδοντος για άλλη απαίτησή του.

28 Αυτός είναι επιπροσθέτως και ο λόγος που, κατά την κρατούσα και ορθή γνώμη, αν και η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ προϋποθέτει την επάρκεια της εις χείρας του τρίτου κατασχεθείσας απαιτήσεως, γίνεται, ωστόσο, δεκτό ότι εφαρμόζεται και στην περίπτωση που έχει υποβληθεί μόνο μία κατάσχεση της απαιτήσεως εις χείρας του τρίτου ακόμη και εάν η τελευταία δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του μοναδικού κατασχόντος22.

29 Εξάλλου, με μη συμμετοχή άλλης απαιτήσεως πρέπει να εξομοιωθεί και η περίπτωση κατά την οποία στη διαδικασία της διανομής συμμετέχουν, εκτός από την εκτελούμενη, και άλλες απαιτήσεις, αλλά μεσολάβησε νομίμως παραίτηση από τη διαδικαστική πράξη με την οποία αυτές εισήχθησαν στη διαδικασία διανομής, όπως π.χ. αν μεσολάβησε παραίτηση από την αναγγελία23 ή από τις περισσότερες κατασχέσεις της ίδιας απαιτήσεως εις χείρας τρίτου, με αποτέλεσμα να απομείνει ενεργή μόνο μία εξ αυτών.

30 Κατά συνέπεια, η εφαρμογή των άρθρων 977 και 977Α ΚΠολΔ αποκλείεται αφενός μεν στις περιπτώσεις που δεν παρέχεται εκ του νόμου η δυνατότητα συμμετοχής άλλων απαιτήσεων στην εξελισσόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αφετέρου δε στις περιπτώσεις που παρέχεται η δυνατότητα αυτή, αλλά δεν προέκυψε συμμετοχή σε αυτήν άλλων απαιτήσεων, πλην της εκτελούμενης, ανεξάρτητα του εάν το χρηματικό ποσό που προέκυψε από τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως επαρκεί ή όχι για την ικανοποίησή της. Με το δεδομένο ότι η δεύτερη περίπτωση θα τυγχάνει συγκυριακή, παρακάτω θα εξεταστεί η πρώτη περίπτωση, δηλαδή σε ποιες περιπτώσεις ο ίδιος ο νόμος αποκλείει τη δυνατότητα συμμετοχής άλλων χρηματικών απαιτήσεων στη ίδια διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως και σε ποιες περιπτώσεις παρέχει αυτήν τη δυνατότητα, αφού πρώτα διευκρινισθεί τι μπορεί να ενταχθεί στην έννοια της άλλης απαιτήσεως.

3.2. Η έννοια της «άλλης απαιτήσεως»

31 Πριν από την εξέταση της δυνατότητας και του τρόπου συμμετοχής άλλων απαιτήσεων στην ίδια διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, θα πρέπει να διευκρινισθεί τόσο από άποψη αντικειμενική όσο και από άποψη υποκειμενική τι συνιστά, με ση-

Σελ. 12

μείο αναφοράς την εκτελούμενη απαίτηση, «άλλη απαίτηση» που μπορεί να επισύρει τη διαζευκτική εφαρμογή των άρθρων 977 ή 977Α ΚΠολΔ. Από άποψη αντικειμενική, άλλη σε σχέση με την εκτελούμενη είναι μία χρηματική απαίτηση, όταν προέρχεται από διαφορετική υποχρέωση προς παροχή, ανεξάρτητα από το εάν βασίζεται στον ίδιο γενεσιουργό λόγο ή όχι, ενώ από άποψη υποκειμενική η μεταβολή των υποκειμένων (δανειστή ή / και οφειλέτη) της υποχρέωσης προς παροχή δεν συνεπάγεται κατ’ αρχήν την απόσβεση ή την ανανέωση της αρχικής απαιτήσεως σε άλλη, αλλά λόγω της προκαλούμενης (ειδικής ή καθολικής) διαδοχής καθίσταται κατά περίπτωση αναγκαία για το κύρος της αρχόμενης ή συνεχιζόμενης εκτελεστικής διαδικασίας η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 921 και 925 ΚΠολΔ.

