ΤΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 256
- ISBN: 978-618-08-0696-0
Το εγχείρηµα οργανώνεται σε µια µεθοδική και αναλυτική ανάπτυξη επί µέρους θεµάτων, όπως αυτά έχουν προσεγγισθεί και ερµηνευτεί από την πλέον πρόσφατη νοµολογία των δικαστηρίων και ιδίως του Αρείου Πάγου, ενώ λαµβάνεται υπόψη και η σχετική θεωρία του εργατικού δικαίου.
Η ανά χείρας µονογραφία αποτελεί ένα σηµαντικό εργαλείο στη διάθεση όλων όσοι θέλουν να γνωρίσουν σε βάθος τα ζητήµατα που άπτονται της ορθής χρήσης του διευθυντικού δικαιώµατος, είτε µε τη νοµική ιδιότητα (δικαστές, δικηγόροι), είτε λόγω άλλης σχετικής επαγγελµατικής ιδιότητας (στελέχη HR, λογιστές, επιθεωρητές εργασίας, συνδικαλιστικά στελέχη), ή, τέλος, για να εµβαθύνουν τη γνώση τους ως φοιτητές νοµικής ή συναφών σπουδών.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ VII
Προλογικό σημείωμα συγγραφέα IX
Συντομογραφίες XV
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 1
ΜΕΡΟΣ Α
Το εν ευρεία και εν στενή Εννοία διευθυντικό δικαίωμα
Εισαγωγή 7
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Βασικές έννοιες
1.1. Έννοια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας 9
1.1.1. Η διαφορά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών και τη σύμβαση έργου 10
1.1.2. Τεκμήριο ανεξάρτητων υπηρεσιών των απασχολούμενων μέσω ψηφιακών πλατφορμών [εργασία Crowdwork] 15
1.1.3. Η νομική φύση της σύμβασης εργασίας μέλους διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας 21
1.2. Έννοια μισθωτού-εργαζομένου 23
1.3. Έννοια εργοδότη 24
1.3.1. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη 25
1.3.2. Διάσπαση της εργοδοτικής ιδιότητας: Δανεισμός εργαζομένων και outsourcing 29
1.3.3. Όμιλος επιχειρήσεων 33
1.3.4. Οι συνεργαζόμενες επιχειρήσεις 34
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Βασικές εκφάνσεις του ΔΙΕΥΘΥΝΤΙΚΟΥ δικαιώματος
2.1. Καθορισμός του χρόνου απασχόλησης του μισθωτού 37
2.2. Χορήγηση αδειών 43
2.3. Τόπος εργασίας και δυνατότητα μετάθεσης μισθωτού 48
2.4. Είδος εργασίας 50
2.4.1. Ανάθεση πρόσθετων και υποδεέστερων καθηκόντων 50
2.4.2. Ανάθεση εργασιακών καθηκόντων σε πρόσωπα ειδικών κατηγοριών 55
2.4.2.1. Εισαγωγή 55
2.4.2.2. Έννοια «αναπηρίας» 56
2.4.2.3. Ανάθεση καθηκόντων σε πρόσωπα ειδικών κατηγοριών 59
2.4.2.4. Η υποχρέωση πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού σε περίπτωση αδυναμίας άσκησης καθηκόντων λόγω ασθένειας 61
2.5. Προαγωγή υπαλλήλου 62
2.6. Καθορισμός μισθού 67
2.7. Χορήγηση και κατάργηση οικειοθελών παροχών 70
2.8. Αρχή της ίσης μεταχείρισης 72
2.9. Ρήτρες περιορισμού της επαγγελματικής ελευθερίας του εργαζομένου 75
2.9.1. Εισαγωγή 75
2.9.2. Ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού 76
2.9.3. Ρήτρα επιστροφής εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο εργοδότης για την εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση του εργαζομένου, στην περίπτωση που ο τελευταίος καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας πριν από την πάροδο ορισμένης προθεσμίας 80
2.10. Δυνατότητα εργασίας εξ αποστάσεως [τηλεργασία] 81
2.11. Βλαπτική μεταβολή 85
2.12. Η λειτουργία του διευθυντικού δικαιώματος στην περίπτωση απεργίας εργαζομένων 88
2.13. Διευθυντικό δικαίωμα και επιβολή πειθαρχικών ποινών 93
2.14. Η λύση της σχέσης εργασίας 94
2.14.1. Έννοια καταγγελίας 94
2.14.2. Τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έγκυρη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου 95
2.14.3. Περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική - Κλονισμός εμπιστοσύνης - Αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία 110
2.14.4. Οικονομοτεχνικές απολύσεις και η ενεργοποίηση της τροποποιητικής καταγγελίας 112
2.14.4.1. Η εκ περιτροπής εργασίας ως μέτρο για την αποφυγή καταγγελίας 117
2.14.4.2. Η διαθεσιμότητα εργαζομένων ως μέτρο για την αποφυγή καταγγελίας 121
2.14.5. Η καταγγελία της σύμβασης ορισμένου χρόνου 123
ΜΕΡΟΣ Β
ΤΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ τησ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Η συνταγματική προστασία ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΚΌ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ
1.1. Το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του μισθωτού 129
1.2. Το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης στον χώρο εργασίας 130
1.3. Η προστασία του εργαζομένου από μορφές παρενόχλησης και βίας 143
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Η προστασία της ιδΙωτικότητας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του μισθωτού
2.1. Η έννοια της ιδιωτικής ζωής και της ιδιωτικότητας 151
2.2. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με το Σύνταγμα 152
2.3. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ 152
2.4. Το απόρρητο των επικοινωνιών 158
2.5. Το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων στον χώρο της εργασίας 160
2.6. Το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την παροχή της εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου 161
2.7. Εξισορρόπηση των αντικρουόμενων συμφερόντων εργοδότη και εργαζομένων 163
2.7.1. Προσέγγιση της Ομάδας του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των προσωπικών δεδομένων 163
