ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΟΡΥΚΤΩΝ ΥΛΩΝ

Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 24,65 €

e-book   + 24,65 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21194
Τομαράς Δ.
  • Έκδοση: 2025
  • Σχήμα: 14x21
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 152
  • ISBN: 978-618-08-0684-7
Σε µια εποχή όπου το ενδιαφέρον για τις εξορύξεις αυξάνεται, λόγω των πολέµων στην περιοχή µας, δεν υπάρχει βιβλιογραφία για το δίκαιο των εξορύξεων. Το τελευταίο πόνηµα του µεταλλευτικού δικαίου είχε εκδοθεί προ τριακονταετίας. Έκτοτε πολλά έχουν αλλάξει κυρίως στον τοµέα της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει το ανά χείρας βιβλίο. Το πρώτο µέρος του έργου αφορά στο δικαίωµα επί των ορυκτών υλών και συγκεκριµένα παρουσιάζονται:

 

  • τα µεταλλευτικά και λατοµικά ορυκτά
  • οι φορείς των δικαιωµάτων αυτών (∆ηµόσιο ή Ιδιώτες) 
  • η διαδικασία αποκτήσεως µεταλλευτικών ή λατοµικών δικαιωµάτων. 

 Στο δεύτερο µέρος αναλύονται οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας και ειδικότερα: 

  • οι περιβαλλοντικοί όροι περί την εκµετάλλευση των µεταλλείων 
  • οι περιβαλλοντικοί όροι περί την εκµετάλλευση των λατοµείων 
  • ειδική αναφορά γίνεται στα µεταλλεία και λατοµεία που λειτουργούν εντός προστατευτέων περιοχών. 

Το βιβλίο αυτό θα είναι χρήσιµο τόσο στους νοµικούς της πράξεως, όσον και σε κάποιες Σχολές Θετικών Επιστηµών, στις οποίες απουσιάζει η διδασκαλία του νοµικού πλαισίου των εξορύξεων και η µελέτη της σχετικής περιβαλλοντικής νοµοθεσίας.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ IX

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

I. Το δικαίωμα επί των ορυκτών υλών 9

Α. Ορυκτές ύλες προς εκμετάλλευση

1. Μεταλλευτικά ορυκτά 9

2. Λατομικά ορυκτά 15

Β. Οι φορείς του δικαιώματος επί των ορυκτών υλών

1. Το Ελληνικό Δημόσιο 27

2. Αλλοδαπός ιδιώτης 34

3. Ημεδαπός ιδιώτης ή ιδιώτης προερχόμενος από χώρα
της Ευρωπαϊκής Ενώσεως 38

α) Κτήση μεταλλευτικών δικαιωμάτων σε παραμεθόριες περιοχές 39

β) Κτήση μεταλλευτικών δικαιωμάτων σε αμυντικές περιοχές 41

γ) Περιοχές όπου ισχύει αναστολή χορηγήσεως αδείας
των μεταλλευτικών ερευνών ή πλήρης απαγόρευση
διενεργείας αυτών 42

Γ. Διαδικασία αποκτήσεως μεταλλευτικών
και λατομικών δικαιωμάτων

1. Κτήση αδείας ερεύνης 44

α) Κτήση αδείας μεταλλευτικών ερευνών 44

β) Κτήση αδείας λατομικών ερευνών 53

2. Κτήση αδείας παραχωρήσεως 58

α) Κτήση αδείας παραχωρήσεως μεταλλείου 59

β) Κτήση αδείας παραχωρήσεως λατομείου 63

3. Έκπτωση ή παραίτηση των δικαιούχων 67

α) Έκπτωση ή παραίτηση δικαιούχων μεταλλευτικών
δικαιωμάτων 67

β) Έκπτωση ή παραίτηση δικαιούχων λατομικού δικαιώματος 69

ΙΙ. Η τήρηση των περιβαλλοντικών όρων 73

Α. Περιβαλλοντικοί όροι περί την εκμετάλλευση μεταλλείων

1. Περιβαλλοντικοί όροι επί μεταλλευτικών επιχειρήσεων
που λειτουργούν σε κοινές περιοχές 75

α) Περιβαλλοντικοί όροι του ν. 1650/1986 και
σχετική νομολογία 75

β) Οι εκ μέρους του Μεταλλευτικού Κώδικος
περιβαλλοντικοί όροι 82

2. Περιβαλλοντικοί όροι επί μεταλλευτικών επιχειρήσεων
που λειτουργούν σε προστατευτέες περιοχές 89

α) Μεταλλευτικές επιχειρήσεις εντός δασών 89

β) Μεταλλευτικές επιχειρήσεις πλησίον περιοχών
με ειδικό καθεστώς προστασίας 97

ι) Προστασία των υδατορευμάτων και των υδάτων 97

ιι) Το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής 100

ιιι) Προστασία μνημείων και άλλες περιπτώσεις 102

Β. Περιβαλλοντικοί όροι περί την εκμετάλλευση λατομείων

1. Περιβαλλοντικοί όροι επί λατομικών επιχειρήσεων
που λειτουργούν σε κοινές περιοχές 106

α) Οι ρυθμίσεις των νόμων 1428/1984 και 1650/1986
περί της λειτουργίας των λατομείων 106

β) Οι ρυθμίσεις του ν. 4512/2018 113

2. Περιβαλλοντικοί όροι επί επιχειρήσεων λειτουργουσών
σε περιοχές με ειδικό καθεστώς προστασίας 120

α) Λατομεία λειτουργούντα εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως 121

β) Λατομεία λειτουργούντα εντός περιοχών με ειδικό καθεστώς προστασίας 128

ι) Λατομεία λειτουργούντα πλησίον αρχαιολογικών χώρων 128

ιι) Άλλες προστατευτέες περιοχές 129

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

Α. ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ 131

Β. ΒΙΒΛΙΑ 131

ΛΗΜΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 133

Σελ. 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μεταλλευτική δραστηριότητα αποτελεί ένα σημαντικό κλάδο της οικονομικής δραστηριότητος της Χώρας. Μεταλλεία υπήρχαν στην Ελλάδα από τους προϊστορικούς χρόνους. Η βιομηχανική απογραφή του 1920 κατέγραψε 46 μεταλλεία, με 322 υπαλλήλους και 5.468 εργάτες. Στην δεκαετία του 1970 η μεταλλευτική δραστηριότητα αντιστοιχούσε σε ποσοστό 3% επί του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (Α.Ε.Π.). Σήμερα υπάρχει έντονη αμφισβήτηση ως προς την συμβολή της εξορυκτικής βιομηχανίας στο Α.Ε.Π. Κατά μίαν άποψη, δεν υπερβαίνει ποσοστό 1,4 %, οι δε απασχολούμενοι δια το έτος 2018 δεν υπερέβαιναν τα 11.700 άτομα.