32 Με το δεδομένο ότι ο επισπεύδων δανειστής μπορεί, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της διαθέσεως, να εκκινήσει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης για μέρος μόνο της εκτελούμενης απαίτησης, γίνεται δεκτό ότι μπορεί να επιδιώξει στη συνέχεια τη συμμετοχή του υπολοίπου της εκτελούμενης απαίτησης στην επισπευδόμενη από τον ίδιο διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Είναι ιδιαίτερα συχνό στην πράξη ο επισπεύδων δανειστής, προς περιστολή των εξόδων εκτελέσεως, να επιβάλει κατάσχεση για ένα μικρό μέρος της απαιτήσεώς του και στη συνέχεια, εφόσον τελεσφορήσει ο αναγκαστικός πλειστηριασμός των κατασχεθέντων πραγμάτων, να αναγγέλλει το υπόλοιπο, προκειμένου να συμμετάσχει με το σύνολο της απαιτήσεώς του στη διανομή του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος. Στην περίπτωση, όμως, αυτή δεν πρόκειται για αναγγελία «άλλης απαιτήσεως», αλλά για την ίδια απαίτηση, και συνεπώς, αν δεν υπάρξει στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης συμμετοχή και άλλης απαίτησης δεν μπορεί να γίνει λόγος για συρροή περισσότερων απαιτήσεων ικανών να οδηγήσουν, αν δεν επαρκεί το πλειστηρίασμα, στη διαζευκτική εφαρμογή των άρθρων 977 ή 977Α ΚΠολΔ. Ορθά δε υποστηρίζεται ότι το ίδιο ισχύει και όταν η εκτελούμενη απαίτηση καλύπτεται εν μέρει από ειδικό ή γενικό προνόμιο ή είναι εν μέρει μη προνομιούχος, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν θα πρόκειται για συρροή προνομίων περισσότερων απαιτήσεων, αλλά για συρροή προνομίων (ή μη) της ίδιας απαιτήσεως.

33 Ωστόσο, τα ανωτέρω δεν ισχύουν στην περίπτωση των λεγόμενων περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών, όπως είναι π.χ. οι αξιώσεις για καταβολή μισθών, μισθωμάτων, επιδομάτων, ισόβιων χρηματικών παροχών, τόκων, κ.ά., καθώς στην περίπτωση αυτή, αν επισπευσθεί εκτέλεση για μία ή για περισσότερες περιοδικά επαναλαμβανόμενες παροχές και στη συνέχεια αναγγελθούν από τον επισπεύδοντα δανειστή και άλλες, τότε θα πρόκειται για αναγγελία άλλων απαιτήσεων που εν-

Σελ. 13

δέχεται να προκαλέσουν τη διαζευκτική εφαρμογή του άρθρου 977 ή του άρθρου 977Α ΚΠολΔ, εάν οι εκτελούμενες περιοδικά επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις και οι αναγγελθείσες τέτοιες δεν διέπονται από το ίδιο καθεστώς ως προς τον προνομιακό τους ή μη χαρακτήρα, δηλαδή είτε οι μεν είναι προνομιούχες, ενώ οι δε όχι, και τούμπαλιν, είτε είναι εξοπλισμένες με διαφορετικό είδος προνομίων, οπότε η κατάταξή τους σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί για να γίνει καταλογισμός του ποσού που τους αναλογεί με βάση τις διατάξεις των άρθρων 977 ή 977Α ΚΠολΔ σε καθεμία εξ αυτών.

34 Με αφορμή την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 250 αριθ. 17, 254, 268 εδ. β΄ ΑΚ και 11 αριθ. 7 ΚΠολΔ, έχει κριθεί ότι ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών νοούνται εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από την ίδια έννομη σχέση, οφείλονται, όμως, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή τους να εξαρτάται από αίρεση27 και δεν εξαντλούνται δια της εφάπαξ παροχής του οφειλέτη28. Δεν αποτελούν, επομένως, περιοδικές παροχές οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση, για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής, η οποία εξοφλείται τμηματικά, όπως συμβαίνει π.χ. στις περιπτώσεις των άρθρων 928 και 929 ΑΚ που αφορούν στη με βάση το άρθρο 930 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ τμηματική ανά μήνα καταβολή της οφειλόμενης ενιαίας αποζημίωσης για στέρηση διατροφής ή για στέρηση εισοδημάτων εργασίας ή για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής, αφού η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής κατ’ αρχήν καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανομένων παροχών, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπ’ όψιν ότι οι αξιώσεις αυτές δεν έχουν εκ των προτέρων ορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, αλλά εξαρτώνται από την κατά τον κρίσιμο χρόνο επέλευση των εν λόγω ζημιών και του ύψους τους.

