ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΟΠΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ

Υπό το πρίσμα της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919

από 43,00 €

Έως 86,00 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 16€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 43,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21349
Μπαξεβάνης Σ.
  • Έκδοση: 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 336
  • ISBN: 978-618-08-0936-7

Ποιο είναι το κανονιστικό περιεχόμενο του δικαιώματος υπεράσπισης όταν η πρόσβαση σε συνήγορο δεν διασφαλίζεται κατά τρόπο ουσιαστικό;

 Η νομική βοήθεια αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης και καθοριστική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η απλή τυπική παρουσία συνηγόρου δεν επαρκεί. Απαιτείται έγκαιρη και ποιοτική συνδρομή, ικανή να εξασφαλίσει την ισότητα των όπλων και την ουσιαστική συμμετοχή του κατηγορουμένου στην ποινική διαδικασία. 

Το έργο προσεγγίζει συστηματικά το δικαίωμα πρόσβασης σε συνήγορο και νομική βοήθεια υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης -όπως αυτό ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- καθώς και του ελληνικού ποινικού δικονομικού δικαίου, αναδεικνύοντας τις κανονιστικές αλληλεπιδράσεις και τις εντάσεις μεταξύ των επιπέδων προστασίας.

Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη συγκριτική ανάλυση των εθνικών συστημάτων, στις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του δικαιώματος, στη λειτουργία του κριτηρίου του «συμφέροντος της δικαιοσύνης» και στις θετικές υποχρεώσεις των κρατικών αρχών για τη διασφάλιση ουσιαστικής υπεράσπισης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

Η μελέτη αναδεικνύει ότι το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι η τυπική συμμόρφωση προς τα κανονιστικά πρότυπα, αλλά η πρακτική αποτελεσματικότητα της νομικής βοήθειας ως εγγύησης της δίκαιης δίκης και της αρχής του κράτους δικαίου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η κατοχύρωση των δικαιωμάτων υπόπτων
και κατηγορουμένων στο διεθνές,
ευρωπαϊκό και ενωσιακό περιβάλλον

1.1. Ιστορική επισκόπηση των δικαιωμάτων στον διεθνή
και ευρωπαϊκό χώρο 1

1.1.1. Ιστορική εξέλιξη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου
μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 1

1.1.2. Ιστορική εξέλιξη του δικαιώματος νομικής βοήθειας 5

1.2. Τα δικαιώματα υπόπτων και κατηγορουμένων στον ενωσιακό χώρο 10

1.2.1. Η Πράσινη Βίβλος και η Πρόταση Απόφασης-Πλαίσιο 10

1.2.2. Ο «Οδικός Χάρτης» και το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης –
Οι δράσεις έως την θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας 14

1.2.3. Η Συνθήκη της Λισαβόνας και ο ΧΘΔΕΕ – Αφετηρία
μίας νέας εποχής 17

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Το δικαίωμα νομικής βοήθειας στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ

2.1. Η έννοια της νομικής βοήθειας υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ –
Συγκριτική επισκόπηση με τον ΧΘΔΕΕ 23

2.2. Το δικαίωμα επιλογής συνηγόρου υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ 28

2.3. Οικονομική αδυναμία υπόπτων και κατηγορουμένων
και «συμφέρον της δικαιοσύνης» 32

2.3.1. Τα νομολογιακά κριτήρια ως προς την οικονομική
αδυναμία υπόπτων και κατηγορουμένων 33

2.3.2. Τα νομολογιακά κριτήρια ως προς το «συμφέρον
της δικαιοσύνης» και η πραγματική ευκαιρία 36

 

2.4. Η εγγύηση παροχής ουσιαστικής/πραγματικής νομικής βοήθειας
υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ 52

2.5. Τα στάδια παροχής νομικής βοήθειας 61

2.5.1. Κατά την προδικασία 61

2.5.2. Κατά την άσκηση και εκδίκαση ενδίκων μέσων 70

2.5.3. Σε πειθαρχικές διαδικασίες και σε προσφυγές 75

2.6. Συμπερασματικές παρατηρήσεις επί της νομολογίας του ΕΔΔΑ 77

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Το δικαίωμα νομικής βοήθειας στο παράγωγο
ενωσιακό δίκαιο – Η Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919

3.1. Η θέσπιση της Οδηγίας 83

3.1.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 83

3.1.2. H διαδικασία θέσπισης της Οδηγίας 86

3.1.3. Συσχέτιση με την Οδηγία 2013/48/ΕΕ 90

3.2. Το περιεχόμενο της Οδηγίας 93

3.2.1. Αντικείμενο και σκοπός της Οδηγίας 93

3.2.2. Πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 94

3.2.3. Περιεχόμενο και έκταση του δικαιώματος νομικής βοήθειας 103

3.2.4. Οι αποφάσεις για την παροχή νομικής βοήθειας
και η ποιότητα της παρεχόμενης υπεράσπισης 107

3.3. Το δικαίωμα νομικής βοήθειας στo πλαίσιο εκτέλεσης
ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης 112

3.4. Μέτρα για την αποτελεσματική εφαρμογή της Οδηγίας 115

3.5. Οι ρυθμίσεις της Οδηγίας ως “minimum standards” 117

3.6. Διαδικασία ενσωμάτωσης της Οδηγίας στην εσωτερική
έννομη τάξη 121

3.7. Έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της Οδηγίας 122

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το δικαίωμα νομικής βοήθειας
στην ελληνική έννομη τάξη

4.1. Ο Ν. 3226/2004 – Προσαρμογή στην ΕΣΔΑ 129

4.1.1. Η πορεία έως τον Ν. 3226/2004 129

4.1.2. Ο Ν. 3226/2004 – Κατ’ άρθρο προσέγγιση κατά τα ισχύοντα
πριν την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 132

4.2. Αυτεπαγγέλτως και κατ’ αίτηση διοριζόμενος συνήγορος 150

4.3. Τα δικαιώματα πρόσβασης σε συνήγορο και νομικής βοήθειας
στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας 161

4.4. Ο Ν. 4689/2020 – Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 172

4.4.1. Προκαταρκτικές διευκρινίσεις 172

4.4.2. Ανάλυση των επιμέρους διατάξεων του Ν. 4689/2020 173

4.4.2.1. Άρθρο 41 Ν. 4689/2020 περί των δικαιούχων νομικής
βοήθειας: Τροποποίηση του άρθρου 1 του Ν. 3226/2004 –
Άρθρο 1 της Οδηγίας 173

4.4.2.2. Άρθρο 42 Ν. 4689/2020 περί της διαδικασίας παροχής
νομικής βοήθειας: Τροποποίηση του άρθρου 2 του Ν. 3226/2004
– Άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 176

4.4.2.3. Άρθρο 43 Ν. 4689/2020 περί του διορισμού συνηγόρου
νομικής βοήθειας: Αντικατάσταση του άρθρου 3 του Ν. 3226/2004
– Άρθρο 7 παρ. 1-3 της Οδηγίας 177

