ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Διαχρονική εξέλιξη & σύγχρονες προκλήσεις
από 36,00 €
Έως 72,00 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 248
- ISBN: 978-618-08-1045-5
Πώς εξελίχθηκε το δίκαιο των εγκλημάτων πολέμου και κατά πόσο ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των σύγχρονων ένοπλων συγκρούσεων;
Είναι επαρκές το ισχύον νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drone strikes), αδιάκριτων επιθέσεων κατά αμάχων και άλλων νέων μορφών διεξαγωγής των εχθροπραξιών;
Η μονογραφία εξετάζει συστηματικά τη διαχρονική εξέλιξη του σχετικού θεσμικού πλαισίου από τις πρώτες προσπάθειες διεθνούς κωδικοποίησης έως το Καταστατικό της Ρώμης. Με επίκεντρο το άρθρο 8 του Καταστατικού της Ρώμης, αναλύει το νομικό καθεστώς των εγκλημάτων πολέμου υπό το φως της διεθνούς θεωρίας, της διαμορφωθείσας νομολογίας και της διεθνούς πρακτικής. Παράλληλα, προσεγγίζει κρίσιμα ζητήματα που ανακύπτουν στις σημερινές ένοπλες συγκρούσεις, όπως οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drone strikes), η προστασία των αμάχων και οι προκλήσεις που δημιουργούν οι αναδυόμενες τεχνολογίες για την απόδοση ατομικής ποινικής ευθύνης.
Συνδυάζοντας δογματική ανάλυση με τις σύγχρονες προκλήσεις της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, το έργο αποτελεί ένα ολοκληρωμένο επιστημονικό εργαλείο για τη μελέτη των εγκλημάτων πολέμου υπό το πρίσμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΧΑΡΗ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΛΟΥΠΗ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
1.1. Η Έννοια και τα Όρια του διεθνούς ποινικού δικαίου 1
1.2. Η νομοπαραγωγική ιδιαιτερότητα του διεθνούς ποινικού δικαίου 3
1.3. Ατομική και κρατική ευθύνη: συγκλίσεις και αποκλίσεις
στο διεθνές ποινικό δίκαιο 4
1.4. Ιστορική Εξέλιξη της Διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης 7
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ –
ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
2.1. Η τυποποίηση του εγκλήματος και η σημασία της
στο ελληνικό ποινικό δίκαιο 12
2.2. Επιστημονικές προσεγγίσεις και ερμηνευτικές τάσεις
για τα διεθνή εγκλήματα 13
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ
3.1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 20
3.2. Απαγορευμένες μέθοδοι διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων 22
3.2.1. Επιθέσεις κατά αμάχων και πολιτικών στόχων 22
3.2.1.1. Η έννοια του αμάχου και τα όρια της διάκρισης στον πόλεμο 22
3.2.1.2. Η απαγόρευση επίθεσης και τρομοκράτησης αμάχων 24
3.2.1.3. Απαγόρευση επιθέσεων κατά περιουσίας αμάχων 25
3.2.1.4. Η προστασία οικιστικών δομών στον πόλεμο 27
3.2.1.5. Ο λιμός ως μέθοδος πολέμου και η διεθνής απαγόρευση 30
3.2.1.6. Η παρεμπόδιση ανθρωπιστικής βοήθειας ως έγκλημα πολέμου 31
3.2.1.7. Η χρησιμοποίηση αμάχων ως ανθρώπινες ασπίδες 33
3.2.2. Παράνομη μεταχείριση όσων συμμετέχουν στις εχθροπραξίες 35
3.2.2.1. Απαγόρευση θανάτωσης ή πρόκλησης σωματικών βλαβών
σε παραδοθέντες μαχητές 35
3.2.2.2. Απαγόρευση απόρριψης παράδοσης αντιπάλου 36
3.2.3. Παράνομη χρήση διακριτικών σημείων 37
3.2.3.1. Απαγόρευση προσφυγής σε προδοτικές μεθόδους (perfidy) 37
3.2.3.2. Προστασία υγειονομικών και ανθρωπιστικών αποστολών
που φέρουν διακριτικά γνωρίσματα στις πολεμικές συρράξεις 38
3.2.3.3. Η ανεπίτρεπτη χρήση διεθνώς προστατευόμενων συμβόλων
ή διακριτικών 40
3.3. Απαγορευμένα μέσα διεξαγωγής πολεμικών συγκρούσεων 41
3.3.1. Απαγόρευση χρήσης μέσων που προκαλούν υπέρμετρο πόνο 41
3.3.2. Απαγόρευση χρήσης επεκτεινόμενων σφαιρών
(τύπου «ντουμ-ντουμ») 42
3.3.3. Απαγόρευση χρήσης δηλητηριωδών ουσιών στον πόλεμο 43
3.4. Επιθέσεις κατά ειδικά προστατευόμενων προσώπων
και αντικειμένων 45
3.4.1. Προστασία πολιτιστικών και υγειονομικών κτηρίων
σε ένοπλες συγκρούσεις 45
3.4.2. Επίθεση κατά ειρηνευτικών αποστολών 48
3.5. Παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων 49
3.5.1. Πράξεις που βάλλουν κατά των Κανονισμών της Χάγης 49
3.5.1.1. Κατάσχεση και καταστροφή περιουσίας ως έγκλημα πολέμου 49
3.5.1.2. Απαγόρευση λεηλασίας πόλεων και περιοχών 51
3.5.2. Πράξεις που προσβάλλουν έννομα αγαθά προσώπων
που βρίσκονται υπό την εξουσία αντίπαλης δύναμης 52
3.5.2.1. Στράτευση αμάχων ως έγκλημα πολέμου 52
3.5.2.2. Μετακίνηση και εκτοπισμός πληθυσμών ως έγκλημα πολέμου 53
3.5.2.3. Απαγόρευση βασανιστηρίων και ιατρικών πειραμάτων
σε ένοπλες συγκρούσεις 55
3.5.2.4. Άρνηση δικαστικής πρόσβασης ως έγκλημα πολέμου 56
3.5.3. Προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων 58
3.5.3.1. Απαγόρευση βαναυσοτήτων που προσβάλλουν
την ανθρώπινη αξιοπρέπεια 58
3.5.3.2. Σεξουαλική βία ως έγκλημα πολέμου 60
3.5.3.3. Στρατολόγηση παιδιών και η συμμετοχή τους σε ένοπλες
συγκρούσεις 63
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
4.1. Η Διάσκεψη της Ρώμης και η Καθιέρωση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου 65
4.2. Δικαιοδοτικό καθεστώς του ΔΠΔ κατά το Καταστατικό της Ρώμης 66
4.3. Οι θεμελιώδεις εγγυήσεις της Διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης 73
4.3.1. Η αρχή της συμπληρωματικότητας και η ερμηνευτική
της εφαρμογή στο πλαίσιο του Καταστατικού της Ρώμης 73
4.3.2. Η κατοχύρωση της αρχής nullum crimen,
nulla poena sine lege στο ΔΠΔ 75
4.3.3. Η αρχή ne bis in idem στο Καταστατικό της Ρώμης 77
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ
ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
5.1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 79
5.2. Σοβαρές Παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης
(Grave Breaches of the Geneva Conventions) 79
5.2.1. Ανθρωποκτονία με πρόθεση – άρ. 8 § 2 (α) (i) 79
5.2.2. Βασανιστήρια ή απάνθρωπη μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένων
των βιολογικών πειραμάτων – άρ. 8 § 2 (α) (ii) 82
5.2.3. Σκοπούμενη πρόκληση μεγάλης δοκιμασίας ή σοβαρής βλάβης –