2.7.2. Ερμηνεία των αρχών της αναγκαιότητας, της σκοπιμότητας, της διαφάνειας, της νομιμότητας, της αναλογικότητας και της ασφάλειας, σύμφωνα με τη Γνώμη 2/2017 της Ομάδας του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ 171
2.8. Συμπεράσματα από τα Έγγραφα Εργασίας της Ομάδας του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ 173
2.8.1. Υπέρτερο έννομο συμφέρον για παρακολούθηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών 173
2.8.2. Η συναίνεση του εργαζομένου 176
2.9. Διάκριση μεταξύ υπηρεσιακής και προσωπικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας 177
2.9.1. Προσέγγιση του ζητήματος σύμφωνα με τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 179
2.9.2. Αντιμετώπιση του προβλήματος από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 191
2.9.3. Αντιμετώπιση του ζητήματος από τα Ελληνικά Δικαστήρια 197
2.10. Βιντεοεπιτήρηση 207
2.11. Τοποθέτηση συστήματος γεωεντοπισμού 221
2.12. Έλεγχος βιομετρικών στοιχείων και γενετικών δεδομένων 227
Βιβλιογραφία-Αρθρογραφία 231
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 237
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Στο πλαίσιο του εργατικού δικαίου διαμορφώνονται δυναμικές και ενίοτε συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και συγκεκριμένα μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων. Οι αντίρροπες αυτές δυνάμεις καθιστούν αναγκαία τη θεσμική εξισορρόπησή τους προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία των εργασιακών σχέσεων. Από τη μια πλευρά ο εργοδότης, όπως είναι λογικό, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, επιδιώκει την προστασία και την προαγωγή των συμφερόντων της επιχείρησής του, αποσκοπώντας στη μεγιστοποίηση του κέρδους μέσω της ομαλής και οργανωμένης λειτουργίας της παραγωγικής διαδικασίας και της αποτελεσματικής εκτέλεσης των καθηκόντων των εργαζομένων. Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι επιδιώκουν την εκτέλεση της εργασίας τους υπό συνθήκες που διασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλειά τους, την ικανοποιητική αμοιβή, τον σεβασμό της προσωπικότητάς τους και την απασχόλησή τους στον κατάλληλο τόπο και εντός του προβλεπόμενου χρόνου εργασίας. Είναι επομένως σαφές ότι τα αντικρουόμενα συμφέροντα των δύο μερών ενδέχεται να οδηγήσουν σε σύγκρουση, ιδίως όταν το διευθυντικό δικαίωμα ασκείται κατά τρόπο καταχρηστικό. Ο εργοδότης αν και δικαιούται να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αποδοτικότητας, οφείλει να σέβεται τα θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα των εργαζόμενων, όπως αυτά απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Επιπλέον, μία από τις σύγχρονες προκλήσεις που αναδύονται στον χώρο της εργασίας, ως συνέπεια της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης και της σύγχρονης ψηφιακής επανάστασης, αφορά στα όρια της επιτρεπτής παρακολούθησης των εργαζομένων από τον εργοδότη μέσω ηλεκτρονικών μέσων, στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος. Σε αντιδιαστολή προς το παραδοσιακό μοντέλο εποπτείας, η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει πλέον στον εργοδότη να παρακολουθεί και να ελέγχει τη συμπεριφορά του εργαζομένου ακόμα και εκτός του παραδοσιακού χώρου και χρόνου εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου καθίσταται εντονότερη, καθώς εγείρονται σοβαρά ζητήματα προστασίας της ιδιωτικότητας και διασφάλισης του πυρήνα της προσωπικότητας του εργαζομένου.
Η παρούσα μελέτη διαρθρώνεται σε δύο βασικά μέρη, τα οποία επιχειρούν, εξετάζοντας τη νομολογία και τη βασική θεωρία του εργατικού δικαίου, να αναδεί-
Σελ. 2
ξουν αφενός τις εκφάνσεις [πτυχές] του διευθυντικού δικαιώματος που επηρεάζουν τη ζωή των εργαζομένων τόσο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους όσο και κατά τον ιδιωτικό τους βίο και αφετέρου το θεσμικό πλαίσιο προστασίας της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Με βάση τα ανωτέρω, το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους της μελέτης επικεντρώνεται στην ανάλυση των βασικών εννοιών του εργατικού δικαίου, με ιδιαίτερη έμφαση στις έννοιες του διευθυντικού δικαιώματος, της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η σχέση εργαζομένου και εργοδότη, όταν η εργασία παρέχεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας. Τίθεται, μάλιστα, το ερώτημα εάν η σχέση αυτή φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών με τη σχετική ερμηνεία να εναπόκειται στον Έλληνα Νομοθέτη. Παράλληλα, κρίθηκε αναγκαία η εννοιολογική αποσαφήνιση των όρων εργαζόμενου-μισθωτού και εργοδότη, όπως αυτοί προσδιορίζονται από την εθνική και την ενωσιακή νομολογία, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η διμερής σχέση εργασίας μεταλλάσσεται σε τριμερή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση δανεισμού εργαζομένων.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους αναλύονται: (i) η δυνατότητα του εργοδότη να τροποποιεί μονομερώς ουσιώδεις όρους της σύμβασης εργασίας αναφορικά με τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο εργασίας του εργαζομένου, (ii) η υποχρέωση του εργοδότη να μεταχειρίζεται εργαζομένους με τον ίδιο τρόπο και να μεριμνά για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών, και (iii) οι δυνατότητες που παρέχονται στον εργοδότη να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου.
