Καλοκαιρινές προσφορές έως -30% για λίγες ημέρες

ΤΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΔΑΣ


Η αντιδικία για την κυριότητα μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 8.6€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 28,00 € Ειδική Τιμή 23,80 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18664
Δασκαλόπουλος Π.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17χ24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 168
  • ISBN: 978-960-654-793-5

Το έργο «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας» εξετάζει την αντιδικία μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου για την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται εάν το δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας και επί των παραλιμνίων αυτής εκτάσεων αποκτήθηκε από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου κατά τις ιστορικές περιόδους που μεσολάβησαν από την ίδρυση της Ιεράς Μονής έως τη σύγχρονη εποχή. Στο δεύτερο μέρος της μονογραφίας εξετάζεται εάν η Μονή μετά την ένταξη της Θράκης στον εθνικό κορμό το 1920 απώλεσε με νεότερες συμφωνίες, που αυτή σύναψε με το Ελληνικό Δημόσιο, τα τυχόν υπάρχοντα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα.
Το έργο αποτελεί ένα απαραίτητο εγχειρίδιο για κάθε νομικό που ασχολείται με το Εκκλησιαστικό δίκαιο όπως και για κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται για το ακανθώδες εξεταζόμενο ζήτημα.

Πρόλογος VII

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

§1. Αντικείμενο της εργασίας 1

§ 2. Η λίμνη Βιστωνίδα 2

§ 3. Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου 3

Ι. Η ίδρυσή της 3

ΙΙ. Η ιστορία της Μονής από τη βυζαντινή εποχή μέχρι σήμερα 5

ΙΙΙ. Το μετόχι της Μονής στο Περιθεώριο της Βιστωνίδας λίμνης 10

§ 4. Δυνατότητα κτήσης ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας επί λίμνης κατά
το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο 12

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Έρευνα της κτήσης κυριότητας της Μονής Βατοπαιδίου
επί της λίμνης Βιστωνίδας και της παραλίμνιας περιοχής της
από την ίδρυση της Μονής έως και την ενσωμάτωση
της Δυτικής Θράκης στον εθνικό κορμό (1920)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

Περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

§ 5. Δυνατότητα κτήσης ακίνητης περιουσίας από Μονές 15

§ 6. Νομική αξία των αυτοκρατορικών χρυσοβούλλων ως τίτλων κτήσης
εμπραγμάτων δικαιωμάτων 18

Ι. Έννοια και χαρακτηριστικά των χρυσοβούλλων 18

ΙΙ. Ρυθμιστικό περιεχόμενο των χρυσοβούλλων και κατηγοριοποίηση
των χρυσοβούλλων με βάση το κανονιστικό περιεχόμενό τους 19

1. Χρυσόβουλλα που εισάγουν ρυθμίσεις γενικές και αφηρημένες 20

2. Χρυσόβουλλα που εισάγουν ειδικές και συγκεκριμένες ρυθμίσεις. 20

3. Χρυσόβουλλα που συνδέονται με την εξωτερική πολιτική 20

III. Ο χαρακτηρισμός των χρυσοβούλλων με ειδικό περιεχόμενο ως πράξεων
βασιλικής φιλοτιμίας 20

IV. Η δεσμευτικότητα των χρυσοβούλλων 21

V. Αυτοκρατορικές δωρεές υπέρ των Μονών περιβαλλόμενες τον τύπο του
χρυσοβούλλου 22

VI. Τα χρυσόβουλλα ως νόμιμοι τίτλοι κυριότητας κατά παράγωγο τρόπο 26

VII. Το ζήτημα της ανανέωσης και της χρονικής ισχύος των χρυσοβούλλων 29

VIII. Αναγνώριση των χρυσοβούλλων ως εγκύρων και δεσμευτικών τίτλων
κυριότητας στη σύγχρονη έννομη τάξη 31

§7. Τα επικληθέντα από τη Μονή χρυσόβουλλα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων
προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητάς της επί της λίμνης Βιστωνίδας 35

Ι. Χρυσόβουλλο Αυτοκράτορος Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη (1080) 35

ΙΙ. Χρυσόβουλλο Αυτοκράτορος Ανδρονίκου Γ’ Παλαιολόγου (1329) 36

ΙΙΙ. Χρυσόβουλλο Αυτοκράτορος Ιωάννου Ε’ Παλαιολόγου (1357) 39

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

Περίοδος της Σερβικής Κατακτήσεως

§8. Η εγκόλπωση της πολιτικής ιδεολογίας των Βυζαντινών από τους Σέρβους Δεσπότες 41

§9. Τα επικληθέντα από τη Μονή χρυσόβουλλα του Σέρβου Δεσπότη Στεφάνου Ούγκλεση προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας 42

Ι. Ορισμός (Χρυσόβουλλο) του Ιωάννη Ούγκλεση του έτους 1369 42

ΙΙ. Χρυσόβουλλο του Ιωάννη Ούγκλεση του έτους 1371 43

§ 10. Έλλειψη προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας
με χρησικτησία κατά τη σερβική και μετασερβική περίοδο 45

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

Περίοδος της Οθωμανικής Κυριαρχίας

§ 11. Η ακίνητη περιουσία των Χριστιανών κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο 49

 

§ 12. Προνόμια υπέρ των Μονών παραχωρηθέντα με Έγγραφους Ορισμούς
αναφορικά με την ακίνητη περιουσία τους 51

Ι. Γενικά περί «Εγγράφων Ορισμών» 51

ΙΙ. Ο «Αχδανμές» του Προφήτη Μωάμεθ υπέρ της Ιεράς Μονής του Όρους
Σινά (627) 51

ΙΙΙ. Ο «Αχδανμές» του Χαλίφ Ομέρ περί του αναπαλλοτρίωτου της μοναστηριακής περιουσίας (636) 52

ΙV. Σουλτανικά Φιρμάνια προ της Αλώσεως αναγνωριστικά της κυριότητας των Αγιορειτικών Μονών και ειδικότερα της Μονής Βατοπαιδίου 53

V. Βεράτιο του Πορθητή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη περί τηρήσεως του αναπαλλοτριώτου της μοναστηριακής περιουσίας 54

§ 13. Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Μονών από απόψεως οθωμανικής
νομοθεσίας 55

Ι. Το άρθρο 122 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών σχετικά με το αναπαλλοτρίωτο
της μοναστηριακής περιουσίας (1858) 55

ΙΙ. Ο Κανονισμός της 20ης Ζηλχιτζέ 1294 Εγίρας (1877) περί αναπαλλοτρίωτου
της αγιορειτικής περιουσίας 57

§ 14. Αναγνώριση από το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο και από την οθωμανική νομοθεσία των προϋφιστάμενων της Τουρκοκρατίας τίτλων κυριότητας
της Μονής Βατοπαιδίου 57

§ 15. Η εγγραφή της αγιορειτικής περιουσίας στο Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο 58

Ι. Η επαναγορά της αγιορειτικής περιουσίας από τις Μονές και η εγγραφή της
στο Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο (1569) μετά τη δήμευσή της από τον Σελίμ Β’ 58

ΙΙ. Απουσία αναφοράς στο Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο περί μετοχίου
της Μονής Βατοπαιδίου στη λίμνη Βιστωνίδα 59

§ 16. Απόκτηση κυριότητας με τίτλο κτήσης Πατριαρχικά Έγγραφα 59

Ι. Η αναγνώριση διά Βερατίου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ως ανώτατου διοικητικού οργάνου των Ορθοδόξων Χριστιανών 59