άρ. 8 § 2 (α) (iii) 87
5.2.4. Εκτεταμένη καταστροφή ή ιδιοποίηση περιουσίας –
άρ. 8 § 2 (α) (iv) 88
5.2.5. Εξαναγκασμός προστατευόμενων προσώπων να παρέχουν
υπηρεσίες σε αντίπαλη στρατιωτική δύναμη – άρ. 8 § 2 (α) (v) 91
5.2.6. Σκόπιμη παραβίαση των αρχών και δικαιωμάτων
της δίκαιης δίκης – άρ. 8 § 2 (α) (vi) 92
5.2.7. Παράνομη εκτόπιση ή μεταφορά ή παράνομος περιορισμός –
άρ. 8 § 2 (α) (vii) ΚτΡ 95
5.2.8. Σύλληψη ομήρων – άρ. 8 § 2 (α) (viii) ΚτΡ 97
5.3. Άλλες σημαντικές παραβιάσεις των νόμων και εθίμων
που εφαρμόζονται στις διεθνείς ένοπλες συρράξεις
(Other Serious Violations of the Laws and Customs
Applicable in International Armed Conflict) 99
5.3.1. Απαγορευμένες μέθοδοι διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων 99
5.3.1.1. Επιθέσεις κατά αμάχων και πολιτικών στόχων 99
(α) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά αμάχων – άρ. 8 § 2
(β) (i) ΚτΡ 99
(β) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά πολιτικών
αντικειμένων – άρ. 8 § 2 (β) (ii) ΚτΡ 102
(γ) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες, εν γνώσει ότι μπορεί να
προκαλέσουν δυσανάλογες παράπλευρες απώλειες – άρ. 8 § 2 (β) (iv) ΚτΡ 104
(δ) Επιθέσεις κατευθυνόμενες προς ανοχύρωτες πόλεις, χωριά,
κατοικίες ή κτήρια – άρ. 8 § 2 (β) (v) ΚτΡ 108
(ε) Χρησιμοποίηση Αμάχων ως Ανθρώπινες Ασπίδες – άρ. 8 § 2 (β)
(xxiii) ΚτΡ 109
(στ) Λιμοκτονία – άρ. 8 § 2 (β) (xxv) ΚτΡ 111
5.3.1.2. Παράνομη καταστροφή ή κατάληψη εχθρικής περιουσίας
χωρίς στρατιωτική αναγκαιότητα – άρ. 8 § 2 (β) (xiii) ΚτΡ 114
5.3.1.3. Παράνομη μεταχείριση όσων συμμετέχουν στις εχθροπραξίες 115
(α) Ανθρωποκτονία ή τραυματισμός μάχιμου ο οποίος έχει παραδώσει
τα όπλα ή, μη έχοντας πλέον μέσα άμυνας, έχει παραδοθεί άνευ όρων –
άρ. 8 § 2 (β) (vi) ΚτΡ 115
(β) Άρνηση παροχής ελέους – άρ. 8 § 2 (β) (xii) ΚτΡ 116
5.3.1.4. Παράνομη χρήση διακριτικών σημείων 118
(α) Ανάρμοστη χρήση σημαίας εκεχειρίας, εχθρικών στολών
και εμβλημάτων της Γενεύης με αποτέλεσμα θάνατο ή σοβαρή
σωματική βλάβη – άρ. 8 § 2 (β) (vii) ΚτΡ 118
(β) Ανθρωποκτονία ή τραυματισμός με δόλια τεχνάσματα – άρ. 8 § 2 (β)
(xi) ΚτΡ 119
5.3.2. Απαγορευμένα μέσα διεξαγωγής πολεμικών συγκρούσεων 120
5.3.2.1. Χρήση δηλητηρίων – άρ. 8 § 2 (β) (xvii) ΚτΡ 120
5.3.2.2. Χρήση Ασφυξιογόνων και Δηλητηριωδών Αερίων –
άρ. 8 § 2 (β) (xviii) ΚτΡ 122
5.3.2.3. Χρήση Θραυσματικών Σφαιρών – άρ. 8 § 2 (β) (xix) ΚτΡ 124
5.3.2.4. Χρήση Όπλων και Μεθόδων Πολέμου που Προκαλούν
Υπερβολική Βλάβη – άρ. 8 § 2 (β) (xx) ΚτΡ 125
5.3.3. Επιθέσεις κατά ειδικά προστατευόμενων προσώπων
και αντικειμένων 129
5.3.3.1. Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά ανθρωπιστικών
ή ειρηνευτικών αποστολών – άρ. 8 § 2 (β) (iii) ΚτΡ 129
5.3.3.2. Σκόπιμες Επιθέσεις κατά Ιατρικών Μονάδων και Προσωπικού
με Διακριτικά των Συμβάσεων της Γενεύης – άρ. 8 § 2 (β) (xxiv) ΚτΡ 133
5.3.3.3. Η σκόπιμη επίθεση κατά πολιτιστικών, θρησκευτικών και ανθρωπιστικών κτιρίων σε ένοπλες συγκρούσεις – άρ. 8 § 2 (β) (ix) ΚτΡ 136
5.3.4. Παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων 138
5.3.4.1. Πράξεις που βάλλουν κατά των Κανονισμών της Χάγης 138
(α) Παράνομη διακήρυξη ακυρότητας δικαιωμάτων του εχθρικού
πληθυσμού – άρ. 8 § 2 (β) (xiv) ΚτΡ 138
(β) Εξαναγκασμός υπηκόων του εχθρού σε πολεμικές επιχειρήσεις –
άρ. 8 § 2 (β) (xv) ΚτΡ 140
(γ) Λεηλασία πόλεων ή περιοχών υπό ένοπλη κατάληψη – άρ. 8 § 2 (β)
(xvi) ΚτΡ 141
5.3.4.2. Πράξεις που προσβάλλουν έννομα αγαθά προσώπων
που βρίσκονται υπό την εξουσία αντίπαλης δύναμης 144
(α) Σωματικός ακρωτηριασμός και ιατρικά ή επιστημονικά πειράματα
χωρίς συναίνεση – άρ. 8 § 2 (β) (x) ΚτΡ 144
(β) Η μεταφορά άμαχου πληθυσμού από την Κατοχική Δύναμη
στο κατεχόμενο έδαφος και η απέλαση ή εκτόπιση του τοπικού
πληθυσμού – άρ. 8 § 2 (β) (viii) ΚτΡ 146
5.3.4.3. Προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων 149
(α) Προσβολές της Προσωπικής Αξιοπρέπειας – άρ. 8 § 2 (β) (xxi) ΚτΡ 149
(β) Εγκλήματα Σεξουαλικής Βίας – άρ. 8 § 2 (β) (xxii) ΚτΡ 152
(γ) Στρατολόγηση Παιδιών σε Ένοπλες Συγκρούσεις – άρ. 8 § 2 (β) (xxvi) ΚτΡ 159
5.4. Μη Διεθνείς Ένοπλες Συρράξεις 162
5.4.1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 162
5.4.2. Τα εγκλήματα πολέμου σε μη διεθνείς ένοπλες συρράξεις
κατά το άρθρο 8 § 2 (γ) ΚτΡ 164
5.4.3. Τα εγκλήματα πολέμου σε μη διεθνείς ένοπλες συρράξεις
κατά το άρθρο 8 § 2 (ε) ΚτΡ 170
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
6.1. Τεχνολογική εξέλιξη και νέες μορφές πολέμου 173
6.1.1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 173
6.1.2. Οι διακρίσεις των Drones 175
6.1.3. Προβληματισμοί σχετικά με τη χρήση των drones
στα σύγχρονα πεδία της μάχης 176
6.1.3.1. Εισαγωγικές Σκέψεις 176
6.1.3.2. Η ψευδαίσθηση ακριβείας των drone strikes 178
6.1.3.3. Το Κενό Λογοδοσίας και η διάχυση ευθύνης 181
6.1.3.4. Η Υπόθεση της Καμπούλ 186
6.1.4 Καταληκτικές Σκέψεις 187
6.2. Επιλογικά 188
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ 193
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΡΩΝ 217
Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
1.1. Η Έννοια και τα Όρια του διεθνούς ποινικού δικαίου
Το ποινικό δίκαιο αποτελεί, κατ’ εξοχήν, κλάδο του εσωτερικού δικαίου και πυρήνα της ποινικής καταστολής κάθε εθνικής έννομης τάξης. Ωστόσο, οι σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, οι ιστορικές συγκυρίες και η διεθνοποίηση του εγκλήματος ώθησαν στη μετατόπιση των ορίων του πέραν των εθνικών συνόρων, αποδίδοντάς του διεθνή διάσταση.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι το διεθνές ποινικό δίκαιο δε χαρακτηρίζεται από τη συνοχή που διακρίνει τα εσωτερικά ποινικά συστήματα. Αν και το δεδομένο, αυτό, μπορεί αρχικά να εκληφθεί ως αδυναμία, δε θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι του προσδίδει, ταυτόχρονα, ευελιξία στην προσαρμογή και στην ανταπόκρισή του απέναντι στο έγκλημα.