4.4.2.4. Άρθρο 44 Ν. 4689/2020 περί του καταλογισμού δαπανών
σε περίπτωση παροχής νομικής βοήθειας με αναληθή στοιχεία: Τροποποίηση του άρθρου 4 του Ν. 3226/2004 – Άρθρα 4
παρ. 2-3 και 5 παρ. 3 της Οδηγίας 186

4.4.2.5. Άρθρο 45 Ν. 4689/2020 περί των προϋποθέσεων και της διαδικασίας παροχής νομικής βοήθειας σε ποινικές διαδικασίες, περιλαμβανομένων των θεσμών ενωσιακής και διεθνούς
συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις: Τροποποιήσεις των άρθρων
6 και 7 του Ν. 3226/2004 – Άρθρα 2 έως 9 της Οδηγίας 187

4.4.2.6. Άρθρο 47 Ν. 4689/2020 περί τήρησης στατιστικών
δεδομένων – Άρθρο 10 παρ. 1 της Οδηγίας 201

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Δικαιοσυγκριτική επισκόπηση
του θεσμού της νομικής βοήθειας

5.1. Tα συστήματα παροχής νομικής βοήθειας στα κράτη μέλη της ΕΕ 203

5.1.1. Επί του ερωτηματολογίου του Συμβουλίου
των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης (CCBE) 203

5.1.2. Πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες νομικής βοήθειας
και οι απαιτούμενες ικανότητες 204

5.1.3. Επίσημα μητρώα και κατάλογοι παροχής νομικής βοήθειας 208

5.1.4. Δυνατότητα άρνησης του διορισμού εκ μέρους
του δικηγόρου 214

5.2. Τα συστήματα παροχής νομικής βοήθειας σε τρίτα κράτη 218

5.2.1. Το σύστημα παροχής νομικής βοήθειας στην Αγγλία 218

5.2.2. Το σύστημα παροχής νομικής βοήθειας στις Ηνωμένες
Πολιτείες της Αμερικής 230

5.2.3. Το σύστημα παροχής νομικής βοήθειας στην Πολιτεία
της Βικτώρια της Αυστραλίας 243

5.3. Συγκριτική αποτίμηση και κανονιστική θεμελίωση του θεσμού
της νομικής βοήθειας 251

5.4. Κανονιστική αποτίμηση του θεσμού της νομικής βοήθειας
σε συγκριτικό επίπεδο 252

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Συμπερασματική αξιολόγηση

6.1. Σκέψεις και προβληματισμοί 255

6.2. Συνολική αποτίμηση και αναγκαιότητα κανονιστικής
αναδιάρθρωσης 268

6.3. Προτάσεις για την αναμόρφωση του θεσμού 269

6.4. Τελικές επισημάνσεις 279

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

I. Ελληνική 281

II. Ξενόγλωσση 284

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

I. Διαφορές Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 – Ν. 4689/2020 289

II. Διαφορές Ν. 3226/2004 – Ν. 4689/2020 290

III. Σύγκριση ΕΣΔΑ (άρθρο 6 §3 γ΄) και Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 292

IV. Σημαντικές αποφάσεις ΕΔΔΑ – Δικαίωμα υπεράσπισης
με συνήγορο / Νομική βοήθεια 294

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

I. Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης / Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών
Κοινοτήτων 303

II. Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 304

III. Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ 307

ΙV. Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 307

V. Ελληνικών Δικαστηρίων και Δικαστικών Αρχών 307

VΙ. Δικαστηρίων Ολλανδίας 308

VIΙ. Δικαστηρίων Ιρλανδίας 308

VIIΙ. Δικαστηρίων ΗΠΑ 308

IΧ. Διαμερικανικoύ Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 309

Χ. Δικαστηρίων Αυστραλίας 309

ΧΙ. Δικαστηρίων Καναδά 309

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 311

Σελ. 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η κατοχύρωση των δικαιωμάτων υπόπτων
και κατηγορουμένων στο διεθνές, ευρωπαϊκό
και ενωσιακό περιβάλλον

1.1. Ιστορική επισκόπηση των δικαιωμάτων στον διεθνή και ευρωπαϊκό χώρο

1.1.1. Ιστορική εξέλιξη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Η 10η Δεκεμβρίου 1948 συνιστά ορόσημο για την ιστορία της ανθρωπότητας. Το ανθρώπινο γένος, μετά την τραυματική εμπειρία δύο Παγκοσμίων Πολέμων και με σαφή την επιδίωξη αποφυγής μίας ακόμη γενικευμένης σύρραξης, είχε πλέον διαμορφώσει τις πολιτικές και θεσμικές προϋποθέσεις, ώστε να είναι σε θέση να αποτυπώσει, μέσω μίας Οικουμενικής Διακήρυξης, τις υψηλές αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματά του. Η καταγραφή και διακήρυξη αξιών, όπως η ζωή, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η δικαιοσύνη, αποτέλεσε κανονιστικό σημείο αναφοράς για την πορεία του, από τριετίας μόλις συσταθέντος, Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Έκτοτε, η μείζων πρόκληση για τη διεθνή κοινότητα δεν περιορίζεται στη διατύπωση των αρχών αυτών, αλλά εστιάζει πρωτίστως στην ουσιαστική πραγμάτωσή τους. Το κείμενο, το οποίο υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, είναι μεν διακηρυκτικού χαρακτήρα, πλην όμως αποτελεί το θεμελιώδες σημείο αναφοράς για την κατοχύρωση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε οικουμενικό επίπεδο. Συσπειρώνει τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών-μελών της διεθνούς κοινότητας και διακρίνεται για τον ιδιαιτέρως διεισδυτικό και λεπτομερή χαρακτήρα του.

Σελ. 2

Αναφορικά με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και τη νομική βοήθεια, η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατοχυρώνει ένα πλέγμα θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η απαγόρευση των βασανιστηρίων, καθώς και κάθε μορφής σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης (άρθρο 5), η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρο 7), το δικαίωμα προσφυγής σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα (άρθρο 8), η απαγόρευση της αυθαίρετης σύλληψης, κράτησης ή εκτόπισης (άρθρο 9), η χρηστή απονομή της δικαιοσύνης και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 10), καθώς και η αρχή της μη αναδρομικότητας του ποινικού νόμου (άρθρο 11).

Η υιοθέτηση της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εγκαινιάζει μία νέα περίοδο στην παγκόσμια ιστορία, ενταγμένη στη συλλογική προσπάθεια αποτροπής της επανάληψης των αγριοτήτων του παρελθόντος, σε μία εποχή κατά την οποία οι μνήμες και οι πληγές του πολέμου παρέμεναν ακόμη νωπές. Τότε ακριβώς εμπεδώθηκε η θεμελιώδης σημασία της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως βάσης για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ειρήνη σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέσω του προοιμίου της Διακήρυξης καθίσταται σαφές ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών συνιστά αδήριτη ανάγκη, προκειμένου οι άνθρωποι να συμβιώνουν ειρηνικά, με ασφάλεια και εμπιστοσύνη στις δομές του κράτους δικαίου. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο Καταστατικός Χάρτης, στον οποίο οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών διακηρύσσουν, επίσης, την πίστη τους στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και στην εγγενή αξία του ανθρώπου.