ΙΙ. Πατριαρχικά Έγγραφα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας 61

1. Τακρίριο Πατριάρχη Νεοφύτου Ζ’ προς τον Καπουτάν-πασά Χουσεΐν Πασσά
Εφέντη (1791) 61

2. Συνοδική Επιστολή Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ προς τον Μητροπολίτη Ξάνθης
Σεραφείμ (1806) 62

3. Σιγίλλιο Πατριάρχη Κωνστάντιου Α’ (1835) 64

4. Σιγίλλιο Πατριάρχη Γρηγορίου Στ’ (1839) 65

ΙΙΙ. Έλλειψη δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του Πατριάρχη αναφορικά με τα εμπράγματα δικαιώματα επί δημοσίων οθωμανικών γαιών 66

1. Δικαιοδοσία του Πατριάρχη αποκλειστικά επί των ανηκουσών σε Ορθοδόξους
Χριστιανούς γαιών 66

2. Εκτός δικαιοδοτικής εξουσίας του Πατριάρχη η λίμνη Βιστωνίδα ως ανήκουσα
στη δημόσια οθωμανική κτήση 67

§ 17. Μη απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ)
της Μονής επί της λίμνης Βιστωνίδας 68

§ 18. Καμία απόκτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων της Μονής Βατοπαιδίου
επί της λίμνης Βιστωνίδας με χρησικτησία λόγω μη αναγνώρισης της
από το οθωμανικό δίκαιο ως τρόπο κτήσης κυριότητας 69

§ 19. Διαχείριση της λίμνης Βιστωνίδας καθ’ ολη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας
από τον Σουλτάνο 70

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

Περίοδος της Βουλγαρικής Κατοχής και της Διασυμμαχικής Διοίκησης

§ 20. Περίοδος της Βουλγαρικής Κατοχής 72

§ 21. Περίοδος της Διασυμμαχικής Διοίκησης 72

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η διαρρύθμιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της λίμνης
Βιστωνίδας και της παραλίμνιας περιοχής της από την απόδοση
της Δυτικής Θράκης στην Ελληνική Πολιτεία μέχρι σήμερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

Η έναρξη της πρώτης αντιδικίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου
και Μονής Βατοπαιδίου αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Λίμνης Βιστωνίδας και η λήξη της με την υπογραφή σύμβασης συμβιβασμού

§ 22. Το νομικό καθεστώς των τέως οθωμανικών γαιών στις Νέες Χώρες 75

Ι. Η σύμβαση των Αθηνών περί αναγνωρίσεως των οθωμανικών ιδιοκτησιακών
τίτλων (1913) 75

ΙΙ. Διατήρηση της ισχύος της οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας
με τον Ν 147/1914 76

III. Μετατροπή του δικαιώματος εξουσίασης σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας
με το Ν 1072/1917 77

IV. Επέκταση της αναγνώρισης των οθωμανικών ιδιοκτησιακών τίτλων στη Θράκη 77

V. Αδύνατη η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε δημόσια ακίνητα στις Νέες Χώρες 79

§ 23. Η αγωγή της Μονής Βατοπαιδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου
ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα
την αναγνώρισή της ως κυρίας της λίμνης Βιστωνίδας (1-5-1922) 80

§ 24. Προσπάθειες συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς 81

Ι. Η από 23-5-1923 επιστολή της Μονής Βατοπαιδίου προς το Υπουργείο Γεωργίας 81

ΙΙ. Το από 29-3-1924 έγγραφο του Πρωθυπουργού Παπαναστασίου προς
τον Ιγνάτιο Βατοπαιδινό 82

§ 25. Ανάληψη υποχρέωσης του Δημοσίου με την έκδοση του ΝΔ της 8-4-1924 σύναψης δύο συμβάσεων με τη Μονή Βατοπαιδίου 84

Ι. Η σύμβαση εκμίσθωσης προς το Δημόσιο κτημάτων του Αγίου Όρους 84

ΙΙ. Η σύμβαση περί απόδοσης της αποκλειστικής κατοχής της λίμνης Βιστωνίδας
και μεταβίβασης όλων των υπό του Δημοσίου ασκούμενων δικαιωμάτων
στη Μονή Βατοπαιδίου 85

ΙΙΙ. Οι αμφιβολίες ως προς το εύρος της μεταβίβασης στη Μονή Βατοπαιδίου
όλων των υπό του Δημοσίου ασκουμένων δικαιωμάτων 85

§ 26. Η απόφαση 41/1929 της Ολομέλειας του ΣτΕ κατόπιν προσφυγής
της Μονής Βατοπαιδίου λόγω μη υπογραφής της σύμβασης εκ μέρους
του Υπουργού Γεωργίας 86

Ι. Η καταδίκη του Υπουργού Γεωργίας στην οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια
της σύναψης της σύμβασης 86

ΙΙ. Αναγνώριση στη Μονή Βατοπαιδίου μόνο δικαιώματος κατοχής και
όχι κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας 88

§ 27. Το τέλος της πρώτης αντιδικίας με την υπογραφή σύμβασης συμβιβασμού
μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Μονής Βατοπαιδίου (4-5-1930) 91

Ι. Ο καθορισμών των όρων της σύμβασης από τον Υπουργό Γεωργίας 91

ΙΙ. Η συμβατική αναγνώριση εκ μέρους της Μονής Βατοπαιδίου της κυριότητας
του Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας 93

ΙΙΙ. Καμία επίδραση της μη μεταγραφής της σύμβασης συμβιβασμού
στα αναγνωριζόμενα με αυτήν εμπράγματα δικαιώματα 95

IV. Μη χαρακτηρισμός της σύμβασης συμβιβασμού ως καταπλεονεκτικής
λόγω της δήθεν δυσαναλογίας των παροχών 98

V. Η απόρριψη του επιχειρήματος περί αναπαλλοτρίωτου της μοναστηριακής
περιουσίας ως λόγου ακυρότητας της σύμβασης 100

1. Η εκκλησιαστική νομοθεσία περί του αναπαλλοτρίωτου της μοναστηριακής
περιουσίας 101

2. Η διαχρονική συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων 103

3. Το Σύνταγμα και ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους ως προς το αναπαλλοτρίωτο
της περιουσίας των Αγιορειτικών Μονών 106

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

Τα νομοθετήματα σχετικά με τον τρόπο εκμετάλλευσης της λίμνης
Βιστωνίδας εκ μέρους της Μονής Βατοπαιδίου τη χρονική περίοδο
μεταξύ της υπογραφής της σύμβασης συμβιβασμού και της έναρξης
της δεύτερης αντιδικίας

§ 28. Ο Ν 6448/1935 και ο ΑΝ 16/19.11.1935 109

§ 29. Το κατοχικό ΝΔ 271/1941 111

Ι. Αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας της Μονής Βατοπαιδίου επί της λίμνης
Βιστωνίδας 111

ΙΙ. Ο ψευδοερμηνευτικός του χαρακτήρας 112

ΙΙΙ. Η κατάργηση του κατοχικού διατάγματος από μεταπελευθερωτικά
νομοθετήματα 114

§ 30. Μεταπολεμικά νομοθετήματα αναφορικά με τη διαχείριση της λίμνης
Βιστωνίδας (1951-1987) 115

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

Η δεύτερη περίοδος της αντιδικίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου
και Μονής Βατοπαιδίου αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς
της Λίμνης Βιστωνίδας και η λήξη της με την αμετάκλητη αναγνώριση
της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου από τον Άρειο Πάγο