Παρά το γεγονός ότι σήμερα αναγνωρίζεται ευρέως η ανάγκη διαχείρισης του εγκλήματος σε υπερεθνικό επίπεδο, η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει σε ενιαίο ορισμό του διεθνούς ποινικού δικαίου. Έτσι, συνεχίζουν να αναπτύσσονται διαφορετικές προσεγγίσεις στο πλαίσιο της προσπάθειας εννοιολογικής του αποσαφήνισης.
Κατά μία θέση, το διεθνές ποινικό δίκαιο συνίσταται σε ένα σύνολο κανόνων που ορίζουν ποιες συμπεριφορές θεωρούνται ποινικά κολάσιμες σε διεθνές επίπεδο και επισύρουν ανάλογες ποινές. Εν προκειμένω, γίνεται λόγος για πλέγμα κανόνων που ισορροπούν ανάμεσα στο διεθνές δίκαιο και στις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου, όπως αυτές αναγνωρίζονται στις εσωτερικές έννομες τάξεις.
Σελ. 2
Χαρακτηριστικά, ο Bassiouni επισημαίνει ότι το διεθνές ποινικό δίκαιο αποτελεί συνδυασμό στοιχείων του διεθνούς και του εσωτερικού ποινικού δικαίου, τα οποία συναρθρώνονται σε ένα λειτουργικό σύνολο δικαιοδοτικών ρυθμίσεων.
Στο ίδιο πνεύμα, οι Γιόκαρης και Παζαρτζή θεωρούν ότι πρόκειται για ένα «υβρίδιο» διεθνούς δικαίου, ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας, το οποίο διακρίνεται στο «ποινικό διεθνές δίκαιο» και στο «διεθνές ποινικό δίκαιο». Το πρώτο περιλαμβάνει τις εσωτερικές διατάξεις που θεμελιώνουν εθνική δικαιοδοσία για την εκδίκαση εγκλημάτων με στοιχεία αλλοδαπότητας, ενώ το δεύτερο αφορά την τυποποίηση των διεθνών εγκλημάτων στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξης.
Αντίστοιχα, ο Μυλωνόπουλος υποστηρίζει ότι το διεθνές ποινικό δίκαιο, εν ευρεία εννοία, περιλαμβάνει το δίκαιο των τοπικών ορίων των ποινικών νόμων, το ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο, το δίκαιο της έκδοσης και της διεθνούς δικαστικής συνδρομής στις ποινικές υποθέσεις, καθώς και το δίκαιο προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και των διεθνών εγκλημάτων.
Υπό το φως των ανωτέρω, ιδιαιτέρως εύστοχη κρίνεται η θέση του Αντωνόπουλου, σύμφωνα με τον οποίο «διεθνές ποινικό δίκαιο μπορεί να οριστεί το σύνολο των κανόνων, το οποίο προσδιορίζει, πρωτογενώς και αποκλειστικά, σε διεθνές επίπεδο τον αξιόποινο χαρακτήρα πράξεων που τελούνται από άτομα, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και προκαλούν τον αποτροπιασμό της διεθνούς κοινότητας, και προβλέπει τις κυρώσεις για την αντιμετώπισής τους».
Συνεπώς, το διεθνές ποινικό δίκαιο, ως κλάδος του διεθνούς δικαίου, συνιστά το όχημα της διεθνούς έννομης τάξης για την τυποποίηση και τιμώρηση εγκληματικών συμπεριφορών που τελούνται από φυσικά πρόσωπα και πλήττουν θεμελιώδη έννομα αγαθά, προκαλώντας το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας. Αξίζει να τονιστεί ότι, βάσει της αρχής της νομιμότητας, δεν αρκεί η απλή αναγνώριση των πράξεων αυτών ως ειδεχθών· απαιτείται, περαιτέρω, η τυπική αναγωγή τους σε εγκλήματα, με προβλεπόμενες ποινές από τις πηγές του διεθνούς δικαίου (έθιμο, διεθνείς συμβάσεις, γενικές αρχές δικαίου και νομολογία διεθνών ποι-
Σελ. 3
νικών δικαστηρίων). Διαφορετικά, πρόκειται, απλώς, για παράνομες συμπεριφορές διεθνούς ενδιαφέροντος που τυγχάνουν ποινικής αξιολόγησης μόνο από το εσωτερικό δίκαιο της εκάστοτε έννομης τάξης.
Παρά την εννοιολογική και πραγματική αλληλοεπικάλυψη μεταξύ διεθνούς ποινικού δικαίου και διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα δύο πεδία διαφοροποιούνται ως προς το είδος της ευθύνης που θεμελιώνουν. Ενώ η παραβίαση διεθνώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων συνεπάγεται κρατική ευθύνη, το διεθνές ποινικό δίκαιο είναι εκείνο που θεσπίζει την άμεση ατομική ποινική ευθύνη για συγκεκριμένες πράξεις, προβλέποντας ρητώς την ποινικοποίησή τους και τον ακριβή ορισμό των αντίστοιχων εγκλημάτων.
Η παράλληλη, πάντως, αναγνώριση μιας πράξης ως εγκλήματος τόσο από το διεθνές όσο και από το εθνικό δίκαιο, επιβεβαιώνει τη βαρύτητά της και αναδεικνύει την ενότητα των εννόμων τάξεων απέναντι σε εγκλήματα που απαιτούν άμεση και πολύπλευρη αντιμετώπιση από την Πολιτεία.
1.2. Η νομοπαραγωγική ιδιαιτερότητα του διεθνούς ποινικού δικαίου
Ένα από τα ουσιαστικά κριτήρια διάκρισης ανάμεσα στο διεθνές και το εσωτερικό δίκαιο είναι ο τρόπος παραγωγής κανόνων. Σε αντίθεση με τις εθνικές έννομες τάξεις, στις οποίες λειτουργεί ένας κεντρικός νομοθετικός μηχανισμός, στο διεθνές δίκαιο το ρυθμιστικό πλαίσιο συγκροτείται από το έθιμο, τις διεθνείς συμβάσεις και τις θεμελιώδεις αρχές του, όπως καθορίζονται από τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς που συναπαρτίζουν τη διεθνή κοινότητα.
Όσον αφορά τα διεθνή εγκλήματα, η κατεξοχήν πηγή προσδιορισμού τους διαχρονικά υπήρξαν οι διεθνείς συνθήκες που συντάσσονταν στα πλαίσια καταστατικών διεθνών δικαστηρίων. Η εν λόγω διαπίστωση αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν τα κράτη στη θεσμοθέτηση και τον εννοιολογικό καθορισμό των διεθνών εγκλημάτων. Προς επίρρωση των παραπάνω, υπογραμμίζεται η απουσία ενός κεντρικά οργανωμένου και δεσμευτικού νομοθετικού μηχανισμού στο πεδίο του διεθνούς ποινικού δικαίου.
Μια βαθύτερη ανάλυση, ωστόσο, αποκαλύπτει ότι πέραν της νομοθετικής ανεπάρκειας, ανακύπτει και το ζήτημα των κρατικών συμφερόντων, τα οποία επηρεάζουν τη διαμόρφωση του νομικού καθεστώτος. Αν και οι εγκληματικές πρά-
Σελ. 4
ξεις αποδίδονται σε φυσικά πρόσωπα, κατά κανόνα οι δράστες ενεργούν με την ανοχή, την κάλυψη ή και την καθοδήγηση κρατικών μηχανισμών, γεγονός που εγείρει ζητήματα κρατικής συνενοχής ή ανοχής. Κατά συνέπεια, η κρατική εμπλοκή στη διαδικασία τυποποίησης των διεθνών εγκλημάτων δεν αποτελεί απλώς νομική δυνατότητα, αλλά και αναπόδραστη πραγματικότητα: τα κράτη συμμετέχουν τόσο στην εξάλειψη όσο και, ενίοτε, στη διαιώνισή τους.