Ως Μεταλλευτικό Δίκαιο ορίζουμε το σύνολο των κανόνων δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν τα θέματα διαχειρίσεως και αξιοποιήσεως των μεταλλευμάτων, ήτοι την φύση των μεταλλευτικών δικαιωμάτων, τις μεταλλευτικές έρευνες και την εποπτεία του Δημοσίου επί της δραστηριότητος αυτής.

Το μεταλλευτικό δικαίωμα είναι το δικαίωμα αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως μεταλλευμάτων. Είναι ένα αυτοτελές

Σελ. 2

εμπράγματο δικαίωμα, όλως διακριτό από το δικαίωμα της ιδιοκτησίας επί τμήματος της επιφανείας του εδάφους.

Ως λατομικό δικαίωμα ορίζεται το δικαίωμα αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως λατομικών ορυκτών. Το δικαίωμα αυτό, εν αντιθέσει προς το προηγούμενο, ανήκει στον αντίστοιχο ιδιοκτήτη της εδαφικής εκτάσεως, όπου ευρίσκονται τα λατομικά ορυκτά.

Επειδή το μεταλλευτικό δικαίωμα αποτελεί δικαίωμα επί του υπεδάφους, αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο του Εμπραγμάτου Δικαίου, μη ρυθμιζόμενο από τον Αστικό Κώδικα, αλλά από τον Μεταλλευτικό Κώδικα. Κατ’ άρθρον 1001 εδαφ. α΄ Α.Κ., η κυριότητα επί ακινήτου εκτείνεται, εφ’ όσον ο νόμος δεν ορίζει άλλως, στον χώρο άνω και κάτω του εδάφους. Η διάταξη αυτή του Αστικού Κώδικος περιέχει τον κανόνα ότι ο κύριος του εδάφους είναι και κύριος του υπεδάφους.

Όμως, ο Μεταλλευτικός Κώδικας ορίζει διαφορετικά. Στο άρθρο 65 παρ. 1 του ν.δ/τος 210/1973 (Α΄ 277) ορίζεται ότι τα μεταλλεία και τα συστατικά αυτών είναι ακίνητα και το δικαίωμα επ’ αυτών είναι αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα, όλως διακεκριμένο της κυριότητος επί του εδάφους. Δηλαδή το μεταλλευτικό δικαίωμα δεν ανήκει στον ιδιοκτήτη του άνωθεν του μεταλλείου κειμένου ακινήτου, αλλά παραχωρείται από το Ελληνικό Δημόσιο σε όποιον διενήργησε επιτυχώς μεταλλευτική έρευνα.

Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι, επιμελεία του μεταλλειοκτήτου το παραχωρητήριο προεδρικό διάταγμα μεταγράφεται στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Μετά την δημιουργία του εθνικού κτηματολογίου τα μεταλλευτικά δικαιώματα πρέπει να δηλώνονται στο κτηματολόγιο. Δια τον λόγο αυτόν, σε δίκη, ανοιγείσα κατόπιν ασκήσεως αρνητικής αγωγής περί κυριότητος εκ μέρους κυρίου του εδάφους κατά του μεταλλειοκτήτου, η εκ μέρους

Σελ. 3

του τελευταίου προβολή του δικαιώματος μεταλλειοκτησίας συνιστά ένσταση, η οποία, όταν το επίδικο γεωτεμάχιο κείται σε περιοχή, όπου λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο, αποδεικνύεται δια της υποβολής στο δικαστήριο της σχετικής κτηματολογικής εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου (άρθρο 12 παρ. 1 και 3 του ν. 2664/1998).

Κατ’ άρθρον 66 παρ. 1 Μ.Κ., οι διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται και επί της Μεταλλειοκτησίας, εφ’ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον Μεταλλευτικό Κώδικα. Όταν λοιπόν υπάρχει κενό δικαίου στον Μεταλλευτικό Κώδικα, τότε εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις του Αστικού Κώδικος.

Καθ’ ερμηνείαν των ανωτέρω διατάξεων, η νομολογία έκρινε ότι το δικαίωμα της κυριότητος επί του εδάφους διαχωρίζεται από το δικαίωμα επί του μεταλλείου, το οποίο δύναται το Δημόσιο να παραχωρήσει σε ιδιώτη συστήνοντας υπέρ αυτού το αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα της μεταλλειοκτησίας (άρθρα 3, 65 Μ.Κ.). Η μεταλλειοκτησία συνεπάγεται το αποκλειστικό, πλην χρονικώς περιορισμένο, δικαίωμα του μεταλλειοκτήτη να ερευνά, να εξορύσσει και να εκμεταλλεύεται όλα τα μεταλλευτικά ορυκτά που βρίσκονται εντός του παραχωρηθέντος χώρου, άνω ή κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, και μάλιστα, χωρίς να υποχρεούται σε αποζημίωση του ιδιοκτήτη του εδάφους (άρθρα 67-68 Μ.Κ.).

Η σημασία της Μεταλλειοκτησίας φαίνεται από το γεγονός ότι υπάρχουν και συνταγματικές διατάξεις περί αυτής. Κατ’ άρθρον 18 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιοκτησία και την διάθεση των μεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και θησαυρών, ιαματικών, ρεόντων και υπογείων υδάτων και γενικώς του υπογείου πλούτου. Η διάταξη αυτή ετέθη, δια να υπογραμμίσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των δικαιωμάτων επί της ειδικής αυτής κατηγορίας των ακινήτων.

Σελ. 4

Καθ’ ερμηνείαν της διατάξεως αυτής, η οποία αποτελεί, κατά βάση, επανάληψη της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 17 εδάφιο γ΄ του Συντάγματος του 1952 (βλ. και άρθρο 17 εδάφιο γ΄ του Συντάγματος του 1927 και άρθρον 17 εδάφιο γ΄ του Συντάγματος του 1911), έγινε δεκτό ότι, προκειμένου περί των μεταλλείων, λόγω της ιδιαιτέρας σημασίας αυτών δια την Εθνική Οικονομία και των ειδικών από τεχνικής και νομικής απόψεως συνθηκών, υπό τις οποίες είναι εφικτή η εκμετάλλευση αυτών, καταλείπεται στον κοινό νομοθέτη πλήρης ελευθερία κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες αποκτώνται, διατηρούνται και καταλύονται ή αφαιρούνται τα επ’ αυτών δικαιώματα.

Εξ άλλου, και στο άρθρο 106 παρ. 1 Σ ορίζεται ότι δια την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στην Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα δια την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, δια την προώθηση της περιφερειακής αναπτύξεως και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθορίων περιοχών.

Στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου αποτελεί εκδήλωση της Εθνικής Κυριαρχίας. Κατά την υπ’ αριθμ. 1803 (XVII) 14.12.1962 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των Ηνωμένων Εθνών, κάθε Κράτος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να διαθέτει ελευθέρως τον ορυκτό του πλούτο συμφώνως προς τα εθνικά του συμφέροντα και πρέπει να γίνεται σεβαστή η οικονομική ανεξαρτησία αυτού.

Σελ. 5

Η εξόρυξη μεταλλευμάτων συνιστά σπουδαία πηγή πλούτου για το ελληνικό Δημόσιο και έγινε αντικείμενο ιδιαιτέρων ρυθμίσεων ήδη από τα πρώτα χρόνια συστάσεως του Νέου Ελληνικού Κράτους. Η εκμετάλλευση των μεταλλείων σήμερα διέπεται από το ν.δ. 210/1973, το οποίον εξεδόθη προ της θεσπίσεως του ισχύοντος Συντάγματος. Στο νομοθέτημα έχουν επέλθει κάποιες τροποποιήσεις, προκειμένου το Μεταλλευτικό Δίκαιο να είναι σύμφωνο με το πνεύμα της εποχής.

Όμως, η μεταλλευτική δραστηριότητα έχει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και δια τον λόγο αυτόν η προοπτική εξορύξεως ορυκτών προκαλεί τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών.

Ο ορισμός των μεταλλευτικών εργασιών δίδεται από τον Κανονισμό Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (υπ’ αριθμ. Δ7/Α/οικ. 12050/2223/2011, Β΄ 1227/14.06.2011 απόφαση Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενεργείας και Κλιματικής Αλλαγής). Μεταλλευτικές ή λατομικές εργασίες, είναι οι εργασίες που εκτελούνται κυρίως με διατρητικά ή γεωτρητικά ή εξορυκτικά ή και άλλα μηχανικά μέσα και που συμβάλλουν αμέσως ή εμμέσως στον εντοπισμό κοιτασμάτων ορυκτών υλών, όπως αυτές ορίζονται από την κειμένη νομοθεσία, καθώς και οι εργασίες οι οποίες, αμέσως ή εμμέσως συμβάλλουν στην εκμετάλλευση ή επεξεργασία ή γενικότερα αξιοποίηση των ορυκτών υλών κάθε μεταλλευτικού ή λατομικού χώρου, δια τις οποίες έχουν χορηγηθεί οι απαιτούμενες από την κειμένη νομοθεσία άδειες ή εγκρίσεις (άρθρο 2 περ. γ΄ ΚΜΛΕ).

Η διεξαγωγή μεταλλευτικών εργασιών περιλαμβάνει διάνοιξη σηράγγων, φρεατίων, στοών, την εγκατάσταση μηχανημάτων, δικτύου, οργάνων, εργαλείων, βοηθητικού εξοπλισμού, υλικών. Ειδικώτερον, ως εγκατάσταση αποβλήτων νοείται κάθε τόπος που επιλέγεται δια την συσσώρευση ή την εναπόθεση εξορυκτικών αποβλήτων, όπως ορίζεται στην παρ.16 του άρθρου 3 της υπ’ αριθμ. 39624/2209/Ε103/25-9-2009 (ΦΕΚ 2076/Β/25-9- 2009) κοινής υπουργικής αποφάσεως (άρθρο 2 περ. θ΄ ΚΜΛΕ).

Τα σχετικά με την χορήγηση αδειών εξορύξεως δεν διέπονται μόνον από τον Μεταλλευτικό Κώδικα, αλλά και από ειδικά νομοθετικά κεί-

Σελ. 6

μενα πολύ μεταγενέστερα αυτού. Επειδή υπέρ του μεταλλειοκτήτου αναγνωρίζονται ευρείες εξουσίες (άρθρα 66 έως 72 Μ.Κ.) δεν είναι δυνατή η αναγνώριση μεταλλειοκτησίας σε περιοχή, στην οποία, κατά τις κείμενες διατάξεις, απαγορεύεται η άσκηση μεταλλευτικής δραστηριότητος. Συνεπώς, μη νομίμως εκδίδεται προεδρικό διάταγμα περί παραχωρήσεως μεταλλείου σε περιοχή στην οποία, κατά τους ορισμούς της νομοθεσίας δια την προστασία του φυσικού, πολιτιστικού ή οικιστικού περιβάλλοντος ή αντιστοίχων διεθνών συμβάσεων, δεν είναι επιτρεπτή η εξορυκτική δραστηριότητα.

Εξ άλλου, η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της βιωσίμου αναπτύξεως θέτει περιορισμούς στην άσκηση της μεταλλευτικής δραστηριότητος. Εκ της αρχής αυτής απορρέει και η ειδικωτέρα υποχρέωση σχεδιασμού και προγραμματισμού δια την εξόρυξη πρώτων υλών και αδρανών υλικών, ούτως ώστε να εξασφαλίζονται η μείωση των δυσμενών δια το περιβάλλον επιπτώσεων, ο σεβασμός της φερούσης ικανότητος της περιοχής στην οποία αναπτύσσεται η σχετική δραστηριότητα και η ορθολογική και με φειδώ εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Δια το λόγο αυτό οι λατομικοί χώροι πρέπει, κατ΄ αρχήν, να χωροθετούνται εντός λατομικών περιοχών, περιοχών δηλαδή οι οποίες έχουν εκ των προτέρων καθορισθεί ως κατάλληλες δια την άσκηση λατομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, στον κανόνα αυτόν δεν εμπίπτουν η έρευνα δια τον εντοπισμό και η εν συνεχεία εξόρυξη μεταλλευτικών ορυκτών, όπως είναι οι υδρογονάνθρακες διότι οι δραστηριότητες αυτές δεν μπορεί παρά να ασκούνται στους χώρους, χερσαίους ή θαλασσίους, όπου υπάρχουν ενδείξεις υπάρξεως κοιτάσματος υδρογονανθράκων ή στις περιοχές όπου τέτοιο εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα έχει ήδη εντοπισθεί. Προκειμένου, όμως, να διασφαλίζεται ότι το υπό έγκριση πρόγραμμα, σχέδιο ή έργο που συνδέεται με την επίμαχη δραστηριότητα δεν αντίκειται στην αρχή της βιωσίμου αναπτύξεως, η Διοίκηση οφείλει να προβαίνει σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεών τους, βάσει, αντιστοίχως, της Στρα-

Σελ. 7

τηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Π.Μ.Ε.) ή της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) και των επιστημονικών και τεχνικών δεδομένων και κατόπιν συνεκτιμήσεως των απόψεων που εκφράσθηκαν κατά την διαβούλευση. Αν δε η αξιολόγηση αυτή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υλοποίηση του σχεδίου ή του έργου αντίκειται στην προστασία του περιβάλλοντος, η Διοίκηση οφείλει να απορρίψει το αίτημα περιβαλλοντικής εγκρίσεως, έστω και αν αυτό θα έχει ως συνέπεια να παραμείνει αναξιοποίητο το σχετικό κοίτασμα.