§ 31. Η αναγνώριση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στη Μονή Βατοπαιδίου επί
της λίμνης Βιστωνίδας με Υπουργικές Αποφάσεις 118

Ι. Αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας της Μονής Βατοπαιδίου επί της νησίδας
Αντά-Μπουρού της λίμνης Βιστωνίδας με Υπουργική Απόφαση (1999) 118

ΙΙ. Αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας της Μονής Βατοπαιδίου επί των λοιπών
νησίδων της λίμνης Βιστωνίδας και της παραλίμνιας περιοχής της με Υπουργική Απόφαση (2002) 120

ΙΙΙ. Αναγνώριση μη υπάρξεως δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας με Υπουργική Απόφαση (2003) 121

§ 32. Η αγωγή της Μονής Βατοπαιδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με αίτημα την αναγνώρισή της
ως κυρίας της λίμνης Βιστωνίδας (15-1-2003) 123

§ 33. Επαναβεβαίωση του περιεχομένου των Υπουργικών Αποφάσεων
με νέα Υπουργική Απόφαση (2004) 124

§ 34. Το κοινό πρακτικό Ελληνικού Δημοσίου και Μονής Βατοπαιδίου
περί παραίτησης από την έκδοση απόφασης επί της από 15-1-2003
αγωγής της Μονής κατά του Δημοσίου 126

§ 35. Ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεων της
με ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου 127

§ 36. Η διαστρέβλωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της λίμνης Βιστωνίδας
με την έκδοση των Υπουργικών Αποφάσεων περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου 127

§ 37. Η αναδρομική ανάκληση των Υπουργικών Αποφάσεων περί αναγνώρισης δικαιωμάτων κυριότητας της Μονής Βατοπαιδίου επί της λίμνης Βιστωνίδας
και επί των παραλιμνίων αυτής εκτάσεων και νησίδων (2008) 129

§ 38. Η δικαστική αναγνώριση της κυριότητας του Δημοσίου επί της λίμνης
Βιστωνίδας και επί των παραλιμνίων αυτής εκτάσεων και νησίδων 130

Ι. Η υπ’ αριθμ. 87/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης 130

ΙΙ. Η υπ’ αριθμ.660/2009 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης
και η υπ’ αριθμ. 608/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου 131

ΙΙΙ. Η υπ’ αριθμ. 197/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης 132

ΙV. Η αμετάκλητη λύση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της λίμνης Βιστωνίδας,
των παραλιμνίων εκτάσεων και των νησίδων αυτής υπέρ του Δημοσίου
με την υπ’ αριθμ. 781/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου 132

 

Συγκεφαλαίωση 134

Βιβλιογραφία 137

Νομολογία 147

 

Ευρετήριο 151

1

955344.png

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

§1. Αντικείμενο της εργασίας

Θέμα αυτής της μελέτης είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε αντιδικία μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Η Μονή άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης την από 21-1-2003 αναγνωριστική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα ν΄ αναγνωριστεί η κυριότητά της επί της λίμνης Βιστωνίδας, επί των παραλιμνίων εκτάσεων και επί των μικρών νησίδων που βρίσκονται στο στόμιο της λίμνης προς τη θάλασσα. Η Μονή στήριζε τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα στη λίμνη Βιστωνίδα σε δωρεές που συντελέστηκαν προς αυτήν με αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και του Σέρβου Δεσπότη Ιωάννη Ούγκλεση, καθώς επίσης στην αδιάλειπτη επί αιώνες νομή και κατοχή της επίδικης έκτασης από την εποχή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων με την άσκηση διακατοχικών πράξεων. Κατά τους ισχυρισμούς της Μονής η κυριότητα αυτή δεν απωλέσθηκε ούτε κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, διότι η λίμνη Βιστωνίδα ως μοναστηριακή περιουσία παρέμεινε στην κυριότητά της τόσο βάσει του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, το οποίο εξασφάλιζε την προστασία τη κυριότητας των ακινήτων της εκκλησίας και των μοναστηριών, όσο και δυνάμει «Εγγράφων Ορισμών», όπως Βερατίων και Φιρμανίων, που εξέδιδαν οι Σουλτάνοι για την προστασία της εκκλησιαστικής περιουσίας. Αυτά τα δικαιώματα κυριότητας της επιβεβαιώθηκαν, κατά τους ισχυρισμούς της Μονής, και με Πατριαρχικά Έγγραφα, ήτοι τακρίρια, επιστολές και σιγίλλια, αναγνωρίστηκαν δε και με επίσημες πράξεις της Ελληνικής Πολιτείας με την έκδοση υπουργικών αποφάσεων ήδη από το 1999, κατόπιν γνωμοδοτήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας αλλά και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο, προβάλλοντας ένσταση ιδίας κυριότητας, αντέτεινε ότι η Μονή ουδέποτε απέκτησε με χρυσόβουλλα δικαιώματα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας, παρά μόνο περιορισμένα δικαιώματα εκμετάλλευσης του ιχθυοτροφείου, διότι η λίμνη Βιστωνίδα ως μεγάλη λίμνη θεωρείται τόσο κατά τις διατάξεις του τότε ισχύοντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου αλλά και με βάση τις ισχύουσες διατάξεις ως κοινής χρήσεως και επομένως ανήκει στο κράτος. Επομένως, μετά την κατάκτηση της Θράκης από τους Οθωμανούς η λίμνη δεν αποτελούσε προστατευτέα κατά το οθωμανικό δίκαιο μοναστηριακή περιουσία, αλλά ανήκε στην κατηγορία των «δημόσιων γαιών». Συνεπώς, η κυριότητα επί αυτής περιήλθε από το Οθωμανικό κράτος στο Βουλγαρικό κατά τα έτη 1913-1919 και τελικά στα 1920, ύστερα από ολιγόμηνη διοίκηση της Δυτικής Θράκης από τις συμμαχικές δυνάμεις, στο Ελληνικό Δημόσιο. Σε κάθε δε περίπτωση η Μονή και το Ελληνικό Δημόσιο

2

υπέγραψαν σύμβαση στις 4.5.1930, με την οποία η Μονή, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την αποκλειστική κατοχή της λίμνης Βιστωνίδας και των εκεί ιχθυοτροφείων, αναγνώρισε χωρίς επιφυλάξεις την κυριότητα του Δημοσίου.

Καθότι τα πραγματικά γεγονότα που προβάλλει η Μονή ότι στοιχειοθετούν την ύπαρξη κυριότητάς της επί της λίμνης Βιστωνίδας προέρχονται από περισσότερες ιστορικές περιόδους, με την παρούσα μελέτη θα εξεταστεί εάν ένα τέτοιο δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας και επί των παραλιμνίων αυτής εκτάσεων όντως αποκτήθηκε από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου κατά τις ιστορικές περιόδους που μεσολάβησαν από την ίδρυση της Ιεράς Μονής, ήτοι τη βυζαντινή, τη σερβική, την οθωμανική, τη βουλγαρική, τη διασυμμαχική, έως τη σύγχρονη εποχή. Θα ερευνηθεί, δηλαδή, εάν, κατά το δίκαιο που ίσχυε στις αντίστοιχες περιόδους, υπήρξαν εκείνα τα πραγματικά γεγονότα που ήταν απαραίτητα για την κτήση εμπραγμάτων δικαιωμάτων εκ μέρους της Μονής επί της λίμνης Βιστωνίδας, των παραλιμνίων εκτάσεων και νησίδων αυτής.