Στο δεύτερο μέρος και συγκεκριμένα στο πρώτο κεφάλαιο αυτού, καταδεικνύεται το κρίσιμο ζήτημα της προστασίας της προσωπικότητας του μισθωτού στον χώρο εργασίας. Ειδικότερα εξετάζεται εάν ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να εκφράζει ελεύθερα τις προσωπικές του πεποιθήσεις και την προσωπική του γνώμη καθώς και αν απολαμβάνει της προστασίας των σχετικών διατάξεων που προστατεύουν την προσωπικότητά του απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή παρενόχλησης εκ μέρους του εργοδότη του.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του ίδιου μέρους, διερευνάται η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη σε συνάρτηση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων. Ειδικότερα εξετάζονται ζητήματα που αφορούν τη δυνατότητα του εργοδότη αφενός να λαμβάνει γνώση των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων αξιοποιώντας τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα παρακολούθησης και αφετέρου να ελέγχει και να παρακολουθεί την περιήγηση στο διαδίκτυο και τον παγκόσμιο ιστό των εργαζομένων, καθώς και να έχει
Σελ. 3
πρόσβαση στην ηλεκτρονική επικοινωνία των εργαζομένων κατά τη διάρκεια που οι τελευταίοι παρέχουν την εργασία τους, με σκοπό τον έλεγχο της απόδοσής τους. Στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτει το καίριο ερώτημα: ποια είναι τα όρια του εργοδοτικού ελέγχου και από ποιο σημείο και έπειτα υπερισχύει το δικαίωμα του εργαζομένου στην προστασία της ιδιωτικής του σφαίρας, ώστε να διαπιστωθεί εάν ενεργεί συμβατικά ή αντισυμβατικά.
Σελ. 4
ΜΕΡΟΣ Α
Το εν ευρεΙα και εν στενΗ ΕννοΙα διευθυντικo δικαΙωμα
Σελ. 5
Εισαγωγή
Το διευθυντικό δικαίωμα, το οποίο είναι, κατά τη νομική του φύση, διαπλαστικό δικαίωμα, διακρίνεται σε δύο βασικές εννοιολογικές ενότητες που συνιστούν και εκδηλώσεις του, δηλαδή στο εν ευρεία εννοία διευθυντικό δικαίωμα που συμπεριλαμβάνει την εξουσία του εργοδότη να οργανώνει την εκμετάλλευση αναφορικά με κάθε είδους ζήτημα που αφορά τις εργασιακές σχέσεις προς επίτευξη των σκοπών της επιχείρησης, με άμεσο αποτέλεσμα να έχει την εξουσία να ρυθμίζει όχι μόνο την εργασία αλλά και την οργάνωση της εκμετάλλευσης. Το εν στενή εννοία δικαίωμα του εργοδότη είναι εγγενές σε κάθε σύμβαση εργασίας και συνίσταται στη μονομερή δυνατότητά του να εξειδικεύει και να συγκεκριμενοποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του μισθωτού και να καθορίζει το περιεχόμενο και να του υποδεικνύει, με δίκαιη κρίση, τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής εργασίας, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας. Συνάπτο-
Σελ. 6
ντας, λοιπόν, τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο εργοδότης αποκτά, χωρίς άλλη συμφωνία, το διευθυντικό δικαίωμα. Τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος ποικίλλουν κατά περίπτωση και είναι δυνατό, ανάλογα με τη θέση και το είδος της απασχόλησης, σε άλλες εργασιακές σχέσεις να είναι ευρύτερα και σε άλλες στενότερα, όμως σχέση εξαρτημένης εργασίας χωρίς διευθυντικό δικαίωμα δεν νοείται. Έχοντας, λοιπόν, ως απώτερο σκοπό την εξειδίκευση της έννοιας του διευθυντικού δικαιώματος στα ακόλουθα δύο κεφάλαιο και δη στο πρώτο κεφάλαιο θα αναλυθούν αφενός βασικές έννοιες του εργατικού δικαίου και στο δεύτερο κεφάλαιο θα αναπτυχθούν βασικές πτυχές του διευθυντικού δικαιώματος, που άπτονται της εξουσίας του εργοδότη να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του, να αποφασίζει για την οργανωτική δομή και διάρθρωσή της, να δημιουργεί και να καταργεί τμήματα και εκμεταλλεύσεις, να μεταφέρει την επιχείρηση ή τμήμα της σε άλλο τόπο, να επιλέγει τα μέσα για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού, να συγκεκριμενοποιεί τη σύμβαση εργασίας και τα συγκεκριμένα καθήκοντα του μισθωτού με βάση τις συνεχώς εξελισσόμενες συνθήκες και, τέλος, να απολύει το προσωπικό του καθώς και να προβαίνει σε τροποποιητική καταγγελία.