Εάν λοιπόν μία εξορυκτική δραστηριότητα είναι επιβλαβής δια το περιβάλλον, τότε ο ορυκτός πλούτος μένει αναξιοποίητος.

Η μελέτη μας περιλαμβάνει δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος θα εξετάσουμε το περιεχόμενο του δικαιώματος επί των ορυκτών υλών (Ι), ενώ στο δεύτερο μέρος την τήρηση των κανόνων του περιβαλλοντικού δικαίου, προκειμένου η εκμετάλλευση να είναι φιλική προς το περιβάλλον (ΙΙ).

I

Το δικαίωμα επί των ορυκτών υλών

Σελ. 9

Στο πρώτο κεφάλαιο θα εξετάσουμε τις ορυκτές ύλες, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο του δικαιώματος της μεταλλειοκτησίας (Α΄), στο δεύτερο κεφάλαιο θα εξετάσουμε τους φορείς αυτού του δικαιώματος (Β΄), ενώ στο τρίτο κεφάλαιο την διαδικασία αποκτήσεως μεταλλείου (Γ΄). Παραλλήλως σε κάθε κεφάλαιο θα υπάρχουν και αναφορές στις αντίστοιχες διατάξεις περί λατομείων.

Α. Ορυκτές ύλες προς εκμετάλλευση

Κατ’ άρθρον 1 Μ.Κ., οι ορυκτές ύλες διακρίνονται σε μεταλλευτικά ορυκτά ή μεταλλεύματα (1) και λατομικά ορυκτά (2). Το μεταλλευτικό δικαίωμα είναι το δικαίωμα αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως μεταλλευμάτων, ενώ το λατομικό δικαίωμα είναι το δικαίωμα αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως των λατομικών ορυκτών.

1. Μεταλλευτικά ορυκτά

Τα μεταλλευτικά ορυκτά απαριθμούνται στο άρθρο 2 παρ. 1 ΜΚ. Ως τέτοια θεωρούνται:

α) Τα μέταλλα σε αυτοφυή κατάσταση, όπως ο χρυσός, ο χαλκός κ.ά.

β) Οι ενώσεις των μετάλλων, όπως του αργιλίου, του αργύρου, του αρσενικού, του χρωμίου κ.ά. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις η απαρίθμηση είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική.

γ) Τα ορυκτά των μετάλλων της ομάδος των σπανίων γαιών. Είναι μέταλλα, τα οξείδια των οποίων είναι γαιώδους μορφής και

Σελ. 10

εκλήθησαν έτσι λόγω της σπανιότητός των. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα ακόλουθα χημικά στοιχεία, τα οποία δια λόγους ευκολίας υποδιαιρούνται σε τρεις υποομάδες: Η 1η υποομάδα περιλαμβάνει τα: λανθάνιο, δημήτριο, πρασεοδύμιο, νεοδύμιο, προμήθειο και σαμάριο. Κύριες πηγές των στοιχείων αυτής της υποομάδας είναι τα ορυκτά μοναζίτης, τσερίτης και αλλανίτης. Η 2η υποομάδα περιλαμβάνει τα χημικά στοιχεία: ευρώπιο, γαδολίνιο και τέρβιο. Κύριες πηγές των στοιχείων αυτής της υποομάδας είναι τα ορυκτά σαμαρσκίτης και μερικά είδη ξενοτίμου. Η 3η υποομάδα περιλαμβάνει τα στοιχεία: δυσπρόσιο, όλμιο, ύττριο, έρβιο, θούλιο, υτέρβιο και λουτέτσιο. Κύριες πηγές των στοιχείων αυτής της υποομάδας είναι τα ορυκτά γαδολινίτης, ξενότιμο, ευξενίτης και φεργκιουσονίτης. Η ζήτηση των σπανίων γαιών αυξάνεται συνεχώς, λόγω των εφαρμογών της σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και στις λεγόμενες πράσινες τεχνολογίες, όπως οι μπαταρίες υβριδικών αυτοκινήτων και τα φωτοβολταϊκά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που προκύπτει από την εξόρυξη και επεξεργασία τους είναι η ραδιενέργεια, η οποία συνδέεται με την παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων ουρανίου, θορίου και άλλων ραδιενεργών στοιχείων, των οποίων η περιβαλλοντική διαχείριση έχει ειδικές απαιτήσεις αδειοδοτήσεως Β. Αμερική και την Ε.Ε., ενώ ταυτοχρόνως είναι ιδιαιτέρως δαπανηρή.

δ) Τα ορυκτά των ραδιενεργών στοιχείων. Τα ραδιενεργά ορυκτά είναι αυτά που περιέχουν ραδιενεργά στοιχεία (π.χ. ουράνιο) σε φυσική μορφή και εκπέμπουν ραδιενέργεια (ακτίνες α,β,γ).

ε) Το αυτοφυές θείον, ο γραφίτης, ο φωσφορίτης, ο φθορίτης, ο αμίαντος, ο τάλκης, ο αλαουνίτης, ο μαρμαρυγίας, οι άστριοι, οι στυπτηρίες, το ορυκτό χλωριούχο νάτριο, οι ενώσεις του βορίου, βρωμίου και ιωδίου, το σήπιο και ο δολομίτης περιεκτικότητος σε οξείδιο μαγνησίου μείζονος των 21%.

Σελ. 11

στ) Οι πολύτιμοι λίθοι. Είναι ορυκτά και πετρώματα, χρησιμοποιούμενα δια την κατασκευή κοσμημάτων ή διά τον στολισμό αντικειμένων και πρέπει να έχουν σπανιότητα, αντοχή στον χρόνο και στην διάβρωση. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και ορισμένα πετρώματα (π.χ. Lapis Lazuli), καθώς και ορισμένες οργανικές ενώσεις (π.χ. Κεχριμπάρι) ή άμορφες ανόργανες ενώσεις (π.χ. Αχάτης). Οι περισσότεροι πολύτιμοι λίθοι έχουν μεγάλη σκληρότητα, ωστόσο κάποια ορυκτά μικρότερης σκληρότητας χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοποιΐα λόγω της λάμψεώς τους και άλλων φυσικών ιδιοτήτων τους που έχουν αισθητική αξία. Η σπανιότητα είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό που αυξάνει την αξία τους.