§ 2. Η λίμνη Βιστωνίδα

Η λίμνη της Βιστωνίδας ή Μπουρού, κατά την παλαιότερη ονομασία της, βρίσκεται μεταξύ των νομών Ξάνθης και Ροδόπης σε ίση περίπου απόσταση νοτιοανατολικά της Ξάνθης και βορειανατολικά των αρχαίων Αβδήρων κοντά στο χωρίο Πορτολάγος[1]. Η συνολική της επιφάνεια είναι 45.000 στρέμματα με εποχιακή διακύμανση περίπου 6.000 στρεμμάτων[2]. Το μέσο βάθος της προσδιορίζεται σε 2,50 μέτρα, ενώ το βαθύτερο σημείο της προσδιορίζεται σε βάθος 3,8 μέτρων[3]. Η Βιστωνίδα είναι ο φυσικός αποδέκτης των υδάτων όλων των χειμάρρων και ποταμών της περιοχής, οι δε ποταμοί που χύνονται στη λίμνη είναι ο Κόσυνθος (Ξανθιώτικος), ο Κομψάτος και ο Ασπροπόταμος (Τραύος)[4]. Η λίμνη αποτελεί μία τυπική μορφή λιμνοθάλασσας που χωρίζεται από τη θάλασσα με ισθμό και επικοινωνεί με αυτήν με πόρους (διώρυγες) καθέτους προς τον ισθμό[5].

Με την υπ' αριθμ. 5796/29-3-1996 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, -Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων- και Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 854/16-9-1996) η λίμνη Βιστωνίδα χαρακτηρίσθηκε ως υγροβιότοπος που υπάγεται στο «Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης», ενώ με την υπ' αριθμ. 44549/17-10-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, -Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων-, -Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων-, -Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής- και

3

Μακεδονίας - Θράκης, η οποία επίσης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ΄ 497/17-10-2008), χαρακτηρίσθηκε ως υγροβιότοπος με λιμνοθαλάσσια και λιμναία χαρακτηριστικά, υπαγόμενη σε περιοχή που χαρακτηρίζεται ως Εθνικό Πάρκο με περιφερειακή ζώνη, με την ονομασία «Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης».

Η Βιστωνίδα, επομένως, είναι ένας υδροβιότοπος με μεγάλο σε έκταση υδάτινο οικοσύστημα με ορνιθολογικό και ενάλιο πλούτο, στο μεν νότιο τμήμα της είναι υφάλμυρη λιμνοθάλασσα, στο δε υπόλοιπο τμήμα της είναι λίμνη, και εμπίπτει στην κατηγορία των μεγάλων λιμνών, καθόσον αυτή έχει δημιουργηθεί και τροφοδοτείται από αέναη εισροή υδάτων, που προέρχονται από τους ως άνω τρεις ποταμούς, έχει μεγάλη επιφάνεια, περίμετρο, μήκος και πλάτος και είναι μία από τις μεγαλύτερες σε έκταση λίμνες της Ελλάδος, τέταρτη σε έκταση μετά την Τριχωνίδα, τη Βόλβη και τη Βεγορίτιδα[6].

§ 3. Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου

Ι. Η ίδρυσή της

Σύμφωνα με μία παράδοση, η οποία προέρχεται από τον ιατροφιλόσοφο Ιωάννη Κομνημό (1668-1719)[7], η Μονή ιδρύθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, αλλά καταστράφηκε από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη και τέλος επανιδρύθηκε από τον Μεγάλο Θεοδόσιο[8]. Το δε Καθολικό της Μονής εγκαινίασε ο Πατριάρχης Νεκτάριος (384-397) με την παρουσία του αυτοκράτορα Αρκαδίου, υιού του Θεοδοσίου του Μεγάλου[9]. Ο Αρκάδιος θέλοντας να ευχαριστήσει τον Θεό, επειδή κατά την επιστροφή του από τη Ρώμη, όπου είχε μεταβεί για να συναντηθεί με τον αδερφό του Ονώριο, ναυάγησε στο πέλαγος αλλά σώθηκε βγαίνοντας με τη βοήθεια Του σε μία βάτο της Μονής, προσέφερε πλούσια δώρα σε αυτήν[10]. Η παράδοση, βέβαια, αυτή πρέπει να ενταχθεί στην ξεχωριστή φιλολογία περί ίδρυσης των διαφόρων μοναστηριών του Αγίου Όρους που άνθησε στη μοναστική πολιτεία τον 16ο αιώνα και αργότερα[11] και δεν εκφράζει παρά τον ευσεβή πόθο να συνδεθεί η Μονή με έναν αυτοκρατορικό κτήτορα[12]. Εξάλλου, οι ελάχιστες αθωνικές πηγές πριν από το τέλος του 10ου αιώνα δεν περιέχουν παρά σπάνιους υπαινιγμούς για τις πρώτες μοναστικές συγκεντρώσεις στον Άθω[13]. Η δε εμφάνιση μοναχών στον Άθω δεν επέφερε τη γρήγορη άνθηση ενός

4

μοναστικού κέντρου μέχρι και το 963 όπου και ιδρύθηκε η Μονή της Μεγίστης Λαύρας, κτήτωρ της οποίας ήταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς και πρώτος ηγούμενός της ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης[14]. Σε κάθε περίπτωση ούτε η επανίδρυση της Μονής από το Μεγάλο Θεοδόσιο ούτε η επιστροφή του Αρκαδίου από τη Ρώμη δεν επιβεβαιώνεται ιστορικά από τους σύγχρονους ή έστω τους μεταγενέστερους ιστορικούς[15].

Σύμφωνα με τη δεύτερη παράδοση, η οποία είναι και η αρχαιότερη, και η οποία μεταφέρεται σε εμάς από ένα παλιό χειρόγραφο που διασώθηκε στη Σκήτη της Αγίας Άννας[16], τρεις άρχοντες από την Αδριανούπολη, ο Αθανάσιος, ο Νικόλαος και ο Αντώνιος ήλθαν στον Άθω μεταφέροντας 9.000 χρυσά νομίσματα με την πρόθεση να κτίσουν μοναστήρι[17]. Η φήμη του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη τους έλκυσε και για αυτό το λόγο του πρότειναν να μείνουν μαζί του δίνοντας του και τα χρήματά τους[18]. Ο Αθανάσιος τούς προέτρεψε τότε να επανιδρύσουν τη Μονή του Βατοπαιδίου λέγοντας τους τα εξής λόγια: «Η μονή αύτη τω βασιλεί Νικηφόρω κτίτορι αυτής ανατέθειται· αλλ’ ει βούλεσθε κτίσαι μονήν, ιδού η μονή του Βατοπεδίου ερείπιον ούσα. Ανακαινίσατε αυτήν και έχετε τον μισθόν εκ Θεού»[19]. Βέβαια ο αριθμός των τριών κτητόρων[20] είναι καθαρά συμβολικός, αφού η ίδρυση ενός μοναστηριού από τρία πρόσωπα, συχνά τρεις αδερφούς, είναι κοινός τόπος της βυζαντινής αγιογραφίας[21]. Παρόλα αυτά, τα πρόσωπα αυτά φαίνεται να υπήρχαν στην πραγματικότητα, όχι όμως συγχρόνως, όπως μας μεταφέρει η παράδοση, η οποία συνήθιζε ν’ ανακατεύει τις εποχές[22]. Πράγματι, η πρώτη μνεία του Βατοπαιδίου βρίσκεται σε έγγραφο του Πρώτου του Αγίου Όρους[23] του έτους 985[24], όταν ο Αθανάσιος βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του και ο ηγούμενος που υπογράφει το έγγραφο ονομάζεται Νικόλαος. Καθότι ο ηγούμενος Νικόλαος υπογράφει το 985 τελευταίος από όλους τους εκπροσώπους των