Σε αντιπαραβολή, το εσωτερικό ποινικό δίκαιο αξιοποιείται με αναφορά στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, κατέχοντας υποστηρικτικό ρόλο κατά τον καθορισμό και την αντιμετώπιση των διεθνών εγκλημάτων από τη διεθνή κοινότητα. Ενδεικτικά, όπως υπογραμμίζει ο Αντωνόπουλος, «το διεθνές ποινικό δίκαιο αναπτύσσεται κατ’ εικόνα, αλλά όχι καθ’ ομοίωση του εσωτερικού ποινικού δικαίου».
Η συγκεκριμένη παρατήρηση σημαίνει ότι η διεθνής κοινότητα έχει την ευχέρεια να αξιοποιεί αρχές, έννοιες και διαδικασίες του εσωτερικού ποινικού δικαίου στο μέτρο που εξυπηρετούν τις ανάγκες της. Ωστόσο, το ήδη δομημένο νομοθετικό πλέγμα μιας εσωτερικής έννομης τάξης δεν μπορεί να υιοθετείται άκριτα και καθολικά εν προκειμένω, καθότι ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός συγκεκριμένου πληθυσμού και όχι σε εκείνες μιας κοινότητας με οικουμενικό χαρακτήρα.
1.3. Ατομική και κρατική ευθύνη: συγκλίσεις και αποκλίσεις στο διεθνές ποινικό δίκαιο
Στο δημόσιο διεθνές δίκαιο η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά τα κράτη. Κατά συνέπεια, στο παραδοσιακό μοντέλο απόδοσης ευθυνών δεν περιλαμβάνονται φυσικά πρόσωπα· προοπτική διαμετρικά αντίθετη με όσα ισχύουν στο διεθνές ποινικό δίκαιο.
Πρώτη φορά, η αναγνώριση της ατομικής ευθύνης εμφανίζεται στους κανονισμούς που προσαρτήθηκαν στη Σύμβαση IV της Χάγης του 1907, αναφορικά με τον σεβασμό των νόμων και εθίμων του χερσαίου πολέμου. Οι ρυθμίσεις αυτές, ωστόσο, αφορούσαν συμπεριφορές διαφορετικές από εκείνες που εξετάζονται στην παρούσα μελέτη.
Σελ. 5
Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ατομική ευθύνη για εγκλήματα διεθνούς ενδιαφέροντος αναγνωριζόταν αποκλειστικά στο πλαίσιο του εσωτερικού δικαίου. Η τομή ήρθε με το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης. Όπως, χαρακτηριστικά, εκφράστηκε στα πλαίσια ίδρυσης και λειτουργίας του «τα εγκλήματα κατά του διεθνούς δικαίου διαπράττονται από ανθρώπους, όχι από αφηρημένες οντότητες, και μόνο με την τιμωρία των ατόμων που διαπράττουν τέτοια εγκλήματα μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις του διεθνούς δικαίου». Ήδη από το 1942, οι Συμμαχικές Δυνάμεις είχαν εκδώσει διακηρύξεις με τις οποίες δεσμεύονταν να οδηγήσουν τα υπεύθυνα στελέχη του Άξονα ενώπιον της δικαιοσύνης. Η θέση ότι οι εγκληματικές πράξεις που καταλογίζονται σε κράτη υλοποιούνται από φυσικά πρόσωπα βρήκε εφαρμογή στη Νυρεμβέργη, επαναλήφθηκε στο Δικαστήριο της Άπω Ανατολής και καθιερώθηκε, έκτοτε, ως βασική αρχή του διεθνούς ποινικού δικαίου, αποκτώντας μάλιστα εθιμικό χαρακτήρα.
Η εν λόγω διαφοροποίηση, σε σχέση με το κλασικό δημόσιο διεθνές δίκαιο, ερείδεται σε δύο λόγους. Πρώτον, σε πολιτικά και κοινωνικά κριτήρια: η συλλογική επιβολή ευθυνών σε έναν ολόκληρο λαό θα συνεπαγόταν επαχθή μέτρα και τιμωρίες για πολίτες που δε συμμετείχαν στις εχθροπραξίες –τακτική αντίθετη προς την αρχή nulla poena sine culpa. Η ατομική ευθύνη διασφαλίζει ότι η δικαιοσύνη αποδίδεται στους πραγματικούς υπαιτίους. Παράλληλα, δε, συμβάλλει στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης και στη γρήγορη επιστροφή στη σταθερότητα. Πρόκειται, συνεπώς, για μορφή λογοδοσίας με διττό σκοπό: αφενός την αποκατάσταση των θυμάτων και αφετέρου την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Δεύτερον, η ατομική ευθύνη λειτουργεί αποτρεπτικά και προληπτικά. Η προοπτική δίωξης για σοβαρά εγκλήματα διεθνούς δικαίου περιορίζει την ασυλία που
Σελ. 6
προσφέρει η κρατική ιδιότητα και αναχαιτίζει επιθετικές ή ιμπεριαλιστικές διαθέσεις ηγετών και κρατικών παραγόντων.
Σημαντικό ζήτημα αποτέλεσε η εφαρμογή της εν θέματι αρχής όταν τα διεθνή εγκλήματα τελούνται εντός της επικράτειας ενός κράτους από ημεδαπούς υπηκόους, καθώς ανακύπτει σύγκρουση με την αρχή της εθνικής κυριαρχίας και την αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση “Prosecutor v. Duško Tadić”, ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY), στo πλαίσιo της οποίας προβλήθηκε ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας, θεμελιωμένη στις αρχές της νομιμότητας (nullum crimen, nulla poena sine lege), του φυσικού δικαστή (tribunal légal) και του σεβασμού των εγγυήσεων της ποινικής δίκης.
Το Δικαστήριο κλήθηκε να επιλέξει μεταξύ τριών (3) προσεγγίσεων: α) την κάμψη της αρχής της νομιμότητας λόγω της βαρύτητας των προσβολών, β) την απόρριψη της διανοιχθείσας διαδικασίας ως νομικά αυθαίρετης και γ) μια μετριοπαθή θέση, ότι η διεθνής κοινότητα έχει, ήδη, αναγνωρίσει τη σοβαρότητα των εγκλημάτων, γεγονός που καθιστά εύλογη την υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία διεθνών δικαστηρίων.
Υιοθετήθηκε, εν τέλει, η τρίτη εκδοχή: τα εγκλήματα της πρώην Γιουγκοσλαβίας κρίθηκαν διεθνούς ενδιαφέροντος και ικανά να επισύρουν ατομική διεθνή ποινική ευθύνη. Παρά τις επικρίσεις περί υπέρβασης δικαιοδοσίας, η νομολογιακή, αυτή, κρίση αποτέλεσε κομβικό προηγούμενο και ενίσχυσε τη θεμελίωση της ατομικής ευθύνης στο διεθνές ποινικό δίκαιο.
Σε αυτό το σημείο ανακύπτει εύλογα το ερώτημα της ποινικής ευθύνης του κράτους. Παρά τη σημασία της κρατικής υποστήριξης σε διεθνή εγκλήματα (μακροεγκληματικότητα), η κρατική ποινική ευθύνη δεν έχει αναγνωριστεί. Ενδεικτικά, το άρθρο 19 § 2 του Σχεδίου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ για
Σελ. 7
την Κωδικοποίηση της Ποινικής Ευθύνης των Κρατών προβλέπει ότι μια «μία αντιδιεθνής ενέργεια η οποία είναι αποτέλεσμα της παραβίασης από ένα κράτος μίας διεθνούς υποχρέωσης τόσο σημαντικής για την προστασία θεμελιωδών συμφερόντων της διεθνούς κοινότητας και η παραβίαση της οποίας αναγνωρίζεται ως έγκλημα από τη διεθνή κοινότητα ως σύνολο, συνιστά διεθνές έγκλημα».
Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή της αρχής της ενοχής καθιστά δύσκολη την υιοθέτηση μίας τέτοιας προοπτικής, καθώς το κράτος δεν είναι φυσικό πρόσωπο αλλά ένα σύνθετο σύστημα πολιτών, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να υποστούν τις συνέπειες εγκληματικών πράξεων στις οποίες δε συμμετείχαν συλλογικά.