Η συνεισφορά, ωστόσο, του Οργανισμού δεν εξαντλείται στην υιοθέτηση της Οικουμενικής Διακήρυξης. Ιδιαιτέρως σημαντική είναι και η προστιθέμενη αξία του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το οποίο υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1966. Άξια ειδικής μνείας είναι

Σελ. 3

η σύσταση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Committee – HRC), η οποία ασκεί ελεγκτικές αρμοδιότητες, αποστέλλει ομάδες για τη διενέργεια επιτόπιων ερευνών και εκδίδει αναφορές σχετικά με την εφαρμογή των υπό προστασία δικαιωμάτων από τα κράτη μέλη του ΟΗΕ. Περαιτέρω, προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής καταγγελιών ενώπιον της Επιτροπής όχι μόνο από κράτη, αλλά και από ιδιώτες, στοιχείο που συνιστά σημαντική θεσμική καινοτομία, η οποία, ωστόσο, αρχικώς αντιμετωπίσθηκε με επιφυλακτικότητα από τη διεθνή κοινότητα. Οι παράγραφοι 2 έως 7 του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ εξειδικεύουν τις ελάχιστες εγγυήσεις (minimum guarantees) διεξαγωγής της ποινικής δίκης. Μεταξύ αυτών καθιερώνεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε έγκαιρη ενημέρωση, σε γλώσσα που κατανοεί, σχετικά με τη φύση και τον λόγο της κατηγορίας που του αποδίδεται, η ελεύθερη επιλογή και επικοινωνία με συνήγορο ή, ελλείψει αυτής, ο αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρου, η επαρκής προετοιμασία της υπεράσπισής του, η εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης υπό όρους ισότητας με τους μάρτυρες κατηγορίας, η αυτοπρόσωπη παρουσία στη δίκη, η παροχή δωρεάν διερμηνείας, καθώς και το δικαίωμα να μη εξαναγκασθεί να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.

Οι δυσάρεστες μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε συνδυασμό με τις παγκόσμιες προσπάθειες για την εγκαθίδρυση μίας πιο ειρηνικής διαβίωσης των λαών, δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο τον ευρωπαϊκό χώρο. Κατά την περίοδο από το 1945 έως το 1959 καταγράφονται οι πρώτες συστηματικές προσπάθειες σύστασης θεσμών συνεργασίας, με απώτερο σκοπό τον τερματισμό των συχνών και βίαιων συγκρούσεων μεταξύ γειτονικών κρατών στην Ευρώπη. Υπό το κλασικό πρότυπο της διακυβερνητικής συνεργασίας, το 1949 ιδρύεται το Συμβούλιο της Ευρώπης, το οποίο, ένα έτος αργότερα, προχωρεί στην υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ).

Το 1959 ιδρύεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με την προστασία των πολιτών από την απειλή παραβίασης των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους. Κάθε πρόσωπο που υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους συμβαλλόμενου στη Σύμβαση δύναται,

Σελ. 4

εφόσον θεωρεί ότι τα δικαιώματά του έχουν παραβιαστεί, να προσφύγει ενώπιον του ΕΔΔΑ. Όταν μία υπόθεση εισάγεται κατόπιν ατομικής προσφυγής, το Δικαστήριο του Στρασβούργου εξετάζει αν η διαδικασία στο σύνολό της πληροί τις απαιτήσεις της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ με τις οποίες διαπιστώνεται παραβίαση δικαιωμάτων είναι δεσμευτικές για το ελεγχόμενο κράτος, αλλά ασκούν επιρροή και στα λοιπά συμβαλλόμενα κράτη, καθόσον μέσω αυτών διαμορφώνεται ένα συνεκτικό «νομολογιακό δίκαιο», το οποίο δύνανται να επικαλούνται οι κατηγορούμενοι ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και ενώπιον των αστυνομικών αρχών.

Στο παρόν σημείο κρίνεται σκόπιμη μία σύντομη αναφορά στην ημεδαπή νομοθεσία. Ειδικότερα, αξίζει να επισημανθεί ότι τα τελευταία έτη παρατηρείται μία σαφής τάση προσαρμογής της ελληνικής έννομης τάξης προς τις επιταγές της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι, μετά την εισαγωγή του στοιχείου δ΄ στο άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, απειλείται με απόλυτη ακυρότητα κάθε δικονομική παραβίαση η οποία εκλαμβάνεται ως παραβίαση της ΕΣΔΑ και, ιδίως, του άρθρου 6 αυτής, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη αυτεπαγγέλτως ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, με τις νεότερες τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η επί ποινή απόλυτης ακυρότητας διασφάλιση των δικαιωμάτων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, υπό το πρίσμα

Σελ. 5

της ΕΣΔΑ, επεκτάθηκε και στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης ως προς τον ύποπτο τέλεσης εγκλήματος, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο ερευνάται για την τέλεση ή μη αξιόποινης πράξης.

Συγχρόνως με τις ανωτέρω εξελίξεις, ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη συμφώνησαν να θέσουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας τους σε ένα σύστημα με ενοποιητικά χαρακτηριστικά. Στο πλαίσιο αυτό ιδρύονται, το 1951, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), το 1957 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ) και, το 1958, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), δηλαδή οι τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, οι οποίες αρκετά έτη αργότερα οδήγησαν στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πρωτεργάτες και εμπνευστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης οραματίστηκαν τη συγκρότηση μίας Ευρώπης ασφάλειας και σταθερότητας, έχοντας ως κοινό ιδανικό τη δημιουργία μίας ενιαίας, ειρηνικής και ευημερούσας ευρωπαϊκής κοινότητας. Κατόπιν εκτεταμένων διαβουλεύσεων, κατά τη δεκαετία του 1990 υπογράφονται δύο Συνθήκες-ορόσημα για τη μετέπειτα πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: η Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1992 και η Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1999. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας και διαβίωσης των πολιτών της, εντός του οποίου θα εμπεδώνονται και θα ανθίζουν οι αρχές του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας και της ισότητας.

Εντός του ανωτέρω ιστορικού και θεσμικού πλαισίου ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εμπέδωσης του κράτους δικαίου, αναδεικνύεται σταδιακά ως κεντρικό ζήτημα η ανάγκη εξασφάλισης ουσιαστικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη, η οποία βρίσκει κατεξοχήν έκφραση στο δικαίωμα παροχής νομικής βοήθειας.