35 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την έννοια της άλλης, σε σχέση με την εκτελούμενη απαίτηση, παρουσιάζουν και οι περιπτώσεις όπου η χρηματική απαίτηση είναι ενεργητικώς πολυπρόσωπη, δηλαδή ανήκει σε περισσότερους δανειστές είτε εξαρχής είτε λόγω μεταγενέστερης ειδικής (π.χ. εκχώρηση της χρηματικής απαίτησης σε περισσότερους δανειστές) ή καθολικής διαδοχής (π.χ. περισσότεροι κληρονόμοι

Σελ. 14

κληρονομούν χρηματική απαίτηση που ανήκε στον κληρονομούμενο). Οι περιπτώσεις αυτές μπορούν να προκύψουν α) όταν η χρηματική απαίτηση είναι διηρημένη σε περισσότερους δανειστές (ενεργητική ή αμφίπλευρη διηρημένη ενοχή, όταν και οι οφειλέτες είναι περισσότεροι), β) στην περίπτωση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, γ) με το δεδομένο ότι οι χρηματικές παροχές είναι κατά κανόνα διαιρετές, όταν τα μέρη συμφώνησαν συμβατικά ότι η χρηματική ενοχή θα είναι αδιαίρετη, υπό την έννοια ότι η καταβολή της χρηματικής παροχής θα πρέπει να γίνει ενιαία και ολικά χωρίς κατάτμησή της προς όλους τους δανειστές (ενεργητική αδιαίρετη ενοχή) και δ) στην περίπτωση της κοινής ενεργητικής ενοχής.

36 Στην περίπτωση ενεργητικής διηρημένης χρηματικής παροχής, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει πολυπρόσωπη ενοχή στην οποία η χρηματική παροχή διαιρείται σε περισσότερες μερίδες τόσες όσοι οι περισσότεροι δανειστές, ή στην περίπτωση της αμφίπλευρης διηρημένης χρηματικής παροχής, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα πρόσωπα τόσο στην πλευρά του δανειστή όσο και στην πλευρά του οφειλέτη, η ενότητα των πολλών μερίδων προκύπτει από τον κοινό λόγο της γενέσεώς τους (π.χ. από την ίδια σύμβαση), αλλά γίνεται δεκτό ότι τα δικαιώματα των πολλών δανειστών διατηρούν λόγω της διαίρεσης της ενοχής την αυτοτέλειά τους. Κατά συνέπεια, αν η διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως επισπεύδεται από έναν εκ των περισσότερων δανειστών για τη δική του μερίδα και στη συνέχεια συμμετάσχει σε αυτή κάποιος άλλος εκ των περισσότερων δανειστών για τη δική του μερίδα της ίδιας χρηματικής παροχής, η συμμετέχουσα στη διανομή μερίδα της ίδιας χρηματικής παροχής συνιστά «άλλη απαίτηση» που μπορεί, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, να οδηγήσει στη διαζευκτική εφαρμογή των άρθρων 977 ή 977Α ΚΠολΔ. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση που η εκτελεστική διαδικασία επισπεύδεται εξαρχής από περισσότερους δανειστές της ενεργητικής ή αμφίπλευρης διηρημένης χρηματικής παροχής, διότι σε περίπτωση μη επάρκειας του προς διανομή ποσού και ύπαρξης προνομίων θα πρέπει η κάθε μερίδα να καταταχθεί στο ποσό που της αναλογεί με βάση τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 977 ή 977Α ΚΠολΔ. Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω χρήσιμο είναι το παρακάτω παράδειγμα:

37 Παράδειγμα 2: Αν ο Ο οφείλει διαιρετά στους Δ1 και Δ2 το ποσό των 100.000 €, με την έννοια ότι ο Δ1 δικαιούται να απαιτήσει από τον Ο την καταβολή του ποσού των 60.000 € και ο Δ2 την καταβολή του ποσού των 40.000 €, τότε, αν επισπεύσει διαδι-

Σελ. 15

κασία αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Ο ο Δ2 για το ποσό των 40.000 € και στη διαδικασία αυτή αναγγελθεί ο Δ1 για το ποσό των 60.000 €, η αναγγελθείσα απαίτηση των 60.000 € θεωρείται άλλη απαίτηση. Το ίδιο, όμως, θα πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση κατά την οποία οι Δ1 και Δ2 επέσπευδαν εξαρχής από κοινού την εκτελεστική διαδικασία κατά του Ο, ζητώντας ο καθένας την καταβολή της δικής του μερίδας.

38 Στην περίπτωση, όμως, που η υφίσταται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, δηλαδή στην περίπτωση που καθένας εκ των περισσότερων δανειστών μπορεί να απαιτήσει ολόκληρη τη χρηματική απαίτηση για τον εαυτό του και ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να την καταβάλει μόνο μία φόρα σε έναν εξ αυτών, τότε κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 490 ΑΚ, η επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως από έναν εκ των δανειστών έχει ως αποτέλεσμα να συγκεντρώνεται η απαίτηση στον επισπεύδοντα δανειστή και συνεπώς οι λοιποί εις ολόκληρον δανειστές δεν δύνανται να αναγγελθούν στη συγκεκριμένη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως για την ίδια και ήδη εκτελούμενη χρηματική απαίτηση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 490 ΑΚ ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμησή του να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος απ’ αυτούς δεν έχει ασκήσει, δηλαδή καταθέσει και επιδώσει, εναντίον του αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συγκέντρωση της απαίτησης επέρχεται και χωρίς να έχει ασκηθεί προηγουμένως αγωγή, όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση όχι με δικαστική απόφαση, αλλά με άλλο εκτελεστό τίτλο, όπως π.χ. με διαταγή πληρωμής ή με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

39 Στις περιπτώσεις της ενεργητικής αδιαίρετης ενοχής δεν μπορεί εξ αντικειμένου να τεθεί ζήτημα συμμετοχής άλλου συνδανειστή στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδει κάποιος άλλος εξ αυτών, διότι η αδιαίρετη ενεργητική ενοχή δεν είναι κατά κανόνα χρηματική, οπότε δεν συντρέχει η προαναφερθείσα προϋπόθεση της ύπαρξης χρηματικής απαιτήσεως. Στην περίπτωση δε που μετατραπεί σε τέτοια, η διάταξη του άρθρου 494 παρ. 2 ΑΚ ορίζει ότι η αδιαίρετη παροχή γίνεται διαιρετή. Στην ίδια διάταξη ορίζεται, επίσης, ότι, αν η αδιαίρετη παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα ή κατά την υπερημερία ενός ή μερικών από τους οφειλέτες, αυτοί ενέχονται εις ολόκληρον ενώ οι λοιποί ελευθερώνονται από την ενοχή. Σε κάθε δε-

Σελ. 16

περίπτωση, ακόμη και εάν τα μέρη έχουν συμφωνήσει τη χρηματική ενοχή ως αδιαίρετη, τότε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 495 παρ. 1 ΑΚ, ο δανειστής που επισπεύδει τη εκτέλεση πρέπει να ζητήσει την καταβολή της χρηματικής παροχής σε όλους από κοινού τους περισσότερους δανειστές και ο οφειλέτης υποχρεούται να την καταβάλει σε όλους τους δανειστές από κοινού. Ως εκ τούτου, ακόμη και στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν αφήνεται περιθώριο συμμετοχής κάποιου εκ των συνδανειστών στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδει κάποιος άλλος εξ αυτών, ζητώντας και επιδιώκοντας την καταβολή της, συμφωνηθείσας ως αδιαίρετης, χρηματικής παροχής σε όλους τους συνδανειστές.