1.4. Ιστορική Εξέλιξη της Διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης
Παρότι ατομοκεντρικές διαδικασίες απόδοσης ευθυνών για εγκλήματα που ταλανίζουν κοινωνίες συναντώνται ήδη από την αρχαιότητα, αξίζει κανείς να εστιάσει στα ιστορικά δεδομένα που αναδύθηκαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτά προσφέρουν καθαρή εικόνα των συνθηκών και των κοινωνικοπολιτικών συγκυριών που οδήγησαν στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα.
Μετά τη λήξη του πολέμου, στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού (1919) αναγνωρίστηκε η ανάγκη σύστασης επιτροπής για την παραπομπή των υπευθύνων στο εδώλιο. Ένα χρόνο αργότερα, η Συμβουλευτική Επιτροπή Νομικών συνέταξε το Καταστατικό του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι η εγκαθίδρυσή του θα οδηγούσε, αναπόφευκτα, στη θέσπιση κανόνων διεθνούς ποινικού δικαίου. Παρά τις θεωρητικές, αυτές, βάσεις, δικαστήριο για τη δίκη του Γερμανού Kaiser δε συστάθηκε. Οι λοιποί, δε, υπεύθυνοι δικάστηκαν σε γερμανικά δικαστήρια. Έτσι, καταδικάστηκε μόνο ένας μικρός αριθμός κατηγορουμένων, με ιδιαίτερα επιεικείς ποινές.
Σελ. 8
Οι πραγματικές βάσεις της ατομικής ποινικής ευθύνης τέθηκαν με τη δίκη της Νυρεμβέργης. Το δικαστήριο συγκροτήθηκε κατόπιν συμφωνίας των τεσσάρων (4) συμμαχικών δυνάμεων με σκοπό την τιμωρία των υπαιτίων για τα διεθνή εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως αυτά ορίζονταν στο άρθρο 6 της Συνθήκης του Λονδίνου. Απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε είκοσι τέσσερα (24) άτομα· δικάστηκαν είκοσι δύο (22) εκ των οποίων τρία (3) αθωώθηκαν. Στην εν λόγω συμφωνία –η οποία ενσωματώθηκε ως παράρτημα στην προαναφερθείσα Συνθήκη– μεταγενέστερα προσχώρησαν ακόμη δεκαεννέα (19) κράτη.
Ακολούθησε η ίδρυση του Δικαστηρίου της Άπω Ανατολής με έδρα το Τόκιο, κατόπιν απόφασης του στρατηγού Douglas MacArthur –Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων. Σκοπός του ήταν η δίωξη Ιαπώνων υπευθύνων για εγκλήματα πολέμου στην Άπω Ανατολή. Σε αυτό παραπέμφθηκαν είκοσι οχτώ (28) κατηγορούμενοι. Επισημαίνεται ότι η θεσμική νομιμότητα αμφότερων των παραπάνω δικαστηρίων κατοχυρώθηκε a posteriori δια της εγκρίσεώς τους από τα Ηνωμένα Έθνη.
Οι δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο δέχθηκαν σφοδρή κριτική: θεωρήθηκαν μονομερείς καθώς στρέφονταν κατά των ηττημένων αποκλειστικά, αμφισβητήθηκε η τήρηση της αρχής nemo judex in causa sua και διατυπώθηκαν ενστάσεις για παραβίαση της αρχής nullum crimen, nulla poena sine lege αφού οι κατηγορούμενοι λογοδότησαν για πράξεις που δεν είχαν τυποποιηθεί ως εγκλήματα πριν την τέλεσή τους. Καταγγέλθηκε, επιπλέον, αναντιστοιχία και παρα-
Σελ. 9
βίαση της αναλογικότητας μεταξύ εγκλημάτων ίσης βαρύτητας και επιβληθεισών ποινών.
Τις επόμενες δεκαετίες, έως και το 1990, η διεθνής κοινότητα παρέμεινε αδρανής. Η δράση της περιορίστηκε στη θέσπιση διεθνών συμβάσεων. Η εκδίκαση σχετικών υποθέσεων παρέμεινε στα στενά όρια των εθνικών δικαστηρίων.
Η δεκαετία του 1990 σηματοδότησε αφύπνιση: είχε, πλέον, καταστεί σαφές ότι τα κράτη απέτυχαν να προστατεύσουν την παγκόσμια κοινότητα από την υπερεθνική εγκληματικότητα. Τα εθνικά δικαστήρια αδυνατούσαν να αποδώσουν δικαιοσύνη μετά από διεθνείς ή εσωτερικές συγκρούσεις, όχι μόνο για πολιτικούς λόγους αλλά και λόγω της συχνής κατάρρευσης των συστημάτων απονομής δικαιοσύνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδρύθηκαν τα δύο ad hoc δικαστήρια: το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα (ICTR). Παρά την περιορισμένη, χρονικά και γεωγραφικά, δικαιοδοσία τους, αποτέλεσαν σημαντικά βήματα προς μια σταθερή διεθνή ποινική δικαιοσύνη. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία ιδρύθηκε με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ , προκειμένου να δικαστούν και να αποδοθούν ευθύνες σε φυσικά πρόσωπα που θεωρήθηκαν υπαίτια σοβαρών παραβιάσεων θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τελεσθείσες στο έδαφος της χώρας από το 1991 και εξής. Το Δικαστήριο λειτούργησε από το 1993 έως το 2017.
Σελ. 10
Η λειτουργία του προϋπέθετε την εφαρμογή κανόνων διεθνούς εθιμικού δικαίου, όπως είχαν κατ’ αρχάς διαμορφωθεί στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Διαφορετικά θα προσέκρουε στη θεμελιώδη αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege. Παρά τις αρχικές αμφιβολίες ως προς τη νομιμοποίησή του, η αρμοδιότητά του αναγνωρίστηκε σταδιακά ως νόμιμη, χωρίς να τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση ο θεσμικός του χαρακτήρας.
Αντίστοιχα, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα συστάθηκε επίσης με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ , προκειμένου να λογοδοτήσουν ενώπιον της δικαιοσύνης φυσικά πρόσωπα που κρίθηκαν υπεύθυνα για εγκλήματα γενοκτονίας, διαπραχθέντα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου 1994 στη χώρα. Στην καθ’ ύλη αρμοδιότητά του υπήχθησαν και εγκλήματα που διέπραξαν πολίτες της Ρουάντα σε γείτονα κράτη. Υπολογίζεται ότι, κατά το σύντομο αυτό χρονικό διάστημα, 800.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας των γεγονότων αυτών.
Στο διεθνές προσκήνιο αναδύθηκαν και τα υβριδικά δικαστήρια (hybrid courts) με σύνθεση από εθνικούς και διεθνείς δικαστές –συνδυάζοντας, δηλαδή, στοιχεία διεθνούς και εθνικού δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρρα Λεόνε (SCSL), που συστάθηκε με διεθνή συμφωνία του ΟΗΕ και της τοπικής κυβέρνησης. Στα υβριδικά δικαστήρια συγκαταλέγεται και το Ιρακινό Δικαστήριο (“Iraqi High Tribunal”) που καταδίκασε τον Σαντάμ Χου-
Σελ. 11
σεΐν σε θάνατο το 2006. Απαρτιζόταν από ιρακινούς δικαστές που εφήρμοσαν, ωστόσο, διεθνές δίκαιο.
Η παρούσα ιστορική αναδρομή ολοκληρώνεται με την ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ). Οι πρώτες προσπάθειες εκκίνησαν το 1992, με αίτημα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ προς την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου για τη σύνταξη σχεδίου καταστατικού. Το Καταστατικό του ΔΠΔ υιοθετήθηκε το 1998 στη Συνδιάσκεψη της Ρώμης και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2002, σηματοδοτώντας την απαρχή ενός νέου διεθνούς θεσμού με παγκόσμια εμβέλεια.
Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί –έστω και ακροθιγώς– η Διάσκεψη της Καμπάλα που εκκίνησε στις 31 Μαΐου 2010 και ολοκληρώθηκε στις 11 Ιουνίου 2010 στην Ουγκάντα, αποτελώντας την πρώτη –και μέχρι σήμερα μοναδική– διαδικασία αναθεώρησης του Καταστατικού της Ρώμης. Η σημασία της είναι διττή: αφενός, παρέχει πλήρη επισκόπηση της ιστορικής και θεσμικής εξέλιξης του διεθνούς ποινικού δικαίου. Αφετέρου, δε, συνιστά το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε το νομικό καθεστώς σχετικά με τη χρήση απαγορευμένων όπλων και στις μη διεθνείς συρράξεις. Εν προκειμένω, υιοθετήθηκε η αρχή ότι κάθε όπλο ή μέσο που απαγορεύεται στο πλαίσιο διεθνών ένοπλων συγκρούσεων πρέπει, κατ’ αναλογία, να απαγορεύεται και σε εσωτερικές εμπόλεμες συνθήκες. Παρά το γεγονός ότι διατυπώθηκαν προτάσεις για διεύρυνση του καταλόγου των απαγορευμένων μέσων με την προσθήκη πρόσθετων επικίνδυνων υλών και όπλων, αυτές δεν έγιναν δεκτές.
Σελ. 12
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ –
ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
2.1. Η τυποποίηση του εγκλήματος και η σημασία της στο ελληνικό ποινικό δίκαιο
Το ποινικό δίκαιο –σε εθνικό και διεθνές επίπεδο– αποσκοπεί στην καταστολή της εγκληματικής συμπεριφοράς και στη διασφάλιση της έννομης τάξης. Επομένως, πριν επιχειρηθεί η σύνδεσή του με την υπερεθνική του διάσταση, απαιτείται η σαφής εννοιολογική του αποτύπωση.
Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, ο ορισμός του εγκλήματος περιλαμβάνεται στο άρθρο 14 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο: «1. Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε, η οποία τιμωρείται από τον νόμο. 2. Στις διατάξεις των ποινικών νόμων, ο όρος “πράξη” περιλαμβάνει και τις παραλείψεις.».
Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι εγκληματική συμπεριφορά συνιστά κάθε προσβολή εννόμου αγαθού που τυποποιείται ως αξιόποινη, στο πλαίσιο της προστασίας της κοινωνικής ευρυθμίας και της έννομης τάξης. Εξ αντιδιαστολής, αποκλείεται η ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων, καθώς το ελληνικό δίκαιο αναγνωρίζει μόνο την ευθύνη των φυσικών προσώπων που τα εκπροσωπούν ή τα διοικούν.
Η τυποποίηση του εγκλήματος υπηρετεί, πρωτίστως, την αρχή της νομιμότητας, διασφαλίζοντας την προβλεψιμότητα και την ασφάλεια δικαίου, ώστε η ποινική καταστολή να περιορίζεται αποκλειστικά σε πράξεις που προσβάλλουν έννομα αγαθά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πραγματώνεται η αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege (n.c.s.l.p.) –ακρογωνιαίος λίθος του ποινικού δικαίου.
Σελ. 13
Αντίθετα, τμήμα της θεωρίας θεωρεί περιττή τη ρητή διατύπωση του άρθρου 14 ΠΚ, υποστηρίζοντας ότι στερείται ουσιαστικής νομοθετικής προστιθέμενης αξίας, καθώς και ότι η αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege, αρκεί από μόνη της για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη. Η εν λόγω αντίληψη αντανακλά τον χαρακτήρα του κράτους και τον βαθμό στον οποίο η πολιτεία αντιλαμβάνεται την ποινική καταστολή μέσα από φιλελεύθερα ή πατερναλιστικά κριτήρια.
Παρά τις αποκλίνουσες θεωρητικές προσεγγίσεις, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το άρθρο 14 ΠΚ έχει καθοριστική θέση στο οικοδόμημα της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης, φέροντας έντονο ηθικό και κοινωνικό φορτίο. Η διατύπωσή του έχει παραμείνει, ουσιαστικά, αναλλοίωτη στο χρόνο, γεγονός που αναδεικνύει τη συστηματικο-δογματική του αξία για τον έλληνα νομοθέτη.
2.2. Επιστημονικές προσεγγίσεις και ερμηνευτικές τάσεις για τα διεθνή εγκλήματα
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει σε έναν ορισμό κοινής αποδοχής για το «διεθνές έγκλημα». Αντιθέτως, τόσο σε νομολογιακό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο, έχουν προσδιοριστεί συγκεκριμένες συμπεριφορές που αναγνωρίζονται ως τέτοια.
Ήδη από το Δεύτερο Πρωτόκολλο της Γενεύης (1924), ο επιθετικός πόλεμος χαρακτηρίστηκε ως διεθνές έγκλημα, χωρίς, ωστόσο, να επιχειρηθεί εννοιολογικός ορισμός· πρόκειται, πιθανότατα, για την πρώτη εμφάνιση του όρου στη διεθνή δημόσια τάξη. Παρόμοια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στη Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (1948), όπου η γενοκτονία χαρακτηρίστηκε ως διεθνές έγκλημα –επίσης χωρίς περαιτέρω εννοιολογική επεξεργασία.
Σύμφωνα με το σχόλιο στο άρθρο 1 § 2 του Σχεδίου Κώδικα των Εγκλημάτων κατά της Ειρήνης και Ασφάλειας της Ανθρωπότητας, η έλλειψη ορισμού είναι σκόπιμη. Αντί της διατύπωσης ενός αφηρημένου εννοιολογικού προσδιορι-
Σελ. 14
σμού, προκρίνεται η αποτύπωση του περιεχομένου του όρου μέσω της θεμελίωσης επιμέρους μορφών εγκληματικής συμπεριφοράς, όπως αυτές προκύπτουν από τη δικαστική πρακτική και την επιστημονική πολυφωνία.
Η νομολογία των διεθνών δικαστηρίων από τη Νυρεμβέργη και εξής, επιβεβαιώνει την ως άνω τάση. Οι δικαστές, ερμηνεύοντας το γράμμα του δικαίου υπό το φως των πραγματικών περιστάσεων, επικεντρώθηκαν στην περιγραφή συγκεκριμένων μορφών συμπεριφοράς που γεννούν διεθνή ευθύνη, χωρίς να επιχειρούν γενικεύσεις εννοιολογικού χαρακτήρα. Εξαίρεση αποτελεί η υπόθεση List (υπόθεση Ομήρων) ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου των ΗΠΑ στη Νυρεμβέργη, όπου ο όρος προσεγγίστηκε ρητά: διεθνές έγκλημα θεωρήθηκε «πράξη που αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως αδίκημα, και η οποία συνιστά μείζον ζήτημα διεθνούς ενδιαφέροντος και για κάποιο βάσιμο λόγο δεν μπορεί να αφεθεί στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Κράτους που θα έχει εξουσία γι’ αυτό υπό κανονικές συνθήκες», προσδίδοντας σε αυτό τρία (3), σωρευτικώς συνερχόμενα, χαρακτηριστικά στοιχεία. Στο ίδιο πνεύμα, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY), στην υπόθεση Tadić, επεσήμανε ότι τα εγκλήματα της δικαιοδοσίας του έχουν «οικουμενική φύση», καθώς «...επηρεάζουν το σύνολο της ανθρωπότητας και προσβάλλουν τη συνείδηση όλων των εθνών».
Η σύγχρονη νομική σκέψη επιχειρεί να φωτίσει πολυδιάστατα την έννοια του διεθνούς εγκλήματος. Η Suwita Hani Randhawa υποστηρίζει ότι ως διεθνή μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο τα εγκλήματα που προβλέπονται ρητώς στο Καταστατικό του ΔΠΔ , καθόσον προσβάλλουν το σύνολο της διεθνούς κοινότητας και, ως εκ τούτου, αποκτούν οικουμενική διάσταση. Η βλάβη που προκαλούν υπερβαίνει τα όρια των εθνικών εννόμων τάξεων, δημιουργώντας συνέπειες παγκόσμιας εμβέλειας. Για τον λόγο αυτό, η δίωξη και καταστολή τους συνιστούν όχι απλώς δικαίωμα, αλλά καθήκον διεθνούς ευθύνης.