ζ) Όλες οι στερεές καύσιμες ορυκτές ύλες, συμπεριλαμβανομένης και της τύρφης. Η τύρφη ή ποάνθρακας είναι οργανικό καύσιμο, ορυκτός άνθρακας ο οποίος σχηματίζεται στο υπέδαφος κυρίως ευκράτου και υγρού περιβάλλοντος, από την αργή μερική αποσύνθεση φυτικών υπολειμμάτων που συγκεντρώνονται υπό συνθήκες ελλιπούς αποστραγγίσεως, σε τεράστιες μάζες. Είναι νεώτατος γαιάνθρακας, σχηματίζεται και σήμερα ακόμα με περιεκτικότητα σε άνθρακα μέχρι 50%. Η τύρφη έχει μορφή σπογγώδη και ινώδη και χρώμα καστανό σκούρο. Είναι ελαφρό και μαλακό υλικό. Άφθονα είναι τα κοιτάσματα τύρφης στη θάλασσα, τα έλη, τις λίμνες, τα χέρσα εδάφη και στις δασικές περιοχές, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, Β. Αμερική και Β. Ασία.

η) Οι παντός είδους υδρογονάνθρακες, είτε σε στερεή είτε σε υγρή είτε σε αεριώδη κατάσταση, όπως και τα προϊόντα οξειδώσεως αυτών (άσφαλτος, ασβεστόλιθοι, σχιστόλιθοι κλπ). Είναι οργανικές ενώσεις που περιέχουν μόνο υδρογόνο (H) και άνθρακα (C) και μπορούν να οξειδώνονται με υψηλή ταχύτητα, παράγουσες θερμότητα. Η δημιουργία τους αποδίδεται στη διαδικασία μετασχηματισμού/αποσυνθέσεως οργανικών υλών εντός των ιζηματογενών πετρωμάτων. Η δράση των υπογείων υδάτων ή/και τα τεκτονι-

Σελ. 12

κά φαινόμενα προκαλούν θερμικές μεταβολές οι οποίες οδηγούν σταδιακά στην μετακίνηση των υδρογονανθράκων από το μητρικό τους πέτρωμα προς την επιφάνεια. Κατά την μετακίνησή τους αυτή, οι υδρογονάνθρακες δύναται να συναντήσουν πορώδεις σχηματισμούς και να ενσωματωθούν σε αυτούς. Συνήθως, πάνω από αυτούς τους πορώδεις σχηματισμούς, υπάρχει ένα μη διαπερατό πέτρωμα, το οποίο δεν επιτρέπει την περαιτέρω μετακίνηση των υδρογονανθράκων στα ανώτερα στρώματα. Το πορώδες πέτρωμα ονομάζεται «πέτρωμα αποθηκεύσεως», ενώ ο αδιαπέραστος σχηματισμός «πέτρωμα καλύψεως». Οι φυσικοί υδρογονάνθρακες διακρίνονται σε υγρούς, αερίους, όπως το φυσικό αέριο και στερεούς.

θ) Οι ρητινώδεις ορυκτές ύλες.

ι) Το αέριο ήλιον και τα γηγενή αέρια και

ια) Το γεωθερμικό δυναμικό. Τα σχετικά με το γεωθερμικό δυναμικό ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4602/2019. Είναι το σύνολο των γηγενών φυσικών θερμών ρευστών, επιφανειακών ή υπογείων, και της θερμότητας των γεωλογικών σχηματισμών, που η θερμοκρασία τους υπερβαίνει τους 30°C. Συγγενής έννοια είναι και αυτή του γεωθερμικού πεδίου, το οποίο είναι ένας ενιαίος μεταλλευτικός χώρος, εντός του οποίου έχει εντοπισθεί γεωθερμικό δυναμικό. Ως περιοχή γεωθερμικού ενδιαφέροντος ορίζεται ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο υπάρχουν ενδείξεις παρουσίας γεωθερμικού δυναμικού θερμοκρασίας έως 90°C. Διαχείριση του γεωθερμικού δυναμικού συνιστά το σύνολο των δραστηριοτήτων που ρυθμίζουν την εκμετάλλευση του γεωθερμικού ρευστού από τα υπόγεια γεωθερμικά συστήματα, με σκοπό την βιώσιμη - ορθολογική και ολοκληρωμένη αξιοποίησή του. Η διαχείριση αναφέρεται στο σύνολο του γεωθερμικού πεδίου. Τέλος, κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου τα γεωθερμικά πεδία διακρίνονται ως τοπικού και εθνικού ενδιαφέροντος. Στα τοπικού ενδιαφέροντος

Σελ. 13

η θερμοκρασία του προϊόντος κυμαίνεται από 30°C έως και 90°C. Στα εθνικού ενδιαφέροντος η θερμοκρασία του προϊόντος υπερβαίνει τους 90°C.

Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 2 ΜΚ, ως μεταλλευτικά ορυκτά ή μεταλλεύματα θεωρούνται και τα λατομικά ορυκτά (άρθρο 5 ΜΚ), εφ’ όσον εξ αυτών δύνανται να ληφθούν και να αποτελέσουν αντικείμενο οικονομικής εκμεταλλεύσεως τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 μεταλλευτικά ορυκτά δι’ εφαρμογής μηχανών ή χημικών ή θερμικών ή μεταλλουργικών μεθόδων. Καθ’ ερμηνείαν του άρθρου 2 παρ. 2 ΜΚ εκρίθη ότι, προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως μετάλλευμα το σύμμεικτο υλικό, πρέπει να περιέχει μετάλλευμα σε ποσότητα και ποιότητα τοιαύτη, ώστε να είναι δυνατή από τεχνικής αλλά και οικονομικής απόψεως η εξόρυξη και εκμετάλλευση αυτού η δυνατότης δε αυτή, περί της οποίας οφείλει να διαλαμβάνει ιδίαν κρίση το δικαστήριο της ουσίας, ερευνάται εξ αντικειμένου, βάσει τεχνικοοικονομικών δεδομένων και κανόνων ασχέτως προς το υποκειμενικό στοιχείο, ασχέτως δηλαδή προς την χρήση του συμμείκτου υλικού, την οποίαν στην συγκεκριμένη περίπτωση προτίθεται να κάνει ο ενδιαφερόμενος.

Πάντως, εκμετάλλευση συμμείκτων υλικών δεν μπορεί να γίνει σε χώρους όπου εκτελούνται λατομικές εργασίες (άρθρο 2 παρ. 3 ΜΚ).

Στο άρθρο 3 ΜΚ ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητος επί του εδάφους δεν επεκτείνεται επί των μεταλλευτικών ορυκτών, είτε αυτά ευρίσκονται επί της επιφανείας του εδάφους, είτε υπό αυτήν. Τοιουτοτρόπως, προεβλέφθη ο διαχωρισμός του δικαιώματος κυριότητας επί του εδάφους από το δικαίωμα επί του μεταλλείου, το οποίο (δικαίωμα) το Δημόσιο δύναται να παραχωρήσει σε ιδιώτη, συνιστών υπέρ αυτού το αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα της μεταλλειοκτησίας.