40 Στην περίπτωση της κοινής ενεργητικής ενοχής δεν μπορεί εξ αντικειμένου να τεθεί ζήτημα συμμετοχής άλλου δανειστή στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδει κάποιος άλλος εξ αυτών, διότι στην περίπτωση της κοινής ενεργητικής ενοχής, όπως π.χ. αυτής που δημιουργείται μεταξύ του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος, απαιτείται η σύμπραξη όλων των δανειστών για τη είσπραξη της απαίτησης και συνεπώς η επίσπευση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως πρέπει να γίνει κοινώς από όλους τους δανειστές και όχι μόνον από έναν ή από κάποιους εξ αυτών. Πλην, όμως, επειδή στην περίπτωση της κοινής ενεργητικής ενοχής οι συμπράττοντες δανειστές ζητούν την καταβολή διαφορετικών ποσών στον καθέναν, π.χ. διαφορετικό ποσό αξιώνει ο ψιλός κύριος και διαφορετικό ποσό ο επικαρπωτής σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος, θα πρέπει και στην περίπτωση αυτή να γίνει δεκτό ό,τι αναφέρθηκε ανωτέρω για την περίπτωση που οι περισσότεροι δανειστές ενεργητικής ή αμφίπλευρης διηρημένης χρηματικής παροχής επισπεύδουν από κοινού την εκτελεστική διαδικασία, δηλαδή θα πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση της κοινής ενεργητικής ενοχής ότι, αν δεν επαρκεί το προς διανομή ποσό για όλους τους επισπεύδοντες δανειστές και κάποιος εξ αυτών είναι προνομιούχος, θα πρέπει να γίνει κατάταξή τους στο ποσό που ζητούν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 977 ή 977Α ΚΠολΔ.

Σελ. 17

3.3. Η δυνατότητα και ο τρόπος συμμετοχής άλλων απαιτήσεων

3.3.1. Στην προσωπική κράτηση

41 Από τα προαναφερθέντα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 951 ΚΠολΔ για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η προσωπική κράτηση δεν παρέχει εξ αντικειμένου τη δυνατότητα συμμετοχής άλλων δανειστών, πλην του επισπεύδοντος, ή άλλης απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή, πλην της εκτελούμενης, στη συγκεκριμένη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού δεν περιέχεται σε αυτήν στάδιο ρευστοποίησης κάποιου περιουσιακού στοιχείου του καθ’ ου η εκτέλεση από το προϊόν της οποίας θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν και άλλες χρηματικές απαιτήσεις. Εξάλλου ο αποκλεισμός αυτός προκύπτει τόσο από το γεγονός ότι η προσωπική κράτηση μπορεί να ενεργοποιηθεί ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση όχι οποιαδήποτε χρηματικής απαίτησης, αλλά μόνο αυτών που προέρχονται από αδικοπραξία και υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 € (1047 παρ. 1 εδ. α΄ & παρ. 2 ΚΠολΔ), όσο και από τη διάταξη του άρθρου 1052 στοιχ. β΄ ΚΠολΔ, η οποία προβλέπει ότι ο κρατούμενος οφειλέτης απολύεται, αν κατατεθούν στο ΤΠΔ η εκτελούμενη απαίτηση με τους αναλογούντες τόκους και τα έξοδα της εκτέλεσης και το σχετικό γραμμάτιο παρακατάθεσης κατατεθεί στο γραμματέα του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η φυλακή.

3.3.2. Στην αναγκαστική διαχείριση

42 Στην αναγκαστική διαχείριση η συμμετοχή άλλων δανειστών, πλην του επισπεύδοντος, στη διανομή του προϊόντος της διαχείρισης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1043-1044 ΚΠολΔ. Με βάση τη διάταξη του άρθρου 1043 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν υπάρχουν και άλλοι δανειστές από εκείνον που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση, αναγγέλλονται με έγγραφη δήλωσή τους που επιδίδεται στον διαχειριστή και στον καθ’ ου η εκτέλεση (1043 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή, ο διαχειριστής συντάσσει πίνακα διανομής τουλάχιστον κάθε τρίμηνο, με βάση τον οποίο πληρώνει τον επισπεύδοντα και τους αναγγελθέντες δανειστές (1043 παρ. 3 εδ. α΄ ΚΠολΔ). Το ίδιο πρέπει να ισχύσει αναλογικά και για την περίπτωση που αναγγελλόμενος δεν είναι κάποιος τρίτος δανειστής, αλλά ο ίδιος ο επισπεύδων για άλλη, όμως, απαίτησή του.