Η θεώρησή της εδράζεται στην έννοια της «διεθνούς ποινικοποίησης», η οποία αποτελεί διαδικασία δύο (2) σταδίων: πρώτον, τη νομική αναγνώριση μιας πρά-
Σελ. 15
ξης ως διεθνούς εγκλήματος –μέσω εθιμικού δικαίου ή διεθνών συνθηκών· δεύτερον, την πρακτική εφαρμογή μέσω ποινικής δίωξης. Μόνον όταν συντρέχουν και τα δύο στάδια, το δίκαιο αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο και κανονιστική δύναμη.
Κατά τη Randhawa, η ποινικοποίηση δεν αποτελεί αποκλειστικά νομική διαδικασία, αλλά πολυδιάστατη κοινωνική διεργασία που αντανακλά τις αξίες, τις ηθικές αντιλήψεις και τις προτεραιότητες της διεθνούς κοινότητας σε κάθε ιστορική συγκυρία. Η ουσία του διεθνούς εγκλήματος, ως πράξης που διαρρηγνύει τη συνοχή του παγκόσμιου κοινωνικού ιστού, προηγείται –τόσο χρονικά όσο και εννοιολογικά– της επίσημης νομικής του αναγνώρισης.
Συμπληρωματικά, η Neha Jain αναδεικνύει τον συλλογικό χαρακτήρα των διεθνών εγκλημάτων. Αυτά, κατ΄εκείνη, διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα εγκλήματα του εθνικού ποινικού δικαίου, διότι τελούνται μέσα σε οργανωμένα κοινωνικά πλαίσια και εξυπηρετούν κρατικές ή υπερεθνικές επιδιώξεις. Η θεωρία του «μοναχικού» δράστη διεθνούς εγκλήματος ελάχιστα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο υπαίτιος μεν υπέχει ατομική ευθύνη. Η πράξη του, όμως, εντάσσεται σε ένα συλλογικό modus operandi, που τα θύματα στοχοποιούνται λόγω της συμμετοχής τους σε συγκεκριμένες ομάδες. Κατά συνέπεια, η ανάλυση των διεθνών εγκλημάτων δεν μπορεί να περιορίζεται στην ατομική πρόθεση ή βούληση. Απαιτείται συνεκτίμηση κοινωνικοπολιτικών δομών, ιδεολογιών και μηχανισμών νομιμοποίησης της βίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η παρατήρηση ότι πολλές εγκληματικές συμπεριφορές ευθυγραμμίζονται με τις εκάστοτε κρατούσες ιδεολογίες και ηθικά προτάγματα. Συχνά, οι δράστες αντιλαμβάνονται τις πράξεις τους ως «ηθικά αναγκαίες», ενώ τα θύματα παρουσιάζονται ως ένοχοι. Η συγκεκριμένη δυναμική καταδεικνύει, σύμφωνα με τη Jain, ότι τα διεθνή εγκλήματα οφείλουν να προσεγγίζο-
Σελ. 16
νται, πρωτίστως, ως συλλογικά φαινόμενα, που η δράση του κάθε ατόμου εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, οργανωμένο πλαίσιο δράσης.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η θέση του Larry May, ο οποίος επεσήμανε ότι η έννοια του διεθνούς εγκλήματος απέκτησε σαφή νομική υπόσταση με τη σύναψη του Καταστατικού της Ρώμης (1998). Ο ίδιος διακρίνει τρεις (3) κατηγορίες διεθνών εγκλημάτων: (α) εκείνα που αξιολογούνται και δικάζονται βάσει του εσωτερικού ποινικού δικαίου, υπό το φως διεθνών νομικών δεσμεύσεων, (β) εκείνα που θεμελιώνονται στην αρχή opinio juris, σύμφωνα με την οποία τα κράτη δεσμεύονται να ενεργούν κατά τρόπο που αναγνωρίζεται ως κανόνας διεθνούς δικαίου, ανεξαρτήτως εθίμου· και (γ) εκείνα που παραβιάζουν κανόνες jus cogens, οι οποίοι δεσμεύουν όλα τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου.
Στο ίδιο πεδίο, κομβική είναι η συμβολή του Antonio Cassese και των P. Gaeta, J. Viñuales και S. Zappalá. Οι διακεκριμένοι, αυτοί, νομικοί απέφυγαν να προτείνουν έναν αυστηρό ορισμό, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι διεθνή εγκλήματα είναι εκείνα που προσβάλλουν κατάφωρα θεμελιώδη δικαιώματα και οικουμενικές αξίες προστατευόμενες από τη διεθνή κοινότητα. Δεδομένης της βαρύτητάς τους, οι δράστες υπόκεινται σε δίωξη βάσει της αρχής της οικουμενικής δικαιοδοσίας, χωρίς δυνατότητα επίκλησης ασυλίας ή κρατικών προνομίων.
Για την περαιτέρω αποσαφήνιση της έννοιας, οι ίδιοι προχώρησαν στη διαμόρφωση ενδεικτικής τυπολογίας διεθνών εγκλημάτων, στην οποία περιλαμβάνονται τα εγκλήματα πολέμου, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, η γενοκτονία, τα βασανιστήρια, το έγκλημα της επίθεσης και η τρομοκρατία. Αντιθέτως, εξαιρούν από το φάσμα, αυτό, εγκλήματα όπως η διακίνηση ναρκωτικών, η εμπορία όπλων, η νομιμοποίηση εσόδων και η παράνομη διακίνηση πυρηνικού υλικού. Κατά την προσέγγισή τους, παρότι οι ανωτέρω συμπεριφορές διαθέτουν διακρατικό χαρακτήρα, δεν πληρούν τα ουσιώδη κριτήρια για να χαρακτηριστούν «διεθνή εγκλήματα» υπό τη στενή τους έννοια.
Από διαφορετική σκοπιά, ο Guénaël Mettraux απέφυγε –επίσης– έναν δεσμευτικό ορισμό, αλλά ανέδειξε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που καθιστούν τα διεθνή εγκλήματα ιδιαίτερη κατηγορία: θεμελιώνουν ατομική ποινική ευθύνη των
Σελ. 17
δραστών, προσβάλλουν έννομα αγαθά υψίστης σημασίας για τη διεθνή έννομη τάξη και επιφέρουν σοβαρότατες βλάβες που απειλούν την ειρήνη, την ασφάλεια και την κοινωνική ευημερία. Για τον λόγο αυτόν, δικαιολογείται η αυστηρότητα των ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται.
Καταλήγοντας, ο Mettraux εντόπισε τέσσερα (4) «βασικά διεθνή εγκλήματα» (core crimes) που αναγνωρίζονται στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο: γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και το έγκλημα της επίθεσης. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι τρέχουσες διεθνείς εξελίξεις απειλούν, όχι μόνο την περαιτέρω ανάπτυξη του διεθνούς ποινικού δικαίου αλλά και την ίδια την αποτελεσματική λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Κατά τον Roger O’ Keefe, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο ορισμός του «διεθνούς εγκλήματος» θεμελιώνεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι το εν λόγω έγκλημα τυποποιείται από το διεθνές δίκαιο, είτε μέσω εθιμικού κανόνα είτε μέσω διεθνούς συνθήκης. Κατά συνέπεια, η πηγή του ορισμού του –και όχι το είδος της ποινικής ευθύνης που συνεπάγεται– αποτελεί το κοινό γνώρισμα όλων των αδικημάτων που δύνανται να φέρουν τον χαρακτηρισμό «διεθνές έγκλημα».
Σε επίπεδο ελληνικής θεωρίας, ο Μυλωνόπουλος υποστήριξε ότι τα διεθνή εγκλήματα συνίστανται σε πράξεις που απειλούν την ειρηνική συνύπαρξη των κρατών, υιοθετώντας τον ορισμό του Karpets. Προέβη, επίσης, σε διάκριση μεταξύ διεθνών εγκλημάτων stricto sensu και lato sensu, ακολουθώντας τις θέσεις της Association Internationale de Droit Pénal (14ο Διεθνές Συνέδριο Ποινικού Δικαίου, Βιέννη 1989). Έτσι, αναφέρεται αφενός στα εγκλήματα που κατοχυρώνονται ρητώς στο Καταστατικό της Ρώμης και, αφετέρου, σε εκείνα που, παρότι στερούνται τυπικής αναγνώρισης, συγκεντρώνουν διεθνές ενδιαφέρον επειδή προσβάλλουν θεμελιώδεις οικουμενικές αξίες και απαιτούν διεθνή συνεργασία για την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους. Ο ίδιος κατέληξε ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών παραμένει ασαφής και ρευστή, γεγονός που ενέχει κινδύνους νομικής ανασφάλειας και δυσχέρειες στην απονομή δικαιοσύνης.