1.1.2. Ιστορική εξέλιξη του δικαιώματος νομικής βοήθειας

Ένα από τα πλέον καίρια δικαιώματα, το οποίο συνιστά δομικό στοιχείο του κράτους δικαίου, ιδίως στον χώρο του ποινικού δικαίου, είναι το δικαίωμα πρόσβασης σε συνήγορο και αποτελεσματικής υπεράσπισης κάθε κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως της φύσης και της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να θεωρείται πάντοτε αυτονόητο, ιδίως όταν η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου δεν του επιτρέπει την ελεύθερη επιλογή και αμοιβή συνηγόρου. Στις περιπτώσεις αυτές καθίσταται αναγκαία η ενεργοποίηση ενός θεσμού, ο οποίος, μολονότι προϋπήρχε, εδραιώνεται σταδιακά ως αναπόσπαστο στοιχείο της δίκαιης ποινικής διαδικασίας: η παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας (legal aid).

Η νομική βοήθεια συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο διασφαλίζει την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου και την αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιο-

Σελ. 6

σύνη. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (right to a fair trial) και ουσιώδες συστατικό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ευλόγως, συνδέεται άρρηκτα με την έννοια του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους, καθόσον η πρόσβαση σε αυτή παρέχει τη δυνατότητα στα πρόσωπα να προασπίζουν τα δικαιώματά τους ανεξαρτήτως της οικονομικής τους δύναμης. Η κατοχύρωσή της, συνεπώς, επηρεάζεται και συνδέεται στενά με την ιστορική εξέλιξη των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους άπτεται ενός εξαιρετικά ευαίσθητου και σύνθετου ζητήματος κρατικής κυριαρχίας. Ως αφετηρία της εξέλιξης αυτής αναφέρονται τα κράτη της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναδεικνύει εν τέλει το κοινωνικό κράτος σε προτεραιότητα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Τα κράτη μέλη της Ένωσης καλούνται έκτοτε να προβαίνουν σε θεσμικές τομές και υπερβάσεις σε κρίσιμους τομείς που άπτονται της εσωτερικής τους κυριαρχίας.

Μία από τις βασικές εκφάνσεις της νομικής βοήθειας είναι η εξασφάλιση υπεράσπισης από συνήγορο σε κάθε στάδιο απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, η νομική βοήθεια δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο πεδίο της ποινικής υπεράσπισης, αλλά εκτείνεται και στη μεσολάβηση με φορείς κοινωνικής προστασίας, όπως οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, με σκοπό την εξασφάλιση και κατοχύρωση δικαιωμάτων. Στην παρούσα μελέτη, η ανάλυση περιορίζεται στην παροχή νομικής βοήθειας στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.

Από ιστορική άποψη, η νομική βοήθεια διαδραμάτισε καίριο ρόλο τόσο κατά την εγκαθίδρυση του κράτους δικαίου όσο και ως προς την ενίσχυση της ανάγκης εμπέδωσης του σεβασμού των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά συνδέονται άρρηκτα με την κοινωνική ασφάλιση, τις κοινωφελείς υπηρεσίες, την υγεία και τους φορείς παροχής εκπαίδευσης, την πολιτική απασχόλησης, καθώς και με τη γενικότερη πολιτική καταπολέμησης των διακρίσεων και των κοινωνικών ανισοτήτων.

Κορυφαίοι θεωρητικοί της νομικής επιστήμης έχουν τοποθετηθεί επί του ζητήματος, προασπίζοντας τη σημασία του δικαιώματος στη νομική βοήθεια. Ενδεικτικώς, ο Mauro Cappelletti, Ιταλός δικηγόρος και Καθηγητής Νομικής, επισημαίνει ότι η νομική βοήθεια αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την πρόσβαση των ατόμων στο εκάστοτε σύστημα απονομής δικαιοσύνης, καθόσον επιτρέπει την ατομική διεύρυνση και την ουσιαστική κατοχύρωση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων. Οι απόψεις του αναπτύχθηκαν και βρήκαν

Σελ. 7

πρόσφορο έδαφος κυρίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, περίοδο κατά την οποία, παράλληλα με την εξέλιξη των καπιταλιστικών οικονομικών συστημάτων, αναδύθηκαν φιλελεύθερα μοντέλα κοινωνικού κράτους με έμφαση στην προστασία του ατόμου.

Κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, η φιλοσοφία της παροχής νομικής συνδρομής επικεντρώθηκε στη συλλογική κατοχύρωση και προώθηση των οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Θεμελιώδης παραδοχή αποτέλεσε η αντίληψη ότι οι πολίτες συνιστούν φορείς οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων. Παράλληλα, στο κράτος αναγνωρίστηκε ευθύνη προστασίας έναντι των προσώπων που αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν αυτοτελώς την υπεράσπισή τους, είτε λόγω οικονομικής ένδειας είτε λόγω ασθένειας, η οποία μπορούσε να συνεπάγεται προσωρινή ή ακόμη και ολική ανικανότητα προς εργασία.

Βασικός άξονας της προσέγγισης αυτής υπήρξε η κατοχύρωση των ανωτέρω δικαιωμάτων κυρίως μέσω πολιτικών και νομοθετικών πρωτοβουλιών και λιγότερο διά της ατομικής νομικής δράσης. Τα κράτη λειτούργησαν ως κεντρικοί φορείς παροχής υπηρεσιών σε συγκεντρωτικό επίπεδο, δίνοντας έμφαση στη μετάβαση από την ατομική στη συλλογική προστασία των δικαιωμάτων. Προς τον σκοπό αυτό θεσπίστηκε νομοθεσία με στόχο την ενίσχυση της παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύχθηκαν συστήματα βασισμένα στην αντίληψη ότι το κράτος όφειλε να συνδράμει τα πρόσωπα που εμπλέκονταν σε νομικές διαμάχες, με αφετηρία και πρώτο πεδίο εφαρμογής το οικογενειακό δίκαιο.

Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ο ρόλος του κράτους γνώρισε μία ουσιώδη μετατόπιση. Οι κοινωνικοί ρόλοι επαναπροσδιορίστηκαν και το ατομικό συμφέρον άρχισε να νοείται ως αναπόσπαστο μέρος και προϋπόθεση του κοινού καλού. Τα άτομα έθεταν πλέον ενεργά τους δικούς τους στόχους, ενώ το κράτος δικαίου, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι κοινωφελείς οργανισμοί άρχισαν να διευρύνονται και να ενισχύονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αυξήθηκε η ισχύς τόσο των φορέων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών όσο και των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνταν στον σχετικό τομέα. Στο μεταίχμιο των δεκαετιών 1960 και 1970, το αίτημα διεκδίκησης των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων κατέστη ακόμη εντονότερο, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν θεσμικοί

Σελ. 8

μηχανισμοί μέσω των οποίων τα δικαιώματα αυτά μπορούσαν πλέον να διεκδικηθούν και να κατοχυρωθούν αποτελεσματικότερα.