Σελ. 7
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Βασικές έννοιες
1.1. Έννοια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολεί τη θεωρία και τη νομολογία στο πεδίο του εργατικού δικαίου είναι ο χαρακτηρισμός της σύμβασης που συνάπτει ο εργαζόμενος με τον εργοδότη του, δηλαδή εάν φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ώστε να προστατεύεται κατά την εκτέλεση της εργασίας του από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ή εάν φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών. Στην πραγματικότητα ο εργαζόμενος ασκεί αγωγή με την οποία επιδιώκει να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον εργοδότη του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και ο τελευταίος επιδιώκει με κάθε τρόπο να ανταποδείξει ότι η σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη του φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών ή σύμβασης έργου. Για το λόγο αυτό κρίνεται αναγκαίο να αναλυθεί η νομική έννοια της εξαρτημένης εργασίας, για την οποία, όμως, δεν υφίσταται νομοθετικός προσδιορισμός, και ως εκ τούτου η νομολογία αναζητά κριτήρια παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό συνθήκες εξάρτησης, στο πλαίσιο του ορθού νομικού χαρακτηρισμού είτε υπαγωγικά είτε ερμηνευτικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο,
Σελ. 8
τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Ας σημειωθεί ότι οι οδηγίες στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης δεν αποτελούν δικαιοπραξίες αλλά στοιχεία που συνθέτουν το διευθυντικό δικαίωμα, που είναι λειτουργικό, διαπλαστικό και ασκείται μονομερώς από τον εργοδότη.
1.1.1. Η διαφορά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών και τη σύμβαση έργου
Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, που υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και τις οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξε-
Σελ. 9
ων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται το περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνομολογημένους όρους. Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών. Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Ένα στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον προσδιορισμό της εξαρτημένης εργασίας είναι ο επιχειρηματικός κίνδυνος, δηλαδή εάν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει προς ίδιον όφελος επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και αντίστοιχους επιχειρηματικούς κινδύνους.
Σελ. 10
Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά μεταξύ της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών θα παραθέσουμε το σκεπτικό πρόσφατων αποφάσεων του Ανώτατου Ακυρωτικού.
Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 117/2024 του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι δημοσιογράφος-μόνιμη ανταποκρίτρια κατά την εκτέλεση της εργασίας της τελούσε υπό τη διαρκή εποπτεία της εργοδότριας, τόσο σε σχέση με τον τρόπο, όσο και με τον τόπο και το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας της, καθόσον αυτή υφίστατο τον διαρκή, έστω και χαλαρό, λόγω της φύσης των υπηρεσιών της, έλεγχο των προϊσταμένων της για το είδος και την έκταση των κειμένων της, για τα οποία ελάμβανε κατευθυντήριες και δεσμευτικές οδηγίες, που είχαν σχέση με τη βαρύτητα και την έκταση που όφειλε να προσδώσει σε κάποια θέματα κρίσιμης σημασίας που ενδιέφεραν περισσότερο την εργοδότριά της και, κατά την κρίση της τελευταίας, την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, αλλά και τη συχνότητα των ανταποκρίσεών της, συμμορφούμενη πάντοτε με τις εντολές της, ενώ δεν μπορούσε να απόσχει από το ημερήσιο πρόγραμμά της χωρίς ενημέρωση της εργοδότριας με άμεσο αποτέλεσμα να εκτελεί εξαρτημένη εργασία και όχι ανεξάρτητη.
Επίσης, άξια μνείας είναι η 747/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία επιλήφθηκε του χαρακτηρισμού της σύμβασης δημοσιογράφου με τραπεζική εταιρία, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εξ αυτών ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει προς την τελευταία τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος σε θέματα Τύπου και Επικοινωνίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη συναφή με την ειδικότητά του υπηρεσία. Στην προκείμενη περίπτωση κρίθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών καθόσον (i) για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από τις συμβάσεις, ο δημοσιογράφος τελούσε σε πλήρη ελευθερία και αυτονομία ως προς τον χρόνο, τρόπο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του, ελλείποντος κάθε στοιχείου προσωπικής και νομικής εξάρτησης αυτού από την εργοδότρια, χωρίς να δεσμεύεται από εντολές και οδηγίες κάποιου ιεραρχικά προϊσταμένου του, που άλλωστε δεν υπήρχε, διότι ο δημοσιογράφος, λόγω και του εξειδικευμένου επαγγελματικού αντικειμένου του, δεν υπαγόταν στους δεσμευτικούς τραπεζικούς κανονισμούς και εγκύκλιους, όπως συνέβαινε με τα λοιπά πρόσωπα που
Σελ. 11
παρείχαν εξηρτημένη εργασία σε αυτή, αλλά είχε συνεχή επικοινωνία με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Πρόεδρο του Δ.Σ αυτής για την πληροφόρηση και έγκριση εκ μέρους των τελευταίων σε θέματα που άπτονταν του τύπου και της επικοινωνίας, κάτι που εξάλλου ήταν απαραίτητο λόγω του μεγέθους των ευθυνών αστικών και ποινικών που έφερε έκαστος εξ αυτών, και (ii) ο χρόνος παραμονής του δημοσιογράφου στα γραφεία της εργοδότριας καθοριζόταν από τον ίδιο με βάση τις εκάστοτε ανάγκες και ανάλογα με την εργασία που του ανατίθετο, όπως αποδεικνύεται από τις μηχανογραφημένες καταστάσεις όπου αποτυπώνουν μέσω της ηλεκτρονικής κάρτας-κλειδιού που είχε χορηγηθεί, μεταξύ άλλων, και στον δημοσιογράφο την είσοδο και έξοδο του στους χώρους της εργοδότριας, ότι δεν είχε σταθερή ώρα προσέλευσης και αποχώρησης από τις εγκαταστάσεις της.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την 730/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι υπεύθυνη χημικός μηχανικός και Διευθύντρια του έργου «Λειτουργία και Συντήρηση του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ...» συνδέεται με τον εργοδότη της με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών καθόσον αφενός δεν παρείχε την εργασία της με βάση δεσμευτικές γι’ αυτή εντολές και οδηγίες της εργοδότριας ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής αυτής, και αφετέρου η εργοδότρια δεν ασκούσε, διά των εκπροσώπων της, εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής της προς αυτές, ενώ παράλληλα απασχολούταν χωρίς να υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από την εργοδότρια, ενεργώντας, λόγω της εμπειρίας της, αυτοβούλως, χωρίς να υπόκειται στις οδηγίες των εκπροσώπων της εργοδότριας, έχοντας την ελευθερία να οργανώσει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της.