Σελ. 14

Η μεταλλειοκτησία συνεπάγεται το αποκλειστικό, πλην χρονικώς περιορισμένο, δικαίωμα του μεταλλειοκτήτη να ερευνά, να εξορύσσει και να εκμεταλλεύεται όλα τα μεταλλευτικά ορυκτά που βρίσκονται εντός του παραχωρηθέντος χώρου, άνω ή κάτω του εδάφους, όπως αυτό ορίζεται στο παραχωρητήριο προεδρικό διάταγμα (άρθρο 67 παρ. 1 ΜΚ).

Όσον αφορά στην υποχρέωση μεταγραφής του μεταβιβασθέντος μεταλλευτικού δικαιώματος, έχει γίνει δεκτό ότι η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διοικητικών πράξεων που άγουν σε εμπράγματες μεταβολές καθιστά περιττή την μεταγραφή, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπον ικανοποιείται η ανάγκη της δημοσιότητος. Το ίδιο ισχύει και δια την μεταβίβαση κυριότητος ακινήτου δυνάμει ειδικού νόμου, όπως αυτού που κυρώνει μεταβιβαστική σύμβαση, ο οποίος δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθ’ όσον η σύμβαση αυτή έλαβε την προσήκουσα δημοσιότητα δια της δημοσιεύσεως του κυρώσαντος αυτήν νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γεγονός που αναπληρώνει την κατά το άρθρο 1192 του Α.Κ. μεταγραφή. Επίσης, έγινε δεκτό ότι η διά τυπικού νόμου κύρωση ιδιωτικής συμβάσεως εμπεριέχει, εκτός άλλων, κυρίως την βούληση της νομοθετικής εξουσίας να ισχυροποιήσει και να καταστήσει έγκυρο οτιδήποτε, με βάση τις κείμενες γενικές διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο συνομολογήσεώς της, έπασχε από τυπική ή ουσιαστική ακυρότητα. Δια του κυρωτικού της συμβάσεως νόμου εκδηλώνεται η πολιτειακή βούληση να προσδοθεί ισχύς στην συγκεκριμένη σύμβαση, εις τρόπον ώστε να την καταλάβει και να άρει τις τυχόν ακυρότητες, οι όροι δε της συμβάσεως αυτής, μετά την νομοθετική κύρωση, έχουν χαρακτήρα κανόνος δικαίου.

Επίσης, ο μεταλλειοκτήτης δύναται να προβαίνει σε όλες τις προς άσκηση του δικαιώματός του εργασίες, να εκτελεί συναφή έργα όπως και να ανεγείρει τις αναγκαίες εγκαταστάσεις, επιφανειακώς και υπογείως (άρθρο 67 παρ. 3 Μ.Κ.).

Σελ. 15

Όπως θα δούμε κατωτέρω, υπάρχουν μεταλλευτικά ορυκτά, δια τα οποία μόνον το Δημόσιο έχει δικαίωμα αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως (άρθρο 143 ΜΚ). Όταν λοιπόν γεννάται αμφιβολία, εάν ένα μεταλλευτικό ορυκτό ανήκει στην κατηγορία αυτών που εξαιρούνται υπέρ του Δημοσίου ή είναι από τα υποκείμενα σε παραχώρηση, τότε η αμφιβολία αυτή αίρεται δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδίδεται κατόπιν συμφώνου γνώμης του Συμβουλίου Μεταλλείων (άρθρο 4 Μ.Κ.).

2. Λατομικά ορυκτά

Στο άρθρο 43 παρ. 3 του ν. 4512/2018 αναφέρονται τρεις κατηγορίες λατομικών ορυκτών, τα μάρμαρα και οι φυσικοί λίθοι, τα αδρανή υλικά και τα βιομηχανικά ορυκτά. Στην κατηγορία των μαρμάρων ανήκουν διάφορα πετρώματα, ποικίλων χρωμάτων, εξορυσσόμενα σε όγκους, επιδεκτικά κοπής σε πλάκες, λειάνσεως και στιλβώσεως, καθώς και ο πωρόλιθος, το αλάβαστρο και ο όνυχας. Στους φυσικούς λίθους υπάγονται οι λαξευτοί δομικοί λίθοι, οι σχιστολιθικές και ασβεστολιθικές πλάκες και τα διακοσμητικά πετρώματα.

Στην κατηγορία των αδρανών υλικών ανήκουν: αα) τα υλικά διαφόρων διαστάσεων, που προέρχονται από την εξόρυξη και θραύση πετρωμάτων ή την απόληψη φυσικών αποθέσεων θραυσμάτων τους και είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν, όπως έχουν ή ύστερα από θραύση ή λειοτρίβηση ή ταξινόμηση, δια την παρασκευή σκυροδεμάτων ή κονιαμάτων ή με μορφή σκύρων ή μεγαλύτερων τεμαχίων στην οδοποιία ή λοιπά τεχνικά έργα ή οικοδομές, ββ) τα υλικά που προέρχονται από την εξόρυξη ασβεστολιθικών πετρωμάτων και χρησιμοποιούνται δια την παραγωγή ασβέστου ή υδραυλικών κονιών ή συλλιπασμάτων μεταλλουργίας, γγ) η μαρμαρόσκονη και η μαρμαροψηφίδα, όταν εξορύσσονται από λατομικούς χώρους, στους οποίους, παρά το γεγονός ότι το περικλειόμενο πέτρωμα είναι επιδεκτικό κοπής σε πλάκες, λειάνσεως και στιλβώσεως, εντούτοις δεν μπορεί να εξορυχθούν μάρμαρα σε όγκους λόγω τεκτονισμού του πετρώματος.

Σελ. 16

Στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών ανήκουν όσα λατομικά ορυκτά δεν υπάγονται στις προαναφερόμενες κατηγορίες, ιδίως ο καολίνης, ο μπεντονίτης, η κιμωλία, ο γύψος, ο περλίτης, η κίσσηρις, η θηραϊκή γη, ο χαλαζίας, η χαλαζιακή άμμος, οι ποζολάνες, οι ζεόλιθοι, καθώς και οι άργιλοι και μάργες που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία.

Στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών υπάγονται και τα πετρώματα τα οποία εξορύσσονται σε λατομικούς χώρους προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως βελτιωτικά του εδάφους δια φυτικές καλλιέργειες (Το εδάφιο αυτό προσετέθη δια του άρθρου 118 παρ. 1 του ν. 4685/2020). Επίσης, στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών κατατάσσεται και το ανθρακικό ασβέστιο, εφ’ όσον τεκμηριώνεται, στην τεχνική μελέτη εκμεταλλεύσεως ότι το εξορυσσόμενο πέτρωμα διαθέτει την κατάλληλη ορυκτολογική και χημική σύσταση και υπάρχει η δυνατότητα διαθέσεώς του δια βιομηχανική χρήση.