Αρκετοί δικηγόροι άρχισαν να επικαλούνται αυτοτελώς τη νομική βοήθεια, με σκοπό την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, καθώς και σε πρόσωπα που γενικώς βρίσκονταν σε κατάσταση αδυναμίας να εξασφαλίσουν συνήγορο. Επισημαίνεται, ότι η πρώιμη αυτή μορφή νομικής συνδρομής εμφανίστηκε κυρίως ως αποτέλεσμα μεμονωμένων πρωτοβουλιών φιλότιμων υπερασπιστών και όχι ως προϊόν οργανωμένης θεσμικής δράσης και περιορίστηκε, κατά κανόνα, στις αντιδικίες ιδιωτών με κρατικούς φορείς. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε επιτακτικότερη η παροχή, έστω και σε υποτυπώδη μορφή, νομικής βοήθειας έναντι αυθαίρετων κρατικών ενεργειών, οι οποίες μπορούσαν να απειλήσουν ουσιωδώς τα δικαιώματά τους. Αντίστοιχα κινήματα αναπτύχθηκαν στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, με πρωτοπόρες περιοχές τη Νέα Υόρκη και την Κολούμπια.

Κατά τη δεκαετία του 1980 ενισχύθηκε η παρουσία ιδιωτικών φορέων ασφάλισης, κυρίως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο πλαίσιο αυτό, η νομική βοήθεια παρεχόταν από ιδιωτικούς φορείς, εκ νέου όμως υπό τη μορφή παρεπόμενων δικαιωμάτων. Ενδεικτικώς, στην περίπτωση κατά την οποία ένας ιδιώτης ασφάλιζε το όχημά του σε ασφαλιστική εταιρεία, η τελευταία μπορούσε να του παράσχει νομική κάλυψη σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Με τον τρόπο αυτό, οι πολίτες αντιμετωπίζονταν πρωτίστως ως καταναλωτές, καθόσον η νομική βοήθεια εντάχθηκε στην επιχειρηματική δραστηριότητα ιδιωτικών εταιρειών, οι οποίες εξακολουθούσαν να στηρίζονται στην αγοραστική δύναμη του πολίτη, χωρίς να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη το ενδεχόμενο της ανεργίας ή της γενικότερης οικονομικής αδυναμίας. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, άρχισε σταδιακά να αναγνωρίζεται το ζήτημα της ουσιαστικής αδυναμίας πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη, κυρίως ως αποτέλεσμα της δράσης μη κυβερνητικών ομάδων πίεσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εγκαινιάσθηκε η διαδικασία διατύπωσης παραπόνων, ενώ ιδίως στις νομικές διαφορές με κρατικούς φορείς αναγνωρίστηκε η ανάγκη παροχής νομικής βοήθειας σε περιπτώσεις διαπιστωμένης οικονομικής αδυναμίας.

Πρόκληση εξακολουθούσε να αποτελεί η παροχή νομικής συνδρομής στο πλαίσιο ποινικών αντιδικιών μεταξύ ιδιωτών. Όπως ορθώς επισημαίνει ο Ανδρουλάκης, ενόψει τέτοιων διαφορών οφείλει να ενεργοποιείται η δικαιοδοτική λειτουργία της πολιτείας μέσω της δίκης, προκειμένου να διασφαλισθεί η απρόσκοπτη εφαρμογή των νομικών κανόνων συμπεριφοράς. Ο τομέας αυτός συνιστούσε στάδιο μετεξέλιξης του θεσμού, μέσω του οποίου το κράτος αναλάμβανε τη διασφάλιση της προστασίας του πολίτη έναντι κάθε απόπειρας παραβίασης των δικαιωμάτων του, είτε από κρατικούς είτε από ιδιωτικούς φορείς. Παράλληλα,

Σελ. 9

ανέκυπτε διαρκώς το ζήτημα της χρηματοδότησης του όλου εγχειρήματος, καθόσον, ιδίως στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, η παροχή νομικής βοήθειας θα έπρεπε να λάβει τη μορφή ολοκληρωμένης κρατικής κάλυψης, με τον διορισμό συνηγόρου για τον κατηγορούμενο, για τις υπηρεσίες του οποίου καθίστατο αναγκαία η καταβολή ορισμένου αντιτίμου.

Σημείο αναφοράς για την ανάδειξη της νομικής βοήθειας ως θεμελιώδους δικαιώματος σε παγκόσμιο επίπεδο αποτέλεσε η κατοχύρωσή της στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. δ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εγγύηση «να παρίσταται στη δίκη και να υπερασπιστεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως ή με τη βοήθεια του συνηγόρου της επιλογής του. Εάν δεν έχει συνήγορο, να ενημερωθεί για το δικαίωμά του αυτό και να διορισθεί συνήγορος αυτεπαγγέλτως σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται για το συμφέρον της δικαιοσύνης, χωρίς ο κατηγορούμενος να βαρύνεται με την αμοιβή του, εάν δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τον πληρώσει».

Άξια ιδιαίτερης προσοχής είναι και η συναφής πρωτοβουλία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος προέβη στην καταγραφή αρχών και κατευθυντήριων γραμμών αναφορικά με την πρόσβαση σε νομική βοήθεια στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης. Το σχετικό κείμενο υιοθετήθηκε υπό τη μορφή Ψηφίσματος από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2012 και έκτοτε λειτουργεί ως πλαίσιο καθοδήγησης για τα κράτη της διεθνούς κοινότητας ως προς τον τρόπο πρακτικής εφαρμογής του δικαιώματος στη νομική βοήθεια.

Σήμερα, υπό τα ισχύοντα δεδομένα της διεθνούς και ευρωπαϊκής πραγματικότητας, η ανάγκη υπεράσπισης του υπόπτου και του κατηγορουμένου από συνήγορο διορισμένο από το κράτος καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική. Η οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα μας αλλά και τον πλανήτη στο σύνολό του, επιφέροντας σοβαρές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες, σε συνδυασμό με την ανθρωπιστική κρίση και τη μαζική μετακίνηση, νόμιμη ή μη, προσώπων προς χώρες των οποίων τη γλώσσα αγνοούν, διαμόρφωσαν πρωτόγνωρες συνθήκες στον τομέα απονομής της δικαιοσύνης. Οι δικαστικές αρχές καλούνται να τηρούν, όπως οφείλουν, κατά πιστή εφαρμογή, τις διακηρύξεις που αφορούν την προάσπιση και προστασία των δικαιωμάτων των υπόπτων και κατηγορουμένων, ιδίως κατά τον χρόνο που αυτοί εμφανίζονται ενώπιόν τους χωρίς τον συνήγορο που ο νόμος τους αναγνωρίζει. Ακριβώς στο σημείο αυτό, η ζυγαριά βρίσκεται μετέωρη μεταξύ, αφενός, της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, μέσω του πλήρους σεβασμού των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, και, αφετέρου, μίας ενδεχομένως επιβαρυμένης δημοσιονομικής κατάστασης του κράτους, το οποίο δυσκολεύεται να υποστηρίξει οικονομικά έναν τέτοιο θεσμό.