Επίσης, σύμφωνα με την 1388/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι διπλωματούχος μηχανολόγος και αεροναυπηγός μηχανικός συνδεόταν με τον εργοδότη του με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών καθόσον «παρείχε τις υπηρεσίες της έναντι αμοιβής, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγομένης και να είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες της, ιδίως ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών της, αλλά αντίθετα ανέπτυσσε πρωτοβουλία στα πλαίσια των προσφερόμενων υπηρεσιών της με βάση τις επιστημονικές και τεχνικές της γνώσεις ως διπλωματούχος μηχανολόγος και αεροναυπηγός μηχανικός, λόγω δε του εξειδικευμένου αυτού επαγγελματικού αντικειμένου της, δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί από κάποιον ανώτερο, παρά μόνο ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόζει τις σχετικές διατάξεις του νόμου».
Σελ. 12
Παράλληλα, σύμφωνα με την 489/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η σύμβαση που συνέδεε ιατρό με τον εργοδότη του έφερε το χαρακτήρα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, καθόσον ο ενάγων ιατρός προέβαινε σε έγκριση των δαπανών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης [φάρμακα και εργαστηριακές εξετάσεις] των ασφαλισμένων του ταμείου, χωρίς να υπόκειται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σε οδηγίες εκ μέρους εκπροσώπων του ταμείου και σε επιστημονική επίβλεψη τρίτου προσώπου, αλλά αντίθετα με την κρίση του ιδίου ως ιατρού-οφθαλμιάτρου, ενώ παράλληλα διατηρούσε κατά τις απογευματινές ώρες ατομικό ιδιωτικό ιατρείο, ενώ σύμφωνα με την 997/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η σύμβαση που συνέδεε πολιτικό μηχανικό με τον εργοδότη του έφερε το χαρακτήρα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών καθόσον η ενάγουσα πολιτικός μηχανικός παρείχε τις υπηρεσίες της ως ανεξάρτητη επαγγελματίας, αναπτύσσοντας πρωτοβουλία και έχοντας την αποκλειστική ευθύνη των σχεδίων-μελετών που υπέγραφε με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και έχοντας την ελευθερία να οργανώσει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί ορισμένο και υποχρεωτικό ωράριο εργασίας στο εν λόγω τεχνικό γραφείο του εργοδότη της και έχοντας τη δυνατότητα πέραν της απασχόλησής της αυτής να εργασθεί και ως ελεύθερη επαγγελματίας, όπως και εργάσθηκε, ενώ δεν λάμβανε τακτικά και μόνιμα μισθό και επιδόματα, παράλληλα δε η εποπτεία του εργοδότη της προς αυτήν ήταν όλως περιορισμένη και αφορούσε στην εναρμόνιση του παραγόμενου έργου με τις επιθυμίες των πελατών [προφανώς υπό τη μορφή κατευθυντηρίων οδηγιών].
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι οι ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου, όπως οι περί αποζημίωσης απόλυσης, χορήγησης αδείας και επιδομάτων εορτών, ως έχοντες θεσπισθεί ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, και όχι και επί συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου.
Επιπροσθέτως, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση
Σελ. 13
του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Αντικείμενο της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε όμως περίπτωση, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, καθόσον ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
1.1.2. Τεκμήριο ανεξάρτητων υπηρεσιών των απασχολούμενων μέσω ψηφιακών πλατφορμών [εργασία Crowdwork]
Στη σημερινή εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας κυριαρχεί η απασχόληση μέσω ψηφιακών πλατφορμών [εργασία Crowdwork], η οποία χαρακτηρίζεται από την έλλειψη δεσμεύσεων ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, δεσμεύσεις που χαρακτηρίζουν τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με άμεσο αποτέλεσμα να δημιουργούνται αμφισβητήσεις αναφορικά με το χαρακτήρα της σύμβασης που συνδέει τον εργαζόμενο με τον εργοδότη.