Εξ άλλου, τα λατομικά ορυκτά απαριθμούνται εν εκτάσει στο άρθρο 5 του Μεταλλευτικού Κώδικος:

α) Τα μάρμαρα

Το μάρμαρο είναι πέτρωμα, αποτελούμενο από ασβεστίτη (CaCO3) ή και από το συνδυασμό των ορυκτών του ασβεστίτη (CaCO3) και του δολομίτη (Ca, Mg) (CO3)2) και έχει δημιουργηθεί από την μεταμόρφωση ασβεστολίθων, δηλαδή ιζηματογενών ανθρακικών πετρωμάτων. Η λέξη ετυμολογείται από την αρχαιοελληνική μάρμαρος, δηλαδή «λαμπερός λίθος». Στην εμπορική γλώσσα, ως μάρμαρο θεωρείται κάθε κρυσταλλικό πέτρωμα, με ορυκτολογική σύσταση στην οποία επικρατούν κυρίως ορυκτά με σκληρότητα 3 ως 4 της σκληρομετρικής κλίμακος Mohs και το οποίο επί πλέον επιδέχεται κοπή, λείανση και στίλβωση, ώστε να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως διακοσμητικό ή δομικό υλικό.

Σελ. 17

β) Οι πάσης φύσεως ασβεστόλιθοι

Ο ασβεστόλιθος είναι ιζηματογενές πέτρωμα, του οποίου το βασικό συστατικό είναι ο ασβεστίτης (CaCO3). Συχνά περιέχει απολιθώματα, από τα οποία μπορεί να εκτιμηθεί η ηλικία και η προέλευσή του. Ο ασβεστόλιθος, εκτός του ασβεστίτη συχνά περιέχει πυριτικές προσμίξεις, όπως κρυπτοκρυσταλλικές μορφές του χαλαζία (πυριτόλιθο ή χαλαζίτη), άργιλο και άμμο και μικρές ποσότητες μεταλλικών αλάτων. Ο σχηματισμός του μπορεί να οφείλεται στην χημική αντίδραση ευδιαλύτων αλάτων του ασβεστίου με διοξείδιο του άνθρακα.

γ) Οι δολομίτες

οι οποίοι περιέχουν οξείδιο του μαγνησίου όχι περισσότερο του 21%. Ο δολομίτης είναι ανθρακικό ορυκτό του ασβεστίου και του μαγνησίου. Σχηματίσθηκε από την διαγένεση ή την υδροθερμική μετασωμάτωση του ασβεστίτη σε υπεραλατούχες ιζηματογενείς αποθέσεις. Ορισμένες ποικιλίες του περιέχουν μαγγάνιο ή σίδηρο. Είναι από τα βασικότερα μη πυριτικά πετρογενή ορυκτά και εξ αυτού του πετρώματος έχουν σχηματισθεί ολόκληρα τμήματα βουνών, όπως οι Δολομιτικές Άλπεις στην Κεντρική Ευρώπη. Εν αντιθέσει προς άλλα ορυκτά, σήμερα δεν σχηματίζεται πλέον, αλλ’ απαντάται μόνον σε αποθέσεις προηγουμένων γεωλογικών περιόδων.

δ) Οι σχιστόλιθοι

Ο σχιστόλιθος είναι λεπτόκοκκο μεταμορφωμένο πέτρωμα, το οποίο σχηματίζεται από λάσπη. Αποτελεί μείγμα αργιλικών ορυκτών και μικροσκοπικών θραυσμάτων (μικροτέρων των κόκκων της άμμου) άλλων ορυκτών, όπως χαλαζία και ασβεστίτη. Χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα να σχίζεται σε λεπτά στρώματα (φύλλα), πάχους μικροτέρου του ενός εκατοστού. Είναι το πλέον συ-

Σελ. 18

νηθισμένο από τα πετρώματα που φιλοξενούν υδρογονάνθρακες (πετρέλαιο και φυσικό αέριο).

ε) Η μάργα

Είναι γαιώδες μείγμα λεπτοκόκκων ορυκτών. Ο όρος μάργα καλύπτει μεγάλη ποικιλία ιζημάτων και πετρωμάτων, τα οποία παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς την σύσταση. Υπάρχουν ασβεστολιθικές μάργες, ψαμμιτικές μάργες, θαλάσσιες μάργες και λιμναίες μάργες. Οι ψαμμιτικές μάργες χρησιμοποιούνται ως αποσκληρυντικό του νερού, ενώ οι λιμναίες χρησιμοποιούνται δια την παρασκευή τσιμέντου και μονωτικού υλικού.

στ) Οι άργιλοι

Η λέξη άργιλος ή πηλός είναι ένας γενικός όρος, χρησιμοποιούμενος δια την περιγραφή διαφόρων ενύδρων αργιλούχων φυλλοπυριτικών ορυκτών, τα οποία περιέχουν διάφορες ποσότητες μετάλλων, μεταλλικών οξειδίων και οργανικών ενώσεων. Τα κεραμικά υλικά βασίζονται στο αργιλώδες χώμα, το οποίον είναι και η πρώτη ύλη κατασκευής τους.

ζ) Οι καολίνες

Ο καολίνης καλείται και κινεζική άργιλος. Είναι μαλακή άργιλος η οποία αποτελεί το κύριο συστατικό δια την κατασκευή της κινεζικής πορσελάνης, χαρτιού, ελαστικών και βαφών. Στην Ελλάδα ο καολίνης ευρίσκεται υπό μορφήν ακανονίστων συγκεντρώσεων σε όξινα ηφαιστειακά πετρώματα και τόφφους στα νησιά Μήλος, Μυτιλήνη, Κίμωλο και Θήρα.

Σελ. 19

η) Οι ιλλίτες, μοντμοριλλονίτες και μπιντονίτες

Ο ιλλίτης αναφέρεται και ως ένυδρος μαρμαρυγίας, έχει φυλλοπυριτική δομή και είναι ατελώς κρυσταλλωμένος. Είναι προϊόν αποσαθρώσεως του μοντμοριλλονίτη και σε συνθήκες υγρασίας εξαλλοιώνεται σε μοντμοριλλονίτη. Ο μοντμοριλλονίτης αποτελείται από δύο φύλλα τετραέδρων πυριτίου που εμπεριέχουν ένα φύλλο οκταέδρων αργιλίου, σιδήρου και μαγνησίου. Στο διαστρωματικό χώρο, μπορούν να προσροφηθούν κατιόντα και μεγαλομόρια νερού και δια τον λόγο αυτόν ο μοντμοριλλονίτης έχει την ιδιότητα της διογκώσεως. O μπεντονίτης είναι ορυκτή ύλη αποτελουμένη κυρίως από το αργιλικό ορυκτό μοντμοριλλονίτη, (σε ποσοστό μεγαλύτερο από 80%), και σχηματίζεται από την εξαλλοίωση οξίνων ηφαιστειακών πετρωμάτων. Όταν η περιεκτικότητα σε μοντμοριλλονίτη είναι μικρότερη (60-80%), το υλικό χαρακτηρίζεται ως “μπεντονιτική άργιλος”. Πήρε το όνομά του από την τοποθεσία Fort Benton της Πολιτείας Γουαϊόμινγκ των Η.Π.Α., όπου πρωτοανακαλύφθηκε και άρχισε να εξορύσσεται.