Σελ. 10

Η ανωτέρω προβληματική καθίσταται ακόμη εντονότερη στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων υπόπτων και κατηγορουμένων συνδέεται άρρηκτα με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και τη λειτουργία ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

1.2. Τα δικαιώματα υπόπτων και κατηγορουμένων στον ενωσιακό χώρο

1.2.1. Η Πράσινη Βίβλος και η Πρόταση Απόφασης-Πλαίσιο

Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις ήδη από πρώιμο στάδιο κατέδειξαν την αντίληψη των ενωσιακών θεσμών ως προς την ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των προσώπων που άγονται ενώπιον ποινικού ακροατηρίου, ως θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου. Σημείο αναφοράς στο πλαίσιο αυτό αποτέλεσε η Πράσινη Βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «για τις δικονομικές εγγυήσεις υπέρ των υπόπτων και των κατηγορουμένων στις ποινικές διαδικασίες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση». Η Επιτροπή επισήμανε ότι επρόκειτο για μία προσπάθεια καθιέρωσης μίας δέσμης κοινών «ελάχιστων» (στοιχειωδών) δικονομικών δικαιωμάτων για τους υπόπτους και τους κατηγορουμένους, με στόχο την ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία συνιστά βασική προϋπόθεση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών δικαστικών αποφάσεων. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, η αμοιβαία αναγνώριση των ποινικών δικαστικών αποφάσεων αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας στον ενωσιακό χώρο.

Σελ. 11

Η Πράσινη Βίβλος αποτέλεσε την αφετηρία για την καθιέρωση μίας σειράς εγγυήσεων στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης, οδηγώντας τελικώς στην υιοθέτηση σειράς Οδηγιών που αφορούν τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα σε επόμενο κεφάλαιο (βλ. υπό 3.1). Ειδικότερα, παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθούσε αποτελεσματικά τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στην πλειονότητα των τομέων δράσης της, σε ζητήματα δικονομικής ισότητας και δικαιοσύνης επικρατούσε μία εμφανής επιφυλακτικότητα, συνοδευόμενη από διαρκή δισταγμό εκ μέρους των εθνικών αρχών. Με την Πράσινη Βίβλο εκκίνησε σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων, μεταξύ άλλων και σε ζητήματα αποτελεσματικής πρόσβασης σε συνήγορο, ακόμη και στο πλαίσιο αυτεπάγγελτου διορισμού αυτού με δημόσιες δαπάνες. Η πρωτοβουλία αυτή έγινε δεκτή από την πλειοψηφία όχι μόνο των κρατών μελών, αλλά και από φορείς που συνδέονται ευρύτερα με τον χώρο της απονομής της δικαιοσύνης, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δικηγορικές ενώσεις και δικαστικές αρχές. Σημαντικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή διαδραμάτισε το γεγονός ότι ο ενωσιακός χώρος ήταν ήδη προετοιμασμένος για μία τέτοια εξέλιξη, δεδομένου ότι, ήδη από το 1998, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Ανακοίνωσή της με τίτλο «Προς έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης», είχε αναδείξει την ανάγκη θέσπισης κοινών κανόνων προστασίας των δικαιωμάτων των προσώπων που εμπλέκονται σε ποινικές διαδικασίες. Καθίστατο, άλλωστε, σαφές ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στερείται ουσιαστικού περιεχομένου, εάν δεν συνοδεύεται από την εξασφάλιση ίσης μεταχείρισης των πολιτών, ανεξαρτήτως του κράτους μέλους στο οποίο μεταβαίνουν.

Σελ. 12

Το εγχείρημα της εδραίωσης ενός κοινού χώρου Δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί εύκολο, ιδίως αν ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά δικονομικά συστήματα των κρατών μελών, τα οποία, στο πλαίσιο της κυριαρχικής τους εξουσίας, διαμορφώνουν το δικονομικό τους πλαίσιο υπό το πρίσμα των βασικών δικαιικών κατευθύνσεων της εσωτερικής τους έννομης τάξης. Πέραν τούτου, η απλή ιδιότητα ενός κράτους ως συμβαλλόμενο μέρος στην ΕΣΔΑ δεν εγγυάται αφ’ εαυτής την ενιαία εφαρμογή των διατάξεών της ούτε την ομοιόμορφη προστασία των κατοχυρούμενων δικαιωμάτων. Συναφώς, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και των μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστικών αρχών είναι δυνατόν να κλονίσει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Τούτο διότι, εφόσον κάθε πρόσωπο δύναται να αντιμετωπισθεί με διαφορετικό τρόπο, αναλόγως του ποινικού συστήματος του κράτους στο οποίο ενδέχεται να προσφύγει ή να συλληφθεί, δημιουργείται το κίνητρο μετακίνησης προς το κράτος με τα ηπιότερα μέσα δικονομικού καταναγκασμού (forum shopping), γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές παραβιάσεις και αδικίες.

Περαιτέρω, η προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών και αστυνομικών αρχών, με την καθοριστική συνδρομή οργανισμών όπως η Europol, η Eurojust και η OLAF, καθώς και μέσω εργαλείων όπως το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνέβαλε στην εδραίωση της δικαστικής συνεργασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συνεργασία αυτή, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από μόνη της επαρκής. Παράλληλα, καθίστατο αναγκαία η διασφάλιση ότι εντός του εν λόγω χώρου συνεργασίας τηρείται πλήρως ο σεβασμός των δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων, προκειμένου να αποτραπεί η καταχρηστική εκμετάλλευση ευάλωτων προσώπων. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ενισχυόταν μεν ο μηχανισμός πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, πλην όμως θα παρέμεναν κενό γράμμα οι διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα, τη δίκαιη δίκη και την ισότητα στην απονομή της δικαιοσύνης.

Οι ανωτέρω σκέψεις σχετικά με την επιφυλακτικότητα με την οποία κάθε κράτος μέλος αντιμετωπίζει το δικονομικό σύστημα ενός άλλου κράτους μέλους αποτυπώθηκαν το έτος 2004 στην Πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την υιοθέτηση μίας Απόφασης-Πλαίσιο «σχετικά με ορισμένα δικονομικά δικαιώματα στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση». Η Πρόταση αποσκοπούσε πρωτίστως στην επίτευξη όσο το δυνατόν ευρύτερης συναίνε-

Σελ. 13

σης ως προς ορισμένα θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα, προκειμένου να διασφαλιστεί ένας ελάχιστος βαθμός συμβατότητας μεταξύ των εννόμων τάξεων των κρατών μελών. Μεταξύ των δικαιωμάτων που προέβλεπε η Πρόταση συγκαταλεγόταν το δικαίωμα των υπόπτων και των κατηγορουμένων να εκπροσωπούνται από συνήγορο σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, με ρητή πρόβλεψη της υποχρέωσης των κρατών μελών να παρέχουν τη δυνατότητα δωρεάν νομικής βοήθειας σε όσους αδυνατούν να καλύψουν το σχετικό κόστος με ίδιους πόρους.