Σελ. 14
H εργασία Crowdwork καλύπτει αφενός τη δια ζώσης παροχή υπηρεσιών σε συγκεκριμένους τόπους [Gigwork ή work on-demand ή κατά παραγγελία εργασία] και αφετέρου τη διαδικτυακή παροχή υπηρεσιών χωρίς να υπάρχει δέσμευση ως προς τον τόπο παροχής της εργασίας [Cloudwork]. Ειδικότερα, η μορφή εργασίας Crowdwork περιλαμβάνει την ανάθεση εντολών εργασίας από τους πελάτες των ψηφιακών πλατφορμών σε ένα πλήθος χρηστών του
Σελ. 15
διαδικτύου [Crowd], οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν τις ζητηθείσες υπηρεσίες. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι στην εργασία Crowdwork η ψηφιακή πλατφόρμα λειτουργεί ως ενδιάμεσος συνδετικός κρίκος μεταξύ των Crowdsourcers, δηλαδή αφενός των προσώπων που ζητούν συγκεκριμένες υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα υπηρεσίες μεταφοράς προσώπων και αντικειμένων, αγοράς και διανομής φαγητών, και αφετέρου των Crowdworkers, δηλαδή των προσώπων που προτίθενται να παράσχουν τις ζητηθείσες υπηρεσίες. Με τις ψηφιακές, λοιπόν, πλατφόρμες δημιουργείται ένας ψηφιακός-διαδικτυακός εργασιακός τομέας-χώρος, στον οποίο η εύρεση της ζητούμενης υπηρεσίας θα λάβει χώρα μέσω αλγοριθμικών εργαλείων της συγκεκριμένης ψηφιακής πλατφόρμας, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τους, μεταξύ άλλων, την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση των παρεχόντων τις υπηρεσίες. Επιπροσθέτως, η μέσω ψηφιακής πλατφόρμας εργασία διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική. Στην εσωτερική η εκάστοτε επιχείρηση αξιοποιώντας τα ενεργητικά της περιουσιακά στοιχεία καθώς και τις υποδομές της αναθέτει εργασίες με ψηφιακή μορφή
Σελ. 16
στους εργαζομένους της. Αντίθετα στην εξωτερική εργασία η πλατφόρμα χρησιμοποιείται ως «ψηφιακός μεσάζων» για την ανάθεση εντολών εργασίας από πελάτες σε χρήστες του διαδικτύου που προσφέρονται να παράσχουν τις ζητούμενες υπηρεσίες. Κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια τριγωνική σχέση [πλατφόρμα-πελάτης-πάροχος υπηρεσιών] στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται η εργασία, καθόσον η λειτουργία της στηρίζεται στην εξωτερίκευση εργασιών προς εκτέλεση από τους χρήστες-πελάτες μέσω της πλατφόρμας, στην προσφορά εργασίας από άλλους χρήστες, στην αντιστοίχιση ανάθεσης και προσφοράς των εργασιών μέσω της πλατφόρμας και τελικά στην εκτέλεση των εργασιών και στην καταβολή της σχετικής αμοιβής. Από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι η εργασία του παρόχου υπηρεσιών καθοδηγείται και ελέγχεται από τον αλγόριθμο της ψηφιακής πλατφόρμας [«αλγοριθμική διοίκηση»], ο οποίος και αναλαμβάνει τις περισσότερες λειτουργίες που εμπεριέχονται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, υποκαθιστώντας τον. Στο σημείο αυτό, όμως, καθίσταται αναγκαίο να διασαφηνιστεί το καθεστώς εργασίας που συνδέει τον εργαζόμενο με τις ψηφιακές πλατφόρμες, δηλαδή εάν συνδέεται με τον εργοδότη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 Ν. 4808/2021 ορίζεται ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες συνδέονται με τους παρόχους υπηρεσιών με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου. Ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 2 του Ν. 4808/2021 τεκμαίρεται πως η συμβατική σχέση μεταξύ της ψηφιακής πλατφόρμας και του παρόχου των υπηρεσιών δεν είναι σχέση εξηρτημένης εργασίας, εφόσον ο πάροχος των υπηρεσιών δικαιούται βάσει της σύμβασής του, σωρευτικά: (α) Να χρησιμοποιεί υπεργολάβους ή υποκατάστατους για να παρέχουν υπηρεσίες που έχει αναλάβει να προσφέρει. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται, ακόμη και αν η ψηφιακή πλατφόρμα αξιώνει οι υπεργολάβοι και υποκατάστατοι του παρόχου υπηρεσιών να έχουν υποβληθεί σε εκπαίδευση ή να φέρουν στολή ή να τηρούν τους όρους υγιεινής και ασφάλειας ή να έχουν τύχει των κατάλληλων εξετάσεων υγείας και γενικότερα να συμμορφώνονται προς τους γενικούς όρους παροχής υπηρεσιών, υγιεινής και ασφάλειας που ισχύουν για τους παρόχους υπηρεσιών, που συνδέονται συμβατικά με τη συγκεκριμένη πλατφόρμα. (β) Να επιλέγει τα διάφορα έργα που η ψηφιακή πλατφόρμα του προτείνει να αναλάβει ή να θέτει μονομερώς ο ίδιος τον μέγιστο αριθμό τέτοιων έργων που εκάστοτε
Σελ. 17
θα αναλαμβάνει, ο οποίος μπορεί και να μεταβάλλεται, υπό την προϋπόθεση ότι πάντοτε καθορίζεται μονομερώς από τον ίδιο. (γ) Να παρέχει τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του προς οποιονδήποτε τρίτο ή να εκτελεί έργα για οποιονδήποτε τρίτο, συμπεριλαμβανομένων ανταγωνιστών της ψηφιακής πλατφόρμας. (δ) Να καθορίζει ο ίδιος τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, εντός δεδομένων χρονικών πλαισίων, προσαρμόζοντάς τον στις προσωπικές του ανάγκες και όχι με βάση τα συμφέροντα της ψηφιακής πλατφόρμας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο Έλληνας νομοθέτης θέσπισε το τεκμήριο υπέρ της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου ορμώμενος, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4808/2021, από Διάταξη που εξέδωσε το ΔικΕΕ με αφορμή την υπόθεση Yodel Delivery Network [ΔΕΕ 22.4.2020, C-692/19], σύμφωνα με την οποία έγινε δεκτό ότι ο απασχολούμενος μέσω πλατφόρμας