Σελ. 18

3.3.3. Στην κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη εις χείρας του

43 Η περίπτωση της κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη είναι αυτή στην οποία προβλέπεται κατεξοχήν η συμμετοχή και άλλων απαιτήσεων, πλην της εκτελούμενης. Για την εξέταση του εάν και του πώς επιτρέπεται η συμμετοχή αυτή είναι χρήσιμο να γίνει διάκριση των τριών ειδών κατασχέσεως που προαναφέρθηκαν, δηλαδή, μεταξύ της κατασχέσεως ακινήτων, πλοίων, αεροσκαφών και κινητών στα χέρια του οφειλέτη, της κατασχέσεως κινητών ή απαιτήσεων στα χέρια τρίτου και της κατασχέσεως ειδικών περιουσιακών στοιχείων.

44 Στην κατάσχεση ακινήτων, πλοίων, αεροσκαφών και κινητών στα χέρια του οφειλέτη ακολουθεί πάντοτε ως επόμενο διαδικαστικό στάδιο η ρευστοποίηση των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων μέσω του αναγκαστικού πλειστηριασμού τους. Από το χρονικό σημείο επιβολής της κατασχέσεως και το αργότερο εντός προθεσμίας δεκαπέντε [15] ημερολογιακών ημερών μετά τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό (972 παρ. 1 στοιχ. β΄ & 995 παρ. 5 ΚΠολΔ), τρίτοι δανειστές μπορούν να αναγγείλουν στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης τυχόν απαιτήσεις που έχουν κατά του ίδιου οφειλέτη. Το ίδιο μπορεί να πράξει και ο επισπεύδων δανειστής είτε για κάποια άλλη απαίτησή του είτε και για το υπόλοιπο της εκτελούμενης απαιτήσεώς του στην περίπτωση που, για λόγους κυρίως περιστολής των εξόδων εκτελέσεως, έχει επιβάλει κατάσχεση για μέρος μόνο αυτής, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν θα πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για άλλη, αλλά για την ίδια απαίτηση.

3.3.4. Στην κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη εις χείρας τρίτου

45 Στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου, αν το αντικείμενο της κατασχέσεως είναι κινητό πράγμα, τότε και στην περίπτωση αυτή το επόμενο διαδικαστικό στάδιο είναι η ρευστοποίησή του δι’ αναγκαστικού πλειστηριασμού από συμβολαιογράφο που ορίζεται ως υπάλληλος του πλειστηριασμού από το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου της εκτέλεσης με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 988 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε για τη συμμετοχή άλλων απαιτήσεων στη διανομή του πλειστηριάσματος που θα προκύψει από το κατασχεθέν εις χείρας του τρίτου κινητό πράγμα ισχύουν όσα ήδη αναφέρθηκαν αμέσως ανωτέρω, δηλαδή γίνεται δι’ αναγγελίας τους το αργότερο εντός προθεσμίας δεκαπέντε [15] ημερολογιακών ημερών από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και στη

Σελ. 19

σπανιότερη περίπτωση που το αντικείμενο της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου είναι η απαίτηση μεταβίβασης της κυριότητας κινητού πράγματος με αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 988 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το ίδιο προτείνεται και για την περίπτωση που έχει κατασχεθεί στα χέρια τρίτου απαίτηση από φορτωτική εις διαταγήν ή αποθετήριο, δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ακολουθεί πλειστηριασμός της απορρέουσας από τον τίτλο απαιτήσεως παράδοσης κινητών πραγμάτων.