Αρχικώς, η Πρόταση αντιμετωπίσθηκε με σχετικώς θετικό τρόπο, γεγονός που αποτυπώθηκε στην υιοθέτηση του πενταετούς Προγράμματος της Χάγης από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2004. Το Πρόγραμμα της Χάγης διακήρυττε την ανάγκη ανάληψης ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, θέτοντας ως στόχο τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των βασικών δικονομικών εγγυήσεων τόσο από τα κράτη μέλη όσο και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η δυσπιστία με την οποία οι εκπρόσωποι των κρατών μελών αντιμετώπισαν την Πρόταση και, τελικώς, η αδυναμία εδραίωσής της κατέδειξαν εκ νέου ότι εξακολουθεί να επικρατεί καχυποψία και

Σελ. 14

αμοιβαία αμφισβήτηση μεταξύ των εθνικών εννόμων τάξεων. Καθίστατο έτσι εμφανές ότι η απλή συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η εξ αυτής απορρέουσα «υποχρέωση» τήρησης των εγγυήσεων της ΕΣΔΑ απείχαν σημαντικά από την ύπαρξη ουσιαστικής συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των εθνικών εννόμων τάξεων. Παρά τις κοινές αρχές που υφίστανται σε ενωσιακό επίπεδο, οι ισχύοντες κανόνες και πρακτικές των κρατών μελών παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις, οδηγώντας σε ελλείψεις ως προς την προστασία του δικαιώματος νομικής βοήθειας και, ευρύτερα, της δίκαιης δίκης. Οι ελλείψεις αυτές δύνανται να υπονομεύσουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη και τη δικαστική συνεργασία στον χώρο του ποινικού δικαίου, επηρεάζοντας, κατά συνέπεια, την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ενωσιακού χώρου δικαιοσύνης. Η ανάγκη αντιμετώπισης των ανωτέρω αποκλίσεων κατέστησε επιτακτική την ανάληψη συντονισμένων πρωτοβουλιών σε ενωσιακό επίπεδο, με σκοπό τη θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων προστασίας των δικονομικών δικαιωμάτων.

1.2.2. Ο «Οδικός Χάρτης» και το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Οι δράσεις έως την θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας

Ο Οδικός Χάρτης «για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες», ο οποίος αποδίδεται ορθότερα

Σελ. 15

στην ελληνική γλώσσα ως «Χάρτης Πορείας», αποτέλεσε πρόταση της Σουηδικής Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κατά τη διάρκεια της θητείας της, από τον Ιούλιο έως και τον Δεκέμβριο του 2009. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής, η Προεδρία απηύθυνε πρόσκληση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει χωριστή πρόταση για καθένα από τα προβλεπόμενα μέτρα. Τα μέτρα αυτά αφορούσαν το δικαίωμα μετάφρασης και διερμηνείας (Μέτρο Α), το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με τα δικαιώματα και τις κατηγορίες (Μέτρο Β), το δικαίωμα πρόσβασης σε (δωρεάν) συνήγορο (Μέτρο Γ), το δικαίωμα επικοινωνίας των συλληφθέντων με συγγενείς, εργοδότες και προξενικές αρχές (Μέτρο Δ), την ειδική μέριμνα για τα ευάλωτα πρόσωπα (Μέτρο Ε) και, τέλος, την υποβολή Πράσινης Βίβλου σχετικά με τον έλεγχο της διάρκειας της προσωρινής κράτησης (Μέτρο ΣΤ). Η σχεδόν άμεση υιοθέτηση του Χάρτη, κατόπιν συνοπτικών διαβουλεύσεων, υπό τη μορφή Ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αποτέλεσε ισχυρή ένδειξη της επιτακτικής ανάγκης για σύμπνοια στον χώρο του ενωσιακού ποινικού δικονομικού δικαίου. Ο κυριαρχικός τρόπος με τον οποίο οι εθνικές έννομες τάξεις αντιμετώπιζαν έως τότε τους υπόπτους και τους κατηγορουμένους, επιδεικνύοντας έντονη δυσπιστία ως προς τις πρακτικές άλλων κρατών μελών, δεν επέτρεπε πλέον τη διατήρηση καθεστώτος αδράνειας.

Τον Οδικό Χάρτη ακολούθησε η υποβολή του πενταετούς Προγράμματος της Στοκχόλμης από τη Σουηδική Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Με το Πρόγραμμα αυτό, το οποίο ενσωμάτωσε τον Οδικό Χάρτη, καθορίστηκαν οι

Σελ. 16

προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον χώρο της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, με στόχο την ενίσχυση των τομέων αυτών μέσω δράσεων προσανατολισμένων στις ανάγκες των πολιτών. Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων περιλαμβάνονταν η δημιουργία μίας «Ευρώπης των δικαιωμάτων» και μίας «Ευρώπης του δικαίου και της Δικαιοσύνης», ενώ προβλέφθηκε ρητώς η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών. Παράλληλα, στο πλαίσιο των δράσεων για τη συγκρότηση μίας Ευρώπης της Δικαιοσύνης, τονίσθηκε όχι μόνον η σημασία της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων, αλλά και η ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών μέσω της θέσπισης κοινών ελάχιστων κανόνων δικαίου.

Είναι πλέον εμφανής η στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τον πολίτη και την ενίσχυση της προστασίας των δικαιωμάτων του εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Ήδη, σύμφωνα με την εισαγωγή του κειμένου του Προγράμματος της Στοκχόλμης, «[τ]ο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαιώνει την προτεραιότητα που αποδίδει στην ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ανταποκρινόμενο σε βασικό μέλημα των λαών των κρατών που έχουν συνενωθεί στο πλαίσιο της Ένωσης». Περαιτέρω, από το κείμενο του Προγράμματος προκύπτει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επικροτεί την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι πολίτες και οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις θα διαθέτουν περισσότερες δυνατότητες να προβάλλουν και να ανταλλάσσουν δημοσίως τις απόψεις τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης, ενώ τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καλούνται να αξιοποιούν κάθε διαθέσιμη ευκαιρία για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης προς όφελος των πολιτών της Ένωσης. Οι ανωτέρω κατευθύνσεις αποτυπώνουν με σαφήνεια τη μετατόπιση του ενωσιακού εγχειρήματος προς έναν περισσότερο ανθρωποκεντρικό και δικαιωματικό προσανατολισμό, ο οποίος βρίσκει την πλήρη θεσμική του έκφραση με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Σελ. 17

1.2.3. Η Συνθήκη της Λισαβόνας και ο ΧΘΔΕΕ – Αφετηρία μίας νέας εποχής

Η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2009, η οποία συνέπεσε χρονικά με την υιοθέτηση του Οδικού Χάρτη και του Προγράμματος της Στοκχόλμης, επέφερε ουσιώδεις μεταβολές στο θεσμικό και νομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχύοντας παράλληλα τη δημοκρατική της νομιμοποίηση και τη συμμετοχή των πολιτών της. Η Συνθήκη αυτή σηματοδότησε την αφετηρία μίας νέας εποχής για το ενωσιακό ποινικό σύστημα, τόσο σε ουσιαστικό όσο και σε δικονομικό επίπεδο, καθόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση απέκτησε πλέον ρητή αρμοδιότητα στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης. Με την κατάργηση του έως τότε ισχύοντος συστήματος των πυλώνων, η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις εντάχθηκε στο Κεφάλαιο 4 του Τίτλου V της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο αφορά τον «Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης». Σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 1 ΣΛΕΕ, «Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών [...]».