Σελ. 18
Η προσέγγιση του Μπιτζιλέκη είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα, καθώς υιοθετεί κοινωνιολογική οπτική που υπερβαίνει τα στενά νομικά όρια. Διακρίνει ρητώς τα διεθνή εγκλήματα από λοιπές διακρατικές εγκληματικές πράξεις (π.χ. διακίνηση ναρκωτικών, λαθρεμπόριο), υπογραμμίζοντας ότι τα πρώτα πλήττουν ευθέως το σύνολο της ανθρωπότητας. Ορίζει την «ανθρωπότητα» ως παγκόσμιο, πολυμορφικό μωσαϊκό, στο οποίο οφείλει να διασφαλίζεται η δυνατότητα ανάπτυξης και αυτοπραγμάτωσης όλων των μελών της διεθνούς κοινωνίας –όρος που, κατά την άποψή του, αποδίδει ακριβέστερα τη δυναμική των διακρατικών σχέσεων σε σχέση με εκείνον της «διεθνούς κοινότητας». Συνεπώς, η προσβολή θεμελιωδών εννόμων αγαθών οποιασδήποτε ομάδας, διαταράσσει τον παγκόσμιο πολιτισμικό ιστό και θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ύπαρξη στη συνολική της διάσταση.
Ο Μπαντέκας, υιοθετώντας αναλυτική προσέγγιση, απέφυγε έναν στενό ορισμό και ανέδειξε τα ουσιώδη γνωρίσματα των διεθνών εγκλημάτων: πρόκειται για πράξεις εξαιρετικής ηθικής και νομικής απαξίας που διακυβεύουν σοβαρά τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Τελούνται, κατά κανόνα, από φυσικά πρόσωπα που ασκούν ή συνδέονται με κρατική εξουσία και, λόγω της φύσης τους, υπερβαίνουν τα όρια της εδαφικής κυριαρχίας ενός κράτους, επηρεάζοντας το σύνολο της διεθνούς κοινότητας και θεμελιώνοντας διεθνή δικαιοδοσία για την καταστολή τους.
Τέλος, ο Τσιλώνης προσέγγισε εννοιολογικά τα διεθνή εγκλήματα όχι μέσω τυπολογικού ορισμού, αλλά μέσα από την απάντηση σε κρίσιμα ερωτήματα. Κατά τη θέση του, για να χαρακτηριστεί μία πράξη διεθνές έγκλημα πρέπει να είναι τελικώς άδικη και καταλογιστή προσβάλλοντας ουσιωδώς θεμελιώδη, διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματα. Ο αριθμός των εμπλεκόμενων κρατών και η ιδιότητα του δράστη (π.χ. κρατικό αξίωμα) έχουν δευτερεύουσα σημασία στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Σελ. 19
Από τη συνολική ανάλυση προκύπτει ότι τα διεθνή εγκλήματα συνδέονται άρρηκτα με σοβαρές προσβολές εννόμων αγαθών και θεμελιωδών δικαιωμάτων, των οποίων η προστασία εκτείνεται υπέρ της διεθνούς κοινωνίας στο σύνολό της. Όπως και στο εσωτερικό ποινικό δίκαιο, η τυποποίησή τους διέπεται από την αρχή της νομιμότητας (nullum crimen, nulla poena sine lege), μέσω περιγραφής της νομοτυπικής τους υπόστασης και καθορισμού των αντίστοιχων ποινικών συνεπειών.
Ως προς την αντικειμενική τους υπόσταση, τα διεθνή εγκλήματα μπορούν είτε να στηρίζονται σε ήδη υφιστάμενα εγκλήματα του εσωτερικού δικαίου (πράξεις ή παραλείψεις), είτε να απορρέουν αποκλειστικά από διεθνή πρακτική που έχει παγιωθεί σε εθιμικό κανόνα. Παράλληλα, η νομολογία των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και εξειδίκευση του περιεχομένου τους. Ανεξάρτητα από την εθνική τους αφετηρία, ο διεθνής χαρακτήρας των εγκλημάτων, αυτών, θεμελιώνεται αφενός στη σύνδεσή τους με κανόνες του διεθνούς δικαίου και αφετέρου στη βλάβη που προκαλούν στην ίδια τη διεθνή κοινωνία.
Ως προς την υποκειμενική υπόσταση, αυτή σπανίως προσδιορίζεται ρητώς στις σχετικές τυποποιήσεις. Το άρθρο 30 του Καταστατικού της Ρώμης επιβεβαιώνει ότι ο δόλος αποτελεί τον κατεξοχήν υποκειμενικό δεσμό τέλεσης. Σε περιβάλλον μαζικών και συστηματικών βιαιοπραγιών, η αμέλεια δύσκολα θεμελιώνεται –αν και, ιδίως στα εγκλήματα πολέμου, δεν αποκλείονται περιστασιακά μορφές αμελούς ευθύνης.
Τέλος, σε αντίθεση με τις περισσότερες εθνικές έννομες τάξεις, το διεθνές ποινικό δίκαιο δεν προβλέπει έναν αυστηρά προκαθορισμένο «πίνακα ποινών» για κάθε αυτοτελές έγκλημα, αφήνοντας σημαντικό περιθώριο ερμηνείας και εξατομίκευσης από τα διεθνή δικαστήρια. Η εν γένει διάγνωση της νομοτυπικής υπόστασης στηρίζεται ιστορικά σε αξιολογικές διαδικασίες. Η συναφής, δε, ρευστότητα και οι ενίοτε ασάφειες αναδεικνύουν την ανάγκη για συστηματικότερη εννοιολογική οριοθέτηση βασικών όρων και διαδικασιών τυποποίησης και επιβολής κυρώσεων στο διεθνές επίπεδο.
Σελ. 20
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ
3.1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις
Η πρώτη ρητή αναφορά στα εγκλήματα πολέμου σε διεθνές νομικό κείμενο εντοπίζεται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης. Σύμφωνα με αυτό, εγκλήματα πολέμου είναι «παραβιάσεις των νόμων και εθίμων πολέμου, που περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε: φόνο, παράνομη μεταχείριση, απέλαση, υποδούλωση του άμαχου πληθυσμού, φόνο ή παράνομη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου ή των ναυαγών, φόνους ομήρων, λεηλασίες δημοσίων ή ιδιωτικών περιουσιών, εκτεταμένες καταστροφές πόλεων ή κοινοτήτων ή καταστροφές που δεν υπαγορεύονται από στρατιωτική ανάγκη». Από τη γραμματική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι υιοθετείται γενικός και αφηρημένος ορισμός, πλαισιωμένος από έναν μη εξαντλητικό κατάλογο απαγορευμένων συμπεριφορών, οι οποίες προσβάλλουν θεμελιώδεις αρχές του ανθρωπιστικού δικαίου.
Επιπλέον, υπό το φως της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης συνάγεται ότι τα εγκλήματα πολέμου περιλαμβάνουν πράξεις αντίθετες προς κανόνες τόσο του εθιμικού όσο και του συμβατικού διεθνούς δικαίου, οι οποίοι είχαν ήδη αναγνωριστεί και κατοχυρωθεί από τη διεθνή κοινότητα πριν την ίδρυσή του.
Έχοντας εξετάσει ακροθιγώς τον Χάρτη της Νυρεμβέργης, κρίνεται αναγκαία η μνεία στο Καταστατικό του ad hoc Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία, το οποίο ανέδειξε, εκ νέου, την ανάγκη εννοιολογικής αποσαφήνισης των εγκλημάτων αυτών. Ειδικότερα, το άρθρο 2 του Καταστατικού καθόρισε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται υποθέσεων που αφορούν σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 3, το οποίο ποινικοποιεί τις «παραβάσεις των νόμων και εθίμων πολέμου» και συνοδεύεται από έναν μη εξαντλητικό κατάλογο τέτοιων συμπεριφορών.