46 Αν το αντικείμενο, όμως, της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου είναι, όπως συμβαίνει συνήθως, χρηματική απαίτηση, τότε η συμμετοχή τρίτου δανειστή ή του κατασχόντος δανειστή για άλλη απαίτησή του μπορεί να γίνει μόνο με την επιβολή άλλης κατάσχεσης επί της ήδη κατασχεθείσας απαιτήσεως, πριν επέλθει η αυτοδίκαιη εκχώρηση της τελευταίας στον κατασχόντα δανειστή, ήτοι σε περίπτωση εμπρόθεσμης καταφατικής δηλώσεως του τρίτου θα πρέπει οι επόμενες κατασχέσεις να επιβληθούν εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 988 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ οκταήμερης ή τριακονθήμερης προθεσμίας αφότου το κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε στον καθ’ ου η κατάσχεση, αναλόγως του εάν ο τελευταίος κατοικεί στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής. Μετά την αυτοδίκαιη εκχώρηση του συνόλου της κατασχεθείσας εις χείρας τρίτου απαιτήσεως σε κάποιον εκ των κατασχόντων δανειστών δεν είναι πλέον δυνατή η επιβολή άλλης κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, και, αν γίνει, θα είναι άνευ σημασίας, αφού φορέας της απαίτησης έχει καταστεί πλέον ο κατασχών δανειστής.

47 Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ρητής ή πλασματικής αρνητικής δηλώσεως του τρίτου και ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ κατ’ αυτής, καθώς κατά την κρατούσα γνώμη μπορεί μεν στην περίπτωση αυτή η αυτοδίκαιη εκχώρηση της κατασχεθείσας απαιτήσεως στον κατασχόντα δανειστή να γίνεται μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως που κάνει δεκτή την ανακοπή, πλην, όμως, ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο κατά τον οποίον ο τρίτος θα έπρεπε να έχει καταβάλει στον κατασχόντα, σύμφωνα με το άρθρο 988 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, αν είχε εξαρχής προβεί σε καταφα-

Σελ. 20

τική δήλωση. Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι, εφόσον κατά την ορθότερη άποψη η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου δεν έχει μόνο αναγνωριστικό και καταψηφιστικό, αλλά και ακυρωτικό – διαπλαστικό χαρακτήρα, εις τρόπον ώστε, εάν γίνει τελεσιδίκως δεκτή να ακυρώνεται αναδρομικά η αρνητική ή η ανακριβής δήλωση του τρίτου, διότι δεν νοείται από τη μία η απόφαση που κάνει δεκτή την ανακοπή να αναγνωρίζει τη ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης και από την άλλη να διατηρείται ακέραια η αρνητική ή ανακριβής δήλωση του τρίτου, τότε η μόνη λογική διέξοδος σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής είναι να θεωρηθεί ότι η αναδρομική ακύρωση της αρνητικής ή ανακριβούς δηλώσεως δεν θα πρέπει να οδηγεί στο να θεωρείται η ακυρωθείσα δήλωση ως εξαρχής μηδέποτε γενόμενη, όπως ισχύει για τις λοιπές ακυρωθείσες διαδικαστικές πράξεις, διότι η εξαρχής μηδέποτε γενόμενη δήλωση θα ισοδυναμούσε πλασματικά και πάλι με αρνητική δήλωση (985 παρ. 3 εδ. α΄ ΚΠολΔ), αλλά θα πρέπει να οδηγεί στο να θεωρείται ότι στη θέση της ακυρωθείσας αρνητικής ή ανακριβούς δηλώσεως έρχεται μετά την τελεσίδικη ευδοκίμηση της ανακοπής και εγκαθίσταται η καταφατική δήλωση του τρίτου στον χρόνο και με τον τρόπο που αυτή έπρεπε εξαρχής να έχει γίνει. Με άλλα λόγια, η τελεσίδικη αποδοχή της ανακοπής κατά της αρνητικής ή της ανακριβούς δηλώσεως του τρίτου δεν συνεπάγεται ευθέως η ίδια αναδρομικότητα στην εκχώρηση της κατασχεθείσας απαιτήσεως, αλλά η αναδρομικότητα αυτή επέρχεται εμμέσως λόγω της αναδρομικής ακυρώσεως της ανακοπείσας δηλώσεως και της μετατροπής της αναδρομικά από αρνητική σε καταφατική.

Back to Top