5

μονών στο Πρωτάτο[25], καθίσταται προφανές ότι εκπροσωπούσε ένα καθίδρυμα που είχε ιδρυθεί πρόσφατα στο Άγιο Όρος από τον ίδιο τον ηγούμενο Νικόλαο[26]. Το γεγονός ότι η υπογραφή του Νικολάου δεν υπάρχει στο Τυπικό[27] του αυτοκράτορα Τσιμισκή το οποίο υπογράφηκε από τον ίδιο το 972, γνωστό και με την ονομασία «Τράγος», καθότι έχει γραφθεί πάνω σε χονδρή περγαμηνή[28], με το οποίο ρυθμίστηκαν ζητήματα θεσμικά και διοικητικά του Αγίου Όρους[29], μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η Μονή δεν είχε ιδρυθεί πριν από το 972[30]. Ένας διάδοχος του Αθανασίου γνωστός ανάμεσα στα 1020 και 1048 λέγεται Αθανάσιος[31] και ένας άλλος ηγούμενος της Μονής με το όνομα Αντώνιος εμφανίζεται σε έγγραφο του 1142[32]. Σε αυτούς τους ηγουμένους πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε τους άρχοντες της παράδοσης[33].

ΙΙ. Η ιστορία της Μονής από τη βυζαντινή εποχή μέχρι σήμερα

Παρόλο που το Βατοπαίδι είχε αρχίσει ταπεινά, αφού το 985 ερχόταν τελευταίο μεταξύ των μονών του Αγίου Ορους, πολύ γρήγορα ανέβηκε στην ιεραρχία και διεκδίκησε τη δεύτερη θέση από τη Μονή Ιβήρων, χωρίς όμως να σταθεροποιήσει την περίοπτη αυτή θέση μέχρι και το 1366 όπου οριστικά παίρνει τη δεύτερη θέση[34]. Η ραγδαία άνοδος του Βατοπαιδίου ερμηνεύεται μόνο εάν εξετάσει κανείς την προέλευση των ηγουμένων του που αναφέρονται ως ιδρυτές και προφανώς μερικών τουλάχιστον από τους πρώτους μοναχούς του[35]. Μπορούμε, δηλαδή, να συσχετίσουμε τη δημιουργία και ανάπτυξη της Μονής Βατοπαιδίου με τους κύκλους της Αδριανούπολης, η οποία ήταν γνωστή ως ο τόπος καταγωγής και διαβίωσης των μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών των Βαλκανίων που εκμεταλλεύονταν τα εύφορα εδάφη της περιοχής και ζούσαν σε σχετικά μικρή απόσταση από την Κωνσταντινούπολη[36].

6

Η Μονή Βατοπαιδίου ξεκίνησε, επομένως, ως μία μονή ευγενών χωρίς να έχει εξασφαλίσει από την αρχή μία αυτοκρατορική δωρεά, αλλά γρήγορα άκμασε και διεκδίκησε ηγετική θέση μεταξύ των μονών του Αγίου Όρους[37]. Από το έγγραφο του Πρώτου του Αγίου Όρους του έτους 1089 προς τη Μονή Ξενοφώντος[38] αντλούμε την πληροφορία ότι ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός παραχωρεί στη Μονή Ξενοφώντος το προνόμιο o ηγούμενος της να γίνεται «προστάξει βασιλική», όπως, κατά τ’ αναγραφόμενα στο προαναφερθέν έγγραφο, ήδη ισχύει για τη Μονή Βατοπαιδίου. Η Μονή αποκτούσε, δηλαδή, ιδιαίτερη πρόσβαση προς το παλάτι[39], αφού ο εκλεγμένος ηγούμενος μετέβαινε στην Κωνσταντινούπολη για να δεχτεί την προχείριση από τον αυτοκράτορα[40]. Η Μονή Βατοπαιδίου βελτίωσε ακόμη περισσότερο τη θέση της, αφού απέκτησε και τον τίτλο της βασιλικής μονής, ο οποίος για πρώτη φορά μαρτυρείται το 1287[41]. Βασιλικές επικράτησαν να λέγονται οι μονές οι οποίες ιδρύονταν από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες («προστάγματι βασιλικῷ») και μέσω χρυσόβουλλων και διαθηκών προικοδοτούνταν με σοβαρές υλικές παροχές και απαλλάσσονταν από τους φόρους[42], τελούσαν δε υπό βασιλική πρόνοια και προστασία[43]. Οι πιο πολλές, αν όχι όλες, βασιλικές μονές ήταν αυτοδέσποτες, ελεύθερες δηλαδή από κάθε πολιτειακή και εκκλησιαστική εξουσία[44]. Επομένως, αυτές οι μονές διοικούνταν αυτοτελώς και δεν υπόκεινταν ούτε στην πνευματική αλλά και ούτε στη διοικητική εξουσία του επιχώριου επισκόπου και, ως εκ τούτου, οι μονές αυτές δεν κατέβαλλαν εισφορές υπέρ του οικείου επισκόπου και ο ηγούμενος αυτών δεν χειροτονούνταν από τον επιχώριο επίσκοπο[45]. Ο χαρακτηρισμός της Μονής ως βασιλικής δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και επαναλαμβάνεται σταθερά καθόλη τη βυζαντινή περίοδο[46].

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου εμφυλίου πολέμου που είχε ξεσπάσει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία λόγω των ενδοδυναστικών ερίδων, ο οποίος άρχισε τον Οκτώβριο του 1341 και φαινομενικά τερματίσθηκε το Φεβρουάριο του 1347 αλλά στην ουσία η τελευταία του

7

φάση έληξε το 1354[47], ολόκληρη η Μακεδονία, πλην της Θεσσαλονίκης, κατακτήθηκε από τους Σέρβους του Στεφάνου Δουσάν[48]. Ο ηγούμενος του Βατοπαιδίου Γρηγόριος προσπάθησε να μειώσει στο μέτρο του δυνατού τις επιπτώσεις αυτές των αναστατώσεων και πέτυχε μεταξύ άλλων να επικυρωθούν τα κτήματα του Βατοπαιδίου από τον Σέρβο ηγεμόνα[49]. Μετά το θάνατο του Δουσάν το 1355 η αυτοκρατορία του κατακερματίσθηκε και η περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας με έδρα τις Σέρρες κυβερνήθηκε από τον Δεσπότη Ιωάννη Ούγκλεση (Ugljesa)[50]. Ο Δεσπότης Ιωάννης Ούγκλεσης επικύρωσε την κατοχή των παλαιών κτημάτων της Μονής Βατοπαιδίου και επιπροσθέτως της παραχώρησε νέα[51]. Η Μονή, γνωρίζοντας ότι η κατάσταση είναι ρευστή και άρα έχοντας επίγνωση ότι η σερβοκρατία ήταν αμφίβολο ότι θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξασφάλισε στα 1356 την επικύρωση όλων των παλιών κτημάτων της και προνομίων της από τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, εάν και στην ουσία ο Βυζαντινός αυτοκράτορας επικύρωνε την ιδιοκτησία κτημάτων, πάνω στα οποία δεν ασκούσε πραγματικό έλεγχο κατά την εποχή εκείνη[52].