θ) Η κιμωλία

Ιζηματογενές πέτρωμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο. Αποτελείται από κατάλοιπα μικροσκοπικών θαλασσίων οργανισμών. Είναι μαλακή, εύθρυπτη και το χρώμα της ποικίλλει από λευκό έως τεφρό. Χρησιμοποιείται ως μέσον σχεδιάσεως, λίπασμα, λευκαντική ουσία.

ι) Η γύψος και το αλάβαστρο

Η γύψος (κοινώς ο γύψος) είναι σύνηθες θειικό ορυκτό, το οποίον αποτελείται από ένυδρο θειικό ασβέστιο. Όταν έχει καλώς σχηματισμένους κρυστάλλους λέγεται σελενίτης. Υπάρχει, όμως, μία

Σελ. 20

ινώδης ποικιλία γύψου, με μεταξώδη λάμψη, η οποία χρησιμοποιείται σε διακοσμήσεις και στην κοσμηματοποιία. Η λεπτοκοκκώδης συμπαγής ποικιλία ονομάζεται αλάβαστρο και, όταν είναι καθαρή, δημιουργούνται από αυτήν αγάλματα και άλλα διακοσμητικά είδη, αφού υποστεί λάξευση και στίλβωση.

ια) Φλύσχες, τόφφοι, αμφιβολίτες, πρασινίτες

Ο όρος φλύσχης δεν αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο πέτρωμα, αλλά χρησιμοποιείται δια να δηλώσει θαλάσσια ιζηματογενή φάση. Χαρακτηρίζεται από παχεία ακολουθία ιζημάτων, τα οποία αποτελούνται κυρίως από εναλλαγές μαργών, ασβεστολίθων, κροκαλοπαγών, και αδρόκκοκων ψαμμιτών. Οι τόφφοι είναι πετρώματα σχηματιζόμενα από την καθίζηση υλικών, τα οποία εκτινάσσονται από διάφορα ηφαίστεια. Αναλόγως του τύπου της λάβας, διακρίνονται σε βασαλτικούς τόφφους, ρυολιθικούς τόφφους, τραχειτικούς τόφφους. Ο αμφιβολίτης είναι μεταμορφωμένο πέτρωμα, αποτελούμενο από την ομάδα των αμφιβόλων ορυκτών (κεροστίλβη, ακτινόλιθος, ανθρακονατριούχο άστριο. Εμφανίζεται με βαθυπράσινο χρώμα και χαρακτηρίζεται από ασθενή έως καθόλου σχιστότητα. Ο σχηματισμός του είναι παλαιοζωικής ηλικίας, χρώματος πρασίνου έως βαθυπρασίνου, λεπτόκοκκος έως χονδρόκοκκος, συνήθως σκληρός έως πολύ σκληρός, με ειδικός βάρος 2,5 tn / m3(μέση τιμή). Χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια και κατά τόπους εμφανίζει σχιστότητα. Οι μεταβασίτες -πρασινίτες στην Λαυρεωτική εντοπίζονται σε περισσότερες από 60 εμφανίσεις. Τα σημαντικότερα ορυκτά τους είναι ο ακτινόλιθος, η ακτινολιθική κεροστίλβη και ο γλαυκοφανής ο οποίος συχνά αντικαθίσταται από χλωρίτη, αλβίτη και επίδοτο - κλινοζωισίτη. Η λεπτομερής μελέτη των διακριτικών διαγραμμάτων ταξινομήσεως των κυρίων στοιχεί

Σελ. 21

ων και ιχνοστοιχείων των πρασινιτών της Λαυρεωτικής δείχνει ότι οι πρωτόλιθοι ήταν βασάλτες με υποαλκαλικό χαρακτήρα.

ιβ) Ο Χαλαζίτης και ψαμμίτης

Ο Χαλαζίτης είναι ψαμμίτης, ο οποίος έχει μετατραπεί σε συμπαγές χαλαζιακό πέτρωμα. Εν αντιθέσει προς τους ψαμμίτες, οι χαλαζίτες δεν έχουν πόρους, όταν δε χτυπηθούν οι κόκκοι της άμμου θραύονται ολόκληροι και όχι στην περιφέρειά τους, με αποτέλεσμα να παράγεται ομαλή επιφάνεια, αντί της τραχείας και κοκκώδους. Η μετατροπή του ψαμμίτη σε χαλαζίτη μπορεί να πραγματοποιηθεί με καθίζηση διοξειδίου του πυριτίου από τα νερά που διέρχονται από τα διάκενα των πόρων, κάτω από την επιφάνεια της γης. Οι περισσότεροι χαλαζίτες περιέχουν χαλαζία σε ποσοστό άνω του 90% και κάποιοι σε ποσοστό 99%. Οι καθαροί χαλαζίτες χρησιμοποιούνται δια την απόληψη διοξειδίου του πυριτίου δια μεταλλουργικούς σκοπούς, ενώ ο χαλαζίτης εξορύσσεται δια την κατασκευή κυβολίθων οδοστρώσεως, λιθορριπών, σκύρων οδοποιίας, σκυρωτών σιδηροδρομικών υλικών και στεγαστικών κοκκωδών υλικών.

ιγ) Οφίτες, ολιβίνες, περιδοτίτες, σηϊνίτες και διορίτες

Ο Οφίτης είναι ηφαιστειακό πέτρωμα. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Οφίτης λίθος (από το όφις = φίδι), λόγω της ομοιότητος του με το στικτό και φολιδωτό δέρμα των φιδιών. Επίσης, το χρησιμοποιούσαν στην ρωμαϊκή εποχή δια την θεραπεία από τις κεφαλαλγίες και τα δαγκώματα φιδιών. Την εποχή του χαλκού και στην Μινωική Κρήτη χρησιμοποιήθηκε ως αρχιτεκτονικό δομικό υλικό σε ανακτορικά ή άλλα κτίσματα, αλλά και σαν πρώτη ύλη για κατασκευή σφραγίδων, μικρογραφιών, εργαλείων και τελετουργικών αντικειμένων.

Back to Top