Στα άρθρα 82 παρ. 2 και 3 και 83 ΣΛΕΕ προβλέπονται οι όροι και τα όρια της ενωσιακής αρμοδιότητας στον τομέα της προσέγγισης των κανόνων του δικονομικού και του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αντιστοίχως. Ειδικότερα, στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 82 ΣΛΕΕ ορίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δύνανται, με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μέσω Οδηγιών, να θεσπίζουν ελάχιστους κανόνες, μεταξύ άλλων, και για «τα δικαιώματα των

Σελ. 18

προσώπων στην ποινική διαδικασία». Παράλληλα, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 82 ΣΛΕΕ, στο πλαίσιο του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, αναγνωρίζει ρητώς στα κράτη μέλη τη δυνατότητα «να διατηρούν ή να εισάγουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των προσώπων». Η ρύθμιση αυτή λειτουργεί ουσιαστικά ως μία «ρήτρα επί τα βελτίω», με αποτέλεσμα όχι μόνο να αναγνωρίζεται αλλά και να υπερισχύει κάθε εθνική διάταξη που παρέχει αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων ενός προσώπου, ακόμη και όταν αυτή υπερβαίνει το επίπεδο προστασίας που προβλέπεται σε ενωσιακή Οδηγία. Κατά συνέπεια, η δεσμευτικότητα της Οδηγίας εξαντλείται στη διαμόρφωση ενός κοινού ελάχιστου επιπέδου προστασίας, επιτρέποντας στις εθνικές δικαστικές και διωκτικές αρχές να κινούνται ευχερώς μόνον υπεράνω αυτού. Κάθε απόκλιση προς τα κάτω θα συνιστούσε, αντιθέτως, σαφή περίπτωση παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στη Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέφθηκε η δυνατότητα προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Παράλληλα, σε αυτή προσαρτήθηκε ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) ο οποίος κατέστη νομικά δεσμευτικός για τα όργανα της Ένωσης και για τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ΧΘΔΕΕ διαθέτει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Μέσω της νομικής του δεσμευτικότητας, ενισχύεται περαιτέρω η εγγύηση της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών στον ευρωπαϊκό χώρο.

Ο ΧΘΔΕΕ εντάσσεται σε μία κατηγορία κειμένων τα οποία διακηρύσσουν, με τρόπο κατηγορηματικό, την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης μέσω μίας δίκαιης διαδικασίας, με την τήρηση όλων των εγγυήσεων που αφορούν τον κατηγορούμενο ή τον ύποπτο, ο οποίος ενδέχεται να καταστεί κατηγορούμενος. Το κράτος δικαίου, στο οποίο γίνεται επίκληση ήδη από το προοίμιο του ΧΘΔΕΕ, πραγματώνεται μέσω της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης και της πλήρους τήρησης των δικονομικών εγγυήσεων. Με την ενίσχυση του ανθρωποκεντρικού πνεύματος

Σελ. 19

που διαπνέει διαχρονικά την ευρωπαϊκή ενοποίηση, με αναφορά στην πλούσια ευρωπαϊκή πνευματική και ηθική κληρονομιά και με βασική πηγή έμπνευσης την ΕΣΔΑ, ο ΧΘΔΕΕ υιοθετήθηκε σε μία περίοδο καθοριστική για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτέλεσε ένα σύνθετο και απαιτητικό εγχείρημα, το οποίο τελικώς ευοδώθηκε, θέτοντας νέες βάσεις στη δομή της Ένωσης, με τη φιλοδοξία όχι απλώς της τυπικής κατοχύρωσης, αλλά της ουσιαστικής εγγύησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε κάθε έκφανση του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού βίου. Στα ανωτέρω προστίθεται και ο ενισχυμένος, καθώς και σαφώς διευρυμένος, ρόλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το οποίο, μετά την κατάργηση του συστήματος των πυλώνων, απέκτησε δικαιοδοσία σε ολόκληρο τον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης.

Το πνεύμα του ΧΘΔΕΕ συνάδει απολύτως με εκείνο της ΕΣΔΑ. Ο ΧΘΔΕΕ και η ΕΣΔΑ συγκαταλέγονται, αναμφίβολα, μεταξύ των σημαντικότερων νομικών κειμένων στα οποία προβλέπονται ρητώς τα δικαιώματα και οι εγγυήσεις των πολιτών. Τα κείμενα αυτά διακηρύσσουν πανηγυρικά την προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και της ασφάλειας, ενώ, στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά αντίθετη προς τον νόμο, προβλέπουν την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης μέσω μίας δίκαιης δίκης. Ο ΧΘΔΕΕ λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα εθνικά κείμενα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και προς την ίδια την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, από το άρθρο 52 παρ. 3 ΧΘΔΕΕ προκύπτει ο λεγόμενος «μετακανόνας», σύμφωνα με τον οποίο, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα τα οποία αντιστοιχούν σε δικαιώματα που εγγυάται η ΕΣΔΑ, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η Σύμβαση. Παράλληλα, το άρθρο 53 ΧΘΔΕΕ προβλέπει συναφώς

Σελ. 20

ότι καμία διάταξή του δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιορίζει ή θίγει τα αναγνωριζόμενα, μεταξύ άλλων, από την ΕΣΔΑ δικαιώματα. Πάντως, οι δυνατότητες του Χάρτη δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί πλήρως, ενώ η επίκλησή του από εθνικά δικαστήρια, κοινοβούλια και κυβερνήσεις παραμένει σχετικά περιορισμένη.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας έθεσε τις βάσεις μίας περισσότερο ενισχυμένης συνεργασίας, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον κίνδυνο μη ενιαίας προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ως απόρροια της στάσης των κρατών μελών ως προς την υιοθέτηση και ενσωμάτωση κοινών κανόνων. Ωστόσο, η θεσμοθέτηση του αποκαλούμενου μηχανισμού της εφεδρικής τροχοπέδης, κατά την παρ. 3 του άρθρου 82 ΣΛΕΕ, καταδεικνύει τη βούληση των κρατών μελών να διατηρήσουν την εθνική τους κυριαρχία, όταν το εκάστοτε σχέδιο Οδηγίας «θίγει θεμελιώδεις πτυχές» του εθνικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Η δυνατότητα αυτή δύναται να ανακόψει την προσπάθεια δημιουργίας ενός ενιαίου χώρου δικαιοσύνης, υπονομεύοντας συγχρόνως τη σημασία του ως αναγκαίου και ικανού όρου επιβίωσης της διευρυμένης Ευρώπης. Περαιτέρω, η πρόβλεψη της δυνατότητας ενισχυμένης συνεργασίας, εφόσον συναινέσουν σε αυτήν τουλάχιστον εννέα κράτη μέλη, ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας πολλαπλών διαφοροποιήσεων και εξαιρέσεων, σε σημείο ώστε η εξαίρεση να τείνει να καταστεί κανόνας.

Back to Top