Πράγματι, η σερβική εξουσία στο Άγιο Όρος δεν κράτησε πολύς, καθότι μετά τη μάχη της Μαρίτζας (1371) η σερβική εξουσία στη Μακεδονία κατέρρευσε[53].Το 1383 οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τις Σέρρες, το 1387 τη Θεσσαλονίκη και ακολούθως το Άγιο Όρος περνά κάτω από την οθωμανική κυριαρχία[54]. Οι επαφές των Αθωνιτών με τους Οθωμανούς είχαν αρχίσει ήδη πριν περάσει το Άγιο Όρος στην οθωμανική επικράτεια, όταν ευρύτατες περιοχές της Μακεδονίας, στις οποίες κυρίως εκτείνονταν τα ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των μονών κτήματα, είχαν κατακτηθεί[55]. Οι μοναχοί, οδηγούμενοι από αίσθημα αυτοσυντήρησης, κατέφυγαν ήδη πριν από την κατάκτηση του Όρους από τους Οθωμανούς στην προστασία του Σουλτάνου Ορχάν στην Προύσα (1326-1360) και αργότερα του Σουλτάνου Μουράτ στην Αδριανούπολη (1360-1389), αναγνωρίζοντας συγχρόνως την κυριαρχία των Σουλτάνων[56]. Η πρώτη φάση της Τουρκοκρατίας τέλειωσε για την περιοχή της Θεσσαλονίκης και το Άγιο Όρος με τη συνθήκη του 1403 μεταξύ του Οθωμανού πρίγκιπα Σουλεϊμάν

8

και του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, αφού είχε προηγηθεί το 1402 η συντριβή των Οθωμανών από τον Ταμερλάνο[57]. Η Θεσσαλονίκη μαζί με την ευρύτερη περιοχή της και το Άγιο Όρος, το σύνολο της παραλίας του Ευξείνου μέχρι τη Μεσημβρία, καθώς και τα νησιά Σκιάθος, Σκόπελος και Σκύρος γίνονταν πάλι τμήματα της βυζαντινής επικράτειας[58]. Όμως, το 1423/1424 το Άγιο Όρος περνά οριστικά στην οθωμανική επικράτεια[59].

Παρόλο που η νέα πραγματικότητα υπό οθωμανική πλέον διοίκηση δεν μπορούσε να συγκριθεί με την απελθούσα χριστιανική βασιλεία, τηρήθηκε από τη νέα πολιτική αρχή ευνοϊκή στάση στα αιτούμενα των μοναχών όσον αφορά τη διατήρηση του αυτοδιοικήτου, την αναγνώριση της κατοχής των μετοχιών και την εξασφάλιση των κεκτημένων προνομίων[60]. Σειρά φιρμανιών των σουλτάνων Μουράτ, Μεχμέτ Β΄, Βαγιαζήτ Β΄, Σελίμ Α΄ αναγνωρίζουν την ιδιοκτησία των κτημάτων της Μονής Βατοπαιδίου και καθιερώνουν ευνοϊκότερους όρους φορολόγησης ειδικά για τα εκτός του Αγίου Όρους μετόχια της Μονής[61].

Όμως, πολύ σύντομα μετά την τουρκική κατάκτηση η Μονή Βατοπαιδίου εμφάνισε σημάδια παρακμής, αφού απώλεσε κάποια από τα περιουσιακά της στοιχεία, αδυνατώντας να αποπληρώσει τη δυσβάσταχτη φορολογία[62], με αποτέλεσμα ο κοινός βίος να χαλαρώσει λόγω της αδυναμίας συντηρήσεως μεγάλου πλήθους μοναχών και τελικώς η Μονή τύποις μεν να παραμένει κοινόβιο, στην ουσία όμως, όπως άλλωστε ίσχυσε σε όλες τις μονές του Αγίου Όρους, η ιδιορρυθμία επιβλήθηκε τόσο στην εσωτερική οργάνωση, όσο και στη διαβίωση των μοναχών[63]. Από τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αιώνα αρχίζει μία νέα περίοδος της ιστορίας της Μονής, η οποία σηματοδοτείται από τη σαφή οικονομική ανάκαμψη και αύξηση της επιρροής της που θα συνεχισθούν έως την επανάσταση του 1821[64]. Ο 18ος και ο 19ος αιώνας μπορούν να θεωρηθούν «μεγάλοι αιώνες» στην ιστορία της Μονής Βατοπαιδίου, καθώς την εποχή αυτή η Μονή διαδραματίζει σε πολλά επίπεδα ηγετικό ρόλο στη ζωή του Αγιώνυμου Όρους[65]. Το μέτρο αυτό της αίγλης και των ευθυνών της Μονής απέναντι στο υπόδουλο Γένος παρακινεί τον προηγούμενο Μελέτιο Βατοπαιδινό να πάρει με τη σύμφωνη βεβαίως γνώμη της αδελφότητας την πρωτοβουλία, ώστε να ιδρυθεί στο περιβάλλον της Μονής ένα ανώτερο εκπαιδευτήριο, το οποίο θ’ αποβεί πνευματική

9

εστία για ολόκληρο το γένος των Ορθοδόξων[66]. Ο Πατριάρχης Κύριλλος Ε΄ υιοθετεί την πρόθεση της αδελφότητας του Βατοπαιδίου στο πλαίσιο μίας γενικότερης εκκλησιαστικής στρατηγικής και έτσι με συνοδική απόφαση ιδρύεται στα 1749 στη Μονή Βατοπαιδίου η Αθωνιάδα Σχολή[67].

Παράλληλα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Μονή επεδίωξε να επιβεβαιώσει το ανώτατο κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί της Μονής. Έτσι, το 1622 ο Πατριάρχης Κύριλλος Α΄ Λούκαρης αποκατέστησε τη Μονή Βατοπαιδίου στο προ της αλώσεως πατριαρχικό καθεστώς, έναντι της παραλόγου υποταγής της Μονής στον Επίσκοπο Ιερισσού και Αγίου Όρους, και έτσι η Μονή έλαβε τον χαρακτήρα της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής[68]. Στην περίπτωση των Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών φορέας της επισκοπικής εποπτείας είναι αποκλειστικώς ο Πατριάρχης, τα δε δίκαια αυτού επί των Μονών καλούνται πατριαρχικά ως εκ του τίτλου του[69].

Η Τουρκοκρατία διαρκεί για πέντε περίπου αιώνες. Η χερσόνησος του Άθω περιήλθε τελικά στο Ελληνικό κράτος με τις διεθνείς συνθήκες που τερμάτισαν τους πολέμους που διεξήχθησαν μεταξύ των ετών 1912-1922[70]. Η ελληνική πολιτεία όχι μόνο διατήρησε το αρχαίο προνομιακό καθεστώς των κυριαρχικών και βασιλικών μονών, οι οποίες είχαν αποκτήσει και τη σταυροπηγιακή αξία, αλλά και το εξασφάλισε διττώς, αφενός με τη συνταγματική διάταξη που περιλήφθηκε στο Σύνταγμα του 1925/1926 και αφετέρου με το ΝΔ της 10.9.1926 που κύρωσε νομοθετικά τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος είχε ψηφισθεί ήδη από το Μάιο του 1924 από την Έκτακτη Διπλή Σύναξη των είκοσι Ιερών Μονών[71].