ταχυμεταφορέας [courier] δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου για τα χρονικά όρια εργασίας, όταν από τη σύμβαση έχει την ευχέρεια «να χρησιμοποιεί υπεργολάβους ή υποκατάστατα πρόσωπα προκειμένου να εκτελέσει την υπηρεσία που έχει αναλάβει να παρέχει, να αποδέχεται ή μη τις διάφορες εργασίες που του ανατίθενται από τον υποτιθέμενο εργοδότη του, ή να ορίζει μονομερώς τον ανώτατο αριθμό εργασιών που προτίθεται να εκτελέσει, να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε τρίτο, περιλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται ευθέως σε ανταγωνισμό με τον υποτιθέμενο εργοδότη του, και να καθορίζει ο ίδιος, εντός συγκεκριμένων παραμέτρων, τις ώρες κατά τις οποίες θα εργάζεται και να καθορίζει τον χρόνο του με βάση την προσωπική του προτίμηση και όχι αποκλειστικά με βάση τα συμφέροντα του υποτιθέμενου ως εργοδότη». Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι ο Έλληνας νομοθέτης θέσπισε για την παροχή υπηρεσιών μέσω ψηφιακών πλατφορμών το τεκμήριο χαρακτηρισμού της σύμβασης παροχής υπηρεσιών ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ανακύπτει, λοιπόν, το ζήτημα εάν σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης ο εργαζόμενος-παρέχων τις υπηρεσίες του δύναται να ανατρέψει το ως άνω τεκμήριο και κατά συνέπεια η απασχόλησή του να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ασφαλώς και μπορεί να ανατρέψει το ως άνω τεκμήριο, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται και από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 Ν. 4808/2021. Ο εργαζόμενος, λοιπόν, για παράδειγμα στις ψηφιακές πλατφόρμες Wolt και e-food [οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τη μεταφορά γευμάτων και εδεσμάτων], αξιοποιώντας τη διάταξη του άρθρου 338 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να επικαλεστεί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εργασίας του και τα πραγματικά περιστατικά που συνοδεύουν τη λειτουργία της σύμβασης, όπως αυτά οριοθετούνται από τη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, και κατά συνέπεια να ανατρέψει το τεκμήριο του άρθρου 69 παρ. 2 Ν. 4808/2021 για την ύπαρξη σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, ακόμη και εάν από την έγγραφη σύμβαση έχει την ευχέρεια (i) να χρησιμοποιεί υπεργολάβους ή υποκατάστατα πρόσωπα προκειμένου να εκτε-
Σελ. 18
λέσει την υπηρεσία που έχει αναλάβει να παρέχει, να αποδέχεται ή μη τις διάφορες εργασίες που του ανατίθενται από τον υποτιθέμενο εργοδότη του, ή να ορίζει μονομερώς τον ανώτατο αριθμό εργασιών που προτίθεται να εκτελέσει, (ii) να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε τρίτο, περιλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται ευθέως σε ανταγωνισμό με τον υποτιθέμενο εργοδότη του, και (iii) να καθορίζει ο ίδιος, εντός συγκεκριμένων παραμέτρων, τις ώρες κατά τις οποίες θα εργάζεται και να καθορίζει τον χρόνο του με βάση την προσωπική του προτίμηση και όχι αποκλειστικά με βάση τα συμφέροντα του υποτιθέμενου ως εργοδότη. Άξιον μνείας είναι ότι το Υπουργείο Εργασίας με την 45628/414 εγκύκλιο που εξέδωσε το Νοέμβριο του 2020 εξέφρασε τη γνώμη ότι το καθεστώς εργασίας των διανομέων που απασχολούνται σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες προσιδιάζει «στη φύση και τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης σχέσης εργασίας και πάντως δεν είναι συμβατή με την αμοιβή των εν λόγω εργαζόμενων με Παραστατικό Παρεχόμενων Υπηρεσιών [πρώην τίτλος κτήσης]». Θα πρέπει, ακόμη, να επισημάνουμε ότι το ζήτημα ανατροπής ή μη του τεκμηρίου που καθιερώνει το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 4808/2021 δεν έχει αντιμετωπιστεί μέχρι στιγμής από τα Ελληνικά Δικαστήρια. Ωστόσο, θεωρείται βέβαιο ότι τα Δικαστήρια της ουσίας εκκινώντας από τη χρήση των κλασσικών κριτηρίων διάκρισης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι όσοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως διανομείς και μεταφορείς γευμάτων και δεμάτων [courier] συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον ο τελευταίος [εργοδότης] αφενός δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες [Weisungsgebundenheit] ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές, και αφετέρου χαράσσει την εργασιακή πορεία και καθοδηγεί τον εργαζόμενο στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων που επιθυμεί [ήτοι τον ετεροκαθορισμό της εργασίας, μέσω της ένταξης στην οργανωτική δομή της επιχείρησης], ενώ παράλληλα ο εργοδότης δύναται μέσω του αλγοριθμικού management να καθορίζει πολλές πτυχές των συνθηκών εργασίας που εξαρτώνται από την καταγραφή των παραπόνων των πελατών, τις αξιολογήσεις, τη βαθμολογία και την πρόσβαση ή μη στην εφαρμογή. Σε αυτό το συμπέρασμα, άλλωστε, κατέληξαν εύστοχα και το Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο [BAG] με την απόφαση Urteil vom 1.12.2020-9 AZR 102/20 σε δίκη που αφορούσε διαφορά από Crowdworking, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας [υπόθεση Glovo], το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου [υπόθεση Uber v. Aslam], καθώς και το Γαλλικό Ακυρωτικό [υποθέσεις Take eat easy και Uber].