Μεταπολεμικά η Μονή Βατοπαιδίου, η οποία, όπως και οι περισσότερες Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, τελούσε υπό καθεστώς ιδιορρυθμικό, είχε δε οξύτατο πρόβλημα λειψανδρίας που επετείνετο ως εκ της μεγάλης ιδιοκτησίας και των τεραστίων οικοδομημάτων του μοναστηριακού της συγκροτήματος[72]. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 παρατηρείται μία σταδιακή αναστροφή του κλίματος στις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, λόγω της ομαδικής εγκατάστασης συνοδειών ή αδελφοτήτων που απαρτίζονται κυρίως από νέους και υψηλού μορφωτικού επιπέδου μοναχούς[73]. Με τον τρόπο αυτό, σταδιακώς από του έτους

10

1987, επανδρώθηκε και η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου με δυναμική συνοδεία περίπου πενήντα μοναχών[74]. Η Μονή εγκατέλειψε τον ιδιόρρυθμο βίο οριστικά το 1990, όταν οι μοναχοί, με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη, αποφάσισαν να ανακηρύξουν τη μονή κοινόβιο[75]. Ηγούμενος της Μονής εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Εφραίμ.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, η οποία είναι νομικό πρόσωπο και μάλιστα κατά την κρατούσα άποψη δημοσίου δικαίου[76], κατατάσσεται δεύτερη στην ιεραρχική τάξη μεταξύ των Αγιορείτικων Μονών[77].

ΙΙΙ. Το μετόχι της Μονής στο Περιθεώριο της Βιστωνίδας λίμνης

Ο όρος μετόχι ανήκει αποκλειστικώς στο εκκλησιαστικό δίκαιο και σημαίνει την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία τελεί σε κανονική και νομική εξάρτηση από κάποιο Πατριαρχείο, κάποιον Ιερό Ναό ή κάποια Μονή και κείται εκτός της περιοχής του καθιδρύματος από το οποίο εξαρτάται[78]. Ο θεσμός των μετοχίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το Άγιο Όρος, εμφανιζόμενος στο μεγαλύτερο μέρος των εγγράφων που σώζονται στις Ιερές Μονές[79]. Τεκμήριο της παλαιότητος του θεσμού παρέχει το Τυπικό του Οσίου Αθανασίου[80], από του οποίου τη διατύπωση συνάγεται ότι ήδη κατά τον 10ο αιώνα το περιεχόμενο του θεσμού των μετοχίων ήταν πλήρως διαμορφωμένο[81]. Η ιδιοκτησία αυτή, αρχικά μεικτής χρήσης, εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο σε σχεδόν πάντοτε αγροτικής μορφής[82]. Τα μετόχια ήταν συνυφασμένα με αυτήν την υπόσταση των αγιορείτικων μονών, διότι προσέφεραν τα οικονομικά μέσα, προκειμένου αυτές να συντηρηθούν και για αυτό το λόγο αποτελούσαν συνηθέστατα πλήρεις γεωργικές επιχειρήσεις, για την εκμετάλλευση των οποίων ήταν εγκατεστημένοι εντός των μετοχίων καλλιεργητές[83]. Οι πόροι από τα μετόχια ήταν ζωτικής σημασίας για τις μοναστηριακές αδελφότητες όχι μόνο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των σε αυτές εγκαταβιούντων

11

μοναχών, ο αριθμός των οποίων σε μεγάλα μοναστικά συγκροτήματα, όπως στο Άγιο Όρος, ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες ανά μονή, όσο και για την κάλυψη των δαπανών για τη συντήρηση, ανακαίνιση ή και ανοικοδόμηση μοναστηριακών ναών, για την επέκταση της περιουσίας τους, για τις δαπάνες φιλανθρωπίας και κοινωνικής γενικότερα πρόνοιας και για λοιπές δαπάνες όπως λ.χ. η πληρωμή γιατρού[84]. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες μερίμνησαν να παραχωρήσουν στις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους με την έκδοση χρυσοβούλλων μετόχια, έτσι αυτές να έχουν τους κατάλληλους πόρους, προκειμένου να επιδοθούν απρόσκοπτα στο λατρευτικό τους έργο και στην πνευματική τους αποστολή[85]. Το καθεστώς των αγιορείτικων μετοχίων δεν κατοχυρώθηκε μόνο μέσω αυτοκρατορικών χρυσοβούλλων, αλλά και μέσω πατριαρχικών σιγιλλίων και σουλτανικών φιρμανίων[86].

Τα βατοπαιδινά μετόχια αρχικώς εκτείνονταν στη Μακεδονία, αλλά με την πάροδο των ετών δημιουργήθηκαν και σε πάμπολλες άλλες περιοχές, είτε αυτές ήταν ελληνικές είτε και πολύ απομακρυσμένες[87]. Από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας, τα νησιά του Αιγαίου και ως την Καλαμάτα καινούρια μετόχια προστίθενται στο κτηματολόγιό της Μονής[88]. Όλα δε τα σημαντικά αγροτικά μετόχια που κατείχε η Μονή Βατοπαιδίου στα τέλη του 16ου αιώνα συνεχίζουν να υφίστανται και στους επόμενους αιώνες, συστηματοποιείται δε η αξιοποίησή τους και επεκτείνονται με νέες αγορές[89]. Στην περιουσία της Μονής πρέπει να προστεθούν τα μετόχια στη Ρουμανία που πρόσφεραν οι Βοεβόδες των ρουμανικών πριγκιπάτων της Μολδαβίας και της Βλαχίας[90]. Όλη αυτή η περιουσία συνετέλεσε, ώστε η Μονή Βατοπαιδίου να γίνει ένα από τα αξιολογότερα μοναστικά συγκροτήματα του ορθόδοξου κόσμου[91].

Ένα από αυτά τα μετόχια της Μονής ήταν και το μετόχι του Περιθεωρίου. Η ακριβής θέση του Περιθεωρίου αποτέλεσε πρόβλημα που επηρέασε την ιστορία του μετοχίου του Βατοπαιδίου, όπως θα εκτεθεί και στη συνέχεια της παρούσας εργασίας. Η ακριβής τοποθεσία του μετοχίου στο Περιθεώριο, το οποίο έφερε την ονομασία «του Σαλαμά», είναι δύσκολο να καθορισθεί σήμερα, διότι η ονομασία του «Σαλαμά,» δεν συναντάται σε κανένα τοπωνύμιο της περιοχής[92]. Η πόλη που κατά την εποχή της τουρκικής προέλασης στη Θράκη

12

ήταν γνωστή με το όνομα Περιθεώριον, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιωάννη Καντακουζηνού, είχε ιδρυθεί από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο το έτος 1341, πάνω σε ένα τμήμα της έκτασης που κάλυπταν τα ερείπια της κατεστραμμένης Αναστασιούπολης[93]. Έχει υποστηριχθεί η άποψη, ότι κατά τον 9° αιώνα, η Αναστασιούπολη μετονομάστηκε σε Περιθεώριο[94], ενώ κατά άλλη άποψη η Αναστασιούπολη μετονομάστηκε σε Περιθεώριο όχι κατά τον 9° αιώνα, αλλά στα έτη του Ανδρόνικου Γ΄ του Παλαιολόγου και εικάζεται ότι το παλαιό Περιθεώριο πρέπει να βρισκόταν στη θέση του σημερινού Πόρτο Λάγους, ενώ το νέο πρέπει να είναι η Αναστασιούπολη του αυτοκράτορα Αναστασίου[95]. Το γεγονός, όμως, ότι στις βυζαντινές πηγές, μέχρι τον 13ο αιώνα, γίνεται ταυτόχρονα λόγος για Αναστασιούπολη και Περιθεώριον, μας υποχρεώνει να δεχτούμε με επιφυλάξεις τη διαχρονική ταύτιση των δύο πόλεων και την ονοματοθεσία εκ μέρους του Ανδρονίκου Γ΄, που αναφέρει ο Καντακουζηνός[96]. Επομένως, η περιοχή του Περιθεωρίου εντοπίζεται ήδη από τον 9ο αιώνα στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, στη θέση «Μπουρού Καλέ» νοτιοανατολικά του χωριού Αμαξάδες του Ν. Ροδόπης, όπου σήμερα σώζονται ερείπια των τειχών της πόλεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ταυτισθεί με ολόκληρη την έκταση που καταλαμβάνει η λίμνη Βιστωνίδα.

§ 4. Δυνατότητα κτήσης ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας επί λίμνης κατά το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο

Πριν εξετασθεί εάν η Μονή Βατοπαιδίου απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης της Βιστωνίδας και δυνάμει ποιων τίτλων πρέπει να εξετασθεί η δυνατότητα ύπαρξης ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας στη λίμνη της Βιστωνίδας. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να ερευνηθεί κατά πόσο η λίμνη Βιστωνίδα αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα και εάν μία τέτοια αξιολόγηση θα επιδρούσε στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Μονής επί της λίμνης και των οχθών της[97]. Τούτο θα κριθεί, μετά τη ρητή κατάργηση του Ν 21.6/10.7.1837, ο οποίος περιείχε διατάξεις και για τα πράγματα τα «ανήκοντα εις την δημόσιαν κτήσιν», στα οποία ενέπιπταν και τα δημόσια, από τις διατάξεις 966-971 του ΑΚ για εκτός συναλλαγής πράγματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κοινόχρηστα[98]. Σύμφωνα με την ΑΚ 967 «πράγματα κοινής χρήσεως είναι ιδίως .... οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους». Κριτήριο για τη διαφοροποίηση των

13

«μεγάλων λιμνών» από τις λοιπές λίμνες που δεν είναι κοινόχρηστα πράγματα δεν παρέχει η κείμενη νομοθεσία[99]. Υποστηρίζεται πάντως ότι σε αυτήν την περίπτωση ο δικαστής θα είναι αυτός που θα κρίνει ποιες λίμνες είναι μεγάλες ή όχι, λαμβάνοντας υπόψη την περίμετρο της λίμνης, την ποσότητα του περιεχομένου νερού, το βάθος και τη σχέση της λίμνης προς εκβάλλοντες σε αυτήν ή αρχόμενους τυχόν από αυτήν ποταμούς.[100] Ένα ασφαλές κριτήριο του μεγέθους της λίμνης είναι ο σχηματισμός αυτής εκ της εκβολής σε αυτήν ελευθέρων και αέναων ροών[101]. Το ίδιο κριτήριο χρησιμοποιείται από τη νομολογία του Αρείου Πάγου[102]. Δεδομένου ότι η Βιστωνίδα είναι ο φυσικός αποδέκτης των υδάτων όλων των χειμάρρων και ποταμών της περιοχής, καθώς οι ποταμοί που εκβάλλουν σε αυτήν ο Κόσυνθος, ο Κομψάτος και ο Ασπροπόταμος, έχει δε μέσο βάθος 2-2,5 μέτρα και μέγιστο 3,8 μέτρα[103], μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μεγάλη λίμνη κατά την έννοια του άρθρου 967 ΑΚ και, ως εκ τούτου, κοινόχρηστο πράγμα.

Ο τυχόν, όμως, χαρακτηρισμός της λίμνης Βιστωνίδας ως κοινόχρηστης κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα δεν είναι ασύμβατος προς ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Μονής Βατοπαιδίου επί της λίμνης, όπως είναι κατά κύριο λόγο η κυριότητα, δεδομένου ότι η κυριότητα επί των κοινοχρήστων μπορεί ν’ ανήκει και σε ιδιώτη σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 968 ΑΚ που ορίζει ότι «τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο»[104]. Η ιδιότητα, δηλαδή, του κοινοχρήστου επιβαρύνει μεν την επί του πράγματος κυριότητα με το βάρος της κοινοχρησίας, αλλά δεν επάγεται τη στέρηση της υφιστάμενης κυριότητας, η οποία θα ήταν δυνατή μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση ύστερα από αποζημίωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του Συντάγματος[105]. Πρακτική σημασία έχει αυτή η κυριότητα αφενός όταν προσβάλλεται, οπότε ο ιδιώτης κύριος διαθέτει τις αγωγές νομής και κυριότητας, και αφετέρου στην κάρπωση του πράγματος, αφού τα προϊόντα του πράγματος ανήκουν μετά τον αποχωρισμό τους στον κύριο κατά άρθρο 1064 ΑΚ[106].

14

Ο κατά το άρθρο 968 ΑΚ «νόμος», ο οποίος μπορεί να ορίζει ότι κοινόχρηστο πράγμα ανήκει σε ιδιώτη, είναι νόμος ο οποίος ισχύει τώρα ή ίσχυε στο παρελθόν[107]. Σε κάθε περίπτωση κρίσιμος είναι ο χρόνος κτήσης της κυριότητας επί του εν λόγω πράγματος που μπορεί να είναι είτε μεταγενέστερος είτε και προγενέστερος της έναρξης ισχύος του Αστικού Κώδικα[108]. Σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, «κτήση κυριότητας που επήλθε πριν από την Εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται με το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα απαιτούμενα για την κτήση πραγματικά γεγονότα». Πρόκειται για θεμελιώδη διαχρονική αρχή, την οποία υιοθέτησε ο Αστικός Κώδικας, σύμφωνα με την οποία η πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) έννοια και κάθε λειτουργία όλων των εμπράγματων δικαιωμάτων κρίνονται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα από το παλαιό δίκαιο (βυζαντινορρωμαϊκό, οθωμανικό, Ιόνιος Κώδικας κλπ), ήτοι το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα προς κτήση των εν λόγω δικαιωμάτων απαιτούμενα πραγματικά γεγονότα[109]. Εάν συνεπώς πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα έλαβαν χώρα όλα τα απαιτούμενα κατά το τότε ισχύον δίκαιο για την κτήση της κυριότητας γεγονότα, κρίνεται ότι η κυριότητα έχει αποκτηθεί, αδιαφόρως εάν ο Αστικός Κώδικας για τα ίδια θέματα απαιτεί περισσότερες προϋποθέσεις, λ.χ. μεταγραφή του τίτλου κυριότητας του ακινήτου, ή έχει καταργήσει τον αντίστοιχο τρόπο κτήσης κυριότητας που προέβλεπε το παλιό δίκαιο[110].

Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου αποτελούν «νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 968 ΑΚ[111]. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω, εάν η Μονή Βατοπαιδίου απέκτησε εγκύρως την κυριότητα επί της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων περιοχών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, αυτή η κυριότητα δεν χάνεται ως δικαίωμα, εάν αυτή δεν έπαυσε να υφίσταται για κάποιον μεταγενέστερο νόμιμο λόγο, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, παρόλο που η λίμνη Βιστωνίδα εμπίπτει στην κατηγορία των κατά την έννοια της ΑΚ 967 «μεγάλων λιμνών» και αποτελεί εξ αυτού του λόγου κοινόχρηστο πράγμα[112]. Αλλά και υπό τις ισχύουσες σήμερα διατάξεις για τα κοινόχρηστα, όπως εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, η έννοια της κοινοχρησίας δεν είναι ασύμβατη προς την κυριότητα την ανήκουσα σε ιδιώτη.

15

Back to Top