Σελ. 19
Προς την κατεύθυνση της αποσαφήνισης του καθεστώτος εργασίας των εργαζομένων σε ψηφιακές πλατφόρμες, εκδόθηκε η Οδηγία [ΕΕ] 2024/2831. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5 παρ. 1 της Οδηγίας προβλέπει ότι η συμβατική σχέση μεταξύ της ψηφιακής πλατφόρμας εργασίας και του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες μέσω αυτής τεκμαίρεται νομικά ότι αποτελεί σχέση εργασίας, όταν διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που υποδεικνύουν διεύθυνση και έλεγχο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τις συλλογικές συμβάσεις ή τις πρακτικές που ισχύουν στα κράτη μέλη και λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου. Η υιοθέτηση του εν λόγω τεκμηρίου σημαίνει ότι όταν η ψηφιακή πλατφόρμα εργασίας επιδιώκει να το ανατρέψει, εναπόκειται στην τελευταία να αποδείξει ότι η εν λόγω συμβατική σχέση δεν αποτελεί σχέση εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 5 παρ. 2 της Οδηγίας επιβάλλει την υποχρέωση στα κράτη μέλη να θεσπίσουν αποτελεσματικό ανατρέψιμο νομικό τεκμήριο ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας, το οποίο συνιστά διαδικαστική διευκόλυνση προς όφελος των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες σε πλατφόρμες. Επιπλέον, η ως άνω διάταξη προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν ότι το νομικό τεκμήριο δεν θα έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν τα πρόσωπα που εκτελούν εργασία σε πλατφόρμα, ή οι εκπρόσωποί τους, κατά τη διαδικασία καθορισμού του ορθού καθεστώτος απασχόλησής τους.
1.1.3. Η νομική φύση της σύμβασης εργασίας μέλους διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας
Ένα ιδιαίτερο ζήτημα που χρήζει ανάλυσης, ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, είναι η νομική φύση της σύμβασης εργασίας του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την τελευταία. Επί του θέματος αυτού λεκτέα τα εξής: Ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής [άρθρα 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών»]. Αν, όμως, για τις υπηρεσίες που προσφέρει, λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, διότι, λόγω της ιδιότητάς του, ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της ανώνυμης εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο. Τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από την παροχή γενικών οδηγιών και κατευθύνσεων προς το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας ως προς την πορεία της επιχείρησης από τη γενική συνέλευση των μετόχων, που κατά το άρθρο 33 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 αποτελεί το ανώτατο όργανο της εταιρείας ή από την ζητούμενη από την τελευταία ενημέρωση εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 35 του ιδίου νόμου για τη λήψη απόφασης περί απαλλαγής του Διοικητικού Συμβουλίου
Σελ. 20
και των ελεγκτών από την ευθύνη τους για αποζημίωση της εταιρείας. Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή, είτε ως μίσθωση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία και δεν έχουν επ’ αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Δεν αποκλείεται όμως ο διευθύνων σύμβουλος, σε εκτέλεση σύμβασης [που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση] να παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από τον νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς προσδιορισμένη με εργασιακή σύμβαση, οπότε, αν η τελευταία προϋπήρχε του διορισμού του ως διευθύνοντος συμβούλου δεν απαιτείται έγκριση της συναφθείσας εργασιακής σύμβασης με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Ο χαρακτηρισμός δε της σύμβασης αυτής, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών, εξαρτάται, πέρα από την καταβαλλόμενη αμοιβή, από το αν ο διευθύνων σύμβουλος [για τα καθήκοντα δηλαδή που ασκεί πέρα από τα συνηθισμένα και από τον νόμο ή το καταστατικό καθορισμένα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβούλου], υποβάλλεται ή όχι σε νομική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας [εργοδότη], αν δηλαδή αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές για αυτόν [διευθύνοντα σύμβουλο] εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.










